Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά Σχόλια

Σύντομη βιογραφία: O όσιος πατέρας μας Πέτρος, που χρημάτισε επίσκοπος Δαμασκού, έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου κατά το έτος 775. Αυτός λοιπόν, ασκώντας πρώτα το μοναχικό και αναχωρητικό βίο, ζούσε με τόση ακτημοσύνη, ώστε ούτε βιβλίο δικό του δεν είχε, όπως μαρτυρεί ο ίδιος για τον εαυτό του. 


Παίρνοντας ωστόσο από άλλους τα βιβλία, εννοώ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των μεγάλων διδασκάλων της Εκκλησίας και όλων γενικά των άλλων νηπτικών και θεοφόρων Πατέρων, έδειξε τέτοια φιλοπονία, ώστε, μελετώντας νύχτα – μέρα το νόμο του Κυρίου και πίνοντας από τα ζωοποιά νερά του, αναδείχθηκε δένδρο αληθινά ψηλό και ουράνιο, κατά τον Ψαλμωδό (Ψαλμ. 1, 3), φυτεμένο σ’ αυτές τούτες τις πηγές των νερών του Πνεύματος.

Με μιά διαφορά: το δένδρο δίνει τον καρπό του σε μιά μόνον εποχή· το άλλο όμως δένδρο, ο όσιος Πέτρος, δεν έκανε το ίδιο, αλλά, μένοντας αδιάκοπα και αμείωτα θαλερό, έδωσε όλες τις εποχές πνευματικούς καρπούς ωραίους στην όψη, γλυκούς στη γεύση, ευωδιαστούς στην όσφρηση, που χορταίνουν κάθε αίσθηση σώματος και ψυχής με την αθάνατη και ευωδιαστή γλυκύτητα που αναδίδουν.

Ο όσιος πατέρας, όσο ζούσε, απέδωσε πολλούς και μεγάλους καρπούς με τους ασκητικούς κόπους του. Κατά το θάνατό του απέδωσε περισσότερους και μεγαλύτερους, καθώς έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου· γιατί, ελέγχοντας την κακόδοξη αίρεση των Αράβων και των Μανιχαίων, τιμωρήθηκε με κόψιμο της γλώσσας από τον Ουαλίδ, γιο του αρχηγού των Αράβων Ισήμ, και εξορίστηκε στην ευδαίμονα Αραβία, όπου τελείωσε τη ζωή του μιλώντας καθαρά και ιερουργώντας. Μετά δε το θάνατό του αποδίδει πάρα πολλούς και υπερβολικά μεγάλους καρπούς με το αληθινά πανέμορφο και πανάρετο αυτό βιβλίο, που μας άφησε σαν κάποια πατρική και αναφαίρετη κληρονομιά.

Το βιβλίο του αυτό το φιλοπόνησε με τέχνη και τόση χάρη, που δέ λέγεται. Και είναι κοινή και ψυχωφελέστατη παρότρυνση για όλες τις αρετές, θησαυροφυλάκιο των θεωριών, συστοιχία των πνευματικών χαρισμάτων, όρος των θείων μακαρισμών, βάση της σωματικής ασκήσεως, λεπτότατη ανατομία των επιμέρους παθών, κέρας της ασκητικής Αμάλθειας, ταμείο της θείας γνώσεως και σοφίας και, με μιά λέξη, συγκεφαλαίωση της ιερής νήψεως.

Βλέποντας λοιπόν κι εμείς ότι το βιβλίο αυτό είναι συγγενικό με τη Φιλοκαλία και ότι συμβάλλει πάρα πολύ στο σκοπό που επιδιώκομε, κρίναμε αναγκαιότατο να το εντάξομε σ’ αυτήν, σαν μικρό κύκλο σε μεγάλο κύκλο, όπως θα έλεγε έξυπνα κάποιος, και σαν συνεπτυγμένη Φιλοκαλία στην εκτενή Φιλοκαλία. 

Μας φάνηκε απαράδεκτο να χωρίσομε το βιβλίο αυτό —που είναι, όπως είπαμε, μια συσσώρευση τόσων πνευματικών καρπών— από το θείο χορό των ιερών Νηπτικών· αλλιώς, και το ίδιο το βιβλίο θα μας κατηγορούσε για την απειροκαλία μας, μην υποφέροντας με κανένα τρόπο το χωρισμό του από τους γνώριμους και αγαπητούς του Πατέρες. 

Αν το χωρίζαμε, θα κολοβώναμε στο σημείο αυτό την όλη Φιλοκαλία, η οποία απαιτεί ως αναγκαία την παρουσία αυτού του βιβλίου· επίσης, θ’ αποστερούσαμε τους αδελφούς από τόση ωφέλεια —γιατί πάντα η προσθήκη των καλών είναι φυσικό να κάνει μεγαλύτερη την ευεργεσία.

Αν λοιπόν κανείς επιθυμεί ν’ αποκτήσει τα δύο φτερά του πνευματικού περιστεριού, που και ο Δαβίδ παλιά ζητούσε αλλά δεν εύρισκε (Ψαλμ. 54, 7), ας διαβάζει το βιβλίο αυτό με φιλοπονία. Και θα βρει σ’ αυτό με θαυμαστό τρόπο, από τη μιά το φτερό της πράξεως ασημωμένο ολόκληρο, κι από την άλλη το φτερό της θεωρίας όλο χρυσό. Με τα δύο αυτά φτερά, θα φύγει απ’ όλα τα γήινα, θα πετάξει στους αιθέρες και, κουρνιάζοντας σαν καλό περιστέρι στις ουράνιες φωλιές, θα αναπαυθεί στην ουράνια μακαριότητα.


Εισαγωγικά σχόλια: Σαν μια «φιλοκαλία μέσα στη Φιλοκαλία» χαρακτηρίζουν το έργο του οσίου πατέρα της Ορθοδοξίας Πέτρου του Δαμασκηνού οι εκδότες της Φιλοκαλίας, όχι φυσικά για την έκταση που καταλαμβάνει μέσα στα φιλοκαλικά κείμενα, αλλά γιατί καλύπτει όλες τις πλευρές της ασκητικής και νηπτικής γραμματείας.
Και αυτό επαληθεύεται από το πλήθος των πηγών που χρησιμοποιεί ο Άγιος, όσες αναφέρει και όσες αποσιωπά, που βρίσκονται όμως όλες μέσα στην πολύφωνη αρμονία της πνευματικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι ο ίδιος ένας αντιγραφεύς ξένων συγγραφών, αλλά ότι κρύβει τον εαυτό του έντεχνα πίσω από τους προ αυτού Αγίους, για να κενώσει τον πλούτο των προσωπικών του εμπειριών, κι έτσι να θεμελιωθεί στο κύρος και την αυθεντία τους, αλλά κι αυτός να εξαφανισθεί από τη βαθειά ταπείνωσή του, παρουσιαζόμενος μονάχα σαν ένας συμπιλητής πατερικών κειμένων.
 
Και ότι μεν το θειότατον έργο του οσίου πατέρα μας είναι καρπός αγιοπνευματικής εμπειρίας, βεβαιούμενον από τους μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας και επικυρούμενον από τους θεοφόρους Νηπτικούς των ερήμων, αυτό δεν επιδέχεται καμία αντίρρηση ή έστω απλήν επιφύλαξη.

Μπορεί όμως κανείς, χωρίς να αμαρτήσει ή να προσκρούσει στην αλήθεια της Εκκλησίας, να διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις ως προς την ταυτότητα του γεννήτορα των κειμένων αυτών και του αιώνα στον οποίον έζησε, ασκήθηκε, άγιασε και εκοιμήθη εν Κυρίω.

Οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας, αναζητούντες πνευματικούς θησαυρούς στις χειρόγραφες βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Αγίου Όρους —σε μια εποχή που ήσαν ανοργάνωτες— επέλεγαν χειρόγραφους κώδικες, που περιείχαν έργα πατέρων με ανέλεγκτα ονόματα, που είχαν τεθεί από ολιγογράμματους συνήθως μοναχούς αντιγραφείς κωδίκων. Τους διάβαζαν, διαπίστωναν το πνευματικό και ορθόδοξο περιεχόμενό τους, και ύστερα από μια αντιβολή με άλλους κώδικες, ετοίμαζε φιλολογικώς το κείμενο για έκδοση ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, όπως προκύπτει από τη βιογραφία του.

Και χρόνο και τα μέσα δεν είχαν για ιστορική έρευνα. Τους αρκούσε ότι ήταν έργο, που ευωδίαζε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ότι απέδιδε την Νηπτική εμπειρία και τέλος, με τα ορθόδοξα κριτήρια των εκδοτών, ήταν κατάλληλο να ενσωματωθεί στο σώμα της Φιλοκαλίας.

Για την παρούσα επανέκδοση σε μετάφραση, δεν δημιουργείται κανένα πρόβλημα, αν η ιστορική έρευνα, στηριζόμενη σε δύο χρονολογημένους χειρόγραφους κώδικες, τοποθετεί τα κείμενα του οσίου Πέτρου στις αρχές του 12ου αιώνα. Και φαίνεται η άποψη αυτή πολύ πειστική, αφού αναφέρονται ονομαστικώς τα δύο αυτά έργα με τον τίτλο: «Υπόμνησις προς την εαυτού ψυχήν» και «Λόγοι κατ’ αλφάβητον», που απέβλεπαν να οικοδομήσουν τους μοναχούς, κυρίως τους ησυχαστές, αλλά και γενικώτερα τους ασκητές όλων των μορφών του μοναχικού βίου. Επομένως δεν υπηρετεί τους σκοπούς της Φιλοκαλίας η ενασχόληση γύρω από το πρόσωπο και την εποχή που καταγράφηκαν αυτά τα χαριτωμένα κείμενα.

Ο άγιος συγγραφεύς δεν ακολουθεί σαν υποτακτικός τους προ αυτού θείους Πατέρες, αλλά συμπορεύεται μαζί τους, αντλεί απ’ αυτούς ανάλογα με τη δεκτικότητά του και με τις ιδιότυπες προσωπικές κλίσεις του, αλλά και εναρμονίζεται με τις θεοειδείς εμπειρίες τους, στο βαθμό που δύναται. Είναι ο ίδιος και μιμητής και αρχέτυπο. Μιμητής, όσο να φθάσει στην οικείωση των εμπειριών των θείων διδασκάλων, δάσκαλος ο ίδιος με τη σχετική πληρότητά του σε θεία πνευματική πείρα, «πάσχοντας τα θεία».

Η αγιότης τι άλλο είναι από φως και γνώση και ζωή εν Χριστώ; Και ο όσιός μας, ευρισκόμενος μέσα στο θαβώρειο, άκτιστο φως, σε μέθη πνευματική, σε αλαλαγμούς ψυχικούς, σε θείο και πνευματικό όργιο πνευματικών ερώτων, είχε τόσο αποξενωθεί από τον κόσμο, ώστε ούτε ένα βιβλίο δεν είχε δικό του, ζώντας στην αίσθηση, ότι κατείχε τα σύμπαντα, αφού κατείχε και κατείχετο από τον Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και των κόσμων. Γι’ αυτό και θρηνεί, όπως ο Δαβίδ και ο μέγας Παύλος, από ανυπόμονη νοσταλγία να ολοκληρώσει το θείο πόθο του, απολαμβάνοντας «εκτυπώτερον» το πρόσωπο του Θεού του, όπως καταφαίνεται σε μιά εκτεταμένη προσευχή.

