Η προσευχή, το φαγητό και η νηστεία των μοναχών!


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Η τυπική διάταξη και ο εσωτερικός κανονισμός από μοναστήρι σε μοναστήρι διαφέρει. Κάθε μέρα, οι μοναχοί ξυπνάνε νωρίς το πρωί, περίπου στις τρείς με τέσσερις. Μιάμιση ώρα πριν χτυπήσει η καμπάνα για τον όρθρο. Αφού ξυπνήσει και πλυθεί και προετοιμασθεί ο μοναχός, κάνει την προσωπική προσευχή του, που λέγεται κανόνας. Λέμε συνήθως, ξύπνησε νωρίς για να κάνει τον κανόνα του. Ο κανόνας περιλαμβάνει συνήθως τριάντα τρία κομποσκοίνια των εκατό κόμπων.

Κάθε κόμπος και μια ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με». Μαζί με τις ευχές κάνει εκατό έως τριακόσιες μετάνοιες εδαφιαίες. Σε κάθε κόμπο και ευχή και σε κάθε μετάνοια και ευχή, κάνει και μια φορά τον σταυρό του. Αυτός ο κανόνας πέρα από την προσευχή είναι και σωματική άσκηση.

Μετά τον κανόνα και μόλις χτυπήσουν τα σήμαντρα και η πρώτη καμπάνα, ο μοναχός είναι υποχρεωμένος να πάει στην Εκκλησία. Αρχίζει το μεσονυκτικό ακολουθεί ο όρθρος, μετά διαβάζονται οι ώρες, και μετά η Θεία Λειτουργία. Ενημερωτικά σας αναφέρω πως οι προσευχές ονομάζονται έτσι, γιατί αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες ώρες του εικοσιτετραώρου. Χρονικά πάντως όλες μαζί οι προσευχές το πρωί διαρκούν περίπου τέσσερεις ώρες. Αμέσως μετά πηγαίνουν στην τράπεζα για φαγητό. Το απόγευμα γύρω στις τρείς με τέσσερις, διαβάζουν την ενάτη ώρα και ακολουθεί ο εσπερινός. Μετά τον εσπερινό πηγαίνουν πάλι στην τράπεζα για το βραδινό φαγητό και αμέσως μετά το δείπνο, πηγαίνουν πάλι στην εκκλησία για να διαβάσουν το απόδειπνο μαζί με τους χαιρετισμούς της Παναγιάς, παίρνουν την ευχή του ηγουμένου φιλώντας του το χέρι και μετά αποσύρονται στα δωμάτια τους.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως μεσονυκτικό, όρθρος, ώρες, Θεία Λειτουργία και το απόγευμα, ενάτη, εσπερινός, απόδειπνο και χαιρετισμοί της Παναγίας, συνολικά μαζεύονται πέντε με πεντέμισι ώρες καθημερινά. Υπάρχουν όμως αρκετές ημέρες το μήνα που η ακολουθία είναι μεγαλύτερη και οι μοναχοί προσεύχονται περισσότερες ώρες. Αυτές οι μέρες είναι οι Κυριακές οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και οι εορτές των μεγάλων αγίων. Τότε οι μοναχοί παραμένουν πολύ περισσότερο στην Εκκλησία γιατί οι ιερές ακολουθίες και οι ύμνοι είναι περισσότερες και έχουν εορταστικό χαρακτήρα. Οι ψαλμωδίες είναι μακροσκελέστατες, ώρες και ευχάριστες αλλά απαιτούν περισσότερο χρόνο. Μπορεί να φτάσουν τις οκτώ με δέκα ώρες και στις μεγάλες εορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα και πανηγύρεις δώδεκα και δέκα τρείς ώρες.

Αν προσέξατε προαναφέραμε φαγητό δύο φορές.

ΦΑΓΗΤΟ

Σε πολλούς φαίνεται παράξενο που οι μοναχοί τρώνε πρωινές ώρες. Μάλιστα δε, το φαγητό που τρώνε γύρω στις εννέα το πρωί το ονομάζουμε μεσημεριανό. Αυτό το φαγητό που λέγεται συνήθως βραδινό οι μοναχοί το τρώνε το απόγευμα. Στους μοναχούς δεν υπάρχει πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό φαγητό. Στο μοναστήρι υπάρχει η πρωινή και βραδινή τράπεζα.

Πρέπει να σας αναφέρω πως τα μοναστήρια του Αγίου Όρους λειτουργούν με το άλλο ωράριο. Το ωράριο που ακολουθούν οι Αγιορείτες είναι το ηλιακό και έχει μείνει συνήθεια να το λέμε τώρα πλέον βυζαντινή ώρα. Ως βάση του βυζαντινού ωραρίου είναι το ηλιοβασίλεμα. Το ηλιοβασίλεμα είναι η ώρα μηδέν, δηλαδή τέλειωσε η μέρα και αρχίζουμε να μετράμε μία ώρα της νύχτας, δύο, τρείς κοκ. Όταν έχουμε ισημερία, δηλ. δώδεκα ώρες ημέρα και άλλες δώδεκα νύχτα, πάμε καλά, όταν μεγαλώνει η νύχτα αλλάζουν οι ώρες. Το ίδιο γίνεται και όταν μεγαλώνει η ημέρα. Έχουμε αλλαγές. Οι μοναχοί όμως δεν αλλάζουν τίποτε, συνεχίζουν να βάζουν ώρα μηδέν στη Δύση του ηλίου. Αυτό το κάνουν γιατί είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την ροή του προγράμματος των ιερών ακολουθιών. Τρώμε δηλαδή στην πρωινή τράπεζα μετά την Θεία Λειτουργία, και την βραδινή τράπεζα μετά τον Εσπερινό. Η Θεία Λειτουργία όμως τελειώνει το πρωί γύρω στις εννέα και ο Εσπερινός γύρω στις πέντε ανάλογα βέβαια και την εποχή και το ηλιοστάσιο της. Αντίστοιχη λοιπόν ώρα είναι το φαγητό.

Όταν φάμε το απόγευμα γύρω στις πέντε και ξυπνήσουμε το πρωί στις τρείς, μείνουμε στην εκκλησία πέντε ώρες και καθίσουμε στις εννέα το πρωί της επόμενης ημέρας, θα έχουμε όρεξη για φαγητό?

Ταπεινά πιστεύω πως το βιολογικό ρολόι του κάθε ανθρώπου προσαρμόζεται ανάλογα με την δουλειά του και τους στόχους που έχει στην ζωή του. Το φαγητό και ο ύπνος προσαρμόζονται σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Εδώ επανερχόμαστε σ’ αυτό που προαναφέραμε, «το πνεύμα κινεί τον άνθρωπο».

ΝΗΣΤΕΙΑ

Πρώτη αναφορά στην νηστεία, το περιορισμό δηλαδή από κάποια τροφή, έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο Γενέσεως. Ο Θεός τοποθέτησε τους πρωτόπλαστους στον κήπο της Εδέμ, τους επέτρεψε να τραφούν από όλους τους καρπούς αυτού του κήπου, εκτός από τον καρπό του δένδρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού.

Έχουμε και άλλες αρκετές αναφορές που έχουν σχέση με την νηστεία στην Παλαιά Διαθήκη. Ακόμη περισσότερες όμως είναι στην Καινή Διαθήκη.

Ο ίδιος ο Χριστός μας δίδει πρώτος το παράδειγμα της νηστείας όταν μετά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, παρέμεινε νηστεύοντας επί σαράντα ημέρες στην έρημο. Με το παράδειγμα του, ο Ιησούς μας έδωσε την νηστεία ως μια σωματική και πνευματική άσκηση, η οποία δυναμώνει την θέληση του ανθρώπου και ταυτόχρονα δείχνει την αγάπη του προς τον δημιουργό.

Από τους πρώτους αιώνες που άρχισαν να οργανώνονται οι Χριστιανικές ομάδες, βλέπουμε σιγά σιγά να μπαίνουν κανόνες γύρω από την νηστεία.

Διαβάζουμε στο Συναξάρι το εορτολόγιο κάθε ημέρας και εκεί συναντούμε πολλές φορές την ακόλουθη αναφορά: Κατάλυσις ιχθύος, καθώς επίσης σε άλλες εορτές κατάλυσις οίνου και ελαίου. Αυτό σημαίνει πως την συγκεκριμένη εορτή, ανεξαρτήτου ημέρας, Τετάρτη ή Παρασκευή ή περιόδου νηστείας όπως αυτή των Χριστουγέννων, επιτρέπεται να φάμε ψάρια.

Νηστεία ονομάζεται η εκούσια ή ακούσια αποχή από τροφή (άλλως ασιτία). Κυρίως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από πολλούς λαούς για την εκούσια αποχή σε ορισμένες τροφές ιδίως για θρησκευτικούς λόγους.

Όπως συμβαίνει και με τον μοναχισμό, η νηστεία αποτελεί ανατολική συνήθεια. Στους αρχαίους ασιατικούς λαούς και στους Αιγυπτίους τη νηστεία την επέβαλλαν θρησκευτικοί λόγοι. Προκειμένου να ετοιμαστούν οι πιστοί για τη συμμετοχή τους σε θρησκευτικές τελετές ή για να τιμήσουν ή για να εξιλεώσουν κάποιο θεό έπρεπε να απόσχουν γενικά ή μερικά από τροφές.

Οι Αιγύπτιοι, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, υποβάλλονταν σε νηστεία για θρησκευτικούς αλλά και για λόγους υγιεινής. Νήστευαν κυρίως στις μεγάλες εορτές της Ίσιδας. Από τους Αιγυπτίους, η συνήθεια της νηστείας πέρασε στουςΈλληνες και τους Εβραίους, από τους οποίους την παρέλαβαν αργότερα οι Χριστιανοί και Μωαμεθανοί.

Ανάμεσα στα καθήκοντα των μοναχών, βρίσκεται και αυτό της νηστείας σε συγκεκριμένες ημέρες του έτους. Νηστεία είναι η αποχή από συγκεκριμένα είδη τροφίμων. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Νηστεία είναι να τρώμε μικρές ποσότητες από τα επιτρεπόμενα τρόφιμα και να προσπαθούμε να απέχουμε από κάθε αμαρτία, αφιερώνοντας ταυτόχρονα κάποιο χρόνο της ημέρας για προσευχή. Πρώτος ο Χριστός, μας έδωσε το παράδειγμα της νηστείας όταν μετά την βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό, παρέμεινε νηστεύοντας επί σαράντα ημέρες στην έρημο. Με το παράδειγμά του, ο Ιησούς μας έδωσε την νηστεία ως μία σωματική και πνευματική άσκηση, η οποία δυναμώνει την θέληση του ανθρώπου και ταυτόχρονα δείχνει την αγάπη του προς τον δημιουργό.

Απόσπασμα Ομιλίας του Αγιορείτη Μοναχού Επιφάνιου, Γέροντος του Ιερού Καθίσματος Αγίου Ευσταθίου (Μυλοπόταμος) με θέμα:»Η Μοναστηριακή διατροφή».Εκφωνήθηκε την 10η Δεκεμβρίου 2011, στα πλαίσια του 7ου Συνεδρίου Κλινικής Ογκολογίας Δυτικής Ελλάδας, που είχε αντικείμενο τη σχέση της διατροφής με τον καρκίνο.

via

Advertisements

Πνευματικά Μελετήματα, Ἀδιαλείπτως Προσεύχεσθε


[01] [02] [03] [04] [05] [06] [07] [08] [09] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17] [18] [19] [20]
[21] [22] [23] [24] [25] [26] [27] [28] [29] [30] [31]

ΜΕΛΕΤΗΜΑ 1ον

Μὲ τὴν προσευχὴ μιλάει ὁ ἄνθρωπος ἄμεσα μὲ τὸν Θεό. Μὲ τὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος γίνεται παιδὶ τοῦ Θεοῦ! Μὲ τὴν προσευχὴ ξεπερνιοῦνται τὰ ἐμπόδια τοῦ βίου τούτου, δηλαδὴ οἱ θλίψεις, οἱ στενοχώριες, τὰ βάσανα, οἱ δυστυχίες, οἱ στερήσεις, οἱ μηχανορραφίες, οἱ ραδιουργίες, οἱ καταλαλιὲς καὶ οἱ συκοφαντίες. Μὲ τὴν προσευχὴ συντρίβονται τὰ βέλη τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν.
Μὲ τὴν προσευχὴ ἀποκτοῦμε τὴ μακαρία ὑπομονὴ τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρα Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀποκτοῦμε περισσότερη πνευματικὴ δύναμη!… Μὲ τὴν προσευχὴ παίρνουμε τὴν οὐράνια παρηγοριὰ καὶ παραμυθία τῆς ψυχῆς! Μὲ τὴν προσευχὴ ἀποκτοῦμε τὴν Οὐράνια Σοφία. Μὲ τὴν προσευχὴ τελοῦνται τὰ ἑπτὰ μυστήρια της Ἐκκλησίας μας. Μὲ τὴν προσευχὴ λαμβάνουμε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, δηλαδὴ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά! Μὲ τὴν προσευχὴ ἀντλοῦμε περισσότερο θάρρος, ὑπομονὴ καὶ ἐλπίδες.
Μὲ τὴν προσευχὴ οἱ ἅγιοι ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐτέλεσαν θαύματα, νεκροὺς ἀνέστησαν, ἀσθενεῖς θεράπευσαν καὶ λογῆς-λογῆς βασανιστήρια ὑπέμειναν!… Μὲ τὴν προσευχὴ γινόμαστε ὅμοιοι μὲ τοὺς ἁγ. Ἀγγέλους, οἱ ὁποίοι νύχτα-μέρα ὑμνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὸν Θεό! Μὲ τὴν προσευχὴ γίνονται τὰ θαύματα. Μὲ τὴν προσευχὴ θεραπεύονται ἀνίατες ἀσθένειες καὶ ἐκδιώκονται τὰ δαιμόνια! Μὲ τὴν προσευχὴ μποροῦμε νὰ σταθοῦμε στὰ πόδια μας καὶ νὰ βαδίσουμε ἀπρόσκοπτα τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν προσευχὴ δυναμώνεται ἡ πίστη μας στὸν Θεό!… Μὲ τὴν προσευχὴ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά μας καθαρίζονται ἀπὸ κάθε κοσμικὴ πονηρία! Μὲ τὴν προσευχὴ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά μας γίνονται ναὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος! Μὲ τὴν προσευχὴ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα εἰσέρχονται καὶ κατοικοῦν στὶς καρδιές μας!…
Μὲ τὴν προσευχὴ ἡ γλώσσα μας γίνεται σάλπιγγα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, σαλπίζουσα οὐράνια ρήματα. Μὲ τὴν προσευχὴ μᾶς δίνονται ἀόρατα ὁδηγίες καὶ συμβουλὲς ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα!… Μὲ τὴν προσευχὴ παραμένει διαρκῶς κοντά μας ὁ φύλακας Ἄγγελος καὶ μᾶς φυλάσσει ἀπὸ κάθε κακό. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀνοίγονται τὰ πνευματικὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀκοῦνε τὴ γλυκόηχη οὐράνια φωνὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, καθὼς ἐπίσης ἀνοίγονται καὶ τὰ πνευματικὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀποφεύγουμε νὰ σκεφθοῦμε ἢ νὰ κάμουμε τὸ κακό. Μὲ τὴν προσευχὴ γινόμαστε ταπεινότεροι καὶ ἀγαθότεροι. Μὲ τὴν προσευχὴ νικᾶμε τὶς πανουργίες ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν! Μὲ τὴν προσευχὴ παρηγορούμεθα καὶ ἀνακουφιζόμεθα στὶς λογῆς-λογῆς θλίψεις τῆς ζωῆς!…
Γιὰ νὰ ὠφεληθεῖς ἀπὸ τὴν προσευχὴ πρέπει: α) νὰ ξεχνᾶς κάθε φροντίδα κοσμική. β) Τὸ λόγο ποὺ προφέρει τὸ στόμα αὐτὸν νὰ συλλογίζεται καὶ ὁ νοῦς μας, δηλαδὴ νὰ μὴ λαλεῖ ἄλλα ἡ γλώσσα καὶ ἄλλα σκέπτεται ὁ νοῦς μας. Τότε ἀληθινὰ ἡ προσευχή μας ἀνεβαίνει στὸν Οὐράνιον Πατέρα καὶ παίρνουμε τὰ μεγάλα χαρίσματα καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μας…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 2ον

Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀπὸ τὶς κυριώτερες καὶ ἰσχυρότερες δυνάμεις, ποὺ κάνουν τὸν προσευχόμενο νὰ ξαναγεννιέται καὶ τοῦ χαρίζουν σωματικὴ καὶ πνευματικὴ εὐεξία. Χωρὶς τὴν προσευχὴ οὔτε οἱ ἁμαρτίες μας συγχωροῦνται οὔτε Μυστήριον κάνουμε οὔτε καὶ ὁ Θεὸς μᾶς δίνει τὴ βοήθειά του καὶ τὴ χάρη Του.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὰ μάτια καὶ τὰ φτερὰ τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς δίνει θάρρος καὶ δύναμη ν᾿ ἀντικρύσουμε τὸν Θεό. Ὅμως κατὰ τὴν προσευχὴ πρέπει: α) Τὸ ἦθος μας νὰ εἶναι ταπεινό, τρεφόμενο μ᾿ ἁγνὲς ἐλπίδες, β) Νὰ μεταχειριζόμαστε ὅσα ταπεινώνουν καὶ ἡσυχάζουν τὸ σῶμα, ἐλευθερώνοντας τὸ νοῦ ἀπὸ κάθε ἐνόχληση, γ) Τὰ ἐνδύματά μας νὰ εἶναι ταπεινά, δ) Οἱ τροφές μας νὰ εἶναι ἐκεῖνες ποὺ πρέπει καὶ τὰ πιοτά μας ἐλαφρὰ καὶ μὲ μέτρο, ε) Ἡ ὀρθοστασία μας καὶ οἱ γονυκλισίες μας ἀνάλογες μὲ τὶς δυνάμεις μας, στ) Ὁ ὕπνος μας νὰ εἶναι ὀλίγος καὶ σὲ σκληρὰ στρώματα, ζ) Νὰ μεταχειριζόμαστε ὅσα δαμάζουν τὸ σῶμα καὶ ξυπνοῦν τὸ νοῦ φέρνοντάς μας κοντὰ στὸ Θεό. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦν πολὺ ἡ ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν καὶ τῶν ἑρμηνειῶν τῶν Ἁγ. Πατέρων, τὰ νηπτικὰ ἀποφθέγματα τῶν Ὁσίων καὶ οἱ κατανυκτικὲς ψαλμωδίες καὶ η) Νὰ νιώθουμε σ᾿ ὅλη τους τὴν ἔκταση τὰ θαύματα, ποὺ ἔγιναν καὶ γίνονται σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο.
Προσεύχου, λοιπόν, ἀδελφέ μου, μὲ τὸ στόμα, ὥσπου νὰ σὲ φωτίσει ἡ Θ. Χάρη νὰ προσεύχεσαι καὶ μὲ τὴν καρδιά σου. Τότε θὰ συντελεσθεῖ μέσα σου μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἑορτὴ καὶ πανήγυρη καὶ δὲ θὰ προσεύχεσαι πιὰ μὲ τὸ στόμα ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά. Σὲ κάθε σου ἐργασία ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, ἂς προηγεῖται ἡ προσευχή! Αὐτὴ ἂς κυβερνάει ὅλες σου τὶς πράξεις! Αὐτὴ γεννάει τὴ μετάνοια καὶ τὸ δάκρυ! Αὐτὴ προχωρεῖ ὡς τὰ μύχια τῶν λογισμῶν μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γεννήτρια τῆς Θείας Ἀγάπης! Αὐτὴ καθαρίζει τὸ λογιστικό της ψυχῆς. Αὐτὴ ἐξαγνίζει τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους!… Αὐτὴ φυλάγει καθαρὸ τὸ ἐπιθυμητικὸ τῆς ψυχῆς μὲ τὸ νὰ βρίσκεται μπροστὰ στὸ Θεό, νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ προσκολλᾶται σ᾿ Αὐτὸν μ᾿ ὅλη της τὴν ἐπιθυμία. Γιατὶ καθένας ποὺ ἀγαπάει καὶ φοβᾶται τὸ Θεὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ σκέπτεται ταπεινά, εἶναι ἀδύνατο νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸ θυμό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέμε πὼς ἡ ὁσία ταπείνωση καθαρίζει τὴν ψυχή.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 3ον

Ὁ Θεὸς ἔχει παραχωρήσει στὴ θέληση καὶ στὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου μόνο τὴν ποσότητα τῆς προσευχῆς. Ἔχει διδάξει τὴ συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ πάντοτε καὶ σὲ κάθε τόπο. Μόνο μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γινόμεθα κάτοχοι τοῦ μυστικοῦ της ἀληθινῆς προσευχῆς καὶ πίστεως. Μόνον ἔτσι τηροῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ πετυχαίνουμε τὴ σωτηρία μας. Ἡ ποσότητα λοιπὸν τῆς προσευχῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.
Οἱ Ξανθόπουλοι Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος συμβουλεύουν συχνὴ προσευχὴ στὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὶν ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ πράξη, ἐπειδὴ ἡ συχνότητα τελειοποιεῖ ἀκόμη καὶ τὴν ἀτελῆ προσευχή. Ὁ δὲ Διάδοχος τῆς Φωτικῆς παραδέχεται ὅτι, ὅταν ἄνθρωπος ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὅσον μπορεῖ συχνότερα, δὲν πέφτει εὔκολα σὲ ἁμαρτήματα. Μάθε ὅτι κάθε παλμὸς καὶ κάθε σκέψη προσευχῆς ὀφείλεται σ᾿ ἐνέργεια τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ εἶναι ἡ μυστικὴ φωνὴ τοῦ Ἀγγέλου φύλακος τοῦ καθενός μας. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπικαλούμεθα στὴν προσευχή, περιέχει μέσα του αὐτοϋπάρχουσα καὶ αὐτενεργοῦσα ἀνορθωτικὴ δύναμη.
Μὴν ἀνησυχεῖς λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀτέλεια καὶ τὴν ξηρασία τῆς προσευχῆς σου, ἀλλὰ περίμενε μ᾿ ἐπιμονὴ τὸν καρπὸ τῆς συχνῆς ἐπικλήσεως τοῦ θείου Ὀνόματος καὶ δὲν θ᾿ ἀργήσει νὰ ἔλθει. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ πρέπει νὰ σὲ ἀνησυχεῖ εἶναι ἡ ἀμέλεια γιὰ προσευχή. Αὐτὴ ἦταν ἡ κύρια καὶ μοναδικὴ αἰτία, ποὺ ἔσπρωξε τὸν Ἀπ. Πέτρο στὸ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό!… Αὐτὴ ἦταν ἐκείνη ποὺ τὸν εἶχε κάνει περήφανο, γιατὶ ὅποιος νομίζει τὸν ἑαυτό του ἀσφαλῆ καὶ σταθερό, δὲν ζητάει μὲ τὴν προσευχὴ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θ. Πέτρος εἶχε πολλοὺς λόγους νὰ καταφύγει στὴν προσευχή: γιατὶ ὁ Κύριος τοῦ τὸ εἶχε παραγγείλει λέγοντας σ᾿ ὅλους τοὺς Ἀποστόλους «Ἔχετε πάντα τὸ νοῦ σας καὶ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ μὴ μπεῖτε σὲ πειρασμό». Ἀκόμη καὶ ἰδιαίτερη παρατήρηση τοῦ ἔκαμε ὁ Κύριος, ὅταν τοῦ εἶπε: «Πέτρε κοιμᾶσαι;» Ἀκόμη ὁ Πέτρος εἶχε πρόσφατο τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ποὺ προσευχόταν συνέχεια ἐπὶ τρεῖς ὦρες. Κι ὅμως ὅλα αὐτὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ ξυπνήσει ἀπὸ τὸ βαρὺ ὕπνο, ποὺ τὸν εἶχε κυριεύσει. Βλέπεις, ἀδελφέ, πόσο ἀδύνατος εἶναι ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ὅταν δὲν ζητάει μὲ τὴν προσευχὴ βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό;


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 4ον

Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, στὸν ὁποῖον ὁ Πατὴρ ἀπεκάλυψε τὴ Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ λέγοντας: «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ», ὁ Πέτρος, ποὺ εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ, αὐτὸς ὁ Πέτρος, ὅταν μ᾿ ἁπλότητα μία ἀσήμαντη γυναίκα τὸν ρώτησε «Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τούτου», δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ, χωρὶς δισταγμὸ ἀποκρίθηκε: «Δὲν ξέρω τὸν ἄνθρωπο»! Καὶ δὲν σταμάτησε μόνο σὲ τούτη τὴν ἄρνηση, ἀλλὰ μπροστὰ σ᾿ ὅλο τὸ βλάσφημο ἐκεῖνο πλῆθος «τότε ἄρχισε νὰ ἀναθεματίζει καὶ νὰ ὁρκίζεται πὼς δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἄνθρωπον αὐτόν». Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί; Διότι δὲν εἶχε μαζί του τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς, γιὰ ν᾿ ἀμυνθεῖ στὴν ἐπίθεση. Γιατὶ εἶχε ἀμελήσει νὰ προσεύχεται καὶ δὲν εἶχε ἑνωθεῖ διὰ μέσου τῆς προσευχῆς μὲ τὸν Παντοδύναμο Κύριο.
Παρόμοια παραστρατήματα καὶ λαβύρινθοι περιμένουν ὅποιον δὲν προσεύχεται διαρκῶς. Καταντάει νὰ ἀρνεῖται τὸν Κύριο γιὰ πολὺ ἀσήμαντα πράγματα. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἀρνηθεῖ, ἐξακολουθεῖ ν᾿ ἀπομακρύνεται ἀπ᾿ Αὐτὸν πέφτοντας ἀπὸ τὴ μιὰ ἁμαρτία στὴν ἄλλη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τῆς χήρας καὶ τοῦ Κριτοῦ τῆς ἀδικίας: «Γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε καὶ νὰ μὴ βαριόμαστε».
Μάθε λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ, μὲ ἄλλου πάθημα, δηλαδὴ μὲ τὸ κατρακύλισμα τοῦτο τοῦ Ἀπ. Πέτρου, νὰ μὴ κρατεῖς ποτὲ τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸ νὰ προστρέχει πρὸς τὸν Κύριο μὲ τὴν προσευχή, ἰδιαίτερα σὲ στιγμὲς πειρασμοῦ καὶ θλίψεων γιατὶ ξέρω πὼς ἂν ἀφήσεις τὴν προσευχή, ἕνα ἁπλὸ πείραγμα, ἕνας μόνο λόγος, μιὰ μονάχα ἀντίρρηση ὁποιουδήποτε εἶναι ἀρκετὰ νὰ σὲ κάνουν ν᾿ ἀρνηθεῖς ὅλες σου τὶς καλὲς πράξεις καὶ συνήθειες, ποὺ ἔκαμες γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου καὶ νὰ λησμονήσεις Ἐκεῖνον τὸν Δεσπότην, ποὺ τόσο πολὺ σ᾿ εὐεργέτησε κι ἔδωσε τὸ Αἷμα Του καὶ τὴ ζωή Του γιὰ σένα…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 5ον

Ἄπειρες εἶναι οἱ αἰτίες, ποὺ μέρα καὶ νύχτα στὴ ζωή μας, μᾶς παρακινοῦν γιὰ προσευχή: Ὅλος ὁ κόσμος γύρω μας. Ὅλα τὰ κτίσματα τοῦ Δημιουργοῦ μᾶς παρακινοῦν ν᾿ ἀναπέμψουμε δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον. Ὁ ἥλιος ποὺ μᾶς χαρίζει τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Τὸ φεγγάρι μὲ τ᾿ ἄστρα, ποὺ τὶς ξάστερες νύχτες γίνονται ἀδαμαντοστόλιστη κορῶνα τῆς γῆς. Τὰ σύννεφα μὲ τὶς ἀστραπὲς καὶ τὶς μπόρες, οἱ σεισμοί! Ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, ἄλλοτε μὲ τὴ γαλήνη κι ἄλλοτε μὲ τὰ κύματά της. Τὰ πουλιὰ ποὺ πετᾶνε ἐπάνω μας τιτιβίζοντας χαρούμενα… Ὅλα μας λένε: «Προσευχήσου στὸν Πλάστη μας»…
Οἱ καθημερινές μας ἀνάγκες, ἡ συναίσθηση τῆς μικρότητάς μας μέσα στὸ ἀπέραντο σύμπαν, μᾶς παρακινοῦν νὰ ζητοῦμε κάθε τόσο μὲ προσευχὲς τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου. Ἡ ἱστορία μας μὲ τὶς ἐθνικὲς καταστροφές, ὅταν οἱ πρόγονοί μας δὲν ἀκολουθοῦσαν τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἀνόδους καὶ νικηφόρους πολέμους, ὅταν ἐκτελοῦσαν τὶς ἐντολές Του, μᾶς ἐπιτάσσει: «Μὴ ξεχνᾶς ποτέ σου τὸ Θεό». Οἱ προγονικὲς συνήθειες, ποὺ κληρονομήσαμε ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας. Οἱ γραπτοὶ καὶ ἄγραφοι νόμοι. Μὲ λίγα λόγια ὁ ἠθικὸς νόμος, ποὺ μὲ θεϊκὴ ἔμπνευση καταγράφτηκε στὰ Εὐαγγέλια, μᾶς βροντοφωνοῦν νὰ βρισκόμαστε σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα.
Τὰ ἄπειρα παραδείγματα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἡ προσευχὴ τοὺς πλημμύριζε μὲ γαλήνη καὶ καρτερία καὶ στὶς πιὸ φρικτὲς στιγμὲς τῶν μαρτυρίων τους! Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ποὺ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας, μᾶς δείχνουν μέρα-νύχτα τὸ δρόμο τῆς προσευχῆς. Ἀρκεῖ ν᾿ ἀνοίξουμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Ἀρκεῖ νὰ συναισθανθοῦμε τὸ σκοπὸ τῆς ἀποστολῆς μας σὲ τοῦτο τὸν πρόσκαιρο κόσμο καὶ θὰ δοῦμε ὁλόφωτο τὸ δρόμο τῆς προσευχῆς νὰ μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὸν Κύριο τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Προσπάθησε λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ, νὰ ἔχεις πάντα ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ τ᾿ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς σου, γιὰ νὰ βλέπεις καὶ ν᾿ ἀκοῦς ὅλα αὐτά, ποὺ σοῦ μιλᾶνε γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ σοῦ δείχνουν φωτεινὸ τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό!…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 6ον

Ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς ὅλων μας ἀνεξαιρέτως, ἀρκεῖ νὰ ἐκπορεύονται καὶ ἐκπέμπονται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας. Ἀκόμη καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν τὶς προσευχὲς ἀκούει ὁ Κύριος, ὅταν γίνονται μὲ πίστη καὶ πραγματικὴ μετάνοια. Χαίρεται μάλιστα ὁ Κύριος, ὅταν οἱ ἁμαρτωλοί, πικρὰ μετανιωμένοι γιὰ τὶς πράξεις τους, ζητοῦν συγχώρεση. Ἔτσι χάρηκε ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου κι ἔσφαξε τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, μόλις γύρισε ὁ παραστρατημένος υἱός του! – Ὁ προφητάναξ Δαβίδ, ὁ μεγάλος αὐτὸς ποιητὴς καὶ ψαλμωδός, ποὺ οἱ προσευχές του περιέχονται στὸ ἀνυπέρβλητο Ψαλτήρι «Ἁμάρτησα ἀπέναντι τοῦ Κυρίου» ὁμολόγησε, ὅταν συνῆλθε ἀπὸ τὸ παραστράτημά του. Καὶ ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε: «Σοῦ συγχώρεσα τὴν ἁμαρτία σου, μὴ λοιπὸν στενοχωρεῖσαι γι᾿ αὐτήν». Ὅταν ὁ αὐταρχικότατος καὶ σκληρότατος βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων Μανασσὴς ταπεινώθηκε νικημένος κι αἰχμαλωτισμένος ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ προσέφυγε στὸν Θεὸ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν συγχωρέσει γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά του, Ἐκεῖνος «καὶ ὑπήκουσε αὐτοῦ καὶ ὑπήκουσε τῆς βοῆς αὐτοῦ καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ»…
Κατὰ τὴν παραβολὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅταν ὁ Τελώνης μπῆκε στὸ ναὸ καὶ ταπεινὸς καὶ συντριμμένος ζήτησε συγχώρεση λέγοντας «Θεέ μου, λυπήσου με τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ συγχώρεσέ με», ἐπειδὴ τὰ λόγια βγῆκαν ἀπὸ τὰ μύχια της καρδιᾶς του, ἔκαναν τὸν Μεγαλοδύναμο νὰ τὸν συγχωρέσει. Καὶ κατὰ τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε», δηλαδὴ «Θυμήσου με, Κύριε, ὅταν ἔλθεις στὴ Βασιλεία σου» τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ληστές, στάθηκε ἱκανό, γιὰ νὰ μπεῖ αὐτὸς μέσα στὸν Παράδεισο!
Μὴ διστάσεις λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ μου, ὅταν ὡς ἄνθρωπος πέσεις σὲ κάποιο ἁμάρτημα, νὰ ζητήσεις τὴ συγχώρεση ἀπὸ τὸν Κύριό μας. Νὰ εἶσαι βέβαιος, πώς, ὅταν ἡ μετάνοιά σου εἶναι πραγματική, θὰ σοῦ δοθεῖ ἡ ἄφεση.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 7ον

Ἂν ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ μετανοοῦν, πολὺ περισσότερο ἀκούει καὶ τὶς προσευχὲς τῶν δικαίων καὶ τοὺς στέλνει τὴ βοήθειά Του. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα εἶναι ἡ Ἄννα, ἡ μητέρα τοῦ προφήτη Σαμουήλ. Τὴν ἐνάρετη κι εὐτυχισμένη ζωή της τὴν ἐσκίαζε ὁ καημός, ὅτι εἶχε προχωρήσει ἀρκετὰ στὴν ἡλικία καὶ δὲν εἶχε ἀποκτήσει παιδί. Κατέφυγε τότε στὸν Θεὸ καὶ προσευχήθηκε στὸν Κύριο καὶ μὲ δάκρυα θερμὰ τὸν παρακάλεσε νὰ λύσει τὴ στείρωσή της. Ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή της καὶ τῆς ἔδωσε τὸν Σαμουήλ…
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοια παραδείγματα. Ἔτσι, ὁ προφήτης Ἠλίας «Μὲ προσευχὴ παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ μὴ βρέξει καὶ δὲν ἔβρεξε τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Καὶ πάλι προσευχήθηκε καὶ ὁ οὐρανὸς ἔβρεξε καὶ ἡ γῆ ἔδωκε πλούσια τοὺς καρπούς της». Ὁ Ἐλισσαῖος ἀνέστησε τὸ παιδὶ τῆς Σωμανίτιδας μὲ προσευχή. Καὶ εἶναι σ᾿ ὅλους γνωστὸ πὼς ὁ προφήτης Δανιὴλ μὲ τὴν προσευχὴ ἔφραξε τὰ στόματα τῶν λεόντων! Καὶ πὼς καὶ οἱ τρεῖς παῖδες μέσα στὴν κάμινο μὲ τὴν προσευχὴ ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς!
Ζήτα λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ μου, μὲ τὴν προσευχὴ τὴν προστασία καὶ τὴ βοήθεια τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν τὰ αἰτήματά σου εἶναι ἁγνὰ καὶ ψυχωφελῆ, θὰ εἰσακουσθεῖς ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔχε δὲ ὑπόψη σου ὅτι τὰ αἰτήματα θὰ ἀκουσθοῦν, ὅταν ἔχεις ἀκλόνητη πίστη στὸν Θεό. Καὶ ἡ πίστη ἀποκτᾶται καὶ στερεώνεται μονάχα μὲ τὴν προσευχή! Ὅταν μὲ πίστη ἀπευθυνόμαστε πρὸς τὸν Κύριο παρακαλώντας Τὸν γιὰ δίκαια πράγματα, μᾶς ἀκούει. Ὅμως ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ γίνεται μὲ ταπείνωση, ὅμοια μ᾿ ἐκείνη τοῦ Τελώνη. Ἡ περηφάνεια στὴν προσευχὴ φέρνει τ᾿ ἀντίθετα ἀποτελέσματα, ὅπως ἔγινε μὲ τὸ Φαρισαῖο τῆς ἰδίας παραβολῆς. «Ὅπως ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ κάμπτει τὸν Θεό, ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ὑπερήφανου κάνει τὸν Ὕψιστο νὰ θυμώνει μαζί σου καὶ νὰ ὑπολογίζει τὴν προσευχή σου ὡς ἁμαρτία» γράφουν οἱ Νηπτικοὶ Πατέρες…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 8ον

Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν προσευχή, γιατὶ τὸν ἑνώνει μὲ τὸν Θεό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἑπόμενο νὰ μὴ ξεφεύγει ἀπὸ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσέχει σὲ κάθε βῆμα του. Ἔτσι μὲ τὴν προσευχὴ ὅλοι μας οἱ σκοποὶ στὴ ζωὴ εἶναι θεάρεστοι. Ὅλες μας οἱ ἐνέργειες στέφονται ἀπὸ ἐπιτυχία, γιατὶ ἔχουμε συμπαραστάτη μας τὸ Θεό. Εἶναι λοιπὸν ἡ προσευχὴ κάτι ἀναγκαῖο καὶ πρωταρχικὸ στὴ ζωή μας. Ὅμως ὁ σατανὰς μᾶς παρανομεύει πάντοτε, γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ στιγμή, ποὺ δὲν κρατᾶμε τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ μᾶς παρασύρει στὸ δρόμο του, ποὺ πάντα εἶναι εὔκολος καὶ κατηφορικός. Νά, γιατὶ ἐπιβάλλεται ἡ προσευχή μας νὰ εἶναι πάντοτε συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτη. Ἡ ἐκτέλεση τῶν ἄλλων χριστιανικῶν καθηκόντων μας γίνεται κατὰ διαστήματα, τὸ καθῆκον ὅμως τῆς προσευχῆς ἐπιβάλλεται νὰ γίνεται ἀδιάκοπα καὶ συνεχῶς.
Πρέπει νὰ ξέρεις, ἀδελφέ μου, ὅτι καὶ ἡ ἁπλὴ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου εἶναι προσευχή!… Καὶ δὲ χωράει ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ γίνεται συνεχῶς, σὲ κάθε ἀναπνοή μας… Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ σκέψη μας καὶ ἡ μνήμη μας κατευθύνονται συνεχῶς στὸν Θεό. Ἡ πορεία αὐτὴ τῆς σκέψης μας στὴ θεϊκὴ παρουσία σημαίνει δόσιμο ὁλοκληρωτικὸ τοῦ εἶναι μας στὸν Κύριον Ἰησοῦν. Σημαίνει δόσιμο τῆς ψυχῆς μας σ᾿ Αὐτόν. Νά, γιατὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς συμβουλεύουν νὰ ἐπικαλούμεθα τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ σὲ κάθε ἀναπνοή μας.
Οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ, ποὺ εἶναι ἀντίθετες στὴν προσευχὴ τῆς καρδιᾶς μας, μᾶς ἐπιτίθενται ἀπὸ δυὸ μέρη: Ἀπὸ τ᾿ ἀριστερὰ καὶ ἀπὸ τὰ δεξιά. Δηλαδή: Ὅταν δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ἐμποδίσουν ἀπὸ τὴν προσευχὴ μὲ τὶς μάταιες καὶ ἁμαρτωλὲς σκέψεις, φέρνουν στὸ μυαλό μας λογῆς-λογῆς ὑλιστικὲς σκέψεις, γιὰ νὰ ματαιώσουν τὴν προσευχή μας, ποὺ δὲν ἀνέχεται νὰ ὑποφέρει ὁ μισόκαλος σατανάς… Καὶ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς ξεγελάσει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴ συνομιλία μας μὲ τὸ Θεό, ἀρχίζοντας κοσμικὲς συνομιλίες μ᾿ ἀνθρώπους…
Κλεῖνε λοιπόν, ἀδελφέ μου, σὰν ἄλλος Ὀδυσσέας τ᾿ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς σου πρὸς τὶς σειρῆνες τοῦ κόσμου τοῦ αἰώνα τούτου, ποὺ κατὰ τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς σου ἀκοῦς ἀπὸ δεξιὰ ἢ ἀριστερά σου νὰ σοῦ τραγουδοῦν μαγικὰ τραγούδια γιὰ ὑλιστικὲς θεωρίες καὶ μοντέρνες ἰδέες.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 9ον

Γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὴ ἡ προσευχή, πρέπει νὰ γίνεται μὲ ἀποκλειστικὸ σκοπὸ νὰ μᾶς συνδέσει μὲ τὸν Θεὸ γι᾿ αὐτὸ ἡ καλύτερη, ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι ἐκείνη, ποὺ γίνεται στὰ κρυφά. Γιὰ τὴ μυστικὴ προσευχὴ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει: «Σύ, ὅταν προσεύχεσαι, ἔμπα στὸ ταμεῖο σου καὶ ἀφοῦ κλείσεις καλὰ τὴν πόρτα σου, προσευχήσου στὸν Πατέρα σου ἐκεῖ στὰ κρυφά». Ταμεῖο ἐδῶ ἐννοεῖ τὴν καρδιά μας καὶ τὸν ψυχικό μας κόσμο γενικά. Ἐκεῖ ὅπου φυλάγουμε τοὺς μύχιους λογισμούς μας, τὰ συναισθήματά μας καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας. Ἐκεῖ μας συμβουλεύει νὰ μπαίνουμε κάθε φορὰ ποὺ θέλουμε νὰ προσευχηθοῦμε. Καὶ ὅταν μας λέει νὰ κλείνουμε τὴν πόρτα, ἐννοεῖ τὴν πόρτα κυρίως τῶν σωματικῶν περισπασμῶν καὶ φροντίδων. Μόνο με τὸ κλείσιμο αὐτῆς τῆς πόρτας ἐξασφαλιζόμαστε ἀπὸ κάθε πειρασμὸ καὶ ὁ νοῦς μας προσηλώνεται στὸν Θεό!…
Ὁ δὲ ἱερὸς Θεοτόκης γράφει: «Ὅταν προσεύχεσαι, βάλε ὅλη σου τὴν προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια νὰ ἀκοῦνε τ᾿ αὐτιά σου ὅσα λέει τὸ στόμα σου, καὶ νὰ αἰσθάνεται ἡ καρδιά σου ὅσα λαλεῖ ἡ γλώσσα σου… Τότε ἀληθινὰ μπῆκες μέσα στὸ ταμεῖο σου καὶ ἔκλεισες τὴν πόρτα σου. Τότε ἀληθινὰ ἡ προσευχή σου ἀνεβαίνει σὰν θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ κατεβάζει ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ τὴ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ τὰ μεγάλα χαρίσματα τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ».
Ἀφετηρία καὶ παντοτινὴ ἐνέργεια γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ προσευχή, ποὺ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γίνεται τὸ πρῶτο καθῆκον κάθε Χριστιανοῦ, ποὺ θέλει νὰ φέρει ἄξια τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο παραγγέλλει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
Ὅλες οἱ πράξεις εὐσεβείας ἔχουν ἡ κάθε μιὰ τὸν καιρό της. Ἡ προσευχὴ δὲν περιορίζεται χρονικά, εἶναι δικά της ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς μας. Χωρὶς τὴν προσευχὴ καμμιὰ ἀγαθὴ πράξη δὲν γίνεται καλά. Ὅποιος ἀποφασίσει νὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ συνεχῶς, εἶναι φυσικὸ στὴν ἀρχὴ νὰ συναντάει δυσκολίες. Ὅσο ὅμως περισσότερο ἐπιμένει, τόσο γρηγορότερα συνηθίζει καὶ ἐξοικειώνεται μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ἡ γλώσσα του καὶ τὰ χείλη τοῦ ἀποκτοῦν τέτοια ἱκανότητα, ὥστε χωρὶς καμμιὰ προσπάθεια ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρό, αὐτὸς ποὺ προσεύχεται ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ προσευχή του ἔγινε ἕνα συνεχὲς καὶ οὐσιῶδες ἀπόκτημα. Κι ἂν καμμιὰ φορὰ τοῦ συμβεῖ γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε λόγο νὰ τὴν σταματήσει, αἰσθάνεται ἔντονα σὰν κάτι νὰ τοῦ λείπει!… Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ προσευχὴ τοῦ γίνεται συνήθεια καὶ τὸ μυαλό του ἀρχίζει νὰ συνηθίζει καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὴν ἐνέργεια τῶν χειλέων. Ἔτσι ἔχει γιὰ γενικὸ ἀποτέλεσμα τὴ δημιουργία μιᾶς πηγῆς εὐφροσύνης γιὰ τὴν καρδιά, ἀπ᾿ ὅπου πιὰ ἐκπέμπεται ἡ ἀληθινὴ προσευχή!…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 10ον

Τούτη τὴ γενικὴ διαπίστωση, ἀδελφέ μου, πρέπει νὰ σὲ σπρώξει καὶ σένα νὰ γίνεις λειτουργὸς τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ποὺ θὰ χαρίσει φωτισμὸ στὸ μυαλό σου καὶ θὰ διώξει μακριὰ ἀπὸ σένα ὅλες τὶς κακὲς σκέψεις. Ἐὰν ἐπιθυμεῖς πραγματικὰ ν᾿ ἀποδιώξεις κάθε ἀντιχριστιανικὴ σκέψη καὶ νὰ ἐξαγνίσεις τὸ νοῦ σου, αὐτὸ θὰ τὸ καταφέρεις μὲ τὴν προσευχή. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ρυθμίσει τὶς σκέψεις μας ὅσο ἡ Προσευχή!… Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει τὰ ἑξῆς: «Νίκησε τοὺς ἐχθροὺς στὸ μυαλό σου μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Δὲν θὰ εὕρεις ἄλλο ὅπλο δυνατότερο ἀπ᾿ αὐτό! Ὁμοίως καὶ τὰ πάθη σου θὰ κατασιγάσεις μέσα σου καὶ θὰ τὰ ἐξαλείψεις μὲ τὴν προσευχή»!…
«Μείζων ὁ ἐν ἡμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ», λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Μὴ φοβᾶσαι οὔτε ἀτυχήματα οὔτε καταστροφές. Ἡ προσευχὴ θὰ σὲ προστατεύσει καὶ θ᾿ ἀπομακρύνει κάθε κακὸ ἀπὸ σένα. Θυμήσου τὸν Ἀπ. Πέτρο, ὅταν ἔδειξε ὀλιγοπιστία καὶ ἄρχιζε νὰ βυθίζεται στὴ θάλασσα τῆς Τιβεριάδας.. Καὶ πρόσεξε, ἂν εἶσαι ὀκνηρὸς κι ἀπρόσεκτος στὴν προσευχή, δὲν θὰ σημειώσεις πρόοδο οὔτε στὴν ἐπιδίωξη ἀφοσιώσεώς σου στὸν Κύριο οὔτε στὴν ἀπόκτηση τῆς εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας.
Ὅσο γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, πρέπει νὰ ξέρεις πὼς στὴν οὐσία της εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ Θεοῦ μας. Ἂν ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, προφέροντας τὸ ψιθυριστὰ ἢ νοερὰ κι ὅταν στεκόμαστε κι ὅταν καθόμαστε, κι ὅταν συνομιλοῦμε κι ὅταν περπατοῦμε κι ὅταν τρώγουμε κι ὅταν κάνουμε ὄ,τιδηποτε ἄλλο παντοῦ καὶ πάντοτε, κάνουμε ἀδιάλειπτη προσευχή! Ἡ συχνότητα στὴν προσευχὴ δημιουργεῖ μία συνήθεια γιὰ προσευχή, ποὺ δὲν ἀργεῖ νὰ γίνει δεύτερη φύση καὶ φέρνει συχνὰ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ σὲ ἀνώτερη ψυχικὴ κατάσταση! Ἡ συχνὴ ἐξάσκηση στὴν προσευχὴ ἀπομακρύνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ διάφορα ἁμαρτήματα ἐπιστρατεύοντάς την καὶ ἐξασκώντας την νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι οὐσιῶδες, γιὰ νὰ πετύχει τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό.
Ἡ συχνότητα στὴν προσευχὴ εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ φθάσει κανεὶς στὸ ὕψος τῆς ἀληθινῆς καὶ καθαρᾶς προσευχῆς. Ἀποτελεῖ τὸ καλύτερο μέσο ἀποτελεσματικῆς προπαρασκευῆς γιὰ προσευχὴ καὶ τὸν ἀσφαλέστερο δρόμο, γιὰ νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος στὸ τέρμα, τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του! Δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται Χριστιανὸς ἐκεῖνος ποὺ ἀγνοεῖ τὰ παρακάτω:
α) Ὅτι πρέπει νὰ προσεύχεται συχνὰ καὶ μὲ ἐπιμέλεια καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ αὐτὴν τὴν προσευχή του,
β) Ὅτι πολλὲς φορὲς τιμωρούμεθα ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας γιὰ προσευχή, καὶ
γ) ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι προσεύχονταν θερμὰ καὶ συνεχῶς.
Ὁ Νικήτας Στηθάτος στὴ Φιλοκαλία λέει γιὰ τὴν προσευχή: «Αὐτὸς ποὺ κατόρθωσε νὰ πετύχει τὴν πραγματικὴ προσευχὴ καὶ πλημμυρίστηκε τὸ εἶναι του ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δὲν γίνεται αἰχμάλωτος τῶν αἰσθήσεών του καὶ δὲν δίνει τὴν προτίμησή του σὲ τίποτε. Δὲν ὑπερτιμάει τὸν δίκαιο καὶ δὲν κατακρίνει κανένα καὶ ὁμοιάζει μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 11ον

Τὴ νοερὰ προσευχὴ ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσει καὶ νὰ τὴν κάνει μέσο ἐπικοινωνίας του μὲ τὸν Κύριο. Δὲν στοιχίζει τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς σιωπῆς καὶ τὴ φροντίδα γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸ συχνότερη ἐπίκληση τοῦ γλυκύτατου ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ποὺ γεμίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ ἀγαλλίαση. Ἡ ἐνδοσκόπηση τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου μας δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσουμε τί μυστήριο εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Νὰ νιώσουμε τὴν εὐφροσύνη τῆς αὐτογνωσίας καὶ νὰ χύνουμε πικρὰ δάκρυα μετανοίας γιὰ τὶς πτώσεις μας καὶ τὴν ἀδυναμία τῆς θελήσεώς μας. Μὲ τὸ νοῦ μέσα τὴν καρδιά μας μποροῦμε νὰ κάνουμε σιωπηλοὶ κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις καὶ νὰ διαβάζουμε μυστικὰ ὁλόκληρα βιβλία. Ἔτσι, ἂς μὴν ἀφήνουμε τὸ νοῦ μας νὰ λέει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴ σύντομη καὶ μονολόγιστη καλούμενη προσευχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».
Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό. Χρειάζεται ἀκόμη νὰ κινήσεις καὶ τὴ θέλησή σου, δηλαδὴ νὰ λὲς τὴν εὐχὴν αὐτὴ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης σου πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Μόνον ὅταν ἀπερίσπαστη ἀπὸ ἄλλες ἔννοιες καὶ σκέψεις ἔλθει ἡ ψυχή μας σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τὸν Κύριο, τότε προσκολλᾶται μὲ ἀγάπη στὰ νοήματα τῆς εὐχῆς… Ὅμως ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὰ μικρά μας χρόνια ἔχει συνηθίσει νὰ πετάει, καθὼς λέμε, στὰ αἰσθητὰ πράγματα τοῦ ἔξω κόσμου καὶ στὶς διάφορες ὑποθέσεις, ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν ὡς ἄτομα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ κατευθύνεται τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ὅλη μας ἡ σκέψη στὴν καρδιά. Γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε αὐτὸ γρηγορότερα οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν τὰ παρακάτω: Ὅταν λέμε τὴ νοερὰ προσευχή, νὰ κρατᾶμε τὴν ἀναπνοή μας κατὰ τρόπο ὥστε νὰ μὴν ἀναπνέουμε μὲ φυσικὸ ρυθμό, ἀλλ᾿ ὕστερα ἀπὸ κάθε ἐπαγγελία τῆς εὐχῆς. Τὸ κράτημα αὐτὸ τῆς ἀναπνοῆς γίνεται αἰτία νὰ στενοχωρεῖται ἡ καρδιά μας μ᾿ ἀποτέλεσμα νὰ πονεῖ. Συνέπεια τοῦ πόνου εἶναι νὰ ἐπιστρέφει ὁ νοῦς στὴν καρδιὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἀνάμνηση τοῦ Θεοῦ μας φέρνει μία γλυκειὰ εὐχαρίστηση. «Ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ ηὐφράνθην», δηλαδή: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστήθηκα». Εἶναι διαπιστωμένο πιὰ ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ μνημονεύουν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου νιώθουν ἡδονὴ καὶ εὐχαρίστηση.
Ἔπειτα μὲ τὸ λίγο καὶ μικρὸ αὐτὸ κράτημα τῆς ἀναπνοῆς λεπτύνεται ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ γίνεται πιὸ ταπεινὴ καὶ πιὸ κατάλληλη γιὰ κατάνυξη καὶ πιὸ εὔκολη στὰ δάκρυα. Μ᾿ ἄλλα λόγια ὁ ψυχικός μας κόσμος γίνεται πιὸ κατάλληλος γιὰ νὰ λάμψει μέσα μας τὸ Θεῖο φῶς!… Λέει ὁ Ἅγ. Μάρκος «Ἡ ἀνάμνηση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν καρδιὰ εἶναι πόνος ποὺ προκαλεῖται γιὰ τὴν εὐσέβεια. Ὅποιος ξεχνάει τὸ Θεὸ γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν καὶ ἀνάλγητος στὸν πόνο». Ἀλλοῦ πάλι ὁ ἴδιος λέει: «Ὁ νοῦς ὅταν προσεύχεται ἀπερίσπαστος, στενοχωρεῖ τὴν καρδιὰ καὶ τὶς συντετριμμένες καὶ ταπεινωμένες καρδιὲς ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν τὶς ἐξουθενώνει».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 12ον

Ἀπὸ τὰ παραπάνω βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι πιὸ πολὺ οἱ ἀρχάριοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὸ κράτημα τῆς ἀναπνοῆς, ὅταν προσεύχονται. Ὅσο γιὰ τοὺς προοδευμένους στὴν ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς, καὶ χωρὶς τὸ κράτημα αὐτὸ μποροῦν ν᾿ αὐτοσυγκεντρώνονται καὶ νὰ προσεύχονται. Ὅμως κι αὐτοί, σὲ στιγμὲς πολέμου λογισμῶν καὶ παθῶν, μὲ τὴ σύμμετρη ἀναπνοή, ποὺ ἐπιβάλλει τὸ κράτημά της, θὰ τὰ καταφέρουν καλύτερα…
Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν θερμά, ἀδελφέ μου, μαζὶ μὲ τὴν ἄλλη ἀκολουθία καὶ προσευχή, ποὺ κάθε μέρα διαβάζεις, νὰ καταγίνεσαι καὶ μὲ τὴν καρδιακὴ καὶ νοερὰ αὐτὴ προσευχή, ἔχοντάς την γιὰ ἀδιάλειπτο καὶ παντοτινό σου ἔργο. Ὅταν καλεῖς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὸν ἐνδιάθετο λόγο τὸ γλυκύ, κοσμοπόθητο καὶ παντοπόθητο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν ἀναπλάθεις μὲ τὸ νοῦ σου τὸν Ἰησοῦ, ὅταν ποθεῖς καὶ ἀγαπᾶς μ᾿ ὅλη σου τὴ θέληση τὸν Ἰησοῦ, ὅταν ἐπιστρέφεις ὅλες σου τὶς ψυχικὲς δυνάμεις στὸν Ἰησοῦ καὶ ὅταν μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση ζητεῖς τὸ ἔλεος ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, σὲ πληροφορῶ ὅτι θὰ ἀπολαύσεις μεγάλη ὠφέλεια καὶ θὰ θερίσεις πλούσιους καρπούς.
Καὶ ἂν δὲν μπορεῖς πάντοτε νὰ καταγίνεσαι μ᾿ αὐτό, γιατὶ θὰ σ᾿ ἐμποδίζουν οἱ φροντίδες κι οἱ ταραχὲς τοῦ κόσμου τούτου, ἔχε τουλάχιστο καθορισμένες μία-δυὸ ὧρες τὴ μέρα- πιὸ πολὺ τὰ βράδυα- κατὰ τὶς ὁποῖες νὰ ἀποσύρεσαι σὲ τόπο ἥσυχο καὶ σκοτεινὸ καὶ νὰ καταγίνεσαι ἐκεῖ ἀπερίσπαστος μὲ τὴν ἱερὴ καὶ πνευματικὴ αὐτὴ ἐργασία. Σίγουρα τότε θὰ ἔχεις καὶ σὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς ποὺ φανερώνονται πλούσια στὸ πνεῦμα μας, στὰ συναισθήματά μας ἀλλὰ καὶ στὶς ἀποκαλύψεις.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 13ον

Οἱ καρποὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι οἱ ἑξῆς:
«Πρῶτος καρπός: Ἐκεῖνος ποὺ κλείνεται μέσα στὴν καρδιά του, ἀποξενώνεται ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς ζωῆς καί, καθὼς ζεῖ μέσα στὸ πνεῦμα, δὲν κατακτιέται ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Ἀκόμη, ὅταν ὁ νοῦς ἑνὸς ἀνθρώπου συνηθίσει νὰ μένει μέσα στὴν καρδιά, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀγαπάει νὰ κλείνει τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ νὰ ἡσυχάζει, ὄχι μόνον νὰ κλείνει τὴν πόρτα τοῦ στόματός του καὶ νὰ σιωπᾶ, ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχή του κλείνει καὶ τὴν ἐσωτερικὴ πόρτα τῶν λογισμῶν καὶ δὲν ἀφήνει τὰ πονηρὰ πνεύματα νὰ λαλοῦν μὲ αὐτοὺς ὅσα κακὰ καὶ πονηρὰ θέλουν. Διότι μὲ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς γίνεται ἀκάθαρτος ὁ ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀνακρίνοντος καρδίας καὶ νεφρούς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει: «Κλεῖνε καλὰ τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ σου γιὰ τὸ σῶμα, τὴν πόρτα τῆς γλώσσας γιὰ τὰ λόγια καὶ τὴν ἐσωτερικὴ πόρτα γιὰ τοὺς λογισμούς».
Δεύτερος καρπὸς εἶναι, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον, ἡ μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ ἀπόκτηση ταπεινώσεως, πένθους καὶ δακρύων. Ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος: «Πῶς νὰ μὴ ταπεινωθεῖ ὁ δυστυχής, ὅταν βλέπει ὅλον τὸν κόσμο τῆς καρδιᾶς του σκοτεινὸ καὶ ζοφώδη ἀπὸ τὸ πυκνὸ σκότος, τὸ ὁποῖο προξενήθηκε σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὶς τόσες ἁμαρτίες ποὺ ἔκαμε στὴ ζωὴ μὲ λόγια, μ᾿ ἔργα καὶ μὲ λογισμούς;». Γράφει καὶ ὁ Ὅσιος Μάρκος: «Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι αἰχμάλωτος τῶν λογισμῶν του, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ δεῖ τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔχει μέσα του, ἀφοῦ σκεπάζεται ἀπὸ τοὺς λογισμούς; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ τὴ διακρίνει, ἀφοῦ σκεπάζεται ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὴν ὁμίχλη τῆς ψυχῆς, ποὺ προέρχεται ἀπὸ κακὲς πράξεις;».
Πῶς νὰ μὴ πενθήσει καὶ νὰ μὴ λυπηθεῖ ὁ ταλαίπωρος, ὅταν βλέπει τὸ λογιστικό του μέρος γεμάτο ἀπὸ τόσους ὑπερήφανους λογισμούς; Ἀπὸ τόσους ἄλογους καὶ τόσους βλάσφημους καὶ δαιμονιώδεις λογισμούς; Πῶς νὰ μὴ κλάψει ὁ ἐλεεινός, ὅταν βλέπει τὸ ἐπιθυμητικὸ αἰχμάλωτο ἀπὸ τόσους αἰσχροὺς λογισμοὺς καὶ τόσες ἄτοπες ἐπιθυμίες, καὶ τὸ θυμικό του σὲ τόσες ἄτακτες ὁρμὲς μίσους καὶ φθόνου κατὰ τοῦ πλησίον του; Πῶς νὰ μὴ φωνάζει πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦν νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ νὰ τὸν ἰατρεύσει; Πῶς νὰ μὴ φωνάξει πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦν, ὅταν βλέπει ὅλον τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον ὄχι ναὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Χάριτος, ἀλλὰ σπήλαιον τῶν ληστῶν καὶ ἐργαστήριον τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν δαιμόνων; Ὅθεν μὲ τὴν ταπείνωση τούτη καὶ τὸ πένθος καὶ τὰ δάκρυα ἴλεως γίνεται ὁ Θεὸς εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἀνακουφίζει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῶν λογισμῶν καὶ τῶν δαιμόνων…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 14ον

