Οι αυθεντικοί άνθρωποι, σ’ ένα κόσμο που προσπαθεί να τους αλλάξει, επιμένουν νά ΄ναι ο εαυτός τους

 

Ο Ράλφ Έμμερσον είχε πει: «Το να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί διαρκώς να σε κάνει κάτι άλλο, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα». Ο Ράλφ Έμμερσον δεν είχε ιδέα τι θα γινόταν αργότερα με την ανάπτυξη της τηλεόρασης, των social media και τα πρότυπα του photoshop. Αν κάποτε η αυθεντικότητα ήταν επίτευγμα, σήμερα είναι ηρωισμός. Ας δούμε λοιπόν κάποια χαρακτηριστικά των αυθεντικών ανθρώπων…

1) Εκτελούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες με έναν προσωπικό και μοναδικό τρόπο.

2) Αγνοούν με σεβασμό τις οδηγίες των άλλων.

3) Έχουν τη δική τους μοναδική κοσμοθεωρία και πορεύονται σύμφωνα με αυτή.

4) Αγαπούν τον εαυτό τους και τιμούν τη διαφορετικότητά τους.

5) Δεν δουλεύουν ποτέ. Μόνο εργάζονται… και τα δίνουν όλα!

6) Παρόλο που πολλοί μπορεί να τους κατακρίνουν για τη διαφορετικότητά τους, εκείνοι δεν ντρέπονται για αυτό που είναι.

7) Δεν φοβούνται τη σύγκρουση με τους άλλους.

8) Είναι πάντα έτοιμοι να δουν μια άλλη αυθεντική οπτική και να τη σεβαστούν ακόμα κι αν δεν ταιριάζει με τη δική τους.

9) Έχουν πολλούς και διαφορετικούς φίλους.

10) Είναι ειλικρινείς όταν τους ζητείται η γνώμη τους.

11) Έχουν επίγνωση των προτερημάτων και των αδυναμιών τους.

12) Μπορούν να αυτοσαρκάζονται και το κάνουν τακτικά.

13) Ακούν με ενδιαφέρον τους άλλους και μπορούν να αντιληφθούν εύκολα τις αλλαγές στο περιβάλλον τους.

14) Δεν κυνηγούν το τέλειο, γιατί ξέρουν ότι είναι ουτοπία.

15) Έχουν την περιέργεια να μάθουν.

16) Είναι προνοητικοί και δρουν πάντα με σχέδιο.

17) Δεν συζητούν για χάρη της κουβέντας. Συνήθως είναι σιωπηλοί εκτός κι αν η συζήτηση έχει κάποιο νόημα για αυτούς.

18) Διαβάζουν πίσω από τις γραμμές και εντοπίζουν νοήματα που οι άλλοι δεν πιάνουν

19) Γνωρίζουν τις προκαταλήψεις τους.

20) Μπορούν να συμβουλεύσουν εποικοδομητικά τους φίλους τους και όσους τους το ζητούν. Η κυριότερη συμβουλή τους είναι «να είσαι ο εαυτός σου».

21) Συνήθως «πέφτουν μέσα» στην πρώτη εντύπωση που τους προκαλούν οι άλλοι

22) Δεν φοβούνται την απόρριψη και ως εκ τούτου είναι τολμηροί.

23) Είναι ανοιχτοί στην κριτική

24) Κατανοούν ότι το να είσαι αυθεντικός έχει διαφορά με το να είσαι ευχάριστος

25) Τους αρέσει η περιπέτεια

26) Έχουν φανατικούς φίλους αλλά και φανατικούς εχθρούς

27) Τους αρέσει να εξερευνούν πέρα από το γνωστό

28) Ζουν πολύ περισσότερο χρόνο στο Παρόν

via

Advertisements

Όταν η Γνώση Καταδιώκεται από τον Σκοταδισμό

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ 

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ» ΒΙΒΛΙΑ ΥΠΟ ΔΙΩΓΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ!

Η γνώση είναι δύναμη. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος έκανε από πολύ νωρίς τους κάθε είδους εξουσιαστές να κατανοήσουν πως η διατήρηση των προνομίων τους δεν θα μπορούσε παρά να είναι συνυφασμένη με τον έλεγχο της γνώσης. Γι’ αυτό το λόγο τα βιβλία αποτελούσαν πάντοτε το μεγαλύτερο βάσανο των απανταχού δικτατόρων. Η απόλυτη εξουσία προϋποθέτει τον έλεγχο της γνώσης, που εξασφαλίζει τον περιορισμό της έκφρασης και της διάδοσης μη αρεστών σε αυτήν ιδεών. Για να υποταχθούν επιτυχέστερα οι μάζες θα πρέπει να αρκούνται στην υιοθέτηση της γνώμης του δυνάστη τους και να μην επιτρέπεται η πρόσβασή τους σε οποιαδήποτε άλλη γνώμη, που μπορεί να αποβεί επιζήμια για την εξουσία. Ο Βολτέρος το είχε αντιληφθεί πλήρως αυτό, όταν έγραφε σε ένα σατιρικό φυλλάδιο ότι «τα βιβλία διαλύουν την άγνοια, τον φρουρό και θεματοφύλακα όλων των αστυνομευόμενων κρατών». Έτσι, η λογοκρισία, οποιαδήποτε μορφή κι αν έχει πάρει μέσα στους αιώνες, αποτελεί παραφυάδα της κάθε εξουσίας. Η ιστορία του κόσμου καπνίζει ακόμη από τις ατέλειωτες πυρές που άναψαν οι λογοκριτές και οι άρχοντες για να κάψουν βιβλία που θεωρούσαν επιζήμια για τη διατήρηση των προνομίων τους.



Η πυρπόληση των βιβλίων αντιπροσώπευε πάντοτε την «εντυπωσιακότερη» και βαναυσότερη μορφή λογοκρισίας. Η πράξη αυτή είχε ασφαλώς συμβολικό χαρακτήρα. Μπορούσε να διατρανώσει την απόλυτη εξουσία των κρατούντων και να τρομοκρατήσει τα πλήθη. Όσο για τους δημιουργούς των βιβλίων που ρίχνονταν στην πυρά, γινόταν σαφές ότι αν στα πνευματικά τους τέκνα επιφυλάσσονταν μια τέτοια μεταχείριση, οι ίδιοι θα έπρεπε να αναμένουν μια κατά πολύ σκληρότερη αντιμετώπιση και τιμωρία. Βέβαια, οι εξουσιαστές φαίνεται να μην κατανόησαν ή να μην θέλησαν να κατανοήσουν ποτέ ότι οι ιδέες δεν μπορούν να καούν. Οι πυρές μπορεί να καταστρέφουν άμεσα το μέσο έκφρασής τους –τα βιβλία– όμως, οι ίδιες οι ιδέες παραμένουν ζωντανές, έτοιμες να πυρπολήσουν τις καρδιές των ανθρώπων και να τους δώσουν δύναμη να αντιταχθούν στους δυνάστες τους.
Η λογοκρισία ωστόσο δεν εκφράστηκε ποτέ με τόσο έκδηλους και καταφανείς τρόπους. Το είδος της λογοκρισίας που επιβλήθηκε με την έκδοση καταλόγων που περιείχαν τους τίτλους απαγορευμένων βιβλίων ή ακόμη και αυτή που επέτρεπε στα βιβλία να κυκλοφορούν ελεύθερα αφού πρώτα είχαν υποστεί την «επιμέλεια» των λογοκριτών, ήταν ίσως αποδοτικότερη, αφού έδινε στις μάζες την ψευδαίσθηση πως μπορούσαν να απολαμβάνουν έστω και μικρά ποσοστά ελευθερίας, επιτυγχάνοντας η εξουσιαστές με αυτό τον τρόπο να τις καταστήσουν ακίνδυνες.
Παρακάτω θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική καταγραφή των γνωστότερων διώξεων βιβλίων, που ασφαλώς δεν είναι πλήρης. Οι διώξεις αυτού του είδους ήταν παντού και πάντοτε τόσες πολλές, που κανείς δεν θα μπορούσε να τις καταγράψει με απόλυτη πληρότητα.
Book
Το 411 π.Χ. τα έργα του Πρωταγόρα καίγονται δημόσια στην Αθήνα.
Το 213 π.Χ. ο Κινέζος αυτοκράτορας Σι Χουάνγκ Τι προσπαθεί να επιβληθεί καίγοντας όλα τα βιβλία που υπήρχαν στην επικράτειά του.
Το 48 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας αδιαφορεί για την πρώτη πυρπόληση της πολυφημισμένης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
Στις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, ο Αύγουστος Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός (63 π.Χ.-14 μ.Χ.) εξορίζει τους ποιητές Κορνήλιο Γάλλο και Οβίδιο και απαγορεύει την ανάγνωση και την κυκλοφορία των έργων τους.
Ακολουθώντας το παράδειγμα αυτό, ο Καλιγούλας (12-41 μ.Χ.) διατάζει να καούν τα βιβλία του Ομήρου, του Βιργίλιου και του Λίβιου. Ωστόσο το διάταγμά του δεν εφαρμόζεται ποτέ.
Το 64 μ.Χ. ο Νέρων καταστρέφει με εμπρησμό τη Ρώμη. Μαζί καίγονται και όλες οι βιβλιοθήκες της πόλης που φιλοξενούσαν αναρίθμητους αρχαιοελληνικούς γραπτούς θησαυρούς.
Το 302 μ.Χ. ο «νεοφώτιστος» Χριστιανός βασιλιάς της Αρμενίας Τιριδάτ Γ΄, ο επονομαζόμενος Μέγας, υπό την επιρροή του προφήτη Ελάϊα, διατάσει τη σφαγή του εθνικού ιερατείου και τη μετατροπή όλων των εθνικών ναών της επικράτειάς του σε εκκλησίες ή οίκους κηρύγματος. Ταυτόχρονα, διατάσει την πυρπόληση όλων των βιβλιοθηκών της Αρμενίας, που είχαν ιδρυθεί αιώνες πριν από τους ελληνιστές ηγεμόνες της χώρας, με την αιτιολογία πως αποτελούν «κιβωτούς δαιμονικής γνώσεως».
Το 304 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός εκδίδει έδικτο με το οποίο διατάσσει τη συλλογή και καταστροφή όλων των χριστιανικών βιβλίων δια πυρράς.
Ο «νεοφώτιστος» αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (306-337 μ.Χ.) επιτρέπει στους Χριστιανούς επισκόπους και μοναχούς να λεηλατήσουν και να κατεδαφίσουν τα αρχαία ελληνικά μνημεία και να πυρπολήσουν ελληνικά συγγράμματα. Ακόμη και οι κάτοχοι τέτοιων συγγραμμάτων ρίχνονται στις φλόγες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του φιλοσόφου Σώπατρου, που ρίχνεται στην πυρά μαζί με τους ανεκτίμητους θησαυρούς της προσωπικής του βιβλιοθήκης.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ουλεντιανός καταστρέφει όλα τα βιβλία των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που μπόρεσε να εντοπίσει. Ιδιαίτερο μένος επιδεικνύει ενάντια στα βιβλία που αναφέρονται στην τέχνη και το δίκαιο.
Το 364 μ.Χ. ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Φλάβιος Ιοβιανός διατάσει την πυρπόληση της Βιβλιοθήκης της Αντιόχειας που είχε ιδρύσει ο Ιουλιανός.
magic_books_022514_820pxa
Το 370 μ.Χ., στα πλαίσια ενός μεγάλου διωγμού κατά των Εθνικών σε ολόκληρη την Ανατολική Αυτοκρατορία, ο αυτοκράτορας Βάλης προστάζει την πυρπόληση όλων των εθνικών βιβλίων που είχαν διασωθεί σε ιδιωτικές συλλογές των κατοίκων της Αντιόχειας. Σωροί βιβλίων καίγονται δημόσια στις πλατείες και οι ιδιοκτήτες τους θανατώνονται η βασανίζονται.
Το 389 μ.Χ. πλήθη μοναχών της ερήμου εισβάλουν στις πόλεις της Μέσης Ανατολής καταστρέφοντας αγάλματα, βωμούς και ιερά, καίγοντας ταυτόχρονα όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες.
Το 391 μ.Χ., μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση Εθνικών στην Αλεξάνδρεια με επικεφαλής τον φιλόσοφο Ολύμπιο, οι εξεγερμένοι καταφεύγουν στο ιερό του Σεράπιδος. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος δίνει εντολή να συντριβεί το περίφημο άγαλμα του Σέραπι και να ισοπεδωθεί το ιερό. Οι Χριστιανοί καταλαμβάνουν το ιερό, το ισοπεδώνουν και πυρπολούν την ονομαστή βιβλιοθήκη του που φιλοξενούσε τμήμα της θρυλικής συλλογής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
Το 398 μ.Χ. η Τέταρτη Σύνοδος της Καρθαγένης απαγορεύει ακόμη και στους επισκόπους την ανάγνωση των βιβλίων των Εθνικών. Σε Δύση και Ανατολή, αμέτρητα φιλοσοφικά και επιστημονικά βιβλία του προχριστιανικού κόσμου ρίχνονται στην πυρά.
Το 402 μ.Χ. ο γερμανικής καταγωγής κυριότερος σύμβουλος και αρχιστράτηγος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ονώριου, Στελίχων, ρίχνει στην πυρά τα περίφημα σιβυλλικά βιβλία.
Την ίδια περίπου περίοδο πυρπολούνται στη Βηρυτό αρχαία κείμενα με πρωτοβουλία Χριστιανών εκκλησιαστικών συγγραφέων.
Στις 24 Αυγούστου του 410 μ.Χ., ο Αλάριχος καταλαμβάνει τη Ρώμη και επί τρεις ημέρες τα στρατεύματά του λεηλατούν τους θησαυρούς της πόλης, καταστρέφοντας τα έργα τέχνης και τα βιβλία των Εθνικών.
Το 415 μ.Χ., με προτροπή του επισκόπου Κύριλλου, ο χριστιανικός όχλος της Αλεξάνδρειας οδηγεί τη φιλόσοφο Υπατία μπροστά στην πατριαρχική εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ κι αφού την τεμαχίζουν και περιφέρουν τα κομμάτια της στους δρόμους της πόλης, τα καινε τελικά μαζί με τα συγγράμματά της στη θέση Κυναρών.
Το 448 μ.Χ. ο Θεοδόσιος διατάσει να παραδοθούν στις φλόγες όλα τα «αντιχριστιανικά» βιβλία. Εξέχουσα θέση στις πυρές που ανάβουν σε όλη την επικράτεια είχαν τα βιβλία του Νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πορφύριου, που ασχολούταν με τη φύση του Χριστιανισμού.
Το 500 μ.Χ., μετά από ένα ξέσπασμα εσχατολογικής υστερίας που προαναγγέλλει την επικείμενη έλευση της συντέλειας του κόσμου, ανάβουν πυρές για να καταστραφούν όλα τα βιβλία των Εθνικών που είχαν διασωθεί από προγενέστερες διώξεις. Αποτέλεσμα αυτής της υστερίας κατά των βιβλίων ήταν ότι από το 500 έως το 1100 μ.Χ. σχεδόν κανένα βιβλίο δεν παρήχθη, ενώ το ίδιο διάστημα δεν κυκλοφορούσαν περισσότεροι από 600 τόμοι σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το 529 μ.Χ., με εντολή του Ιουστινιανού, κλείνουν όλες οι φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας. Την ίδια στιγμή στην Κωνσταντινούπολη, όπως μας πληροφορεί ο Ιωάννης Μαλάλας στη Χρονογραφία του, γίνονται επιδρομές σε κατοικίες και έρευνες για την κατάσχεση βιβλίων και έργων τέχνης της Κλασικής Εποχής. Οι κάτοχοι αυτών των πολιτιστικών θησαυρών διαπομπεύονται στους δρόμους της βασιλεύουσας και τα βιβλία των συλλογών τους ρίχνονται στην πυρά.
Το 556 μ.Χ. ο Ιουστινιανός στέλνει στην Αντιόχεια τον φοβερό ιεροεξεταστή Αμάντιο που συλλαμβάνει, βασανίζει και θανατώνει τους εναπομείναντες Εθνικούς της πόλεως και καιει όλες τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες.
Το 590 μ.Χ., αμέσως μόλις ο πάπας Γρηγόριος, ο επονομαζόμενος Μέγας, καταλαμβάνει τον παπικό θώκο, διατάσει την πυρπόληση της Βιβλιοθήκης του Παλατινού Απόλλωνος και όλων των άλλων βιβλιοθηκών της Ρώμης όπου φυλάσσονταν αναρίθμητα χειρόγραφα κλασικών συγγραφέων, «για να μη στερήσει τους πιστούς η θύραθεν σοφία τους από τη Βασιλεία των Ουρανών»!
Το 727 μ.Χ., ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων Α΄ δίνει εντολή να πυρποληθεί η Οικουμενική Σχολή, το σημαντικότερο πνευματικό ίδρυμα του Βυζαντίου, όπου στεγάζονταν βιβλιοθήκη με ανεκτίμητους αρχαιοελληνικούς πολιτιστικούς θησαυρούς. Ο αυτοκράτορας προστάζει επίσης να καούν ζωντανοί μαζί με τα βιβλία και όλοι οι διανοούμενοι και οι διδάσκαλοι του ιδρύματος. Έτσι, το κτίριο περικυκλώνεται από ένοπλους στρατιώτες, που παρεμποδίζουν την έξοδο του προσωπικού της Σχολής κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς.
Το 1073 μ.Χ. ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ προστάζει να πυρποληθούν όλα τα βιβλία των αρχαίων Ελλήνων που αναφέρονται στον έρωτα, χαρακτηρίζοντάς τα αισχρά και ακόλαστα. Έτσι ρίχνονται στην πυρά τα έργα της Σαπφώς, του Αλκαίου, του Δίφιλου, του Ανακρέωντα, της Ήρινας, του Μίμνερμου, του Απολλόδωρου, του Μένανδρου κ.ά.
Το 1139 μ.Χ. ο αυγουστινιανός μοναχός Αρνάλδος της Μπρέσια, που είχε καταγγείλει τη μανία της χριστιανικής εκκλησίας για πλουτισμό και παγκόσμια κυριαρχία, διώκεται από τον πάπα Ιννοκέντιο Β΄ και τα βιβλία του παραδίδονται στην πυρά.
Το 1210 μ.Χ. ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ απαγορεύει κάθε ασχολία με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Στο Παρίσι καίγονται ζωντανοί δεκάδες πανθεϊστές Αμαλρικιανοί και παραδίδονται στην πυρά τα βιβλία του αριστοτελικού φιλοσόφου Ντέιβιντ Ντινάν.
INDEX
Το 1239, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ στέλνει επιστολές στους βασιλείς της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ναβάρας, της Αραγονίας, της Καστίλης και της Πορτογαλίας, δίνοντας εντολή κατά το τελευταίο Σάββατο της Απόκρεω, όταν οι Εβραίοι θα ήταν συγκεντρωμένοι στις συναγωγές τους, να κατασχεθούν όλα τα βιβλία τους και να παραδοθούν στους Επαίτες Μοναχούς. Η απόφαση αυτή του πάπα οφειλόταν στην επιρροή που ασκούσε πάνω του ένας Εβραίος προσήλυτος, ο Νικόλαος ντε Ρουπέλα, ο οποίος τον είχε πείσει πως όλα τα εβραϊκά βιβλία και προπαντός το Ταλμούδ, περιείχαν τόσες αντιχριστιανικές βλασφημίες, ώστε άξιζε να ριχτούν στην πυρά.
Το 1248 μ.Χ. συντάσσεται για πρώτη φορά ειδικός κατάλογος με τα απαγορευμένα βιβλία, αρχαία κείμενα και επιστημονικά συγγράμματα, ο διαβόητος Index, στον οποίο θα αναφερθούμε εκτενέστερα στη συνέχεια.
Το 1258 μ.Χ. οι Μωαμεθανοί Μογγόλοι καταλαμβάνουν και καταστρέφουν τη Βαγδάτη και πυρπολούν όλες τις ονομαστές βιβλιοθήκες της.
Το 1267 μ.Χ., ο πάπας Κλήμης Δ΄, αναθέτει στον αρχιεπίσκοπο της Ταραγκόνα (Ισπανία) να εξαναγκάσει με την απειλή του αφορισμού τον βασιλιά της Αραγονίας και τους ευγενείς του να επιβάλουν στους Εβραίους την παράδοση όλων τους των βιβλίων στους ιεροεξεταστές. Τα βιβλία μεταφέρθηκαν με κάρα στους δρόμους της Τουλούζης, ενώ βασιλικοί αξιωματούχοι ανακοίνωναν μεγαλόφωνα ότι «θα καταστρέφονταν εξαιτίας των βλασφημιών τους κατά του Χριστού, της Παναγίας και του χριστιανικού ονόματος». Κατόπιν τα βιβλία κάηκαν επίσημα μπροστά σε πλήθη λαού.
Το 1452 μ.Χ. ο πατριάρχης Σχολάριος καιει στην αυλή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τα έργα του φιλόσοφου Πλήθωνος Γεμιστού. Την ίδια πράξη θα επαναλάβει και μερικά χρόνια αργότερα, το 1463, καίγοντας τα νέα αντίτυπα των συγγραμμάτων του Πλήθωνα.
Το 1497 μ.Χ. οι ιεροεξεταστές καινε σε τεράστιες πυρές στη Φλωρεντία αρχαία βιβλία και ποιητικές συλλογές, μαζί με γυναικεία κοσμήματα, μουσικά όργανα και πίνακες ζωγραφικής.
Το 1554 μ.Χ. ο Ιούλιος Γ΄ διατάζει τους Εβραίους να παραδώσουν το σύνολο των βιβλίων τους, απειλώντας τους με την ποινή του θανάτου αν απέφευγαν να συμμορφωθούν με την εντολή του.
images (2)
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1600 μ.Χ. καταδικάζεται σε θάνατο στην πυρά ο Ιταλός φιλόσοφος Τζιορντάνο Μπρούνο. Τα βιβλία του καίγονται μπροστά στα σκαλοπάτια του Αγίου Πέτρου κι ο ίδιος παραδίδεται στις φλόγες στο Κάμπο ντεϊ Φιόρι στις 27 Φεβρουαρίου, εν μέσω λιτανειών.
Το 1633 μ.Χ. ο Γαλιλαίος καταδικάζεται από την Ιερά Εξέταση σε ισόβια δεσμά και «ισόβιο σιωπή», επειδή τόλμησε να προτείνει ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος κι ότι περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Τα βιβλία του ρίχνονται στην πυρά.
Το 1798 μ.Χ. ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ αφορίζει τον Ρήγα Φεραίο και καταδικάζει τα βιβλία του ως «τοις δόγμασι της Ορθοδόξου πίστεως εναντιούμενα».
Το 1866 μ.Χ. η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναθεματίζει τον Ε. Ροΐδη και το βιβλίο τουΠάπισσα Ιωάννα, ζητώντας από το ελληνικό κράτος την ποινική δίωξη του συγγραφέα.
Όπως είπαμε και στην αρχή, ο παραπάνω συνοπτικός κατάλογος δεν είναι πλήρης. Οι καταστροφές και οι διώξεις των βιβλίων δεν έπαψαν ποτέ…