Και ενώ «συνείχετο εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι», ενώ κυριολεκτικά ελούζετο με τα δάκρυά του μέσα στο ερωτικό του πένθος, όμως η αγάπη του προς τους αδελφούς του του διχάζει την ψυχή, και υποστέλλεται φιλάδελφα. Και αφήνει τους κρουνούς της πνευματικής πείρας του να δροσίσουν τις φλεγόμενες ψυχές των συναδέλφων του μοναστών, αρχίζοντας από την τάξη των αρχαρίων και «εισαγωγικών», περνώντας από τους μέσους, για να καταλήξει στους τελειότερους, που παρά ταύτα είχαν ανάγκη να διασφαλισθούν από τους κινδύνους και τις μεθοδείες των δαιμόνων.

Με συνεχή αυτομεμψία και συνεχόμενος, για την ασφάλειά του, από τη φωτιστική χάρη της ταπεινώσεως, εκθέτει τη θεόσοφη διδασκαλία του με σαφήνεια, με χάρη, με απόλυτη βεβαιότητα, δίνοντας κανόνες μοναχικής ζωής, συνεχώς παραπέμποντας στους θεοφόρους Πατέρες και κινούμενος με άνεση μεταξύ των πρακτικών, των θεωρητικών και των τελειότερων μορφών της εν Χριστώ ζωής, που ασκείται στις ερήμους ως Ησυχία, σαν μύστης που ήταν της τελειοποιού ησυχίας.

Και βλέπει κανείς στα πατερικά κείμενα τον χρυσό κανόνα της μεσότητος, που λόγω εσωτερικής ειρήνης και απλέτου φωτός, εκφράζονται σ’ αυτά οι Όσιοι με συμμετρία, χωρίς παρεκκλίσεις, υπερβολές και ελλείψεις, αλλά με χαρμολύπη, με χαροποιό πένθος, με σεβασμό και με πόθο, με έρωτα και ταπείνωση, για να τηρηθεί η οφειλομένη στάση της μεταμορφωμένης, αλλά αδαμιαίας φύσεως.

Ο όσιος Πέτρος, για να κάνει τη διδασκαλία του πιο μεθοδική και πιο καταληπτή, την χώρισε σε δύο συγγενείς ενότητες· την πρώτη, σαν υπόμνηση στον εαυτό του, και τη δεύτερη στους 24 λόγους με αλφαβητική σειρά, όπου και στη μία και την άλλη εξετάζονται θέματα πρακτικά, θεωρητικά και θεολογικά, αναλύοντας και παρουσιάζοντας τις διάφορες πλευρές τους και συνεχώς αναφέροντας ένα μεγάλο αριθμό Αγίων. Με τη μέθοδο αυτή, όχι μονάχα επικυρώνει την αλήθεια της διδασκαλίας του, αλλά αποδεικνύει και την καθολικότητά της, αφού δεν αφήνει περιθώρια υποψίας, οτι υφίσταται την επίδραση κάποιου από τους θεοειδείς Πατέρες, αναδεικνύοντας εμμέσως την μεταξύ τους «συμφωνία».

Εξ άλλου η εξέταση για τα πάθη, τις αρετές, τις πνευματικές θεωρίες, γίνονται όλα με τάξη και μεθοδικά, ώστε κάθε κεφάλαιο και κάθε λόγος να φωτίζεται με το φως του Αγίου Πνεύματος και να βεβαιώνει «χάριτι τας καρδίας». Είναι δέ τόση η παραγόμενη πνευματική αίσθηση από τις θεόσοφες αυτές συγγραφές, όση δοκίμασαν οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας, και περιέγραψαν με λιτότητα στο συνοπτικό βιογραφικό σημείωμα, που προτάσσουν και διακηρύσσουν, ότι δεν θεωρούσαν σωστό να μη τις συγκαταλέξουν στα θεία φιλοκαλικά κείμενα.

«Γεύσασθε και ίδετε», θα συνιστούσαμε, τελικά, στους αδελφούς αναγνώστες, γιατί φρονούμε, ότι θα εύρουν μέσα από τη διδασκαλία και τις υποδείξεις του οσίου Πέτρου αυτόν τον Χριστό, που είναι το κέντρον της ζωής των Ορθοδόξων και που μέσα στο άπειρο και άκτιστο φως Του ζούσε ο θεοειδής συγγραφεύς των ιερών αυτών κειμένων.

 ——————————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, γ΄τόμος, σελ. 63-67)

Advertisements

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Προοίμιο

Επειδή πολλές και μεγάλες δωρεές αξιώθηκα να λάβω κατά χάρη εγώ ο άθλιος από το Θεό, αλλά δεν έκανα ποτέ κανένα καλό, φοβήθηκα μήπως η απραξία και η οκνηρία μου με κάνουν να λησμονήσω τις τόσες πολλές και μεγάλες ευεργεσίες του Θεού, αλλά και τις αμαρτίες μου, και μη δείξω τουλάχιστον ευγνωμοσύνη και ευχαριστία στον Ευεργέτη.


Γι’ αυτό έγραψα, για να ελέγχω την άθλια ψυχή μου, αυτήν εδώ την υπόμνηση και όσα κείμενα των αγίων Πατέρων, βίους και λόγους συνάντησα, τα παραθέτω ονομαστικά, για να τα έχω και να θυμάμαι τους λόγους τους, έστω και εν μέρει. Το έκανα επειδή δικό μου βιβλίο ούτε έχω, ούτε είχα ποτέ αλλά δανειζόμουν από τους φιλόχριστους αδελφούς, όπως και και όλα τα απαραίτητα για τις σωματικές μου ανάγκες, για την αγάπη του Θεού.

Τα βιβλία αυτά αφού τα μελετούσα με κάθε επιμέλεια, τα επέστρεφα πάλι στους κατόχους τους. Αυτά είναι τα εξής: Παλαιά και Καινή Διαθήκη, δηλαδή το Ψαλτήρι, τα τέσσερα βιβλία των Βασιλειών, τα έξι βιβλία της Σοφίας (Ιώβ, Παροιμίες, Εκκλησιαστής, Άσμα, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ), τα Προφητικά, τα βιβλία των Παραλειπομένων, οι Πράξεις των Αποστόλων, τα άγια Ευαγγέλια και οι ερμηνείες όλων αυτών. Είναι ακόμη όλα τα πατερικά και διδασκαλικά των μεγάλων, δηλαδή Διονυσίου, Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Νύσσης, Αντωνίου, Αρσενίου, Μακαρίου, Νείλου, Εφραίμ, Ισαάκ, Μάρκου, Δαμασκηνού, Ιωάννη της Κλίμακος, Μάξιμου, Δωροθέου, Φιλήμονος και όλων των Αγίων οι βίοι και οι λόγοι.

Αξιώθηκα ο ανάξιος να τα ερευνήσω όλα αυτά με κάθε άνεση και επιμέλεια, ζητώντας την αρχή και την αιτία της σωτηρίας και της απώλειας του ανθρώπου, και αν κάθε τι που επιχειρεί ή επιτηδεύεται ο άνθρωπος σώζει ή όχι, ερευνώντας ακόμη ποιο είναι εκείνο που ζητούν όλοι, και πως παλιοί και νέοι ευαρέστησαν το Θεό, μέσα σε πλούτη ή σε φτώχεια, ανάμεσα σε πολλούς αμαρτωλούς ή μέσα σε έρημο, σε έγγαμη ή σε παρθενική ζωή. Γιατί γενικά σε κάθε τόπο και σε κάθε προσπάθεια βρίσκομε ζωή και θάνατο, σωτηρία ή απώλεια. Επιπλέον δε, και σ’ εμάς τους μοναχούς βρίσκομε διάφορες καταστάσεις. Εννοώ την σωματική και ψυχική υποταγή σε Πνευματικό πατέρα, την ησυχία, η οποία καθαρίζει την ψυχή, την πνευματική συμβουλή αντί για την υποταγή, την ηγουμενία και την αρχιερωσύνη. Σε κάθε κατάσταση βρίσκομε άλλους να σώζονται και άλλους να χάνονται.

Και δεν που θαύμαζα μόνο αυτό, αλλά και εκείνον που ήταν άγγελος στον ουρανό μ’ άυλη φύση, γεμάτος από κάθε αρετή, κι έγινε ξαφνικά διάβολος, σκοτάδι και άγνοια, αρχή και τέλος κάθε κακίας και πονηρίας. Έπειτα τον Αδάμ, που απολάμβανε τόση τιμή και τόσα αγαθά και οικειότητα με το Θεό, στολισμένος με αρετή και σοφία, μέσα στο Παράδεισο μόνος μαζί με την Εύα, και βρέθηκε ξαφνικά στην εξορία, να έχει γίνει εμπαθής και θνητός και να εργάζεται με κόπο και μόχθο, με ιδρώτα και πολλή θλίψη. Απ’ αυτόν γεννήθηκαν ο Κάιν και ο Άβελ, μόνοι πάνω σ’ όλη τη γη. Πώς νίκησε ο φθόνος, ήρθε ο δόλος και γέννησε το φόνο, την κατάρα και τον τρόμο; Αναλογιζόμουν έπειτα τους άλλους απογόνους του Αδάμ, για τους οποίου, εξαιτίας των πολλών αμαρτιών τους έγινε ο κατακλυσμός. Πάλι όμως, αφού ο Θεός από φιλανθρωπία έσωσε όσους μπήκαν στην Κιβωτό, ένας απ’ αυτούς δέχθηκε την κατάρα, ο Χαναάν, ο γιος του Χαμ που είχε αμαρτήσει, επειδή ο δίκαιος Νωε, για να μην ανατρέψει την ευλογία του Θεού, καταράστηκε το γιο αντί τον πατέρα. Έπειτα εκείνους που έκτισαν το πύργο της Βαβέλ, τους κατοίκους των Σοδόμων, τους Ισραηλίτες, το Σολομώντα, τους Νινευίτες, το Γιεζή, τον Ιούδα και όλους όσους, ενώ ήταν μέσα στα καλά στράφηκαν και έγιναν κακοί.

Θαύμαζα επίσης πως, ενώ είναι αγαθός και υπεράγαθος και πολυεύσπλαχνος Θεός, παραχώρησε να έρθουν στον κόσμο οι πολλοί και ποικίλοι πειρασμοί και θλίψεις. Άλλους απ’ αυτούς, ο Θεός τους παραχωρεί θέλοντας όπως είναι οι κόποι της μετάνοιας, δηλαδή η πείνα, η δίψα, το πένθος, η στέρηση των αναγκαίων, η εγκράτεια στα ευχάριστα, το λιώσιμο του σώματος στην άσκηση, οι αγρυπνίες, οι κόποι, οι πόνοι, τα πολλά και πικρά δάκρυα, οι στεναγμοί ο φόβος του θανάτου, της εξετάσεως, της απολογίας και της κατοικήσεως στον Άδη μαζί με τους δαίμονες, η φρικτή εκείνη ημέρα της κρίσεως, η μέλλουσα αισχύνη μπροστά σε όλη την κτίση, ο τρόμος ο πικρός έλεγχος για τις πράξεις, τους λόγους και τις σκέψεις, η απειλή, η οργή, η πολύτροπες και αιώνιες τιμωρίες, ο ανώφελος θρήνος και τα ακατάπαυστα δάκρυα, το άφεγγο σκοτάδι, ο φόβος, ο πόνος, ο ξεπεσμός, η λύπη, η στενοχώρια και το πνίξιμο της ψυχής και στον παρόντα αιώνα και στον μέλλοντα. Σ’ αυτά ας προσθέσομε τους κινδύνους σ’ αυτόν τον κόσμο, τα ναυάγια, τις ποικίλες ασθένειες, τις αστραπές, τις βροντές, το χαλάζι, τους σεισμούς, τους λιμούς, τους καταποντισμούς, τους πρόωρους θανάτους, και γενικά όλα τα λυπηρά που μας έρχονται χωρίς να θέλομε, κατά παραχώρηση του Θεού. Άλλους πάλι πειρασμούς δεν τους θέλει ο Θεός, αλλά εμείς και οι δαίμονες. Τέτοιοι είναι οι μάχες, τα πάθη, οι πολλών ειδών αμαρτίες-που προχωρώντας στο λόγο μας θα πούμε και τα ονόματά τους, από τη αφροσύνη μέχρι την απόγνωση και την τέλεια απώλεια-, η επιδρομή των δαιμόνων η τυραννία των παθών, οι εγκαταλείψεις, οι ταραχές και μεταβολές του βίου, οι θυμοί, οι συκοφαντίες, και κάθε θλίψη που εμείς θεληματικά προξενούμε ο ένας στον άλλον χωρίς να το θέλει ο Θεός. Και πάλι, πως ανάμεσα σε τόσα κακά πολλοί σώθηκαν, χωρίς τίποτε να μπορέσει να τους εμποδίσει και πολλοί χάθηκαν χωρίς να το θέλει ο Θεός.

