Η Χρυσή Διαθήκη – Συμβουλαί προς τον πετεινό μου(1-100)



ΠΡΟΛΟΓΟΣ



Αναρίθμητοι συμβουλαί εδόθησαν προς τους ανθρώπους και αναρίθμητα
συμπεράσματα εκ της λογικής και της πείρας απορρέουσι καθ’ εκάστην,
τα οποία, όχι μόνον εις όσους τα ήκουσαν, αλλά και εις όσους τα
συνήγαγον, κατ' ουδέν εχρησίμευσαν.

Τα όντα θα εκλείψωσιν εκ της γης κατ' ουσίαν αμετάβλητα, ο δε
τελευταίος άνθρωπος δεν θα διαφέρη από τον πρώτον, ειμή κατά το
ένδυμα και κατά το όπλον — αμφότερα τελειοποιημένα.

Ο πρώτος Κάιν εδολοφόνησε τον αδελφόν του.

Ο τελευταίος Κάιν θ' αυτοκτονήση από ανίαν και πλήξιν, διότι ούτε
αδελφόν θα εύρη δια να δολοφονήση.

Δια τούτο συμπεράσματά τινα, τα οποία συνήγαγον εκ των πραγμάτων του
κόσμου, θεωρών άχρηστα δια τον εαυτόν μου και άχρηστα διά τους
ανθρώπους, εθεώρησα καταλληλότερον να τα κληροδοτήσω εις τον Πετεινόν
μου.

Τις οίδεν εις εποχήν, καθ' ην οι έρωτες και οι πόλεμοι διεξάγονται
εντιμώτερον και ιπποτικώτερον παρά τοις πετεινοίς, ή παρά τοις
ανθρώποις, ίσως ευεργετήσω τον Πετεινόν μου διά της αχρήστου
φιλοσοφίας μου.



ΠΟΛ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


ΜΕΡΟΣ Α'.
ΔIΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ
Η ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ



ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΕΤΕΙΝΟΝ ΜΟΥ



Άκουσέ με καλώς· απεφάσισα να μη σε φάγω, αλλά να σε καταστήσω σοφόν
μεταξύ των ομογενών σου. Δεν λέγω όμως να σε κάμω και άνθρωπον.
Πρόσεξε· να γίνης σοφός, όσον αρκεί δι' ένα πετεινόν· διότι εάν γίνης
σοφός, όσον αρκεί δι' ένα άνθρωπον, δεν θα βραδύνη η ώρα, όπου θα
βγάλης τα μάτια του διδασκάλου σου.

2

Σε εισάγω εις τον κόσμον και έχεις ανάγκην όπλων, διότι εις έκαστον
βήμα σου θα παλαίσης. Αλλά πρόσεξε μη φανερώσης εις ουδένα του
οπλισμού σου το σύστημα, διότι θα νικηθής δι' αυτού του ιδίου.

3

Θέλεις να γίνης σοφός; μάθε όσα αρκούν διά να δυσπιστής προς την
ιδίαν σου σοφίαν. Πρόσεξε όμως μη τα μάθης όλα, διότι δεν θα πιστεύης
πλέον εις τίποτε.

4

Εφ' όσον βλέπεις, ότι το κράτος του πνεύματος δεν κατισχύει των
προλήψεων και της ύλης, έκαστος δε δεν είνε υπεύθυνος διά τας ιδίας
του μόνον πράξεις, εφ' όσον ο πατήρ ερυθριά διά τον υιόν και ο υιός
διά τον πατέρα, η ευτυχία και η δυστυχία θα ήνε αι μάλλον και
ακροσφαλείς καταστάσεις του βίου.

5

Μη επιδείξης ποτέ την τιμήν σου· είνε πράγμα, το οποίον, όσω
πλειότερον εκθέτεις εις την κοινήν θέαν, τόσω μάλλον καθιστάς την
υπόστασίν του αμφίβολον.

Επιδεικνύων την τιμήν σου εις τους διαβάτας, είνε ωσάν να λέγης:

— Βεβαιώσατέ με, χριστιανοί· είνε τάχα τιμή αυτό, που έτυχε να έχω,
ή μήπως είνε τίποτε άλλο και κάμνω λάθος;

6

Μεγαλοποιείς τα προτερήματά σου; δίδεις υπονοίας, ότι έχεις ολιγώτερα
των όσων προσπαθείς να επιδείξης· μεγαλοποιείς τα ελαττώματά σου;
κινδυνεύεις να θεωρηθής ως υποκρύπτων πλειότερα.

7

Όταν ο δαίμων αποφασίζη να σε σύρη προς την καταστροφήν σου, δεν σε
ωθεί προς αυτήν· σε έλκει.

8

Ο άνθρωπος είνε παραδόξως γελοίος· καταναλίσκει ολόκληρον την
σήμερον, διά να σκεφθή τι θα πράξη αύριον.

***

Η αύριον δεν είνε ιδική σου· ανήκει ακόμη εις τον θεόν, ή εις τον
διάβολον.

9

Η ισχύς, εις την μυθολογίαν των αρχαίων εσυμβολίζετο δι' αετού·
σήμερον θα συναντήσης ισχυρούς, οίτινες, εάν είχον ιδιαιτέραν
μυθολογίαν, θα εσυμβόλιζον την ισχύν των διά μικροβίου.

10

Μη ζητήσης να μετρήσης τον έρωτα με το ωρολόγιον· δεν έχει χρόνον
ωρισμένον· όταν πάσχη, η στιγμή είνε αιών· όταν ευδαιμονή, ο αιών
είνε στιγμή.

Διά του έρωτος μόνον κατορθούται η λύσις του μεγίστου μαθηματικού
προβλήματος· να μετρηθή το απείρως σμικρόν διά του απείρως μεγάλου.
Ε, είνε αρκετόν το θαύμα τούτο, διά να μη ζητήσης και περισσότερα.

11

Θέλεις να μεταβάλης διά μιας την όψιν όλων των πραγμάτων; γίνου
εμπαθής.

12

Βλακεία: το γήρας της νεότητος. Αχρειότης: η νεότης του γήρατος.

13

Όταν βλέπης μίαν υψηλότητα, αποφασίζουσαν να κύψη ολίγον, να την
θεωρής ως ευρισκομένην χαμηλότερον και της ταπεινοτέρας ταπεινότητος.

14

Ο πλούτος δεν είνε πάντοτε πρόοδος· η πρόοδος είνε πάντοτε πλούτος.

15

Αλλοίμονόν σου όταν αρχίσης να ζης με αναμνήσεις· εγήρασες.

16

Ν' απεχθάνεσαι την γυναίκα ως υ π ο κ ε ί μ ε ν ο ν, να την λατρεύης
ως α ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο ν, να την υποφέρης ως ρ ή μ α, και να την
καταδικάζης πάντοτε ως κ α τ η γ ο ρ ο ύ μ ε ν ο ν.

17

Να θεωρής τον ανεμοδείκτην ενός ανακτόρου χρησιμότερον ενός βασιλέως
ανικάνου· τουλάχιστον δεν έχει ανάγκην εξόδων, και στρέφεται προς όλα
τα μέρη του βασιλείου.

18

Φοβού τα τελειότερα εκ των θηρίων, και τους ημιτελείς εκ των
ανθρώπων· εκείνα καθιστά θρασύτερα η τελειότης των, τούτους
πανουργοτέρους η ατέλειά των.

19

Λάλησον και εκρίθης.

20

Από τους ανθρώπους, τους έχοντας το συμφέρον εις την θρησκείαν, να
προτιμάς πάντοτε τους έχοντας την θρησκείαν εις το συμφέρον·
τουλάχιστον οι δεύτεροι έχουν μίαν θρησκείαν, ενώ οι πρώτοι δεν έχουν
καμμίαν.

21

Όσον άσημος και αν ήσαι, πρόσεχε και εις το απλούστερον βλέμμα σου·
είνε ικανόν να δημιουργήση ολόκληρον ιστορίαν.

22

Θέλεις να πιστεύσουν ότι είσαι εγωιστής; διακήρυττε πάντοτε ότι είσαι
μετριόφρων.

23

Ανεγνώρισες την αμαρτίαν σου; ημάρτησες κατά το ήμισυ· αποπειράσαι να
την δικαιολογήσης; την εδιπλασίασες.

24

Όταν ίδης άνθρωπον θαυμάζοντα και λατρεύοντα την μορφήν του, γνώριζε
ότι αυτός αγαπάται.

25

Το γήρας δεν άρχεται απ' εκεί, όπου λευκαίνεται η κόμη, αλλ' απ'
εκεί, όπου μαυρίζει η καρδία.

26

Θ' ακούσης να λέγουν ότι ο Θεός είνε άνω, και ο Διάβολος κάτω· πλάνη·
ρίψε έν βλέμμα εντός σου, και θ' ανακαλύψης τον ένα εκ τούτων
κοιμώμενον, και τον έτερον αγρυπνούντα.

27

Το καθήκον δεν είνε λέξις, ήτις να μεταλλάση σημασίας αναλόγως της
ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρος εκάστου ανθρώπου· είνε συνθήκη
καθιερωμένη διά της συμπράξεως θείου και ανθρωπίνου νόμου, προς
διαιώνισιν της αρμονίας του κόσμου. Εάν δε και ο Θεός ακόμη εφωράτο
παραβαίνων το καθήκον του, θα εδικαιούτο ν' αποδοκιμάση αυτόν και
εκείνος ο σκώληξ της γης, διότι αφού άπαξ τον έπλασε, δεν θα είχε το
δικαίωμα να διαταράξη την ευδαιμονίαν και την ειρήνην του βίου του.

28

Η κακία των ανθρώπων είνε απέραντος και ανεξερεύνητος, ως το χάος·
είνε το αρνητικόν άπειρον του ηθικού κόσμου.

29

Προφύλαττε μετά προσοχής το θερμόμετρον της φιλίας, και έχε το
πάντοτε υπό τας ακτίνας του ηλίου της ευτυχίας· μη το θέσης υπό
σκιάν, διότι θα θραυσθή.

30

Μη πιστεύης ότι θ' αγαπάς ισοβίως· εάν συνέβαινε τούτο, η γη θα ήτο
φωτεινοτέρα και του ηλίου, και θα είχομεν ρόδα και κατά τον χειμώνα.

31

Η ευσυνειδησία του παντοπώλου ζυγίζεται ακριβέστερον μόνον δια της
ιδίας του πλάστιγγος.

32

Όταν σου ομιλούν περί γυναικός πανούργου, πίστευε, χωρίς να την ίδης,
ότι δεν είνε πλέον ωραία.

33

Υπάρχει και κάτι χειρότερον από το σκότος των οφθαλμών· το μίσος,
σκότος της ψυχής. 


34

Όταν ίδης άνθρωπον, αρχίζοντα να επιδεικνύη την αξίαν του, μη δίδης
πλέον προσοχήν εις αυτόν· την έχασε.

35

Θα ίδης πολλά μεγαλουργήματα εις την φύσιν, τα οποία θα σε
καταπλήξουν· το άπειρον, ο ήλιος, οι αστέρες εις τον ουρανόν, και εις
την γην. . . η γυνή όταν λέγη ψεύματα.

36

Η στιγμή της πραγματικής ησυχίας σου δεν είνε εκείνη, καθ' ην
κοιμάσαι συ, αλλ' εκείνη, καθ' ην κοιμάται η συνείδησίς σου.

37

Μη σε ενθουσιάζη η πρόωρος πνευματική ανάπτυξις· πλησίον της ίσταται
απειλητικόν το πρόωρον γήρας.

38

Εφ' όσον έχης στόμαχον και σάρκας, η απόλυτος αρετή είνε αυτόχρημα
ουτοπία.

39

Μη πιστεύης ότι η επαγωγότης του λόγου είνε ιδιοφυία μόνον· είνε και
σοφίας είδος, έστω και αν ο λαλών δεν λέγει μεγάλα πράγματα.

40

Μη μακαρίζης πάντοτε την ευτυχίαν· διότι η ευτυχία του ενός, είνε
κατά γενικόν κανόνα απόρροια της δυστυχίας κάποιου άλλου.

41

Να μη υβρίσης ποτέ τον δημοσιογράφον· είνε φιλόπονος εργάτης, σπείρων
δι' ημέρας και νυκτός, και δρέπων εν τέλει καρπούς, πολύ
διαφορετικούς εκείνων, ους έσπειρεν· ανοίγει τους οφθαλμούς άλλων και
χάνει τους ιδικούς του· ελευθερώνει χείρας και τον πνίγουν· παρέχει
τέλος την ευγενεστέραν τροφήν εις τους άλλους, και συνηθέστατα
δειπνεί με την ευτελεστέραν. Μάρτυς αιώνιος, του οποίου και η
αποτυχία είνε μαρτύριον, και ο θρίαμβος μαρτύριον.

42

Αγάπα τον χορόν· είνε η λογική των ποδών.

43

Η τραγωδία μιας αδυναμίας, είνε πολύ υψηλοτέρα και δεινοτέρα από την
τραγωδίαν μιας ανάγκης· ουδείς πόλεμος διεξήχθη πεισματωδέστερον από
τον Τρωικόν, και πολύ συνηθέστερον συνέβη να κομματιασθούν δύο
πεινασμένοι δι' έν βλέμμα, παρά δι' έν καρβέλιον.

44

Έχε εμπιστοσύνην εις την λεγομένην θ ε ί α ν ο ι κ ο ν ο μ ί α ν·
δεν αφίνει τίποτε ίνα χαθή επί της γης· είνε μήτηρ φιλόστοργος, τόσον
διά την διαιώνισιν του χρυσού, όσον και διά την διαιώνισιν των τ ε ν
ε κ έ δ ω ν.

45

Μη παραδεχθής ποτέ ότι η ιστορία διδάσκει· είνε ανόητος ιδέα. Εάν η
ιστορία εδίδασκε, δεν θα ήτον η μία σελίς της αντιγραφή της άλλης.

46

Το παρελθόν είνε κτήμα των παρελθόντων, και το μέλλον είνε κτήμα των
μελλόντων. Το παρόν μόνον είνε ιδικόν σου, εφ' όσον δε έχεις αγρόν
καλλιεργήσιμον, είνε ανοησία να χάνης τον καιρόν σου καταπατών
αγρούς, ανήκοντας εις άλλους.

47

Όταν ακούης αλήθειαν, ήτις, μόλις προφερομένη, αναγνωρίζεται παρ'
όλων, έσο βέβαιος, ότι δεν είνε προωρισμένη να εξασκήση μεγάλην
επιρροήν επί της τύχης της ανθρωπότητος.

48

Μη φοβηθής ποτέ την ειμαρμένην είνε η μάλλον θρασύδειλος θεότης, εξ
όσων εφιλοξένησεν ο ουρανός, ή συνέλαβεν η ανθρωπίνη φαντασία.
Επιτίθεται κατά της αδυναμίας και της δειλίας, και υποχωρεί προ της
δυνάμεως και του θράσους. Η αυθάδεια την καταπλήττει και την τρέπει
εις φυγήν. Ομοιάζει με τον θρασύδειλον κύνα, όστις σου επιτίθεται
άνευ λόγου, αρκεί δε μόνον να προσποιηθής, ότι κύπτεις ίνα λάβης
λίθον εκ της γης, διά να φύγη ουρλιαζόμενος.

49

Προσευχήθητι και οργίασε κατόπιν, διά να εννοήσης τι εστι προσευχή·
οργίασε και προσευχήθητι, διά να εννοήσης τι εστι όργιον.