Του Νίκου Κανακάρη

Octrov

Μια ταινία φαινόμενο! Μια ταινία που θα άξιζε να δουν όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί Έλληνες!

Υπόθεση

Κατά
τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ένας νεαρός Ρώσος ναύτης αναγκάζεται από τους Γερμανούς να πυροβολήσει τον αξιωματικό του, για να του χαρισθεί η ζωή. Στη συνέχεια, η ταινία μας μεταφέρει στο έτος 1976 σ’ ένα μοναστήρι που βρίσκεται σε μια ερημική, παγωμένη, υγρή παραθαλάσσια περιοχή, όπου ο νεαρός ναύτης ως ρασοφόρος μοναχός Ανατόλιος τώρα, προσπαθεί να ξεπεράσει με την προσευχή της καρδιάς, το βαθύ τραύμα της ενοχής για το αμάρτημα του φόνου. Η σαλή, αινιγματική και πειραχτική ενίοτε συμπεριφορά του, οι παροιμιώδεις διενέξεις του με τον ηγούμενο και τους μοναχούς του μοναστηριού, η δακρύβρεχτη μετάνοια και η απαράμιλλη ταπείνωσή του, η ευρηματική του σκέψη και ο παράδοξος τρόπος θαυματουργίας του, συνθέτουν μία υπέροχη, ελκυστικότατη, και αλησμόνητη ανθρώπινη φιγούρα που γοητεύει τους πάντες.

Κριτική

Η ταινία αυτή σκάει σαν βόμβα μεγατόνων στον παγκόσμιο κινηματογράφο και αμφισβητεί την κουλτούρα και το πνεύμα της εποχής, τα σύγχρονα νεοεποχήτικα ρεύματα και τις αντίχριστες τάσεις που θέλουν να επιβληθούν ανά τον κόσμο, αφού πρώτα προξενήσουν πλύση εγκεφάλου και αποχαύνωση στην ανθρωπότητα.

Από τη γένεση του κινηματογράφου, δεν έχει βγει ταινία που να ανατρέπει τόσο ανοιχτά,  τα ιδανικά – πρότυπα, με τα οποία θέλουν
«κάποιοι» να γαλουχήσουν τον κόσμο. Επιτέλους, βγήκε μία ταινία όχι για να αποπροσανατολίσει, αλλά για να υποδείξει στον άνθρωπο το δρόμο που οδηγεί στη αιώνια μακαριότητα. Και αυτός είναι ο δρόμος της Ορθοδοξίας. Η εφαρμογή του Ευαγγελίου και όχι των ψευδοϋποκατάστατων της Αλήθειας, είναι αυτή που προβάλλει η ταινία και πετυχαίνει αναμφίβολα με τον ιδανικότερο τρόπο το στόχο της.

Οι θέσεις και απόψεις που απορρέουν απ’ την ταινία έρχονται σε απόλυτη σύμπνοια με αυτές της Ανατολικής Πατερικής Παράδοσης. Αναδεικνύουν με ακρίβεια και θεολογική συνέπεια, το πρότυπο ανθρώπου που διαμορφώνει η Ορθοδοξία. Έναν άνθρωπο γεμάτο από γνήσια και ακαταμάχητη αγάπη, βαθιά και ειλικρινή ταπείνωση, απόλυτη και υπερκόσμια ειρήνη.

Έτσι, λοιπόν η ταινία, έχοντας μία Θεοκεντρική και όχι προσωποκεντρική ή  προσωπολατρευτική κατεύθυνση, εκπληρώνει το σκοπό που θα έπρεπε να έχει κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα∙ την αναγωγή του ανθρώπου στο Θεό. Έτσι ο θεατής , δεν είναι απίθανο να νιώθει -κατά τη διάρκεια της ταινίας- μία ψυχική ανάταση και πνευματικά αισθήματα να πλημμυρίζουν το εσωτερικό του.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να προσθέσω άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο στη θετική συγκομιδή της ταινίας. Πέραν της πνευματικής και ψυχωφέλιμης αξίας της, κέρδισε και τις εντυπώσεις των κριτικών και πλήθος βραβείων, όπως: στα Nika Awards (που διεξάγονται στη Μόσχα) 6 βραβεία, μεταξύ αυτών και το «καλύτερης ταινίας» και στο Fajr Film Festival κατέκτησε και πάλι το βραβείο «καλύτερης ταινίας».

Επίλογος

Η εποχή μας διψά λαίμαργα για αληθινά πρότυπα. O κόσμος έχει εξαντληθεί απ’ την ανικανοποίητη πείνα του για ανθρώπους υποδείγματα που θα αποτελέσουν γι’ αυτόν πηγή έμπνευσης. Μέχρι στιγμής τα «είδωλα» που μας σερβίρουν οι χολιγουντιανοί παραγωγοί, είναι ο Ironman, o Batman, o Hulk και όλο το Μarvelο-σόι τους. Αυτοί είναι οι ήρωες που δημιούργησε η Δύση και καλλιεργήθηκαν  και ρίζωσαν στις συνειδήσεις μας. Επιτέλους, με την ταινία “OSTROV” έχει τη δυνατότητα ο τηλεθεατής να δει και το μοντέλο ανθρώπου που προτείνει η Ορθοδοξία. Και παρόλο που προβάλλεται η δια Χριστόν σαλότητα – η οποία αποτελεί μία ακραία μορφή του ορθόδοξου ασκητισμού- ο ήρωας της ταινίας, Ανατόλιος, σου μεταγγίζει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα που ψάχνεις, αυτό το «κάτι» που αναζητάς και δύσκολα το βρίσκεις, αυτό το «κάτι» που μπορεί να ζεστάνει την παγωμένη καρδιά σου, να γεμίσει το αφόρητο κενό σου, να αποδεσμεύσει την ετεροκαθορισμένη «ελευθερία»  σου, να φωτίσει την καρβουνόχρωμη ψυχή σου.

