Χαρά ή Απελπισία; Πάντα μπορείς να τ’ αλλάξεις…

Η ζωή είναι στα χέρια σου. Μπορείς, αν θέλεις, να διαλέξεις τη χαρά ή μπορείς να συναντάς την απελπισία όπου κι αν κοιτάς.

Όλα είναι δικά σου. Πώς συμβαίνει και μερικοί άνθρωποι βλέπουν παντού όμορφους ουρανούς και πράσινο χορτάρι με ωραία λουλούδια, ενώ άλλοι δυσκολεύονται να βρούνε έστω και ένα όμορφο πράγμα;

Ο Καζαντζάκης λέει: «Έχεις τα πινέλα και τα χρώματα. Ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα».

Δεν έχει σημασία τι χρώματα χρησιμοποιείς τώρα. Πάντα μπορείς να τ’ αλλάξεις…
Leo Buscaglia
Πηγή: εδώ

via

Advertisements

Προσφέρεις ότι έχεις στην καρδιά σου

«Το 1952 ταξίδεψα στην Ελλάδα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο. Τότε, όταν πληροφορήθηκε η γερμανική πρεσβεία οτο σκόπευα να επισκεφτώ την Κρήτη θορυβήθηκε. Μιας και οι μνήμες από την πρόσφατη κατοχή ήταν νωπές και οι πληγές ανεπούλωτες ακόμα, μου συνέστησε να μην αποκαλύψω την αληθινή μου υπηκοότητα αλλά να λέω πως είμαι Ελβετός. 


Ωστόσο εγώ τους ήξερα τους Κρητικούς…από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός. Και όχι μόνο δεν έπαθα τίποτα αλλά, όπου κι αν πήγα, απόλαυσα τη θρυλική κρητική φιλοξενία.


Ένα σούρουπο, εκεί στην Κρήτη, πλησίασα στο γερμανικο νεκροταφείο, που μου φάνηκε έρημο, με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Είχα κάνει όμως λάθος. Γιατί συνάντησα εκεί μιά ζωντανή ψυχή, μιά μαυροφορεμένη γυναίκα. Η έκπληξή μου υπήρξε τεράστια όταν διαπίστωσα ότι άναβε κεριά στους τάφους των νεκρών Γερμανών του πολέμου, πηγαίνοντας μάλιστα μεθοδικά απο μνήμα σε μνήμα!


Την πλησίασα και την ρώτησα. «Είστε από εδώ;». «Μάλιστα» μου απάντησε. «Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Αυτοί οι άνθρωποι έχουν σκοτώσει τους δικούς σας ανθρώπους»


Και σχολιάζει εκστασιασμένος ο Κέστνερ:  «Η απάντηση που πήρα μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να είχε δοθεί»


Μου είπε η γυναίκα: «Παιδί μου, από την προφορά σου μου φαίνεσαι για ξένος και μάλλον δεν θα γνωρίζεις τι έχει συμβεί εδώ στα χρόνια ’41 με ’44.Ο άντρας μου σκοτώθηκε στην Μάχη της Κρήτης και απέμεινα με τον μονάκριβο γιό μου. Αλλα κι’ αυτόν μου τον πήραν όμηρο οι Γερμανοί το ’43 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Σάξενχάουζεν. Δυστυχώς δεν ξέρω ούτε καν που είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω καλά όμως, πως όλα ετούτα ήταν παιδιά κάποιας μάνας σαν κι εμένα. Κι επειδή όλες αυτές οι μάνες δεν μπορούν να έρθουν εδώ κάτω, ανάβω εγώ τα κεριά στην μνήμη των παιδιών τους. Είμαι σίγουρη ότι κάποια άλλη μάμα, εκεί στην Γερμανία, θα ανάβει ένα καντήλι στην μνήμη του γιού μου»

Ο Γερμανός συγγραφέας και φιλέλληνας Έρχαρτ Κέστνερ

via

Μη βιάζεσαι να κρίνεις…

Στο καιρό της δραχμής και τότε που τα παγωτά ήταν πιο φθηνά απ’ ότι σήμερα, ένα παιδί δέκα ετών μπήκε στο ζαχαροπλαστείο και κάθισε σ’ ένα τραπέζι. Η σερβιτόρα τον σέρβιρε μ’ ένα ποτήρι νερό.

-Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα και με αμύγδαλα από πάνω; Ρώτησε το παιδί.

-Εξήντα δραχμές, απάντησε εκείνη.

Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μία χούφτα νομίσματα και άρχισε να μετράει.

-Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα; Ρώτησε πάλι σχεδόν ντροπιασμένος.

Άλλοι πελάτες περίμεναν να δώσουν παραγγελία και η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της.

-Σαράντα πέντε δραχμές, του είπε κάπως απότομα.

Το παιδί άρχισε να μετράει πάλι τα νομίσματα και είπε αποφασιστικά:

 -Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα από επάνω.

Η σερβιτόρα του έφερε τη παραγγελία μαζί με την απόδειξη και έφυγε. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε να μαζέψει κόμπιασε. Εκεί δίπλα από το άδειο πιατάκι και το ποτήρι με το νερό βρίσκονταν, όμορφα τακτοποιημένα, νομίσματα αξίας δεκαπέντε δραχμών. Ήταν το φιλοδώρημα της (συνεπώς το παιδί είχε χρήματα για να βάλει και αμύγδαλα από πάνω, αλλά δεν θα είχε να αφήσει κάτι και ούτε θύμωσε για την αγένεια).

via

Όταν θέλει ο Θεός και ο Διάβολος τον υπηρετεί

Κάποτε υπήρχε μια φτωχή γυναίκα, η οποία όλη την ώρα, ό, τι καλό και να της συνέβαινε κοίταζε τον ουρανό και έλεγε “Δόξα τω Θεώ” και αισθανόταν πολύ ευγνώμων για το οτιδήποτε.
Κάπου εκεί κοντά της όμως έμενε ένας πλούσιος άνθρωπος. Κάθε φορά λοιπόν που περνούσε μπροστά από τό σπίτι της γυναίκας την άκουγε να λέει “Δόξα τω Θεώ, Ευχαριστώ Κύριε”
Στην αρχή δεν έδινε σημασία, αλλά κάποια στιγμή, αυτό άρχισε να τον εκνευρίζει. “Πως μπορεί αυτή η γυναίκα, τόσο φτωχή, να ευχαριστεί συνέχεια το Θεό;” σκεφτόταν.
Μια μέρα λοιπόν, αφού ξαναπέρασε μπροστά από το σπίτι της και την άκουσε να λέει πάλι “Δόξα τω Θεώ”, νευρίασε τόσο πολύ που είπε στον υπηρέτη του “Πήγαινε στο Σούπερ Μάρκετ και γέμισε δύο καρότσια τρόφιμα. Πήγαινέ τα σ’ αυτή τη γυναίκα και όταν σε ρωτήσει ποιος τα προσφέρει, θα της πεις ότι ο Διάβολος τα προσφέρει”.
Έτσι λοιπόν κι έκανε ο υπηρέτης. Την επόμενη μέσα πήγε στο Σούπερ Μάρκετ, γέμισε δύο καρότσια με τρόφιμα, τόσο που ξεχείλιζαν, και πήγε στη γυναίκα.
Όταν έφτασε της χτύπησε τη πόρτα. “Α, Δόξα τω Θεώ, ευχαριστώ Κύριε” είπε εκείνη μόλις βγήκε έξω και αντίκρισε τα δυο καρότσια.
“Δεν θέλετε να μάθετε ποιος σας έστειλε τα τρόφιμα;” την ρώτησε ανυπόμονα  ο υπηρέτης.
“Όχι παιδί μου, δεν έχει σημασία. Όταν θέλει ο Θεός και ο Διάβολος τον υπηρετεί” και παίρνοντας τα δυο καρότσια μπήκε μέσα ευτυχισμένη…

H θυσία μιας κάποιας μάνας

Ανεξίτηλο στη μνήμη μας θα μείνει… το φονικό τσουνάμι που έλαβε χώρα στην Ιαπωνία πριν από σχεδόν 2 χρόνια.