50

Ουδέποτε ν' αμφιβάλης, ότι η αύριον δεν βραδύνει επί πολύ διά τα
έθνη, τα προωρισμένα να ζήσουν.

51

Μη αποπειραθής ματαίως ν' ανακαλύψης το μυστήριον της Δόξης· είνε
φίλτρον μαγικόν, το οποίον άλλοτε παρασκευάζεται με τα ακριβώτερα
βότανα, και άλλοτε με καθαρό νερό.

52

Απόφευγε την πρώτην λέξιν και επιφύλασσε πάντοτε δια τον εαυτόν σου
την τελευταίαν· ουδέποτε δε να λαλής πριν εξημερώση, όσον και αν ήσαι
βέβαιος ότι και τούτο θα γίνη.

53

Υποπτεύου πάντοτε τον θόρυβον· πίθος πλήρης ουδέποτε θορυβεί· ο
κενός, ορχήστρα ολόκληρος.

54

Μη εμπιστεύεσαι εις την όρασιν του ανθρώπου· σπανιώτατα
αντιλαμβάνεται όπως βλέπει· συνηθέστατα βλέπει όπως αντιλαμβάνεται.

55

Ουδέποτε προς μέτρησιν της ηθικής του άλλου να μεταχειρισθής την
ιδικήν σου· διότι τόσω μείζονα εμπιστοσύνην έχεις εις το μέτρον σου
τούτο, όσω περισσότερον τυγχάνει βεβλαμμένον και ελλειπές.

56

Η ψυχή της μεγάλης τέχνης δεν είνε όγκος, όστις δύναται να προσπέση
εις τας αισθήσεις σου ευθύς αμέσως· είνε έν σημείον ελάχιστον· σου
διέφυγε το σημείον αυτό; σου διέφυγεν ολόκληρος η ψυχή της· δεν
ενόησες τίποτε.

57

Ξεύρεις; αι γυναίκες κλαίουν συνήθως, αλλά μη δίδης εις τούτο
προσοχήν πάντοτε. Εάν οι κροκόδειλοι εγνώριζον πώς κλαίουν αι
γυναίκες, βλέποντες κανένα κλαίοντα μεταξύ αυτών, θα έλεγον προς
χλευασμόν του:

— Κύτταξε! αυτός ο κροκόδειλος κλαίει σαν γυναίκα.

58

Μη εμπιστεύεσαι εις τας χείρας, όσον επιμελώς και αν εκαθαρίσθησαν
από μιας κηλίδος·

έφτιασε και το λελέκι
άλλην μια φωληάν παρέκει,
μα δεν πρόφθασε να μείνη
και τη λέρωσε κ' εκείνη!

59

Ν' αγαπήσης άπαξ, είνε αίσθημα· ν' αγαπήσης δις, είνε τέχνη· ν'
αγαπήσης τρις, είνε έξις· τετράκις, ανισορροπία· και πέραν; — ω θεέ
μου!. . .

60

Υπάρχουσι καταπλήξεις, υπάρχουσι κεραυνοβόλα θεάματα, προ των οποίων
δύνασαι να βάλης ένα στεναγμόν. Αλλ' υπάρχουσι και κεραυνοί, οίτινες
σε μεταβάλλουσιν εν ακαρεί εις ψυχρόν και αναίσθητον αυτόματον,
αφαιρούντες εν τέλει και αυτού του άλγους την συναίσθησιν. Το πνεύμα
παύει τότε λειτουργούν, η δε καρδία μεταπίπτει διά της
υπερευαισθησίας εις την εντελή αναισθησίαν. Τη αληθεία όμως, η
τοιαύτη ακαριαία άμβλυνσις του αισθητικού, αποτελεί μεγίστην
ευεργεσίαν εκ μέρους της φύσεως, αποτελεί ασπίδα ισχυράν κατά των
υπολοίπων πληγών, ας δύναται να καταφέρη· εξακολούθητικώς ο αγρίως
διεγερθείς περιβάλλων σε κόσμος, και κηρύξας αμείλικτον πόλεμον κατά
του περιβαλλομένου εν σοι. Εις την περίστασιν ταύτην, η αναισθησία
είνε αληθής ηρωισμός.

61

Τρέμε, δυστυχή, τον ηθικόν θάνατον· είνε τόσον τρομερώτερος του
φυσικού, ώστε η ανάστασις των ζώντων είνε έργον πολύ μεγαλείτερον από
την ανάστασιν των νεκρών· εάν εδοξάσθη ο Ιησούς, εδοξάσθη μόνον διά
το πρώτον.

62

Αληθώς η δυσκολωτέρα γνώσις, είνε η γνώσις σεαυτού.

Νομίζω μάλιστα, ότι εν όλω τω δικαίω του ηδύνατο να θεωρηθή ως
μεγαλοφυής και ο μωρός ακόμη εκείνος, όστις θα εξύπνα μίαν πρωίαν και
θα έλεγεν εις τον υπηρέτην του:

— Φίλε μου, σε αποβάλλω της υπηρεσίας μου, διότι, διά να υπηρετής
άνθρωπον σαν εμέ, ή πολύ ανόητος πρέπει να ήσαι, ή πολύ αχρείος!

63

Η καρδία· μέλος των εντοσθίων σου, αιωνίως αιχμάλωτον, σύρον μόνον
σε, και συρόμενον από όλους τους άλλους.

64

Ο Θεός· το ηθικόν στήριγμα της συνειδήσεώς σου, παρά του οποίου
σπανίως ζητείς συγγνώμην διά την χθες, πάντοτε όμως αναθέτεις εις
αυτόν την φροντίδα της αύριον. Με την σήμερον, ο Θεός δεν έχει
καμμίαν σχέσιν.

65

Όταν συναντάς έρωτα πολύ θερμόν και ολίγον ειλικρινή, να του
συμβουλεύης ψυχρολουσίας και νοσοκομείον.


66

Ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξη εν τω κόσμω ισότης· υπάρχει όμως και
πρέπει να υπάρχη ισορροπία, ήτις, κατά θείαν πρόνοιαν, έχει
διακανονισθή ούτως, ώστε να επιτυγχάνεται και δι' αυτής της
ανισότητος.

67

Όταν βλέπης, ότι ο βασιλεύς κάμνει τον ένα μόνον να μειδιά, έσο
βέβαιος, ότι πέριξ χίλιοι κλαίουν.

68

Απόφευγε όρνιθα την οποίαν δεν αγαπάς· ουδέν ανιαρώτερον από την
αφοσίωσιν και από τα κακαρίσματά της.

69

Σεβάσθητι τα δάκρυα του πρώτου έρωτος υπέρ πάντα τα άλλα·
εμπερικλείουσιν ολόκληρον το μυστήριον της δημιουργίας και της
διαιωνίσεως της ζωικής ύλης· εκείνα λαλούσιν ευγλωττότερον της
γλώσσης, εκείνα ισχύουσιν, όπως καταστήσωσι τον κόσμον αιώνιον και
ευδαίμονα.

Οι αδάμαντες της γης είνε το πρώτον ερωτικόν δάκρυ των πρωτοπλάστων·
δύναταί τις να είπη, ότι εις το δάκρυ τούτο ρευστοποιείται η ψυχή
ολόκληρος, όπως συνελκύση ασφαλέστερον την ύλην προς την ύλην, όπως
εμφυσήση αληθή ζωήν και σφρίγος εις το τέως αυτόματον, του ανοίξη, ως
διά μαγείας, την χρυσήν πύλην του ναού της φύσεως, και φέρη αυτό
γονυπετές προ του βωμού του Αιωνίου.

70

Ουδεμία πράξις υπάρχει, την οποίαν δεν περιβάλλει κατά συνθήκην έν
ιδεώδες· ουδέ το έγκλημα εξαιρείται.

71

Όταν βλέπης, ότι μία αλήθεια αρχίζει να προκαλή οργήν ή τρόμον,
πίστευε ότι το ήμισυ του προορισμού της έχει ήδη εκπληρωθή.

72

Κατά τα φαινόμενα ούτε ο Θεός ευνοεί πάντοτε τον αθώον, διότι αν
ήθελε να τον σώση από τον κεραυνόν, θα έρριπτεν αυτόν μετά την
βροντήν. Αλλά δεν θέλει· ρίπτει τον κεραυνόν, φονεύει και τον αθώον,
κατόπιν δε βροντά, ως εάν λέγη:

— Κάπου εφόνευσα άνθρωπον· πηγαίνετε να τον εύρετε και να τον
κλαύσετε!

73

Θέλεις να μετρήσης καλήτερον τους οδόντας του διαβόλου; κάμε τον να
γελάση.

74

Και η απόλυτος αλήθεια καταντά ουτοπία, εφ' όσον χίλιοι έχουν επί του
αυτού αντικειμένου χιλίας ιδέας. Βλέπεις τον ήλιον; την ύπαρξίν του
παραδέχονται όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων. Ε, αν και συ ακόμη
αποφασίσης να τον αρνηθής, ο δίσκος του πρέπει να θεωρηθή ηλαττωμένος
κατά το τοσάκις δισεκατομμυριοστόν.

75

Πρόσεχε· δεν είνε ηρωισμός να ρίπτης δυο πτώματα εις έν λεπτόν·
ηρωισμός είνε να τ' ανεγείρης.

76

Φοβού τας πληγάς των φίλων· αυτοί γνωρίζουν που πονείς περισσότερον.
Μη φοβού τας επιδημίας και τους λιμούς· είνε οξείς, αλλά παρέρχονται·
αι χειρότεραι νόσοι είνε αι ενδημικαί.

77

Εάν δυνηθής, αρκέσθητι μόνον εις την ιδέαν της απολαύσεως, είνε η
διαρκεστέρα απόλαυσις.

78

Έχει και η καρδία την φιλοσοφίαν της, — ο οίκτος· έχει και την
ποίησίν της — ο έρως· έχει και την παραφροσύνην της, — το μίσος.

79

Και η υπερβολή της ηδονής σου, γλυκεία οδύνη· και η υπερβολή της
οδύνης σου, ηδονή πικρά.

80

Ο ευγενέστερος προορισμός του θάλπους είνε, όταν το έχης, να το
παρέχης και εις τους άλλους· διότι εάν ο ήλιος εκράτει την θερμότητα
και το φως δι' εαυτόν, και ήτο τόσον εγωιστής, ουδέν ον θα ευρίσκετο
σήμερον διά ν' ανυψώση προς αυτόν το βλέμμα, διά να τον θαυμάση και
του αναγνωρίση την ευεργεσίαν.

81

Παρά να δύνασαι να πράξης το καλόν και να μη θέλης, είνε προτιμώτερον
να θέλης και να μη δύνασαι.

82

Ασφαλεστέραν θεώρει την στέγην της καλύβης σου, επί θεμελίου ιδικού
σου, παρά την στέγην του μεγάρου σου, επί θεμελίου δανεικού.

83

Κεφαλή γυμνή έξωθεν, ημπορεί και να μη προδοθή· αλλά κεφαλή γυμνή
έσωθεν, όσον και αν κρυφθή, θα προδοθή.

Η κεφαλή είνε το μόνον πράγμα εν τω κόσμω, του οποίου τα έσω
φαίνονται καλήτερον από τα έξω.

84

Η γη δεν ενέκλεισεν εις τους κόλπους της αδάμαντα πολυτιμώτερον, ούτε
η θάλασσα μαργαρίτην, από το δάκρυ, το κυλιόμενον εκ των οφθαλμών
ευτυχούς ανθρώπου διά την δυστυχίαν του άλλου.

85

Εάν ακούσης να λέγουν, ότι η τιμή είνε και χρήμα και πλούτος, μη το
πιστεύσης· πλούτος, είνε δι' εκείνους πού την έχουν· χρήμα, δι'
εκείνους που την έχασαν.

86

Εις δύο περιστάσεις δεν επιτρέπεται η δειλία· εις τον πόλεμον και εις
τον έρωτα.

87

Η Δουλεία είνε κατάστασις, την οποίαν αισθάνεται βαθύτερον η καρδία,
παρ' όσον την αντιλαμβάνεται ο νους· διά τούτο γεννά περισσότερα
αισθήματα, παρά ιδέας.

88

Μία μεγάλη γυνή, επιβάλλεται πλειότερον από ένα μέγαν άνδρα εις
πνεύμα, και ασκεί τόσω μείζονα επί της κρίσεως βαρύτητα, όσω μείζονα
ελαφρότητα ανέμενέ τις εξ αυτής.

89

Εάν ερωτήσης ανθρώπους, τι προτιμούν; να παραδώσουν την ψυχήν των εις
ένα διάβολον με πορφύραν, ή εις ένα άγγελον με κουρέλια; Όλοι τον
διάβολον θα προτιμήσουν.

90

Να βδελύττεσαι και να φοβήσαι ολιγώτερον τον αχρείον, που είνε και
δεν φαίνεται, από τον αχρείον, που είνε και φαίνεται.

91

Θαύμαζε τους καλούς τρόπους, αλλά μη τους εμπιστεύεσαι πάντοτε· εις
το τρυφερώτερον πόδι απαντώνται συνήθως οι σκληρότεροι κάλοι.

92

Η νυξ είνε καλός σύμβουλος, αλλά διά τους έχοντας εις την ψυχήν των
ημέραν· διά τους έχοντας όμως και εις την ψυχήν των νύκτα, είνε
ολέθριος σύμβουλος.

93

Μη υποχρεώσης την ψυχήν σου να αισθανθή ακούσιον αίσθημα· ζητείς να
διεγείρης τρικυμίαν εις ένα ωκεανόν με τον δάκτυλον.

94

Και καθήμενος και μηδέν πράττων ακόμη, κουράζεις τους άλλους· θέλεις
να μη τους κουράζης ποτέ; ύβριζε.

95

Από την αλήθειαν, ήτις λέγεται όταν δεν πρέπει, να προτιμάς και αυτό
το ψεύδος, το οποίον λέγεται όταν πρέπει.

96

Αυτό θα ειπή αγών της ζωής· ζητείς κάτι επιμόνως από τον ουρανόν,
καθ' ην στιγμήν ευρίσκεται προ των ποδών σου, και σκοντάπτων επ'
αυτού, ή το συντρίβεις, ή συντρίβεσαι ο ίδιος.

97

Ο χρυσός είνε ο ισχυρότερος μαγνήτης, όστις έλκει ό,τι αντικρύση προς
αυτόν. Να ήσαι βέβαιος, ότι εάν ο ήλιος δεν είχε το χρώμα του,
ηλιακόν σύστημα δεν θα υπήρχεν· ουδείς πλανήτης θα τον υπήκουε και θα
εστρέφετο περί αυτόν.

98

Αίσχος· το μόνον αθάνατον, το οποίον δημιουργεί ο θνητός.

99

Ουδείς υπάρχει πράγματι δυστυχής· όλοι, όσοι φαίνονται τοιούτοι,
νομίζουν πρώτον ότι είνε, και κατόπιν γίνονται.

100

Φοβού τους όνυχας και ρόδα φέροντας.
 
 

via

Advertisements

Η Χρυσή Διαθήκη – Συμβουλαί προς τον πετεινό μου(101-200)

Β'.



101

Δύναται και η ουρά σου ν' απαστράπτη εις τον ήλιον, και το στέμμα σου
να θαυμάζεται· εφ' όσον έτι δεν ελάλησες, δεν έδειξες τι πετεινός
είσαι.