Το τρελλό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος

Πολλοί λένε πως είμαι ένας φανατικός, ένας ζηλωτής που βρίσκεται «εκτός της πραγματικότητος», ένας μονομανής, που θέλει κάποια πράγματα που δεν γίνουνται και που τα παρακάνει και τα παραλέγει. Έχουνε δίκιο να λένε, πως είμαι φανατικός και ζηλωτής. Μα όποιος είναι ζηλωτής από αγάπη για την αλήθεια, είναι συγχωρημένος. Φωνάζω και στεναχωριέμαι, γιατί η φυλή μας χάνει τα αληθινά πράγματα και παίρνει τα ψεύτικα, κ’ έτσι δεν χαίρεται τα τόσα πνευματικά πλούτη που κληρονόμησε, και δεν θρέφεται από το αντρειωμένο και ζωογόνο ελληνικό γάλα, που έθρεψε κι αγρίμια ακόμα και τά ‘κανε ανθρώπους. Αυτό το γάλα δεν είναι της δικής μου μάνας, μα της μάνας ολονών μας, που τ’ αρνηθήκανε όσοι σας δίνουνε να πιήτε αντί για γάλα το φαρμάκι της ψευτιάς που τη λένε «πρόοδο», «εξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μοντερνισμό» κτλ. Εγώ στενοχωριέμαι για σας, όχι για μένα, γιατί εγώ έχω αυτό που δεν έχετε, μα αυτό δεν είναι δικό μου μοναχά, αλλά δικό μας. Και γιατί, τάχα, θα υπόφερνα, αν δεν αγαπούσα τ’ αδέλφια μου, και δεν φοβόμουνα μην χάσουνε τον θησαυρό; Οι γενεές που έρχουνται από πίσω μας, σαν θάλασσες από το πέλαγο, γιατί να ζήσουνε με την ψευτιά και να μην ζήσουνε αληθινά, γιατί να είναι πεθαμένοι-ζωντανοί, αφού η ζωή με την ψευτιά δεν συνταιριάζουνται;
Λένε πως τα παραλέγω. Μακάρι να τα παράλεγα κι ας έβγαινα γελασμένος. Μα βλέπω καθαρά, πως μέρα με τη μέρα το πνευματικό αίμα φεύγει από την όψη της φυλής μας, το βλέπω και πικραίνουμαι, όπως βλέπει η μάνα το παιδί της που μαραζώνει. Τί παρακάνω και τί παραλέγω; Δεν βλέπετε πως παραπατάμε, σαν ζαλισμένοι, και δεν ξέρουμε που πάμε; Η ξενομανία μάς έδερνε πάντα, αφού κι ο Παυσανίας γράφει: «Έλληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ’ αλλότρια ή τα οικεία». Μα τώρα σαν να χάσαμε ολότελα τα φρένα μας, λες κ’ ήπιαμε το Τρελλό Νερό, που λέγει ένας μύθος ανατολίτικος, και λέμε το ψεύτικο αληθινό, το νόστιμο άνοστο, το μαύρο άσπρο. Και με όλο που πάθαμε αυτή την ξενομανιακή τρέλλα, ωστόσο, επειδή αγαπάμε τον τόπο μας, το αίμα μας και τα δικά μας, θέλουμε να συμβιβάσουμε αυτή την αγάπη μας με την τρέλλα μας (δηλαδή με τη ματαιοδοξία μας), και πάμε σαν το καράβι που δεν έχει τιμόνι, μα που θέλει σώνει και καλά να ισάρει όλα τα πανιά του, για να τσακισθεί πιο γλήγορα απάνω στις ξέρες! Είμαστε σαν τους παλιούς Εβραίους, που αρνηθήκανε τον Θεό τους και προσκυνούσαν τον Βάαλ, μα που φοβόντανε κιόλας μην τους παιδέψει ο Ιεχωβά, κι ο προφήτης Ηλίας τους μάλωνε και τους έλεγε: «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ’ αμφοτέραις ταις ιγνύαις;» — «ως πότε θα κουτσαίνετε πότε από τό ‘να το ποδάρι και πότε από τ’ άλλο; Αν είναι θεός ο Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, αν είναι ο θεός ο Ιεχωβά πηγαίνετε ξοπίσω απ’ αυτόν». Έτσι κ’ εμείς θέλουμε να τα συμβιβάσουμε τα αταίριαστα και το χάλι μας είναι ελεεινό. Αγαπάμε την Ελλάδα, πονάμε τον τόπο μας, δίνουμε γι’ αυτόν τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά σιχαινόμαστε τα δικά μας πράγματα, τα πράγματα της Ελλάδας, είτε φυσικά είναι είτε τεχνητά, είτε συνήθειες, είτε τραγούδια, είτε ψαλμωδίες, είτε εικονίσματα, και θέλουμε τα ξενοφερμένα. Είμαστε, λοιπόν, στα συγκαλά μας; Ρωτώ να μάθω.
Έχουμε τέτοιο φως, τέτοιον γαλανόν ουρανό, που τον καυχιόμαστε, και μολαταύτα βάζουμε μαύρα γυαλιά σαν νά ‘χουμε πονόματο, και καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βλέπουμε ολοένα συννεφιασμένον, σταχτύν ουρανό, τα δέντρα αντί πράσινα να τα βλέπουμε καφετιά, τη γαλανή θάλασσα να τη βλέπουμε θολή και λερωμένη, μόνο και μόνο γιατί τα μαύρα τα γυαλιά είναι μοντέρνα. Οι γυναίκες μας κάνουνε χίλια-δυο για να γίνουνε πιο έμορφα τα μάτια τους, κ’ ύστερα βάζουνε μπροστά τους ολόκληρες τζαμαρίες, που φράζουνε όχι μονάχα τα μάτια τους μα και τα μάγουλά τους, σαν νά ‘ναι βουτηχτάδες, κι αντίς έμορφα πρόσωπα με αγνά και καθαρά μάτια, βλέπεις νεκροκεφαλές με μαύρες ματότρυπες, μόνο και μόνο γιατί οι νεκροκεφαλές είναι πιο μοντέρνες από τα ζωντανά πρόσωπα με τα έμορφα μάτια. Στο ζαχαροπλαστείο τραβά η όρεξή τους ένα κανταΐφι ή έναν μπακλαβά ή κανένα ριζόγαλο, και μολαταύτα παραγγέλνουνε κάποιο γλυκό με ξενικό όνομα, κι όσο πιο ασυνήθιστο είναι τ’ όνομα, τόσο πιο καλά, κι ας μην κατεβαίνει, φτάνει που κοιτάζουνε οι διπλανοί, «οπισθοδρομημένοι» με απορία για το παράξενο γλυκό που τρώνε! Στη μουσική, όχι μοναχά είναι της μόδας τα ξένα τραγούδια, αλλά και τα τελειοποιούμε. Εδώ τα ιταλιάνικα γίνονται πιο ιταλιάνικα, τα γαλλικά πιο γαλλικά, τα μεξικάνικα, οι χαβάγιες, τα τυρολέζικα ουά-ουά, τα σπανιόλικα. Κι αυτοί που τα τελειοποιούνε είναι κάποιοι παπαγάλοι, που «μιμούνται θαυμάσια» το κάθε τι, και ονομάζονται «καλλιτέχναι και καλλιτέχνιδες του άσματος». Μάλιστα, έχουμε και κάποιους βαρυσήμαντους, που κάνουνε και εισαγωγή σ’ αυτά τα βαθιά και μεγάλα έργα «ενδελεχώς και εμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ελλάδα! Λέμε κάπου-κάπου και κανένα ελληνικό, ως επί το πλείστον όμως «ενορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» από κάποιον αισθηματίαν ανόητον, που δεν έχει ιδέα ούτε από Ελλάδα, ούτε από λαό, ούτε από χωριό, ούτε από τίποτα! Αυτός ο υστερισμός έχει πιάσει τον κόσμο, κι αν δεν είσαι τέτοιος «μοντέρνος», σε βλέπουνε με λύπη και με καταφρόνηση. Η δεσποινίδα που λέγει «κάθομαι εις την οδός τάδε» και πως στο σπίτι της έχει «κομφλόρ» και «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδά τα φρύδια της για να μοιάσει με τη σπανή «σταρ», που βλέπει στο «σινεμά», μίλα σαν να μην ξέρει να μιλήσει ελληνικά, κι ο νεαρός Έλλην τρελλαίνεται γι’ αυτά τα μοντέρνα χαρίσματα και περιφρονά την αδερφή του πού ‘ναι το πρόσωπό της σαν της Παναγιάς, και που είναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη  Ελληνοπούλα.
Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως…….

via

Καλοήθεις παθήσεις του μαστού

Το ινοαδένωμα
‘Αγνωστης αιτιολογίας, είναι το συχνότερο.

Μεγέθυνση μαστογραφίας ινοαδενώματος μαστού. Παρατηρήστε το ομαλό περίγραμμα.
Οι κύστεις του μαστού
Συχνή πάθηση μεγάλου ποσοστού των γυναικών.

ΚΑΛΟΗΘΕΙΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ (ΚΛΙΝΙΚΟΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ)… ΙΝΟΑΔΕΝΩΜΑ, ΚΥΣΤΕΣ, ΙΝΟΚΥΣΤΙΚΗ ΜΑΣΤΟΠΑΘΕΙΑ, ΦΥΛΛΟΕΙΔΗΣ ΟΓΚΟΣ, ΘΗΛΩΜΑ, ΣΚΛΥΡΗΝΤΙΚΗ ΑΔΕΝΩΣΗ, ΝΕΚΡΩΣΗ ΛΙΠΟΥΣ, ΓΥΝΑΙΚΟΜΑΣΤΙΑ. 

 



Μαστογραφία καλοήθων κύστεων μαστού με αποτιτανώσεις στο τοίχωμά τους. Παρατηρήστε το ομαλό τους περίγραμμα.


Ο φυλλοειδής όγκος


Φυλλοειδής όγκος. Το ομαλό περίγραμμα θυμίζει μεγάλο ινοαδένωμα.

Θήλωμα


Θήλωμα. Αίμα βγαίνει από ένα πόρο. 

Η Σκληρυντική Αδένωση


Μαστογραφία σκληρυντικής αδένωσης. Δύσκολο να ξεχωρίσει μια παθολογική σκίαση μέσα σε τόσες άλλες σκιάσεις.



Φυσιολογική μαστογραφία. Συγκρίνετε με την διπλανή εικόνα και δείτε πόσο πιο εύκολα θα μπορούσε να φανεί εδώ μια ύποπτη σκίαση καρκίνου αμέσως μόλις θα αναπτυσσόταν. 

Η Νέκρωση Λίπους


Μαστογραφία τριών εστιών νέκρωσης λίπους. Τροχαίο ατύχημα προ διετίας. 

Η Γυναικομαστία 

Καλοήθης διόγκωση των μαστών που εμφανίζεται σε άνδρες έφηβους, νέους ή ηλικιωμένους (15-25 ετών ή άνω των 60). 


Ήπια γυναικομαστία σε άνδρα 40 ετών. 

Αντωνακάκης Ε. Σωκράτης
Γενικός Χειρουργός
Πηγάδια Καρπάθου
τηλ. 6974 139 931

 

via

Θεός και η απόδειξή του

           Αν ο θεός οριστεί ως κάτι/κάποιος που υπάρχει αλλά είναι αδύνατο να αποδειχτεί με ανθρωπίνως εμπειρικά ή λογικά μέσα, τότε το βάρος της απόδειξης πέφτει περισσότερο σε όσους πιστεύουν ότι δεν υπάρχει θεός και λιγότερο σε αυτούς που πιστεύουν ότι υπάρχει τέτοιος θεός. Μόνο οι αγνωστικιστές μπορούν να απαιτήσουν από τους ορίζοντες κάποιον θεό την απόδειξη για την ύπαρξή του. Αντίθετα, οι αθεϊστές πρέπει να αποδείξουν ότι η επιστήμη δεν έχει όρια. Όμως το ότι η επιστήμη – οι θετικές επιστήμες – έχει όρια μπορεί να θεωρηθεί εύλογο και μόνο στη σκέψη ερωτημάτων τα οποία δεν θέτει μόνο η θρησκεία αλλά και η φιλοσοφία π.χ. «για ποιο λόγο να υπάρχει κάτι κι όχι το τίποτε;». Η απάντηση ότι τέτοια ερωτήματα είναι ψευδερωτήματα είναι απλώς δογματικός θετικισμός του 19ου αιώνα, γιατί αν γινόταν αποδεκτό πως είναι ψευδερωτήματα, τότε όχι μόνο η θρησκεία αλλά και η φιλοσοφία θα έπρεπε να καταργηθεί. Ψευδερωτήματα μπορούν τα παραπάνω ερωτήματα να θεωρηθούν μόνο μέσα στο πεδίο των θετικών επιστημών, δηλαδή με την έννοια πως εντός του συγκεκριμένου πεδίου δεν έχουν νόημα δίχως όμως να συνεπάγεται ότι κι εκτός του πεδίου αυτού εξακολουθούν να μην έχουν νόημα, ακριβώς όπως και για την θεολογία είναι ψευδερώτημα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ενιαία θεωρία ή η βαρύτητα, ή όπως για την ακρόαση της 9ης Συμφωνίας του Μπετόβεν δεν έχει νόημα το αν είναι παρών ο Μπετόβεν. Μπορεί κανείς να φανταστεί πιθανές αιτίες για την εμφάνιση της αντίληψης περί νοήματος και σκοπού της μεμονωμένης ζωής και του σύμπαντος, αλλά αν ο κόσμος έχει αποδεδειγμένα νόημα είναι κάτι πέρα από τις δυνατότητες του νου.

            Από την άλλη οι θεϊστές/δεϊστές (ειδικά οι πρώτοι), αν από τη μία απορρίπτουν τη δυνατότητα να ελεγχθεί εμπειρικά ή λογικά, ανθρωπίνως, η ύπαρξη του θεού,  από την άλλη είναι υποχρεωμένοι να μην παραμείνουν αυστηρά προσκολλημένοι στον ορισμό του θεού, αλλά να ισχυριστούν την ύπαρξη κάποιας αποκάλυψης του θεού, η οποία – σκοπίμως – έγινε με ανθρωπίνως κατανοητό τρόπο, δηλαδή εμπειρικά. Ασφαλώς η ιδέα της δίχως αποκάλυψης εμπειρίας του θεού πρέπει να διαφέρει από την εξ αποκαλύψεως εμπειρίας του θεού, αλλιώς ο προηγούμενος ορισμός της αδυναμίας των ορίων της ανθρώπινης εμπειρίας θα ήταν απαγορευτικός, και επιπλέον δυνάμενος να ελεγχθεί ως αληθής ή αναληθής από την επιστήμη.