Όλα αυτά και άλλα περισσότερα από τις θείες Γραφές, καθώς τα στοχαζόμουν με πόνο, ένιωθα συντριβή στην ψυχή και, σαν νερό που χύνεται, έπεφτα πολλές φορές σε αμηχανία-αν και δεν αισθανόμουν τελείως τα λεγόμενα. Γιατί αν τα αισθανόμουν, δεν θα μπορούσα να παραμείνω σ’ αυτή τη ζωή που είναι γεμάτη κακία και παρακοή Θεού, από την οποία έγιναν όλα τα φοβερά και αυτής της ζωής και της μέλλουσας. Με τη βοήθεια όμως της χάρης, πήρα την απάντηση που επιθυμούσα στις απορίες μου, καθώς βρήκα τις διακρίσεις τους στους αγίους Πατέρες ως εξής:

Αρχή κάθε αγαθού είναι η φυσική γνώση που δίνεται από το Θεό, είτε από τις Γραφές μέσω κάποιου ανθρώπου, είτε μέσω αγγέλου, είτε ως δωρεά που δίνεται κατά το άγιο βάπτισμα, η οποία λέγεται κατά συνείδηση, για φύλαξη της ψυχής κάθε πιστού και για υπενθύμιση των αγίων εντολών του Χριστού. Μ’ αυτές, αν θελήσει να τις τηρήσει, φυλάγεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον βαπτιζόμενο. Υστερα από τη γνώση είναι η προαίρεση του ανθρώπου. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας. Αυτό θα πει, να εγκαταλείψει ο άνθρωπος τα δικά του θελήματα και νοήματα και να κάνει τα θελήματα και τα νοήματα του Θεού. Και αν μπορέσει να τα κάνει αυτά, δεν βρίσκεται σε όλη την κτίση πράγμα ή προσπάθεια ή τόπος που να μπορεί να τον εμποδίσει να γίνει όπως ο Θεός εξαρχής θέλησε να είναι, «κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσιν Αυτού» και κατά χάρη θέσει θεός, απαθής, δίκαιος, αγαθός και σοφός, είτε πλούσιος είναι, είτε φτωχός, είτε ζει την παρθενική ζωή, είτε τη συζυγική, είτε είναι άρχοντας και ελεύθερος, είτε υποτακτικός και δούλος, γενικά σε κάθε περίσταση και τόπο και πράγμα. Γι’ αυτό και υπάρχουν πολλοί δίκαιοι και στην περίοδο πριν δοθεί ο Νόμος, και κατά το Νόμο, και στην εποχή της χάρης, γιατί προτίμησαν τη γνώση του Θεού και το θέλημά Του, από τα δικά τους νοήματα και θελήματα. Και αντίθετα, πολλούς βρίσκομε στους ίδιους καιρούς και στα ίδια πράγματα να έχουν απωλεσθεί, γιατί προτίμησαν τα δικά τους νοήματα και θελήματα από αυτά του Θεού. Αυτά λοιπόν έτσι έχουν.

Έχουν όμως διαφορά οι τόποι και τα έργα, και καθένας οφείλει να έχει διάκριση, είτε αυτή που δίνει ο Θεός σ’ όσους έχουν ταπεινοφροσύνη, είτε με ερώτηση εκείνων που έχουν τα χαρίσματα της διακρίσεως. Γιατί χωρίς τη διάκριση δεν είναι καλά τα έργα μας, και αν ακόμη από άγνοιά μας νομίζομε ότι είναι καλά. Κι αφού κανείς μάθει με τη διάκριση για τη δύναμή του σχετικά με αυτό που θέλει να κάνει, τότε κάνει αρχή να ευαρεστεί το Θεό. Αλλά όπως είπαμε, πρέπει σε όλα να αρνηθεί τα δικά του θελήματα για να επιτύχει το θεϊκό σκοπό και να εκτελέσει το έργο του όπως θέλει ο Θεός. Αν δεν κάνει έτσι, δεν μπορεί με τίποτε να σωθεί. Τούτο γιατί από την παράβαση του Αδάμ, συνηθίσαμε όλοι στα πάθη και κυριευτήκαμε από αυτά, και δεν αποδεχόμαστε το αγαθό με χαρά, ούτε επιθυμούμε τη γνώση του Θεού, ούτε εργαζόμαστε το αγαθό από αγάπη, όπως οι απαθείς, αλλά μάλλον αγαπούμε τα πάθη και τις πονηρίες, ενώ δεν επιθυμούμε καθόλου τα αγαθά από ανάγκη, για το φόβο των κολάσεων. Και αυτά όσοι με σταθερή πίστη και πρόθεση δέχονται τον λόγο. Οι λοιποί, ούτε αυτή τη θέληση έχομε, αλλά, μη λογαριάζοντας διόλου τις θλίψεις του βίου και τις μέλλουσες κολάσεις, δουλεύομε στα πάθη με όλη μας την ψυχή. Μερικοί μάλιστα χωρίς να αισθάνονται την πικρότητά τους, αναλαμβάνουν εξ’ ανάγκης και όχι θεληματικά τους κόπους των αρετών. Και έγιναν σ’ εμάς ποθητά τα αξιομίσητα, από άγνοιά μας.

Όπως οι άρρωστοι χρειάζονται τις εγχειρίσεις και τις καυτηριάσεις για την υγεία που έχασαν, έτσι κι εμείς χρειαζόμαστε τους πειρασμούς, τους κόπους της μετάνοιας και το φόβο του θανάτου και των κολάσεων για να ξαναποκτήσομε την αρχική υγεία της ψυχής και να διώξομε την αρρώστια που μας προξένησε η ανοησία μας. Όσο μάλιστα ο Γιατρός των ψυχών μας χαρίζει θεληματικό ή αθέλητο πόνο, τόσο περισσότερο να ευχαριστούμε τη φιλανθρωπία Του και να το δεχόμαστε με χαρά. Γιατί μας ευεργετεί όταν πληθαίνει τους πόνους, είτε τους θεληματικούς που συνδέονται με τη μετάνοια, είτε τους αθέλητους των πειρασμών και τιμωριών, ώστε εκείνοι που θέλουν να θλιβούν θεληματικά, να λυτρώνονται έτσι από την αρρώστια και τις μέλλουσες τιμωρίες, ίσως μάλιστα και από τις τωρινές, ενώ οι αγνώμονες, με τις τιμωρίες έστω και τους ποικίλους πειρασμούς να θεραπευθούν από ευεργεσία του Γιατρού. Εκείνοι όμως που αγαπούν την αρρώστια και μένουν σ’ αυτή, προξενούν στον εαυτό τους τις αιώνιες τιμωρίες, αφού έγιναν όμοιοι με τους δαίμονες, και δικαίως θα απολαύσουν μαζί τους τις αιώνιες κολάσεις που είναι ετοιμασμένες για τους δαίμονες, επειδή θέλησαν μαζί με αυτούς να είναι αχάριστοι στον Ευεργέτη.

Γιατί δεχόμαστε όλοι τις ευεργεσίες με τον ίδιο τρόπο. Μερικοί αφού δεχτούν τη φωτιά του Κυρίου, δηλαδή το λόγο Του, με την εφαρμογή του γίνονται πιο μαλακοί στην καρδιά, σαν το κερί, ενώ άλλοι με την απραξία όπως ο πηλός, γινόμαστε σκληρότεροι και πέτρινοι. Και ενώ δε δεχόμαστε όλοι όμοια το λόγο Του, ο Θεός δεν αναγκάζει κανένα από εμάς, αλλά είναι όπως ο ήλιος που στέλνει τις ακτίνες του και φωτίζει όλον τον κόσμο. Εκείνος που θέλει να τον βλέπει, φωτίζεται από αυτόν, ενώ εκείνος που δεν θέλει να τον βλέπει, δεν εξαναγκάζεται απ’ αυτόν. Και κανένας άλλος δεν είναι αίτιος που στερείται κάποιος το φως, παρά ο ίδιος που δεν θέλει να το έχει. Γιατί ο Θεός έκανε τον ήλιο και τα μάτια, κι ο άνθρωπος έχει εξουσία να δει. Έτσι κι εδώ. Ο Θεός όλους τους καταφωτίζει με τις γνώσεις σαν ακτίνες, και μετά τη γνώση έδωσε και τη πίστη σαν μάτι.

Εκείνος λοιπόν που θέλει να λάβει βέβαιη τη γνώση δια μέσου της πίστεως φυλάγει με τα έργα τη μνήμη. Σ’ αυτόν ο Θεός δίνει μεγαλύτερη προθυμία, γνώση και δύναμη. Από τη φυσική γνώση δηλαδή, γεννιέται προθυμία σ’ εκείνον που την προτιμά, και από την προθυμία γεννιέται δύναμη να εργάζεται. Με την εργασία φυλάγεται η μνήμη , και από τη μνήμη προέρχεται μεγαλύτερη εργασία, και μέσω αυτής δίνεται μεγαλύτερη γνώση. Από αυτήν, που λέγεται φρόνηση, γεννιέται η εγκράτεια των παθών και η υπομονή στα οδυνηρά. Από αυτές γεννιέται η μελέτη των θείων και η επίγνωση των δωρεών του Θεού και των δικών μας αμαρτιών. Αυτές πάλι γεννούν την ευγνωμοσύνη, από την οποία προξενείται ο φόβος του Θεού, μέσα στον οποίο πραγματώνεται η τήρηση των εντολών. Θέλω να πω, το πένθος, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη. Από αυτά γεννιέται η διάκριση, κι από αυτήν η διόραση, δηλαδή η πρόβλεψη των μελλοντικών πταισμάτων και η εκκοπή τους πριν πραγματοποιηθούν, από πείρα και θύμηση με την καθαρότητα του νου των προηγουμένων και των τωρινών αμαρτιών και όσων γίνονται χωρίς να το νιώσομε. Από αυτές γεννιέται η ελπίδα, που φέρνει την αποσύνδεση από τα πάθη και την τέλεια αγάπη. Τότε λοιπόν ο άνθρωπος δε θέλει τίποτε άλλο παρά το θέλημα του Θεού, αλλά και αυτή την πρόσκαιρη ζωή, με χαρά την αφήνει, ένεκα της αγάπης του Θεού και του πλησίον, γιατί έγινε σοφός και μέσα του κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και υιοθετήθηκε από το Θεό, επειδή έχει σταυρωθεί και ταφεί και αναστηθεί και αναληφθεί νοερά μαζί με το Χριστό με τη μίμησή Του, δηλαδή με τη διαγωγή Του στο κόσμο. Και γενικά γίνεται θέσει κατά χάρη, παίρνοντας τον αρραβώνα της ουράνιας μακαριότητας , όπως λέει ο Θεολόγος, και μ’ αυτόν γινόμενος σχετικά με τους οχτώ λογισμούς απαθής, δίκαιος, αγαθός, και σοφός, έχοντας μέσα του το Θεό, όπως είπε ο Χριστός, με την τήρηση των εντολών Του με τη σειρά, από την πρώτη και τις λοιπές. Γι’ αυτές θα μιλήσω παρακάτω, πως πρέπει να γίνεται η εργασία των εντολών.