102

Οσάκις συναντήσης σοφόν καθ' οδόν, σταμάτησέ τον και ερώτα:

Τι προετίμας, ω σοφέ; να σου δώσω 100 χιλιάδας νέων δραχμών, ή να σου
εμπνεύσω 100 χιλιάδας νέων ιδεών; Ή ακόμη τι προετίμας; να
εσφετερίζεσο έν εκατομμύριον δραχμών από ένα τραπεζίτην, ή έν
εκατομμύριον ξένων ιδεών από ένα φιλόσοφον, με την βεβαιότητα, ότι
δεν θα σε εννοήση κανείς;. . . . Μη λαμβάνης τον κόπον ν' απαντήσης,
διότι την απάντησίν σου την μαντεύω· ποσάκις δεν επώλησες ιδέας αντί
δραχμών, και ποσάκις δεν παρεκάλεσες τον Θεόν, ίνα σου εμβάλη εις την
κεφαλήν εκατομμύρια ιδεών, διά να τας πωλήσης αντί ολίγων δεκάδων
δραχμών, αφού δεν έστερξεν εις τας ικεσίας σου, ίνα εμβάλη εις τα
θηλάκιά σου εκατομμύρια δραχμών, και να μη σου αφήση εις την κεφαλήν
ουδεμίαν άλλην ιδέαν, ειμή την ιδέαν μόνον. . . .ότι είσαι
εκατομμυριούχος! Βλέπεις λοιπόν, ω σοφέ, αυτό το χαρτονόμισμα το
ξεσχισμένον, το λερωμένον, το βρωμερόν; η βρώμα του αποτελεί το
ελιξίριον της μακροβιότητος και της αθανασίας· πολλοί εβλάβησαν από
χρήσιν βρωμερών βιβλίων, από χρήσιν όμως βρωμερών χαρτονομισμάτων
ουδείς. Με τούτο ημπορείς, όσον κτήνος και αν ήσαι, να εγείρης ένα
ανδριάντα εις την γελοίαν ύπαρξίν σου, να τον ίδης ζων τοποθετούμενον
εις το άκρον μιας οδού, φερούσης το όνομά σου, και να διαιωνίσης διά
του λίθου ξύλινον ον, μεταξύ του οποίου και σού η μόνη διαφορά
υπάρχει, ότι το ξύλον επλήρωνε και ανηγείρετο ο λίθος!

103

Το Μεγαλείον έχει όρια, πέραν των οποίων, ή γελοίον αποβαίνει, ή
ειδεχθές.

104

Εξέλεγχε πάντοτε την Αιδώ· ομοιάζει με τα πολύτιμα προσόντα· όσω
μάλλον εκλείπει, τόσον και πολλαπλασιάζεται η α π ο μ ί μ η σ ι ς
της.

105

Η φύσις κατέχει και τα αντίδοτα όλων των δηλητηρίων της· το δυστύχημα
όμως είνε, ότι είνε δύσκολος η ανεύρεσις αυτών.

106

Μέγας νους μετά μεγάλης καρδίας, ανέρχεται μέχρι της Αρετής διά να
την φθάση.

Μέγας νους μετά μικράς καρδίας, ανέρχεται μέχρι της Αρετής· διά να
την κρημνίση.

Μικρός νους μετά μεγάλης καρδίας, καταβιβάζει την Αρετήν μέχρις
εαυτού διά να την φθάση.

Μικρός νους μετά μικράς καρδίας, καταβιβάζει την Αρετήν μέχρις εαυτού
διά να την συντρίψη.

107

Θέλεις να κρίνης την εργασίαν του άλλου ασφαλέστερον; δοκίμασε πρώτον
αν ημπορής να την κάμης, και ερώτησε τον εαυτόν σου διατί δεν την
έκαμες.

108

Μη δίδης ποτέ πίστιν εις τα χρώματα· και τα δηλητήρια ανθούσιν, αλλά
τα άνθη των φονεύουσι ταχύτερον.

109

Ουδέποτε θα δυνηθής να εννοήσης και τούτο· πώς υπάρχουν άνθρωποι
αναμιγνυόμενοι εις ξένα όνειρα, μολονότι δεν εξώφλησαν ακόμη με τα
ιδικά των.

110

Ποτέ μη λέγης τι είσαι· δεν θα σε πιστεύση κανείς, ουδ' εάν
κατηγορήσης σεαυτόν. Ο κόσμος τείνει εις το να έχη συνήθως περί σου
πολύ διάφορον ιδέαν της ιδικής σου.

111

Όταν αγαπήσης και ανταγαπηθής, ερώτησε τον εαυτόν σου: — Τι
πλειότερον εγνώρισε και απήλαυσεν ο Μαθουσάλας από το έντομον εκείνο,
το καλούμενον Εφήμερον, του οποίου ο βίος άρχεται με την ανατολήν του
ηλίου και εκλείπτει με την δύσιν του;

112

Όταν σε πάρη ο κατήφορος, και εις τον Παράδεισον αν ταξειδεύσης, θ'
ακούσης περισσοτέρας κακολογίας επανερχόμενος, παρ' όσας θα ήκουες
εάν εταξείδευες εις αυτήν την Κόλασιν.

113

Το μεγαλείτερον ελάττωμα είνε η προσπάθεια προς απόκρυψιν ενός
ελαττώματος· αντί ν' αλλάξης όψιν, παρουσιάζεις αυτήν με έν ελάττωμα
επί πλέον.

114

Και το γελοίον έχει όρια, πέραν των οποίων αποβαίνει συμπαθές.

115

Η γυνή ορκιζομένη, θάπτει ζώντας και εκθάπτει νεκρούς μετά τοσαύτης
ευκολίας, ώστε ο έρως δι' αυτήν καταντά νεκροθάπτης αυτόχρημα.

116

Μη θαυμάζης τον ταώ· έχει χρυσάς πτέρυγας, αλλά μυαουρίζει ως η γάτα·
προτίμησε την γάταν, η οποία δεν μιμείται κανέν άλλο ζώον.

117

Ο ενθουσιασμός είνε σύμπτωμα, μαρτυρούν αναβίωσιν και αναγέννησιν.

118

Ο Γολγοθάς της Τέχνης έχει δυο ατραπούς, οδηγούσας εις την αυτήν
κορυφήν· από την μίαν ανέρχονται διά να σταυρωθούν, κι από την άλλην
διά να πάρουν τον αέρα των· και συμβαίνει συνήθως οι μεν πρώτοι να
σταυρούνται, οι δε δεύτεροι να φαίνωνται εις τον κόσμον
περιβεβλημένοι την αίγλην του αγίου Πνεύματος και τον στέφανον του
μαρτυρίου.

119

Αγάπα τα άνθη· είνε το σιωπηλόν και άγραφον ευαγγέλιον της φύσεως.

120

Δεν υπάρχει θέσις οικτροτέρα δι' ένα άνδρα, από το πλευρόν γυναικός,
παρ' ης δανείζεται το όνομά του, έστω και αν λέγεται «ο σύζυγος της
Βασιλίσσης». Όταν του απονέμεις τον τίτλον του είνε ωσάν να λέγης εις
τους άλλους:

« — Ησυχάσετε, δεν είνε κ α ν ε ί ς.»

121

Μεσονύκτιον· η τελευταία θωπεία της χθες, και το πρώτον ράπισμα της
αύριον.

122

Μη πιστεύσης ποτέ, ότι η καρδία δεν έχει και ολίγον πνεύμα· το πνεύμα
όμως είνε ανηλεές· δεν έχει ούτε ίχνος καρδίας.

123

Αλλοίμονον εις εκείνον, όστις εσυνείθισε να βλέπη όλα τα πράγματα
ανάποδα· θα καταγγείλη επί εσχάτη προδοσία κατά της φύσεως και τον
εαυτόν του ακόμη, όταν αποφασίση να εννοήση, ότι περιπατεί με την
κεφαλήν άνω και με τους πόδας κάτω.

124

Απόφευγε την αυταπάτην· είνε η οικτροτέρα κωμωδία της ανθρωπίνης
ψυχής.

125

Ο έρως ή αιθήρ θα ήνε, ή βόρβορος.

126

Εις τον κόσμον αυτόν ουδέποτε θα εννοήσης διατί υπάρχουν τόσα
πράγματα απαίσια, περιβαλλόμενα με το αισιώτερον κάλυμμα.

Και ακόμη δεν θα εννοήσης, διατί ο ήλιος αντανακλάται και εις τον
βόρβορον ούτε διατί ο βόρβορος αποξηραινόμενος, ανέρχεται ως
κονιορτός μέχρι του αιθέρος.

Και δεν θα εννοήσης ακόμη, ούτε το δάκρυ της χαράς, ούτε το μειδίαμα
της λύπης· ούτε την διαφοράν του στεναγμού της οδύνης από του
στεναγμού της ηδονής.

Και δεν θα εννοήσης, ούτε διατί η φύσις αποδεικνύεται ενιατού και
προς εαυτήν ανειλικρινής και ψευδομένη· παρουσιάζει ζώα με μοναδικήν
υπόστασιν και ανθρώπους με διπλήν· σε θωπεύουν διά του βλέμματος,
καθ' ην στιγμήν διά της ψυχής των σε καταξεσχίζουν· ωκεανούς, υπό την
λείαν των οποίων και χαρίεσσαν επιφάνειαν, κρύπτεται μαύρη άβυσσος με
μυρίους θανάτους.

127

Ολόκληρος ο βίος είνε έν όνειρον, από το οποίον αφυπνιζόμεθα, όταν
πίπτωμεν ίνα κοιμηθώμεν διά παντός.

128

Την στιγμήν όπου ο διάβολος θα εννοήση ότι έχει κέρατα, τα χερουβείμ
θα του παραχωρήσουν την θέσιν των.

129

Συνήθως καταναλίσκουν οι άνθρωποι τα τρία τέταρτα του βίου των, προς
συντομωτέραν εξόφλησιν του υπολοίπου τετάρτου.

130

Λαοί δούλοι εξιδανίκευσαν την δουλείαν των, και λαοί ελεύθεροι
κατεσπίλωσαν την ελευθερίαν των· εάν εκαλείσο να εκλέξης μεταξύ
τοιαύτης δουλείας και τοιαύτης ελευθερίας, απάντησε ανενδοιάστως, ότι
προτιμάς σκότος μετά συνειδήσεως, παρά φως μετ' ασυνειδησίας.

131

Δύνασαι να ήσαι αχθοφόρος, δύνασαι να ήσαι βασιλεύς· δύνασαι ν'
αποφύγης όλας τας διατάξεις του Ποινικού Νόμου· διά τον Ηθικόν Νόμον
είσαι πάντοτε υπόδικος.

132

Όταν βλέπης λαόν, όστις βαδίζει προς τον θάνατον άδων, πίστευε ότι
βαδίζει προς την ζωήν.

133

Ουδείς θα κηρυχθή πολέμιός σου, εάν πρώτον δεν αναγνωρίση την αξίαν
σου· περί τούτου έσο βέβαιος.

134

Αναγινώσκων διαρκώς περί της ευτυχίας του άλλου θα πλήξης· ουδέποτε
όμως θα κουρασθής παρακολουθών την δυστυχίαν του.

135

Διά την αληθώς ερώσαν γυναίκα ουδέν είνε αδύνατον· είνε ικανή να
ονειρευθή, ότι ανατρέπει και το σύμπαν, διά να ίδη πριν εξυπνήση, ότι
δίδει εις αυτό πνοήν εκ της πνοής του εραστού της, και ότι κατορθώνει
ν' αναφλέξη εκ νέου τον ήλιον με ένα σπινθήρα του έρωτός της.

136

Πρόσεξε και εις τον οκνηρόν· η αργία του είνε έν είδος ηδονής, και
όταν ακόμη συνοδεύεται από τας αναποφεύκτους στενοχωρίας της.

137

Μη επικαλεσθής ματαίως την ψυχράν λογικήν, όπου η ψυχή σου θα λαλήση
ευγλώττως· δεν θα σε υπακούση.

138

Εκ της χαράς του άλλου, προσθέτεις εις την λύπην σου λύπην και εκ της
λύπης του άλλου, εις την λύπην σου χαράν.

139

Όσω στον κόσμον βλέπωμεν ποδόγυρον,
κι' όσω ακόμη έχωμεν πατρίδα,
το ράσσον δεν θα φτιάνη τον καλόγηρον,
ούτε τον μασκαράν η προσωπίδα.

140

Απόφευγε τους εμπόρους των μεγάλων εκδουλεύσεων· είνε λαθρέμποροι
δηλητηρίων.

141

Μάθε και κατά τι διαφέρει η γυνή της γάτας: ότι η μεν γάτα είνε γυνή
με ουράν, η δε γυνή, γάτα χωρίς ουράν.

142

Η σήμερον είνε μία σφην μεταξύ της χθες και της αύριον· είνε δηλαδή
μία στιγμή ελαχίστη, μεταξύ δύο απείρων.

143

Η ηθική δύναμις, αφ' ης εκπηγάζει και εξαρτάται το μεγαλείον, είνε τι
ένθεον, εδρεύον εν τη ψυχή, και απολύτως ανεξάρτητον των μέσων, άτινα
ο εξωτερικός κόσμος διαθέτει προς την ανάπτυξιν και την δράσιν του.

144

Δύο, αντιθέτου φύσεως όντα, δεν στρέφονται όπισθέν των· ο λύκος και ο
αθώος άνθρωπος. Θέλεις να πλήξης επιτυχέστερον; ελθέ εκ των νώτων.

145

Όσω μάλλον πεπωρωμένη είνε μία καρδία, τοσούτον και ιλιγγιά προ της
ιδέας του θανάτου· θα έλεγέ τις, ότι φοβείται μήπως ο θάνατος
αποσβέση το αίσχος της.

146

Ολιγώτερον φαίνεσαι, ολιγώτερον υβρίζεσαι· είς φιλικός χαιρετισμός,
ισοδυναμεί πολλάκις προς δέκα εχθρικάς ύβρεις.

147

Η τύχη σου είνε έργον των χειρών σου· εάν δε συμβαίνη να λαμβάνη
ταχυτέραν ή βραδυτέραν φοράν, τούτο δεν είνε συμπτωματικόν· εξαρτάται
από μυρίας συγκεκριμένας αιτίας, απορρεούσας και ταύτας συνήθως εκ
της ιδίας θελήσεώς σου.

148

Η Ειρήνη είνε το ιλαρόν προσωπείον του Πολέμου· ο Πόλεμος, το
τραγικόν προσωπείον της Ειρήνης.

149

Οι μάρτυρες της ιδέας είνε κατά το μάλλον και ήττον ισότιμοι·
αδιάφορον ποία υπήρξεν η ιδέα των και ποία η επί της ανθρωπότητος
επιρροή της.

150

Όταν ίδης σύζυγον, ανησυχούντα διά την πίστιν της γυναικός του,
λάλησε εις το ους του: — Ηλίθιε! θέλεις να κοιμάσαι ήσυχος; αφαίρεσε
ολίγα πτερά από το καπελλίνον της συζύγου σου, και πρόσθεσε τα εις
την ψυχήν της.

151

Ούτε ο ήλιος τυφλώνει ταχύτερον τους οφθαλμούς σου, από την λάμψιν,
την οποίαν διαβλέπεις εις τον εαυτόν σου.

152

Τα έθνη δεν φονεύονται, ούτε διά της πείνης, ούτε διά των χρεωκοπιών,
ούτε διά της ήττης· φονεύονται διά της ιδέας.