Τρίτος καρπὸς τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ διαμονὴ σ᾿ αὐτήν, ὁπότε βλέπει ὁ νοῦς τὶς κακὲς κλίσεις τῆς καρδιᾶς, τὶς πονηρὲς κινήσεις τῶν λογισμῶν του, τὶς ἐπιβουλὲς καὶ τὶς κλοπὲς κι ἐνέδρες τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων. Ἔτσι βλέπει καθαρά, σὰν σὲ καθρέπτη, ὅλα του τὰ σφάλματα μέχρι τὰ παραμικρὰ κι ἔτσι ἐπικαλεῖται τὸν Κύριον Ἰησοῦν σὲ βοήθεια καὶ ζητεῖ συγχώρεση, μετανοεῖ, λυπεῖται, προσθέτει πένθος στὸ πένθος, ταπείνωση στὴν ταπείνωση καὶ κάνει ὅσα μπορεῖ, γιὰ νὰ διορθωθεῖ καὶ νὰ μὴν ἁμαρτάνει πλέον. Γιὰ τοῦτο καὶ περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶπε ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα σου ἡ προσευχή σου θὰ τὴν φανερώσει. Καθρέπτην αὐτὴν ἔχουν δώσει γιὰ τοὺς μοναχούς, οἱ Θεολόγοι».
Τέταρτος καρπὸς τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἡ μετὰ τὴν κάθαρση διδομένη ὑπερφυσικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Οἱ Ἅγ. Πατέρες μετὰ τὶς νηστεῖες, ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καὶ λοιπὲς κακοπάθειες τοῦ σώματος, γιὰ νὰ καθαρίσουν τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὰ πάθη, ἐπενόησαν καὶ τὴ μέθοδο τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ νοῦ στὴν καρδιά. Ἔτσι ἀφ᾿ ἑνὸς καθαρίζονται εὐκολότερα ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά, ποὺ εἶναι τὰ πλέον εὐκολότρεπτα στὸ κακὸ καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου κάνουν κατάλληλη τὴν ἀνθρώπινη φύση νὰ δεχθεῖ τὴν ὑπερφυσικὴ Χάρη κι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μπορεῖ τὸ νὰ ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας του, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος του καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του, κατὰ τὴν πρώτην ἐντολήν…


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 15ον

Πέμπτος καρπὸς τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ὅτι, ἐὰν ὁ νοῦς συνηθίσει νὰ μπαίνει στὴν καρδιὰ καὶ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο καὶ νὰ βρίσκει τὸ θέλημά του, δὲν μένει χωρὶς χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Συμβαίνει δηλαδὴ κάτι παρόμοιο μὲ κάποιον ξενιτεμένο, πού, ὅταν γυρίσει στὸ σπίτι του, χαίρεται καὶ εὐφραίνεται, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια ξενιτιᾶς. Ἔτσι συμβαίνει καὶ στὸ νοῦν, ὅταν εἰσέλθει στὴν καρδιά του, καθὼς λέει καὶ ὁ Θεῖος Νικηφόρος ὁ μονάζων: «Ὅπως ὁ ἄνδρας ποὺ ἔλειπε καιρὸ ἀπὸ τὸ σπίτι του, ὅταν ἐπιστρέψει, γίνεται ἔξαλλος ἀπὸ τὴ χαρά του, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, ὅταν ἑνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή, γεμίζει ἀπὸ ἀνείπωτη χαρὰ κι εὐφροσύνη».
Ἀφήνω κατὰ μέρος ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ κι ὑπερφυσικὰ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἀξιώνεται ὁ πιστὸς ἀπὸ τὴ νοερὰ τούτη ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ καὶ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Μπορεῖς, ἀδελφέ μου, νὰ φυλάξεις τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά σου ἂν ὄχι τελείως καθαρὰ καὶ ἀπαθῆ- γιατὶ τοῦτο εἶναι δύσκολο νὰ τὸ πετύχεις μέσα στὸν κόσμο-, τουλάχιστον ὀλιγοπαθῆ καὶ ὅσο σοῦ εἶναι δυνατὸν καθαρά. Ἡ Ἁγ. Γραφὴ λέει: «Φύλαγε τὸν ἑαυτό σου καὶ μὴν ἀφήνεις κανένα κρυφὸ λογισμὸ νὰ γίνει ἀνόμημα στὴν καρδιά σου». Καὶ ὁ Σολομῶν παραγγέλλει: «Πρόσεχε ὅλες τὶς πόρτες τῆς καρδιᾶς σου, γιατὶ ὅλες εἶναι ἔξοδοι πρὸς τὴν ζωήν».
Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς γιὰ τὴ συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ:
«Ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ γλυκὺ μελέτημα τῆς καρδιᾶς σου.
Ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ ἐντρύφημα τῆς γλώσσας σου.
Ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ συνεχὲς ἀδολέσχημα καὶ ἡ ἰδέα τοῦ νοῦ σου.
Ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἡ ἀναπνοή σου καὶ ποτὲ νὰ μὴ χορταίνεις ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦν.
Ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνεχῆ καὶ γλυκύτατη μνήμη τοῦ Ἰησοῦ θέλουν ἐμφυτευθεῖ καὶ γίνουν μεγάλα δένδρα οἱ τρεῖς ἐκεῖνες μεγάλες καὶ θεολογικὲς ἀρετές, ἡ πίστη, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη».
Λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ μου, λέγε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μὲ ἀγάπη καὶ δάκρυα, διότι κατὰ τὸν Ἅγ. Ἰσαὰκ «Ἡ θύμηση τῶν ἀγαπημένων προκαλεῖ δάκρυα». Ὅταν ἔτσι κάνεις, ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ θὰ ἔχεις τὴ συναίσθηση ὅτι ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ πέρασε ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιά σου καὶ στὸν κάθε χτύπο της ἐπαναλαμβάνονται οἱ λέξεις της. Τὰ μάτια σου τότε θὰ σοῦ φαίνεται ὅτι θὰ βλέπουν μὲ τὴν καρδιά σου καὶ μέσα της θὰ νιώθεις κάτι σὰν ἐλαφρὸ πόνο, ἐνῶ στὴ σκέψη σου θὰ βασιλεύει μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Ὅποιος ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἐσωτερικὴ προσευχὴ ὄχι μόνο σωφρονεῖ, ἀλλὰ καὶ βλέπει καλὰ καὶ θεολογεῖ: «Ζεῖτε ἁγνὴ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τότε δὲν θὰ ὑποκύπτετε στὶς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας», λέει ὁ Θ. Παῦλος. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνα λειτούργημα ποὺ βοηθάει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ Δημιουργό του. Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες στὴν κατὰ κόσμο ζωὴ τοὺς τὴν προσευχὴ εἶχαν κάνει καθημερινὴ ἀπασχόλησή τους καὶ κυριαρχικὸ βίωμά τους.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 16ον

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει: Οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προσεύχεσαι εἶναι δυό, ἐσωτερικὸς καὶ ἐξωτερικός. Ὁ ἐσωτερικὸς εἶναι τὸ νὰ βιάζεσαι νὰ συμμαζώνεις τὸ νοῦ σου στὰ λόγια τῆς προσευχῆς κι ἄλλο κανένα πράγμα νὰ μὴν τὸν ἀφήνεις νὰ συλλογίζεται στοχαζόμενος ὅτι παρίστασαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καὶ γιὰ νὰ συμμαζώνεται ὁ νοῦς σου εὐκολότερα βάστα καὶ λίγο τὴν ἀναπνοή σου. Τὴν δὲ καρδιά σου κάνε την νὰ νοστιμεύεται στὰ λεγόμενα, καθὼς νοστιμεύεται καὶ στὰ καλὰ φαγητά. Νὰ ἔχεις ταπείνωση, συντριβὴ καὶ κατάνυξη, καὶ ἄλλοτε μὲν νὰ προσεύχεσαι μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ποὺ εἶναι καλύτερο, ἄλλοτε δὲ καὶ μὲ τὸ στόμα.
Ὁ δὲ ἐξωτερικὸς τρόπος, κατὰ τὸν αὐτὸν Ἅγ. Νικόδημον, εἶναι τὸ νὰ προσεύχεσαι πότε σκύβοντας κάτω τὴν κεφαλή σου, σὰν τὸν τελώνη, πότε στεκόμενος, πότε γονατιστὸς καὶ πότε σηκώνοντας τὰ χέρια σου. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ τρόποι εἶναι μαρτυρημένοι ἀπὸ τὶς Θεῖες Γραφές.
Ὁ καιρὸς τῆς προσευχῆς εἶναι τὸ νὰ προσεύχεσαι στοὺς διορισμένους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἑπτὰ καιροὺς (=ἑσπερινόν, ἀπόδειπνον, μεσονυκτικόν, ὄρθρον καὶ ὦρες) κατὰ τὸ ψαλμικὸ «Ἑπτὰ φορὲς τὴ μέρα Σὲ ὕμνησα». Ἰδιαίτερα νὰ βιάζεις τὸν ἑαυτό σου στὸ νὰ προσεύχεσαι παντοτινὰ καὶ ἀδιάλειπτα, καθὼς παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Νὰ προσεύχεσαι λοιπὸν καὶ ὅταν κάνεις τὴν τέχνη σου ἢ ἄλλη σου ὑπηρεσία καὶ νὰ τὶς ἀρταίνεις μὲ τὴν προσευχὴ ὡσὰν μὲ ἁλάτι, κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον.
Ὁ τόπος τῆς προσευχῆς κατὰ πρώτον λόγον εἶναι ὁ ναός. Κατὰ δεύτερον λόγον νὰ εἶναι ὁ πλέον ἥσυχος τόπος τοῦ σπιτιοῦ σου διότι βλέπουμε καὶ τὸν Ἀπ. Πέτρο ποὺ «ἀνέβη πάνω στὸ δῶμα τοῦ σπιτιοῦ νὰ προσευχηθεῖ».
Λοιπὸν μὲ τέτοιο τρόπο προσευχόμενος ὁμολόγησε ὅτι ὅλη σου ἡ ἐλπίδα καὶ δύναμη εἶναι ἀκουμβισμένη πάνω στὴ δύναμη τοῦ λυτρωτοῦ σου καὶ ὅσο Ἐκεῖνος σὲ κρατάει νὰ μὴ πέσεις, τόσο θέλεις μείνει ὄρθιος καὶ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς ἀνίκητος! Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγ. Νικόδημος: «Κάμε ἀπόφαση, ὅτι ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς ν᾿ ἀφιερώνεσαι κάθε μέρα στὸ Δεσπότη Χριστὸ καὶ νὰ μὴ ἀποκάμης ζητώντας Του ἔλεος καὶ ὅλα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα». Καὶ ἂν δὲν σοῦ τὰ δώσει, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Κι ἂν περάση μήνας κι ἂν χρόνος κι ἂν τρία ἢ τέσσερα καὶ περισσότερα ἔτη, ὥσπου νὰ εἰσακουσθεῖς, μὴ παραιτεῖσαι, ἀλλὰ μὲ πίστη ζήτα πάντοτε ὑπηρετώντας τὸ ἀγαθόν». Ἐπειδὴ βλέπουμε τὸν δίκαιον ἐκεῖνον Ἰσαάκ, ποὺ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια, γιὰ νὰ τοῦ δώσει παιδὶ καὶ ὕστερα τὸν εἰσήκουσε. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ἐφώναζαν στὸ Θεὸ κάθε μέρα «ἔλεος, ἔλεος, ἔλεος», ἄλλος ἐπὶ πενήντα καὶ ἄλλος ἑξήντα χρόνια καὶ ὕστερα ἔπαιρναν τὸ ζητούμενο ἢ στὸν καιρὸν τῆς ζωῆς ἢ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου!
Κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο κάνει τοῦτο ὁ Θεὸς καὶ δὲν μᾶς δίνει εὔκολα τὸ ζητούμενο καὶ γι᾿ ἄλλες αἰτίες, ποὺ Αὐτὸς ξέρει, κυρίως ὅμως, γιὰ νὰ μᾶς κάνει νὰ στεκόμαστε πάντοτε κοντά Του καὶ γιὰ νὰ φυλάξουμε αὐτό, ποὺ πήραμε μὲ τόσες δυσκολίες.
Παρακάλεσε τὸν Κύριον, ἀδελφέ μου, νὰ σοῦ δώσει αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ χάρισμα τῆς προσευχῆς, μὲ τὸ ὁποῖον ὡσὰν μὲ ἕνα χρυσὸ κλειδὶ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀνοίγεις σὲ κάθε καιρὸ κατὰ τὶς ἀνάγκες σου τοὺς θησαυροὺς τῆς χάριτος καὶ βοήθειάς Του.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 17ον

Ἂς δοῦμε ὅμως τί λένε καὶ οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆ
Ὁ Ἅγ. Ἡσύχιος γράφει γιὰ τὴ προσευχή: «Ἀπὸ τὴ συνεχὴ μνήμη καὶ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ προέρχεται μέσα στὸ νοῦ μας μιὰ θεϊκὴ κατάσταση. Τοῦτο συμβαίνει, ἂν ἐπικαλούμεθα τὸν Κύριον Ἰησοῦν μὲ θέρμη καρδιᾶς βοῶντες πρὸς Αὐτὸν μέρα-νύχτα, ὁπότε ἡ συνέχεια γεννάει τὴ συνήθεια καὶ ἡ συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση!… Ὅταν ἔρθει σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση ὁ νοῦς μας, ἐπιζητεῖ τοὺς πολέμιους διαβόλους – ὅπως ὁ κυνηγητικὸς σκύλος τὸ λαγὸ στὸ δάσος – γιὰ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει»!
Ὁ Ἅγ. Μακάριος Αἰγύπτιος γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι συνέχεια καὶ μὲ προσοχὴ πρέπει νὰ προσευχόμαστε στὸν Θεό, γράφει: «Καθὼς μιὰ οἰκία, ποὺ ἔχει μέσα της τὸν νοικοκύρη, εἶναι καθαρή, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει μέσα της τὸ Δεσπότη Χριστὸ διαμένοντα εἶναι πεντακάθαρη, διότι τὸν Κύριο μὲ ὅλους τοὺς πνευματικοὺς θησαυροὺς ἔχει ἔνοικον καὶ ἡνίοχον!.. Οὐαὶ δὲ στὴν ψυχὴν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἀποδημεῖ ὁ Δεσπότης Χριστός!.. Γιατὶ τότε ἡ ψυχὴ αὐτὴ εἶναι ἔρημη ἀπὸ ἀρετὲς καὶ γεμάτη ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσία καὶ ἀκαταστασία. Ἐκεῖ σειρῆνες καὶ δαίμονες κατοικοῦν, ὅπως στὴν ἐρημωθεῖσα οἰκία αἴλουροι καὶ σκυλιὰ καὶ κάθε ἀκαθαρσία. Οὐαὶ στὴν ψυχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν σηκώνεται ἀπὸ τὸ φοβερὸ πέσιμό της καὶ μέσα της ἔχει τοὺς δαίμονες, ποὺ τὴν πειθαναγκάζουν ν᾿ ἀποστρέφεται τὸν Οὐράνιον Νυμφίον της ἀποσπώντας τὸ νοῦ της ἀπὸ τὸ Νυμφίο Χριστὸ καὶ παρασύροντάς τον στὶς βιοτικὲς μέριμνες… Ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ αὐτὴ ἐπιστρέψει στὸν Κύριο ἐπικαλούμενη Αὐτὸν νύχτα-μέρα, θὰ «ἐκδικήσει» αὐτήν, ὅπως ὑπεσχέθη, καὶ θὰ καθαρίσει αὐτὴν ἀπὸ τὴν κακία ποὺ ἔχει μέσα της, ὁπότε ἄμωμη καὶ ἄσπιλη νύμφη θὰ παραστήσει αὐτὴν ἐνώπιόν Του.
Ἐὰν δὲν πιστεύεις ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀληθινὰ – ὅπως καὶ εἶναι – ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου: α) ἂν σὲ ὁδηγεῖ τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ καὶ β) ἂν τρώγεις τὴν ἀληθινὴ βρώση καὶ πόση, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος (=Θ. Κοινωνία). Ἐὰν ὅμως εἶσαι ἔρημος καὶ στερεῖσαι τούτων, ζήτα μέρα καὶ νύχτα νὰ λάβεις αὐτὰ ποὺ στερεῖσαι.
Ὅταν λοιπόν, ἀδελφέ μου, βλέπεις τὸν αἰσθητὸν Ἥλιον, ὕψωνε τὴ διάνοιά σου στὸν νοητὸν καὶ τοῦτον ζήτησε, γιατὶ εἶσαι τυφλός!. Ὅταν θεωρεῖς φῶς, στρέψε τὴν ψυχή σου καὶ βλέπε, ἂν βρῆκες τὸ ἀληθινὸ καὶ ἀγαθὸ φῶς!… Διότι ὅλος αὐτὸς ὁ φαινόμενος κόσμος εἶναι σκιὰ τοῦ νοητοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου. Ἔτσι παρὰ τὸν φαινόμενον ἄνθρωπον ὑπάρχει καὶ ἄλλος ἀφανής!… Καὶ μάτια, ποὺ τύφλωσε ὁ σατανὰς καὶ αὐτιὰ ποὺ ἐκούφανε ὁ μισόκαλος. Καὶ τοῦτον τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἦλθε ν᾿ ἀποκαταστήσει ὑγιῆ ὁ Κύριος Ἰησοῦς, «εἰς ὃν ἅμα τῷ Πατρὶ καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ πρέπει τιμὴ καὶ δόξα αἰώνιος. Ἀμήν».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 18ον

Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος γράφει τὰ παρακάτω γιὰ τὴν πνοὴ καὶ τὴν ἀναπνοή: «…Σὺ λοιπόν, ἀδελφέ μου, ἀφοῦ καθήσεις καὶ συγκεντρώσεις τὸ νοῦ σου, εἰσάγαγε αὐτὸν στὴν ὀπὴ τῆς μύτης, μὲ τὴν ὁποία μπαίνει ὁ ἀέρας, καὶ βίασε τὸ νοῦ σου νὰ συνεισέλθει στὴν καρδιά σου, καὶ δὲν θὰ μείνεις χωρὶς χαρὰ κι εὐφροσύνη!.. Συνήθιζε νὰ μὴν ἐξέρχεται γρήγορα ὁ νοῦς σου ἀπὸ τὴν καρδιά σου, ὅπου εὐχαριστεῖται καὶ κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου «Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐντὸς ἡμῶν ἐστι». Ὁπότε μὲ τὴν καθαρὴ προσευχὴ ὅλα τὰ ἐκτὸς τὰ ἀποστρέφεται καὶ τὰ μισεῖ».
Ὁ Θεοφύλακτος στὶς Ἐπιστολές του πρὸς τοὺς Μοναχοὺς καὶ τὶς Μοναχές, γράφει: «Ὅλοι οἱ Χριστιανοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, μάλιστα δὲ οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Μοναχὲς πρέπει νὰ προσεύχονται καὶ ἐκεῖ ποὺ δουλεύουν τὶς τέχνες τους καὶ ὅταν τρώγουν καὶ ὅταν περπατοῦν λέγοντες πότε μὲ τὸ στόμα καὶ πότε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τὴ σύντομη εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Καὶ μ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀρταίνουν καὶ σὰν μὲ ἁλάτι ν᾿ ἁλατίζουν τὶς ἐργασίες τους. Εὐλογοῦνται μ᾿ αὐτὴ ὅλες τους οἱ ὑποθέσεις καὶ ἁγιάζονται τὰ στόματα καὶ οἱ καρδιές τους διὰ τοῦ Ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ Θεῖος Χρυσόστομος παραγγέλλει σ᾿ ὅλους τοὺς τεχνίτες τοῦτα: «Εἶσαι χειροτέχνης; Ψάλλε. Κάθεσαι; Ψάλλε. Εἶναι μεγάλος βοηθὸς ὁ Ψαλμός».
Ὁ κάθε Χριστιανὸς ὀφείλει πάντοτε νὰ θυμᾶται τὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἀγαπάει. Ἐπειδὴ μ᾿ ὅποιο πράγμα ἔχει δεθεῖ ἡ καρδιά μας, ἐκεῖνο μᾶς τραβάει πάντα κοντά Του, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ὁ Θεός. Κι ὅταν ἡ καρδιά μας ποθεῖ τὸ Θεό, Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ Κύριος της. Ὄχι μόνον ὅταν εὐτυχοῦμε στὴ ζωή μας, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν ἄλλο χρόνο νὰ προσευχόμαστε. «Πάντοτε νὰ χαίρεσθε καὶ συνέχεια νὰ προσεύχεσθε», μᾶς συμβουλεύει καὶ ὁ Θ. Παῦλος.
Κατὰ τὴν ἀποστολικὴ ὑποθήκη ὁ καλὸς Χριστιανὸς ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι κάθε πράξη καὶ λόγος καὶ κάθε ἐνέργεια ἀποτελεῖ νοερὰ προσευχή. «Προσεύχεται γιὰ μᾶς πάντοτε ὁ νοῦς, ὅταν ξεφράξουμε ὅλες τὶς διεξόδους τῆς μνήμης γιὰ τὸ Θεό, γιατὶ δουλειά του πρέπει νὰ εἶναι οἱ θεάρεστες σκέψεις» λέει ὁ Ἅγ. Διάδοχος. «Ἂς μὴ προφασιζόμαστε λέγοντας πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσευχηθεῖ ἐκεῖνος ποὺ ἐργάζεται στὶς βιοτικὲς ἀσχολίες, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ τὴν ὥρα τῆς δουλειᾶς νὰ πάει στὸ Ναό. Γιατὶ ὅπου καὶ νὰ εἶσαι μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς. Κανένας τόπος δὲν ἐμποδίζει καὶ καμμιὰ ὥρα δὲν εἶναι ἀκατάλληλη. Κι ἂν τὰ γόνατα δὲν κλίνεις κι ἂν τὸ στῆθος δὲν χτυπήσεις καὶ τὰ χέρια σου στὸν Οὐρανὸ δὲν σηκώσεις, ἀρκεῖ μόνο διάνοια καθαρὴ νὰ δείξεις καὶ δημιούργησες ὅ,τι χρειάζεται γιὰ προσευχή», γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος. Φοβερὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος Γέροντος: «Ἂν ὁ μοναχὸς νομίζει πὼς μόνον ὅταν βρίσκεται σὲ στάση προσευχῆς, τότε μόνον προσεύχεται, ὁ μοναχὸς αὐτὸς καθόλου δὲν προσεύχεται».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 19ον

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὸ λόγο τοῦ περὶ νήψεως καὶ προσευχῆς, λέει τὰ πιὸ κάτω: «Ἀδελφοί, ν᾿ ἀσχολεῖσθε πάντοτε μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ καὶ νὰ μὴν ἀπομακρύνεστε ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦν, μέχρις ὅτου πετύχετε τὰ ἐλέη Του καὶ τοὺς οἰκτιρμούς Του. Νὰ μὴ ζητᾶτε τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὸ ἄπειρον αὐτοῦ ἔλεος καὶ τοῦτο ἀρκεῖ γιὰ τὴ σωτηρία σας. Ζητοῦντες δὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ βοᾶτε μὲ ταπεινὴ καὶ συντριμμένη καρδιὰ ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ ὅλη τὴ νύχτα λέγοντας συνέχεια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς».
Ὅθεν σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, βιάζετε τὸ νοῦ σας στὴν εὐχὴ τούτη μέχρι θανάτου. Γιατὶ τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς προσευχῆς ἀπαιτεῖ βία μεγάλη, γιατὶ τὸ πολεμοῦν οἱ δαίμονες καὶ στενὴ καὶ θλιμμένη εἶναι ἡ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ ὅσοι βιάζονται εἰσέρχονται, ὅπως εἶπε καὶ τὸ ἀψευδὲς στόμα τοῦ Κυρίου μας.
Καὶ δεύτερον παρακαλῶ, ἀδελφοί, μὴ ξεκόβετε τὴν καρδιά σας καὶ τὸ νοῦ σας ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ προσέχετε νὰ κρατᾶτε τὴν καρδιά σας καθαρὴ ἀπὸ κάθε πονηρὸ λογισμὸ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἕως ὅτου φυτευθεῖ στὶς καρδιές σας τὸ σωτήριο καὶ πανάγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ μορφωθεῖ μέσα σας ὁ Χριστός. Τότε θὰ νιώσετε μέσα στὶς καρδιές σας τὰ ὑπερφυσικὰ καὶ οὐράνια αὐτοῦ χαρίσματα καὶ ἐνεργείας καὶ μὴ ξεχνᾶτε ποτὲ ὅτι «ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνήκει σὲ κείνους ποὺ βιάζουν τὶς θύρες της».
Καὶ τρίτην, ἀδελφοί, παράκληση σᾶς ἀπευθύνω. Μὴ παύσετε μήτε ν᾿ ἀμελήσετε τὸν κανόνα τοῦτο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, γιατὶ ἄκουσα νὰ λέγουν οἱ Πατέρες μας: Ἐκεῖνος ποὺ ἀμελεῖ τὸν κανόνα τοῦτον τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι Χριστιανός! Γιατὶ ὁ Χριστιανὸς κι ὅταν τρώγει κι ὅταν πίνει κι ὅταν κάθεται κι ὅταν ἐργάζεται κι ὅταν βαδίζει, ὀφείλει νὰ κράζει ἀδιάκοπα μέσα στὴν καρδιά του τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Κι αὐτὸ ἵνα ἡ συνεχὴς αὐτὴ ἐνθύμηση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κινήσει σὲ πόλεμο τὸ δράκοντα, ποὺ φωλιάζει στὶς καρδιές μας. Καὶ τότε, εἴτε τὰ καλὰ καὶ θεῖα χαρίσματα εἴτε τὰ κακὰ καὶ τὰ πάθη, ποὺ κρύβονται μέσα μας, θὰ βρεῖ καὶ θὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὴ νοερὰ Προσευχή, ἡ μὲ αὐτὴν ἀσχολούμενη ψυχή.
Καὶ πρῶτον μὲν θὰ γνωρίσει κάθε ρυπαρὸ καὶ πονηρὸ μολυσμό, δεύτερον δὲ θὰ νιώσει τὰ καλὰ καὶ θεῖα χαρίσματα, διότι ἡ εὐχὴ θὰ καταβάλει ὅλη τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου, ποὺ ἐνεργεῖ μέσα μας, καὶ σιγὰ-σιγὰ θὰ τὴν ἐκμηδενίσει! Τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατερχόμενο στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας θὰ κατατροπώσει τὸ δράκοντα τὸν κρατοῦντα τὶς νομὲς τῆς καρδιᾶς μας, θὰ ἐλευθερώσει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ θὰ ζωντανέψει αὐτήν, ποὺ ἦταν νεκρὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία! Γιὰ τοῦτο συνέχεια νὰ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, μέχρις ὅτου ἡ καρδιὰ καταπιεῖ τὸν Κύριον, καὶ πάλιν ὁ Κύριος καταπιεῖ τὴν καρδιά, κι ἔτσι ἡ καρδιὰ καὶ ὁ Κύριος γίνουν ἕνα πράγμα.
Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ πετύχετε αὐτὸ τὸ ἔργο σὲ μιὰ ἢ δυὸ μέρες, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ χρόνος μακρὺς καὶ ἀγώνας πολύς, μέχρις ὅτου νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὴν καρδιὰ ὁ σατανάς, νὰ εἰσέλθει δὲ καὶ νὰ ἐνοικήσει καὶ κατοικήσει σ᾿ αὐτὴν ὁ Δεσπότης Χριστός!.. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ Θ. Παῦλος γράφοντας: «Ἔχετε νὰ πολεμήσετε ἐχθροὺς ὄχι αἰσθητοὺς καὶ σωματικούς, ἀλλὰ ἀσώματους καὶ ἀόρατους, τοὺς πονηροὺς δαίμονες, τοὺς ἄρχοντες τοῦ σκοτεινοῦ τούτου καὶ παρερχόμενου κόσμου». Ὁ ἴδιος Ἅγιος λέει γιὰ τὴν προσευχή: «Ἡ προσευχή, ὅταν τὴν κάνουμε μὲ τὴν καρδιά μας, ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, μᾶς καθαρίζει». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ μεγάλη, ἐνῶ ἐμεῖς, ἂν καὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, δὲν θέλουμε νὰ δώσουμε οὔτε λίγη ὥρα γιὰ εὐχαριστίες στὸν Θεό, ἀνταλλάσσουμε δὲ τὸ χρόνο τῆς προσευχῆς, ποὺ εἶναι ὁ πιὸ πολύτιμος ἀπ᾿ ὅλους, μὲ βιοτικὲς καὶ ἀνωφελεῖς φροντίδες, ξεχνώντας τὸ Θεὸ καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον μας. Ἐξαιτίας αὐτοῦ πολλὲς φορὲς παθαίνουμε ἀτυχήματα καὶ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα πάλι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὰ χρησιμοποιεῖ, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ νὰ μᾶς διδάξει νὰ στρέψουμε τὴν καρδιὰ σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ νὰ πετύχουμε τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 20ον