Επειδή όμως έγινε λόγος για τις αρετές, ας πούμε και για τα πάθη. Έρχεται η γνώση σαν ήλιος και ο ανόητος κλείνει θεληματικά τα μάτια, δηλαδή την προαίρεση, από απιστία ή οκνηρία, κι αμέσως στέλνει τη γνώση στη λησμοσύνη με την αργία, η οποία προέρχεται από ραθυμία. Γιατί η ανοησία γεννά τη ραθυμία, κι αυτή την αργία, από την οποία δημιουργείται η λησμοσύνη, και απ’ αυτήν η φιλαυτία- δηλαδή το να αγαπά κανείς τα δικά του θελήματα και νοήματα-η φιληδονία και η φιλοδοξία. Από αυτές γεννιέται η φιλαργυρία, η ρίζα όλων των κακών. Αυτή φέρνει τον περισπασμό στα βιοτικά, κι αυτός την τέλεια αγνωσία των δωρεών του Θεού και των δικών μας αμαρτιών. Από αυτό επακολουθεί η κατοίκηση μέσα μας των λοιπών παθών. Εννοώ τα οχτώ πάθη-αρχηγούς, δηλαδή τη γαστριμαργία που φέρνει την πορνεία και μαζί της τη φιλαργυρία, από την οποία γεννιέται η οργή, όταν κανείς δεν πετυχαίνει αυτό που ποθεί, δηλαδή το θέλημά του. Από την οργή διαδοχικά γεννιούνται η λύπη, η ακηδία, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια. Από τα οχτώ αυτά πάθη γεννιέται κάθε κακία, πάθος και αμαρτία. Κι εκείνος, που αυτά θα τον καταπιούν, καταντά στην απόγνωση, την τέλεια απώλεια, την έκπτωση από το Θεό και την ομοίωση με τους δαίμονες, όπως είπαμε.

Ο άνθρωπος στέκεται ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους, δηλαδή την αρετή και την αμαρτία, και σ’ όποια θέλει βαδίζει και αυτήν πραγματοποιεί. Ο δρόμος τώρα που τον κέρδισε και οι οδηγοί του δρόμου, είτε Άγγελοι είτε δαίμονες και κακοί άνθρωποι, τον τραβούν μέχρι το τέλος και χωρίς να το θέλει. Οι αγαθοί στο Θεό και στη βασιλεία των ουρανών, οι αμαρτωλοί στον διάβολο και στην αιώνια κόλαση. Κανένας δεν είναι αίτιος της απώλειας, παρά το θέλημα του ανθρώπου. Ο Θεός είναι αίτιος της σωτηρίας, ο οποίος μας χάρισε τη ζωή και τη μακαριότητα, τη γνώση και τη δύναμη, τα οποία δεν μπορεί να τα έχει ο άνθρωπος χωρίς τη χάρη του Θεού. Αλλά ούτε και ο διάβολος μπορεί να κάνει τίποτε που να οδηγεί στην απώλεια, όπως λόγου χάρη να προκαλέσει αντίθετη προαίρεση ή αδυναμία ή αθέλητη άγνοια ή ο,τιδήποτε άλλο, ώστε να βιάσει τον άνθρωπο παρά μόνο βάζει στο νου ενθύμηση του κακού. Εκείνος λοιπόν που εργάζεται το αγαθό πρέπει να αποδώσει τη χάρη στο Θεό, γιατί μετά την ύπαρξη μας δώρισε τα πάντα. Εκείνος πάλι που κάνει το κακό, μόνο τον εαυτό του ας κατηγορεί, γιατί κανείς δεν τον τραβά δια της βίας. Ο Θεός τον έκανε αυτεξούσιο, ώστε να γίνει άξιος για επαίνους εκ μέρους Του, όταν παρουσιάζεται να προτιμά με τη θέλησή του το αγαθό και όχι να μετέχει σ’ αυτό από ανάγκη της φύσεως, όπως τα άλογα ζώα και τα άψυχα, αλλά όπως ταιριάζει στο λογικό του, με το οποίο ο Θεός τον τίμησε. Εμείς όμως θεληματικά και με τη γνώμη μας προτιμούμε να κάνομε το κακό, που το μάθαμε από τον εφευρέτη του κακού , και δεν μας βιάζει ο υπεράγαθος Θεός, για να μην παρακούομε παρά τη βία και έχομε βαρύτερη τιμωρία. Ούτε και το αυτεξούσιο μας αφαιρεί, το οποίο καλώς μας χάρισε.

Εκείνος λοιπόν που θέλει να κάνει το καλό, ας ζητά με την προσευχή από το Θεό, και αμέσως του δίνεται η γνώση και η δύναμη, για να φαίνεται ότι δίκαια στέλνει ο Θεός τη χάρη. Γιατί χωρίς προσευχή μπορούσε να τη δωρίσει, όπως το κάμει και μετά την προσευχή. Εκείνος που αναπνέει τον αέρα, γνωρίζοντας ότι χωρίς αυτόν δεν μπορεί να ζήσει, δεν είναι άξιος επαίνου, αλλά μάλλον χρωστά πολλές ευχαριστίες σ’ Εκείνον που έκανε τον αέρα και του χάρισε τη δύναμη της αναπνοής και την υγεία, ώστε να αναπνέει και να ζει. Έτσι κι εμείς έχομε χρέος μάλλον να ευχαριστούμε το Θεό, γιατί και την προσευχή και τη γνώση και τη δύναμη και τις αρετές κι εμάς τους ίδιους και τα γύρω μας, όλα τα έκανε κατά χάρη. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και τα πάντα δεν παύει να μηχανεύεται για να νικήσει την κακία τη δική μας και των εχθρών μας των δαιμόνων.

Ο διάβολος, επειδή έχασε τη γνώση του Θεού από αγνωμοσύνη και υπερηφάνεια, έμεινε αναγκαστικά χωρίς γνώση. Γι’ αυτό δε γνωρίζει από μόνος του τι να κάνει, αλλά βλέπει τι κάνει ο Θεός για να μας σώσει και πονηρεύεται και κάνει τα αντίθετα για να χαθούμε. Γιατί μισεί το Θεό και μη μπορώντας να τον πολεμήσει, πολεμά εμάς που είμαστε «κατ’ εικόνα Θεού», νομίζοντας ότι με αυτό θα εκδικηθεί το Θεό, και μας βρίσκει υπάκουους στο θέλημά του, όπως λέει ο Χρυσόστομος. Αφού δηλαδή είδε το Θεό που έπλασε την Εύα για βοήθεια του Αδάμ, ο διάβολος την έκανε συνεργό της παρακοής και της παραβάσεως. Έδωσε ο Θεός εντολή στον Αδάμ, ώστε με την τήρησή της να θυμάται τις τόσες δωρεές και να ευγνωμονεί τον Ευεργέτη, κι ο διάβολος έκανε την εντολή να γίνει αφορμή παρακοής και θανάτου. Αντί προφήτες, ο διάβολος κάνει ψευδοπροφήτες. Αντί Αποστόλους, ψευδαποστόλους. Αντί νόμο, παρανομία. Αντί αρετές, κακίες. Αντί εντολές, παραβάσεις. Αντί δικαιοσύνη, σιχαμερές αιρέσεις. Και πάλι βλέποντας το Χριστό να δίνει συγκατάβαση, από άκρα αγαθότητα, και να εμφανίζεται στους αγίους Μάρτυρες και τους οσίους Πατέρες είτε ο ίδιος, είτε μέσω Αγγέλων, είτε με κάποια άλλη ανέκφραστη οικονομία, όπως είπε, άρχισε και ο διάβολος να δείχνει σε μερικούς πολλές πλάνες, για να τους οδηγήσει στην απώλεια. Και γι’ αυτό έγραψαν οι Πατέρες που είχαν διάκριση, ότι αυτά δεν πρέπει να τα δεχόμαστε, είτε με εικόνες φανερώνονται, είτε με φως ή με φωτιά, είτε με άλλη πλάνη. Γιατί μηχανεύεται ο πονηρός να μας πλανήσει μ’ αυτά είτε στον ύπνο, είτε στην εγρήγορση. Κι αν τα δεχόμαστε, τότε κάνει το νου από υπερηφάνεια και τέλεια αγνωσία να ζωγραφίσει σχήματα ή χρώματα, για να νομίσει ότι είναι φανερώσεις Θεού ή Άγγελου. Πολλές φορές πάλι δείχνει και δαίμονες στον ύπνο ή και στην εγρήγορση, να φεύγουν δήθεν νικημένοι, και γενικά μηχανεύεται τα πάντα για την απώλειά μας όταν πειθόμαστε σ’ αυτόν.

Μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ο διάβολος και ν’ αποτύχει, αν ακούμε τους αγίους Πατέρες που λένε ότι στην ώρα της προσευχής πρέπει να έχομε το νου άμορφο, ασχημάτιστο, άχρωμο, να μη δέχεται τίποτε, είτε φως, είτε φωτιά, ή ο,τιδήποτε άλλο ολωσδιόλου, αλλά μ’ όλη μας τη δύναμη να προσηλώνομε τη διάνοια σ’ εκείνα που λέμε, γιατί εκείνος που προσεύχεται μόνο με το στόμα, προσεύχεται στον αέρα και όχι στο Θεό επειδή ο Θεός προσέχει στο νου και όχι στα λόγια όπως οι άνθρωποι. Όπως λέει και η Γραφή: «Πρέπει να προσκυνούμε το Θεό πνευματικά και αληθινά», και: «Προτιμώ να πω πέντε λόγια με το νου μου, παρά μύρια λίγα με τη γλώσσα». Όταν λοιπόν ο διάβολος αποτύχει, τότε, μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο μας φέρνει λογισμό απογνώσεως, ότι «Άλλοι καιροί ήταν εκείνοι και άλλοι οι άνθρωποι στους οποίους ο Θεός έδειξε θαύματα για να πιστέψουν. Τώρα δεν είναι ανάγκη να κοπιάσομε. Χριστιανοί είμαστε όλοι και έχομε βαπτιστεί, κι όπως λέει η Γραφή, όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί. Τι ανάγκη λοιπόν έχομε;» Αν πεισθούμε και μείνομε σ’ αυτά, θα βρεθούμε έρημοι, έχοντας μόνο το όνομα του χριστιανού και αγνοώντας ότι αυτός που πίστεψε και βαπτίσθηκε, οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Χριστού και, όταν κατορθώσει τα πάντα, να λέει ότι «είμαι άχρηστος δούλος». Ο Κύριος είπε στους Αποστόλους, να διδάσκουν στους ανθρώπους να τηρούν όλα όσα τους διέταξε. Και καθένας που βαπτίζεται, λέει: «Αποτάσσομαι το σατανά και πάσι τοις έργοις αυτού και συντάσσομαι τω Χριστώ και πάσι τοις έργοις Αυτού». Που είναι η αποταγή μας, αν δεν αφήσομε κάθε πάθος και κάθε αμαρτία που θέλει ο διάβολος; Ή μάλλον, αν δεν τον μισήσομε με την ψυχή μας και δεν αγαπήσομε το Χριστό με την τήρηση των εντολών Του; Και πως θα τηρήσομε τις εντολές Του, αν δεν αρνηθούμε κάθε δικό μας νόημα καιθέλημα;