153

Είνε παράδοξος ο έρως, πολύ παράδοξος κατάστασις· μεταφέρει τον
άνθρωπον ακαριαίως εκ της περιωπής του αγγέλου εις την του θηρίου·
κάλλιον ειπείν, συγχέει τας δύο ταύτας ιδιότητας εις βαθμόν
ακατανόητον και επικίνδυνον· προξενεί λύπην και χαίρει· ενίοτε
προξενών χαράν, ευρίσκει ηδονήν μη συμμεριζόμενος αυτήν· πολλάκις
δημιουργεί μόνος την δυστυχίαν, και άλλοτε κενώει την κύλικα της
ευδαιμονίας μέχρι πυθμένος, μόνον και μόνον, όπως αναζητήση εν αυτή
την μυστηριώδη κόκον της δυστυχίας. Είνε είς περιπλανώμενος παράφρων,
όστις ουδέν άλλο ζητεί, ή την εξόντωσιν εαυτού διά παντός μέσου, και
ούτινος η γη της επαγγελίας είνε συνήθως το πλησιέστερον
νεκροταφείον.

154

Πιστεύεται, ότι διά του οίνου λησμονεί ο άνθρωπος τας συμφοράς του.
Έσο βέβαιος ότι εάν ο οίνος έλειπεν από τον κόσμον, ουδέποτε ο
άνθρωπος θα είχεν ανάγκην αυτού, διά να λησμονήση τας συμφοράς του.

155

Το μέγα ονόμαζε μέγα, και το μικρόν ονόμαζε μικρόν· μη επιχειρήσης
όμως να τα περιγράψης, διότι θα σμικρύνης το πολύ μέγα, και θα
μεγαλώσης το πολύ μικρόν.

156

Η αυτοκτονία δεν είναι αποτέλεσμα δειλίας και απελπισίας· είνε το
θάρρος των δειλών, και η ελπίς των απηλπισμένων.

157

Ο ανήρ φαινομενικώς είνε ο σύζυγος της γυναικός· κυρίως είνε το υ π
ο σ υ ζ ύ γ ι ον της.

158

Το κάλλος υπήρξε πάντοτε η ασφαλεστέρα παγίς του ανθρωπίνου
πνεύματος, ταυτοχρόνως δε και το ταχύτερον όχημα, όπερ έσυρεν αυτό
διά δρόμου καταπληκτικού επί της οδού της προόδου.

159

Το κακόν είνε μία άβυσσος απύθμενος, εις τα χείλη της οποίας φύονται
τα μεθυστικότερα και περικαλλέστερα άνθη.

160

Καλλονή άνευ πνεύματος, θέλγει διαβαίνουσα· πνεύμα άνευ καλλονής,
θέλγει παραμένον.

161

Σοφός εβραίος παραβάλλει τον οίνον προς τον φίλον, υποστηρίζων ότι ο
παλαιότερος είνε και ο καλήτερος. Δεν προσέθηκεν όμως, ότι οι
παλαιότεροι φίλοι γίνονται και οι ασπονδότεροι εχθροί μας, όπως ο
παλαιότερος οίνος μεταβάλλεται εις το δριμύτερον όξος, όταν ο
διάβολος αποφασίση να βουτήση την ουράν του εις το βαρέλιον του
οινοπώλου

162

Από της αναγνωρίσεως μιας αληθείας, μέχρι της επικρατήσεως αυτής,
εμεσολάβησε πάντοτε χάος, όπερ, ουχί σπανίως, επληρώθη διά πτωμάτων.

163

Μη εμπιστεύεσαι εις όλα τα τελείως δικαιολογημένα πράγματα· συμβαίνει
και το δίκαιον να μη ήνε πάντοτε τελείως δικαιολογημένον, και το
δικαιολογημένον να μη ήνε τελείως δίκαιον.

164

Όταν ακούης τοκογλύφον, τρέμε· ουδεμία πληγή δύναται να συγκριθή προς
αυτόν. Αι επτά πληγαί της Αιγύπτου, κατέστρεψαν τα επ' αυτής, αλλ'
αφήκαν την Αίγυπτον. Ο Θεός ελησμόνησε τον τοκογλύφον· ούτος θα
κατέτρωγε και αυτήν την Αίγυπτον, και θα κατέπινε τον Νείλον διά να
την χωνεύση.

165

Η αληθής σοφία παρουσιάζει τόσον παραδόξους ιδιοτροπίας, ώστε
αναγκάζεσαι να πιστεύης ότι, άνευ αυτών, ουδέν δικαίωμα θα είχεν επί
του τίτλου της.

166

Η αφροσύνη ως αδυναμία, είνέ τι οικτρόν· αλλ' η αφροσύνη ως δύναμις,
είνε πράγμα τρομερόν.

167

Έσο μεγαλόψυχυς και μη απελπίζεσαι ποτέ· διά τας μεγάλας ψυχάς
υπάρχει πανταχού στάδιον αναγνωρίσεως και νίκης.

168

Και από τον σίδηρον και από τον μόλυβδον ακόμη, ο χρυσός επήνεγκε τας
ασφαλεστέρας και ταχυτέρας καταστροφάς επί της γης.


169

Μη λαβάνης υπ' όψιν σου τους εραστάς· έχουσι πολύ μαραδόξους ιδέας·
εάν ηδύναντο να πλάσωσι τον κόσμον εκ δευτέρου, θα έπλαττον αντί
ανθρώπου μίαν γιγάντιον καρδίαν, και άνωθεν αυτής θα προσεκόλλων μιαν
κεφαλήν, έχουσαν μόνον οφθαλμούς διά να βλέπη, και χείλη διά να φιλή.

170

Το κακόν δεν έχει απόλυτον βάρος· ζυγίζεται διά της χειρός του
διαπράξαντος αυτό.

171

Όταν ο Θεός κλείη τους οφθαλμούς, ο Διάβολος ανοίγει τους ιδικούς
του. Τούτο είνε βεβαιωμένον· αμφίβολον μόνον είνε το ζήτημα της
προτεραιότητος· κοιμάται ο Θεός, διότι γνωρίζει ότι θα αγρυπνήση ο
Διάβολος, ή βλέπει ο Διάβολος, διότι κοιμάται ο Θεός; θα μου επιτραπή
να πιστεύσω εις το πρώτον.

172

Όταν ίδης άνδρα, αποφασίζοντα να π ρ ο σ θ έ σ η εις την πλευράν του
το ελλείπον μέρος της, πείσθητι ότι συνέλαβε την χειρίστην έννοιαν
της π ρ ο σ θ έ σ ε ω ς.

173

Δεν υπάρχει υψηλότερον αίσθημα από την μετάνοιαν και την συγγνώμην·
τελείται μία μεταμόρφωσις εν τη ψυχή ένθεος, την οποίαν εν τη φύσει
συμβολίζει η μεταμόρφωσις της κάμπης εις χρυσαλίδα, ήτις,
αναλαμβάνουσα αιθερίας πτέρυγας, σπεύδει και καταφιλεί ικέτις το
άνθος, του οποίου το φύλλον είχε καταφάγη, η δε χρυσαλίς της σήμερον
ζητεί συγγνώμην διά τον σκώληκα της χθες.

174

Αγωνίζου, κοπίαζε, μαρτύρει εν ανάγκη· αλλά τρέμε την απόλυτον
ανάπαυσιν και την ησυχίαν, διότι και ταύτα ονομάζονται θάνατος· ο δε
θάνατος, όταν καταβάλλη διά του απλέτου φωτός, είνε τρομερώτερος,
παρ' όταν καταβάλλη διά του σκότους.

175

Η πύλη του Παραδείσου και η οπή της Κολάσεως ευρίσκονται πλειότερον
συνορεύουσαι, παρ' όσον συνήθως τας φαντάζονται οι άνθρωποι.

176

Η ψυχή είνε ακόρεστος εις την συναίσθησιν του ιδανικού, πάντοτε δε
ζητεί ν' αντλή αυτό και εκεί ακόμη, ένθα γνωρίζει ότι πράγματι δεν
υπάρχει.

177

Ουδέποτε ν' αποπειραθής, όπως καταστής ακριβής τιμητής της αρετής και
της κακίας, ουδέ να βάλης πρώτος του αναθέματος τον λίθον· διότι ο
λίθος ούτος ευρίσκεται μεν ευκόλως εις την γωνίαν εκάστης οδού, αλλά
πλησίον αυτού ευρίσκεται πάντοτε και μία πέτρα σκανδάλου. Υπάρχει δε
τοιαύτη ομοιότης μεταξύ των δύο τούτων, ώστε πολλάκις αντί να ρίψης
τον λίθον, ρίπτεις την πέτραν, ήτις έχει την ελαστικότητα,
πίπτουσα,να επανέρχεται συνήθως κατά της ιδίας κεφαλής σου.

178

Όταν η πατρίς ευρίσκεται εν πενία, ο πλούτος σου μηδέν· όταν η πατρίς
ευπορή, και η πενία σου θησαυρός.

179

Πρόσεχε εις τας χείρας των κυβερνώντων· είνε το κάτοπτρον της
καταστάσεως της χώρας.

180

Περιόριζε το βλέμμα σου εις το να βλέπης όπου βαδίζεις· διότι, όταν
το σώμα σου βαίνη προς τα εμπρός και η κεφαλή σου στρέφεται προς τα
οπίσω, αλλοίμονον και εις το σώμα και εις την κεφαλήν.

181

Λόγος στηλώνει την ψυχήν και λόγος την κρημνίζει.

182

Μη περιφρονής την στέγην σου· είνε ολόκληρος βιβλιοθήκη· έκαστον
κεραμίδι αυτής αποτελεί ανά έν μυθιστόρημα της οικίας σου.

183

Όσω πλειότερον δυστυχείς είμεθα, τόσω μάλλον πιστεύομεν, ότι η
ευτυχία προωρίσθη δι' ημάς.

184

Και η ισχυρά κρίσις, όταν συμβαίνη να οδηγή εις τα άκρα, καθίσταται
πολυτέλεια ανωφελής.

Ο ορθολογισμός και η ουτοπία τόσον παραλλήλως βαίνουσιν, ώστε η
ελαχίστη παρεκτροπή αρκεί ίνα ρίψη τούτον εις την τροχιάν εκείνης.

185

Ο Θεός δεν σε αφίνει ποτέ να χαθής· τούτο είνε αληθές· αλλά την
υποχρέωσιν ανταποδίδεις ίσην, διότι και συ δεν αφίνεις ποτέ ίνα χαθή
ο Θεός σου.

Μεταξύ Θεού και όντων υπάρχει μία ηθική αλληλεγγύη· όταν αύτη
εκλείψη, και τα όντα μένουσιν άνευ θεού, αλλά και ο θεός άνευ όντων.

186

Όταν διαψεύδωνται τα όνειρά σου, τότε τα αναπολείς λεπτομερέστερον·
όταν πραγματοποιούνται τα λησμονείς όλα.

187

Και αυτό το σμικρόν μεγαλώνει αρκετά, όταν γνωρίζη να εκτιμήση το
μέγα.

188

Δεν ηδυνήθην ποτέ να εννοήσω τον επί πατραγαθία εγωισμόν· απορώ δε
πώς ευρίσκονται άνθρωποι, αναπαυόμενοι επί δαφνών ξηρών και ανηκουσών
εις άλλους, χωρίς να τας αισθάνωνται ενοχλητικώς τριζούσας και
διαμαρτυρομένας υπό την ράχην των.

189

Φρονήσεως δείγμα είνε και το να γελάσης πρώτος διά την αφροσύνην σου,
πριν γελάσουν οι άλλοι.

190

Δύνασαι να ήσαι όσον θέλεις σοφός, όσον θέλεις μέγας διά τον εαυτόν
σου, όσον θέλεις σιδηρούς· δύνασαι να αισθάνεσαι κόσμον ολόκληρον
εντός σου, απειλούντα να διαρρήξη της ψυχής σου το περίβλημα και να
κατακτήση τον κόσμον, όστις σε περιβάλλει· δύναται η γη να διατηρή
επί σειράν χιλιετηρίδων κεκρυμμένον εις τα σπλάγχνα της τον σκληρόν
και άκαμπτον σίδηρον· εφ' όσον η σκαπάνη δεν διασχίζει το κέλυφός
της, και δεν εκθάπτει αυτόν, ο σίδηρος θα παραμείνη αιωνίως αφανής
και ακατέργαστος και άχρηστος διά τον κόσμον. Η ώθησις είνε το παν·
δόσε τοιαύτην και ενίκησες και τον κόσμον και την φύσιν.

191

Η θετικωτέρα εκδήλωσις της σοφίας του Θεού, δεν είνε ούτε ο έρως,
ούτε η φιλία, ούτε η μνημοσύνη· είνε η λήθη.

192

Προτίμα ν' αγωνίζεσαι ισοβίως διά να φθάσης την Αρετήν, παρά να την
καταβιβάζης, και ιππεύων επί των νώτων της, να την μεταχειρίζεσαι ως
υποζύγιον κατά τας ορέξεις και τας ανάγκας σου.

193

Υπερηφάνεια: έπαρσις υπό μορφήν υποφερτήν· έπαρσις: υπερηφάνεια υπό
μορφήν ανυπόφορον.

194

Ο συκοφάντης ομοιάζει με τον σκύλλον εκείνον, όστις εν ώρα νυκτός
υλακτεί σκιάς εις το μέσον ενός χωρίου· μετά τινας στιγμάς όλοι οι
σκύλλοι ευρίσκονται επί ποδός.

195

Οι άνθρωποι, προβαίνοντες επί τα πρόσω, κρατούν δύο σκαπάνας· με την
μίαν ανοίγουν τον δρόμον, όπου θα πατήσουν, με την άλλην μεταβάλλουν
εις χάος τον δρόμον, όπου επάτησαν. Ιδού διατί πάσα οπισθοδρόμησις
αποτελεί κατακρημνισμόν.

196

Η ευτυχία και η δυστυχία είνε τόσον ακατανόητοι, ώστε συνήθως
επιβάλλονται και κυριεύουσι της ψυχής διά του μυστηρίου των μάλλον,
παρά διά της ουσίας των.

197

Να ήσαι βέβαιος, ότι το απόλυτον βάρος της κεφαλής είνε πάντοτε το
αυτό, ουδέν δε προσθέτει ο Διάβολος επί πλέον εις το μέτωπον ενός
συζύγου· ό,τι φαίνεται ότι προσθέτει εκεί, το έχει αφαιρέση
απλούστατα εκ του εγκεφάλου.

198

Ομιλούν περί ανθρώπων πωλούντων την συνείδησίν των· ουτοπία· — είνε
εμπόρευμα η συνείδησις, το οποίον τότε επώλησεν ο άνθρωπος, ότε
έπαυσε να το έχη.

199

Ολόκληρος η φύσις είνε έρως· και ο δημιουργός θεός είνε έρως και η
ζωή εξ έρωτος πηγάζει, αλλά και ο θάνατος θα κατενικάτο άνευ του
έρωτος.

200

Πάσα ανθρωπίνη πράξις, όσον μεγάλη και αν ήνε, δεν θέλει τίποτε άλλο
διά να εξευτελισθή, παρά μίαν επανάληψιν.
 
 

Η Χρυσή Διαθήκη – Συμβουλαί προς τον πετεινό μου(201-300)


Γ'.



201

Εάν εύρης τινάς εκ των σκέψεών μου, ή και όλας ταύτας ανοήτους, μη
τας απορρίψης ασυζητητεί. Διά του ψεύδους ερευνάται ασφαλέστερον η
αλήθεια.