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὰ διάφορα συγγράμματά του γράφει: «Αὐτὴ δὲ ἡ στράτα καὶ μέθοδος εἶναι ἡ παντοτινὴ προσευχὴ καὶ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν εὐχαριστία διότι ὅποιος συνηθίσει νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ νὰ εὐχαριστεῖ Αὐτὸν πάντοτε, αὐτὸς εἶναι φανερὸν ὅτι θέλει ἔχει παντοτινὴ καὶ διαρκῆ χαρὰ στὴν καρδιά του!»
Ἂν λοιπὸν ἐσύ, ἀδελφέ μου, θέλεις νὰ ἀκουσθεῖς εὐκολότερα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ζητάς, ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς μὲ τὴ νοερὰ αὐτὴ προσευχὴ παρακαλώντας τὸν Θεὸ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ σου καὶ τὴν καρδιά σου νὰ σ᾿ ἐλεήσει καὶ νὰ σοῦ δώσει ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι συμφέροντα γιὰ τὴ σωτηρία σου.
Μάθε καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ νοερὰ προσευχὴ ἀπαιτεῖ περισσότερους κόπους ἀπὸ τὴν μὲ τὸ στόμα λαλούμενη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ φθάνει στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Κυρίου γρηγορότερα καὶ ἀποτελεσματικότερα ἀπὸ τὶς φωνὲς τοῦ στόματος!.. Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος ἔλεγε στὸ Μωϋσῆ, ποὺ νοερὰ μόνο καὶ μὲ τὴν καρδιά του Τὸν παρακαλοῦσε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Τί βοᾶς πρός με»…
Ἡ προσευχὴ εἶναι τόσο ἀναγκαία, ὅσο ἀναγκαία εἶναι καὶ ἡ Θεία Χάρις!.. Καὶ ἂν δὲν προηγηθεῖ ἡ πρώτη, δὲν καταφθάνει ἡ δεύτερη. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτωλὸς ποὺ νὰ προστρέχει στὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση, θάρρος καὶ καρτερία καὶ νὰ μὴ ἀκουσθεῖ καὶ βαλθεῖ σὲ καλὴ κατάσταση, διότι ὁ Θεὸς νομοθέτησε νὰ εἶναι ἡ προσευχὴ ἕνα καθολικὸ μέσο καὶ ὄργανο, γιὰ νὰ θεραπεύει ὅλες μας τὶς ἀσθένειες καὶ ὅλα μας τὰ πάθη καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε τελικὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος στὴ Φιλοκαλία λέει: «Ὅταν κατὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐπικαλούμαστε τὸ Ἅγιον Ὄνομά Του καὶ λέμε «Ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», τότε σὲ κάθε ἐπίκληση ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ἀπαντάει μυστικά: «Υἱέ μου, ἀφίενταί σοι οἱ ἁμαρτίες σου»! Καὶ συνεχίζει λέγοντας πὼς «Ὅταν λέμε τὴν προσευχὴ αὐτή, τὴ στιγμὴ ἐκείνη δὲν διαφέρουμε καθόλου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες»! Καὶ ἀλλοῦ λέγει: «Πολλοὺς ἀγῶνες καὶ κόπους πρέπει νὰ καταβάλλουμε στὴν προσευχή, γιὰ νὰ βροῦμε τὴν ἀθόρυβη καὶ γαληνιαία τῆς διανοίας κατάσταση, ποὺ εἶναι ἕνας ἄλλος Οὐρανὸς στὴν καρδιά μας, μέσα στὸν ὁποῖον κατοικεῖ ὁ Δεσπότης Χριστός»! Τὸ ἴδιο λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος: «Δὲν γνωρίζετε ὅτι ὁ Χριστὸς κατοικεῖ μέσα μας; Ἐκτὸς καὶ ἂν εἶσθε ἀνάξιοί της θεϊκῆς Χαρᾶς καὶ δὲν γνωρίζετε τοῦτο».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 21ον

Ὁ Ἡσύχιος γιὰ τὴν προσευχὴ γράφει τὰ ἑξῆς: «Καθὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσει κανεὶς χωρὶς ψωμὶ καὶ νερό, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο χωρὶς τὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς νὰ νιώσει ἡ ψυχὴ κάτι τὸ πνευματικὸ ἢ νὰ πράξει κάτι ποὺ ν᾿ ἀρέσει στὸ Θεὸ ἢ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν κατὰ διάνοια ἐνεργουμένη ἁμαρτία καὶ ὅταν ἀκόμα τὴν ἀποφεύγει στὴν πράξη ἀπὸ τὸ φόβο τῆς κολάσεως». Καὶ ὁ Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος συμπληρώνει: «Καθὼς εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωπος ποὺ περπατάει στὴ γῆ νὰ μὴν ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦτον, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ καθαρίσουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοὺς καὶ νὰ διώξουμε ἀπ᾿ αὐτὴν τοὺς νοητοὺς ἐχθροὺς δαίμονες χωρὶς τὴ συχνὴ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ! Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει εὐχὴ καθαρὴ ἀπὸ πονηροὺς λογισμούς, αὐτὸς δὲν ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα ὅπλα, γιὰ νὰ μαστιγώνει μὲ τὴν εὐχὴ καὶ νὰ καταφλέγει τοὺς δαίμονες!
Μεγάλο ὄντως ἀγαθό, δοκιμασμένο μὲ τὴν πείρα, παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Πατέρες, τὴ συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατὰ τῶν δαιμόνων, μὲ τὴν ὁποία καὶ μόνον ὅποιος θέλει μπορεῖ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του! Καὶ ἡ Ἁγ. Γραφὴ ἐπιβεβαιώνει: «Ἰσραηλίτες, ἑτοιμάζεστε, γιὰ νὰ ἐπικαλεῖστε τὸ Ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ» καὶ «Συνεχῶς νὰ προσεύχεσθε», καὶ «Χωρὶς ἐμένα τίποτα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε» καὶ «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὖτος φέρει καρπὸν πολύν». Μεγάλο λοιπὸν ἀγαθὸ εἶναι ἡ εὐχὴ καὶ ὅλων τῶν ἀγαθῶν περιεκτικόν, διότι καθαρίζει τὴν καρδιά, μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς φανερώνεται στοὺς πιστούς.
Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναίτης μας δίνει τὶς πιὸ κάτω συμβουλὲς γιὰ τὴν εὐχή: «Ἀπὸ τοὺς Πατέρες ἄλλοι μὲν ὁρίζουν νὰ λέμε ὁλόκληρη τὴν εὐχή, δηλαδὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἄλλοι δὲ τὸ μισό, δηλαδὴ «Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ποὺ εἶναι εὐκολότερο. Πρέπει ὅμως νὰ ξέρουμε ὅτι κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ Κύριον τὸν Ἰησοῦν, ἂν δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Καὶ πάλιν ἄλλοι ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τὸ στόμα, ἄλλοι δὲ μὲ τὸ νοῦ διδάσκουν νὰ λέγεται ἡ εὐχή. Ἐγὼ – λέει ὁ Ἅγιος- συνιστῶ καὶ μὲ τὰ δυό, δηλαδὴ καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ μὲ τὸ νοῦ, καὶ τοῦτο νὰ γίνεται μέχρις ὅτου μὲ τὴν ἐνίσχυση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μπορέσει ὁ νοῦς συνέχεια νὰ εὔχεται»
Ὅσον ἀφορᾶ τὴ στάση μας τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, λέει: «Νὰ λέμε τὴν εὐχὴ ἢ καθισμένοι σὲ σκαμνί, ποὺ εἶναι καὶ κουραστικὸ ἢ στὴ συνέχεια στὸ στρῶμα τοῦ κρεββατιοῦ μας γιὰ λίγο, ποὺ δίνει ἄνεση. Ὀφείλει δὲ διαρκῶς νὰ κάθεται, διὰ τὸν εἰπόντα: «Κατὰ τὴν προσευχὴ νὰ ὑπομένετε ὑποφέροντες». Νὰ μὴ σηκώνεται γρήγορα, ἀπὸ τὴν κούραση ποὺ νιώθει στὴν προσευχή, γιὰ νὰ συνηθίσει ἀδιαλείπτως νὰ λέει τὴν εὐχή.
Ἔτσι μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι καὶ συγκεντρωμένο τὸ νοῦ στὴν καρδιὰ νὰ ἐπικαλεῖσαι τὸν Κύριο νὰ σὲ βοηθήσει. Καὶ ὅταν δοκιμάζει ἀκόμη πόνους στοὺς ὤμους καὶ τὸ κεφάλι νὰ ἐπιμένεις καρτερικὰ μὲ θέρμη καὶ ζέση καρδιᾶς!


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 22ον

Νὰ μὴ ξεχνᾶμε ποτὲ ὅτι «Ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνήκει στοὺς βιαστὲς καὶ αὐτοὶ τὴν ἁρπάζουν». Γι᾿ αὐτὸ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ καρτερία σ᾿ ὅλα εἶναι γεννήτρια τῶν πόνων καὶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Ἂς δοῦμε τώρα τί λέγουν καὶ ἄλλοι πατέρες.
Ὁ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Κάθησε κάτω μόνος σε σιωπή. Χαμήλωσε τὸ κεφάλι σου. Κλεῖσε τὰ μάτια σου. Ἀνάπνεε ἤρεμα καὶ φαντάσου ὅτι βλέπεις μέσα τῆς καρδιᾶς σου τὰ βάθη. Καὶ μὲ τὸ ρυθμὸ τῆς ἀναπνοῆς σου λέγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Λέγε τὴν ἐπίκληση αὐτὴ ἐλαφρὰ μὲ τὰ χείλη σου ἢ καλύτερα μὲ τὸ μυαλό σου. Προσπάθησε νὰ διώχνεις κάθε ἄλλη σκέψη καὶ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἠρεμία προχώρει ἐπαναλαμβάνοντάς την συνεχῶς.
Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Θεσσαλονίκης συνιστώντας τὴ διδασκαλία τῆς νοερᾶς προσευχῆς σ᾿ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας, γράφει: «Δὲν χρεωστοῦμε μόνο, σύμφωνα μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, νὰ προσευχόμαστε ἀκατάπαυστα στὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἀλλὰ ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ τὴ φανερώνουμε καὶ νὰ τὴ διδάσκουμε στοὺς συνανθρώπους μας, στὸν καθένα, εἴτε ρασοφόρος εἶναι αὐτὸς εἴτε κοσμικός, ἐγγράμματος ἢ ἀγράμματος, ἄνδρας ἢ γυναίκα. Ἀκόμα καὶ στὰ παιδιὰ πρέπει νὰ τὴ διδάσκουμε καὶ νὰ ἐμπνέουμε σ᾿ ὅλους ζῆλον γι᾿ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ νοερὰ Προσευχή. Ἔτσι ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη τὸ Γραφικὸ λόγιον: «Ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά».
Διδάγματα ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων: Ἡ ἱστορία τῶν βίων τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως ἐκείνων ποὺ κατανάλωσαν τὴ ζωή τους στὴν προσευχή- προσευχόμενοι συνεχῶς οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ διδάσκοντες τοὺς ἄλλους πῶς νὰ προσεύχονται- ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς φωτεινότατο ὁδηγὸ στὸ καθῆκον τῆς Προσευχῆς. Παραθέτουμε ἐδῶ διδακτικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τοὺς βίους τριῶν ἁγίων μας, τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.
Α) Ὁ Θεῖος Σάββας, ὅταν ἔβλεπε κάποιον ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμον καὶ ἔγινε μοναχὸς νὰ ἔχει μάθει μὲ ἀκρίβεια τοὺς κανόνες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐπιτηρεῖ τὸ νοῦ του καὶ νικηφόρα νὰ παλεύει μὲ τοὺς ἐνάντιους λογισμούς του, τότε μόνον χορηγοῦσε σ᾿ αὐτὸν κελλὶ στὴ Λαύρα. Βλέπεις, ὅτι ὁ Ἅγιος τὴ φυλακὴ τοῦ νοῦ ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ τότε μόνον ἐπέτρεπε νὰ μένουν σὲ ἰδιαίτερο κελλί.
Β) Ὁ θαυμαστὸς Ἀρσένιος ἐπιθυμοῦσε τόσο πολὺ τὴ σιωπὴ καὶ ἀπεχθανόταν τόσο πολὺ τὴν ἐπίδειξη, ὥστε σπανίως μιλοῦσε ἀκόμη καὶ περὶ πνευματικῶν θεμάτων. Ἔκρυβε δὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μάζευε μέσα του τὸ νοῦ κι ἔτσι εὔκολα ὑψωνόταν πρὸς τὸν Θεὸν ἀναπτερώνοντας τὴ διάνοιά του.
Γ) Ὁ Μέγας Ἀντώνιος πρόσεχε νὰ ἔχει πάντοτε νήφουσα τὴν καρδιά του, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει προορατικὸ χάρισμα. Γιατὶ σὲ προσέχουσα καρδιὰ ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται «ὡσὰν φωτιά, ποὺ καθαρίζει, ἔπειτα δὲ σὰν φῶς ποὺ λαμπρύνει τὸ νοῦ καὶ θεόμορφον αὐτὸν ἀπεργάζεται» κατὰ τὸν Ἰωάννην τῆς Κλίμακος.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 23ον

Περὶ νήψεως καὶ προσευχῆς: Ὁ λογιώτατος καὶ σοφώτατος ὑποδιάκονος Δαμασκηνὸς Στουδίτης ἔγραψε ἕναν ὑπέροχο λόγο γιὰ τοὺς Μοναχοὺς περὶ νήψεως καὶ προσευχῆς. Τὸν μεταφέρουμε ὅπως ἔχει:
«Προσεύχεσθε συνέχεια, χωρὶς ὀργὴ καὶ σκέψεις ξένες πρὸς τὴν προσευχή. Κάθε σκέψη, ποὺ χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὸ νοῦ καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεό, λέει πολλὰ στὴν καρδιά: Καὶ ἐντολὲς ὑπαγορεύει μέσα μας, ἀλλὰ καὶ φαντάσματα λογικὰ καὶ παράλογα δημιουργεῖ, πού, ὅταν δὲν προσέχουμε, μᾶς κατακτοῦνε. Γιατὶ ὅλος ὁ ἀγώνας τοῦ διαβόλου ἀποβλέπει σὲ τοῦτο: Νὰ ξεμοναχιάσει, σὰν πρόβατο ἀπὸ τὸ κοπάδι, τὸ νοῦ μας ἀποχωρίζοντάς τον ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ νὰ μᾶς παρασύρει στὶς κοσμικὲς ἡδονές.
Γι᾿ αὐτὸ ὅλη ἡ προσπάθεια τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ στρέφεται στὸ νὰ μὴν ἀποχωρίζεται οὔτε στιγμὴ ὁ νοῦς ἀπὸ τὸν Θεό! Νὰ μὴ δικαιολογεῖ καὶ νὰ μὴ συμφωνεῖ μὲ τοὺς ἀκάθαρτους λογισμοὺς μήτε νὰ προσέχει σ᾿ ἐκεῖνα, ποὺ ὁ παντομίμητος καὶ δεξιοτέχνης ζωγράφος διάβολος παριστάνει μέσα στὴν καρδιά μας ἄλλοτε μὲ εἰκόνες, ἄλλοτε μὲ πρόσωπα, σχήματα καὶ ἄλλους τρόπους. Ἀφοῦ κάνει αὐτὰ ὁ διάβολος, χάνεται ὕστερα, καὶ ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ἂν καὶ βρίσκεται στὸ ἴδιο μέρος, ζεῖ σὲ ἀπάτες νομίζοντας πὼς βρίσκεται σὲ ἄλλους τόπους!… Ἔχει τὴν ψευδαίσθηση πὼς βλέπει καινούργια πράγματα, πὼς συνομιλεῖ μὲ διάφορα πρόσωπα, πὼς ἐξουσιάζει πράγματα ποὺ εἶναι ὅλα τους ἀποτέλεσμα διαβολικῆς πλάνης!..
Ἐπιβάλλεται λοιπὸν νὰ προστατεύετε τὸν ἑαυτό σας, νὰ καθοδηγεῖτε καὶ νὰ χαλιναγωγεῖτε τὸ νοῦ σας, ἀλλὰ καὶ κάθε σκέψη καὶ κάθε ἐνέργεια διαβολικὴ νὰ τὴν κολάζετε καὶ τιμωρεῖτε μὲ τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ σώζει τὸν κόσμο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ὅπου στέκεται τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἂς βρίσκεται κι ὁ νοῦς, πού, ὅταν εἶναι προσηλωμένος στὸ Θεό, δὲν ἀφήνει τίποτε ἄλλο νὰ εἰσχωρήσει στὴν καρδιά!.. Ὅταν μάλιστα νιώθεις κάτι σὰν μεσότοιχο ἢ φραγμὸ μέσα στὴν καρδιά σου, ὁμίλει μόνο πρὸς τὸν Κύριο. Κι ἂν κάποτε ὁ διάβολος σοῦ συναρπάσει τὸ νοῦ, μὴν ἀρχίσεις νὰ τὸν σκέφτεσαι, γιατὶ ἡ τέτοια συγκατάθεση τῶν λογισμῶν σου θὰ ὑπολογισθεῖ σὲ βάρος σου κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τότε ποὺ ὁ Θεὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων! Εἶναι κλειστὲς οἱ πόρτες τῆς Βασιλείας σ᾿ ὅποιον δὲν τὰ καταφέρνει νὰ δαμάσει σὲ τούτη τὴ ζωὴ τὰ πάθη του καὶ δὲν ἐκτελεῖ ἀγόγγυστα καὶ μὲ φόβο τοῦ Θεοῦ τὰ ὅσα τοῦ παραγγέλλει ὁ πνευματικός του πατέρας. Τὸ εἶπε καὶ ὁ Κύριος: « Δὲν ἦρθα στὸν κόσμο γιὰ νὰ κάνω τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός, ποὺ γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ».
Κάθε ἄρνησή μας σὲ ἐγκόσμια ἀγαθά, ὅταν ὑποφέρουμε καὶ ὑπομένουμε γιὰ τὸν Θεό, ὑπολογίζεται στὸ ἐνεργητικό μας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ γινόμαστε τέκνα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς!.. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὑπομένει καὶ νικάει στὶς δοκιμασίες τῶν πειρασμῶν!.. Αὐτὸς θὰ γίνει ναὸς τοῦ μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ! Μέσα του θὰ κατοικήσει ὁ Κύριος καὶ θὰ περπατήσει κάνοντάς τον κατοικία Του! Ἔχοντας λοιπὸν ὑπόψη τέτοιες ἐπαγγελίες, παραιτηθεῖτε γιὰ πάντα ἀπὸ τὶς γήινες ἀπολαύσεις, καὶ δοθεῖτε στὸν Κύριο καὶ Θεό μας, γιατὶ ἔτσι μονάχα θὰ σᾶς εὐσπλαχνισθεῖ. Καὶ μὴ ζητᾶτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν Κύριο, παρὰ μόνον ἔλεος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς δόξας Του. Ἀρκεῖ αὐτό. Κι ὅταν Τοῦ τὸ ζητᾶμε μὲ ταπεινὴ καὶ συντριμμένη καρδιά, νὰ λέτε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ- κι ἂν εἶναι δυνατὸ ὅλη τὴ νύχτα- τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν».
Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν βιασθεῖτε. Βιασθεῖτε. Βιασθεῖτε, ξαναλέγω, πιέζοντας τὸ νοῦ σας μέχρι θανάτου! Γιὰ νὰ πετύχετε αὐτὸν τὸν σκοπὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ στενοχωρηθεῖτε καὶ νὰ βιασθεῖτε πολύ, γιατὶ εἶναι στενὸς καὶ γεμάτος στενοχώριες ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θύρα τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὅπου μπαίνουν μόνον ὅσοι ὑποφέρουν βιάζοντας τὸν ἑαυτό τους. Μονάχα γι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Παρακαλῶ λοιπὸν μὴ ἀποχωρίζεσθε ἀπὸ τὸν Θεό, μὴν ἀποκρύνετε τὶς καρδιές σας ἀπ᾿ Αὐτόν. Παραμένετε κοντά Του καὶ προφυλάγετε τὴν καρδιά σας ἐνθυμούμενοι πάντα τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸν πάντα ἔχετε μέσα σας καὶ τίποτε ἄλλο, ὥσπου νὰ ριζώσει στὴν καρδιά σας τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὥσπου νὰ ὁλοκληρωθεῖ μέσα σας ὁ Χριστός!
Καὶ σᾶς παρακαλῶ, μὴν παύσετε ποτέ σας νὰ λέτε τὴν προσευχὴ αὐτή! Γιατὶ ἄκουσα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες νὰ λένε: Τί μοναχὸς εἶν᾿ ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει παύσει νὰ λέει αὐτὴν τὴν προσευχή; Γιὰ νὰ εἶναι ἄξιος τοῦ σχήματός του ὀφείλει εἴτε τρώγει εἴτε πίνει εἴτε περπατεῖ εἴτε διακονεῖ, νὰ λέει συνεχῶς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Μόνον ἡ θύμηση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ σὲ βοηθήσει νὰ πολεμήσεις τὸν ἐχθρό, γιατὶ ἡ βιαζομένη ψυχὴ ὅλα τὰ ἔχει ξεχωρίσει μὲ τὴ βοήθεια τῆς μνήμης τοῦ Κυρίου, εἴτε πονηρὰ εἶναι αὐτὰ εἴτε ἀγαθά. Πρῶτα τὰ κακὰ ἀποξενώνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κι ὕστερα ἱκετεύει καὶ κάνει τὰ καλά. Καθῆκον τῆς μνήμης εἶναι νὰ πολεμήσει τὸν Δράκοντα (δηλ. τὸν σατανὰ) καὶ νὰ τὸν ταπεινώσει. Ἀκόμη, τῆς μνήμης δουλειὰ εἶναι νὰ ἐλέγχει τὴν ἁμαρτία μέσα μας καὶ νὰ τὴν ἐξουδετερώνει. Νὰ νικάει κάθε δύναμη τοῦ διαβόλου μέσα στὴν καρδιά μας τσακίζοντάς την καὶ ξεριζώνοντάς την! Ἔτσι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἐπικαλούμεθα τὸ ὄνομά Του, κατεβαίνει ὡς τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ ταπεινώσει τὸν δράκοντα, ποὺ βόσκει σ᾿ αὐτὴν καὶ νὰ σώσει τὴν ψυχὴ δίνοντάς της ζωή.
Λέγετε λοιπὸν συνεχῶς τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὥσπου νὰ καταπιεῖ ἡ καρδιὰ τὸν Κύριο καὶ ὁ Κύριος τὴν καρδιά, καὶ νὰ γίνουν τὰ δυὸ ἕνα. Ὅμως γιὰ νὰ γίνει αὐτό, δὲν εἶναι ἀρκετὴ οὔτε μία ἡμέρα οὔτε δυὸ ἀλλὰ πολὺς χρόνος καὶ καιρός. Χρειάζεται ἀγώνας μεγάλος καὶ καιρὸς πολύς, ὥσπου νὰ ἐκβληθεῖ ὁ ἐχθρὸς καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Καὶ ὁ ἀγώνας αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰ πονηρὰ πνεύματα, ὅπως λέει ἡ Γραφή. Ὅσοι λοιπὸν ὑποτάσσονται καὶ φροντίζουν πάντα νὰ εὐχαριστοῦν τὸν Κύριον ὀφείλουν νὰ ταπεινώνουν πάντοτε τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ τοὺς ὑποβάλλουν σὲ θλίψεις, γιατὶ ἔτσι μόνο θὰ μετάσχουν στὰ ἀγαθὰ τῆς μέλλουσας ζωῆς καὶ τῆς ἀτελεύτητης ἀνάπαυσης.
Σὰς παρακαλῶ λοιπὸν κάθε φορά, πρὶν φᾶτε, νὰ προσεύχεσθε μὲ ταπεινοφροσύνη. Δὲν πρέπει αὐτὸ νὰ γίνεται μὲ γέλια καὶ ἀδιαφορία, γιατὶ ποιὸς εἶν᾿ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τολμήσει νὰ γελάσει μπροστὰ στὸν Βασιλέα, χωρὶς νὰ προκαλέσει τὴν ἀγανάκτησή Του καὶ νὰ ἐπισύρει τὴν τιμωρία;
Ὅταν ψάλλετε, νὰ ψάλλετε μὲ ἠρεμία καὶ μ᾿ ὅλη σας τὴν καρδιά, γιὰ νὰ γεύεται καὶ ἐκείνη τὰ ὅσα λέτε καὶ νὰ νιώθετε ἐκεῖνα ποὺ λέτε ὅτι ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ! Τὰ λόγια σας νὰ βγαίνουν μὲ θέρμη κι ὄχι ἀποχαυνωμένα, γιὰ νὰ παίρνουν μέρος στὴν ἀγρυπνία τὸ σῶμα κι ὁ νοῦς κι ἔτσι ὁλόκληρη ἡ ψυχὴ νὰ προχωρεῖ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καὶ πολυσύνθετα τροπάρια μὴ ψάλλετε, γιατὶ ὑπάρχει φόβος νὰ παρασυρθεῖτε ἀπὸ τὴ μελωδία τους.
Ὅποιος θέλει νὰ δεῖ τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ὀφείλει νὰ τηρεῖ ὅλα αὐτὰ μέσα στὴν καρδιά του, τὴ γεμάτη σαρκικὰ πάθη καὶ ἀχρεῖα μολύσματα. Νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ κάθε ἀδυναμία, ἀπὸ θυμοὺς καὶ ταραχές, ἀπὸ περισπασμοὺς καὶ μνησικακίες καὶ μὴ κατακρίνεις γενικὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ πρόσεχε νὰ διατηρεῖς πάντοτε τὴ σκέψη σου καὶ τὸ νοῦ σου καθαρὰ ἀπὸ σαρκικοὺς μολυσμούς. Στὴ ζωή σου φρόντιζε νὰ εἶσαι πράος, ταπεινὸς καὶ ἥσυχος, κήρυκας καὶ ὀπαδὸς τῆς εἰρήνης, ἐγκρατὴς στὰ φαγητὰ καὶ στὰ ποτὰ καὶ γιὰ κανένα λόγο νὰ μὴ λείψει ἀπὸ τὰ χείλη σου ἡ προσευχή!.. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἔχε ὡς ἀρχὴ τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι τὸ κεφάλαιο ὅλων τῶν ἀρετῶν! Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ κερδίσεις τὴν ἀείφωτη καὶ ἀτελεύτητη ἐκείνη ζωή, γιὰ τὴν ὁποία εὔχομαι σ᾿ ὅλους σας νὰ τὴν ἀπολαύσετε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις θὰ βασιλεύουν πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 24ον

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ ἀπαραίτητη εἶναι καὶ ἡ προσοχὴ (=Νήψη). Ὅπως ὅποιος γεννηθεῖ τυφλὸς δὲν βλέπει τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἔτσι καὶ ὅποιος δὲν περπατάει μὲ τὸ φῶς τῆς νήψεως δὲν βλέπει σ᾿ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο τὴ Θεϊκὴ Χάρη οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πονηρὰ καὶ μισητὰ ἔργα καὶ λόγια καὶ ἔγνοιες. Αὐτὸς καὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τοῦ σκότους δὲν θὰ μπορέσει νὰ περάσει ἐλεύθερα μετὰ τὸ θάνατό του.
Ἡ προσοχὴ φέρνει παντοτινὴ γαλήνη στὴν καρδιὰ καί, ἀφοῦ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ ἀνήσυχους λογισμούς, τὴν κάνει ν᾿ ἀναπνέει πάντοτε τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἱκανὴ νὰ καταπολεμάει τοὺς ἐχθρούς της. Καὶ ὅπως εἶναι ἀδύνατη ἡ ζωὴ στὴ γῆ χωρὶς τροφή, ἔτσι καὶ χωρὶς προφύλαξη, προσοχὴ καὶ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς δὲν μπορεῖ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀποκτήσει χαρίσματα πνευματικὰ καὶ ν᾿ ἀρέσει στὸν Θεό.
Ἂς ξέρουμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἐμεῖς καὶ οἱ δαίμονες μαζὶ κάνουμε τὶς ἁμαρτίες: Οἱ ἄσαρκοι δαίμονες προξενοῦν μὲ τοὺς λογισμοὺς τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ἐμεῖς μὲ τὶς πράξεις μας ἁμαρτάνουμε. Ἡ προσευχὴ ὅμως τοὺς κατακαίει καὶ τοὺς ἀφανίζει. Αὐτὴ κόβει σὰν μὲ τὸ μαχαίρι τὴν πολυλογία, τὴν εἰρωνεία, τὶς κατακρίσεις καὶ ὅλες τὶς ταπεινὲς ἐπιθυμίες, γιατὶ δὲν ἀνέχεται οὔτε γιὰ μία στιγμὴ νὰ μᾶς ἀποστερήσει ἀπὸ τὴ γλυκύτητά της.
Τὴν τελειότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων δὲν μποροῦμε νὰ τὴ φτάσουμε ὅλοι μας, γιατὶ ὅλοι δὲν ἔχουμε τὴν ἴδια προθυμία καὶ δυνατότητα. Γιὰ τοὺς τέλειους ὅλα εἶναι εὐκολοκατόρθωτα. Αὐτοὶ κατὰ τὸν πνευματικὸ νόμο σαββάτισαν, δηλ. δὲν ἔκαναν καμμιὰ χειρωνακτικὴ ἐργασία, ἀλλὰ εὐχαριστιοῦνταν μόνο στὸ νὰ μιλοῦν μὲ τὸν Θεὸ τρεφόμενοι μὲ θεϊκὴ τροφή.
Τὴν προσευχὴ ἄλλοι Πατέρες μᾶς λένε νὰ τὴ λέμε ὁλόκληρη καὶ ἄλλοι μισή. Ὅταν συνεχῶς λέμε τὴν εὐχή, στὴν ἀρχὴ θὰ διαπιστώσει ἡ καρδιά μας τὸ κακὸ ποὺ θὰ φεύγει καὶ μετὰ τὸ καλὸ ποὺ θὰ γίνεται κτῆμα της. Ἡ προσευχὴ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ κατέβει στὴν καρδιὰ νικάει τὸ δράκοντα ποὺ μᾶς σπρώχνει στὶς ἁμαρτίες καὶ μᾶς δίνει τὴν ἀληθινὴ ζωή!.. Ἐπίμενε λοιπὸν στὴν ἀδιάκοπη ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιὰ νὰ καταπιεῖ ἡ καρδιά σου τὸν Κύριο καὶ ὁ Κύριος τὴν καρδιά σου, καὶ νὰ γίνουν τὰ δυὸ ἕνα. Ξέρε ὅμως πὼς τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν τελειώνει σὲ μία καὶ δυὸ μέρες. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ μεγάλο ἀγώνα, γιὰ νὰ διωχθεῖ ὁ ἐχθρὸς ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ νὰ κατοικήσει στὴ θέση του ὁ Κύριος.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 25ον