Θελήματα και νοήματα λέγονται εκείνα που είναι αντίθετα στα προστάγματα του Θεού. Επειδή συχνά υπάρχουν μερικοί, οι οποίοι είτε από την ιδιοσυγκρασία τους, είτε από συνήθεια, αγαπούν σε μερικά πράγματα το καλό και μισούν το κακό. Υπάρχουν επίσης και νοήματα καλά, που μαρτυρούνται κι από τις άγιες Γραφές, χρειάζονται όμως και τη διάκριση από τους εμπείρους. Χωρίς διάκριση, κι αυτά ακόμα που νομίζονται καλά, δεν είναι καλά, επειδή γίνονται είτε παράκαιρα, είτε χωρίς να πρέπει, είτε αναξίως, ή επειδή κατανοούμε σφαλερά τα λεγόμενα. Γιατί, όχι μόνο για τη Γραφή, αλλά και για οποιοδήποτε ερώτημα, αν δεν προσέχουν και ο ερωτώμενος και αυτός που ερωτά, απομακρύνονται από το νόημα των λεγομένων, πράγμα που προξενεί όχι μικρή ζημία. Αυτό και εγώ έπαθα πολλές φορές, και όταν έθετα ερωτήσεις, και όταν μου έθεταν. Κι όταν κάποτε καταλάβαινα το ζήτημα όπως πρέπει, ύστερα δοκίμαζα έκπληξη, πως τα λόγια είναι τα ίδια ενώ οι έννοιες διαφέρουν η μία από την άλλη. Έτσι και σ’ όλα τ’ άλλα έχομε ανάγκη από διάκριση, πως πρέπει να πράξομε, για να κάνομε τα θελήματα του Θεού. Γιατί Αυτός γνωρίζει την ανθρώπινη φύση μας με ακρίβεια, ως Ποιητής των όλων, και οικονόμησε το συμφέρον μας και νομοθέτησε όχι ξένα προς τη φύση μας, αλλά σύμφωνα με αυτήν. Εκτός αν θέλουν από μόνοι τους κάποιοι ν’ ανεβούν προς Αυτόν ξεπερνώντας τη φύση και επιδιώκοντας την τελειότητα. Γι’ αυτούς είναι η παρθενία, η ακτημοσύνη, η ταπεινοφροσύνη. Η ευγνωμοσύνη δεν είναι μόνο γι’ αυτούς, γιατί είναι φυσική, ενώ η ταπεινοφροσύνη είναι, γιατί είναι υπέρ φύση. Ο ταπεινόφρων εργάζεται κάθε αρετή και, ενώ δε χρωστά τίποτε, έχει χρεώστη τον εαυτό του και κατώτερο απ’ όλους. Ο ευγνώμων αντίθετα, χρωστά και ομολογεί το χρέος. Παρόμοια, όποιος ελεεί, ελεεί από εκείνα που έχει και δεν είναι πάνω από τη φύση όπως ο ακτήμων. Ούτε ο έγγαμος είναι όπως αυτός που παρθενεύει. Γιατί η παρθενία είναι υπερφυσικό χάρισμα. Γι’ αυτό ο έγγαμος σώζεται, αν αφήσει τα δικά του θελήματα και εκπληρώνει τα θελήματα του Θεού, ενώ ο παρθένος θα λάβει στεφάνι για την υπομονή του και δόξα από το Θεό, επειδή δεν άφησε μόνο τα απαγορευμένα από τους νόμους, αλλά μαζί μ’ αυτά και την ίδια τη φύση του, με τη βοήθεια του Θεού, και αγάπησε ολόψυχα τον υπέρ φύση Θεό προσπαθώντας να μιμηθεί όσο μπορούσε την απάθειά Του. Όμως επειδή αγνοούμε όχι μόνο τους εαυτούς μας και εκείνα που κάνομε, αλλά και ποιος είναι ο σκοπός τους, και τι ζητούμε με αυτά, γι’ αυτό μας φαίνονται ότι δε συμφωνούν οι θείες Γραφές και οι λόγοι των Αγίων, των παλιών Προφητών και Δικαίων και των νέων αγίων Πατέρων. Και τώρα που θέλομε να σωθούμε, τους βρίσκομε ασύμφωνους μεταξύ τους, πράγμα που δεν συμβαίνει.

Με λίγα λόγια, ας δούμε από τη φύση των πραγμάτων ότι, αν θέλει κάποιος άνθρωπος να σωθεί, κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει, ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε κάποια πράξη. Φτάνει να μην κάνει χρήση άπρεπη του πράγματος που θέλει, αλλά να κλίνει με διάκριση σε κάθε νόημά Του προς τον θεϊκό σκοπό. Γιατί δεν είναι αναγκαία εκείνα που γίνονται, αλλά αυτό που οδηγεί σ’ αυτά. Ούτε αθέλητα αμαρτάνομε, αλλά θεληματικά συγκατανεύομε πρώτα στο λογισμό και γινόμαστε έπειτα αιχμάλωτοί του, και αυτός τότε οδηγεί τον αιχμάλωτο στο να αμαρτήσει, ακόμη και χωρίς να θέλει. Επίσης και τα πταίσματα που γίνονται από άγνοια, από τα εν γνώσει προέρχονται. Αν λόγου χάρη, δεν μεθύσει κανείς είτε από κρασί, είτε από επιθυμία, δεν του δημιουργείται άγνοια. Όταν μεθύσει, αρχίζει και σκοτίζεται ο νους, και απ’ αυτό προέρχεται το πέσιμο, και από το πέσιμο ο θάνατος. Ώστε ο θάνατος δεν ήρθε από άγνοια, αλλά η εν γνώσει μέθη έφερε το θάνατο από άγνοια. Και πολλά θα βρει κανείς, μάλιστα στα νοήματα, που δείχνουν ότι από τα εκούσια πέφτομε στα ακούσια, και από τα εν γνώσει πέφτομε σε πταίσματα άγνοιας. Αλλά με το να μας φαίνονται τα πρώτα ελαφρά και γλυκά, ερχόμαστε στα δεύτερα χωρίς να θέλομε και χωρίς να καταλάβομε. Αν θέλαμε από την αρχή να τηρούμε τις εντολές και να μένομε καθαροί όπως βαπτιστήκαμε, δε θα φτάναμε σε τόσα αμαρτήματα και δε θα είχαμε ανάγκη από τους κόπους και τους πόνους της μετάνοιας. Όμως και πάλι, αν θέλομε, η δεύτερη χάρη του Θεού, δηλαδή η μετάνοια, μπορεί να μας ανεβάσει στο αρχικό κάλλος. Αν όμως ούτε για τη μετάνοια δε φροντίζομε, τότε αναγκαστικά, ως αμετανόητοι σαν τους δαίμονες, πηγαίνομε μαζί τους στην αιώνια κόλαση, μάλλον με τη θέλησή μας, παρά χωρίς αυτή. Ο Θεός μας δημιούργησε για να δοκιμάσομε όχι την οργή Του, αλλά την αγάπη Του, ώστε απολαμβάνοντας τα αγαθά Του, να έχομε διάθεση ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τον Ευεργέτη. Αλλά η αμέλειά μας να γνωρίσομε τις δωρεές Του, μας έφερε σε ραθυμία, και αυτή μας παρέδωσε στη λησμοσύνη, από την οποία κυριάρχησε πάνω μας η άγνοια.

Όταν θέλομε να βάλομε αρχή επιστροφής εκεί από όπου ξεπέσαμε, έχομε ανάγκη από πολύν κόπο, γιατί δε θέλομε να αφήσομε τα θελήματά μας αλλά νομίζομε ότι μαζί με αυτά μπορούμε να κάνομε και τα θελήματα του Θεού, πράγμα αδύνατο. Γιατί και ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Δεν κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με απέστειλε», αν και το θέλημα του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος είναι ένα, αφού είναι και μία φύση αχώριστη. Αλλά για μας το είπε αυτό και για το θέλημα της σάρκας. Γιατί αν δεν ξεπεραστεί η σάρκα, ώστε να κυβερνιέται όλος ο άνθρωπος από το Πνεύμα του Θεού, δεν πράττει το θέλημα του Θεού, παρά μόνο δια της βίας. Όταν όμως κυριαρχήσει η χάρη του Πνεύματος μέσα μας, τότε δεν έχομε πια δικό μας θέλημα, αλλά ό,τι κάνομε είναι θέλημα Θεού. Τότε ειρηνεύουμε. Και θα ονομαστούν »παιδιά του Θεού» οι τέτοιοι άνθρωποι γιατί θέλουν το θέλημα του Πατέρα, όπως ο Υιός του Θεού και Θεός.

Αυτό είναι αδύνατο να το πετύχει κανείς, χωρίς την τήρηση των εντολών, με τις οποίες έρχεται η αποκοπή κάθε ηδονής και του θελήματός μας και κάθε οδύνης, λόγω της υπομονής για την τήρηση του θελήματος του Θεού. Γιατί από την ανοησία γεννιούνται η ηδονή και η οδύνη, όπως προείπαμε, και από αυτά, κάθε κακία. Ο ανόητος είναι φίλαυτος και δεν μπορεί να είναι φιλάδελφος, ούτε φιλόθεος, ούτε έχει εγκράτεια στις ηδονές, δηλαδή στα θελήματα που του αρέσουν, ούτε υπομονή στα οδυνηρά, αλλά άλλοτε επιτυγχάνει το θέλημά του και αυξάνεται η ηδονή και η έπαρσή του, κι άλλοτε αποτυγχάνει και πέφτει σε μικροψυχία και πνίξιμο της ψυχής, το οποίο είναι αρραβώνας της κολάσεως. Ενώ από τη γνώση, δηλαδή τη φρόνηση, γεννιούνται η εγκράτεια και η υπομονή, γιατί ο φρόνιμος κυριαρχεί στο θέλημά του και υπομένει την οδύνη απ’ αυτό. Και πιστεύοντας ότι είναι ανάξιος για τα αγαθά, έχει διάθεση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας προς τον Ευεργέτη και φοβάται μήπως από τα πολλά αγαθά που του έδωσε ο Θεός στη ζωή αυτή ζημιωθεί στον μέλλοντα αιώνα. Και έτσι με την εγκράτεια εργάζεται και τις άλλες αρετές και θεωρεί τον εαυτό του χρεώστη σε όλα, χωρίς να βρίσκει τίποτε να αντιπροσφέρει στον Ευεργέτη, αλλά και τις αρετές τις νομίζει σαν μεγαλύτερο χρέος. Γιατί παίρνει και δε δίνει, και τούτο μόνο, το ότι αξιώθηκε να ευχαριστεί το Θεό και ότι δέχεται ο Θεός την ευχαριστία του, το θεωρεί μεγαλύτερο χρέος, και ευχαριστεί αδιάκοπα το Θεό πράττοντας πάντοτε το αγαθό. Και έχει πάντοτε τον εαυτό του περισσότερο χρεώστη και ταπεινοφρονώντας, τον θεωρεί κατώτερο απ’ όλους, ευφραίνεται από το Θεό που τον ευεργετεί, και ενώπιόν Του νιώθει αγαλλίαση μαζί με τρόμο. Φτάνοντας στη θεία και αδιάπτωτη αγάπη με την ταπεινοφροσύνη, δέχεται τα λυπηρά σαν να είναι άξιος γι’ αυτά. Ή μάλλον, θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι άξιος και για περισσότερες θλίψεις, και χαίρεται γιατί αξιώθηκε έστω και λίγο να θλιβεί σ’ αυτή τη ζωή και να ξελαφρωθεί λίγο από τις πολλές κολάσεις που προετοίμασε στον εαυτό του, για τη μέλλουσα ζωή, και γιατί έτσι γνωρίζει την ασθένειά του για να μην υπερηφανεύεται. Και επειδή αξιώθηκε να τα γνωρίζει αυτά και να υπομένει με τη χάρη του Θεού, έρχεται σε θείο πόθο. Γιατί η ταπεινοφροσύνη γεννιέται από τη γνώση, και η γνώση από τους πειρασμούς. Σ’ εκείνον που γνώρισε την εαυτό του, δίνεται η γνώση των πάντων. Και εκείνος που υποτάσσεται στο Θεό, υποτάσσει στον εαυτό του κάθε σαρκικό φρόνημα, και ύστερα θα υποταχθούν σ’ αυτόν τα πάντα, όταν κυριαρχήσει η ταπείνωση πάνω στα μέλη του. Όπως λένε οι άγιοι Βασίλειος και Γρηγόριος, εκείνος που εννόησε ότι ο εαυτός του βρίσκεται μεταξύ μεγέθους και ταπεινότητας- επειδή έχει νοερή ψυχή και θνητό και γήινο σώμα-, ποτέ δεν υπερηφανεύεται, ούτε απελπίζεται, αλλά από σεβασμό στη νοερή φύση της ψυχής του αποστρέφεται όλα τα αισχρά, και γνωρίζοντας την ασθένειά του αποφεύγει κάθε υψηλοφροσύνη.