***

Δίδε προσοχήν πάντοτε και εις την μεγαλειτέραν ανοησίαν. Ο Νεύτων από
την πτώσιν ενός σάπιου μήλου ανεκάλυψε τον παγκόσμιον νόμον· βλέπεις
λοιπόν, ότι έν σάπιον μήλον κατώρθωσεν, ό,τι δεν θα κατώρθωνον όλα τα
γερά μαζευμένα.

202

Η αγαθοεργία είνε ευρύτατον πλαίσιον, υπό το οποίον δύνασαι να
περάσης οίαν δήποτε εικόνα θέλης.

203

Αρετή επιδεικνυομένη, είνε εύσχημον προσωπείον της χειρίστης κακίας·
όταν συναντηθής μετ' αυτής, προσκύνησέ την ως αρετήν, και φεύγε
μίλια.

***

Αληθής αρετή είνε εκείνη, την οποίαν δεν βλέπεις.

204

Υπάρχουν άνθρωποι, οίτινες προσκυνούντες χλευάζουν, και ασπαζόμενοι
δάκνουν, και μειδιώντες δηλητηριάζουν· τοιαύτα πρόσωπα οι ποιηταί
καλούσι πρόσωπα κυνός, και οι χημικοί καλούσι χάλκινα.

205

Θέλεις να πεισθής εάν σε αγαπά η ερωμένη σου; Ερώτησέ την πόσους
ηγάπησε πριν σε γνωρίση. Όσω πλειοτέρους σού αριθμήση, τόσω και
ειλικρινέστερου σε αγαπά.

206

Είνε μεγαλειτέρα η εντροπή των γονέων, όταν βλέπουν τα τέκνα των
κατώτερά των, παρ' όταν ούτοι δεικνύωνται κατώτεροι αυτών.

207

Ο ανήρ μέχρι των 30 ετών αγαπά την γυναίκα διά τον έρωτα· εκείθεν,
αγαπά τον έρωτα διά την γυναίκα.

208

Έκλεγε την ευτυχίαν σου· ευτυχία, ήτις πνίγεται εις τον κόρον, δεν
είνε ευτυχία.

209

Το συναίσθημα του θαυμασμού και της καταπλήξεως, οφείλεται μάλλον εις
την σπάνην ενός γεγονότος, παρά εις την πραγματικήν του αξίαν.

Είμαι βέβαιος, ότι και αυτή η μωρία θα ήτο μέγα πράγμα, εάν
διηγκωνίζεσο με τους μεγαλοφυείς, όπως με τους στραγαλατζήδες.

210

Και η μελαγχολία, η ήρεμος και φυσική, ενέχει ηδονάς αρρήτους, από
τας οποίας δύναταί τις ν' αντλήση ολοκλήρων ωρών γοητείαν και
απόλαυσιν.

211

Μη επαναπαύεσαι ποτέ εις την σοφίαν· είνε το επικινδυνωδέστερον όπλον
κατά της ανθρωπότητος, όταν χειρίζεται αδεξίως· λαμπάς, ήτις φωτίζει,
ή κατακαίει.

212

Τόλμη: πτέρυγες διά το μεγαλείον, — βάραθρον διά την σμικρότητα.

213

Δύνασαι να λυτρωθής από τας έξεις της σαρκός, εφ' όσον η σαρξ σου
γηράσκει· εφ' όσον όμως γηράσκει το πνεύμα σου, αι έξεις σου
προσκολλώνται εις αυτό ισχυρώτερον.

214

Η παρατηρουμένη μεταξύ των όντων και των πραγμάτων διαφορά, είνε
εντελώς επιπολαία· η δε λεγομένη ποικιλία της φύσεως είνε απλούστατα
μία αιωνία μονοτονία, την οποίαν δεν προφθάνει ν' αντιληφθή ο
άνθρωπος, διότι είνε τόσον βραχύβιον ον, ώστε, μόλις ανοίγει τους
οφθαλμούς, τους κλείει διά παντός.

215

Δύνασαι να ίδης πίπτοντα τον κεραυνόν, και να είπης: «Μπα! αυτό είνε
όλον;» Ουδέποτε όμως εθεώρησες άνευ δέους την μεμακρυσμένην αστραπήν,
ήτις τον προήγγειλεν.

216

Είνε τόσον περίεργον και τόσον ασύλληπτον πράγμα ο βίος, ώστε και μία
χιόνος νιφάς, πίπτουσα εις το τζάμι του παραθύρου σου και μη πίπτουσα
εις το πλαίσιον, πίπτουσα εδώ και μη πίπτουσα εκεί, δύναται ν'
αποτελέση ακαριαίως συνθήκην, από την οποίαν εξαρτάται η ψυχολογία
μιας στιγμής της ζωής σου.

217

Τρομερόν διά την τύχην ενός λαού, να έχη πόδας παραλύτους και κεφαλήν
υγιά· αλλ' είνε ασυγκρίτως τρομερώτερον, να έχη υγιείς πόδας και
κεφαλήν παράλυτον.

218

Δύο τινά παραμένουν αθάνατα διά τον νουν του ανθρώπου· ο Θεός εις τον
ουρανόν, και η μεγάλη Ιδέα επί της γης· ό,τι δε διετέθη κατ' αυτών,
εις ουδέν άλλο συνέβαλεν, ή εις την ιδίαν εξόντωσίν του.

219

Αι έκτακτοι περιστάσεις γεννώσι τας εκτάκτους φύσεις, και αι συνήθεις
τας συνήθεις· αλλοίμονον δε εις τον άνθρωπον της γαλήνης, όστις
εγεννήθη εν τρικυμία· και εις τον άνθρωπον της τρικυμίας, όστις
εγεννήθη εν γαλήνη· ο πρώτος ασφυκτεί, ο δεύτερος πνίγεται.

220

Η βία είνε μηδέν ως έργον εξοντώσεως, η καταστολής μιας γεννωμένης
ιδέας· η ιδέα μόνον διά της ιδέας καταπολεμείται.

221

Η Ανάγκη είνε ο άξων, περί τον οποίον όλα μεταβάλλουσιν όψιν,
ουδέποτε δε υπό το κράτος αυτής ηδυνήθη να εύρη ηχώ η Αλήθεια, και να
μετρηθή η Αρετή διά του χρυσού μέτρου, το οποίον έρριψε μεν εξ
αγαθότητος ο Θεός εκ του ουρανού, αλλ' ο επί της γης αντίπαλος αυτού
αφήρεσεν επιτηδείως εκ των χειρών του ανθρώπου και έκοψε δι' αυτού
νομίσματα.

222

Το δένδρον της ελευθερίας έχει όρια, άνω των οποίων υψούμενον,
αποβαίνει αυθάδεια προς τον ουρανόν, όστις το ραίνει διά της δρόσου
του, και προς την γην, ήτις το εγέννησε και το βαστάζει εις τους
κόλπους της.

223

Υπάρχουν και αλήθειαι ψευδοφανείς· υπάρχουν και ψεύδη αληθοφανή· η δε
λογική μιας ιδέας, δεν συμβαίνει να ήνε πάντοτε και ιδέα της λογικής.

224

Η αθωότης, και διεφθαρμένη εάν ήνε, δύναται να τύχη συγγνώμης· η
διαφθορά όμως, όσον αθώα και εάν ήνε, ουδέποτε

225

Όταν ο στόμαχος παίζη βιολί, ο εγκέφαλος αρχίζει πολύ κακόν χορόν.

226

Επί εκατόν αυτοχειριών, αι εννενήκοντα εννέα δεν είνε αποτέλεσμα της
επιρροής του περιβάλλοντος ημάς κόσμου, αλλά του περιβαλλομένου εν
ημίν, όστις, ουχί σπανίως, είνε πλειότερον του πρώτου αμείλικτος.

227

Η ώθησις προς την πρόοδον είνε μέγα ευεργέτημα διά τους δυναμένους να
προχωρήσουν· μέγα όμως έγκλημα κατά των μη στηριζομένων καλώς εις
τους πόδας των· θα ίδης πολλούς τοιούτους, πίπτοντας μετά το πρώτον
βήμα των υπό τους γέλωτας του κόσμου.

228

Η επιρροή των μεγάλων ανδρών επί του κόσμου, ουδαμού ασκείται
ισοδυνάμως, εφ' όσον ο κόσμος αποτελεί πλάστιγκα, της οποίας, όταν
ανυψούται ο είς βραχίων, συνεπάγεται την κατάπτωσιν του ετέρου.

229

Η εναλλαγή της ελπίδος με την απελπισίαν εν τη ψυχή, αποτελεί το
δεινότερον των μαρτυρίων· κάποιος μέσος όρος μεταξύ θανάτου και ζωής·
κάποιον νέον είδος ζωής, ή κάποιον νέον είδος θανάτου.

230

Θ' ακούσης να λέγουν, ότι ουχί σπανίως παρουσιάζονται τα πράγματα
εκτοπισμένα και ανακατωμένα εις τον κόσμον· εν τούτοις, μεθ' όλον το
ανακάτωμά των, αργά ή γρήγορα κατορθώνουν να ευρίσκουν την σειράν
των, και την εποχήν των, και τον τόπον των. — εφ' όσον τουλάχιστον η
γη δεν αποφασίζει να μείνη ακίνητος.

231

Ο ευγενέστερος άγριος: άνθρωπος οργιάζων υπό προσωπίδα.

232

Η κοινή γυνή είνε ο μόνος δαίμων αντάρτης, όστις φρουρεί την χρυσήν
πύλην του παραδείσου και προστατεύει την ειρήνην και την ευδαιμονίαν
του.

233

Ν' απεχθάνεσαι τον φιλάργυρον, όσον και τον βδελυρώτερον των
κακούργων· αμφότεροι κάτι θ' αφαιρέσουν από την φύσιν.

234

Οσάκις ακούεις ότι απέθανε φιλάργυρος, να πιστεύης ότι επανεδόθη κάτι
εις τον κόσμον, ότι η γη ελάφρωσεν, ότι εμεγάλωσεν η ημέρα, ότι τα
άνθη ευωδιάζουν περισσότερον, ότι ο ήλιος έγινε θερμότερος, ο ορίζων
διαυγέστερος και αι σκιαί διαφανέστεραι.

235

Η φήμη είνε η γελοιωδεστέρα θεότης, η οποία δύναται να έχη εκατό
στόματα, αλλ' οφθαλμού ούτε ίχνος έχει. Πόσοι γνωρίζουν ποίος
κατεσκεύασε τον εν Εφέσω ναόν της Αρτέμιδος; ελάχιστοι· ποίος όμως
αγνοεί, ότι τον έκαυσεν ο Ηρόστρατος;

236

Όταν γίνεται κακώς η εγχείρησις, αντί να κλείση η πληγή, ανοίγει
μεγαλειτέρα.

237

Όταν η ζηλοτυπία δεν αποτελή φρενολογικόν φαινόμενον, είνε τόσον
υψηλά, ώστε ούτε ο ποιητικώτερος έρως δύναται προς αυτήν να συγκριθή.

238

Συντελούνται πολλάκις επί της γης ολέθρου και καταστροφής έργα, διά
τα οποία θα είπης, ότι και αυτός ακόμη ο Θεός δίδει χείρα βοηθείας
εις τον Σατανάν.

239

Η πραγματική ευτυχία δεν είνε αντικειμενική, είνε υποκειμενική.
Έκαστος άνθρωπος γεννάται με την ευτυχίαν εντός του, και την
τοποθετεί όπου θέλει. Διά τούτο οι δυστυχείς, ή δεν έχουν πλέον εντός
των το πτηνόν αυτό, ή δεν ευρίσκουν πού να το τοποθετήσουν

240

Φοβού τα ακροσφαλή ύψη· από υψηλότερα θα πέσης, εις πλείονα τεμάχια
θα συντριβής.

241

Η φιλελεύθερος φύσις, ο αδαμάντινος χαρακτήρ, η απεριόριστος και
μεγάλη καρδία, μόνον διά των ιδίων δυνάμεων δύνανται ν'
αποκαταστήσωσι την ευδαιμονίαν των εν τω κόσμω τούτω· όταν συνδεθώσι
μετ' άλλης υπάρξεως, και η φύσις δεσμεύεται, και ο χαρακτήρ
αλλοιούται, και η καρδία περιορίζεται και περιστέλλεται.

242

Η γυναικεία καρδία ομοιάζει προς μαλακόν σπόγγον, επί του οποίου
υπάρχει κεκολλημένον τεμάχιον λίθου· ο λίθος προκαλεί εκδοράς, ο
σπόγγος τας θωπεύει μαλακά, πολύ δε αργά κατανοείς, ότι διά της
συνεργασίας αυτής σου αφηρέθη και η τελευταία του αίματος σταγών.

243

Το σπουδαίον δεν είναι πώς να ρίψης κάτω μίαν κεφαλήν χαλασμένην,
αλλά πώς να επαναφέρης αυτήν εις την θέσιν της.

244

Υπάρχει μία περίοδος διά τους ερωτευμένους, καθ' ην οι οφθαλμοί των
ουδέν βλέπουν πέραν του προσφιλούς των όντος, και τα ώτα ουδέν
ακούουν πλειότερον της φωνής του· είνε μία εκ των καταστάσεων
εκείνων, ήτις χαρακτηρίζει τους αγγέλους εν τω ουρανώ, και επί της
γης τους ηλιθίους. Ουδέν εκ των εγκοσμίων προσελκύει την προσοχήν
των, παν δε ό,τι δεν καθηδύνει, ή δεν εκπικραίνει τας στιγμάς των,
παρέρχεται απαρατήρητον, ως πράγμα αφορών εις άλλους κόσμους,
αλλοτρίους εκείνου, εν τω οποίω ζώσι, και εκ του οποίου αντλούσι τας
μικροηδονάς και τας μικροπικρίας των.

245

Ό,τι δεν συγχωρεί η κρίσις, το συγχωρεί το αίσθημα· είνε δύο
δικαστήρια εντός σου, εκ των οποίων συνήθως το έν αναιρεί την
καταδίκην του άλλου.

246

Η φορά των πραγμάτων είνε πολύ δύσκολον να μεταβληθή, πολύ δε μάλλον
όταν τυγχάνη φύσεως κακής· παν πνεύμα, όπερ ήθελε προταχθή, όπως
παρεμποδίση τον ρουν των, συνετρίβη όσον μέγα και ισχυρόν αν ήτον·
αδιάφορον αν μετά ταύτα επεκράτησε και επέτυχε.

247

Ουρανός θυελλώδης και φλεγόμενος εκ των κεραυνών, ωκεανός εν
τρικυμία, με τα κύματα ως όρη, δεν παρέστησαν τρομερώτερον θέαμα, από
την θύελλαν και την τρικυμίαν ενός λαού.

248

Ο χρυσός είνε ο διαβολικότερος φακός, διά του οποίου θεώμενα τα
πράγματα, φαίνονται εις τους οφθαλμούς του ανθρώπου, τα μεν ανάποδα
όρθια, τα δε όρθια κατωκέφαλα.

249

Μη στηρίξης ποτέ τας ελπίδας σου εις τον ουρανόν, αφού και αυτός
ουδαμού στηρίζεται.

250

Αδικείς; ικανοποίει. Όταν βλέπω άνθρωπον πράξαντα κακόν, και
αναβάλλοντα την ικανοποίησιν του αδικηθέντος, ενθυμούμαι τον εαυτόν
μου, όταν αναβάλλω τον καθαρισμόν των υποδημάτων μου από του
βορβόρου, με την ιδέαν ότι μετά δύο βήματα θα τα λερώσω εκ νέου.