            Αλλά τότε προκύπτει το ζήτημα της βιωματικής εμπειρίας. Με την ευρύτερη έννοια δεν μπορεί αντικειμενικά, δηλαδή με τρόπο λογικό και κατανοητό, να αποδειχτεί και να γίνει αποδεκτό, ακόμη και για τα ζητήματα της καθημερινότητας, κάθε τι που έχει σχέση με την εμπειρία. Δεν μπορούμε λ.χ. παρά να πιστέψουμε ή να μη πιστέψουμε ότι κάποιος έφαγε ένα συγκεκριμένο φαγητό πριν δύο χρόνια. Αλλά τότε τίθεται το ερώτημα αν είναι το ίδιο η πίστη στην κατανάλωση του φαγητού αυτού με την πίστη κάποιου ότι ένοιωσε το θεό. Κανείς δεν θα πιστέψει π.χ. τον ισχυρισμό κάποιου ότι πριν δύο χρόνια ακριβώς ήταν λυκάνθρωπος, ενώ δεν θα είχε πολλούς λόγους να αρνηθεί τον ισχυρισμό ότι ο συνομιλητής του πριν δύο χρόνια έφαγε ένα συγκεκριμένο φαγητό. Προφανώς ο θεϊστής πρέπει να ισχυριστεί ότι η πίστη στο λυκάνθρωπο διαφέρει εντελώς από την πίστη στο θεό. Κι αυτό μπορεί να το κάνει αν, πάλι, ορίσει το θεό ως εξωκοσμικό υποστηρίζοντας ότι η εξωκοσμικότητα συνεπάγεται την απουσία κάθε αναλογίας και ομοιότητας μεταξύ ενός ενδοκοσμικού παράδοξου (νεράιδες κ.λπ.) και ενός εξωκοσμικού όντος. Βλέπουμε ότι και πάλι είναι ο ορισμός αυτός που δίνει τη θεωρητική δυνατότητα.

            Το ζήτημα της βιωματικής εμπειρίας αντιμετωπίζεται συνήθως ως μία παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας ή του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος από τους αθεϊστές. Οι τελευταίοι φαίνεται κατ’ αρχάς να έχουν δίκαιο ότι στο επίπεδο της θεωρίας ο ορισμός του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος ως εξωκοσμικού και υπεράνω κάθε δυνατότητας μπορεί να είναι ολόιδιος με τον ορισμό του θεϊστικού θεού. Ωστόσο μόνο ως εξωκοσμικό θεωρούμενο το Ι.Μ. θα μπορούσε να καταστεί ολόιδιο με τον ορισμό του θεϊστικού θεού, ώστε η πίστη στον εξωκοσμικό θεό να εξισωθεί με την πίστη στο Ι.Μ. Αλλά κάτι τέτοιο, όπως και με την τσαγιέρα του Ράσσελ, αποκλείεται εξαρχής, κατ’ αρχήν από την ίδια την ονομασία ιπτάμενο μακαρονο-τέρας. Στο εξωκοσμικό επίπεδο (όπου υποτίθεται ότι υπάρχει ο εξωκοσμικός θεϊστικός θεός) δεν υπάρχει απολύτως τίποτε, ίδιο ή παρόμοιο, με ό,τι υπάρχει στο ενδοκοσμικό πεδίο, γιατί απλούστατα αν υπήρχε, τότε το εξωκοσμικό πεδίο θα ήταν τμήμα του ενδοκοσμικού. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει ένα τέρας ούτε μακαρόνια. Και πάνω από τι, και εντός τίνος μέσου, θα μπορούσε να ίπταται το εξωκοσμικό Ι.Μ., αφού δεν υπάρχει τίποτε; Επομένως το Ι.Μ. μόνο ενδοκοσμικό μπορεί να είναι, αφού η ουσία του, να ίπταται, να είναι τέρας από μακαρόνια, αναφέρεται στο ενδοκοσμικό επίπεδο. Άρα έτσι είτε καταρρίπτεται μόνο μια εκδοχή περί θεού είτε συγχέονται οι διαφορετικές εκδοχές θεϊκότητας. Δεν φαίνεται να έχουν ιστορικά δίκαιο, δηλαδή αν ήταν ακριβώς το ίδιο τα δύο παραδείγματα και ο θεός των θεϊστών, τότε θα έπρεπε να υπάρχει και να επιβιώνει έπειτα από ισχυρές πιέσεις δεκαετιών ή αιώνων η εκκλησία του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος. Στο βαθμό που το τελευταίο υπάρχει μόνο ως θεωρητικό αστείο, δεν επαρκεί.

            Όπως έχει διαπιστωθεί ίσως, δίνεται μεγάλη έμφαση στο γεγονός των ορισμών. Γενικότερα τα προβλήματα μέσω των ορισμών δεν επιλύονται οριστικά, αλλά τίθεται μια βάση ως συζήτηση. Τα κυκλικά επιχειρήματα είναι αναπόφευκτα και πάντα κάποιου είδους ταυτολογία υπάρχει σε κάθε κοσμοεικόνα. Για παράδειγμα μπορεί να λεχθεί: «-Γιατί είναι παράλογος; -Επειδή βλέπει φαντάσματα» αλλά και το αντίθετο: «-Γιατί βλέπει φαντάσματα; -Επειδή είναι παράλογος». Ή ταυτόχρονα «ο ικανότερος στο τέλος επιβιώνει» και «όποιος επιβιώνει, αυτός είναι ο ικανότερος». Αλλά φυσικά δεν υπάρχει καμμία κοσμοαντίληψη δίχως αρχές οι οποίες θεωρούνται αυταπόδεικτες και των οποίων η απόδειξη θεωρείται ανόητο εγχείρημα. Πάντως, κάθε συζήτηση αναγκαστικά γίνεται μέσω κάποιων λιγότερο ή περισσότερο σαφών ορισμών. Ο Ντόκινς (Η περί θεού αυταπάτη, σ. 70) αναφέρεται σε κάθε ανθρώπινο ορισμό του θεού ή του υπερφυσικού: «Δεν επικρίνω κάποια συγκεκριμένη εκδοχή του Θεού ή των θεών. Στόχος μου είναι ο Θεός, όλοι οι «θεοί», οτιδήποτε και καθετί υπερφυσικό, οπουδήποτε και οποτεδήποτε επινοήθηκε ή πρόκειται να επινοηθεί». Αναγκαστικά, λοιπόν, είναι υποχρεωμένος να εναντιωθεί και στον ορισμό ενός θεού ως άκτιστου/εξωκοσμικού, έγκειται σε αυτόν να τον αναιρέσει, τόσο αυτόν τον ορισμό όσο και οποιονδήποτε άλλον.

            Ωστόσο ο Ντόκινς κατανοεί ότι η ύπαρξη του θεού δεν μπορεί να διαψευστεί, αλλά θεωρεί ότι σημαντικότερο είναι το αν ο θεός είναι πιθανός: «Σημασία δεν έχει το αν η ύπαρξη του Θεού μπορεί ή όχι να διαψευστεί (που δεν μπορεί), αλλά το εάν η ύπαρξή του είναι πιθανή. Πρόκειται για άλλο ζήτημα. Ορισμένα πράγματα τα οποία δεν επιδέχονται διάψευση κρίνονται, πολύ λογικά, ως πολύ λιγότερο πιθανά απ’ ό,τι άλλα, παρομοίως ανεπίδεκτα διάψευσης πράγματα» (ό.π., σ. 94). Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν μεγαλύτερη σημασία έχει η πιθανότητα της ύπαρξης ή η ύπαρξη. Το ότι ένα επιχείρημα είναι περισσότερο πιθανό δε συνιστά απόδειξη για την αλήθεια που εμπεριέχει. Ο άνθρωπος είναι περισσότερο απίθανο (και σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό) να υπάρχει παρά να μην υπάρχει, ωστόσο υπάρχει. Τα ελαττωματικά τεμάχια μιας μάρκας προϊόντος π.χ. αυτοκινήτου μπορεί να είναι μόνο 2 τοις εκατό, ωστόσο αν εσύ πετύχεις το ένα από αυτά τα δύο που είναι ελαττωματικά, για εσένα η ύπαρξη ελαττωματικού αυτοκινήτου δεν είναι πιθανότητα μικρή, την οποία πρέπει να προσπεράσεις αδιάφορα, είναι μια πραγματικότητα που θα σε τυραννά. Ακόμη κι αν επιλέξεις τη μάρκα αυτοκινήτου με τις μικρότερες πιθανότητες να είναι ελαττωματικό, αν τελικά αγοράσεις ένα ελαττωματικό αυτοκίνητο από την μάρκα αυτήν, όλες αυτές οι πιθανότητες που μελετούσες δεν έχουν καμμία αξία. Η μεγαλύτερη ή μικρότερη πιθανότητα, η μεγαλύτερη αληθοφάνεια ή μη, δεν συνιστούν επιστημονική απόδειξη και μάλιστα τελειωτική. Άλλωστε πώς θα μπορούσε να μετρηθεί η πιθανότητα ύπαρξης ενός θεού; Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μετράται η πιθανότητα να υπάρχει ποσοστό 2% ελαττωματικών προϊόντων; Επειδή υπάρχει τουλάχιστον ένα παράδειγμα όπου η αναζήτηση πιθανοτήτων δεν λέει απολύτως τίποτε για την ύπαρξη, το αθεϊστικό ζητούμενο – αυτό που πρέπει να έχει κατά νου ο αθεϊστής – δεν μπορεί απλώς να είναι ότι ο θεός έχει μικρές πιθανότητες να υπάρχει: Αλλά ότι είναι αδύνατον, λογικά αντιφατικό, κ.ο.κ. να υπάρχει θεός. Στο βαθμό στον οποίον ένας θεός είναι και εξωκοσμικός/άκτιστος και πιθανός/όχι απίθανος (έστω και εξαιρετικά απίθανος), η πίστη σε αυτόν δεν αποτελεί σφάλμα της λογικής – άλλο αν δεν αποδεικνύεται.

            Άλλωστε ο Ντόκινς χρησιμοποιεί αντιφατικά την αρχή των περισσότερων πιθανοτήτων, όταν προσπαθεί να αναιρέσει τα θεϊστικά πορίσματα σχετικά με την ανθρωπική αρχή. Οι θεϊστές λεν ότι η πιθανότητα να μπορεί να υπάρχει άνθρωπος είναι εξαιρετικά μικρή, άρα αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει σύμπαν εξεπίτηδες σχεδιασμένο για να υπάρχει άνθρωπος. Ο Ντόκινς απαντά ότι έστω ότι η πιθανότητα ύπαρξης του ανθρώπου είναι Α (την επιλέγει εντελώς τυχαία χάριν παραδείγματος), υπάρχουν Χ πλανήτες στο γνωστό σύμπαν, οπότε «Ακόμη και αν οι πιθανότητες να αναδυθεί ζωή αυθόρμητα σε έναν πλανήτη είναι 1 προς 1.000.000.000, αυτό το εξωφρενικά απίθανο γεγονός θα συνέβαινε σε 1 δισεκατομμύριο πλανήτες. Η περίπτωση να βρούμε οποιονδήποτε πλανήτη με ζωή μέσα σε αυτό το δισεκατομμύριο θυμίζει βελόνα στον αχυρώνα. Εντούτοις, δεν χρειάζεται να καταβάλουμε προσπάθεια για να βρούμε τη βελόνα, διότι (ιδού η ανθρωπική αρχή πάλι) οποιαδήποτε όντα ικανά να ψάξουν πρέπει αναγκαία να κάθονται ήδη πάνω σε μια από αυτές τις εκπληκτικά σπάνιες βελόνες, οπότε δεν χρειάζεται καν να ψάξουν» (ό.π., σ. 206). Με άλλα λόγια δίνει την προτεραιότητα όχι στις πιθανότητες αλλά στην ύπαρξη. Μας λέει ότι ακόμη και η μικρή πιθανότητα για ύπαρξη ζωής συνεπάγεται την ύπαρξη 1 δισεκατομμυρίου πλανητών όπου μπορεί να υπάρχει ζωή. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι όσο ελάχιστη κι αν είναι η πιθανότητα, όχι απλώς αυτή υπάρχει (δεν είναι μηδενική) αλλά υπάρχει και βεβαιωμένα – στη Γη. Είναι η πραγματική ύπαρξη μίας πιθανότητας (για την ανάδυση της ζωής) και όχι η πιθανότητα ύπαρξής, αυτή που κάνει τον Ντόκινς να βεβαιώνεται οριστικά για την ανυπαρξία θεϊκού σχεδίου. Το ακριβώς αντίθετο κριτήριο εφαρμόζει στην περίπτωση του θεού: Λέει ότι η πιθανότητα να υπάρχει θεός είναι ελάχιστη, άρα δεν υπάρχει θεός. (12/4/2009)

            Κατά τον Ντόκινς «Εάν ο Θεός υπήρχε, και αποφάσιζε να το φανερώσει, θα μπορούσε να τερματίσει ο ίδιος την αντιπαράθεση με ένα αποστομωτικό επιχείρημα υπέρ του, παταγωδώς και κατηγορηματικώς» (ό.π., σ. 88). Όμως το εάν ο Θεός αποφάσιζε να φανερώσει την ύπαρξή του δεν συνεπάγεται τίποτε για το πώς και σε ποιο βαθμό θα μετέτρεπε σε πράξη την απόφαση αυτή. Προϋπόθεση για ό,τι λέει ο Ντόκινς είναι ότι η ουσία του θεού συνεπάγεται έναν μόνον τρόπο φανέρωσης της ύπαρξης του θεού από τον θεό. Αλλού ο Ντόκινς εμφανίζεται ειρωνικά επιφυλακτικός ως προς την ουσία του θεού: «ουσία; Ποια «ουσία»; Τι ακριβώς εννοείτε με τη λέξη «υπόσταση»; Πολύ λίγα, φαίνεται να είναι η μόνη λογική απάντηση» (ό.π., σ. 65), ωστόσο όποιος είναι πεπεισμένος ότι ο θεός θα φανέρωνε τον εαυτό του μόνο με έναν συγκεκριμένο τρόπο και σε έναν συγκεκριμένο βαθμό, αναπόφευκτα γνωρίζει και την ουσία του θεού. Έτσι, υπάρχει θέμα αντίφασης. Την ίδια αντίφαση έχουμε επισημάνει και στα θέματα του Διαφωτισμού και του Αγνωστικισμού, όπου άλλοτε οι Διαφωτιστές – όντας κατατοπισμένοι για την ουσία του θεού – διαβεβαίωναν ότι ένας θεός όντας πανάγαθος αποκλείεται να βασάνιζε ανθρώπους αιώνια στην κόλαση, ενώ άλλοτε ισχυρίζονταν ότι δεν γνωρίζουν τίποτε για την ουσία του θεού. Όπως βλέπει κανείς, τα ίδια διανοητικά παιχνίδια επαναλαμβάνονται στους αιώνες, σχεδόν απαράλλακτα.