Ὅσο γιὰ τοὺς ἀρχάριους, μποροῦν ἄλλοτε νὰ λένε ὁλόκληρη τὴν εὐχὴ κι ἄλλοτε ἕνα μέρος της, ὅπως: «Ἰησοῦ μου, ἐλέησόν με». Ὅμως μέσα στὴν καρδιά μας πάντοτε. Ἔτσι πετυχαίνουμε τὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς καὶ στὴ συνέχεια τὰ δάκρυα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ψυχὴ δέχεται τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν. Τότε ἀποκτοῦμε τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ μποροῦμε νὰ ἐξηγοῦμε τὰ μυστήρια του Θεοῦ καὶ νὰ καταλαβαίνουμε τὶς θεϊκὲς ἀποκαλύψεις καὶ τὰ σημεῖα… Τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ὁ θεϊκὸς πόθος γιὰ τὸν Κύριον Ἰησοῦν.
Ὁ ἀρχάριος στὴν πνευματικὴ ζωὴ μοιάζει μὲ κεῖνον ποὺ περπατάει νύχτα στὸ σκοτάδι καὶ δὲν βλέπει ποὺ πηγαίνει. Ὁ μεσαῖος μοιάζει μὲ κεῖνον ποὺ περπατάει σὲ ξάστερη νύχτα. Τοῦτον θαμποφέγγουν τὰ ἀστέρια, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς σκοντάφτει καὶ πέφτει ἀπὸ τὶς πέτρες. Ὁ τρίτος μοιάζει μὲ κεῖνον ποὺ περπατάει μὲ ὁλόφωτο φεγγάρι. Ὅσο γιὰ τὸν τέλειο, αὐτὸς μοιάζει μὲ κεῖνον ποὺ περπατάει καταμεσήμερο μὲ τὸν ἥλιο καὶ βλέπει καθαρὰ καὶ διακρίνει τὰ ἐμπόδια καὶ δὲν σκοντάφτει. Ὁ τέλειός με ὑπερφυσικὴ δύναμη αἰσθάνεται ἐλαφρὸ τὸ σῶμα του καὶ φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γι᾿ αὐτὸ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες πέρασαν ποτάμια καὶ θάλασσες χωρὶς νὰ βραχοῦν. Περπάτησαν δρόμους μακρινούς σε λίγες στιγμές. Ἐνῶ στέκονταν σὲ προσευχή, τὸ σῶμα τοὺς ἀνέβαινε ψηλά. Ἄλλοι μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς δὲν καίγονταν.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐπειδὴ τέτοιας λογῆς ἀγαθὰ βρίσκονται μπροστά μας νὰ τὰ ἀποκτήσουμε σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, ἂς μὴν ἀμελήσουμε νὰ τὰ κατακτήσουμε μὲ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Κι ἂν θέλεις νὰ μάθεις τὸν τρόπο, δὲν ἔχεις παρὰ νὰ μιμηθεῖς ἐκεῖνον ποὺ παίζει κιθάρα: Ἐκεῖνος γέρνει τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος του καὶ μετὰ ἀρχίζει νὰ χτυπάει τὶς χορδές της μὲ τὴν πένα του ἔτσι ἀναγκάζει τὴν κιθάρα νὰ βγάζει μελωδία, ἡ ὁποία κάνει τὸν κιθαρωδὸ νὰ πηδάει ἀπὸ τὴ γλυκύτητά της.. Ἔτσι κάνε καὶ σύ, ἀδελφέ μου: Γιὰ κιθάρα ἔχε τὴν καρδιά σου, γιὰ χορδὲς τὶς αἰσθήσεις σου καὶ γιὰ πένα τὴ διάνοια, ποὺ μὲ τὸ λογιστικὸ κινεῖ τὴν προσευχὴ προσεκτικά. Καὶ ἐπειδὴ ἡ προσευχὴ εἶναι ἐνθύμηση τοῦ Θεοῦ, φέρνει ἀνείπωτη ἡδονὴ στὴν ψυχὴ καὶ μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε νοερὰ τὸ Θεῖο Φῶς. Ἂν ὅμως δὲν κλείσουμε τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος, δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε ν᾿ ἀναβλύζει ὁρμητικὰ τὸ νερὸ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, πού, ὅταν κατοικήσει στὴν ψυχή, γεμίζει ἐσωτερικὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ θεϊκὴ δροσιὰ καὶ πνεῦμα καὶ ἐξωτερικὰ ὁλόκληρο τὸν κάνει πύρινο.
Ἀλλά, κι ὅταν ὁ νοῦς φωτισθεῖ καὶ καθαρισθεῖ, ἂν δὲν καταγίνεται συχνὰ μὲ τὴν προσευχή, ἀφήνοντας ὅλες τὶς φροντίδες τοῦ κόσμου, εὔκολα πάλι σκοτίζεται. Μόνον ὅποιος ταίριαξε προσευχὴ καὶ γνώση, προφυλάγει τὸ νοῦ του ἀπὸ παραστρατήματα. Μόνον αὐτὸς δὲν φοβᾶται κρότους οὔτε βροντὲς οὔτε χτύπους ποὺ προκαλοῦν οἱ δαίμονες. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἡ ψυχή του πληγώθηκε ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ Τὸν ἀκολουθεῖ σὰν ἀδελφό του.
Τέλος, ἀδελφέ μου, προσεύχεσαι καλά, ὅταν μετὰ τὴν προσευχὴ ἀκολουθεῖ παντοτινὴ κατάνυξη καὶ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς κι ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Κάθε ἀντίθετο μ᾿ αὐτὰ εἶναι ὁλοφάνερα πλάνη. Γιατὶ πρέπει νὰ ἔχεις ὑπόψη σου ὅτι, ὅταν ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ ἀρχίσουν νὰ νιώθουν τὴν παρηγοριὰ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τότε καὶ ὁ σατανὰς προσπαθεῖ νὰ ἑλκύσει τὴν ψυχὴ μὲ κάποια γλυκοφανὴ αἴσθηση.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 26ον

Ὁ Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος ἔγραψε σὲ κάποιον ἡγούμενο περὶ προσευχῆς: «Ν᾿ ἀγωνίζεσαι μ᾿ ὅλες σου τὶς δυνάμεις νὰ κρατᾶς τὸ νοῦ σου στενὰ δεμένο μὲ τὸν Θεό. Ν᾿ ἀποφεύγεις τὶς συνομιλίες μὲ τοὺς αἰσχροὺς λογισμοὺς καὶ ὅλες τὶς πονηρὲς ἔννοιες, ποὺ ὁ σατανὰς μπάζει στὴν καρδιά μας ξυπνώντας τὰ πάθη μας καὶ φτιάχνοντας μὲ τὴ φαντασία διάφορα πρόσωπα. Σ᾿ ὅποιον ὁ δαίμονας βρεῖ ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του, μπαίνει μέσα καὶ σχηματίζει τὶς ψυχολέθριες εἰκόνες του. Καὶ ἐνῶ βρίσκεται σὲ τόπο ἐρημικό, νομίζει ὅτι ζεῖ καὶ κινεῖται σὲ πόλεις καὶ ἀγορὲς συνομιλώντας μ᾿ ἀνθρώπους καὶ ἀποφασίζοντας πράγματα, ποὺ εἶναι γεννήματα τῆς πλάνης τοῦ σατανᾶ». Καὶ συνεχίζει ὁ ἴδιος: «Κάθε λογισμὸς ποὺ ξεμακραίνει τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὸν Θεὸ προέρχεται ἀπ᾿ τὸ σατανά, ποὺ παρακινεῖ τάχα νὰ κάνει καλὰ ἔργα, ν᾿ ἀγαπάει τὸν πλησίον, γιὰ νὰ μᾶς μακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγ. Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέει: «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὑπομένει τοὺς πειρασμούς, γιατί, ὅταν βγεῖ νικητὴς ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ δοκιμασία, θὰ λάβει τὸ στεφάνι τῆς ζωῆς».
Μποροῦμε νὰ παλέψουμε νικηφόρα μὲ τὴν πονηρία τῶν δαιμόνων, ὅταν εἴμαστε ταπεινοί, ἐγκρατεῖς, προσέχουμε καὶ προσευχόμαστε… Καὶ ὁ Ἅγ. Μακάριος γράφει: Τὸ κυριώτερο καὶ σπουδαιότερο μέλημα κάθε ἀγωνιστοῦ Χριστιανοῦ εἶναι νὰ μπεῖ στὴν καρδιά του καὶ ν᾿ ἀρχίσει πόλεμο μὲ τὸ σατανά καὶ νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ μέσα του. Ἔτσι ἀντιπαλεύοντας μὲ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς γίνεται ἀδιάλλακτος ἐχθρός του. Ἂν ὅμως προσπαθεῖ ἐξωτερικὰ νὰ φυλάγει μόνο τὸ σῶμα του ἀπὸ κάθε φθορὰ καὶ πορνεία, ἐνῶ ἀπὸ μέσα του ἁμαρτάνει μὲ τὶς σκέψεις του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, σὲ τίποτε δὲν ὠφελεῖται κι ἂν ἀκόμη μένει παρθένος στὸ σῶμα. «Καθένας ποὺ βλέπει λάγνα μιὰ γυναίκα, ἤδη τὴν ἐμοίχευσε μέσα στὴν καρδιά του», εἶπε ὁ Κύριος. Ὑπάρχει πορνεία ποὺ γίνεται μὲ τὸ σῶμα, ὅπως καὶ πορνεία ποὺ γίνεται μὲ τὴν ψυχή, ὅταν ἑνώνεται μὲ τὸ σατανά. Ξέρε ὅτι τῆς Θείας Χάριτος οἱ ἐνέργειες εἶναι εὐκολοδιάκριτες καὶ φανερὲς κι ὅτι ὁ δαίμονας, ὅσο κι ἂν μεταμορφωθεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ πετύχει, γιατὶ οἱ ἐνέργειες τῆς Θείας Χάριτος ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πραότητα, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀποστροφὴ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ τὴν ἀπονέκρωση τῶν ἡδονῶν καὶ τῶν παθῶν, πράγματα ποὺ μόνο ἡ Θεία Χάρη μας χαρίζει. Τοῦ δαίμονα οἱ ἐνέργειες προκαλοῦν μέσα μας τὴν κουφότητα, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴ δειλία καὶ κάθε κακία. Ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα μπορεῖς νὰ καταλάβεις ἂν τὸ φῶς ποὺ νιώθεις μέσα σου εἶναι τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ σατανᾶ. Τὸ κρασὶ στὰ μάτια μας μοιάζει μὲ τὸ ξύδι. Ὅμως στὸ στόμα μας ἡ γεύση τους δείχνει τὴ διαφορά. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴ ψυχή: Μὲ τὴ δική της γεύση ξεχωρίζει πολὺ καλὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ σατανᾶ.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 27ον

Ὁ νοῦς μας μόλις ξεκοπεῖ ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις, στρέφεται πρὸς τὴν ταιριαστὴ σ᾿ αὐτὸν νοερὰ τροφή, δηλαδὴ τὴν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὴ νοερὰ προσευχή. Τέχνασμα τῶν φθονερῶν δαιμόνων εἶναι νὰ καταπαύουν πρὸς καιρὸν τὸν νοητὸ πόλεμο. Μᾶς φθονοῦν οἱ παγκάκιστοι γιὰ τὶς ὠφέλειες καὶ τὶς γνώσεις ποὺ κερδίζουμε, ὅταν πλησιάζουμε πρὸς τὸν Θεὸ κερδίζοντας τὸν ἐναντίον τους πόλεμο. Γι᾿ αὐτὸ ἀποσύρονται πρὸς καιρὸν μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς καταστήσουν ἀμέριμνους καὶ ὕστερα νὰ ἐπιπέσουν ξαφνικὰ ἐναντίον μας, γιὰ νὰ μᾶς παρασύρουν σὲ κάθε λογῆς ἁμαρτία. Ἐμεῖς ὅμως ἂς προσευχόμαστε παντοτινὰ μὲ πολλὴ ταπείνωση σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας.
Δυὸ εἶναι τὰ φτερά, ποὺ μποροῦν νὰ ὑψώσουν τὸν ἄνθρωπο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ: Ἡ καθαρότητα καὶ ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ εἶσαι ἁπλὸς στὶς πράξεις σου καὶ καθαρὸς στὶς σκέψεις σου καὶ στὰ αἰσθήματά σου. Μὲ τὴν καθαρὴ καρδιὰ θ᾿ ἀναζητᾶς τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἁπλότητα θὰ τὸν βρίσκεις καὶ θὰ τὸν χαίρεσαι. Ὅταν θὰ ἔχεις ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς κακίες καὶ ἡ ψυχή σου θὰ εἶναι ἐλεύθερη, ὅλα τὰ καλὰ ἔργα θὰ σοῦ εἶναι εὔκολα. Ὅταν σκοπός σου εἶναι ἡ εὐεργεσία τῶν ἀδελφῶν σου καὶ ἡ ἐκτέλεση τοῦ Θείου Θελήματος, τότε ἡ καρδιά σου θὰ πλημμυρίζει ἀπὸ ἐσωτερικὴ χαρά, ποὺ μόνον ἡ ἐλεύθερη ἀπὸ πάθη ψυχὴ τὴν χαρίζει. Ὅταν ἡ καρδιά σου εἶναι καθαρή, ἀπ᾿ ὅλα μπορεῖς νὰ ὠφελεῖσαι καὶ νὰ διδάσκεσαι. Σ᾿ ὅλα τὰ δημιουργήματα θὰ βλέπεις τότε τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καθαρὴ καρδιὰ περνάει εὔκολα τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ!
Ὁ ἄνθρωπος κρίνει τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα ἀνάλογα μὲ τὶς ἐσωτερικές του διαθέσεις. Ἂν πράγματι ὑπάρχει στὸν κόσμο χαρά, μόνον ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος τὴν καταλαβαίνει. Κλῆρος δὲ τῆς πονηρῆς καὶ ἀκάθαρτης καρδιᾶς εἶναι ἡ λύπη καὶ ἡ στενοχώρια. Ἡ Ἁγία Συγκλητικὴ λέει: Ὅπως τὸ πλοῖο καταποντίζεται ἀπὸ δυὸ αἰτίες – ἢ ἀπ᾿ ἔξω, ἀπὸ τὰ κύματα τῆς θάλασσας ἢ ἀπὸ μέσα ἐξαιτίας βλάβης τῆς ἀντλίας του – ἔτσι καὶ ἡ ψυχή: Βλάπτεται καὶ καταβυθίζεται ἢ ἀπ᾿ ἔξω ἀντιλαμβανόμενη τὰ πράγματα μὲ τὶς αἰσθήσεις της ἢ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τοὺς κακοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη, ποὺ βρίσκονται μέσα στὴν καρδιά. Γιὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προφυλάγει ὁ ἄνθρωπος τόσο τὶς αἰσθήσεις του ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ καὶ βλαβερὰ πράγματα ὅσο καὶ τὴν καρδιά του ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 28ον

Ὅταν διατηρεῖς καθαρὴ τὴν καρδιά σου, διατηρεῖς καὶ τὶς ἀρετές. Ἑπόμενο εἶναι τότε νὰ φυλάγεσαι καὶ ἀπὸ τὰ παρὰ φύση κακά. Τότε ὅσο περνάει ὁ καιρὸς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ τόσο καὶ θ᾿ ἀνεβαίνεις πρὸς τὰ ὑπερφυσικά. Γιατὶ ἀνασκαλεύοντας μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ θὰ βγάλεις τὸ χῶμα καὶ τὴ στάχτη τῶν παθῶν καὶ τῶν πονηρῶν λογισμῶν καὶ προλήψεων ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ θὰ ξεσκεπάσεις τὸν σπινθήρα τῆς Θείας Χάριτος, πράγμα ποὺ θὰ σοῦ φέρει ἀνείπωτη χαρὰ καὶ θὰ σοῦ προκαλέσει γλυκύτατα δάκρυα. Ἔπειτα σώριασε σ᾿ αὐτὸν γιὰ ξύλα καὶ φρύγανα τὶς ζωοποιὲς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου κι ὅλες τὶς ἐπίκτητες ἀρετές σου καὶ φύσηξε μὲ μεγάλη ὄρεξη κι ἀγάπη. Θ᾿ ἀνάψει τότε μέσα στὴν καρδιά σου μιὰ πρωτόγνωρη καὶ ὑπερφυσικὴ φλόγα, ποὺ ἡ λάμψη της θὰ φωτίσει τὸ νοῦ σου καὶ θὰ σοῦ χαρίσει γνώσεις καὶ ἱκανότητες.
Ἔτσι θὰ νιώσεις ὅλον τὸν ἐσωτερικό σου κόσμο νὰ γίνεται ναὸς καὶ κατοικία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ τὴν καρδιά σου ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ Ἁγία Τράπεζα. Τὸ νοῦ σου θὰ τὸν νιώσεις σὰν ἱερέα, τὴ θέλησή σου σὰν θυσία καὶ τὴν προσευχή σου σὰν εὐωδιαστὸ ἄρωμα ν᾿ ἀναπέμπεται στὸν Θεό.
Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε κάποτε τὸν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα: Ποιὸ ἀπὸ τὰ δυὸ ἀξίζει περισσότερο, ὁ σωματικὸς κόπος ἢ ἡ προφύλαξη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς, κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ὁ ἄνθρωπος μοιάζει μὲ δένδρο. Ὁ σωματικὸς κόπος εἶναι τὰ φύλλα τοῦ δένδρου καὶ ἡ προφύλαξη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς οἱ καρποί του. Ἐπειδὴ δὲ εἶπε ὁ Κύριος «Κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάνει καλοὺς καρποὺς πρέπει νὰ κόβεται καὶ νὰ καίγεται», γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλες οἱ προσπάθειες πρέπει ν᾿ ἀποβλέπουν στὴν παραγωγὴ καρπῶν, δηλαδὴ στὴν προφύλαξη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ὅμως ἔχουμε καὶ τὴν ἀνάγκη τῶν φύλλων γιὰ σκέπη καὶ καλλωπισμὸ αὐτὰ εἶναι ὁ σωματικὸς κόπος».
Πόσο ὑπέροχα μίλησε ὁ Ἅγιος αὐτὸς γιὰ ὅσους δὲν προφυλάγουν τὸ νοῦ τους καὶ τὴν καρδιά τους καὶ ἀρκοῦνται νὰ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὶς χειρωνακτικὲς δουλειές, λέγοντες ὅτι ὅποιος Χριστιανὸς ἀσχολεῖται μονάχα μὲ τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ ξεριζώνεται καὶ νὰ καίγεται!.. Φριχτὴ εἶναι, Πάτερ, ἡ γνώμη σου γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν προφυλάγουν νοῦ καὶ καρδιά!… Ἐὰν λοιπὸν ἐπιθυμεῖς ν᾿ ἀναδειχθεῖς νικητὴς τῶν παθῶν σου, μπὲς μέσα στὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί, ὅταν φθάσεις στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου, ζήτησε νὰ βρεῖς τοὺς τρεῖς φοβεροὺς γίγαντες: Τὴν ξεχασιά, τὴν τεμπελιὰ καὶ τὴν ἄγνοια. Αὐτὰ εἶναι τὰ μοναδικὰ στηρίγματα τῶν νοητῶν ἐχθρῶν. Καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ φυτρώνουν καὶ μεγαλώνουν στὶς ψυχὲς τῶν φιληδόνων ὅλα τὰ πάθη τῆς κακίας.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 29ον

Ἡ προσευχὴ χωρὶς τὴν ταπείνωση εἶναι δῶρο ἄδωρο. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ στολὴ τῆς Θεότητας. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζονται πολλοὶ κόποι καὶ προσευχὲς γιὰ τὴν ἀπόκτησή της. Σ᾿ ἕναν ἄνθρωπο εὔκολα μπορεῖς νὰ βρεῖς μερικὲς ἀρετές, δύσκολα ὅμως θὰ μπορέσεις νὰ μυρίσεις σ᾿ αὐτὸν μυρωδιὰ ἀπὸ ταπείνωση. Ὁ διάβολος παντοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀποκαλεῖται ἀκάθαρτο πνεῦμα, γιατὶ ἔβγαλε ἀπὸ μέσα του τὴν ταπείνωση καὶ ἀγάπησε τὴν περηφάνεια. Ἐξάλλου, ποιὰ ἄλλη ἀκαθαρσία μπορεῖ νὰ βγάλει ὁ ἄυλος καὶ ἀσώματος διάβολος γιὰ νὰ ὀνομασθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν ἀκάθαρτος; Φανερὸ λοιπὸν γίνεται ὅτι γιὰ τὴν ὑπερηφάνειά του ὀνομάσθηκε ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ ἀπὸ καθαρὸς καὶ φωτεινὸς ἄγγελος ἔγινε ἀκάθαρτος. «Ἀπὸ τὸν Θεὸ ὑπολογίζεται ἀκάθαρτος ὅποιος ὑψηλοφρονεῖ», λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Γιατὶ πρώτη ἁμαρτία εἶναι ἡ περηφάνεια. Ἀπ᾿ αὐτὴ ξέπεσαν οἱ Πρωτόπλαστοι. Περήφανος ἦταν κι ὁ Φαραὼ ποὺ ἔλεγε στὸ Μωϋσῆ: Τὸν Θεό σου δὲν τὸν ξέρω καὶ τοὺς Ἰσραηλίτες δὲ θὰ ἐπιτρέψω νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Τὴν ταπεινοφροσύνη μας τὴ διδάσκει ὁ Χριστός, τὴν πραότητα ὁ Δαβίδ, καὶ ὁ Πέτρος μας λέγει νὰ κλαῖμε μὲ δάκρυα ζητώντας συγχώρεση γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματα, ποὺ ἔχουμε κάνει.
Ὅσοι θέλουν ν᾿ ἀρέσουν στὸν Θεό, ὀφείλουν νὰ ταπεινώνουν τὸν ἑαυτό τους ὁλόψυχα. Νὰ πιστεύουν ὅτι εἶναι κατώτεροι ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ νὰ ὑποβάλλονται σὲ θλίψεις καὶ στενοχώριες, γιατὶ ἔτσι μόνο θ᾿ ἀπολαύσουν τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ στὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Σᾶς ἱκετεύω λοιπόν, ἀδελφοί μου, πρὶν βάλετε μπουκιὰ στὸ στόμα σας, πρῶτα νὰ προσεύχεσθε στὸν Θεὸ καὶ μετὰ ν᾿ ἀρχίζετε νὰ τρῶτε, μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος. Γιὰ τὴν προφύλαξη τῆς γλώσσας σου κλεῖνε τὸ στόμα σου καὶ μὴ λὲς τίποτε, πρὶν τὸ σκεφθεῖς καλά. Γιὰ τὴν προφύλαξη τῆς ψυχῆς σου νὰ κλείνεις στὰ ἀκάθαρτα πνεύματα τὴν ἐσωτερικὴ θύρα τῆς καρδιᾶς σου καὶ νὰ σιωπᾶς μὴ σκεπτόμενος τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴ γαληνοφόρα εὐχή.


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 30ον

Τὴν ψυχήν μας ἐξαγνίζουν τὰ παρακάτω:
Α) Ἡ συχνὴ ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν καὶ τῶν κατανυκτικῶν λόγων τῶν Ἁγίων Πατέρων,
Β) Ἡ συνεχὴς ἐνθύμηση τῆς φοβερᾶς κρίσεως τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι μετὰ τὸ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα θὰ συναντήσουμε τὶς τρομερὲς δυνάμεις, ποὺ θὰ μᾶς ἐλέγξουν γιὰ ὅσα κακὰ πράξαμε σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή…
Γ) Μὴ βγάζεις ποτὲ ἀπὸ τὸ νοῦ σου τὴν ἀπόφαση ποὺ μέλλει νὰ λάβει ὁ φοβερὸς καὶ δίκαιος Κριτὴς γιὰ κείνους ποὺ θὰ βάλει ἀριστερὰ Του καὶ
Δ) Καλὸ εἶναι νὰ θυμᾶσαι καὶ τὰ μεγάλα βάσανα τῶν ἀνθρώπων γύρω μας καὶ νὰ τοὺς συμπονεῖς, γιατὶ ἔτσι μαλακώνει ἡ σκληρὴ ψυχὴ καὶ γνωρίζει τὴν κακή της κατάσταση.
Πολὺ μεγάλο ἀγαθό μας δώρισεν ὁ Θεὸς δίνοντάς μας τὴ συνείδηση, γιατὶ ἡ συνείδηση βοηθεῖ πολὺ στὸ καλὸν ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἀκούει. Ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων εἶπεν ὅτι πρέπει ὁ μοναχὸς νὰ μὴ δώσει τὸ δικαίωμα στὴ συνείδησή του νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ ὁτιδήποτε. Οἱ παλαιοὶ ἔλεγαν ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι σὰν τὴν πηγή, πού, ὅταν τὴν ἀνοίγεις καθαρίζεται, ἐνῶ, ὅταν τὴν σκεπάζεις μὲ χώματα, χάνεται. Νομίζω ὅτι λέγοντας ψυχὴ ἐννοοῦσαν τὴν συνείδηση, ποὺ ὅποιος τὴν ἀκούει τὴν κάνει καθαρὴ σὰν τὸ κρύσταλλο, ἐνῶ ὅποιος δὲν τῆς δίνει σημασία τὴν κάνει μαύρη καὶ σκοτεινή!.
Μὴν ἀτιμάσεις ποτὲ τὴ συνείδησή σου! Σὲ συμβουλεύει ἄριστα πάντα καὶ γιὰ κάθε τὶ σοῦ δίνει γνώμη θεϊκὴ καὶ ἀγγελική! Αὐτὴ ἐλευθερώνει τὴν καρδιὰ ἀπ᾿ ὅλα τὰ μολύσματα καὶ μᾶς κάνει ἱκανοὺς μὲ θάρρος νὰ παρουσιαστοῦμε στὸ φοβερὸ κριτήριο. Ἂν θέλεις τὴ σωτηρία σου, φρόντισε ν᾿ ἀκοῦς τὴ συνείδησή σου. Κᾶνε πάντα ὅσα σοῦ λέγει καὶ θὰ δεῖς μεγάλη ὠφέλεια. Τοῦ καθενός μας τὰ κρυφὰ τὰ γνωρίζει ὁ Θεὸς καὶ ἡ συνείδησή του. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀκούει τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής του, οὔτε προσπάθεια καταβάλλει νὰ γίνει ἐνάρετος…
Ἡ συνείδηση εἶναι τὸ φυσικὸ βιβλίο – χαρισμένο ἀπὸ τὸ Θεὸ – κι ὅποιος τὸ διαβάζει, ἐκτελώντας τὰ ὅσα γράφει, μαθαίνει μόνος του πόσο ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἡ συνείδηση γίνεται ἀγαθὴ μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ἡ προσευχὴ γίνεται καθαρὴ μὲ τὴ συνείδηση. Καὶ τὰ δυὸ ἐξαρτῶνται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, γιατὶ ἔτσι εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ τὸ Θεό.
Ὅταν ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο, φύτευσε μέσα του κι ἕνα θεϊκὸ λογισμό, φωτεινὸ σὰν σπινθήρα, γιὰ νὰ τοῦ φωτίζει τὸ νοῦ καὶ νὰ τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Αὐτὸ εἶναι ἡ συνείδηση, ποὺ ὑπάρχει σ᾿ ὅλους μας. Ἡ συνείδηση δόθηκε πρὶν ἀκόμη δοθεῖ ὁ γραπτὸς Νόμος, γιὰ νὰ διαπιστώνουν οἱ Πατριάρχες σὰν τὸν Ἰσαὰκ καὶ ὅλοι οἱ δίκαιοι ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστοῦν. Καὶ ὅταν αὐτὴ καταχωνιάστηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς παραβάσεις, ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸν γραπτὸ Νόμο μὲ τὸ Μωϋσῆ. Μᾶς ἔστειλε τοὺς προφῆτες κι ὕστερα τὸν Σωτῆρα Χριστό, γιὰ νὰ τὴν ξεσκεπάσει καὶ τὴν ἀναστήσει ξαναδίνοντας τὸν παραχωμένο σπινθήρα μὲ τὴ διδασκαλία Του γιὰ τὴ φύλαξη τῶν θεϊκῶν ἐντολῶν.
Φύλαξε πάντα τὴ συνείδησή σου καθαρὴ σὰν καθρέπτη. Φρόντιζε πάντα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου κόβοντας τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες σου. Δεῖξε ὑποταγὴ καὶ ὑπακοὴ τέλεια στὴ συνείδησή σου μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου. Αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ τὴ σωτηρία σου!


ΜΕΛΕΤΗΜΑ 31ον

Πρέπει νὰ ξέρεις, ἀδελφέ μου, ὅτι ἡ εἰρήνη ποὺ γαληνεύει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ διάφορα πάθη καὶ μᾶς κάνει νὰ ζοῦμε εἰρηνικὰ μὲ τοὺς συνανθρώπους μας γίνεται καὶ μητέρα τῆς Θείας Χάριτος καὶ τὴ γεννάει ὕστερα μέσα μας. Γιατὶ ἡ ψυχή, ποὺ δὲν ἠρεμεῖ καὶ μάχεται τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει ἄξια γιὰ τὴ Θεία Χάρη.
Ἡ ὕψιστη πνευματικὴ χαρὰ γίνεται κτῆμα μας, ὅταν ἀποκτήσουμε εὐεξία πνεύματος καὶ σώματος. Τὸ πνεῦμα ἀποκτᾶ τέλεια εὐεξία, ὅταν τρέφεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ποὺ εἶναι: Ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστη, πραότητα καὶ ἐγκράτεια. Τὸ σῶμα ἀποκτᾶ εὐεξία ἐξ ἐπιδράσεως ἀπὸ τὴν εὐεξία τοῦ πνεύματος, γιατὶ πνεῦμα καὶ σῶμα ἀλληλοεξαρτῶνται καὶ ἐπιδρᾶ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Ἡ πνευματικὴ χαρὰ ἐκδηλώνεται στὴν ψυχή, ὅταν αὐτὴ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ λάβει τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ τὰ πνευματικὰ χαρίσματα.
Τέλος ἡ καθαρὴ καὶ ὑψηλοτάτη χαρὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Ὁ Θεὸς δίνει σ᾿ ἐμᾶς τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης! Καὶ ἡ χαρὰ δὲν ἔχει ὅρια, γιατὶ εἶναι ἄπειρη!.. Ὅταν ἔτσι ἱκανοποιήσουμε τὴν ἐπιθυμία τῆς χαρᾶς, ἐξασφαλίζουμε καὶ τὴ μακαριότητα κοντὰ στὸ Χριστό. Ὅμως ἡ ὑψίστη πνευματικὴ χαρὰ χορηγεῖται κυρίως μὲ τὴν προσευχή. Καὶ γιὰ νὰ τὴν ἀπολαύσουμε πρέπει συνέχεια νὰ προσευχόμαστε!..


via

Ἑξάψαλμος

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία (τρίς).
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου (δίς).
Ψαλμός γ’ (3)
Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.
Καὶ πάλιν.
Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου.
Εξάψαλμος - Προσευχή
Ψαλμός λζ’ (37)
Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. Ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. Ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. Προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. Ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου. Ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν. Ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. Οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην. Μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.
Καὶ πάλιν.
Μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.
Εξάψαλμος - Προσευχή
Ψαλμός ξβ’ (62)
Ὁ Θεός ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. Οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου. Ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε. Οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου. ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. Ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου. Αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς· παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ρομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται. Ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.
Καὶ πάλιν.
Ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. Ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.
Εξάψαλμος - Προσευχή
Ψαλμός πζ’ (87)
Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. Ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. Ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. Οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ; κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. Ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην. Ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα. Ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.
Καὶ πάλιν.
Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Εξάψαλμος - Προσευχή
Ψαλμός ρβ’ (102)
Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ· τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου· τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς· τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. Ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις. Ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ. Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ· οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν, ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν· καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν. Καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν, ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν. Ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει· ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ. Τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς. Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ· εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας Αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.
Καὶ πάλιν.
Ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας Αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.
Εξάψαλμος - Προσευχή
Ψαλμός ρμβ’ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σού εἰμι.
Καὶ πάλιν.
Εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου (δίς).
Εξάψαλμος - Προσευχή
Εἶτα
Τὸ πνεῦμά Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀλληλούια. Ἀλληλούια. Ἀλληλούια, δόξα Σοι, ὁ Θεός.(τρίς)
Ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, Κύριε, δόξα Σοι.