251

Δεν υπάρχει παραδοξώτερον εν τη φύσει από τον οργανισμόν του
ανθρώπου· βλέπει μίαν βάσανον καθ' ύπνους, εξυπνά έντρομος· την
υφίσταται εγρηγορών, πίπτει ήσυχα και κοιμάται.

252

Μάθε προσέτι και τούτο: ό,τι άσχημον ίδης, δεν είνε διάβολος· εάν
ούτος ήτο τόσον δυσειδής, όπως τον ζωγραφίζουν οι αγιογράφοι, θα ήτον
ακινδυνότερος και αυτών των Χερουβείμ· δεν θα είχε κανένα οπαδόν.

253

Μεταξύ των ανθρώπων δύο μεγάλοι τύποι υπάρχουσιν, υπέρτεροι πάσης
περιγραφής, προ των οποίων ιλιγγιά η αντίληψις και σκοτίζεται η
κρίσις· ο του εξόχως αγαθού και ο του εξόχως αχρείου. Αποτελούσιν
αμφότεροι δύο άπειρα, εντός των οποίων ούτε ωρισμένη διεύθυνσις
υπάρχει, ούτε σταθμός διά το βλέμμα.

254

Μέγα πράγμα είνε να προχωρής προς τα εμπρός, αλλά μέγιστον να στρέφης
ενίοτε και προς τα οπίσω το βλέμμα σου.

255

Περισσότερον φοβείσαι την συμφοράν, όταν την μετρής διά της φαντασίας
σου, παρ' όταν καταβάλλεσαι υπ' αυτής, παλαίσας σώμα προς σώμα.

256

Δεν αρκεί να δύνασαι διά να πράττης, πρέπει και να θέλης. Μόνον επί
του αξιώματος τούτου στηρίζεται η επιβολή εις τον κόσμον και το
αληθές μεγαλείον.

257

Ουδέν των ανθρωπίνων έμεινέ ποτε άνευ μυστικής τίνος τιμωρίας ή
μυστικής ικανοποιήσεως· η κακία, όσον και αν έζησεν, απέθανεν· η
αρετή, όσον και αν απέθανεν, ανέζησεν.

258

Εάν υπάρχουσι στιγμαί, καθ' ας πρέπει να θαυμάζη τις εαυτόν, είνε
εκείναι, καθ' ας υφίστασαι έν μαρτύριον, χωρίς να παραφρονήσης. Η δε
ιδέα του Σίλλερ, ότι, «όταν εις τοιαύτην περίστασιν δεν χάση τις τον
νουν του, σημαίνει ότι δεν έχει νουν διά να χάση», δεν είνε καθόλου
ορθή.

259

Φρόντισε να έχης αξίαν, αλλά και να σου την αναγνωρίζουν· και ο
ηλιθιότερος των ανθρώπων ημπορεί με μίαν μωρίαν του να σου καταστρέψη
εργασίαν δεκαετηρίδων ολοκλήρων.

260

Ο ασθενής χαρακτήρ και το ασθενές πνεύμα δεν συλλαμβάνουν τίποτε·
επλάσθησαν διά να συλλαμβάνωνται αιωνίως. Τα τοιαύτα όντα έχουσιν
ιδιαιτέραν μυθολογίαν, ένθα εξεικονίζονται οι θεοί των ως υποζύγια,
συρόμενα και τυπτόμενα επί της σπονδυλικής στήλης υπό των παθών των.

261

Η αθεΐα είνε επιστήμη και αυτής της θεολατρείας αψηλοτέρα, άθεος δε,
χωρίς βαθείας θεολογικάς γνώσεις, εξευτελίζει τον τίτλον.

262

Οι άνθρωποι όχι μόνον δεν είνε οι ίδιοι, αλλά διαφέρουσι πολλάκις
κατά τεράστιον λόγον και διίστανται και απόστασιν δυσυπολόγιστον.
Διότι, νομίζω, ουδείς μαθηματικός υπολογισμός δύναται ν' ανεύρη την
διαφοράν μεταξύ δύο ανθρώπων, του ενός μεθυομένου επί τη θέα του
αίματος, και του ετέρου λιποθυμούντος εκ φρίκης.

263

Η ατομική του ανθρώπου ανατροφή, δεν είνε αποτέλεσμα διδασκαλίας,
αλλ' αυτόχρημα λογικής· οι δε επιβαλλόμενοι τύποι, οι αποτελούντες
τους λεγομένους «καλούς τρόπους», είνε συνηθέστατα απόρροια ανησίας,
ασυγγνώστου διά σωφρονούντας ανθρώπους, και μάλιστα όταν επιβάλλωνται
ως κοινωνικαί ανάγκαι.

264

Δεν θα έσφαλέ τις εάν έλεγεν, ότι οι λεγόμενοι «καλοί τρόποι» τόσω
μάλλον θεωρούνται αναγκαίοι, όσω πλειότερον ανόητοι είνε.

265

Η πρόοδος δεν υπήρξε ποτέ από του πρώτου βήματός της επιτυχία· εξ
εναντίας, όσω μείζονας δυσκολίας απήντησε, και όσω τραχυτέραν και
σκολιωτέραν οδόν ηύρυνε, κατά τοσούτον υπήρξε και αξιοθαύμαστος, κατά
τοσούτον και θετικωτέρα.

266

Η ηθική δύναμις, αφ' ης εκπηγάζει το μεγαλείον, είνέ τι ένθεον,
εδρεύον εν τη ψυχή και ουχί εν τω χρηματοκιβωτίω, και απολύτως
ανεξάρτητον των μέσων, άτινα ο εξωτερικός κόσμος διαθέτει προς την
ανάπτυξιν και την δράσιν του.

267
Όταν θελήσης να πράξης κάτι μέγα, ουδέποτε σου λείπει η ευκαιρία.

268

Ότι το ήμισυ εκάστης γενεάς είνε ευεργετικόν και αγωνίζεσαι υπέρ του
άλλου ημίσεως, είνε φαινόμενον πασιφανές· αλλ' ότι το παθητικόν
ήμισυ, τείνει πολλάκις εις την ματαίωσιν του ευεργετικού αγώνος του
πρώτου, δεν είνε πασιφανές δι' όλους· από τους μεν δεν συμφέρει να
κατανοηθή, από τους δε διαλανθάνει, και ούτως η δρώσα μερίς ομοιάζει
προς μηχανήν κεκορεσμένην ατμού, ήτις, ή οπισθοδρομεί, ή έχει κάτωθεν
άφρακτον δικλείδα, διά της οποίας ο ατμός ματαίως χάνεται, η δε
μηχανή παραμένει συνήθως αδρανής και ακίνητος.

269

Πολύ περίεργος είνε η διαδοχή των πραγμάτων και των όντων εις τον
κόσμον τούτον, αλλ' είνε φαινομενική μόνον· αλλάσσουσι πράγματι
θέσεις από αιώνος εις αιώνα και από στιγμής εις στιγμήν αλλ' εάν ήτο
δυνατόν να ενσαρκωθώσιν οι αιώνες και να θεωρήσωσιν αλλήλους,
ταχύτατα θ' ανεγνώριζεν ο πατήρ τον υιόν, και ο υιός τον πατέρα.

270

Η τιμή δεν διαφεύγει τόσον εύκολα από τους όνυχας της γυναικός, όταν
ευρίσκεται καλώς εδρεωμένη εκεί, όπου την έταξεν ο Θεός — ή ο
διάβολος, διότι περί τούτου υπάρχουν και κάποιαι αμφιβολίαι. Είνε
ιδέα· το να κλαπή δε μία ιδέα τόσον εύκολα, σημαίνει ότι δεν
ευρίσκεται εντός του κρανίου, αλλά κυματίζει επάνω από τα πτερά του
καπελλίνου.

271

Το καλόν πνεύμα ομοιάζει με το καλόν βιολί· όσω παλαιότερον γίνεται,
τόσω και ωραιότερα παίζει.

272

Όταν ίδης πολύπλοκα συστήματα, να τα θεωρής πάντοτε ως αποτελούντα
κίνδυνον διαλύσεως, παρά συναρμογής. Μη λησμονής, ότι δύο πλάκες
περιείχον τους νόμους των Εβραίων, και δώδεκα πίνακες εν τω
Καπιτωλίω, τους νόμους των Ρωμαίων.

273

Την χαράν τότε θα αισθανθής βαθυτέραν, όταν την εννοήσης ως
βραχυτέραν.

274

Φευ! ποίαν ποινήν φρικτήν επέβαλεν ο Θεός εις τον άνθρωπον. Έδωκεν ως
μέτρον της ηδονής του την στιγμήν, και ως μέτρον της οδύνης του τον
αιώνα. Απαίσιον μετρικόν σύστημα, καθ' ο το απείρως μέγα κέκτηται ως
πολλοστόν το απείρως σμικρόν.

275

Ουδέποτε ο ανήρ εδείχθη τόσον εμφύτως μύστης της αισθητικής, όσον η
γυνή· με την διαφοράν, ότι την κρίσιν αυτής διέπει βαθεία αίσθησις,
όπερ σημαίνει, ότι την αίσθησίν της δεν διέπει βαθεία κρίσις.

276

Μεγαλειτέραν δυσκολίαν θα δοκιμάσης, εάν επιχειρήσης να δείξης ότι
δεν αγαπάς, όταν αγαπάς, παρ' ότι αγαπάς, όταν δεν αγαπάς.

277

Το βιβλίον, και εις όσους δεν ενέκυψαν εις αυτό, και εις όσους δεν το
ήγγισαν, προκαλεί πάντοτε είδος τι σεβασμού, μη προκαλουμένου εις τον
κόσμον, ουδ' απ' αυτό το ακαταγώνιστον μυστήριον του πλούτου και της
ισχύος.

278

Εάν υπάρχη ευγενεστέρα συγγένεια και επαφή μεταξύ των ανθρωπίνων
πνευμάτων, είνε εκείνη, καθ' ην η σοφία του ενός μεταδίδεται εις το
έτερον, καθ' ην το έν εργάζεται και εξαντλείται, όπως καταστήση το
άλλο ακμαιότερον και σοφώτερον, χάριν κοινού σκοπού και κοινής
πατρίδος.

279

Ω, το κακό είνε κρυφό και άγνωστο μυστήριο,
κόκκος μικρός κι' αόρατος, που στην καρδιά μας κρύβεται,
μα σαν ξεσπάση μια φορά αφίνει δηλητήριο,
που κι' ένας κόσμος απ' αυτό χαλιέται και συντρίβεται.

280

Έν παροδικόν και επιπόλαιον συναίσθημα, στηριζόμενον εις μίαν
πτερόεσσαν ανάμνησιν, είνε ικανόν πολλάκις να καθηδύνη και την
πικροτέραν πραγματικότητα.

281

Το μέγα, εν όσω δήποτε ελαχίστω και αν ευρέθη εσφηνωμένον, πάντοτε
εθαυματούργησε και ενίκησεν· η νίκη του ήτον αυτής της φύσεως νίκη,
ουδεμία δε πίεσις ηδυνήθη ποτέ να τα εξισώση.

282

Οσάκις το αγαθόν ερμηνεύθη και εχειρίσθη κακώς, υπήρξε το
μεγαλείτερον όργανον της καταστροφής· κατέστρεψε διά της
εμπιστοσύνης.

283

Απόφευγε τας αβασανίστους πεποιθήσεις· όταν μία τοιαύτη ριζωθή εις
την ψυχήν σου, δεν θ' αποσπασθή, ειμή μετ' αυτής.

284

Η ανθρωπίνη ψυχολογία αναστρέφεται πολλάκις τοσούτον παραδόξως, ώστε
και η υπερβολή της λύπης να εκδηλούται διά γελώτων, και η υπερβολή
της χαράς διά δακρύων.

285

Συμβαίνει πολλάκις να φαντάζεσαι πράγμά τι, και να λέγης: —
«Βεβαίως· αυτό είνε δυνατόν να γίνη». Συμβαίνει δε να το βλέπης
πραγματοποιούμενον, και να λέγης: — «Α, αυτό είνε αδύνατον»

286

Τα ημιτελή έργα καθιστώσιν οικτροτέραν την όψιν του κόσμου· ουδέν δε
ευάρεστον προσθέτουν εις την ποικιλίαν αυτού, ούτε ελαττώνουν τας
ανάγκας του· πολλάκις μάλιστα τας διπλασιάζουν.

287

Θέλεις να σε αγαπήση περισσότερον η ερωμένη σου; κάμε την να
πιστεύση, ότι δυνατόν και να παύσης να την αγαπάς· πρόσεξε όμως μη
σου παίξη το ίδιον παιγνίδιον, διότι την έχασες.

288

Οσάκις ο άνθρωπος το αποφασίση με τα σωστά του, υπερβαίνει και αυτήν
την φύσιν εις το μυστήριον.

289

Εάν ηδύνατο ο ευτυχής να είπη διατί είνε ευτυχής, και ο δυστυχής
διατί είνε δυστυχής, έσο βέβαιος, ότι και η ευτυχία και η δυστυχία θα
ήσαν τόσον γνωσταί εις τον κόσμον, ώστε θα καθίσταντο άγνωστοι εις
αυτόν. Διότι η ευτυχία και η δυστυχία, είνε τα μόνα πράγματα, τα
οποία, όταν γίνουν τελείως γνωστά, είνε ωσάν να μένουν άγνωστα.

290

Δεν ηξεύρω πώς εσκέφθη ο πρώτος άνθρωπος, ο αποφασίσας να καλύψη το
πρόσωπόν του υπό προσωπίδα· όπως δήποτε όμως και αν εσκέφθη, φαίνεται
ότι είχε την αρίστην ιδέαν περί της αξιοπρεπείας και του προορισμού
του ανθρώπου.

291

Όταν και αυτή η τρέλλα είνε αναγκαία δι' όλους, ο πραγματικώς τρελλός
είνε εκείνος που κάμνει τον φρόνιμον.

292

Είνε ευκολώτερον να γεμίσης με χρήμα τα θηλάκια ενός σπατάλου, παρά
ενός επαίτου.

293

Ο προορισμός του μεγαλείου είνε να φαίνεται· μεγαλείον κρυπτόμενον,
θεώρει κατώτερον και της ασημότητος εκείνης, ήτις προσπαθεί να υπερβή
τα ελεεινά όριά της.

294

Και αυτή η ηθική έχει τα όριά της, πέραν των οποίων προβαίνουσα,
περιπίπτει εις άλλην κατηγορίαν, ήτις, δεν ηξεύρωμεν εάν ημπορή να
κληθή ανηθικότης, της αρκεί όμως ότι δεν λέγεται ηθική.

295

Η ηθική δεν θέλει φρουράν· μόλις εννοήση τοιαύτην, δραπετεύει.

296

Η μεγαλειτέρα δύναμις της γυναικός είνε αυτή η αδυναμία της.

297

— Αγαπάς; — Ναι. — Είσαι άγγελος. Και ανταγαπάσαι;

— Όχι. — Ε, λοιπόν είσαι και κτήνος.

298

Θέλεις να ήσαι ευτυχής; γνώριζε πώς να ήσαι, και τούτο αρκεί διά να
γίνης.

299

Μη αναπτύσσης μακράς θεωρίας περί τιμής εις τους ανθρώπους·
ματαιοπονείς· όσοι έχουν ανάγκην αυτών, δεν θα τας εννοήσουν· όσοι θα
τας εννοήσουν, δεν έχουν την ανάγκην των.