            Κατά τον Ντόκινς ο αγνωστικισμός διακρίνεται σε δύο είδη. «Θα ξεκινήσω με τη διάκριση του αγνωστικισμού σε δύο είδη. Ο Προσωρινός Αγνωστικισμός στην Πράξη (ΠΑΠ) είναι η θεμιτή τήρηση ουδέτερης στάσης απέναντι σε ένα ερώτημα για το οποίο υπάρχει μεν οριστική απάντηση, αλλά δεν διαθέτουμε ακόμα αρκετά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξουμε σε αυτή – ή δεν καταλαβαίνουμε τα διαθέσιμα στοιχεία ή δεν έχουμε τον απαιτούμενο χρόνο για να διαβάσουμε τα στοιχεία κ.λπ.) Ο ΠΑΠ θα ήταν η κατάλληλη στάση απέναντι στο ερώτημα των αιτιών της μαζικής εξαφάνισης στο Πέρμιο. Υπάρχει εκεί έξω μια αλήθεια, και ελπίζουμε ότι κάποτε θα τη μάθουμε –αλλά για την ώρα δεν την γνωρίζουμε. Υπάρχει όμως και μια άκρως αναπόδραστη στάση αποφυγής οποιασδήποτε τοποθέτησης, την οποία θα ονομάσω Μόνιμο Αγνωστικισμό Κατ’ αρχήν (ΜΑΚ). Ο αγνωστικισμός αυτού του είδους προσφέρεται για ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν ποτέ, όσα στοιχεία κι αν συγκεντρώσουμε, διότι η ίδια η έννοια της απόδειξης δεν ισχύει εν προκειμένω. Το ερώτημα ανάγεται σε άλλο επίπεδο ή σε μια διαφορετική διάσταση, πέρα από την εμβέλεια των αποδεικτικών στοιχείων» (ό.π., σ. 85). Βέβαια, για τον Ντόκινς ο Θεός είναι ζήτημα αγνωστικισμού ΠΑΠ και όχι ΜΑΚ:  «Εγώ σκοπεύω να υποστηρίξω μια πολύ διαφορετική άποψη: ο αγνωστικισμός σχετικά με την ύπαρξη του Θεού ανήκει αμετακίνητα στην προσωρινή κατηγορία, είναι ΠΑΠ: Ο Θεός ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Πρόκειται για επιστημονικό ερώτημα˙ κάποια μέρα θα ξέρουμε την απάντηση» (ό.π., σ. 86). Όμως μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι και για τα ερωτήματα για τα οποία προσφέρεται ο ΜΑΚ «υπάρχει εκεί έξω μια αλήθεια και ελπίζουμε ότι κάποτε θα τη μάθουμε», ακριβώς όπως στον ΠΑΠ. Απλώς η ελπίδα για την γνώση βρίσκεται «πέρα από την εμβέλεια των αποδεικτικών στοιχείων» όχι γενικά, όπως νομίζει ο Ντόκινς, αλλά πέρα από την εμβέλεια συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, μεθόδων και πεδίου, του επιστημονικού. Η ετυμολογία μιας λέξης μπορεί να βρίσκεται στο πεδίο του ΜΑΚ αναφορικά με την πυρηνική φυσική, αλλά ενδεχομένως (όχι πάντα όμως) να βρίσκεται και στο πεδίο ΠΑΠ αναφορικά με τη γλωσσολογία. Συνεπώς ο Ντόκινς θεωρεί μονοσήμαντη την ύπαρξη των αποδεικτικών στοιχείων, μεθόδων, πεδίου, ώστε αφού τα ερωτήματα του ΜΑΚ δεν απαντώνται με τις μεθόδους του ΠΑΠ, οι ερωτήσεις είναι ανούσιες ή απαντώνται μέσω των πιθανοτήτων ή πρέπει να θεωρηθούν ερωτήσεις που πρέπει και μπορεί να απαντηθούν μέσω του ΠΑΠ. Αλλά τίποτε από αυτά δεν ισχύει απαραίτητα.

            Ένα από τα επιχειρήματα που εξετάζει ο Ντόκινς είναι οι αποδείξεις του Θωμά Ακινάτη (ό.π., σ. 126 κ.ε.). Όπως έχει παρατηρηθεί σωστά οι αποδείξεις τόσο του συγκεκριμένου θεολόγου όσο και άλλων δεν είναι παρά η θέση ότι η πίστη στο θεό ταιριάζει καλύτερα, εμπειρικά και λογικά, με το σύμπαν σε σχέση με την ανυπαρξία του θεού. Δεν είναι δηλαδή πραγματικές αποδείξεις (δεν εννοείται εδώ ότι δεν πείθουν ή ότι πείθουν) αλλά, με προϋποτιθέμενη την πίστη στο θεό, την ενισχύουν υποστηρίζοντας ότι είναι πολύ λογικότερη. Με άλλα λόγια τέτοια επιχειρήματα λένε ακριβώς ό,τι κι ο Ντόκινς, αλλά από την ανάποδη: πως είναι πιθανότερο να υπάρχει θεός. Και οι δύο πλευρές κάνουν λόγο για απόδειξη εννοώντας στην πραγματικότητα ότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αντίστοιχα του θεού είναι εύλογη υπόθεση. Ο Ντόκινς εξετάζοντας τις αποδείξεις του Θωμά ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να προκίσουμε το εν λόγω τέρμα με ιδιότητες …[όπως] παντοδυναμία, παντογνωσία…» (ό.π., σ. 127). Αν κάτι μπορεί όμως να ονομαστεί η αιτία των πάντων, αναγκαστικά μόνο χάρη στις ιδιότητες αυτές θα μπορούσε να αποτελεί την αιτία των πάντων. Διαφορετικά θα ήταν ένας θεός λιγότερο δυνατός από το σύμπαν: τότε όμως δε θα ήταν θεός-δημιουργός, ικανός δηλαδή να δημιουργεί και να ελέγχει τα πάντα, αλλά ένας ενδοκοσμικός θεός. Και πράγματι, οι ενδοκοσμικοί θεοί δεν θεωρήθηκαν ποτέ δημιουργοί και – σε συνάφεια με αυτό – ποτέ παντοδύναμοι ή πάνσοφοι. Κατά τον Ντόκινς (ό.π.) «η παντογνωσία και η παντοδυναμία συνιστούν αλληλοαποκλειόμενες έννοιες. Εάν ο Θεός είναι παντογνώστης, τότε γνωρίζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος θα παρέμβει για να αλλάξει τον ρου της ιστορίας, ασκώντας την παντοδυναμία του. Τούτο όμως σημαίνει ότι ο Θεός αδυνατεί να αλλάξει γνώμη σχετικά με την παρέμβασή του, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι παντοδύναμος». Τέτοια συλλογιστική αληθεύει για τον τύπο θεού ο οποίος βρίσκεται «ολόκληρος» μέσα στο χρόνο, δηλαδή αντιλαμβάνεται τον χρόνο όπως οι άνθρωποι, εντός του κοσμικού πεδίου. Ένας θεός δημιουργός του χρόνου και άχρονος, πάλι, δεν έχει κατά νου το μέλλον, δεν το αντιμετωπίζει ως (γνωστό) μελλούμενο που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη. Έπειτα η αλλαγή γνώμης με την έννοια της αποφυγής πραγματοποίησης μιας λανθασμένης προηγούμενης απόφασης/γνώμης δεν έχει νόημα για έναν παντοδύναμο κ.ο.κ. θεό.

            Ο Ντόκινς ανασκευάζει το επιχείρημα «εκ των Γραφών» (ό.π., σ. 146-154) προσφεύγοντας στην «αρνητική κριτική» του 19ου αι., τα επιχειρήματα της οποίας έχουν απαντηθεί, επανατεθεί, ξαναπαντηθεί, επανεπανατεθεί κ.ο.κ. δίχως τελικά να καταστούν τμήμα των γενικά παραδεκτών συμπερασμάτων. Αντίθετα, ενώ ξεκινά με την άποψη ή υπόθεση ότι οι ισχυρισμοί (που διαβάζουμε στα Ευαγγέλια) του Ιησού ή των συγγραφεων της Κ. Διαθήκης δεν είναι σωστοί διότι μπορεί αυτοί (ο Ιησούς και οι συγγραφείς) να έκαναν απλώς λάθος, να αντιλαμβάνονταν λάθος τα πράγματα – όχι να ψεύδονταν ούτε να ήταν τρελλοί ούτε να έλεγαν την αλήθεια, έπειτα δυστυχώς οδηγείται στην αρνητική κριτική. Γιατί η θεωρία της ασυνείδητης αυτεξαπάτησης είναι μία υπόθεση η οποία χρησιμοποιείται από τον Ντόκινς για την ερμηνεία συνολικά των θρησκειών· αντί να εφαρμόσει τη θεωρία αυτή και στην περίπτωση της Κ. Διαθήκης, επαναλαμβάνει επιχειρήματα της αρνητικής κριτικής τα οποία έχουν ανασκευαστεί ικανοποιητικά. Για παράδειγμα, όσον αφορά την κοινότητα της ιστορίας του Ιησού με τις μυθολογίες άλλων θρησκειών της περιοχής, είναι γνωστό ότι μπορεί κανείς να βρει πολύ περισσότερες αναντιστοιχίες μεταξύ των θεών των θρησκειών της Μεσογείου και της Μ. Ανατολής, ότι κανείς από τους σταυρωμένους και αναστημένους θεούς δεν έχει ούτε τις μισές από τις συνολικές ιδιότητες του Ιησού (λ.χ. πολλοί από αυτούς δεν σταυρώθηκαν ούτε αναστήθηκαν υλικά) και ότι οι διηγήσεις για τους θεούς αυτούς παραμένουν απλές διηγήσεις, μύθοι, δίχως κάποιο θεολογικό νόημα να ενυπάρχει σε αυτούς. Το πολύ-πολύ να θεωρηθούν οι μύθοι ως συμβολισμοί φυσικών διαδικασιών, ενώ στα ίδια τα Ευαγγέλια (και όχι σε μεταγενέστερες ερμηνείες) τα αντίστοιχα γεγονότα και ιστορικά θεωρούνται αλλά και δίπλα σε αυτά υπάρχει θεολογικό/φιλοσοφικό υπόβαθρο (πτώση, αμαρτία, σωτηρία κ.λπ.). Ή πάλι, αγνοεί στο θέμα των δυο γενεαλογιών (ό.π., σ. 150) τον μωσαϊκό νόμο του ανδραδελφικού γάμου (Δευτερονόμιο, 25, 5 κ.ε.). Στο θέμα των Γνωστικών Ευαγγελίων (ό.π., σ. 151-152) παραγνωρίζει τις διαφορές στο χρόνο συγγραφής (π.χ. υπάρχουν μαρτυρίες για τα τέσσερα «κανονικά» ήδη από τον πρώτο αιώνα, με τον Κλήμη, ενώ τα Γνωστικά γράφτηκαν αργότερα: το Ευαγγέλιο του Θωμά κατά το β’ μισό του 2ου αι., το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου μετά το 150, το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Πέτρου κάπου στον 2ο αι., το Ευαγγελίου του Νικοδήμου μεταξύ 2ου-3ου αι., το Κήρυγμα Πέτρου στις αρχές του 2ου, οι Πράξεις Ιωάννη μεταξύ 150-200, οι Απόκρυφες Πράξεις Πέτρου στα τέλη του 2ου, οι Απόκρυφες Πράξεις Ανδρέρου τέλη 2ου-αρχές 3ου, οι Απόκρυφες Πράξεις Θωμά στις αρχές του 3ου, η Αποκάλυψη Πέτρου στο α’ μισό του 2ου, η Αποκάλυψη Παύλου  στα μέσα του 3ου- τέλη 2ου), όσο και στο περιεχόμενό τους, το οποίο εναντιώνεται στα τέσσερα «κανονικά»: υποτιμούν οντολογικά τη γυναίκα (θεωρούσαν τη «διαίρεση» μεταξύ άντρα-γυναίκας ως κακό), θεωρούν τον κόσμο φυλακή, τη ζωή ματαιότητα, απαξιώνουν το ανθρώπινο σώμα κι έχουν πανθεϊστικές τάσεις και άλλες θεολογικές διαφορές με τα «κανονικά». Έτσι, στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Θωμά (συριακή εκδοχή) ο Ιησούς λέει «όταν θα φτάσω στο αποκορύφωμα της δόξας, θα παραμερίσω ό,τι έχω από τη δική σας φύση». Στο Γνωστικό Ευαγγέλιο του Θωμά διαβάζουμε (1): «Και είπε [ο Ιησούς]˙ όποιος βρίσκει την ερμηνεία αυτών των λόγων δεν θα γευθεί το θάνατο», άποψη που είναι εντελώς αντίθετη με τη ρήση του Χριστού ότι μόνο όποιος κάνει το θέλημα του θα σωθεί, (14): «Ο Ιησούς τους είπε˙ Εάν νηστεύετε, διαπράττετε αμαρτία στον εαυτό σας˙ και εάν προσεύχεσθε, θα κατακριθείτε», πράγματα ενάντια στα όσα λέει η Κ.Δ., (22): «Ο Ιησούς είπε (…) κι όταν το αρσενικό και το θηλυκό τα κάνετε ένα, ώστε το αρσενικό να μην είναι αρσενικό και το θηλυκό να μην είναι θηλυκό, τότε θα εισέλθετε στη βασιλεία», αναίρεση της διήγησης της Γένεσης, (114): «Ο Σίμων Πέτρος είπε σ’ αυτόν˙ ας φύγει από μας η Μαριάμ, γιατί οι γυναίκες δεν είναι άξιες της ζωής. Ο Ιησούς είπε˙ Να, θα την ελκύσω, ώστε να την κάνω άνδρα, για να γίνει και αυτή πνεύμα ζωντανό όμοιο με εσάς τους άνδρες˙ γιατί κάθε γυναίκα που θα γίνει άνδρας θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών». Ο Ντόκινς παρουσιάζει ως μοναδική αιτία επιλογής των «κανονικών» αντί των υπολοίπων Ευαγγελίων το ότι οι κληρικοί οι οποίοι τα ξεχώρισαν θεώρησαν υπερβολική τη μαγεία και τα θαύματα που παρουσιάζονται στα Γνωστικά Ευαγγέλια σε σχέση με τα τέσσερα Κανονικά, για τον λόγο ότι κανείς δε θα πίστευε στην τόσο υπερβολική θαυματουργία των Γνωστικών Ευαγγελίων ενώ θα μπορούσε να «χωνέψει» την μικρότερη ποσοτικά θαυματουργία των Κανονικών. Όπως δείξαμε υπάρχουν τουλάχιστον δύο άλλες αιτίες για τις οποίες οι κληρικοί απέριψαν τα Γνωστικά Ευαγγέλια. Απλώς ο Ντώκινς θέλοντας να καταδείξει κάποια υποτιθέμενη χριστιανική αρρωστημένη εμμονή στα θαύματα και επειδή δεν γνωρίζει πολλά για την ιστορία της θεολογίας, επικεντρώθηκε μόνο στο κριτήριο της θαυματουργίας. Αλλά ούτε κι εκεί έχει δίκαιο: Δεν είναι απλώς μόνο η ποσότητα και η ποιότητα των θαυμάτων (το αν λ.χ. στα Γνωστικά ο Ιησούς παρουσιάζεται σαν «πειραχτήρι ξωτικό«, όπως λέει ο Ντόκινς, που μεταμορφώνει -στην παιδική του ηλικία- τους φίλους του). Στα Κανονικά Ευαγγέλια τα θαύματα που ο Ιησούς κάνει δεν παρουσιάζονται να γίνονται προς εντυπωσιασμό κι εκφοβισμό αλλά είτε προς ενίσχυση της πίστης είτε ως αποτέλεσμά της. Αντί ο Ντόκινς να δοκιμάσει να κάνει λόγο για την αυτεξαπάτηση που θεωρεί ότι υπάρχει στα κανονικά Ευαγγέλια και στη θρησκεία γενικά, προτιμά τη σίγουρη, δοκιμασμένη οδό της αρνητικής κριτικής, μόνο που αυτή κρύβει πολλές παγίδες, παρανοήσεις, άγνοια κ.λπ.