Πόλεις κατεστραμμένες, 20.000 νεκροί και ένα έθνος σε βαθύ πένθος το οποίο εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο.

Κι όμως, ευρήματα, ιστορίες και φωτογραφίες που έρχονται στο φως ακόμα και σήμερα, αποδεικνύουν ότι παρά το γεγονός της τόσο μεγάλης καταστροφής, η αγάπη και κυρίως της μάνας προς το παιδί, είναι αυτή που νικάει τα πάντα. Μία εικόνα, που πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας, έχει συγκλονίσει τους ανθρώπους όλου του κόσμου

Τις πρώτες ώρες, μετά την μεγάλη καταστροφή, τα σωστικά συνεργεία κατόρθωσαν να εντοπίσουν το σώμα μιας άτυχης γυναίκας, το οποίο βρισκόταν θαμμένο στα συντρίμμια του σπιτιού της.

Η στάση του σώματoς, ήταν κουλουριασμένη και έδωσε μία μικρή ελπίδα στους διασώστες ότι η γυναίκα μπορεί να είναι ζωντανή, κάτι που δυστυχώς δεν επιβεβαιώθηκε μιας και το σώμα της ήταν παγωμένο και δύσκαμπτο.

Απογοητευμένοι οι άνδρες διάσωσης συνέχισαν την πορεία τους, ωστόσο μία… …εσωτερική δύναμη έσπρωξε τον αρχηγό του συνεργείου να επιστρέψει και να εξετάσει και πάλι το νεκρό σώμα της γυναίκας. Ψάχνοντας λοιπόν ανάμεσα στα χέρια της, ανακάλυψε ως διά μαγείας ότι υπήρχε ένα μωρό τυλιγμένο σε μία κουβέρτα, το οποίο κοιμόταν γαλήνια, χωρίς φυσικά να γνωρίζει τι είχε συμβεί.
Ο μικρούλης σώθηκε χάρη στην θυσία της μητέρας του, ενώ αμέσως τα σωστικά συνεργεία τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε ότι ήταν υγιέστατος. Ανάμεσα στην κουβερτούλα του, βρέθηκε ένα κινητό το οποίο έγραφε το εξής μήνυμα από την μητέρα του: «Αν καταφέρεις να επιζήσεις να θυμάσαι μόνο ότι σ” αγαπώ».

Κάποιοι το χαρακτήρισαν θαύμα κάποιοι απλά συγκινητική θυσία μίας μάνας. Πάντως το σίγουρο είναι, ότι η αγάπη της μητέρας για το παιδί της, μπορεί να κάνει ακόμα και θαύματα…

via

Η αγάπη δέν χάνει ποτέ την αξία της

Ἡ ἀγάπη δέν χάνει ποτέ τήν ἀξία της, ἀλλά ἀφοῦ γίνει αἰτία νά ἐκπληρώνει στόν παρόντα αἰώνα τούς θείους νόμους ἐκεῖνος πού τήν ἔχει, τόν συνοδεύει καί στόν μέλλοντα.
Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης
Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να είσαι ευτυχισμένος, αρκεί να είσαι αληθινός