300

Οι λαοί δεν αποθνήσκουν ευκόλως· νεκροφανείας μόνον υφίστανται και
επανέρχονται εις την ζωήν — αρκεί να μη ενταφιασθώσι ζώντες.
 
 

Η Χρυσή Διαθήκη – Συμβουλαί προς τον πετεινό μου(301-Συμπέρασμα)


Δ'.



301

Άκουσον, ω Πετεινέ, και τούτο. Να μη επαίρεσαι ούτε διά το στέμμα
σου, ούτε διά την λαμπρότητα των πτερών σου· η ειμαρμένη είνε συνήθως
τοσούτον ανεπιτηδεία και βιαστική, ώστε, αποσπώσα έν στέμμα από μίαν
κεφαλήν, το αποσπά ενίοτε μαζύ με το δέρμα.

302

Όταν διέλθης από την καλύβην ενός σοφού, και από το μέγαρον ενός
ηλιθίου, και ίδης γίγαντας να εισέρχωνται εις την καλύβην και νάννους
εις το μέγαρον, δύνασαι να κραυγάσης, ως ο Αρχιμήδης: — Εύρον! εύρον!

Και αν οι διαβάται σ' ερωτήσωσι τι εύρες, δείξε και απάντησε:

— Το μέγιστον εν τω ελαχίστω, και το ελάχιστον εν τω μεγίστω.

303

Εκτίμα ό,τι έχεις· συνήθως απολαμβάνομεν ενός αγαθού όταν δεν
δυνάμεθα να το εκτιμήσωμεν, και το εκτιμώμεν, όταν δεν δυνάμεθα να το
απολαύσωμεν.

***

Ό,τι έχεις είνε πάντοτε αγαθόν, αρκεί να γνωρίζης πώς να το έχης.

304

Εάν ο έρως δεν εγεννάτο προ των θεών, αναμφιβόλως το θείον θα
συνελάμβανε την ιδέαν της δημιουργίας του, από το σύνολον της εικόνος
εκείνης, την οποίαν επαρουσίασαν στιγμαίως ο Οδυσσεύς και ο Κύκλωψ, ο
είς φερόμενος υπό την κοιλίαν του κριού, ο δ' έτερος ψηλαφών και μη
ευρίσκων τίποτε· εικών πανούργου, γίγαντος και τυφλού. Ιδού ο Έρως.

305

Λέγουν, ότι αι υψηλοτέραι κορυφαί αποσπώσι τον κεραυνόν· είνε αληθές,
αλλά συ μη φοβήσαι ν' ανέλθης. Διά να σου ρίψη ο άλλος τον κεραυνόν,
πρέπει να ήνε υψηλότερον σού· φρόντιζε λοιπόν να τον υπερβής.

306

Το τελειότερον των μέχρι νυν εφευρεθέντων όπλων παρά του ανθρώπου,
είνε η λογική του· είνε το μόνον όπλον, διά του οποίου επιτίθεται
ισχυρότερον, και αμύνεται ασφαλέστερον.

307

Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δύνασαι να μετρήσης ακριβέστερον του
έρωτός σου το μέγεθος, ειμή όταν λαμβάνης τα μέτρα του, διά να
κατασκευάσης το φέρετρόν σου.

308

Εάν έχης εντός σου τον δαίμονα της μεγαλοφυίας, ουδαμού θα εύρης
θέσιν κατάλληλον διά να σταθής· κ' εάν δεν υπάρχη οδός, διά να σε
ωθήση ούτος προς τα εμπρός, δεν θα ησυχάση πριν σε διαρρήξη.

309

Όταν βλέπης ότι νυκτώνει, τρέμε· δεν παρέρχεται εκάστη νυξ δι' όλους
τους ανθρώπους· είνε αδύνατον να μη παραμείνη επί ενός τουλάχιστον
μετώπου.

310

Η συμφορά είνε φιλοσοφία σιωπηλή.

311

Βεβαίως δεν βασιλεύει επιτυχώς επί ενός λαού, ο μη βασιλεύων εαυτού.

312

Εάν συμβή να εκλέξης μεταξύ ενός, θαυμάζοντος την υπερτέραν της
ιδικής του κακίαν, και ενός, μισούντος την υπερτέραν της ιδικής του
αρετήν, να προτιμήσης πάντοτε τον πρώτον, ως ειλικρινέστερον.

313

Διά πάσαν περίπτωσιν έν και έν κάμνουν δύο· τούτο λέγεται π ρ ό σ θ ε
σ ι ς. Όταν όμως εφαρμόζεται ο αυτός κανών και εις τον γάμον, τούτο
λέγεται δ ι α ί ρ ε σ ι ς.

314

Το ψεύδος ενέχει τόσον γόητρον, ώστε, όταν δειχθή ως αλήθεια, ουδείς
λόγος γίνεται πλέον περί αυτού.

***

Το ψεύδος ενέχει τα μυστήριον της αμφιβολίας, το οποίον δεν έχει μία
πασιφανής αλήθεια· είνε περιβεβλημένον με σκιόφως, το οποίον του
προσδίδει την επιβολήν του κατά τα ήμισυ αγνώστου, και του κατά το
ήμισυ γνωστού.

315

Ο καλήτερος στρατηγός δι' έν στράτευμα είνε η ιδέα.

316

Δεν θα εύρης ελεεινότερον φαινόμενον εις την φύσιν από το παράκαιρον·
εν τούτοις και τούτο επροστατεύθη από την Σοφίαν, ήτις διέπει τον
κόσμον, διότι του εδώρησε την ορμητικότητα εκείνην, ης στερείται το
ομαλώς εξελισσόμενον, το μη φοβούμενον διά την επαύριον, της οποίας
την γονιμότητα έχει εξασφαλίση από της προτεραίας.

317

Και ισόβιοι στρατηγοί απεστρατεύθησαν· ισόβιοι έξεις ουδέποτε.

318

Διά την γυναίκα καλόν είνε ό,τι την ευαρεστεί, κακόν, ό,τι δεν την
κολακεύει.

319

Η τιμή είνε τοσούτον ισχυρά, αλλά και τοσούτον εύθραυστος, ώστε, ενώ
όρος πίπτον επ' αυτής αδυνατεί να την κλονήση, μία θριξ την
καταρρίπτει εις άπειρα τεμάχια.

320

Ουδέποτε να δίδης πολλήν προσοχήν εις τας θεωρίας· η ιστορία των
πραγμάτων είνε πολύ διαφορετική των θεωριών, — αίτινες αυτό τούτο
αποδεικνύουσιν: ότι δεν υπάρχει θεωρίας ανάγκη, όπου τα πράγματα
λαλούσι, και λειτουργούσιν ομαλώς και κανονικώς.

321

Το συναίσθημα της τιμής υπήρξε πάντοτε αιτία μεγίστων κακών· αλλά τα
κακά ταύτα, όσην και αν προεκάλεσαν βλάβην και διατάραξιν εις την
κοινωνικήν ισορροπίαν, κατ' ουσίαν εξησφάλισαν αυτήν πλειότερον.

322

Η ανθρωπίνη διάνοια είνε ωχρόν κάτοπτρον των συναισθημάτων της ψυχής,
μηδέν δυναμένη να εξεικονίση εκ τούτων, διά τούτο, εγκαταλείποντες
την ιστορίαν των θειοτέρων εμπνεύσεων, κατατριβόμεθα συνηθέστατα με
τα επεισόδια, αποπειρώμενοι να επιδείξωμεν την δύναμίν μας εκεί, ένθα
μόνον την αδυναμίαν μας αποδεικνύομεν.

323

Εάν σου είνε πεπρωμένον να κινήσης τον οίκτον ή τον γέλωτα του
κόσμου, να προτιμήσης τον οίκτον· καλήτερον θύμα, παρά σαλτιμπάγκος.

324

Και αυτή η ήττα, ηρωικώς υφισταμένη, αναγορεύει τον ηττηθέντα ήρωα,
ίσως υπέρτερον και του νικητού.

325

Νεάζομεν; διευθύνομεν το βλέμμα προς τα εμπρός· γηράσκομεν; στρέφομεν
αυτό προς τα οπίσω· ουδείς βλέπει προ των ποδών του, διά τούτο δε οι
πλείστοι καθ' έκαστον βήμα μας, σκοντάπτομεν και εις τα απλούστερα
πράγματα.

326

Ο έρως είνε η λυδία λίθος της ψυχής.

327

Όταν θ' αρχίσης ν' αγαπάς, πρόσεξε καλώς, και θ' ακούσης εντός σου
μίαν άλλην φωνήν, ήτις θα σου ομιλήση διά πρώτην φοράν πολύ παράδοξα
πράγματα. Είνε αυτός ο έρως, ο οποίος θα σου λέγη:

— Εγώ είμαι η νόσος σου, και το πάθος σου είμαι εγώ· αλλά σου
περιβάλλω τούτο με τόσην γοητείαν, ώστε ημπορείς ν' απορρίψης πάσαν
άλλην ηδονήν, διά να βασανίζεσαι αιωνίως από την γλυκείαν μου οδύνην,
την οποίαν, ούτε θα θελήσης, εάν δυνηθής, να την αποφύγης, ούτε θα
δυνηθής, εάν το θελήσης.

328

Η γυνή μόνον όταν δεν θέλει δεν απατά τον άνδρα· σπουδαίον μόνον είνε
το πώς να μη θέλη.

329

Δεν είνε τόσον αυτοκτονία το να φονεύης εκουσίως το άτομόν σου, όσον
το να καταβιβάζης αυτό κατωτέρω της αξίας του.

330

Όπου βλέπεις στέφανον δάφνης, αμφίβαλε· όπου βλέπεις ακάνθινον
στέφανον, πίστευε· περισσοτέραι άκανθαι έστεψαν την αληθή δόξαν, παρά
δάφναι.

331

Τα ελευθέρια ήθη είνε οι φρουροί των αυστηρών.

332

Η δας δεν είνε μόνον διά να καίη, αλλά και διά να φωτίζη· το ζήτημα
είνε πώς να γνωρίζη τις από πού να την κρατή.

33

Οσάκις οι φιλόσοφοι έκλαυσαν διά τας συμφοράς του κόσμου, και ο
κόσμος δεν εβράδυνε να κλαύση διά τας ιδικάς των·

334

Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είνε τόσον παράδοξος και τόσον εκτός των
φυσικών νόμων, ώστε, ενώ χείμαρρος συμφοράς αδυνατεί να τον κλονήση,
δύναται να κατορθώση τούτο έν απλούστατον δάκρυ.

335

Άνευ του έρωτος, ο ιερεύς δεν έφερε πάντοτε την ευτυχίαν· και άνευ
του ιερέως όμως, την έφερε πάντοτε ο έρως.

336

Οι τύποι και η ουσία των πραγμάτων εναλλάσσουσι τας θέσεις των εις
τοσούτω αισθητόν βαθμόν, ώστε προς τήρησιν τούτων και περιφρόνησιν
εκείνης, καταναλίσκεται όλη η ζωή και όλη η δύναμις του ανθρωπίνου
πνεύματος.

337

Θέλεις να γράφης; όρεξιν να έχης και γράφεις ό,τι θέλεις· ο κόσμος
περιέχει άπειρα ζητήματα, ή, διά να ήμαι ακριβέστερος, ολόκληρος ο
κόσμος είνε ζήτημα.

338

Όπου ακούεις στόμαχον διεγειρόμενον, τρέμε· ο στόμαχος είνε η λογική
των λαών.

339

Η οδύνη, είνε πολύ υψηλοτέρα της ηδονής· η ηδονή είνε ειδύλλιον, αλλ'
η οδύνη είνε εποποιία.

340

Δύναται και η ουσιαστική ελευθερία να καταλυθή, αλλά να ζη το ιδεώδες
της· όταν όμως καταλύεται το ιδεώδες αυτής, η ελευθερία είνε και της
δουλείας χειροτέρα.

341

Όταν βλέπης επαίτην άνευ χειρών, μη ερωτάς ποίος είνε και από πού
έρχεται· ελέει αυτόν αφειδώς· δύο χείρες ολιγώτερον, δύο χιλιάδες
καλά περισσότερον εις τον κόσμον.

342

Θετικώτερον και μάλλον αναμφισβήτητον σύμπτωμα της σήψεως ενός λαού
είνε, ότι εκάστη πληγή, αντί να προκαλή άλγος γίνεται δεκτή
αναισθήτως.

343

Ο πανικός είνε η άρνησις του ενθουσιασμού· μέθη και ο είς, μέθη και ο
έτερος· πτερά ο είς και ταχύτητα θυέλλης, πτερά ο έτερος και ταχύτητα
ανέμου· συντρίμματα ο είς έμπροσθεν, ναυάγια ο έτερος όπισθεν.

344

Η Δουλεία υπήρξε πάντοτε η αχάριστος κόρη της Ελευθερίας, ο δε
άνθρωπος, μόλις αισθάνεται τας χείρας του ελευθέρας, ουδέν άλλο
πράττει, ή να σφυρηλατή, διά παντός υλικού, δεσμά.

345

Όταν η σοφία αρχίζη να λέγεται ανία και πλήξις, είνε μυριάκις
προτιμωτέρα μία μετριότης, ήτις ανακουφίζει το πνεύμα, έστω και αν
διδάσκη ολιγώτερα.

346

Θέλεις να ήσαι βέβαιος ότι θ' αγαπηθής ειλικρινώς από μίαν γυναίκα;
μη την ζητήσης εντός του περιβόλου της ζωής, ανάμεινέ την παρά την
πύλην, εισερχομένην ή εξερχομένην, αδιάφορον· εκεί θ' ανταλλάξητε την
ειλικρινεστέραν χειραψίαν.

347

Μη παραξενευθής διότι το κακόν υπερισχύει εις τον κόσμον· αιτία
τούτου είνε αυτός ο θεός, όστις έχει ακατανόητον αδυναμίαν προς τον
διάβολον και του κάμνει τρομεράς παραχωρήσεις. Πρόσεξε εις τους
εξιλασμούς των θρησκειών· ουδέποτε ηννοήθησαν τοιούτοι, άνευ του
αίματος, ή των δακρύων του αθώου.

348

Είνε κοινώς παραδεδειγμένη η θεωρία, ότι τα έθνη γηράσκουσιν όπως τα
άτομα.

Πώς συμβαίνει όμως να θεωρήται ως γηραλέον έν έθνος, αποτελούμενον
από νέους ανθρώπους; φαίνεται, ότι η ζωή και το σφρίγος, τα
διαπνέοντα την ψυχήν ενός εκάστου ατόμου, δεν είνε ομοφυή και
ομοούσια με την ζωήν και το σφρίγος του άλλου· συναντώμενα δε εν
κοινή δράσει, παράγουσι κάτι αρνητικόν και αποκρουστικόν, αποτελούν
εν συνόλω διαρκή εξουδετέρωσιν πάσης ενωτικής δυνάμεως· θα έλεγέ τις,
ότι είνε νέφη, ετερωνύμως ηλεκτρισμένα, άτινα, συναντώμενα προς
κοινήν δράσιν, αντί να ρίψωσιν από κοινού σκιάν ευεργετικήν επί του
συνόλου, ρίπτουσιν ένα κεραυνόν.

Τούτο μαρτυρεί, ότι ο λεγόμενος εκφυλισμός των λαών, έχει μεγάλην
διαφοράν από τον εκφυλισμόν των ατόμων.

349

Η ελευθερία του πολίτου έγκειται εις την ελευθερίαν του πνεύματός
του· δούλος με ελεύθερον πνεύμα, ευρίσκεται εις υψηλοτέραν ηθικήν
σφαίραν, από ελεύθερον με πνεύμα δούλου.