            Ο Ντόκινς, με αφορμή την «απιθανότητα», αντιπαραθέτει στην διάκριση τύχη –  (θεϊκό) σχέδιο τη διάκριση σχέδιο – φυσική επιλογή (ό.π., σ. 173-184). Η απόρριψη της τύχης εκ μέρους του Ντόκινς είναι σωστή, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει τύχη. Υπάρχει αιτιότητα μη αντιληπτή. Το τυχαίο δεν είναι παρά η εμφάνιση μιας αιτιότητας η οποία για εμάς είναι μη σημαντική και την οποία δεν παρατηρούμε/δεν προσέχουμε, και η εμπλοκή της με μια αιτιότητα (ή με περισσότερες) που είναι για εμάς σημαντική και την οποία προσέχουμε. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι εστιάζουν στις κατ’  αυτούς σημαντικές αιτιότητες και γεγονότα, γιατί δεν μπορούν να εστιάσουν σε κάθε διασταύρωση αιτιοτήτων ή γεγονότων ταυτόχρονα. Αλλά το θεϊκό σχέδιο δεν συνεπάγεται απαραίτητα έλλειψη αιτιότητας (παρά μόνο στην περίπτωση της αυτόματης δημιουργίας) και γι’ αυτό η φυσική επιλογή δεν είναι απαραίτητα αντίπαλος του σχεδίου, δηλαδή η εναλλακτική/ενάντια λύση σε αυτό. Θα μπορούσε κανείς, δηλαδή, να υποθέσει έναν θεό που δουλεύει με τη φυσική επιλογή ως σχέδιο.

        Ο Ντόκινς εξετάζει το θέμα αυτό ρηχά κάπως: «Ο Θεός δεν θα χρειαζόταν να κάνει τίποτε απολύτως. Ο Atkins,…οδηγεί αυτή τη σκέψη σε μια εύλογη κατάληξη όπου ο Θεός απουσιάζει, όταν δέχεται έναν υποθετικό οκνηρό Θεό ο οποίος προσπαθεί να τα καταφέρει κάνοντας όσο το δυνατόν λιγότερα προκειμένου να δημιουργήσει ένα Σύμπαν με ζωή. … Βήμα βήμα, ο Atkins, επιτυγχάνει να μειώσει το μέγεθος της εργασίας που πρέπει να εκτελέσει ο οκνηρός Θεός, ώσπου τελικά καταλήγει να μην κάνει τίποτε: θα μπορούσε κάλλιστα να μη σκοτιστεί αν θα υπάρξει» (ό.π., σ. 180). Παρ’ όλο που υπάρχουν διάφορες δυνατότητες και βαθμοί παρέμβασης τις οποίες μπορεί να φανταστεί κανείς για έναν δημιουργό, αν αυτός υπάρχει, δεν υπάρχει αναγκαστικός λόγος ώστε η οικονομικότερη δημιουργία εκ μέρους του θεού (π.χ. η εφ’ άπαξ ρύθμιση των σταθερών, η ποιότητα της υλοενέργειας κ.ά.) να οδηγεί αναπόφευκτα στην πλήρη απουσία συμμετοχής του θεού στη κατασκευή του σύμπαντος (κι ενδεχομένως, έπειτα, στην ανυπαρξία του δημιουργού). Άλλωστε η δημιουργία «από το μηδέν» εκ μέρους ενός θεού συνεπάγεται ότι το δημιούργημα εξ ορισμού δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί δίχως τη συνεχή στήριξη του δημιουργού, εκτός κι αν ο δημιουργός το δημιουργούσε τέλειο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την πράξη της (επανα)δημιουργίας κάθε στιγμή. «Η παρουσία του Θεού είναι διαρκής και αυτή είναι που κρατάει όλα τα όντα στο είναι· μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια νοείται και η συγκράτηση των φυσικών νόμων στην απαρασάλευτη αρχή τους» (Ματσούκα Ν., Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην Εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, σ. 11). Το παραπάνω δεν ταυτίζεται με τον δεϊσμό, γιατί στον τελευταίο ο θεός μετά τη δημιουργία και τον καθορισμό των σταθερών/της υλοενέργειας, δεν ασχολείται ούτε απαιτείται να ασχολείται με το (τέλειο, φυσικομαθηματικώς) δεϊστικό σύμπαν. Με άλλα λόγια υπάρχουν πολλές παραλλαγές ενός υπερφυσικού δημιουργού, οι οποίες δεν συνεπάγονται τον deus otiosus και δεν καλύπτονται από την συλλογιστική του Ντόκινς – ο οποίος είναι αυτός, στο κάτω-κάτω, που στοχοθέτησε εναντίον κάθε πιθανής εκδοχής του υπερφυσικού η οποία μπορεί να υποτεθεί.

            Εδώ προκύπτει το βασικό επιχείρημα του Ντόκινς: Ένας θεός που θα ήταν εξηγητική αρχή του σύμπαντος, που θα ρύθμιζε αρχικά τις συνιστώσες του (νόμοι, υλοενέργεια), και θα το διατηρούσε ανά πάσα στιγμή στην ύπαρξη, θα έπρεπε να είναι πιο πολύπλοκος κι επομένως θα χρειαζόταν εξήγηση ο ίδιος. Συνεπώς δε θα μπορούσε να είναι απλός αλλά παραπάνω (δηλ. τουλάχιστον εξίσου) πολύπλοκος με ό,τι εξηγεί, κι έτσι η εξήγηση του σύμπαντος με βάση το θεό δεν έχει νόημα. Την άποψη αυτή παραθέτει αρκετές φορές: «Η οργανωμένη πολυπλοκότητα δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει κάποιου σχεδιαστή Θεού, διότι ένας Θεός ικανός να σχεδιάσει οτιδήποτε θα ήταν επίσης επαρκώς πολύπλοκος ώστε να απαιτεί μια ειδική εξήγηση ο ίδιος. Η έννοια του Θεού οδηγεί σε μια άπειρη αναδρομή, από την οποία ο Θεός αδυνατεί να μας βοηθήσει να διαφύγουμε» (ό.π., σ. 170)· «Ο θεϊστής ισχυρίζεται ότι ο Θεός, όταν δημιουργούσε το Σύμπαν, ρύθμισε τις θεμελιώδεις σταθερές έτσι ώστε η καθεμιά να ευνοεί την εμφάνιση ζωή – σαν να είχε μπροστά Του έξι κουμπιά που τα γύριζε προσεκτικά. Όπως πάντα, η απάντηση του θεϊστή είναι κάθε άλλο παρά ικανοποιητική, διότι αφήνει ανεξήγητη την ύπαρξη του Θεού. Ένας Θεός ικανός να δώσει αυτές τις τιμές στους έξι αριθμούς πρέπει να είναι τουλάχιστον εξίσου απίθανος όσο και ο ίδιος ο συνδυασμός που προκύπτει με τη λεπτή ρύθμιση των αριθμών· όντως είναι πολύ απίθανος – και αυτό βεβαίως συνιστά τη βάση όλης της συζήτησής μας» (ό.π., σ. 213)· «Ο Θεός, ή οποιοσδήποτε νοήμων ενεργός παράγοντας με την ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις και να εκτελεί υπολογισμούς, πρέπει να είναι εξαιρετικά απίθανος με την ίδια ακριβώς στατιστική έννοια που είναι και οι οντότητες τις οποίες φαίνεται ότι εξηγεί» (ό.π., σ. 218)· «Ένας Θεός ικανός να σχεδιάσει ένα σύμπαν, προσεκτικά και προνοητικά συντονισμένο ώστε να οδηγείς τη δική μας εξέλιξη, πρέπει να αποτελεί εξαιρετικά πολύπλοκη και απίθανη οντότητα η οποία χρήζει μεγαλύτερης εξήγησης απ’ όση υποτίθεται ότι προσφέρει» (ό.π., σ. 219)· «Ένας Θεός ικανός να παρακολουθεί και να ελέγχει διαρκώς την ατομική κατάσταση κάθε σωματιδίου στο σύμπαν δεν μπορεί να είναι απλός. Η ύπαρξή Του αυτή καθαυτήν χρειάζεται μια εξήγηση-μαμούθ» (ό.π., σ. 221)· «Το βασικό της [ =της άποψης του Θωμά Ακινάτη] συνίσταται στο ότι υποθέτει πως ο Θεός είναι λογικά απλός (απλός όχι μόνο με την έννοια ότι η ύπαρξή Του είναι αδιαίρετη, αλλά με την κατά πολύ ισχυρότερη έννοια ότι καθετί που αληθεύει για κάθε μέρος του Θεού αληθεύει και για το όλον). Ωστόσο, είναι εντελώς λογικό να υποθέσουμε ότι ο Θεός, παρότι αδιαίρετος, είναι εσωτερικά πολύπλοκος» (ό.π., σ. 222).

            Όπως βλέπει κανείς, δύο είναι τα βασικά σφάλματα του Ντόκινς, αν και στα υπόλοιπα ενδέχεται να έχει δίκαιο. Το πρώτο είναι η άποψη πως ό,τι είναι πιθανότερο είναι και αληθινότερο και το δεύτερο είναι η ιδέα της επ’ άπειρον αναγωγής σε εξηγητικές αρχές που η μία εξηγεί την άλλη.

            Ως προς το πρώτο, ας ξαναειπωθεί: ό,τι είναι λιγότερο πιθανό δεν παύει να είναι και τελεσίδικα ανύπαρκτο, κάτι το οποίο πρέπει να αποκλειστεί θεωρητικά ή πρακτικά. Η εμφάνιση της ζωής και ειδικά του ανθρώπου, η δυνατότητα ύπαρξης και διατήρησης του σύμπαντος είναι δισεκατομμύρια φορές λιγότερο πιθανά από την ανυπαρξία, ωστόσο συνέβησαν. Το επιχείρημα του (μη) πιθανού άρα (μη) εύλογου Θεού είναι – και προς τις δυο μεριές, θεϊστική και αθεϊστική – λανθασμένο, γιατί οι πιθανότητες δεν λεν απολύτως τίποτε. Για να το πούμε πιο ξεκάθαρα: εάν θεωρούμε τις νεράιδες και τους καλλικάντζαρους ανύπαρκτες αυτό δεν οφείλεται απλώς στο ότι υπολογίζουμε τις πιθανότητες – υπολογισμός ο οποίος είναι απλώς ψευδομαθηματικοποιημένη φιλοσοφία – της ύπαρξής τους. Ως προς το δεύτερο σφάλμα, κάθε εξηγητική αρχή συνιστά καθεαυτή ένα αξίωμα αναπόδεικτο. Είναι αληθές ότι μπορεί να υπάρξει συνεχής αλληλουχία εξηγητικών αρχών, αλλά κάθε φιλοσοφία, κάθε κοσμοεικόνα, θρησκευτική ή μη θρησκευτική βασίζεται σε ορισμένες αυτονόητες εξηγητικές αρχές και απορρίπτει έμπρακτα την άπειρη αλληλουχία εξηγητικών αρχών οι οποίες εξηγούν η επόμενη την προηγούμενη. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, την αποδοχή των ορίων τα οποία έχει η δυνατότητά μας για γνώση. Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει, για παράδειγμα, γιατί «η δαρβινική εξέλιξη προχωρεί απρόσκοπτα αφότου δημιουργήθηκε η ζωή» (ό.π., σ. 205); Γιατί να υπάρχει και γιατί να δουλεύει ικανοποιητικά η φυσική επιλογή; Γιατί να είναι – η ερώτηση δεν γίνεται με την έννοια του για ποιο σκοπό – λογικά δομημένο και λογικά εξηγήσιμο το σύμπαν; Η ίδια η ικανότητα εξήγησης απαιτεί την εξήγησή της. Τα μυαλά μας μπορεί να κατασκευάστηκαν από το σύμπαν (τις σταθερές και την ύλη) με τρόπο τέτοιο, παρόμοιο με το σύμπαν, ώστε να κατανοούν το σύμπαν: αλλά γιατί να υπάρχει έτσι το σύμπαν και τα ενδο-υποπροϊόντα του; Γιατί να μην υπάρχει ένα ευσταθές σύμπαν όπου άλλοτε 2+2=5, άλλοτε 3,65 και άλλοτε 4;