Εκείνος λοιπόν που γνώρισε την ασθένειά του από τους πολλούς πειρασμούς των ψυχικών και σωματικών παθών, αυτός είδε την άπειρη δύναμη του Θεού, πως λυτρώνει τους ταπεινούς που φωνάζουν προς Αυτόν με προσευχή γεμάτη πόνο από την καρδιά τους, και πλέον του γίνεται η προσευχή σαν απόλαυση, επειδή γνωρίζει ότι χωρίς το Θεό δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Και από φόβο να μην πέσει, από τη μία αγωνίζεται να μένει προσκολλημένος στο Θεό, κι από την άλλη θαυμάζει καθώς σκέφτεται πως ο Θεός τον λύτρωσε από τόσους πειρασμούς και πάθη και ευχαριστεί Εκείνον που μπορεί να τον λυτρώσει. Και μαζί με την ευχαριστία αποκτά την ταπείνωση και την αγάπη, και δεν τολμά να κρίνει κανένα, γνωρίζοντας ότι όπως ο Θεός βοήθησε τον ίδιο, έτσι και όλους μπορεί να τους βοηθήσει όταν θέλει όπως λέει ο άγιος Μάξιμος. Σκέφτεται ακόμη ότι ίσως μπορεί κανείς να παλεύει με πολλά πάθη και να νικά, ο ίδιος όμως είναι ασθενής και αδύνατος, και γι’ αυτό τον βοήθησε γρήγορα ο Θεός για να μη χαθεί ολότελα η ψυχή του. Και άλλα περισσότερα σκέφτεται εκείνος που γνωρίζει την ασθένειά του, και μένει έτσι άπτωτος. Και είναι αδύνατο να φτάσει κανείς σ’ αυτό, αν δεν πάθει πολλούς πειρασμούς ψυχικούς και σωματικούς και αν κάνοντας υπομονή με τη βοήθεια του Θεού δε λάβει την πείρα τους. Ο άνθρωπος αυτός δεν τολμά να κάνει καθόλου το δικό του θέλημα χωρίς να ρωτήσει εκείνους που έχουν πείρα, ούτε να προβάλει κάποιο δικό του νόημα. Γιατί ποια είναι η ανάγκη να κάνει ή να σκεφτεί κάτι που δεν χρειάζεται για τη ζωή ή για τη σωτηρία της ψυχής;

Αν τώρα κανείς δε γνωρίζει ποιο θέλημα και ποιο νόημα να παραμερίσει, ας δοκιμάζει κάθε πράγμα και κάθε νόημα, τι είδους αντίδραση του προκαλεί κατά την αποχή και την επικράτησή του. Αν προκαλεί ηδονή όταν γίνεται ,και οδύνη όταν εμποδίζεται, είναι κακό και οφείλει να το καταφρονεί πριν πολυκαιρίσει, οπότε θα κοπιάσει να το νικήσει όταν καταλάβει ότι είναι βλαβερό. Αυτό το λέω για κάθε πράγμα και νόημα, χωρίς τα οποία μπορούμε να ζήσομε σωματικά και να ευαρεστήσομε το Θεό. Γιατί η συνήθεια, όταν πολυκαιρίσει, παίρνει δύναμη φυσικής ιδιότητας, ενώ αν δεν υποχωρείς σ’ αυτήν αδυνατίζει και σιγά-σιγά χάνεται. Είτε καλή συνήθεια είναι, είτε κακή, ο χρόνος την τρέφει, όπως τα ξύλα τρέφουν τη φωτιά. Γι’ αυτό οφείλομε να μελετούμε και να πράττομε το αγαθό με όλη μας τη δύναμη, για να μας γίνει έξη. Και τότε η συνήθεια εργάζεται αυτόματα το κάθε αγαθό χωρίς κόπο όπως οι Πατέρες νίκησαν με τα μικρά τα μεγάλα. Εκείνος π.χ. που δεν παραδέχεται ούτε τ’ απαραίτητα για το σώμα, αλλά τα απορρίπτει για να βαδίζει τη στενή και γεμάτη δυσκολίες οδό, πότε θα πέσει στη φιλοκτημοσύνη;

Δεν είναι βέβαια φιλιοκτημοσύνη μόνο η κτήση πολλών πραγμάτων, αλλά και η εμπαθής προσκόλληση σε κάτι και η κακή ή η υπερβολική χρήση του. Πολλοί από τους παλιούς Αγίους είχαν πολλά όπως ο Αβραάμ, ο Ιώβ, ο Δαβίδ και άλλοι πολλοί. Όμως δεν είχαν προσκόλληση σ’ αυτά, αλλά τα είχαν ως πράγματα του Θεού, και μάλλον με αυτά ήθελαν να ευαρεστήσουν το Θεό. Ο Κύριος όμως, καθώς είναι υπερτέλειος και η ίδια η σοφία, έκοψε και τη ρίζα: όχι μόνο δηλαδή συμβούλεψε εκείνους που Τον ακολουθούν με τη μίμηση της τελειότατης αρετής Του, να μην έχουν χρήματα και κτήματα αλλά ούτε ψυχή, δηλαδή θέλημα ή νόημα δικό τους.

Γνωρίζοντας αυτό οι Πατέρες, απέφυγαν τον κόσμο ως εμπόδιο για την τελειότητα, αλλά απέφυγαν ακόμη και τα θελήματά τους. Γιατί κανείς ποτέ από αυτούς δεν έκανε δικό του θέλημα. Αλλά άλλοι έγιναν υποτακτικοί για να έχουν στη θέση του Χριστού τον πνευματικό πατέρα οδηγό σε κάθε τους νόημα. Άλλοι έζησαν στην έρημο με τέλεια αποφυγή των ανθρώπων κι είχαν τον ίδιο Θεό δάσκαλο, που για χάρη Του θέλησαν να υπομείνουν το θάνατο της προαιρέσεώς τους. Άλλοι ακολούθησαν τη βασιλική οδό, έζησαν δηλαδή μαζί με έναν ή δύο άλλους αδελφούς τον ησυχαστικό βίο και είχαν ο ένας τον άλλο σύμβουλο για ευαρέστηση του Θεού. Και όσοι μετά την υποταγή, με άδεια του πνευματικού τους, τάχθηκαν να καθοδηγούν άλλους αδελφούς, ζούσαν σαν να ήταν υποτακτικοί, φυλάγοντας τις παραδόσεις των Πατέρων τους, και πήγαινε καλά ό,τι επιχειρούσαν. Τώρα όμως, επειδή δεν θέλομε ούτε οι υποτακτικοί, ούτε οι υπεύθυνοι να παραμερίσομε τα θελήματά μας, γι’ αυτό κανείς δεν προκόβει. Και ίσως έχει απομείνει, αν έχει μείνει κι αυτό, η αποφυγή των ανθρώπων και των βιοτικών υποθέσεων, η πορεία στη βασιλική οδό και ο βίος της ησυχίας μαζί με έναν ή δύο άλλους και η μελέτη των εντολών του Χριστού και όλης της Γραφής νύχτα και ημέρα, ώστε καθώς θα ελέγχεται απ’ όλα αυτά και από τη συνείδηση και από την προσοχή κατά την ανάγνωση και την προσευχή, να καταλήξει τουλάχιστον κανείς στην πρώτη εντολή, δηλαδή το φόβο του Θεού, ο οποίος έρχεται από την πίστη και την μελέτη των θείων Γραφών. Και από το φόβο του Θεού να φτάσει στο πένθος, και με αυτό στις εντολές που είπε ο Απόστολος, δηλαδή την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη. Γιατί εκείνος που πιστεύει στον Κύριο, φοβάται την κόλαση, κι εκείνος που φοβάται την κόλαση, τηρεί τις εντολές. Κι εκείνος που τηρεί τις εντολές, υπομένει τις θλίψεις. Κι εκείνος που υπομένει τις θλίψεις, θα αποκτήσει την ελπίδα στο Θεό. Η ελπίδα χωρίζει το νου από κάθε δεσμό με τα πάθη. Κι εκείνος που απαλλάχθηκε από κάθε δεσμό με τα πάθη θα αποκτήσει την αγάπη στο Θεό. Αυτά όπου κι αν θέλει κανείς να τα εκτελεί, σώζεται.

Η ησυχία πάλι, επειδή είναι αρχή καθάρσεως της ψυχής, πραγματοποιεί χωρίς κόπο όλες τις εντολές για εκείνον που έχει αγαθή προαίρεση. Όπως λένε: «Φεύγε από τον κόσμο, σώπαινε, ησύχαζε, γιατί αυτές είναι οι ρίζες της αναμαρτησίας». Και πάλι λένε: «Απόφευγε τους ανθρώπους, και σώζεσαι». Γιατί οι συναντήσεις κι οι συνομιλίες δεν αφήνουν το νου να δει ούτε τα αμαρτήματά του, ούτε τις πανουργίες των δαιμόνων, για να φυλάει τον εαυτό του ο άνθρωπος, αλλά ούτε και τις ευεργεσίες και τις πρόνοιες του Θεού, για να αποκτήσει από αυτά τη γνώση του Θεού και τη ταπείνωση. Και γι’ αυτό οφείλει εκείνος που θέλει να βαδίζει σύντομο δρόμο προς το Χριστό, δηλαδή την απάθεια και τη γνώση, και να φτάσει με χαρά στην τελειότητα, να μη βαδίζει αλλού κι αλλού, δηλαδή δεξιά ή αριστερά, αλλά σ’ όλη του τη ζωή ν’ ακολουθεί με προθυμία τη βασιλική οδό. Και να αποφεύγει με σταθερότητα και τις υπερβολές και τις ελλείψεις, γιατί και οι δύο προκαλούν ηδονή. Ούτε δηλαδή με το πλήθος των φαγητών και των συνομιλιών να σκοτίζει το νου, και από τους περισπασμούς σε διάφορα πράγματα να τον κάνει τυφλό. Ούτε πάλι με τη μακρά νηστεία και αγρυπνία να θολώνει τη διάνοια. Αλλά να εργάζεται ορθά και με υπομονή τους επτά τρόπους, δηλαδή τις σωματικές πράξεις, και να ανεβαίνει όπως σε σκάλα, κατέχοντας όλες μαζί τις επτά και βαδίζοντας προς την ηθική πράξη, με την οποία δίνονται από τη χάρη του Θεού οι πνευματικές θεωρίες σ’ εκείνον που πιστεύει, όπως λέει ο Κύριος.