350

Πολιτική με κ ό μ μ α, — έθνος με τ ε λ ε ί α ν.

351

Ο έρως είνε και νόσος και φάρμακον· άλλοτε καθιστά τους υγιείς
ασθενείς, άλλοτε τους ασθενείς υγιείς.

352

Υπάρχουσιν άνθρωποι, μηδέν άλλο πράττοντες, ειμή πώς να παρεμποδίζουν
και ν' απογοητεύουν τους δυναμένους να προχωρήσουν· δύναταί τις να
είπη, ότι τους αναγνωρίζουσι και τους φοβούνται· τους βλέπουσιν
ανατρεπτικούς, με νέας αρχάς, με νέας ιδέας, ετοίμους όπως
κατακρημνίσωσι τας ευρωτιώσας ιδικάς των, και, συσσωματούμενοι εν
ενί, τίθενται προ της οδού των άμα τω πρώτω βήματί των,
δικαιολογούμενοι, ότι οι νεώτεροι δεν εγεννήθησαν τέλειοι, και δεν
εφιλοσόφησαν από των σπαργάνων των.

Τους ανθρώπους τούτους να τους βδελύττεσαι και να τους πατάσσης·
ζητούν να περισώσωσι τα ελεεινά ναυάγιά των, αποπειρώμενοι κατά της
ανθρωπότητος ολοκλήρου.

353

Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκην μακράς διδασκαλίας διά να εκπολιτισθή·
όταν έχη διάθεσιν προς τούτο, εκπολιτίζεται αφ' εαυτού, μόλις ακούση
ότι υπάρχει πολιτισμός.

354

Μη νομίσης ποτέ, με όσα και αν πάθης κατά τον βίον σου, ότι απέκτησες
την πείραν της ατυχίας· είνε αύτη τοσούτον ανεξάντλητος και ποικίλη,
ώστε συνήθως μία και η αυτή, δύναται να μας εύρη απροκαλύπτους, και
να μας πλήξη εξ εκατόν ακόμη διευθύνσεων, υπό εκατόν μορφάς, δι'
εκατόν τρόπων και εκατοντάκις κατά λεπτόν.

355

Μη λαμβάνης μέτρα, διά να φρουρήσης ηθικήν, μηδόλως κινδυνεύουσαν·
την προσβάλλεις συ πρώτος.

356

Είνε αστεία τα δηλητήρια της γης προ των δηλητηρίων, τα οποία ρέουσι
διά του ιδίου αίματός μας εις τας φλέβας μας. Ελάχιστοι εφονεύθησαν
από τον κεραυνόν των νεφών του ουρανού· πόσοι όμως δεν φονεύονται
καθ' εκάστην, από τον κεραυνόν των νεφών του ιδίου των εγκεφάλου.

357

Να οικτείρης την αρετήν, την εξασκουμένην και προκαλουμένην διά
βραβείων· η πραγματική αρετή δεν έχει ανάγκην βραβείων· είνε και
βραβείον αυτή η ιδία.

358

Όταν ακούης μουσουργόν να τον ονομάζωσι μέγαν νουν, πίστευε ότι η
μεγαλοφυία του δεν εδρεύει εις τον νουν του, αλλά εις την καρδίαν.

Η μουσική, δεν είνε τόσον αντίληψις του εγκεφάλου, όσον αίσθησις της
καρδίας, και διά τούτο την αισθάνεσαι πρώτον επανερχομένην εις την
κοιτίδα της, και ύστερον την εννοείς.

359

Η ιστορία δεν θα σου αποκαλύψη αγριώτερον τύραννον, ούτε τρομερώτερον
δεσπότην από το Εγώ του ανθρώπου.

Έκαστος ημών έχει ενθρονίση εν εαυτώ από ένα τύραννον, απαύστως
απαιτούντα, απαύστως κορεννύοντα την δίψαν του από το ίδιον αίμα του,
και συνεπώς απαύστως διψώντα. Σε βεβαιώ, ότι ο Νέρων ήτον ο
δυστυχέστερος των υποτελών του, διότι είχεν εαυτώ έτερον Νέρωνα,
αγριώτερον και θρασύτερον του τυραννούντος την Ρώμην.

360

Η κακία είνε η ασφαλεστέρα συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων.

361

Ό έρως είνε μέγιστος, αλλά και ακατανόητος οικονόμος της φύσεως·
δημιουργεί διά του θανάτου, και φονεύει διά της ζωής.

362

Δεν είνε παράδοξον να ίδης και το ελάχιστον, να στενοχωρήται εν τω
μεγίστω πλειότερον, παρ' όσον το μέγιστον εν τω ελαχίστω.

363

Η αμαρτία αρχήν μόνον έχει, τέλος δεν έχει ποτέ.

364

Ούτε αι μεγάλαι δυστυχίαι, ούτε αι μεγάλαι ευτυχίαι, ούτε οι μεγάλοι
έρωτες σβέννυνται από την ανάμνησιν, εφ' όσον δεν εδοκίμασες
μεγαλειτέρους.

365

Και το σκοτεινόν χάος διεπέρασεν η ακτίς του ηλίου και του άστρου η
μαρμαρυγή· το σκότος όμως της ανθρωπίνης ψυχής τίποτε δεν το εφώτισεν
ακόμη.

366

Το ν' αποκρύπτης ελάττωμά σου είνε το μέγιστον των ελαττωμάτων σου·
το ν' αποκρύπτης δε προτέρημά σου είνε το ελάχιστον των προτερημάτων
σου.

367

Είνε τόσον γλυκύ το παρελθόν, και τόσον συμφυές καθίσταται με την
ατομικήν σου ιστορίαν, ώστε θ' αντήλλασσες πολλάκις ευχαρίστως και
μίαν αβεβαίαν πορφύραν του μέλλοντος, αντί ενός ράκους του
παρελθόντος.

368

Όταν τύχη ν' ακούσης εραστάς, λέγοντας ανοησίας, μη γελάσης· η
διάλεκτος του έρωτος είνε τόσον εκφραστική, ώστε και αυτή η
ασυναρτησία της, ισοδυναμεί προς την υψηλοτέραν ποίησιν και προς την
βαθυτέραν φιλοσοφίαν.

369

Ό,τι δεν δύνασαι να λύσης διά του νοός, προσπάθει και το λύεις διά
της καρδίας· ό,τι δεν δύνασαι να κατανοήσης, φρόντιζε να το
αισθάνεσαι.

370

Το πραγματικόν άπειρον εδρεύει εις την καρδίαν μάλλον, παρά εις τον
νουν· διότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία αισθάνεσαι, χωρίς να
εννοήσης· ουδέν όμως εννοείς, χωρίς προηγουμένως να το αισθανθής.

371

Ο φόβος και η μοχθηρία είνε οι χειρότεροι φύλακες εαυτών.

372

Από μίαν πασιφανή καλλονήν ημπορείς και να κορεσθής, και να μείνης
αναίσθητος προς την απόλαυσίν της· αλλ' από καλλονήν, της οποίας συ
ανακαλύπτεις το μυστήριον, δεν κορέννυσαι ποτέ.

373

Ο γάμος όταν δεν είνε σ ύ ν δ ε σ μ ο ς, είνε ε π ι φ ώ ν η μ α.

374

Πραγματική πατρίς διά τους ανθρώπους, δεν είνε η περιωρισμένη έκτασις
της γης, την οποίαν κατοικούσιν, ούτε προσέτι η κοινή θρησκεία· είνε
η κοινή γλώσσα και η κοινή ιδέα.

375

Ο ημεροδείκτης του έρωτος αρχίζει πάντοτε από την άνοιξιν· κατόπιν
ακολουθεί αναποφεύκτως θέρος, φθινόπωρον και χειμών· μη επιχειρήσης
ν' αρχίσης πάλιν με νέαν άνοιξιν, διότι θα βαίνης εις νέον έτος με το
καλενδάριον του προηγουμένου.

376

Καρδία 20 ετών, ξίφος κατακτητού.
Καρδία 40 ετών, σκήπτρον βασιλέως.
Καρδία 60 ετών, σαμάριον υποζυγίου.

377

Ασφαλέστερον στηρίζεσαι εις τους πόδας σου, όταν τρέμης από την
γυναίκα, παρ' όσον νομίζεις ότι στηρίζεσαι, όταν εκείνη τρέμει από
σε.

378

Όπου η ατιμία πληρώνεται με χρυσόν, η τιμιότης πληρώνεται με
μόλυβδον.



Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α



— Και τώρα, τι πλειότερα τούτων να σου είπω, και τίνων να σου
συμβουλεύσω ίνα παραλείψης την εκτέλεσιν;

Και πολλά είνε όσα ήκουσες, και ολίγιστα.

Ολίγιστα, διότι ο κόσμος είνε απέραντος· πολλά, διότι ο κόσμος είνε
πανταχού και πάντοτε ο ίδιος.

Κρατείς τόσας αλήθειας εις τας χείρας σου, τας οποίας τις οίδε και
πόσοι άλλοι εσκέφθησαν προ εμού· αλλά τούτο δεν αρκεί.

Το δύσκολον είνε πώς να τας αναγνωρίσης.

Και το δυσκολώτερον είνε πώς να τηρήσης αυτάς.

Και το πάντων δυσκολώτατον είνε, να πείσης και τους άλλους όπως
αναγνωρίσωσιν αυτάς.

Αλλ' όχι· δεν θα τας αναγνωρίσουν, διότι και ο κόσμος και η φύσις
ολόκληρος είνε μυστήριον, εις το οποίον ουδείς ουδέποτε κατόρθωσε να
εισδύση, και εξηυτέλισε τούτον εν τη αντιλήψει του ο άνθρωπος, και
παρεξήγησεν εκείνην ανοήτως.

Αυτή η φύσις, εάν την ερωτήσης, θα σου δώση το πρώτον μάθημα, και θα
σε ποδηγετήση προς την ευτυχίαν.

Θέλεις να την προσεγγίσης και να την αισθανθής;

Άφησε την ψυχήν σου ελευθέραν εν μια νυκτί εαρινή, ίνα λουσθή εις το
μυστήριόν της. Θα εννοήσης, ότι η ευωδία του άνθους και του φυτού,
απετέλεσαν το μαγικόν φίλτρον, το οποίον επανέδωκεν εις τον Φαύστον
την νεότητα και την καλλονήν, το οποίον χυνόμενον κατά σταγόνας εις
τα νεκρά της φύσεως στήθη, επαναφέρει τους διαλείποντας παλμούς της,
και φυγαδεύον τον τελευταίον στεναγμόν του παγετώδους Βορρά, με την
χλιαράν και μυροβόλον των Ζεφύρων πνοήν περιλούει ηδέως.

Εάν κατά την νύκτα εκείνην ηδύνασο να ερωτήσης το άνθος διά της
γλώσσης του, ή εάν η ακοή σου δεν ήτο τοσούτον πεπερασμένη, ή εάν
προς στιγμήν ηδύνασο να περιβάλης το άπειρον διά των ώτων σου και να
κύψης παρά τα φρίσσοντα πέταλα του διανοιγομένου κάλυκος, θα ήκουες
μίαν αλήθειαν άγνωστον και μεγάλην, μάγον και καταπλήττουσαν
αλήθειαν, ήτις θ' απεκάλυπτεν ενώπιον του εσκοτισμένου από τα ταπεινά
πάθη πνεύματός σου, νέον κόσμον πεποιθήσεων και ιδεών, και θα
επαρουσίαζεν ενώπιόν σου την πλάσιν, όπως την ηννόησεν ο δημιουργός
αυτής, και ουχί όπως ο άνθρωπος την αντελήφθη.

— Τώρα — θα σου έλεγεν ο διανοιγόμενος κάλυξ — ότε των ομμάτων σου η
αχλύς παρεσύρθη υπό του απείρου, τώρα, ότε η ακοή σου απεφράχθη από
τον ανυπέρβλητον του πεπερασμένου φραγμόν, στρέψε γύρωθεν το βλέμμα
σου και αναζήτησε της δημιουργίας το μυστήριον· δεν θα κοπιάσης επί
πολύ· θα το εύρης και εις τον φαλόν του πρώτου άνθους, και εις τον
βλαστόν του πρώτου δένδρου, και εις την χυμώδη ρίζαν του πρώτου
φυτού· τι και αν το φυτόν καλήται κάκτος, ή καλήται ευτελές
χαμαίμηλον, ή ευγενές ρόδον, ή καμέλια περικαλλής; η φύσις
διεμοίρασεν εις ημάς εξ ίσου και φιλοστόργως τας χάριτάς της, και
ό,τι εδώρησεν εις το ταπεινόν φυτόν, εδώρησεν εξ ίσου και εις το
ευωδέστερον άνθος.

Όχι· δεν είμεθα, ως εκλαμβάνετε ημάς σεις, διηρημένα εις γένη· όχι·
εις της ευδαιμονίας τα μυστήρια είμεθα εξ ίσου μεμυημένοι, και εξ
ίσου απολαύομεν των ζωογόνων του ηλίου φιλημάτων, και υπό την αυτήν
του Βορρά πνοήν αποφυλλιζόμεθα και θνήσκομεν.

Ο έρως περιίπταται μεταξύ των πετάλων και των φύλλων μας, ανεξαρτήτως
γένους και είδους· η δυσγένεια και η ευγένεια είνε άγνωστοι μεταξύ
ημών· εις τους βλαστούς μας ο αυτός χυμός κυκλοφορεί, και των ανθέων
μας το σπέρμα μετά στοργής ίσης αποθέτει ο Ζέφυρος επί της μητρός
γης.

Και θα σου προσέθετεν ακόμη:

— Ύπαγε και ειπέ εις τους ανίσους ανθρώπους, ότι ουδεμία μεταξύ των
όντων και των πραγμάτων διαφορά υπάρχει· ύπαγε και είπε, ότι το
συναίσθημα της ζωής ενυπάρχει παντού, το δε μυστήριον της ευδαιμονίας
του κόσμου, είνε το μύρον, το οποίον κατά την νύκτα ταύτην αναπνέεις·
είνε το χρώμα, τα οποίον καθηδύνει την όρασίν σου· είνε του ηλίου η
ζωογόνος ακτίς· είνε του άστρου η χρυσή μαρμαρυγή, και οι μύχιοι
παλμοί της αναδημιουργίας, ους, βυθισμένος εις τον βόρβορον της ζωής,
δεν ακούεις πλέον· είνε τέλος του θείου έρωτος η φωνή, ήτις μάτην σε
προκαλεί, απόκληρε της ευδαιμονίας, και μάτην εις το πρόσταγμά της
αναπετάννυσιν ενώπιόν σου την χρυσήν πύλην της Ζωής!. .

Ύπαγε και ειπέ εις εκείνους, ότι εις μάτην θ' αγωνίζωνται· δεν είνε
προωρισμένη η ασθενής χειρ των ίν' ανεγείρη τον μέγαν πέπλον, και ο
άνθρωπος ν' απογυμνώση του μυστηρίου του ένα θεόν!. . .

***

Εάν κατορθώσης ν' ακούσης την φωνήν ταύτην, εάν δεν παρασυρθής από
των ιδίων παθών σου τον χείμαρρον, ως κάρφος αχύρου, η Δ ι α θ ή κ η
αύτη η Χ ρ υ σ ή θα σε φρουρήση πλειότερον, παρ' όσον τείχος
σινικόν, και η αιγίς της Παλλάδος. . . . .