Βραδυνή προσευχή-Τό Μικρό Ἀπόδειπνο

Τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο τελεῖται πάντα βράδυ πρὶν τὸν ὕπνο καὶ κλείνει μὲ αὐτὸ ἡ περίοδος τῶν καθ’ ἡμέραν ἀκολουθιῶν.
Στὰ μοναστήρια τελεῖται στὸ ναό.
Ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τελεῖται κατ’ οἶκον πρὶν τὸν ὕπνο.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Εὐ­λο­γη­τὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, πάν­το­τε· νῦν, καὶ ἀ­εί, καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.

Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν.

Ἱ­ε­ρεύς· Δό­ξα σοι Χρι­στέ, ὁ Θε­ός, ἡ ἐλ­πὶς ἡ­μῶν, δό­ξα σοι.

Βα­σι­λεῦ οὐ­ρά­νι­ε, Πα­ρά­κλη­τε, τὸ Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὁ παν­τα­χοῦ πα­ρών, καὶ τὰ πάν­τα πλη­ρῶν, ὁ θη­σαυ­ρὸς τῶν ἀ­γα­θῶν, καὶ ζω­ῆς χο­ρη­γός, ἐλ­θὲ καὶ σκή­νω­σον ἐν ἡ­μῖν, καὶ κα­θά­ρι­σον ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης κη­λῖ­δος, καὶ σῶ­σον, Ἀ­γα­θέ, τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν. Ἀ­μήν.

Ἀ­να­γνώ­στης· Ἅ­γι­ος ὁ Θε­ός, Ἅ­γι­ος Ἰ­σχυ­ρός, Ἅ­γι­ος Ἀ­θά­να­τος, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς (κ τρί­του).

Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Πα­να­γί­α Τρι­άς, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Κύ­ρι­ε, ἱ­λά­σθη­τι ταῖς ἁ­μαρ­τί­αις ἡ­μῶν. Δέ­σπο­τα, συγ­χώ­ρη­σον τὰς ἀ­νο­μί­ας ἡ­μῖν. Ἅ­γι­ε, ἐ­πί­σκε­ψαι καὶ ἴ­α­σαι τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν, ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός σου.

Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.

Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Πά­τερ ἡ­μῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου. Ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου. Γε­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου, ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ, καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρ­τον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σι­ον δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον. Καὶ ἄ­φες ἡ­μῖν τὰ ὀ­φει­λή­μα­τα ἡ­μῶν, ὡς καὶ ἡ­μεῖς ἀ­φί­ε­μεν τοῖς ὀ­φει­λέ­ταις ἡ­μῶν. Καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἡ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, ἀλ­λὰ ῥῦ­σαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ πο­νη­ροῦ.

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ὅ­τι σοῦ ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α καὶ ἡ δύ­να­μις καὶ ἡ δό­ξα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.

Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (ιβ).

Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν Χρι­στῷ τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν αὐ­τῷ, Χρι­στῷ τῷ Βα­σι­λεῖ καὶ Θε­ῷ ἡ­μῶν.

Ψαλ­μὸς Ν´ (50).

­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός, κα­τὰ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ός σου, καὶ κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τῶν οἰ­κτιρ­μῶν σου ἐ­ξά­λει­ψον τὸ ἀ­νό­μη­μά μου. Ἐ­πὶ πλεῖ­ον πλῦ­νον με ἀ­πὸ τῆς ἀ­νο­μί­ας μου, καὶ ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μου κα­θά­ρι­σόν με. Ὅ­τι τὴν ἀ­νο­μί­αν μου ἐ­γὼ γι­νώ­σκω, καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α μου ἐ­νώ­πι­όν μου ἐ­στὶ δι­ὰ παν­τός. Σοὶ μό­νῳ ἥ­μαρ­τον καὶ τὸ πο­νη­ρὸν ἐ­νώ­πι­όν σου ἐ­ποί­η­σα· ὅ­πως ἂν δι­και­ω­θῇς ἐν τοῖς λό­γοις σου καὶ νι­κή­σῃς ἐν τῷ κρί­νε­σθαί σε. Ἰ­δοὺ γὰρ ἐν ἀ­νο­μί­αις συ­νε­λή­φθην, καὶ ἐν ἁ­μαρ­τί­αις ἐ­κίσ­ση­σέ με ἡ μή­τηρ μου. Ἰ­δοὺ γὰρ ἀ­λή­θει­αν ἠ­γά­πη­σας· τὰ ἄ­δη­λα καὶ τὰ κρύ­φι­α τῆς σο­φί­ας σου ἐ­δή­λω­σάς μοι. Ῥαν­τι­εῖς με ὑσ­σώ­πῳ καὶ κα­θα­ρι­σθή­σο­μαι· πλυ­νεῖς με καὶ ὑ­πὲρ χι­ό­να λευ­καν­θή­σο­μαι. Ἀ­κου­τι­εῖς μοι ἀ­γαλ­λί­α­σιν καὶ εὐ­φρο­σύ­νην· ἀ­γαλ­λι­ά­σον­ται ὀ­στέ­α τε­τα­πει­νω­μέ­να. Ἀ­πό­στρε­ψον τὸ πρό­σω­πόν σου ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου καὶ πά­σας τὰς ἀ­νο­μί­ας μου ἐ­ξά­λει­ψον. Καρ­δί­αν κα­θα­ρὰν κτί­σον ἐν ἐ­μοὶ ὁ Θε­ός, καὶ πνεῦ­μα εὐ­θὲς ἐγ­καί­νι­σον ἐν τοῖς ἐγ­κά­τοις μου. Μὴ ἀ­πορ­ρί­ψῃς με ἀ­πὸ τοῦ προ­σώ­που σου, καὶ τὸ πνεῦ­μά σου τὸ ἅ­γι­ον μὴ ἀν­τα­νέ­λῃς ἀπ᾿ ἐ­μοῦ. Ἀ­πό­δος μοι τὴν ἀ­γαλ­λί­α­σιν τοῦ σω­τη­ρί­ου σου, καὶ πνεύ­μα­τι ἡ­γε­μο­νι­κῷ στή­ρι­ξόν με. Δι­δά­ξω ἀ­νό­μους τὰς ὁ­δούς σου, καὶ ἀ­σε­βεῖς ἐ­πὶ σὲ ἐ­πι­στρέ­ψου­σι. Ῥῦ­σαί με ἐξ αἱ­μά­των ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ὸς τῆς σω­τη­ρί­ας μου· ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ται ἡ γλῶσ­σά μου τὴν δι­και­ο­σύ­νην σου. Κύ­ρι­ε, τὰ χεί­λη μου ἀ­νοί­ξεις, καὶ τὸ στό­μα μου ἀ­ναγ­γε­λεῖ τὴν αἴ­νε­σίν σου. Ὅ­τι, εἰ ἠ­θέ­λη­σας θυ­σί­αν, ἔ­δω­κα ἄν· ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα οὐκ εὐ­δο­κή­σεις. Θυ­σί­α τῷ Θε­ῷ, πνεῦ­μα συν­τε­τριμ­μέ­νον, καρ­δί­αν συν­τε­τριμ­μέ­νην καὶ τε­τα­πει­νω­μέ­νην ὁ Θε­ὸς οὐκ ἐ­ξου­δε­νώ­σει. Ἀ­γά­θυ­νον, Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ εὐ­δο­κί­ᾳ σου τὴν Σι­ὼν καὶ οἰ­κο­δο­μη­θή­τω τὰ τεί­χη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Τό­τε εὐ­δο­κή­σεις θυ­σί­αν δι­και­ο­σύ­νης, ἀ­να­φο­ρὰ καὶ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα. Τό­τε ἀ­νοί­σου­σιν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­όν σου μό­σχους.

Ψαλ­μὸς ΞΘ´ (69).

Θε­ός, εἰς τὴν βο­ή­θει­άν μου πρό­σχες· Κύ­ρι­ε, εἰς τὸ βο­η­θῆ­σαί μοι σπεῦ­σον. Αἰ­σχυν­θή­τω­σαν καὶ ἐν­τρα­πή­τω­σαν οἱ ζη­τοῦν­τες τὴν ψυ­χήν μου. Ἀ­πο­στρα­φή­τω­σαν εἰς τὰ ὀ­πί­σω καὶ κα­ται­σχυν­θή­τω­σαν οἱ βου­λό­με­νοί μοι κα­κά. Ἀ­πο­στρα­φή­τω­σαν πα­ραυ­τί­κα αἰ­σχυ­νό­με­νοι οἱ λέ­γον­τές μοι· εὖ­γε, εὖ­γε. Ἀ­γαλ­λι­ά­σθω­σαν καὶ εὐ­φραν­θή­τω­σαν ἐ­πὶ σοὶ πάν­τες οἱ ζη­τοῦν­τές σε, ὁ Θε­ός. Καὶ λε­γέ­τω­σαν δι­ὰ παν­τός· Με­γα­λυν­θή­τω ὁ Κύ­ρι­ος, οἱ ἀ­γα­πῶν­τες τὸ σω­τή­ρι­όν σου. Ἐ­γὼ δὲ πτω­χός εἰ­μι καὶ πέ­νης· ὁ Θε­ός, βο­ή­θη­σόν μοι. Βο­η­θός μου καὶ ῥύ­στης μου εἶ σύ, Κύ­ρι­ε, μὴ χρο­νί­σῃς.

Ψαλ­μὸς ΡΜΒ´ (142).

Κύ­ρι­ε, εἰ­σά­κου­σον τῆς προ­σευ­χῆς μου, ἐ­νώ­τι­σαι τὴν δέ­η­σίν μου ἐν τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ σου, εἰ­σά­κου­σόν μου ἐν τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ σου. Καὶ μὴ εἰ­σέλ­θῃς εἰς κρί­σιν με­τὰ τοῦ δού­λου σου, ὅ­τι οὐ δι­και­ω­θή­σε­ται ἐ­νώ­πι­όν σου πᾶς ζῶν. Ὅ­τι κα­τε­δί­ω­ξεν ὁ ἐ­χθρὸς τὴν ψυ­χήν μου· ἐ­τα­πεί­νω­σεν εἰς γῆν τὴν ζω­ήν μου. Ἐ­κά­θι­σέ με ἐν σκο­τει­νοῖς ὡς νε­κροὺς αἰ­ῶ­νος, καὶ ἠ­κη­δί­α­σεν ἐπ᾿ ἐ­μὲ τὸ πνεῦ­μά μου, ἐν ἐ­μοὶ ἐ­τα­ρά­χθη ἡ καρ­δί­α μου. Ἐ­μνή­σθην ἡ­με­ρῶν ἀρ­χαί­ων, ἐ­με­λέ­τη­σα ἐν πᾶ­σι τοῖς ἔρ­γοις σου, ἐν ποι­ή­μα­σι τῶν χει­ρῶν σου ἐ­με­λέ­των. Δι­ε­πέ­τα­σα πρὸς σὲ τὰς χεῖ­ράς μου· ἡ ψυ­χή μου ὡς γῆ ἄ­νυ­δρός σοι. Τα­χὺ εἰ­σά­κου­σόν μου, Κύ­ρι­ε, ἐ­ξέ­λι­πε τὸ πνεῦ­μά μου. Μὴ ἀ­πο­στρέ­ψῃς τὸ πρό­σω­πόν σου ἀπ᾿ ἐ­μοῦ, καὶ ὁ­μοι­ω­θή­σο­μαι τοῖς κα­τα­βαί­νου­σιν εἰς λάκ­κον. Ἀ­κου­στὸν ποί­η­σόν μοι τὸ πρω­ῒ τὸ ἔ­λε­ός σου, ὅ­τι ἐ­πὶ σοὶ ἤλ­πι­σα. Γνώ­ρι­σόν μοι, Κύ­ρι­ε, ὁ­δὸν ἐν ᾗ πο­ρεύ­σο­μαι, ὅ­τι πρὸς σὲ ἦ­ρα τὴν ψυ­χήν μου. Ἐ­ξε­λοῦ με ἐκ τῶν ἐ­χθρῶν μου· Κύ­ρι­ε, πρὸς σὲ κα­τέ­φυ­γον· δί­δα­ξόν με τοῦ ποι­εῖν τὸ θέ­λη­μά σου, ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ός μου. Τὸ Πνεῦ­μά σου τὸ ἀ­γα­θὸν ὁ­δη­γή­σει με ἐν γῇ εὐ­θεί­ᾳ· ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός σου, Κύ­ρι­ε, ζή­σεις με. Ἐν τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ σου ἐ­ξά­ξεις ἐκ θλί­ψε­ως τὴν ψυ­χήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐ­λέ­ει σου ἐ­ξο­λο­θρεύ­σεις τοὺς ἐ­χθρούς μου. Καὶ ἀ­πο­λεῖς πάν­τας τοὺς θλί­βον­τας τὴν ψυ­χήν μου, ὅ­τι ἐ­γὼ δοῦ­λός σου εἰ­μί.

Δο­ξο­λο­γί­α μι­κρά.

Σοὶ δό­ξα πρέ­πει, Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, καὶ σοὶ τὴν δό­ξαν ἀ­να­πέμ­πο­μεν, τῷ Πα­τρὶ καὶ τῷ Υἱ­ῷ καὶ τῷ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν. Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ, καὶ ἐ­πὶ γῆς εἰ­ρή­νη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α. Ὑ­μνοῦ­μέν σε, εὐ­λο­γοῦ­μέν σε, προ­σκυ­νοῦ­μέν σε, δο­ξο­λο­γοῦ­μέν σε, εὐ­χα­ρι­στοῦ­μέν σοι δι­ὰ τὴν με­γά­λην σου δό­ξαν. Κύ­ρι­ε βα­σι­λεῦ, ἐ­που­ρά­νι­ε Θε­έ, Πά­τερ παν­το­κρά­τορ· Κύ­ρι­ε Υἱ­ὲ μο­νο­γε­νές, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, καὶ ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα. Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός, ὁ ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ, ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Πα­τρός, ὁ αἴ­ρων τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς ὁ αἴ­ρων τὰς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ κό­σμου. Πρόσ­δε­ξαι τὴν δέ­η­σιν ἡ­μῶν, ὁ κα­θή­με­νος ἐν δε­ξι­ᾷ τοῦ Πα­τρός, καὶ ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Ὅ­τι σὺ εἶ μό­νος Ἅ­γι­ος, σὺ εἶ μό­νος Κύ­ρι­ος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός. Ἀ­μήν. Καθ᾿ ἑ­κά­στην ἡ­μέ­ραν εὐ­λο­γή­σω σε, καὶ αἰ­νέ­σω τὸ ὄ­νο­μά σου εἰς τὸν αἰ­ῶ­να καὶ εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τοῦ αἰ­ῶ­νος. Κύ­ρι­ε, κα­τα­φυ­γὴ ἐ­γεν­νή­θης ἡ­μῖν ἐν γε­νε­ᾷ καὶ γε­νε­ᾷ. Ἐ­γὼ εἶ­πα· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σόν με· ἴ­α­σαι τὴν ψυ­χήν μου, ὅ­τι ἥ­μαρ­τόν σοι. Κύ­ρι­ε, πρός σε κα­τέ­φυ­γον, δί­δα­ξόν με τοῦ ποι­εῖν τὸ θέ­λη­μά σου, ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ός μου. Ὅ­τι πα­ρὰ σοί πη­γὴ ζω­ῆς, ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς. Πα­ρά­τει­νον τὸ ἔ­λε­ός σου τοῖς γι­νώ­σκου­σί σε. Κα­τα­ξί­ω­σον, Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἀ­να­μαρ­τή­τους φυ­λα­χθῆ­ναι ἡ­μᾶς. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ὸς τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, καὶ αἰ­νε­τὸν καὶ δε­δο­ξα­σμέ­νον τὸ ὄ­νο­μά σου εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μήν. Γέ­νοι­το, Κύ­ρι­ε, τὸ ἔ­λε­ός σου ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, κα­θά­περ ἠλ­πί­σα­μεν ἐ­πὶ σέ. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε, δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Δέ­σπο­τα, συ­νέ­τι­σόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Ἅ­γι­ε, φώ­τι­σόν με τοῖς δι­και­ώ­μα­σί σου. Κύ­ρι­ε, τὸ ἔ­λε­ός σου εἰς τὸν αἰ­ῶ­να· τὰ ἔρ­γα τῶν χει­ρῶν σου μὴ πα­ρί­δῃς. Σοὶ πρέ­πει αἶ­νος, σοὶ πρέ­πει ὕ­μνος, σοὶ δό­ξα πρέ­πει, τῷ Πα­τρὶ καὶ τῷ Υἱ­ῷ καὶ τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Τὸ Σύμ­βο­λον τῆς Πί­στε­ως.

Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν, Πα­τέ­ρα, παν­το­κρά­το­ρα, ποι­η­τὴν οὐ­ρα­νοῦ καὶ γῆς, ὁ­ρα­τῶν τε πάν­των καὶ ἀ­ο­ρά­των. Καὶ εἰς ἕ­να Κύ­ρι­ον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πα­τρὸς γεν­νη­θέν­τα πρὸ πάν­των τῶν αἰ­ώ­νων· φῶς ἐκ φω­τός, Θε­ὸν ἀ­λη­θι­νὸν ἐκ Θε­οῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, γεν­νη­θέν­τα οὐ ποι­η­θέν­τα, ὁ­μο­ού­σι­ον τῷ Πα­τρί, δι᾿ οὗ τὰ πάν­τα ἐ­γέ­νε­το. Τὸν δι᾿ ἡ­μᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ δι­ὰ τὴν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν κα­τελ­θόν­τα ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ σαρ­κω­θέν­τα ἐκ Πνεύ­μα­τος ἁ­γί­ου καὶ Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου καὶ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα. Σταυ­ρω­θέν­τα τε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἐ­πὶ Πον­τί­ου Πι­λά­του καὶ πα­θόν­τα, καὶ τα­φέν­τα. Καὶ ἀ­να­στάν­τα τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ κα­τὰ τὰς Γρα­φάς. Καὶ ἀ­νελ­θόν­τα εἰς τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­θε­ζό­με­νον ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Πα­τρός. Καὶ πά­λιν ἐρ­χό­με­νον με­τὰ δό­ξης κρῖ­ναι ζῶν­τας καὶ νε­κρούς, οὗ τῆς βα­σι­λεί­ας οὐκ ἔ­σται τέ­λος. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅ­γι­ον, τὸ κύ­ρι­ον, τὸ ζω­ο­ποι­όν, τὸ ἐκ τοῦ Πα­τρὸς ἐκ­πο­ρευ­ό­με­νον, τὸ σὺν Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ συμ­προ­σκυ­νού­με­νον καὶ συν­δο­ξα­ζό­με­νον, τὸ λα­λῆ­σαν δι­ὰ τῶν προ­φη­τῶν. Εἰς μί­αν, ἁ­γί­αν, κα­θο­λι­κὴν καὶ ἀ­πο­στο­λι­κὴν Ἐκ­κλη­σί­αν. Ὁ­μο­λο­γῶ ἓν βά­πτι­σμα εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν. Προσ­δο­κῶ ἀ­νά­στα­σιν νε­κρῶν. Καὶ ζω­ὴν τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος. Ἀ­μήν.

Εἰ βού­λει λέ­γε τοὺς Χαι­ρε­τι­σμοὺς
εἰς τὴν Ὑ­πε­ρα­γί­αν Θε­ο­τό­κον.

­ξι­όν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς, μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­ο­τό­κον, τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ πα­να­μώ­μη­τον, καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν. Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ, καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ, τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως, Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

Με­τὰ δὲ ταῦ­τα· Τρι­σά­γι­ον. Δό­ξα. Καὶ νῦν. Πα­να­γί­α Τρι­άς. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (γ´). Δό­ξα. Καὶ νῦν. Πά­τερ ἡ­μῶν. Ὅ­τι σοῦ ἐ­στιν.

Εἶ­τα τὸ Κον­τά­κι­ον τῆς ἑ­ορ­τῆς ἢ τῆς ἡ­μέ­ρας, ἢ τὰ πα­ρόν­τα τρο­πά­ρι­α.

Τρο­πά­ρι­ον. Ἦ­χος δ´.

Θε­ὸς τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, ὁ ποι­ῶν ἀ­εὶ μεθ᾿ ἡ­μῶν κα­τὰ τὴν σὴν ἐ­πι­εί­κει­αν, μὴ ἀ­πο­στή­σῃς τὸ ἔ­λε­ός σου ἀφ᾿ ἡ­μῶν, ἀλ­λὰ ταῖς αὐ­τῶν ἱ­κε­σί­αις, ἐν εἰ­ρή­νῃ κυ­βέρ­νη­σον τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν.

Τῶν ἐν ὅ­λῳ τῷ κό­σμῳ μαρ­τύ­ρων σου, ὡς πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον τὰ αἵ­μα­τα, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α σου στο­λι­σα­μέ­νη, δι᾿ αὐ­τῶν βο­ᾷ σοι, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, τῷ λα­ῷ σου τοὺς οἰ­κτιρ­μοὺς σου κα­τά­πεμ­ψον, εἰ­ρή­νην τῇ πο­λι­τεί­ᾳ σου δώ­ρη­σαι, καὶ ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Δό­ξα.

Με­τὰ τῶν Ἁ­γί­ων ἀ­νά­παυ­σον, Χρι­στέ, τὰς ψυ­χὰς τῶν δού­λων σου, ἔν­θα οὐκ ἔ­στι πό­νος, οὐ λύ­πη, οὐ στε­ναγ­μός, ἀλ­λὰ ζω­ὴ ἀ­τε­λεύ­τη­τος.

Καὶ νῦν.

Τῇ πρε­σβεί­ᾳ Κύ­ρι­ε, πάν­των τῶν Ἁ­γί­ων, καὶ τῆς Θε­ο­τό­κου, τὴν σὴν εἰ­ρή­νην δὸς ἡ­μῖν, καὶ ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, ὡς μό­νος οἰ­κτίρ­μων.

Εἶ­τα τ Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον ), κα τν εὐ­χὴν ταύ­την.

ἐν παν­τὶ και­ρῷ, καὶ πά­σῃ ὥ­ρᾳ, ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ γῆς προ­σκυ­νού­με­νος, καὶ δο­ξα­ζό­με­νος Χρι­στὸς ὁ Θε­ός, ὁ μα­κρό­θυ­μος, ὁ πο­λυ­έ­λε­ος, ὁ πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνος, ὁ τοὺς δι­καί­ους ἀ­γα­πῶν καὶ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λοὺς ἐ­λε­ῶν, ὁ πάν­τας κα­λῶν πρὸς σω­τη­ρί­αν δι­ὰ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας τῶν μελ­λόν­των ἀ­γα­θῶν· Αὐ­τός, Κύ­ρι­ε, πρόσ­δε­ξαι καὶ ἡ­μῶν ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ταύ­τῃ τὰς ἐν­τεύ­ξεις, καὶ ἴ­θυ­νον τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν πρὸς τὰς ἐν­το­λάς σου· τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν ἁ­γί­α­σον, τὰ σώ­μα­τα ἅ­γνι­σον, τοὺς λο­γι­σμοὺς δι­όρ­θω­σον, τὰς ἐν­νοί­ας κά­θα­ρον, καὶ ῥῦ­σαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης θλί­ψε­ως, κα­κῶν καὶ ὀ­δύ­νης. Τεί­χι­σον ἡ­μᾶς ἁ­γί­οις σου Ἀγ­γέ­λοις, ἵ­να, τῇ πα­ρεμ­βο­λῇ αὐ­τῶν φρου­ρού­με­νοι, καὶ ὁ­δη­γού­με­νοι, κα­ταν­τή­σω­μεν εἰς τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ εἰς τὴν ἐ­πί­γνω­σιν τῆς ἀ­προ­σί­του σου δό­ξης· ὅ­τι εὐ­λο­γη­τὸς εἶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.

Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Τὴν Τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ, καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ, τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον, σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

ν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, εὐ­λό­γη­σον Πά­τερ.

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ὁ Θε­ὸς οἰ­κτει­ρῆ­σαι ἡ­μᾶς, καὶ εὐ­λο­γῆ­σαι ἡ­μᾶς, ἐ­πι­φά­ναι τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, καὶ ἐ­λε­ῆ­σαι ἡ­μᾶς.

Κα τς ἑ­πο­μέ­νας Εὐ­χάς·

Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Καὶ πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νε.

Εὐ­χὴ εἰς τὴν Ὑ­πε­ρα­γί­αν Θε­ο­τό­κον.
(Ποί­η­μα Παύ­λου Μο­να­χοῦ
Μο­νῆς τῆς Εὐ­ερ­γέ­τι­δος)

­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε, ἁ­γνὴ Παρ­θέ­νε, Θε­ό­νυμ­φε Δέ­σποι­να, ἡ Θε­ὸν Λό­γον τοῖς ἀν­θρώ­ποις, τῇ πα­ρα­δό­ξῳ σου κυ­ή­σει, ἑ­νώ­σα­σα, καὶ τὴν ἀ­πω­σθεῖ­σαν φύ­σιν τοῦ γέ­νους ἡ­μῶν τοῖς οὐ­ρα­νί­οις συ­νά­ψα­σα, ἡ τῶν ἀ­πηλ­πι­σμέ­νων μό­νη ἐλ­πίς, καὶ τῶν πο­λε­μου­μέ­νων βο­ή­θει­α, ἡ ἑ­τοί­μη ἀν­τί­λη­ψις τῶν εἰς σὲ προ­στρε­χόν­των, καὶ πάν­των τῶν Χρι­στι­α­νῶν τὸ κα­τα­φύ­γι­ον, μὴ βδε­λύ­ξῃ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν, τὸν ἐ­να­γῆ, τὸν αἰ­σχροῖς λο­γι­σμοῖς καὶ λό­γοις καὶ πρά­ξε­σιν ὅ­λον ἐ­μαυ­τὸν ἀ­χρει­ώ­σαν­τα, καὶ τῇ τῶν ἡ­δο­νῶν τοῦ βί­ου ῥᾳ­θυ­μί­ᾳ γνώ­μης, δοῦ­λον γε­νό­με­νον. Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ Μή­τηρ, φι­λαν­θρώ­πως σπλαγ­χνί­σθη­τι ἐπ᾿ ἐ­μοὶ τῷ ἁ­μαρ­τω­λῷ καὶ ἀ­σώ­τῳ, καὶ δέ­ξαι μου τὴν ἐκ ῥυ­πα­ρῶν χει­λέ­ων προ­σφε­ρο­μέ­νην σοι δέ­η­σιν, καὶ τὸν σὸν Υἱ­όν, καὶ ἡ­μῶν Δε­σπό­την καὶ Κύ­ρι­ον, τῇ μη­τρι­κῇ σου παῤ­ῥη­σί­ᾳ χρω­μέ­νη, δυ­σώ­πη­σον, ἵ­να ἀ­νοί­ξῃ κἀ­μοὶ τὰ φι­λάν­θρω­πα σπλάγ­χνα τῆς αὑ­τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τος, καί, πα­ρι­δών μου τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα πταί­σμα­τα, ἐ­πι­στρέ­ψῃ με πρὸς με­τά­νοι­αν, καὶ τῶν αὑ­τοῦ ἐν­το­λῶν ἐρ­γά­την δό­κι­μον ἀ­να­δεί­ξῃ με. Καὶ πά­ρε­σό μοι ἀ­εὶ ὡς ἐ­λε­ή­μων, καὶ συμ­πα­θής, καὶ φι­λά­γα­θος, ἐν μὲν τῷ πα­ρόν­τι βί­ῳ, θερ­μὴ προ­στά­τις καὶ βο­η­θός, τὰς τῶν ἐ­ναν­τί­ων ἐ­φό­δους ἀ­πο­τει­χί­ζου­σα, καὶ πρὸς σω­τη­ρί­αν κα­θο­δη­γοῦ­σά με, καὶ ἐν τῷ και­ρῷ τῆς ἐ­ξό­δου μου, τὴν ἀ­θλί­αν μου ψυ­χὴν πε­ρι­έ­που­σα, καὶ τὰς σκο­τει­νὰς ὄ­ψεις τῶν πο­νη­ρῶν δαι­μό­νων πόῤ­ῥω αὐ­τῆς ἀ­πε­λαύ­νου­σα· ἐν δὲ τῇ φο­βε­ρᾷ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς κρί­σε­ως, τῆς αἰ­ω­νί­ου με ῥυ­ο­μέ­νη κο­λά­σε­ως, καὶ τῆς ἀ­ποῤ­ῥή­του δό­ξης τοῦ σοῦ Υἱ­οῦ καὶ Θε­οῦ ἡ­μῶν κλη­ρο­νό­μον με ἀ­πο­δει­κνύ­ου­σα. Ἧς καὶ τύ­χοι­μι, Δέ­σποι­νά μου, ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, δι­ὰ τῆς σῆς με­σι­τεί­ας καὶ ἀν­τι­λή­ψε­ως· χά­ρι­τι καὶ φι­λαν­θρω­πί­ᾳ, τοῦ μο­νο­γε­νοῦς σου Υἱ­οῦ, τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ, καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. ᾯ πρέ­πει πᾶ­σα δό­ξα, τι­μὴ καὶ προ­σκύ­νη­σις, σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρὶ καὶ τῷ πα­να­γί­ῳ καὶ ἀ­γα­θῷ καὶ ζω­ο­ποι­ῷ αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Εὐ­χὴ ἑ­τέ­ρα εἰς τὸν Κύ­ρι­ον ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν. (Ποί­η­μα Ἀν­τι­ό­χου μο­να­χοῦ τοῦ Παν­δέ­κτου)

Καὶ δὸς ἡ­μῖν, Δέ­σπο­τα, πρὸς ὕ­πνον ἀ­πι­οῦ­σιν, ἀ­νά­παυ­σιν σώ­μα­τος καὶ ψυ­χῆς· καὶ δι­α­φύ­λα­ξον ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ ζο­φε­ροῦ ὕ­πνου τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, καὶ ἀ­πὸ πά­σης σκο­τει­νῆς καὶ νυ­κτε­ρι­νῆς ἡ­δυ­πα­θεί­ας. Παῦ­σον τὰς ὁρ­μὰς τῶν πα­θῶν, σβέ­σον τὰ πε­πυ­ρω­μέ­να βέ­λη τοῦ πο­νη­ροῦ, τὰ καθ᾿ ἡ­μῶν δο­λί­ως κι­νού­με­να· τὰς τῆς σαρ­κὸς ἡ­μῶν ἐ­πα­να­στά­σεις κα­τά­στει­λον, καὶ πᾶν γε­ῶ­δες καὶ ὑ­λι­κὸν ἡ­μῶν φρό­νη­μα κοί­μη­σον. Καὶ δώ­ρη­σαι ἡ­μῖν, ὁ Θε­ός, γρή­γο­ρον νοῦν, σώ­φρο­να λο­γι­σμόν, καρ­δί­αν νή­φου­σαν, ὕ­πνον ἐ­λα­φρόν, καὶ πά­σης σα­τα­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ἀ­πηλ­λαγ­μέ­νον. Δι­α­νά­στη­σον δὲ ἡ­μᾶς ἐν τῷ και­ρῷ τῆς προ­σευ­χῆς, ἐ­στη­ριγ­μέ­νους ἐν ταῖς ἐν­το­λαῖς σου, καὶ τὴν μνή­μην τῶν σῶν κρι­μά­των ἐν ἑ­αυ­τοῖς ἀ­πα­ρά­θραυ­στον ἔ­χον­τας. Παν­νύ­χι­ον ἡ­μῖν τὴν σὴν δο­ξο­λο­γί­αν χά­ρι­σαι εἰς τὸ ὑ­μνεῖν, καὶ εὐ­λο­γεῖν, καὶ δο­ξά­ζειν τὸ πάν­τι­μον καὶ με­γα­λο­πρε­πὲς ὄ­νο­μά σου, τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

­πε­ρέν­δο­ξε, ἀ­ει­πάρ­θε­νε, εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κε, προ­σά­γα­γε τὴν ἡ­με­τέ­ραν προ­σευ­χὴν τῷ Υἱ­ῷ σου καὶ Θε­ῷ ἡ­μῶν, καὶ αἴ­τη­σαι, ἵ­να σώ­σῃ δι­ὰ σοῦ τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.