Και να ξέρει ότι όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη, και ότι δεν μπορεί κανείς να εμποδίσει εκείνον που θέλει να σωθεί, ούτε έχει κανείς άλλος εξουσία πάνω μας, παρά μόνο Εκείνος που μας έπλασε, που είναι και έτοιμος να βοηθήσει και να σκεπάσει από κάθε πειρασμό εκείνους που Τον επικαλούνται με όλη τους την καρδιά και θέλουν να κάνουν το άγιο θέλημά Του. Γιατί χωρίς Αυτόν, κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι καλό, ούτε να πάθει αθέλητα κανένα κακό, αν Αυτός δεν παραχωρήσει, για να παιδαγωγήσει τον αμαρτωλό και να σώσει την ψυχή του. Και να ξέρει επίσης ότι τα πονηρά έργα είναι δικά μας και γίνονται από ραθυμία δική μας και συνέργεια των δαιμόνων, ενώ κάθε γνώση και αρετή και δύναμη είναι χάρη Θεού, όπως και όλα τα άλλα. Και ότι ο Θεός κατά χάρη έδωσε σ’ όλους τη δυνατότητα να γίνουν παιδιά Του με την τήρηση των θείων εντολών, που μάλλον απ’ αυτές φυλάγουν εμάς και είναι χάρη Θεού. Γιατί χωρίς τη χάρη του Θεού ούτε αυτές δεν μπορούμε να τηρήσομε, μα ούτε κι έχομε τίποτε άλλο να Του προσφέρομε, παρά πίστη και καλή προαίρεση. Και γενικά, κατέχοντας όλα τα ορθά δόγματα με τη βέβαιη πίστη και την ακοή, να αρχίζομε την εργασία με απερίσπαστη προσοχή, σαν τα μαθήματα στο σχολείο, και έτσι να μαθαίνουμε με επιμέλεια τις πετά πράξεις που προείπαμε, οι οποίες παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί των επτά σωματικών πράξεων

Πρώτη είναι η ησυχία, δηλαδή τρόπος ζωής χωρίς περισπασμούς, μακριά από κάθε βιοτική μέριμνα, για να μπορέσει κανείς με την απομάκρυνση από τους ανθρώπους και τους περισπασμούς να αποφύγει το θόρυβο και το διάβολο που σαν λιοντάρι βρυχιέται και περπατά ζητώντας ποιόν θα καταπιεί με τις συνομιλίες και τις μέριμνες του βίου, και για να έχει μια μόνο μέριμνα, πώς να αρέσει στο Θεό και να κάνει την ψυχή του να βρεθεί ακατάκριτη στην ώρα του θανάτου, και για να μάθει με κάθε λεπτομέρεια τα τεχνάσματα των δαιμόνων και τις αμαρτίες του που είναι περισσότερες από την άμμο της θάλασσας και οι περισσότεροι τις αγνοούν όπως τη λεπτή σκόνη.


Πάντοτε θρηνώντας, λυπάται την ανθρώπινη φύση, ενθαρρύνεται όμως από το Θεό, γιατί έγινε ευγνώμων, και παρηγορείται γιατί αξιώθηκε να δει εκείνα που δεν ήλπιζε να δει, όταν κάποτε ζούσε έξω από το κελί του. Έχοντας επίγνωση της δικής του αδυναμίας και της δυνάμεως του Θεού, φοβάται και ελπίζει, ώστε μήτε από άγνοια να εμπιστευθεί τον εαυτό του και να πέσει, μήτε να λησμονήσει τη φιλανθρωπία του Θεού και ν’ απελπιστεί, αν κάτι του συμβεί.

Δεύτερη είναι η νηστεία με μέτρο, δηλαδή να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα και να μη χορταίνει, να τρώει ένα είδος από ευτελείς τροφές που βρίσκονται εύκολα και που δεν τις επιθυμεί η ψυχή, εκτός και δεν υπάρχει άλλο τίποτε. Αυτό για να νικήσει τη γαστριμαργία, τη λαιμαργία και την επιθυμία και να παραμένει χωρίς περισπασμούς, και ταυτόχρονα να μην απέχει από κανένα είδος τροφής, απορρίπτοντας κακώς εκείνα που έγιναν από το Θεό πολύ καλά. Ούτε πάλι να τα καταπίνει όλα χωρίς να κρατιέται από τη φιληδονία, αλλά να τρώει κάθε μέρα από ένα είδος με εγκράτεια και έτσι να τα μεταχειρίζεται όλα για τη δόξα του Θεού, χωρίς να απέχει από κανένα, θεωρώντας το κακό, όπως κάνουν οι καταραμένοι αιρετικοί. Κρασί μόνο στον κατάλληλο καιρό, γιατί στα γηρατειά, στην ασθένεια και στο κρύο το κρασί είναι πάρα πολύ χρήσιμο, αλλά και τότε λιγοστό. Στη νεότητα όμως στη ζέστη και στη υγεία, καλύτερο είναι το νερό αλλά και αυτό λίγο, όσο το δυνατόν, γιατί η δίψα είναι καλύτερη απ’ όλες τις σωματικές πράξεις.

Τρίτη, η αγρυπνία με μέτρο, δηλαδή τι μισή νύχτα κανείς να κοιμάται και την άλλη μισή ν’ αφιερώνει σε ψαλμωδία και προσευχή, στεναγμούς και δάκρυα, για να γίνει με τη μετρημένη νηστεία και αγρυπνία το σώμα υπάκουο στην ψυχή, υγιές και έτοιμο για κάθε καλό έργο, η δε ψυχή να γίνει ανδρεία και να φωτιστεί για να βλέπει και να κάνει τα πρέποντα.

Τέταρτη ψαλμωδία, δηλαδή η σωματική προσευχή με ψαλμούς και γονυκλισίες για να ταλαιπωρηθεί το σώμα και να ταπεινωθεί η ψυχή, να φύγουν οι εχθροί δαίμονες και να πλησιάσουν οι σύμμαχοί μας Άγγελοι και να μάθει κανείς από πού παίρνει βοήθεια. Γιατί όταν το αγνοεί, μπορεί να υπερηφανευθεί, νομίζοντας πως είναι δικό του, ό,τι έπραξε, και να εγκαταλειφθεί από το Θεό για να αναγνωρίζει την ασθένειά του.

Πέμπτη, η πνευματική προσευχή που γίνεται με το νου , μακριά από κάθε έννοια. Τότε ο νους, μένοντας στα λόγια της προσευχής και προσπίπτοντας στο Θεό με απερίγραπτη συντριβή, ζητεί μόνο να γίνει το θείο θέλημα σε όλα τα έργα και τα νοήματα, χωρίς να δέεται διόλου λογισμό ή σχήμα ή χρώμα ή φως ή φωτιά ή ο,τιδήποτε άλλο, αλλά καθώς βλέπεται από το Θεό και συνομιλεί με Αυτόν μόνον, να γίνεται άμορφος, αχρωμάτιστος, ασχημάτιστος. Αυτή είναι η καθαρή προσευχή, που αρμόζει στον πρακτικό ακόμη. Στο θεωρητικό όμως πρέπουν άλλα, μεγαλύτερα απ’ αυτά.

Έκτη, η ανάγνωση των λόγων και των βίων των Πατέρων-χωρίς διόλου κανείς ν’ ακούει ξένα δόγματα ή τίποτε άλλα, και μάλιστα αιρετικά-, για να μάθει από τις ιερές Γραφές και από τη διάκριση των Πατέρων, πώς να νικήσει τα πάθη και ν’ αποκτήσει τις αρετές. Επίσης για να γεμίσει ο νους του από τα λόγια του Αγίου Πνεύματος ώστε να λησμονήσει τα προηγούμενα άπρεπα λόγια και νοήματα που άκουσε, όταν ήταν έξω από το κελί του, και να φτάσει από την πολλή προσευχή και ανάγνωση, να έχει στο νου του καλές έννοιες. Γιατί η προσευχή βοηθείται από την ανάγνωση που γίνεται στην ησυχία, και η ανάγνωση από την καθαρή προσευχή, όταν κανείς προσέχει στα λεγόμενα και δεν διαβάζει ή ψάλλει σαν πάρεργο, ακόμη και όταν καθόλου δεν μπορεί να εννοήσει όπως πρέπει τη δύναμη εκείνων που διαβάζει, ένεκα του σκοτισμού των παθών. Συχνά βέβαια γελιόμαστε από την οίηση, και μάλιστα εκείνοι που νομίζουν ότι έχουν τη σοφία αυτού του κόσμου, αγνοώντας ότι χρειαζόμαστε έμπρακτη γνώση για να κατανοούμε αυτά και ότι δεν ωφελείται μόνον από την ακοή εκείνος που θέλει ν’ αποκτήσει τη γνώση του Θεού. Γιατί άλλο είναι η ακοή και άλλο η πράξη. Όπως δηλαδή μπορεί ο άνθρωπος να γίνει τεχνίτης, ακούγοντας μόνο να του λένε, αλλά εκτελώντας και βλέποντας και λαθεύοντας συχνά και ακούγοντας τις υποδείξεις των εμπειριών, ώστε με την υπομονή και με το κόψιμο των θελημάτων του και με την πολυκαιρία να φτάσει στην κατοχή της τέχνης, έτσι και η πνευματική γνώση δεν έρχεται από τη μελέτη μόνο, αλλά δίνεται κατά χάρη από το Θεό στους ταπεινόφρονες. Γιατί εκείνος που διαβάζει τις Γραφές και ίσως φαίνεται πως εν μέρει γνωρίζει, δεν είναι για θαυμασμό, αν μάλιστα είναι πρακτικός. Δεν έχει ακόμη αυτός γνώση Θεού, αλλά ακούει τα λόγια εκείνων που έχουν γνώση. Ώστε εκείνοι που τα έγραψαν είχαν πολλές φορές γνώση Θεού, όπως οι προφήτες, αυτός όμως όχι ακόμη. Και εγώ λοιπόν έτσι γνωρίζω, επειδή μάζεψα από τις θείες Γραφές, και όχι επειδή αξιώθηκα να ακούσω από το Πνεύμα, αλλά άκουσα από εκείνους που ακούνε το Πνεύμα, όπως εκείνοι που ακούνε για κάποια πόλη ή για κάποιον άνθρωπο από εκείνους που γνωρίζουν περί αυτών.

Έβδομη , η ερώτηση των εμπειριών για κάθε λόγο και ζήτημα, για να μην εννοεί και κάνει κανείς άλλα αντ’ άλλων από απειρία ή αυταρέσκεια και πλανάται έτσι πολλές φορές και πέφτει στην οίηση νομίζοντας ότι γνωρίζει όπως πρέπει, ενώ δε γνωρίζει τίποτε ακόμη, όπως λέει ο Απόστολος.