            Μπορεί να υποτεθεί ότι η παντοδυναμία συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και την δυνατότητα ελέγχου κάθε πιθανότητας (των σταθερών, των φυσικών νόμων και της ποιότητας της υλοενέργειας) καθώς της επιλογής μεταξύ των πιθανοτήτων η οποία (ή οι οποίες) καθιστά υπαρκτό/εφικτό ένα σύμπαν (με ζωή εντός του). Για το λόγο αυτό ένας θεός ικανός να ελέγχει κάθε στιγμή την κατάσταση κάθε σωματιδίου, είτε είναι απλός είτε πολύπλοκος, είναι παντοδύναμος. Ο έλεγχος από το θεό τής πραγματικότητας δεν συνεπάγεται ούτε την απλότητα ούτε την πολυπλοκότητα, μόνο τη δύναμη. Η παντοδυναμία δεν προϋποθέτει την πολυπλοκότητα, χωρίς να την αποκλείει βέβαια. Όταν γίνεται λόγος για δυνατότητα δημιουργίας/συγκράτησης του σύμπαντος δεν αναφερόμαστε σε πολυπλοκότητα ή απλότητα, αλλά μόνο σε δύναμη. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί για ποιο λόγο να απαιτείται απαραίτητα πολυπλοκότητα για το θεό (και μάλιστα μεγαλύτερη κι από αυτήν του σύμπαντος), όταν δεν απαιτείται πολυπλοκότητα από το μηχανισμό της φυσικής επιλογής μεγαλύτερη από την πολυπλοκότητα την οποία ο μηχανισμός της  φυσικής επιλογής εξηγεί. Ο Ντώκινς – δεχόμενος προς στιγμή το θεό, ώστε να τον απορρίψει – δέχεται την μυστηριώδους προέλευσης ικανότητα της φυσικής επιλογής να δημιουργεί τον κόσμο, τη ζωή, χωρίς να την απορρίψει λόγω της μυστηριώδους προέλευσης της ικανότητάς της, αλλά δεν δέχεται την υπόθεση του θεού ακριβώς επειδή ο θεός απαιτεί εξήγηση. Αν η απουσία εξήγησης καθεαυτή είναι η αιτία για τη δυσπιστία προς κάθε τι το οποίο χαρακτηρίζεται ή ορίζεται από την απουσία αυτήν, τότε η ύπαρξη της υλοενέργειας πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση: Δεν είναι δυνατό να γνωρίσουμε τι υπήρχε πριν την Μεγάλη Έκρηξη, αλλά και πάλι, αν υποθέσουμε ότι η υλοενέργεια είναι αιώνια – πώς μπορεί κανείς να αποδείξει ότι είναι αιώνια κι όχι το αντίθετο; -, τι διαφορετικό πετυχαίνουμε από το να διακηρύξουμε την αιωνιότητα και αφθαρσία του θεού; Επειδή υπάρχει τώρα η υλοενέργεια; Κι αν η υλοενέργεια – αντί να είναι αιώνια – εμφανίστηκε από το μηδέν (ή από το Α, το οποίο εμφανίστηκε από το Β, το οποίο εμφανίστηκε από το Γ, το οποίο εμφανίστηκε από το τίποτε δίχως αιτία), σε τι διαφέρει κάτι τέτοιο από το δόγμα της δημιουργίας από το μηδέν, πέρα από το ότι δεν υπάρχει ούτε λογική ούτε δημιουργός; Και πώς μπορούμε να μετρήσουμε την πιθανότητα η υλοενέργεια να είναι αιώνια, ώστε να αποδειχτεί η υπόθεσή μας περί της αιωνιότητάς της έστω πιθανοκρατικά;

            Η πανσοφία που απαιτείται, πάλι, για τον σχεδιασμό τέτοιων νόμων δεν σχετίζεται με το αν κάθε τι που αληθεύει για το ένα μέρος του θεού αληθεύει για το όλον. Ως ασώματο πνεύμα η απλότητα της ουσίας του θεού δεν εναντιώνεται στην υψηλή νόηση, και δεν έχει υποστηριχθεί/οριστεί πρώτη φορά η άποψη ότι η παντοδυναμία, η αγαθότητα, η πανσοφία κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστικά όχι της (απλής) ουσίας, αλλά σχετικά με την ουσία: «Εάν όμως θεωρήσουμε το άκτιστο, το άναρχο, το ασώματο, το αθάνατο, το αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό και τα παρόμοια ως ουσιαστικές διαφορές για το Θεό, εφόσον αποτελείται από τόσα πολλά στοιχεία, δεν θα είναι απλός αλλά σύνθετος. Γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμε ότι καθετί που λέγεται για το Θεό δεν δηλώνει τί είναι κατ’ ουσία ο Θεός, αλλά ή δείχνει τί δεν είναι, ή δηλώνει κάποια σχέση με κάτι αντίθετο, ή φανερώνει κάτι παρεπόμενο της φύσεως, ή δείχνει κάποια ενέργεια» έγραφε ο Ιωάννης Δαμασκηνός τον 7ο αι. Η υψηλή δημιουργική ικανότητα, η ικανότητα για υπολογισμό, η επιλογή μεταξύ των πιθανοτήτων, όλα αυτά δεν είναι απαραίτητο να είναι δηλωτικά της ουσίας, η οποία παραμένει απλή. Υπενθυμίζουμε ότι τέτοιοι ορισμοί κατά το δοκούν είναι κατ’ αρχάς είναι ασφαλώς αυθαίρετοι, αλλά η αυθαιρεσία τους δεν πρέπει να συνιστά πρόβλημα για όσους έχουν διακηρύξει ότι «με μία κίνηση» αποσαθρώνουν κάθε ιδέα/ορισμό/είδος θεού το οποίο έχει διακηρυχτεί ή θα διακηρυχτεί. Ώστε η διασύνδεση μεταξύ απλότητας της ουσίας – γιατί η αναφορά σε «απλότητα» γίνεται στην ουσία του θεού – και δημιουργικής ικανότητας/σχεδιασμού δεν είναι απαραίτητη. Ασφαλώς πάλι προκύπτει το θέμα της ανεξήγητης ουσίας, δηλαδή οι ανεξήγητες συνθήκες ύπαρξης (νόμοι, αιώνια ή μη υλοενέργεια, παγκόσμιες σταθερές, σταθερές σωματιδίων) εξηγούνται πάλι με κάτι ανεξήγητο. Αλλά αυτό που φαίνεται ιεροσυλία, η εξήγηση ενός ανεξηγήτου φαινομένου μέσω ενός άλλου ανεξηγήτου φαινομένου, βρίσκεται, και θα βρίσκεται, στην επιστήμη, εκτός βέβαια κι αν μετρηθεί λ.χ. ότι η υλοενέργεια υπήρχε «από πάντα».  Έτσι, το πρόβλημα του θεού των κενών είναι κατ’ αρχάς σωστό, όπως τίθεται από τον Ντώκινς, μόνο που είναι σωστό υπό μία έννοια μόνο και δεν αφορά το θεό μόνο αλλά αφορά τα πάντα. Και την επιστήμη των κενών. Αλλά μεταξύ (α) ενός ανεξήγητου εξωκοσμικού θεού που υπήρχε από πάντα, (β) μιας αδύνατον να αποδειχτεί υπόθεσης ότι η υλοενέργεια υπήρχε «από πάντα» και (γ) μιας αδύνατον να αποδειχτεί υπόθεσης ότι η υλοενέργεια έγινε αναίτια από το «τίποτα», δεν ξέρει κανείς τι να επιλέξει. Το ότι η υλοενέργεια υπάρχει σίγουρα – ενώ ο θεός είναι υπόθεση – δεν είναι επιχείρημα ικανό για την – επιστημονικώ τω τρόπω – αποδοχή του (β) ή του (γ) ή για τον αποκλεισμό του (α). Κι ενώ η υπόθεση (γ) αντιστρατεύεται την άποψη ότι υπάρχει αιτία για κάθε τι, η υπόθεση (β) δεν μπορεί να αποδειχτεί επειδή ο χρονικός και προχρονικός ορίζοντας είναι απεριόριστος. Πράγματι, η μόνη περίπτωση στην οποία η επιστήμη μπορεί να απορρίψει τον θεϊστικό θεό μια για πάντα – δηλ. η μόνη περίπτωση στην οποία δεν ισχύουν οι ΜΕΑ κοσμολογικά – είναι να αποδεικνυόταν η αιωνιότητα, πριν την Μεγάλη Έκρηξη, της υλοενέργειας, με απόδειξη επιστημονική κι όχι υποθετική ή φιλοσοφική. Είναι στο χέρι – στο κάτω κάτω της γραφής – των νέων αθεϊστών να αποδείξουν ότι η υλοενέργεια είναι αιώνια και να τερματίσουν τη συζήτηση περί θεϊστικού/δεϊστικού θεού.

            Από την εποχή που αποδείχτηκε ότι το σύμπαν είναι χρονικά πεπερασμένο οι κυρίαρχες αθεϊστικές φαντασιώσεις ήταν αυτές των άπειρων συμπάντων. Όμως κάθε επιστημονική απόδειξη για ύπαρξη ενός δεύτερου (πόσο μάλλον των «άπειρων») προϋποθέτει την επαφή μαζί του: τότε όμως τα δύο σύμπαντα επικοινωνούν και στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπαν. Ώστε η ανακάλυψη ενός δεύτερου σύμπαντος θα σήμαινε απλώς ότι το σύμπαν είναι μεγαλύτερο κι όχι ότι υπάρχει δεύτερο σύμπαν. Συνεπώς, δεν απομένει παρά η εύκολη δουλειά της απόδειξης ότι η υλοενέργεια υπήρχε από πάντα.

            Το θέμα της άγνωστης και μυστηριώδους ουσίας του θεού δεν συνιστά με την κυριολεκτική έννοια αιτία για να γίνει λόγος για θεό τον κενών. Η επιστήμη δεν ασχολείται με τις ουσίες των πραγμάτων, δεν ενδιαφέρεται να μάθει κάτι τέτοιο. Ασχολείται με τις σχέσεις μεταξύ των φυσικών διεργασιών. Το ότι δεν γνωρίζουμε την ουσία της υλοενέργειας, τι είναι ενέργεια, αλλά μόνο τι σχέσεις προκαλεί αυτή, δε σημαίνει πως δεν γνωρίζουμε κάτι για την υλοενέργεια. Το ότι δεχόμαστε τη δύναμη, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά το ότι βλέπουμε τα αποτελέσματά της, δίχως να πούμε κάτι άλλο εκτός από το ότι η δύναμη παράγει έργο. Η αδυναμία έρευνας για την ουσία του θεού καθεαυτή δεν συνιστά εξήγηση του μυστηρίου του σύμπαντος με ένα άλλο υπέρτερο μυστήριο. Είναι γνωστό επιπλέον ότι ο θεϊστικός θεός δεν δημιουργεί το σύμπαν από την ουσία του κι έτσι δεν υπάρχει κάποια ομοουσιότητα θεού-σύμπαντος. Αν υπήρχε τέτοια ομοουσιότητα κόσμου-θεού, θα ήταν παράλογο να διακηρύσσεται ως ανεπίλυτο και ανυπέρβλητο μυστήριο το μυστήριο του δημιουργού θεού εκ μέρους των θεϊστών.

            Η κατηγορία για δημιουργία θεού των κενών βασίζεται η ίδια στην έλλειψη επίγνωσης της σχέσης τέτοιου κενού με το ζήτημα της αυθυπαρξίας.  «Η θεολογία πρώτη θέτει την αυτονόητη αφετηρία ότι τα πάντα προέρχονται από μια αιτία, και αυτή η αιτία είναι αυθύπαρκτη· θέλουμε δε θέλουμε αυτή υπάρχει μόνη της, και επομένως ορθή και αναπόδεικτη, αλλά αυτονόητη, είναι η βεβαιότητά μας πως ό,τι υπάρχει, υπάρχει από μόνο του. Είτε ξεκινήσει κανείς από τον αδημιούργητο κόσμο είτε από τον δημιουργημένο, μόνοι τους υπάρχουν ο κόσμος στην πρώτη περίπτωση, και ο δημιουργός Θεός στη δεύτερη. Άλλη δυνατότητα δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια ούτε ο θεολόγος ούτε ο επιστήμονας μπορεί (ούτε είναι διατεθειμένος) να εξηγήσει πώς υπάρχει η αυθύπαρκτη πραγματικότητα, ο Θεός για τον πρώτο και ο κόσμος για τον δεύτερο. Το μόνο που κάνει ο καθένας από τους δυο είναι να εξηγεί και να περιγράφει, με τα δεδομένα που έχει, αυτή την αυθύπαρκτη πραγματικότητα. Επομένως ούτε η θεολογία ούτε και η επιστήμη ξεπερνούν τη λογική, μόνο και μόνο επειδή δέχονται την αυτονόητη αλήθεια πως ό,τι υπάρχει, υπάρχει από μόνο του. Ίσως η λογική να μην επαναπαύεται μονάχα με την περιγραφή και την καταγραφή της εξέλιξης των πραγμάτων, επιδιώκοντας να «κατανοήσει» πώς υπάρχει η πραγματικότητα από μόνη της. Τούτο όμως αποτελεί άλλο θέμα, και φυσικά όχι υπέρβαση της λογικής. Απλώς συνειδητοποιεί ο άνθρωπος τα όρια της δράσης και της σκέψης του. Και η συνειδητοποίηση αυτή σημαίνει πάλι περιγραφή και καταγραφή» (Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Β’, σ. 146 κ.ε.). Πάντοτε λοιπόν θα γίνεται λόγος για αυθυπαρξία. Ο θεολόγος θα ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι αυθύπαρκτος, δίχως να μπορεί να το αποδείξει προφανώς. Ο άθεος επιστήμονας θα ισχυρίζεται ότι η υλοενέργεια υπάρχει «από πάντα», είναι αυθύπαρκτη, επίσης αδυνατώντας – μη έχοντας τα μέσα – να το αποδείξει.