ἐλ­πίς μου ὁ Πα­τήρ, κα­τα­φυ­γή μου ὁ Υἱ­ός, σκέ­πη μου τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γι­ον, Τρι­ὰς ἁ­γί­α, δό­ξα σοι.

Τὴν πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα μου εἰς σὲ ἀ­να­τί­θη­μι, Μῆ­τερ τοῦ Θε­οῦ· φύ­λα­ξόν με ὑ­πὸ τὴν σκέ­πην σου.

­πὶ Σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις, Ἀγ­γέ­λων τὸ σύ­στη­μα καὶ ἀν­θρώ­πων τὸ γέ­νος· ἡ­γι­α­σμέ­νε Να­ὲ καὶ Πα­ρά­δει­σε λο­γι­κέ, Παρ­θε­νι­κὸν καύ­χη­μα· ἐξ ἧς Θε­ὸς ἐ­σαρ­κώ­θη καὶ παι­δί­ον γέ­γο­νεν ὁ πρὸ αἰ­ώ­νων ὑ­πάρ­χων Θε­ὸς ἡ­μῶν. Τὴν γὰρ Σὴν μή­τραν θρό­νον ἐ­ποί­η­σε καὶ τὴν Σὴν γα­στέ­ρα πλα­τυ­τέ­ραν οὐ­ρα­νῶν ἀ­πειρ­γά­σα­το. Ἐ­πὶ Σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις· δό­ξα Σοι.

Εὐ­χὴ εἰς τὸν Ἄγ­γε­λον φύ­λα­κα τοῦ ἀν­θρώ­που.

­γι­ε Ἄγ­γε­λε, ὁ ἐ­φε­στὼς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς καὶ τα­λαι­πώ­ρου μου ζω­ῆς, μὴ ἐγ­κα­τα­λί­πῃς με τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν, μη­δὲ ἀ­πο­στῇς ἀπ᾿ ἐ­μοῦ δι­ὰ τὴν ἀ­κρα­σί­αν μου· μὴ δώ­ῃς χώ­ραν τῷ πο­νη­ρῷ δαί­μο­νι κα­τα­κυ­ρι­εῦ­σαί μου τῇ κα­τα­δυ­να­στεί­ᾳ τοῦ θνη­τοῦ τού­του σώ­μα­τος· κρά­τη­σον τῆς ἀ­θλί­ας καὶ πα­ρει­μέ­νης χει­ρός μου, καὶ ὁ­δή­γη­σόν με εἰς ὁ­δὸν σω­τη­ρί­ας. Ναί, ἅ­γι­ε Ἄγ­γε­λε τοῦ Θε­οῦ, ὁ φύ­λαξ καὶ σκε­πα­στὴς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος, πάν­τα μοι συγ­χώ­ρη­σον, ὅ­σα σοι ἔ­θλι­ψα πά­σας τὰς ἡ­μέ­ρας τῆς ζω­ῆς μου, καὶ εἴ τι ἥ­μαρ­τον τὴν σή­με­ρον ἡ­μέ­ραν· σκέ­πα­σόν με ἐν τῇ πα­ρού­σῃ νυ­κτὶ καὶ δι­α­φύ­λα­ξόν με ἀ­πὸ πά­σης ἐ­πη­ρεί­ας τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου, ἵ­να μὴ ἔν τι­νι ἁ­μαρ­τή­μα­τι πα­ρορ­γί­σω τὸν Θε­όν· καὶ πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ πρὸς τὸν Κύ­ρι­ον τοῦ ἐ­πι­στη­ρί­ξαι με ἐν τῷ φό­βῳ αὐ­τοῦ καὶ ἄ­ξι­ον ἀ­να­δεῖ­ξαί με δοῦ­λον τῆς αὐ­τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τος. Ἀ­μήν.

Θε­ο­τό­κε Παρ­θέ­νε, χαῖ­ρε κε­χα­ρι­τω­μέ­νη Μα­ρί­α, ὁ Κύ­ρι­ος με­τὰ Σοῦ· εὐ­λο­γη­μέ­νη Σὺ ἐν γυ­ναι­ξί, καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ καρ­πὸς τῆς κοι­λί­ας Σου, ὅ­τι Σω­τῆ­ρα ἔ­τε­κες, τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν ).

Δό­ξα. Καὶ νῦν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον ). [Εὐ­λό­γη­σον].

Ὁ Ἱ­ε­ρεὺς ἀ­μέ­σως τὴν Ἀ­πό­λυ­σιν.

Εἶ­τα Ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει (ἀ­πο­κρι­νο­μέ­νων ἡ­μῶν τ Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον, συ­νε­χῶς).

Εὐ­ξώ­με­θα ὑ­πὲρ εἰ­ρή­νης τοῦ κό­σμου. ­πὲρ τῶν εὐ­σε­βῶν καὶ ὀρ­θο­δό­ξων Χρι­στι­α­νῶν. ­πὲρ τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που ἡ­μῶν (δεῖ­νος) καὶ πά­σης τῆς ἐν Χρι­στῷ ἡ­μῶν ἀ­δελ­φό­τη­τος. ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν ἔ­θνους. ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν Ἔ­θνους, πά­σης ἀρ­χῆς καὶ ἐ­ξου­σί­ας ἐν αὐ­τῷ. ­πὲρ εὐ­ο­δώ­σε­ως καὶ ἐ­νι­σχύ­σε­ως τοῦ φι­λο­χρί­στου στρα­τοῦ. ­πὲρ τῶν ἀ­πο­λει­φθέν­των πα­τέ­ρων καὶ ἀ­δελ­φῶν ἡ­μῶν. ­πὲρ τῶν δι­α­κο­νούν­των καὶ δι­α­κο­νη­σάν­των ἡ­μῖν. ­πὲρ τῶν μι­σούν­των καὶ ἀ­γα­πών­των ἡ­μᾶς. ­πὲρ τῶν ἐν­τει­λα­μέ­νων ἡ­μῖν τοῖς ἀ­να­ξί­οις, εὔ­χε­σθαι ὑ­πὲρ αὐ­τῶν. ­πὲρ ἀ­ναῤ­ῥύ­σε­ως τῶν αἰχ­μα­λώ­των. ­πὲρ τῶν ἐν θα­λάσ­σῃ κα­λῶς πλε­όν­των. ­πὲρ τῶν ἐν ἀ­σθε­νεί­αις κα­τα­κει­μέ­νων. Εὐ­ξώ­με­θα καὶ ὑ­πὲρ εὐ­φο­ρί­ας τῶν καρ­πῶν τῆς γῆς. Καὶ ὑ­πὲρ πάν­των τῶν προ­α­να­παυ­σα­μέ­νων πα­τέ­ρων καὶ ἀ­δελ­φῶν ἡ­μῶν, τῶν ἐν­θά­δε εὐ­σε­βῶς κει­μέ­νων, καὶ ἁ­παν­τα­χοῦ Ὀρ­θο­δό­ξων. Καὶ ὑ­πὲρ πά­σης ψυ­χῆς Χρι­στι­α­νῶν ὀρ­θο­δό­ξων. Μα­κα­ρί­σω­μεν τοὺς εὐ­σε­βεῖς Βα­σι­λεῖς. Τοὺς ὀρ­θο­δό­ξους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. [Τοὺς κτί­το­ρας τῆς ἁ­γί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας ( Μο­νῆς) ταύ­της], τοὺς γο­νεῖς ἡ­μῶν καὶ δι­δα­σκά­λους καὶ πάν­τας τοὺς προ­α­πελ­θόν­τας πα­τέ­ρας καὶ ἀ­δελ­φοὺς ἡ­μῶν, τοὺς ἐν­θά­δε εὐ­σε­βῶς κει­μέ­νους καὶ τοὺς ἁ­παν­τα­χοῦ ὀρ­θο­δό­ξους. Εἴ­πω­μεν καὶ ὑ­πὲρ αὐ­τῶν, τό· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.

Ὁ Ἱ­ε­ρεὺς ποι­ῶν τὸ ση­μεῖ­ον τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ μεθ᾿ ὑ­πο­κλί­σε­ως, ἐ­πι­λέ­γει· Δι᾿ εὐ­χῶν τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς.

Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν.

Πρωινή προσευχή

Τελείται το πρωί, αμέσως μετά την έγερσή μας από το νυκτερινό ύπνο.


Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.

Δόξα Σοι, ο Θεός ημών, δόξα Σοι.

Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.

(Το Τρισάγιον)

Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (Τρις).

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Αγιε επίσκεψαι και ίασαι τας ασθαινείας ημών, ένεκεν του ονόματός Σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου, γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.

(Μετά τα παρόντα τριαδικά)

Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν Σοι, Αγαθέ, και τον Αγγέλων τον ύμνον βοώμεν Σοι, Δυνατέ. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.

Της κλίνης και του ύπνου εξεγείρας με, Κύριε, τον νουν μου φώτισον, και την καρδίαν και τα χείλη μου άνοιξον, εις το υμνείν Σε, Αγία Τριάς. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.

Και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Αθρόον ο Κριτής επελεύσεται, και εκάστου αι πράξεις γυμνωθήσονται. Αλλά φόβω κράξομεν εν τω μέσω της νυκτός. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.

Κύριε, ελέησον ιβ’ (12).

(Ευχαριστήριες ευχές)

Εκ του ύπνου εξανιστάμενος, ευχαριστώ Σοι, Αγία Τριάς, ότι δια την πολλήν Σου αγαθότητα και μακροθυμίαν, ουκ ωργίσθης εμοί τω ραθύμω και αμαρτωλώ, ουδέ συναπώλεσάς με ταις ανομίαις μου, αλλ’ εφιλανθρωπεύσω συνήθως και προς απόγνωσιν κείμενον ήγειράς με, εις το ορθρίσαι και δοξολογήσαι το κράτος Σου. Και νυν φώτισόν μου τα όμματα της διανοίας, άνοιξόν μου το στόμα, του μελετάν τα λόγιά Σου, και συνιέναι ταις εντολαίς Σου, και ποιείν το θέλημά Σου, και ψάλλειν Σοι εν εξομολογήσει καρδίας, και ανυμνείν το πανάγιον όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δόξα Σοι, Βασιλεύ, Θεέ Παντοκράτορ, ότι τη θεία Σου και φιλανρώπω προνοία ηξίωσάς με τον αμαρτωλόν και ανάξιον εξ ύπνου αναστήναι και τυχείν της εισόδου του αγίου Σου οίκου. Δέξαι Κύριε, και την φωνήν της δεήσεώς μου, ως των Αγίων και νοερών Σου δυνάμεων, και ευδόκησον εν καρδία καθαρά και πνεύματι ταπεινώσεως, προσενεχθήναι Σοι την εκ των ρυπαρών χειλέων μου αίνεσιν. Όπως καγώ κοινωνός γένωμαι των φρονίμων παρθένων, εν φαιδρά λαμπηδόνι της ψυχής μου, και δοξάζω Σε, τον εν Πατρί και Πνεύματι δοξαζόμενον Θεόν Λόγον. Αμήν.

Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.

Ο μικρός παρακλητικός κανών

Ευλογήσαντος του ιερέως λέγομεν τον παρόντα ψαλμόν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)

Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μή εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιοθήσεται ενώπιόν σου πάς ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου. Εταπείνωσε εις γήν την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνας, και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μή αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι πρός σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, πρός σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν τό θέλημά σου, ότι σύ εί ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γή ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου, και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί.
 

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν…(4άκις)
 

Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν, εν μετανοία κράζοντες εκ βάθους ψυχής. Δέσποινα βοήθησον, εφ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων. Μη αποστρέψης σους δούλους κενούς. Σε γαρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.



Δόξα πατρί.. Το αυτό.
Και νυν…

Ου σιωπήσωμεν ποτε Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ειμή γαρ συ προίστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο, εκ τοσούτων κινδύνων; τις δε διεφύλαξεν, εως νυν ελευθέρους; ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σού. Σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.



Ψαλμός ν΄ (50)

Ελέησον με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισον με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί διά παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιον σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησε με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπον σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσιν σου. Oτι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα, τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριον σου μόσχους.

Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς σε καταφεύγω, σωτηρίαν επιζητών. Ω Μήτερ του Λόγου και Παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον.

Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς. 

Παθών με ταράττουσι προσβολαί, πολλής αθυμίας εμπίπλωσαί μου την ψυχήν. Ειρήνευσον Κόρη τη γαλήνη, τη του Υιού και Θεού σου Πανάμωμε.

 

Δόξα Πατρί και Υιώ 

Σωτήρα τεκούσαν σε και Θεόν, δυσωπώ Παρθένε, λυτρωθήναι με των δεινών. Σοι γαρ νυν προσφεύγων ανατείνω, και την ψυχήν και την διάνοιαν.

 Και νυν,και αεί…
 
Νοσούντα το σώμα και την ψυχήν, επισκοπής θείας, και προνοίας της παρά σου, αξίωσον μόνη Θεομήτορ, ως αγαθή αγαθού τε λοχεύτρια.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Προστασίαν και σκέπην, ζωής εμής τίθημι, σε Θεογεννήτορ Παρθένε. Σύ με κυβέρνησον, προς τον λιμένα σου, των αγαθών η αιτία, των πιστών το στήριγμα, μόνη
πανύμνητε.
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Ικετεύω Παρθένε, τον ψυχικόν τάραχον, και της αθυμίας την ζάλην, διασκεδάσαι μου. Συ γάρ Θεόνυμφε, τον αρχηγόν της γαλήνης, τον Χριστόν εκύησας, μόνη
πανάχραντε.
Δόξα Πατρί και Υιώ..

Ευεργέτην τεκούσα, τον των καλών αίτιον, της ευεργεσίας τον πλούτον, πάσιν ανάβλυσον. Πάντα γαρ δύνασαι, ως δυνατόν εν ισχύϊ, τον Χριστόν κυήσασα,
θεομακάριστε.
Και νυν,και αεί…

Χαλεπαίς αρρωστίαις, και νοσεροίς πάθεσιν, εξεταζομένω Παρθένε, σύ μοι βοήθησον. Των ιαμάτων γάρ, ανελλιπή σε γινώσκω, θησαυρόν πανάμωμε, τον αδαπάνητον.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.

Επίβλεψον εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν  του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

 

Και μνημονεύει ο Ιερεύς εκείνων, δι’ ους η Παράκλησις τελείται. Μετά την δέησιν, το επόμενον Κάθισμα.

Κύριε ελέησον (ιβ)

Πρεσβεία θερμή, και τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον, εκτενώς βοώμεν σοι. Θεοτόκε Δέσποινα πρόφθασον, και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, η μόνη ταχέως προστατεύουσα.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Των παθών μου τον τάραχον, η τον κυβερνήτην τεκούσα Κύριον, και τον κλύδωνα κατεύνασον, των εμών πταισμάτων
Θεονύμφευτε.

Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Ευσπλαχνίας την άβυσσον, επικαλουμένω της σης παράσχου μοι, η τον εύσπλαχνον κυήσασα, και Σωτήρα πάντων των υμνούντων σε.
Δόξα Πατρί και Υιώ..
Απολαύοντες πάναγνε, των σων δωρημάτων ευχαριστήριον, αναμέλπομεν εφύμνιον, οι γινώσκοντές σε Θεομήτορα.
Και νυν,και αεί…
Οι ελπίδα και στήριγμα, και της σωτηρίας τείχος ακράδαντον, κεκτημένοι σε πανύμνητε, δυσχερείας πάσης εκλυτρούμεθα.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Έμπλησον Αγνή, ευφροσύνης την καρδίαν μου, την σην ακήρατον διδούσα χαράν, της ευφροσύνης η γεννήσασα τον 
αίτιον.

Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Λύτρωσαι ημάς, εκ κινδύνων Θεοτόκε αγνή, η αιωνίαν τεκούσα λύτρωσιν, και την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσαν.
Δόξα Πατρί και Υιώ..
Λύσον την αχλύν, των πταισμάτων μου Θεόνυμφε, τω φωτισμώ της σης λαμπρότητος, η φώς τεκούσα το θείον και
προαιώνιον.
Και νυν,και αεί…
Ίασαι Αγνή, των παθών μου την ασθένειαν, επισκοπής σου αξιώσασα, και την υγείαν τη πρεσβεία σου παράσχου μοι.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Θανάτου και της φθοράς ως έσωσεν, εαυτόν εκδεδωκώς τω θανάτω, την τη φθορά και θανάτω μου φύσιν, κατασχεθείσαν παρθένε δυσώπησον, τον Κύριόν σου και Υιόν, της εχθρών κακουργίας με ρύσασθαι.
 
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Προστάτην σε, της ζωής επίσταμαι, και φρουράν ασφαλεστάτην Παρθένε, των πειρασμών διαλύουσαν όχλον, και επηρείας δαιμόνων ελαύνουσα. Και δέομαι δια παντός. Εκ φθοράς των παθών μου ρυσθήναι 
με.
Δόξα Πατρί και Υιώ..

Ως τείχος, καταφυγής κεκτήμεθα, και ψυχών σε παντελή σωτηρίαν, και πλατυσμόν εν ταις θλίψεσι Κόρη, και τω φωτί σου αεί αγαλλόμεθα. Ώ Δέσποινα και νυν ημάς, των παθών και κινδύνων
διάσωσον.
Και νυν,και αεί…

Εν κλίνη νυν, ασθενών κατάκειμαι, και ουν έστιν ίασι τη σαρκί μου. Αλλ’ η θεόν και σωτήρα του κόσμου, και τον λυτήρα των νόσων κυήσασα, σου δέομαι της αγαθής. Εκ φθοράς νοσημάτων ανάστησον.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.

Άχραντε, η διά λόγου τον λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

 Ο ιερεύς μνημονεύει ως δεδήλωται. Μετά την εκφώνησιν.


Προστασία των Χριστιανών ακαταίσχυντε, μεσιτεία προς τον Ποιητήν αμετάθετε, μη παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς. Αλλά πρόφθασον ως αγαθή, εις την βοήθειαν ημών, των πιστώς κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εις πρεσβείαν, και σπεύσον εις ικεσίαν, η προστατεύουσα αεί, Θεοτόκε των τιμώντων σε.


Και ευθύς το προκείμενον.

 Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

 

Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Λουκάν (κεφ. α΄ 39).

Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ, επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής εις πόλιν Ιούδα. Και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο, ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής. Και επλήσθη Πνεύματος αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν. Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Και πόθεν μοι τούτο, ίαν έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με; Ιδού γάρ, ως εγένετο η φωνή του ασπασμού σου εις τα ώτα μου, εσκίρτησε το βρέφος εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία μου. Και μακαρία η πιστεύσασα ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου. Και είπε Μαριάμ. Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου. Ότι επέβλεψε επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο Δυνατός και άγιον το όνομα αυτού. Έμεινε δε Μαριάμ συν αυτή ωσεί μήνας τρείς και υπέστρεψεν εις τον οίκον αυτής.
Δόξα.
Πάτερ Λόγε Πνεύμα, Τριάς η εν Μονάδι, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

Και νυν.
Ταις της Θεοτόκου, πρεσβείας ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

 

  Ελέησον με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.


Μη καταπιστεύσης με, ανθρωπίνη προστασία, παναγία Δέσποινα, αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου. Θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι, των δαιμόνων τα τοξεύματα. Σκέπην ου κέκτημαι, ουδέ που προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος, και παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου. Δέσποινα του κόσμου, ελπίς και προστασία των πιστών, μη μου παρρίδης την δέησιν. Το συμφέρον ποίησον.

Ουδείς προστρέχων επί σοι, κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε θεοτόκε. Αλλ’ αιτείται την χάριν, και λαμβάνει το δώρημα, προς το συμφέρον της αιτήσεως.

Μεταβολή των θλιβομένων, απαλλαγή των ασθενούντων υπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε, σώζε πόλιν και λαόν, των πολεμουμένων η ειρήνη, των χειμαζομένων η γαλήνη, η μόνη προστασία των πιστών.

Ο ιερεύς.
Σώσον ο Θεός τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου. Επίσκεψαι τον κόσμον σου εν ελέει και οικτιρμοίς. Υψωσον κέρας Χριστιανών ορθοδόξων και κατάπεμψον εφ’ ημάς τα ελέη σου τα πλούσια. Πρεσβείαις της παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Προστασίαις των τιμίων επουρανίων δυνάμεων ασωμάτων. Ικεσίαις του τιμίου και ενδόξου προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων. Των εν αγίοις πατέρων ημών, μεγάλων ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου, αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας, του θαυματουργού. Των αγίων ενδόξων και καλλινίκων Μαρτύρων. Των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών. Των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. του αγίου (της ημέρας), και πάντων σου των Αγίων. Ικετεύομέν σε, μόνε πολυέλεε Κύριε. Επάκουσον ημών των αμαρτωλών δεομένων σου και ελέησον ημάς.

Κύριε ελέησον ιβ΄.
Μετά δε το Ελέει και οικτιρμοίς, αποπληρούμεν τας λοιπάς ωδάς του κανόνος.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Την ημών σωτηρίαν, ως ηθέλησας Σώτερ οικονομήσασθαι, εν μήτρα της Παρθένου, κατώκησας τω κόσμω, ήν προστάτιν ανέδειξας. Ο των πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Θελητήν του ελέους, όν εγέννησας Μήτερ αγνή δυσώπησον, ρυσθήναι των πταισμάτων, ψυχής τε μολυσμάτων, τους εν πίστει κραυγάζοντας. Ο των πατέρων ημών, θεός ευλογητός 
ει.
Δόξα Πατρί..

Θησαυρόν σωτηρίας, και πηγήν αφθαρσίας, την σε κυήσασαν, τοις κραυγάζουσιν έδειξας. Ο των πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
Και νυν.
Σωμάτων μαλακίας, και ψυχών αρρωστίας. Θεογεννήτρια, των πόθω προσιόντων, τη σκέπη σου τη θεία, θεραπεύειν αξίωσον, η τον Σωτήρα Χριστόν, ημίν αποτεκούσα.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Τους βοηθείας, της παρά σου δεομένους, μη παρίδης Παρθένε υμνούντας, και υπερυψούντας, σε Κόρη εις αιώνας.
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Των ιαμάτων, το δαψιλές επιχέεις, τοις πιστώς υμνούσι σε Παρθένε, και υπερυψούσι, τον άφραστόν σου τόκον.
Δόξα Πατρί..
Τας ασθενείας μου, της ψυχής ιατρεύεις, και σαρκός τας οδύνας Παρθένε. Όθεν σε υμνούμεν, εις πάντας τους αιώνας.


Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Ροήν μου των δακρύων, μη αποποιήσης, η τον παντός εκ προσώπου παν δάκρυον, αφηρηκότα Παρθένε, Χριστόν
κυήσασα.
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.

Χαράς μου την καρδίαν, πλήρωσον Παρθένε, η της χαράς δεξαμένη το πλήρωμα, της αμαρτίας την λύπην εξαφανίσασα.
 
Υπεραγία Θεοτόκε,σώσε ημάς.
Λιμήν και προστασία, των σοί προσφευγόντων, γενού Παρθένε και τείχος ακράδαντον, καταφυγή τε και σκέπη και αγαλλίαμα.
Δόξα Πατρί..
Φωτός σου ταίς ακτίσι, λάμπρυνον παρθένε, το ζοφερόν της αγνοίας διώκουσα, τους ευσεβώς Θεοτόκον σε καταγγέλλοντας.
Και νυν.
Κακώσεως εν τόπω, τω της ασθενείας, ταπεινωθέντα Παρθένε θεράπευσον, εξ αρρωστίας εις ρώσιν μετασκευάζουσα.

Και ευθύς το Άξιον εστίν ως αληθώς.
Και θυμιά ο ιερεύς το θυσιαστήριον και τον ναόν, ή τον οίκον, όπου ψάλλεται η Παράκλησις, και ημείς ψάλλομεν τα παρόντα Μεγαλυνάρια.
Την υψηλοτέραν των ουρανών, και καθαρωτέραν, λαμπηδόνων ηλιακών, την λυτρωσαμένην, ημάς εκ της κατάρας, την Δέσποιναν του κόσμου, ύμνοις τιμήσωμεν.

Από των πολλών μου αμαρτιών, ασθενεί το σώμα, ασθενεί μου και η ψυχή. Προς σε καταφεύγω την Κεχαριτωμένην. Ελπίς απηλπισμένων, συ μοι βοήθησον.

Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού, δέξαι παρακλήσεις, αναξίων σων ικετών, ίνα μεσιτεύσης, προς τον εκ σού τεχθέντα. Ω Δέσποινα του κόσμου, γενού μεσίτρια.

Ψάλλομεν προθύμως σοι την ωδήν, νύν τη πανυμνήτω, Θεοτόκω χαρμονικώς. Μετά του Προδρόμου και πάντων των Αγίων, δυσώπει Θεοτόκε, του οικτειρήσαι ημάς.

Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, την Εικόνα σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν, υπό του Αποστόλου, Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Αγίοι πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.

Είτα. Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών, και τα τροπάρια ταύτα

Ελέησον ημάς Κύριε, ελέησον ημάς. Πάσης γάρ απολογίας απορούντες, ταύτην σοι την ικεσίαν, ως Δεσπότη οι αμαρτωλοί προσφέρομεν. Ελέησον ημάς.
Δόξα.
Κύριε ελέησον ημάς. Επί σοί γάρ πεποίθαμεν. Μη οργισθής ημίν σφόδρα, μηδέ μνησθής των ανομιών ημών. Αλλ’ επίβλεψον και νυν ως εύσπλαχνος, και λύτρωσαι ημάς εκ των εχθρών ημών. Σύ γάρ ει Θεός ημών, και ημείς λαός σου. Πάντες έργα χειρών σου και το όνομά σου επικεκλήμεθα.

Και νύν. Θεοτόκιον.
Της ευσπλαχνίας την πύλης, άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε. Ελπίζοντες εις σε μή αστοχήσωμεν. Ρυσθείημεν διά σού των περιστάσεων. Σύ γάρ εί η σωτηρία του γένους των χριστιανών.

Ο ιερεύς: Ελέησον ημάς ο Θεός…
Και μνημονεύσας πάλιν περί ων η Παράκλησις γίνεται, ποιεί την απόλυσιν. Μετ’ αυτήν δε, ενόσω οι αδελφοί ασπάζονται την εικόνα της Θεοτόκου, ψάλλονται τα παρόντα τροπάρια.
Ήχος β΄. Ότε εκ του ξύλου.

Πάντων προστατεύεις αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει, τη κραταιά σου χειρί. Αλλην γάρ ουκ έχουμεν, αμαρτωλοί προς Θεόν, εν κινδύνοις και θλίψεσιν, αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι, υπό πταισμάτων πολλών, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, όθεν σοι προσπίπτομεν. Ρύσαι, πάσης περιστάσεως τους δούλους σου.

Όμοιον

Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικουμένων προστάτις, και πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις, και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων, σκέπη και αντίληψις, και ορφανών βοηθός, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, συ υπάρχεις Άχραντε σπεύσον, δυσωπούμε ρύσασθαι τους δούλους σου.

Ήχος πλ. δ΄.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Ήχος β΄.

Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

 Ο ιερέας.
Δι’ευχών των αγίων πατέρων ημών..

via

50ος Ψαλμός

ΨΑΛΜΟΣ 50ός


3 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου·
4 ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
5 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.
6 σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.
7 ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
8 ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.
9 ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
10 ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
11 ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
12 καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
13 μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.
14 ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
15 διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.
16 ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.
17 Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
18 ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
19 θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
20 ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη ῾Ιερουσαλήμ·
21 τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 50ού ΨΑΛΜΟΥ

3. Ελέησέ με, ω Θεέ μου, σύμφωνα προς το άπειρον έλεός σου• και σύμφωνα με το απέραντον πλήθος των οικτιρμών σου σβήσε εντελώς την παρανομίαν μου.
4. Πλύνε με και ξαναπλύνε με από την παρανομίαν μου, και από τον ρύπον της αμαρτίας μου καθάρισέ με.
5. Το έλεός σου ζητώ, διότι και εγώ αναγνωρίζω και ομολογώ την παρανομίαν μου. Αυτή δε η αμαρτία μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, εις την καρδίαν μου και εις την σκέψιν, δια να με ελέγχη και να με τυραννή.
6. Ζητώ από σε την συγχώρησιν, διότι αι αμαρτίαι, τας οποίας διέπραξα, είναι παράβασις του ιδικού σου Νομου. Ενώπιόν σου εγώ διέπραξα τυ πονηρόν. Ομολογώ ότι είμαι άξιος τιμωρίας δια τας αμαρτίας μου, δια να φανή έτσι πόσον δίκαιον είχες εις τας εναντίον μου καταδικαστικάς αποφάσεις και να εξέλθης έτσι νικητής, όταν ασεβείς και μωροί θελήσουν να σε επικρίνουν.
7. Ελέησέ με, διότι από γονείς αμαρτωλούς συνελήφθην και εν μέσω αμαρτιών με εκυοφόρησεν η μητέρα μου.
8. Θεός της αληθείας συ ηγάπησες και αγαπάς πάντοτε την αλήθειαν και την ευθύτητα. Εφανέρωσες εις εμέ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου, δια να έχω έτσι την δυνατάτητα να προφυλαχθώ από την αμαρτίαν.
9. Σαν με συμβολικά κλωνάρια υσσώπου θα με ραντίσης με το έλεός σου, και έτσι εγώ θα καθαρισθώ από την αμαρτίαν μου. Θα με πλύνης με την χάριν σου και θα γίνω τόσον καθαρός, ώστε να είμαι λευκώτερος από το χιόνι.
10. Τότε θα με κάμης να αισθανθώ αγαλλίασιν και ευφροσύνην, ώστε και αυτά τα συντετριμμένα και παράλυτα οστά μου να σκιρτήσουν από χαράν.
11. Γύρισε το πρόσωπόν σου μακρυά από τας αμαρτίας μου, ώστε να μη τας βλέπης, και σβήσε ολες τις παρανομίες μου.
12. Πλάσε μέσα μου και κτίσε νέαν καρδίαν καθαράν, Θεέ μου, δια να ενθρονίσης και εγκαινιάσης εις τα βάθη της ψυχής μου πνεύμα αληθείας, πνεύμα ορθοφροσύνης.
13. Μη με απομακρύνης και μη με απορρίψης από το γεμάτον καλωσύνην πρόσωπόν σου και το Αγιόν σου Πνεύμα μη το αφαιρέσης από εμέ.
14. Ξαναδός μου την χαράν και αγαλλίασιν της σωτηρίας μου, που προέρχεται από σέ, και στήριξέ με με σταθεράν και άκαμπτον θέλησιν στο αγαθόν, στον άγιον Νομον σου.
15. Έτσι δε εξηγνισμένος και φωτισμένος εγώ θα διδάξω εις πολλούς παρανομούντας τους ιδικούς σου δρόμους, τον Νομον σου. Με το παράδειγμά μου δε και με τα λόγια μου θα συντελέσω, ώστε πολλοί ασεβείς να επιστρέψουν εν μετάνοια προς σέ, όπως επέστρεψα και εγώ.
16. Απάλλαξέ με, Κυριε, από την ενοχήν των αθώων αιμάτων, που εχύθησαν εξ αιτίας μου, Θεέ και Κυριε της σωτηρίας μου. Η γλώσσα γεμάτη χαράν θα διαλαλή την δικαιοσύνην και την αγαθότητά σου.
17. Ναι, Κύριε, θα ανοίξης συ τα χείλη μου και το στόμα μου με παρρησίαν και θάρρος και θα αναπέμπη αίνους και δοξολογίας προς σέ.
18. Δοξολογίας ολοθέρμους θα σου αναπέμπω, Κυριε, διότι εάν ήθελες και κάποιαν θυσίαν δια την άφεσιν των αμαρτιών μου, θα σου την προσέφερα. Συ όμως δεν ευαρεστείσαι τόσον εις τα ολοκαυτώματα των θυσιών.
19. Η ευάρεστος θυσία δια σε τον Θεόν είναι ψυχή συντετριμμένη από τον πόνον και την συναίσθησιν της αμαρτίας. Καρδίαν δε ανθρώπου, η οποία έχει συντριβή από την μετάνοιαν και έχει ταπεινωθή, συ ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός ουδέποτε θα την εξουθενώσης.
20. Ευδόκησον, λοιπόν, Κυριε, να φανής αγαθός και ευεργετικός εις την Ιερουσαλήμ. Δείξε την καλωσύνην σου, ώστε να ανοικοδομηθούν και πάλιν τα τείχη της Ιερουσαλήμ.
21. Τότε θα ευδοκήσης να δεχθής κάθε θυσίαν, η οποία θα σου προσφέρεται σύμφωνα με όσα έχεις διατάξει στον Νομον σου, θυσίας αναφερομένας εις σέ, θυσίας ολοκαυτωμάτων. Τοτε θα ανεβάσουν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων σου μόσχους προς θυσίαν εις έκφρασιν ευγνωμοσύνης και δοξολογίας προς σέ.

Τον μόνον που μπορεί ν΄αγαπήσεις είναι ο Θεός.
Τους ανθρώπους τους αγαπάς γιά να τους πας ή για να σε πάνε στο Θεό.

Ο 50ός ψαλμός είναι ο πλέον συνήθης ψαλμός που χρησιμοποιείται στην Εκκλησία μας, σε όλες τις περιπτώσεις, ιδιαιτέρως κατά τις ημέρες της Μ. Σαρακοστής.
Αυτός ο ψαλμός σύμφωνα με την αρχαία παράδοση που υπάρχει γραμμένη στο ψαλτήριο, αποδίδεται στον προφητάνακτα Δαυίδ. Αυτόν τον σπουδαίο βασιλιά.
Κατά σειράν είναι ο δεύτερος βασιλιάς του Ισραήλ, μετά τον Σαούλ. Επελέγη από τον Θεό. Ήταν βοσκός αιγοπροβάτων όταν ο Θεός τον εκάλεσε δια του  προφήτου Σαμουήλ, για να τον αναδείξει βασιλιά του Ισραήλ. Ο Δαυίδ είχε το μεγάλο τάλαντο της ποιήσεως και έπαιζε και όργανο, το ψαλτήριο.
Το ψαλτήριο είναι όργανο και επειδή τα θρησκευτικά συνοδεύοντο από το όργανο που ελέγετο ψαλτήριο, λέμε ψαλτήριο, ψαλμοί κ.λπ.
Ο ψαλμός αυτός σύμφωνα με την παράδοση, γράφεται μετά από την μεγάλη αμαρτία την οποία διέπραξε ο Δαυίδ, ο οποίος έπεσε στο φοβερό αμάρτημα της μοιχείας.Κατόπιν τον επισκέπτεται ο προφήτης Νάθαν απεσταλμένος από τον Θεό και του λέει μία παραβολή: – Εδώ στην περιοχή μας ήταν ένας πλούσιος που είχε πολλά πρόβατα και ένας άλλος φτωχός είχε μία μικρή προβατίνα. Ο πλούσιος σκοτώνει τον φτωχό και του παίρνει το πρόβατο. Εξοργίζεται ο Δαυίδ και ρωτάει ποιος είναι αυτός και που είναι. Ο Νάθαν του λέει, Βασιλιά μου αυτός δεν είναι μακριά, εδώ είναι, εσύ είσαι.
Η στιγμή είναι συγκλονιστική. Ο Δαυίδ συναισθάνεται βαθύτατα το μέγεθος της αμαρτίας του, την μεγάλη πτώση του. Γεννιόνται ερωτηματικά, πως ο Θεός άφησε αυτόν τον εκλεκτό να πέσει.
Ο Θεός δεν υπογράφει συμβόλαιο με τον καθένα μας, εμείς να πηγαίνουμε αντίθετα από το θέλημά Του και αυτός να μας κρατάει από το χαλινάρι. 
Όπως λέει η σοφία της Π. Διαθήκης, άφησε τον άνθρωπο ο Θεός να έχει ο ίδιος την πρωτοβουλία να επιλέγει εκάστοτε τον δρόμο του. Τον νόμο του Θεού τον ξέρει, και ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν με κάποια σοβαρότητα να ισχυρισθούν ότι δεν ξέρουν το θέλημα του Θεού σήμερα. Το θέμα είναι πόσοι τον εφαρμόζουμε και αν πάντοτε τον εφαρμόζουμε.
Ο ψαλμός αυτός είναι γραμμένος μέσα από την συντριβή την οποία αισθάνεται ο Δαυίδ. Σ’ αυτό το έξοχο ποίημα δεν έχει εικόνες που φαντάζουν. Οι τόνοι είναι πολύ χαμηλοί, τίποτα δεν είναι περιττό και μας κάνει εντύπωση ότι επανέρχεται στο θέμα της αμαρτίας του, της ικεσίας προς το θείο έλεος να τύχει συγγνώμης, και την σειρά των αιτημάτων τα οποία διατυπώνει, για να μπορέσει να επανέλθει στην προτέρα ευδαίμονα κατάσταση «Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου» θα πει σε κάποια στιγμή.
Αυτός ο ψαλμός προχωρεί σε βάθος, δεν είναι επιφάνεια. Δεν είναι το «Κύριε, ελέησον» που λέμε πολλές φορές μηχανικά. Δεν κρίνω το Κύριε ελέησον που λέει η Εκκλησία. Κρίνω εμάς που πολλές φορές το λέμε μηχανικά. Το «Κύριε ελέησον» είναι κάτι το συγκλονιστικό, ζητάμε το έλεος του Θεού.
Στην ορθόδοξη Εκκλησία μας που έχει τόση πνευματικότητα, υπάρχει η λεγομένη «ευχή» που την ξέρουμε όλοι «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Είναι η σύντομη ευχή που λένε οι μοναχοί, που λέμε και εμείς και που είναι όντως αυτή η επίκληση θαυματουργική, σώζει. Έχω δει ανθρώπους να σώζονται από τα χέρια του διαβόλου τον οποίο βλέπουν χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, να σώζονται μ’ αυτήν την ευχή.
Σ’ αυτήν την ευχή υπάρχει το «Ελέησόν με».
Τόσο συνυφαίνεται με την πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας ο περίφημος αυτός ψαλμός της μετανοίας «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου». «Επί πλείον πλύνον με……ο Θεός ουκ εξουδενώσει».
Ακολουθεί ένα δίστιχο που είναι προσθήκη μεταγενέστερη και αν είμαστε λίγο προσεκτικοί στο κείμενο θα δούμε ότι δεν ταιριάζει στην μελωδικότητα του ψαλμού όπως τελειώνει «Αγάθυνον Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα» ενώ προηγουμένως έλεγε «ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις». «Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους».
Είναι μία προσδοκία της επανόδου στην Γη της Επαγγελίας, μεταγενεστέρα προσθήκη σ’ αυτόν τον υπέροχο ψαλμό.  Ο ψαλμός ξεκινάει με το «Ελέησόν με».
Τι σημαίνει η λέξη ελέησον, ο όρος είναι οικείος σε μας από την λέξη ελεημοσύνη. Ελεημοσύνη είναι ότι κάποιος έχει και στρέφεται σε κάποιον που στερείται και του παρέχει από εκείνα που έχει, κινούμενος από έλεος. Έλεος είναι μία φορά από μέσα προς τα έξω προς τον απέναντί μας. Ο Θεός είναι ο ελεήμων.
Στον 102ο ψαλμό λέει «Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος μακρόθυμος και πολυέλεος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί». Αυτή είναι η σταθερά ιδεολογία της Π. Διαθήκης, η οποία είναι τόσο παρεξηγημένη, γιατί μερικοί έχουν κολλήσει σε μερικά πράγματα δεν μπορούν να τα ερμηνεύσουν και να καταλάβουν και τα απορρίπτουν με πολλή άνεση.
«Ελέησόν με, ο Θεός» εκείνος ο οποίος μπορεί να προσφέρει στον Δαυίδ, σε μένα, σε σας, την άφεση για τις αμαρτίες μας, είναι ο Θεός με το μέγα έλεός του.
Το μέγα έλεος αναφέρεται εδώ για το μέγεθος της αμαρτίας. Δεν είναι ένα απλό έλεος αυτό που οι άνθρωποι κάνουν στον συνάνθρωπο εξ υποχρεώσεως, αλλά είναι ο αναμάρτητος Θεός, ο Πλάστης,  ο Κύριός μας.
Εκείνος προς τον οποίο στρέφεται ο αμαρτήσας, στρεφόμαστε εμείς γιατί ποιος είναι αναμάρτητος.
Κάνουμε επίκληση στο μέγα έλεός Του και Του ζητάμε να μας ελεήσει. Την ώρα που λέει αυτά συνειδητοποιεί το μέγεθος του θανασίμου αμαρτήματος.
Θυμάται το «ου μοιχεύσεις» τον τρόπο της μοιχείας, θυμάται την ελαφρότητα με την οποία αντιμετώπισε την περίπτωση. Και συνειδητοποιεί ότι ο Θεός του έδωσε την ευκαιρία να συνέλθει.
Και επικαλείται «το πλήθος των οικτιρμών του» για να «εξαλείψει το ανόμημά του». Έτσι μπαίνει στο νόημα της μετανοίας. Σύμφωνα με την Εκκλησία το νόημα της μετανοίας, με το αντίστοιχο μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, είναι ο άνθρωπος να μισήσει την αμαρτία την οποία διέπραξε.
Να αναλάβει πλήρως την ευθύνη «Σοι μόνω ήμαρτον» έχω συνείδηση «ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω». Το παράπτωμα του Αδάμ είναι ότι παραπέμπει στον άλλο «η Εύα με ηπάτησεν». Και όταν ερωτάται η Εύα, ο όφις.
Εδώ είναι η συνείδηση της αμαρτωλότητας και του ζητάει να εξαλείψει το ανόμημά του, να το σβήσει.
Η πεμπτουσία της μετανοίας είναι να επανέλθει ο άνθρωπος στην προτέρα κατάσταση, στην προ της αμαρτίας κατάσταση. Και αυτό είναι κάτι που είναι χάρις του Θεού. Αλλά για να έλθει η χάρις πρέπει και ο άνθρωπος να κάνει ένα μικρό βήμα.
Ο ψαλμός βοηθά σ’ αυτό το μικρό βήμα, να κινηθεί ο άνθρωπος προς τον Θεό και να ζητήσει το θείο έλεος. Και του ζητάει αυτό που επιτυγχάνεται με την μετάνοια, του ανομήματος του οποιουδήποτε ανομήματος.
Πόσο ειλικρινής, πόσο βαθιά είναι η μετάνοια, τόση μεγάλη είναι η χάρις του Θεού. Διότι ο Θεός επιβλέπει επί την ταπείνωσιν των ανθρώπων και εξαλείφει, δηλαδή δεν αφήνει ίχνος, δεν αφήνει ουλή από το τραύμα.
Και περισσότερο «πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με». Και την ανομία μου την γνωρίζω, «και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός». Όσο διαλογίζομαι, όσο σκέπτομαι την αμαρτία μου, τόσο δεν φεύγει από τον νου μου, συνειδητοποιώ το μέγεθος της αμαρτίας, αλλά ευτυχώς δεν μένω εκεί μόνο, κάνω το βήμα προς Εκείνον που είναι η πηγή του ελέους. Εάν μείνω στην συνείδηση της αμαρτίας, δύο πράγματα μπορεί να συμβούν. Να με κατακυριεύσει ο διάβολος ο οποίος περιμένει ν΄ απελπιστώ, πράγμα που δεν παθαίνει ο Δαυίδ. Αν απελπισθώ θα το πάρω απόφαση και θα επαναλάβω. Τώρα εγώ δεν μπορώ να διορθωθώ, μ’ αυτά που έχω κάνει δεν σώζομαι.
Το βλέπουμε αυτό στον καθημερινό βίο σε όλα τα επίπεδα. Το δεύτερο είναι να μας καταλάβει αλλιώς ο διάβολος. Σας αναφέρω τον διάβολο διότι περιμένει πάντοτε. Συνήθως ο διάβολος περιμένει στην πόρτα της Εκκλησίας. Εκεί αγριεύει περισσότερο, εκεί που ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει ασφάλεια και αρχίζει και αποκτά μια περίεργη αυτοπεποίθηση, εκεί τον περιμένει ο δαίμονας. Το ξέρουμε αυτό. Και λέμε κατόπιν, πως το έκανα εγώ αυτό το πράγμα. Πως το έκανα εγώ, υπεισέρχεται το εγώ. Μετατίθεται το αμάρτημα, γίνεται αμάρτημα προς εμέ και όχι ενώπιον του Θεού. Πως εγώ το έκανα αυτό. Όταν δεν έχουμε μεταθέσει σε τρίτους την αμαρτία μας. – Εγώ δεν έφταιγα αλλά οι συνθήκες κ.λπ. Είναι συνηθισμένα πράγματα αυτά. Και είναι πολύ καλός σύμβουλος σ’ αυτά ο διάβολος να δίνει δικαιολογίες.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο πράγμα με τον Δαυίδ.
Ο Δαυίδ είχε συνείδηση του εγκλήματός του. «Σοι μόνω ήμαρτον». Αυτό το σοι αντιπαρατίθεται στο εγώ. Πως έπεσα εγώ! «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα». Σε σένα μπροστά έκανα το πονηρό. Ο οφθαλμός του Θεού βλέπει κατάματα. Γιατί δεν επεμβαίνει ο Θεός; Γιατί κατέβηκε και σταυρόθηκε, για να κρατήσουμε την ελευθερία μας. Για να είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε, με τον Θεό ή χωρίς τον Θεό, ή και εναντίον του Θεού.
«Όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί με». Και έτσι δικαιώνεται ο νόμος και αν ήθελα κριθώ από εσένα θα νικούσες.
Σε άλλη περίπτωση: «Εάν ανομίες παρατηρήσεις Κύριε, Κύριε, τις υποστίσεται»; και αλλού πάλι «ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων». «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Δεν είναι κάποια αμαρτωλή σύλληψη. Σ’ αυτό αντιπαρατίθεται ότι ο Θεός αγαπά την αλήθεια και ότι αποκαλύπτει «τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας» στον προφήτη του, αλλά και σε μας. Δεν γνωρίζουμε τον νόμο του; Δεν γνωρίζουμε το θέλημά του; Το ευαγγέλιό του;
Μας απέστειλε προφήτες, μας εδίδαξαν οι Γραφές του, ήρθε ο ίδιος και ενηνθρώπισε και σταυρώθηκε.
Κατόπιν έστειλε τους αποστόλους για να κηρύξουν και να εμπεδώσουν το ευαγγέλιο της σωτηρίας, ώστε να μην υπάρχει δικαιολογία.
«Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι» ο ύσσωπος είναι ένα φυτό, σαν το δικό μας τον βασιλικό ή το δεντρολίβανο που το χρησιμοποιούμε για θρησκευτικούς λόγους. Είναι εικόνα             που χρησιμοποιεί για τον εξαγίασμό. «Πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι». Να προσέξουμε γιατί ο διάβολος βάζει πολλές φορές την αμφιβολία αν όντως ο Θεός συγχώρησε το αμάρτημά μας.  Όλα αυτά που θα κάνουν τον άνθρωπο πάνλευκο σαν χιόνι είναι αγαλλίαση ευφροσύνη και θα φθάσει η αγαλλίαση μέχρι «τα οστά τα τεταπεινωμένα». Τα οστά χρησιμοποιούνται εδώ για τον έσω άνθρωπο. Αυτή η αγαλλίαση φθάνει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής.
Πάλι επανέρχεται ο προφητάναξ και βλέπει κανείς την συνείδηση της αμαρτωλότητας, αλλά και κάτι άλλο πολύ μεγάλο και πολύ σπουδαίο, το ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον του Θεού. Ενώπιον του Θεού ο άνθρωπος είναι τίποτα. Και όμως χάριν αυτού του τίποτα που νομίζουμε, ο Θεός έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε γι’ αυτό το τίποτα. Για να το αναδείξει σ’ αυτό που εκείνος έπλασε «εις το καθ’ ομοίωσιν επανάγαγε» όπως λέμε στην νεκρώσιμη ακολουθία.
«Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον».
Στρέψε το πρόσωπό σου εσύ ο Πανάγιος από μένα, και εξάλειψε πάσας τας ανομίας μου.
Εκείνο που θέλει ο άνθρωπος και έχει ανάγκη είναι η «καρδία καθαρά κτίσε μέσα μου, και πνεύμα ευθές».
Αυτήν την ευθύτητα του πνεύματος που δεν κάνει και δεν ακολουθεί γυριστά δρομάκια, αλλά προχωρεί στην ευθεία. Τι σημασία έχει η καθαρά καρδιά; Θα θυμόμαστε ότι ένας από τους μακαριστούς του Κυρίου είναι «Μακάριοι, οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Άνθρωπος που δεν ΄καθαρή καρδιά δεν θα δει Θεού πρόσωπο. Όχι μόνο εκεί, αλλά εδώ.
Ο λαός μας, λέει δεν είδα Θεού πρόσωπο. Και ξέρουμε αυτές τις στιγμές που έχουμε μία λάμψη του θείου μέσα μας, στην καρδιά μας. Και την έχουμε αυτή την λάμψη όταν με την βοήθειά Του και την χάρι Του, καθαρίζουμε την καρδιά μας, αφήνουμε τον Θεό να την καθαρίσει με το μυστήριο της εξομολογήσεως.
Τότε βλέπουμε του Θεού το πρόσωπο.
«Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού». Αυτή η απόρριψη από το πρόσωπο του Θεού, είναι η ικεσία μας. Απόστρεψε το πρόσωπό σου από τις αμαρτίες μας και μην απορρίψεις εμάς από το πρόσωπό σου. Ο Παράδεισος είναι το να έχω θέα του Θεού και η πρόγευση για τους δικαίους αρχίζει από εδώ.
Μέσα στον πόνο, μέσα στην κατ’ άνθρωπον δυστυχία πολλές φορές, λάμπει το φως του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου, και βλέπει του Θεού το πρόσωπο.
«Απόδος μοι την αγαλλίασιν ΄του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Ηγεμονικόν σημαίνει να ηγείται το πνεύμα σε όλο το είναι. Να μην κυριαρχούμαι από τα πάθη, αλλά το πνεύμα μου που στρέφεται προς σε και καθαγιάζεται από εσένα και το Άγιό σου Πνεύμα, να ηγεμονεύει σ΄ όλο μου το βίο.
Τώρα κάνει ένα τάμα. «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι». Το να φέρεις κάποιον στον δρόμο του Θεού, όχι να τον σύρεις, όχι να τον προκαλέσεις, όχι να του πεις ότι είναι αμαρτωλός, γιατί έτσι θα τον διώξεις. Αλλά με την αγάπη σου και την ταπεινοφροσύνη σου, να τον προσεγγίσεις, να τον σαγηνεύσεις. Όχι με την σαγήνη των λόγων και των τρόπων, αλλά με των έργων σου των καλών το παράδειγμα.
Αυτό υπονοεί εδώ, ότι θα ζήσω ένα βίο τέτοιο Θεέ μου, ώστε να μπορέσω να φέρω ανθρώπους εις μετάνοια «Ρύσαι εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου». Ο Θεός αποκαλείται Θεός της σωτηρίας «αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου».
Η δικαιοσύνη του Θεού είναι αγαλλίαση και να το λές ακόμη. «Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις» εσύ  ν’ ανοίξεις τα χείλη μου για ν’ αναγγέλει το στόμα μου την αίνεσίν σου. Αν ήθελες θυσία θα σου έδινα. «Ολοκαύτωμα ουκ ευδοκήσεις». Αλλά εσύ δεν θέλεις ολοκαυτώματα. Και τώρα το άκρον άωτον, ο ύψιστος βαθμός της πνευματικότητας της Π. Διαθήκης.
«Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον» το μυστικό της Αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής. Η συντριβή του ανθρώπου για όσα έκανε. Για όσα δεν έκανε σωστά και καλά. Γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που δεν είναι, που θέλει ο Θεός να είσαι. «Θυσία τω Θεώ». Ο Θεός λογίζει ως θυσία το πνεύμα το συντετριμμένο, αυτό που λέμε εμείς κατάνυξη. Ο ψαλμωδός κλείνει αυτόν τον περίφημο ψαλμό με την κατάνυξη και την ταπείνωση.
Τις δύο σπουδαιότατες αρετές που συνιστούν τον πνευματικό άνθρωπο. Όχι τα πτυχία, όχι οι καθηγεσίες στα Πανεπιστήμια, ούτε οι Ακαδημίες, ούτε τα πολλά διπλώματα, αλλά το πνεύμα το συντετριμμένο και η ταπεινοφροσύνη, είναι εκείνα που ανεβάζουν τον άνθρωπο. Ο ψαλμός αυτός ας είναι μία αφορμή να αναθεωρήσουμε τον μέχρι τούδε βίο μας και να κάνουμε από σήμερα μία νέα αρχή.
Με την χάρι του Θεού, με πνεύμα συντετριμμένο και τεταπεινωμένο.
ΠΗΓΗ: ΓΩΝΙΑ & ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ μετὰ συντόμου ἑρμηνείας ὑπὸ Π.Ν.Τρεμπελα

ΨΑΛΜΟΣ 142ος κ.α.

Πατήστε ΕΔΩ για να ακούσετε τον 135ο Ψαλμό. Ψάλλει χορός πατέρων Σιμονόπετρας.

ΨΑΛΜΟΣ 142ος

Τῷ Δαυΐδ, ὅτε κατεδίωκεν αὐτὸν Ἀβεσσαλὼμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

1 Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου·
2 καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.
3 ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος·
4 καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
5 ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.
6 διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. (διάψαλμα).
7 ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.
8 ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου·
9 ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον.
10 δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ.
11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου·
12 καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Μετάφραση

ΨΑΛΜΟΣ 142ος

Τῷ Δαυΐδ, ὅτε κατεδίωκεν αὐτὸν Ἀβεσσαλὼμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

1 Κυριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου. Ακουσε την ικετευτικήν παράκλησίν μου εν ονόματι της φιλαληθείας σου και των υποσχέσεων, που μας έχεις δώσει. Εισάκουσόν μου εν ονόματι της δικαιοσύνης σου, η οποία απαιτεί την προστασίαν του κάθε αθώου.
2 Μη θελήσης όμως να προβής εις λεπτομερή εξέτασιν της ζωής εμού του δούλου σου, διότι κανείς από τους ζώντας ανθρώπους επί της γης δεν θα ευρεθή τελείως αθώος και αναμάρτητος ενώπιόν σου.
3 Άκουσε, λοιπόν, Κυριε, το δίκαιον αίτημά μου, διότι εχθρός αδίστακτος με καταδιώκει ζητών να μου αφαιρέση την ζωήν. Με εποδοπάτησε κάτω στο χώμα, με εξηυτέλισε, με έχει καθίσει στο χείλος του τάφου. Με έχει οδηγήσει στο στόμα του σκοτεινού άδου, όπου ευρίσκονται οι από αρχαιότατα χρόνια νεκροί.
4 Από τας βαρείας αυτάς θλίψεις έχει καταληφθή από αθυμίαν το πνεύμα μου. Η καρδία μου εντός μου συνεχώς ταράσσεται.
5 Εις αυτήν την πολυώδυνον κατάστασιν ευρισκόμενος ενεθυμήθην παλαιάς ημέρας ειρήνης και ασφαλείας. Εβύθισα την σκέψιν μου εις τα έργα της ιδικής σου προστασίας, εμελέτησα καλώς τα έργα των χειρών σου.
6 Από την μελέτην αυτήν τονωθείς εις την πίστιν και την ελπίδα προς σέ, ύψωσα ικετευτικάς τας χείράς μου προς σε και η ψυχή μου, ωσάν γη κατάξηρος, εζήτησε δρόσον και αναψυχήν από σέ.
7 Όσον το δυνατόν ταχύτερον κάμε δεκτήν, Κύριε, την προσευχήν μου. Απέκαμα πλέον, ωλιγοψύχησε και κινδυνεύει να σβήση το πνεύμα μου. Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου από εμέ. Διότι τότε θα ομοιάσω πλέον με τους νεκρούς, οι οποίοι κατεβαίνουν οριστικώς εις τον τάφον.
8 Ευδόκησε, Κύριε, να ακούσω και να αισθανθώ λίαν πρωϊ, συντόμως, το έλεός σου, διότι εγώ εις σε μόνον έχω στηρίξει τας ελπίδας μου. Κάμε γνωστήν εις εμέ, Κύριε, την οδόν, το άγιόν σου θέλημα, σύμφωνα προς το οποίον να ρυθμίσω την πορείαν της ζωής μου. Διότι προς σέε υψώνω και παραδίδω ολόκληρον την ψυχήν μου.
9 Βγάλε με και ελευθέρωσέ με, Κύριε, από τους εχθρούς μου, διότι εγώ προς σε απ’ αρχής και μέχρι σήμερον καταφεύγω.
10 Διδαξέ με, ποίον είναι το θέλημά σου και δος μου την αγαθήν διάθεσιν να το εφαρμόζω πάντοτε, διότι συ είσαι ο Θεός μου. Το Πνεύμά σου το αγαθόν αυτό θα με οδηγήση εις την ευθείαν και ευάρεστον εις σε οδόν.
11 Ένεκεν του ονόματός σου, που σημαίνει έλεος και αγάπην, θα περιφρουρήσης και θα παρατείνης την ζωήν μου. Εν τη δικαιοσύνη σου θα βγάλης την ψυχήν μου από την βαρείαν θλίψιν, που οι εχθροί μου έχουν επιφέρει.
12 Με το έλεός σου αυτό, που θα δείξης προς εμέ, θα εξολοθρεύσης τους εχθρούς μου, θα καταστρέψης όλους εκείνους, οι οποίοι θλίβουν την ζωήν μου, διότι εγώ είμαι ιδικός σου δούλος.

—————————————————————————————————————————–
Εξήγηση και χρήση

Προσευχή ενός ανθρώπου μόνου και σε δυσκολία.
Για όλους τους κατατρεγμένους. Για να φύγει η διχόνοια και να έρθει η ομόνοια.

Ἀνάλυσις Ψαλμῶν

(Ὁμιλίες εἰς τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν)

A/A ΗΜ/ΝΙΑ ΨΑΛΜΟΣ ΛΗΨΗ
1 17-10-77 Εἰσαγωγή – Ψαλμός 1ος (δ. 80′) Λήψη
2 24-10-77 Ψαλμός 2ος (δ. 96′) Λήψη
3 31-10-77 Ψαλμός 22ος (δ. 76′) Λήψη
4 07-11-77 Ψαλμός 31ος (δ. 89′) Λήψη
5 14-11-77 Ψαλμός 32ος (δ. 87′) Λήψη
6 28-11-77 Ψαλμός 83ος (δ. 91′) Λήψη
7 05-12-77 Ψαλμός 10ος (δ. 80′) Λήψη
8 12-12-77 Ψαλμός 8ος (δ. 84′) Λήψη
9 16-01-78 Ψαλμός 89ος (δ. 81′) Λήψη
10 23-01-78 Ψαλμός 18ος Α΄ (δ. 85′) Λήψη
11 30-01-78 Ψαλμός 18ος Β΄ (δ. 88′) Λήψη
12 06-02-78 Ψαλμός 138ος (δ. 80′) Λήψη
13 13-02-78 Ψαλμός 103ος (δ. 92′) Λήψη
14 20-02-78 Ψαλμός 142ος (δ. 70′) Λήψη
15 27-02-78 Ψαλμός 127ος (δ. 69′) Λήψη
16 06-03-78 Ψαλμός 118ος (δ. 91′) Λήψη
17 20-03-78 Ψαλμός 71ος (δ. 84′) Λήψη
18 27-03-78 Ψαλμός 44ος (δ. 88′) Λήψη
19 03-04-78 Ψαλμός 21ος Α΄ (δ. 92′) Λήψη
20 10-04-78 Ψαλμός 21ος Β΄ (δ. 73′) Λήψη
21 18-09-79 Ψαλμός 4ος (δ. 56′) Λήψη
Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