Το πεζοδρόμιο του γείτονα

Ἔρριξα ἕνα περιφρονητικό βλέμμα στό πεζοδρόμιο τοῦ γείτονα. Γεμάτο χῶμα, ξερά φύλλα, πεταμένα χαρτάκια, σβησμένες γόπες. Κι ὕστερα μέ κρυφό καμάρι γύρισα στό δικό μου, καθαρό, φρεσκοσκουπισμένο, νοικοκυρεμένο. Πόση διαφορά!
«Καθένας κάνει τίς ἐπιλογές του», σκέφτηκα. «Δέν μπορῶ νά τόν κάνω μέ τό ζόρι νοικοκύρη». Μάζεψα τήν σκούπα καί τό φαράσι μέ ἱδρωμένο τό μέτωπο ἀλλά μέ τήν συνείδησι ἥσυχη.
Λίγη ὥρα ἀργότερα ἕνα ἐλαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι ἔφερε τά πάνω κάτω! Ὅλα τά σκουπίδια ἀπό τό διπλανό πεζοδρόμιο, λές καί ὑπάκουσαν σέ ἕνα μυστικό πρόσταγμα, στροβιλίστηκαν λίγο κι ὕστερα στρογγυλοκάθισαν ἀναπαυτικά στό δικό μου πεζοδρόμιο!
Ἄδικα τό καμάρι, ἄδικος ὁ κόπος καί ὁ χρόνος πού ἔχασα. Τί κρίμα!
Προβληματίστηκα. Γιά νά εἶναι καθαρό τό πεζοδρόμιο μπροστά στό σπίτι μου, δέν ἀρκεῖ λοιπόν νά τό σκουπίσω. Δέν εἶναι περιφραγμένο, γιά νά ἐξαρτᾶται ἡ καθαριότητά του ἀποκλειστικά ἀπό μένα.
Ὑπάρχουν κι ἄλλοι παράγοντες πού μπορεῖ νά ἀνατρέψουν ὅ,τι ἐγώ μέ τόση ἐπιμέλεια φρόντισα. Κι αὐτούς εἶναι καλό νά τούς ἔχουμε πάντα ὑπόψιν μας. Νά τούς ἐρευνοῦμε. Νά ἐπιδιώκουμε, κατά τό δυνατόν, νά τούς ἀντιμετωπίζουμε. Διαφορετικά θά βρισκόμαστε συχνά μπροστά σέ δυσάρεστες ἐκπλήξεις.
Κι ἄς ἔχουμε στόν νοῦ μας ὅτι, ὅπως τά πεζοδρόμια δέν εἶναι ἀπομονωμένα, ἀλλά ἡ καθαριότητα τοῦ ἑνός ἐπηρεάζει τήν καθαριότητα τοῦ ἄλλου, ἔτσι συμβαίνει καί στήν ζωή. Ἡ καθαρότητα τοῦ ἑνός ἐπηρεάζει τήν καθαρότητα τοῦ ἄλλου. Κι ἀρκεῖ ἕνα ἐλαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι γιά νά μεταφέρη τά ξένα σκουπίδια στήν δική μας καρδιά. Καί τότε… ἄδικα τό καμάρι! Κρίμα στόν κόπο μας!
Ἄς διευρύνουμε τούς ὁρίζοντές μας. Κι ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι δουλεύοντας γιά τήν ἀναβάθμισι τοῦ συνόλου, δουλεύουμε συγχρόνως γιά τήν οἰκογένειά μας. Προσφέροντας στήν κοινωνία, εὐεργετοῦμε συγχρόνως τό σπίτι μας.
Σκορπώντας φῶς κι ἀγάπη στόν κόσμο, ὠφελούμαστε πρῶτοι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἀνεβάζοντας τό ἐπίπεδο τῆς τοπικῆς ἤ εὐρύτερης κοινωνίας, διασφαλίζουμε τά δικά μας παιδιά.
Ἡ κοινωνία κι ἐγώ εἴμαστε συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Δίνουμε καί ταυτόχρονα παίρνουμε. Προσφέρουμε καί ταυτόχρονα εἰσπράττουμε.
Ἄν ὑπό τό πρίσμα αὐτῶν τῶν σκέψεων νοιαστοῦμε τό σπίτι μας, σίγουρα θά ἔχουμε ἀποτελέσματα, καί ἐντυπωσιακότερα, καί μονιμότερα.
Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 483, Ἰούνιος 2013.

http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Ένας φτωχός αλλά σπουδαίος άνθρωπος!