            Οι θεϊστές υποστηρίζουν ότι πιστεύουν  και όχι ότι γνωρίζουν, ενώ οι αθεϊστές υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν ή ότι θα γνωρίζουν, συνεπώς οι πρώτοι παραδέχονται αυτό που οι δεύτεροι δεν παραδέχονται ότι επίσης κάνουν. Ασφαλώς οι πρώτοι δεν μπορούν να αποδείξουν στους άλλους την πίστη τους. Αλλά ούτε και οι άλλοι μπορούν να αποδείξουν ότι ο θεός δεν υπάρχει. Υπάρχει, λοιπόν μια γκρίζα ζώνη, η οποία επιτρέπει και στις δύο πλευρές να επιχειρηματολογούν. Η άποψη ότι η θρησκεία εξηγείται κατά βάση δαρβινικά μπορεί να έχει βάση, αλλά η εξέλιξη είναι αμφίσημη φιλοσοφικά και η θρησκεία ποικιλλοτρόπως (εκτός από μεταφυσικά και δαρβινικά) εξηγήσιμη. Σε άλλο μας λήμμα, το ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ, υποστηρίξαμε ότι κάθε δράση των ανθρώπων οφείλεται στην απόκτηση ισχύος με σκοπό την εξασφάλιση της μέλλουσας και τωρινής αυτοσυντήρησης, τονίζοντας ότι: «η απαίτηση για αυτοσυντήρηση είναι η πρωταρχική αιτία και καθορίζει τα όρια εντός των οποίων θα κινηθεί το εύρος των δευτερευόντων αιτιών της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Αυτό δεν αποκλείει την αυτοτέλεια των δευτερευόντων αιτιών. Απλώς δηλώνει ότι αυτές έχουν πιο περιορισμένο πεδίο και εύρος από ό,τι η πρωτογενής αιτία, η απαίτηση για αυτοσυντήρηση, κι ότι προέρχονται από αυτήν«. Το ίδιο πρέπει να υποστηριχτεί και για την δαρβινική εξήγηση της θρησκείας: η δαρβινική εξήγηση είναι ευρεία εξήγηση, εξηγεί το γενικότερο πλαίσιο, αλλά όχι και το ειδικότερο. Γιατί αν, λ.χ. αύριο οι άνθρωποι αποκηρύξουν και εγκαταλείψουν κάθε θρησκεία και θεό, αυτό θα έχει γίνει επίσης λόγω «δαρβινισμού», δηλαδή για λόγους αυτοσυντήρησης/ισχύος: αλλά τότε όποιος αναγάγει τον δαρβινισμό ως αιτία για κάθε τι ειδικό (κι όχι απλώς ως γενικότερη αιτία), θα υποστηρίζει ότι αυτός και προάγει και δεν προάγει τη θρησκεία. Όπως έχει ειπωθεί από άλλους, χρειάζεται ένα meme για να εξηγηθεί το πώς κάποιος πίστεψε ότι υπάρχουν meme. Ίσως ένα υπερούσιο, εξωκοσμικό meme, το οποίο έχει παρατηρηθεί από το μικροσκόπιο μόνο του συγγραφέα της Περί θεού αυταπάτης ή έχει εμφυτευτεί στον νου του. Αλλά ο Ντόκινς στο θέμα της εμφάνισης της ιδέας του θεού/της θρησκείας δεν κάνει παρά αυτό για το οποίο κατηγορεί τους θρησκευόμενους και τους δεϊστές. Δημιουργεί μία έννοια που επίσης δεν αποδεικνύεται δίχως να μπορεί να αποδειχτεί εσφαλμένη. Αλλά, αν κανείς αντέστρεφε την άποψη του Ντόκινς ότι η θρησκεία είναι ένα είδος ιου, χαλασμένου λογισμικού, γιατί να μην έλεγε κανείς ότι η αθεΐα είναι ένα είδος ιού, ένα χαλασμένο λογισμικό, που προσβάλλει σπάνια – όπως κάθε αρρώστια προσβάλλει το μικρότερο κι όχι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας – τους ανθρώπινους εγκεφάλους; Θα είχε το ίδιο δίκαιο με τον Ντόκινς. Η εισαγωγή της θεωρίας του ιού μπορεί να ερμηνευτεί αμφίσημα κι όχι απαραιτήτως υπέρ της μίας πλευράς, χώρια που είναι αναπόδεικτη.

            Ως προς το θέμα του σχεδίου, είναι προφανές ότι το σχέδιο γίνεται αντιληπτό μόνο με μια τουλάχιστον από τις τρεις περιπτώσεις: (α) δηλώνεται από τον σχεδιαστή, (β) φαίνεται εκ των υστέρων (γ) το γνωρίζουμε όντας οι σχεδιαστές. Οι θεϊστές προφανώς πιστεύουν, για τον σχεδιασμό του σύμπαντος, στις (α) και (β) περιπτώσεις (ή μόνο στην (α)). Ότι για να υπάρξει σχέδιο δεν είναι απαραίτητη ούτε υποχρεωτική η ανυπαρξία πιθανοτήτων που να επιτρέπουν την εκκίνηση και εξέλιξή του είναι προφανές: διότι διαφορετικά όταν οι αθεϊστές λεν «σχέδιο» εννοούν «μαγικά»/θαυματουργικά και «εμφάνιση του σύμπαντος με το χτύπημα των παλαμών». Ένας παντοδύναμος θεός θα δημιουργούσε και την πιθανότητα να υπάρξει σύμπαν, ώστε να την εκμεταλλευτεί. Ένας δημιουργός θεός δεν είναι απαραίτητο πως δε θα χρησιμοποιούσε για την κατασκευή του σύμπαντος τους νόμους που ο ίδιος θα είχε επίσης κατασκευάσει. Προφανές είναι ότι όπως είναι φτιαγμένος ο κόσμος, φαίνεται εκ των υστέρων σαν να υπάρχει ένα σχέδιο, αλλά η περίπτωση αυτή δεν αποτελεί ισχυρή απόδειξη, όπως οι (α) και (γ), διότι είναι αμφίσημη. Η σύγχυση μεταξύ τύχης και σχεδίου, μεταξύ σχεδίου και φυσικής επιλογής είναι προφανής: η αιτιότητα είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξης, αφού το τυχαίο είναι απλώς – για κάποιο λόγο – συμπτώσεις διαπλεκόμενων ξεχωριστών αλυσίδων αιτιότητας. Έτσι, και στις δυο περιπτώσεις δεν αποκλείεται ο συνδυασμός σχεδίου και εξέλιξης: Αν τόσο το σχέδιο όσο και η φυσική επιλογή χαρακτηρίζονται από την αιτιότητα, τότε δεν υπάρχει λόγος να αντιστρατεύονται το ένα την άλλη. Αν η τελευταία δεν χαρακτηρίζεται από αιτιότητα, τότε η κριτική στην «αλογία» ενός θεού δεν είναι σοβαρή. Όπως παλιά οι Διαφωτιστές έφερναν την ατέλεια του κόσμου ως απόδειξη ανυπαρξίας ενός τέλειου δημιουργού, έτσι και σήμερα οι νέοι αθεϊστές (όπως και οι θεϊστές, βέβαια, αλλά κατά κύριο λόγο οι νέοι αθεϊστές) μπορούν να φέρνουν και να αποσύρουν από το προσκήνιο της φιλοσοφικής συζήτησης την αιτιότητα και την απουσία της.

            Ως προς τη σύγκρουση, την οποία σκηνοθετεί ο Ντόκινς, μεταξύ ενός θεϊκού σχεδίου και της φυσικής επιλογής, μπορεί κανείς να μαντέψει ότι τελικά αυτό που επιτυγχάνει στον υψηλότερο βαθμό είναι όχι ακριβώς η απόδειξη της ανωτερότητας της δεύτερης έναντι του πρώτου ή η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας σύγκρουσης, αλλά η θεώρηση της φυσικής επιλογής ως μιας νέας θεότητας, με άλλα λόγια επιτυγχάνει να αντικαταστήσει τον ένα θεό με τον άλλο. Όπως πολύ εύγλωττα παρουσιάζει η ανθρωπολόγος Susan McKinnon (Νεοφιλελεύθερη γενετική, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 24 κ.ε.) αυτό που από τη δική μας σκοπιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ψύχωση με την φυσική επιλογή και τα γονίδια: «Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι απονέμουν στη φυσική επιλογή τις ίδιες ποιότητες που αποδίδονται στο θεό ως απόλυτο δημιουργό και πηγή της κοσμικής τάξης, και αλήθειας, του κοσμικού σχεδίου και σκοπού – κίνηση που συγκλίνει κατά τρόπο ειρωνικό με τις ιδέες που έχουν προτείνει οι υπέρμαχοι της «νοήμονος σχεδίασης». Με τα λόγια των Robert Wright και Steven Pinker – οι σημαντικότεροι ίσως εκλαϊκευτές της εξελικτικής ψυχολογίας – η φυσική επιλογή «κινεί τα νήματα», είναι «η τελική διαμορφώτρια πολιτικής», η «Τυφλή Προγραμματίστρια» και η «μηχανικός» που «σχεδιάζει» οργανισμούς, νοητικά όργανα και προσαρμογές που αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση της γενετικής διάδοσης. Ως απώτερος διαχειριστής της γενετικής παραγωγικότητας, η «φυσική επιλογή σκέπτεται», έχει «σκοπούς» και «στρατηγικές», «θέτει σε εφαρμογή τη βούλησή της» και «εκτελεί τις πολιτικές της». Η φυσική επιλογή έχει τόσο επιθυμίες όσο και τη δύναμη να τις πραγματοποιεί: «θέλει» και «βάζει» τους ανθρώπους να κάνουν κάποια πράγματα – για παράδειγμα, «να είμαστε καλοί στα αδέλφια μας», αλλά, μόνο «να φαινόμαστε ότι είμαστε καλοί» στους φίλους μας. Τα γονίδια – το πεζικό στο πεδίο της μάχης της φυσικής επιλογής – μοιράζονται τη δημιουργική ικανότητα προς δράση της φυσικής επιλογής. Αν και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι αρνούνται ότι τα γονίδια έχουν την ικανότητα να δρουν, ωστόσο τα περιγράφουν συστηματικά σάμπως να την έχουν. Τα γονίδια είναι «εγωιστικά» και «ιδιοτελή» και, όπως η φυσική επιλογή, «έχουν στρατηγικές» και «σκοπούς» (συνήθως για να αναπαράγονται). Προς το σκοπό αυτό, ανταγωνίζονται μεταξύ τους, σχεδιάζουν, μηχανεύονται και κατασκευάζουν οργανισμούς και νοητικά όργανα. Έχουν δική τους «οπτική γωνία» και προοπτική· «θέλουν» και «επιβάλλουν το δικό τους», «υπολογίζουν», «ελέγχουν», «επιλέγουν», μας «μιλούν», «συνιστούν υποταγή» και «διαδίδονται». Η υπερβολική αυτή χρήση μεταφορών έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, οι εξελικτικοί ψυχολόγοι εκκένωσαν τον ανθρώπινο νου από όλες τις ποιότητές του – όπως είναι η συνείδηση, η ικανότητα προς δράση και η δημιουργικότητα – οι οποίες κανονικά συνδέονται με τη σκέψη. Δεύτερο, μετέφεραν αυτές τις ποιότητες στα γονίδια και τη φυσική επιλογή, παρά το γεγονός ότι είναι αυτονόητο και θεμελιώδης προκειμένη της εξελικτικής βιολογίας, ότι ούτε ο καταστρωμένος σχεδιασμός ούτε η νοητική δράση αποτελούν ποιότητες των γονιδίων και της φυσικής εξέλιξης. Το αποτέλεσμα είναι μια ριζική διάζευξη ανάμεσα αφενός, στη δημιουργική διανοητική δράση των αφηρημένων δυνάμεων της φυσικής επιλογής και αφετέρου, στη μηχανική, άσκεπτη πραγματοποίηση του «σχεδίου» της φυσικής επιλογής από τους ανθρώπους που καθίστανται φορείς της. Όπως συχνά λέει ο Robert Wright «η φυσική επιλογή αναλαμβάνει τη «σκέψη»· εμείς την εκτέλεση»

porta aurea

Η υποδοχή του στρατιώτη

Αλλά είναι πολύ ωραίο συναίσθημα όταν πρόκειται γιά απλήρωτη αγάπη. Θα πρέπει να ρωτήσετε αυτούς τους Ρώσους. Η ξανθιά με την κίτρινη φανέλα, αποφάσισε να κάνει ένα ιδιαίτερο καλωσόρισμα στο στρατιωτικό τύπο, περιμένοντας στο σταθμό του τρένου, με λουλούδια και μπαλόνια, και την συμπαράσταση των φιλενάδων της. Αδημονεί για την συνάντηση αφού έχει να τον δεί πάνω από χρόνο. Ορμά πάνω στο αγόρι τόσο σκληρά που σχεδόν τον ρίχνει αναίσθητο. Αυτή η ευφορία, υποθέτω ότι προμηνύει πως θα περάσουν τη νύχτα 🙂

Χειρόφρενοοοο!

Δεν μου αρέσουν τα αστεία για τις γυναίκες οδηγούς, κυρίως επειδή στη συνέχεια κάποιες, και δικαίως μπορεί να με κατηγορήσουν ως σεξιστή, και αυτό το καθιστά σαφές ότι τα πάντα συμβαίνουν σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά μερικές φορές το ποτήρι ξεχειλίζει, όπως το κορίτσι σε αυτό το βίντεο, με την θεαματική είσοδο στο χώρο στάθμευσης, που για να φρενάρει το όχημα δεν έχει καμιά ιδέα τι ρόλο παίζει το χειρόφρενο (εκτός του ότι ειναι σκληρό και μακρουλό :-)) … τότε συμβαίνει αυτό που θα δείτε…

Απάντηση στο ερώτημα, αν υπάρχει φύση ανυπόστατη.

Μολονότι δεν υπάρχει ανυπόστατη φύση ή απρόσωπη ουσία –διότι η ουσία και η φύση νοείται σε υποστάσεις και πρόσωπα–, παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι υποχρεωτικό η καθεμία από τις μεταξύ τους ενωμένες φύσεις να έχει ξεχωριστά ιδιαίτερη υπόσταση· διότι μπορούν να συνενωθούν σε μία υπόσταση και να μην είναι ούτε ανυπόστατες ούτε η καθεμία να έχει ιδιαίτερη υπόσταση, αλλά και οι δύο να έχουν μία και την ίδια. Διότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου, επειδή έγινε υπόσταση και των δύο φύσεων, δεν επιτρέπει σε καμία απ’ αυτές να είναι ανυπόστατη, ούτε να έχουν μεταξύ τους διαφορετική υπόσταση, ούτε η υπόσταση άλλοτε να ανήκει στη μία και άλλοτε στην άλλη (φύση), αλλά πάντοτε η υπόσταση να ανήκει και στις δύο αδιαίρετα και αχώριστα· να μη χωρίζεται ούτε να διαιρείται, και να μη διανέμει ένα μέρος της στη μία κι ένα άλλο στην άλλη, αλλά ολόκληρη ν’ ανήκει στη μία και την άλλη, χωρίς διαίρεση και στο σύνολό της. Διότι η σάρκα του Θεού Λόγου δεν έγινε υπόσταση με ιδιαίτερο τρόπο, ούτε έγινε κάποια διαφορετική υπόσταση από την υπόσταση του Θεού Λόγου, αλλά (η σάρκα) απόκτησε υπόσταση μέσα σ’ αυτήν (υπόσταση του Λόγου) και έγινε ενυπόστατη και όχι ξεχωριστή υπόσταση από μόνη της. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε ανυπόστατη ούτε εισάγει μέσα στην Τριάδα κάποια άλλη υπόσταση.