Ο Dobre κατάγεται από τη Βουλγαρία και είναι 99 ετών. Όλη του τη ζωή την πέρασε δύσκολα, πολλές φορές σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Ζούσε σε τρώγλες και τρεφόταν με ό,τι έβρισκε στα σκουπίδια ή του έδιναν οι «καλοί άνθρωποι» στο σδρόμο όπως λέει ο ίδιος. Ζει σε μια μικρή πόλη της χώρας, το Bajlo, και κάνει καθημερινά πάνω από 30 χιλιόμετρα για να φτάσει στη Σόφια. Εκεί στέκεται για πολλές ώρες στο προαύλιο μιας ορθόδοξης εκκλησίας και ζητιανεύει.

 Όχι για τον εαυτό τους, αλλά για τους άλλους. Ό,τι χρήματα συγκεντρώσει τα δωρίζει στην εκκλησία, σε γηροκομεία, ορφανοτροφεία αλλά και σε φτωχές οικογένειες «που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από εμένα», όπως επισημαίνει. Πρόκειται για τον ιδιώτη που κάνει αυτή τη στιγμή τις μεγαλύτερες δωρεές στην εκκλησία, ενώ μέχρι τώρα έχει δωρίσει πάνω από 30.000 ευρώ, χωρίς να κρατήσει τίποτα για τον εαυτό του. Ο ίδιος είναι αυτάρκης, ζει με μια πενιχρή σύνταξη των 80 ευρώ που παίρνει και δείχνει να μην ενοχλείται καθόλου από τις δυσκολίες. Στην πόλη όλοι τον γνωρίζουν με το προσωνύμιο ο «δίκαιος από το Bajlo», αφού και ο ίδιος είναι υπέρμαχος της δικαιοσύνης και της αγάπης.

 Γιατί ο άνθρωπος αυτός ικετεύει τον συνάνθρωπο όχι για τον εαυτό του αλλά για τους αναξιοπαθούντες. Και συνεχίζει… «Για όσο ζω», λέει ο ίδιος!


http://press-gr.blogspot.gr/

"Μία συγκλονιστική ιστορία Ανθρωπιάς"!

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι.

Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε «ουράνια θέματα» και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα.
Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα.
Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
——————————————————————–

http://paterikakeimena.blogspot.gr/

«Ο καιρός της σοκολάτας»

Το παρακάτω κείμενο αφιερώνεται στους δασκάλους εκείνους που δεν σταματούν να αναλώνονται, να πεθαίνουν συναισθηματικά, να αδειάζουν κυριολεκτικά όλο το μέσα τους για χάρη των μαθητών τους. Σ΄ αυτούς που δεν υπολογίζουν κόπους ούτε και λογαριάζουν αν ο μισθός είναι λίγος και δε φτάνει, που δεν δειλιάζουν ούτε φοβούνται να εκτεθούν. Μην τους ψάχνετε σε μουσεία, βρίσκονται ανάμεσά σας…

«Από το δικό μου, κυρία!»
Υπέρ αναμνήσεως μιας υπέροχης δασκάλας!
(της Λότης Πέτροβιτς)

«…Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;» «Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου», δήλωσα ορθά κοφτά. «Το ίδιο κι εγώ», φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.

Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. «Γλυκόζη» το είπαν. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους. Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τι συμβαίνει παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του – «πειραχτήρης» ήταν το παρατσούκλι του – να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε «ναι». Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια.
Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη», χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!» Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!», είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είν’ αμαρτία!» Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε…
Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από
το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να πάρετε λίγο!»
Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε…»
——————————————————–
Από το βιβλίο «Ο καιρός της σοκολάτας»

http://paterikakeimena.blogspot.gr/