Έπειτα, μαζί με αυτές τις σωματικές πράξεις, πρέπει να έχει κανείς υπομονή σ’ όλα τα λυπηρά, τα οποία παραχωρεί ο Θεός, για να μάθει και να αποκτήσει πείρα και γνώση της αδυναμίας του. Και μήτε να ξεθαρεύει, μήτε να απελπίζεται για ό,τι του συμβεί καλό ή κακό. Κάθε όνειρο και λόγο και έργο άχρηστο οφείλει να τ’ αποστρέφεται. Επίσης να μελετά πάντοτε το όνομα του Θεού περισσότερο και από την αναπνοή του σε κάθε καιρό, τόπο και έργο, και να προσπίπτει σ’ Αυτόν ολόψυχα, μαζεύοντας το νου από όλα τα νοήματα του κόσμου και μόνο να ζητεί να γίνει το θέλημά του Θεού. Και τότε αρχίζει ο νους να βλέπει τα σφάλματά του, που είναι σαν την άμμο της θάλασσας. Αυτή είναι η αρχή του φωτισμού της ψυχής και τεκμήριο της υγείας του. Και γενικά συντρίβεται η ψυχή και ταπεινώνεται η καρδιά και νομίζει τον εαυτό της αληθινά κάτω απ’ όλους. Αρχίζει τότε να κατανοεί τις ευεργεσίες του Θεού και τις ειδικές και τις ευρύτερες, που βρίσκονται στις θείες Γραφές, όπως και τα αμαρτήματά του, και να τηρεί τις εντολές με γνώση, από την πρώτη και τις λοιπές όλες. Επειδή ο Κύριος τις έβαλε όπως σε σκάλα και δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξεπεράσει τη μια για να ανεβεί στην άλλη, όπως και στα σκαλοπάτια, έτσι και από την πρώτη εντολή ανεβαίνομε στη δεύτερη, και από αυτή στη Τρίτη, ώσπου αυτές να κάνουν τον άνθρωπο θεό με τη χάρη Εκείνου που τις χάρισε σε όσους έχουν καλή προαίρεση.

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί του θείου φόβου ως πρώτης εντολής

Αν κανείς θέλει να προχωρήσει σύντομα, πρέπει στις εντολές μάλλον να δείχνει την επιμέλειά του και όχι αλλού, γιατί αλλιώς θα πέσει σε γκρεμό, ή μάλλον σε χάος. Γιατί όπως στα επτά χαρίσματα του Πνεύματος, αν δεν αρχίσει από το φόβο, δεν μπορεί κανείς ν’ ανέβει ποτέ στα άλλα, έτσι και στους μακαρισμούς του Κυρίου. Καθώς λέει ο Δαβίδ, αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου. Και άλλος Προφήτης, αναφέροντας τα χαρίσματα από την κορυφή προς τα κάτω, είπε: «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας, πνεύμα φόβου Θεού». Και ο Κύριος από το φόβο άρχισε να διδάσκει, λέγοντας: «Μακάριοι όσοι νιώθουν φτωχοί μπροστά στο Θεό».


Αυτό σημαίνει να γίνει κανείς κατατρομαγμένος από το φόβο του Θεού, και να έχει ταπείνωση συντριβή ψυχής. Ο Κύριος έθεσε ως θεμέλιο αυτή την εντολή, επειδή γνωρίζει ότι χωρίς αυτήν, ακόμη και όταν κανείς ζει στον ουρανό, δεν ωφελείται, αν έχει την παραφροσύνη με την οποία έπεσαν ο διάβολος και ο Αδάμ και πάρα πολλοί άλλοι.

Γι’ αυτό οφείλει εκείνος που θέλει να τηρήσει την πρώτη εντολή, δηλαδή τον φόβο όπως είπαμε, να μελετά με μεγάλη επιμέλεια τα συναπαντήματα της ζωής που γράφτηκαν παραπάνω και τις ευεργεσίες του Θεού, τις αμέτρητες και ανεξερεύνητες, και όσα έκανε και κάνει σ’ εμάς με ορατά και αόρατα μέσα, με εντολές και δόγματα, με απειλές και υποσχέσεις, φυλάγοντάς μας, τρέφοντάς μας, προνοώντας, ζωογονώντας και λυτρώνοντάς μας από ορατούς και αόρατους εχθρούς. Τις ασθένειες που προκαλεί η δική μας αταξία, τις θεραπεύει με τις προσευχές και τις πρεσβείες των Αγίων Του. Στις αμαρτίες, στις ασέβειες και στις ανομίες μας μακροθυμεί πάντα, για όσα κάναμε και κάνομε και όσα μέλλομε να κάνομε. Από αυτά μας λύτρωσε η χάρη Του. Να μελετά επίσης πόσο παροργίζομε το Θεό με έργα, λόγια και διαλογισμούς. Και όχι μόνο μας ανέχεται, αλλά και περισσότερο μας ευεργετεί είτε ο Ίδιος, είτε μέσω των Αγγέλων, των Γραφών, των Δικαίων και Προφητών, των Αποστόλων και Μαρτύρων, των διδασκάλων και των οσίων Πατέρων. Και κατανοώντας τους άθλους των μαρτύρων και τους αγώνες των οσίων, έπειτα θαυμάζοντας τη συγκατάβαση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τη ζωή Του στο κόσμο, τα άχραντα πάθη Του, το Σταυρό, τον θάνατο, την ταφή, την ανάσταση, την ανάληψη, την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τα άρρητα θαύματα που γίνονται πάντοτε και κάθε ημέρα, τον παράδεισο, τα στεφάνια, την υιοθεσία που μας αξίωσε και όλα όσα περιέχει η θεία Γραφή και άλλα πολλά σκεπτόμενος, κυριεύεται από έκπληξη βλέποντας τη φιλανθρωπία του Θεού, ενώ τρέμει και θαυμάζει τη μακροθυμία Του και την ανοχή Του προς εμάς. Και λυπάται για τη ζημιά που έπαθε η ανθρώπινη φύση, που έχασε δηλαδή την αγγελική απάθεια, τον παράδεισο και όλα τα αγαθά από τα οποία ξεπέσαμε, ενώ πέσαμε σε τόσα κακά εννοώ τους δαίμονες, τα πάθη και τις αμαρτίες, και συντρίβεται η ψυχή, κατανοώντας πόσα κακά δημιουργήθηκαν από τη δική μας πονηρία και από την πανουργία των δαιμόνων.

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί του πένθους ως δεύτερης εντολής

Και έτσι ο Θεός του χαρίζει το μακάριο πένθος, δηλαδή τη δεύτερη εντολή. «Μακάριοι οι πενθούντες», λέει, δηλαδή εκείνοι που πενθούν τον εαυτό τους και τον πλησίον από αγάπη και συμπάθεια γι’ αυτόν. Και φτάνει ο άνθρωπος αυτός να πενθεί όπως για ένα νεκρό, προ του θανάτου, από τα φρικτά νοήματα εκείνων που γίνονται μετά θάνατον, ολολύζοντας και στενάζοντας από τα βάθη της καρδιά του με πολλά πικρά και επίπονα δάκρυα και απερίγραπτους θρήνους.


Και έτσι η χάρη του Θεού, η κοινή μητέρα όλων μας, του χαρίζει την πραότητα, την αρχή της μιμήσεως του Χριστού, δηλαδή την τρίτη εντολή, όπως λέει ο Κύριος: «Μακάριοι οι πράοι». Και γίνεται σταθερός σαν βράχος που δεν σαλεύει διόλου από τον άνεμο ή τα κύματα του βίου, αλλά είναι πάντοτε ο ίδιος και στην αφθονία και στη φτώχεια, και στην ευκολία και στη δυσκολία, στην τιμή και στην ατιμία. Και γενικά γνωρίζει σε κάθε περίσταση και κάθε πράξη με τη διάκριση, ότι όλα περνούν, και τα ευχάριστα και τα οδυνηρά, και ότι αυτός ο βίος είναι δρόμος προς τον μέλλοντα αιώνα. Και ότι ίσως και χωρίς να θέλομε, γίνονται εκείνα που γίνονται, ώστε μάταια ταραζόμαστε και χάνομε το στεφάνι της υπομονής και παρουσιαζόμαστε αντίθετοι στο θέλημα του Θεού. Γιατί όλα όσα κάνει ο Θεός είναι πολύ καλά, μα εμείς δεν το γνωρίζομε. Όπως λέει η Γραφή, Αυτός θα οδηγήσει τους πράους με κρίση, ή μάλλον, με τη διάκριση των πραγμάτων.

Αλλά και σε καιρό οργής, ο άνθρωπος αυτός δεν ταράζεται καθόλου. Μάλλον χαίρεται, γιατί βρήκε καιρό κέρδους και φιλοσοφίας, σκεπτόμενος ότι δεν έγινε ο πειρασμός χωρίς αιτία, αλλά θα λύπησε πρωτύτερα συνειδητά ή ασυνείδητα το Θεό ή τον αδελφό ή κανένα άλλο, και ότι μάλλον βρέθηκε αφορμή για τη συγχώρησή του, ώστε τουλάχιστον με την υπομονή να λάβει συγχώρηση των πολλών του αμαρτιών. Σκέφτεται ακόμη ότι αν δεν συγχωρήσει όσα του έφταιξαν οι άλλοι, ούτε ο ουράνιος Πατέρας θα συγχωρήσει τα αμαρτήματά του, και ότι δεν υπάρχει από αυτήν πιο σύντομη αρετή, δηλαδή την εντολή για την συγχώρηση των άλλων. Γιατί ο Κύριος λέει: «Συγχωρήστε και θα συγχωρηθείτε». Χαίρεται και γιατί αξιώθηκε να τα γνωρίζει αυτά και να τα πράττει κατά μίμηση του Χριστού και να γίνει με τη χάρη της εντολής πράος. Λυπάται όμως για τον αδελφό, επειδή με τις αμαρτίες του μπήκε σε πειρασμό ο αδελφός από τον κοινό εχθρό, το διάβολο, και έγινε φάρμακο για θεραπεία της δικής του ασθένειας. Γιατί κάθε πειρασμός παραχωρείται από το Θεό για τη θεραπεία της ψυχής του αρρώστου, επειδή χαρίζει τη συγχώρηση προηγουμένων και παρόντων κακών και γίνεται εμπόδιο για μελλοντικά. Δεν έχει όμως έπαινο ούτε ο διάβολος, ούτε ο αίτιος του πειρασμού, ούτε ο πειραζόμενος. Γιατί ο διάβολος είναι άξιος μίσους ως κακοποιός, αφού ό,τι κάνει δεν το κάνει για καλό. Ο αίτιος του πειρασμού είναι άξιος να τον ελεήσει ο πειραζόμενος, επειδή ενεργεί όχι από αγάπη, αλλά γιατί εμπαίζεται και ταλαιπωρείται από το διάβολο. Ο πειραζόμενος τέλος, υπομένει τις θλίψεις εξαιτίας των αμαρτιών του και όχι για χάρη κάποιου άλλου, ώστε να έχει έπαινο- γιατί δεν είναι ο ίδιος αναμάρτητος. Αλλά και να είναι, πράγμα αδύνατο, και πάλι υπομένει με την ελπίδα της ανταποδόσεως και από φόβο κολάσεως. Έτσι είναι μ’ αυτούς. Ο Θεός τώρα, επειδή δεν έχει καμιά ανάγκη ή έλλειψη, αλλά σε όλους οικονομεί το συμφέρον, είναι άξιος ευχαριστίας, αφού ανέχεται με μακροθυμία και το διάβολο και τη πονηρία των ανθρώπων, και παρέχει κάθε καλό, και πριν την αμαρτία και μετά την αμαρτία, σε όσους μετανοούν.

Αφού λοιπόν έμαθε κάθε διάκριση εκείνος που αξιώθηκε να γίνει τηρητής της τρίτης εντολής, της πραότητας, δε θα γελαστεί ποια είτε με γνώση του είτε με άγνοιά του, αλλά έχοντας λάβει το χάρισμα της ταπεινώσεως, θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι μηδέν. Γιατί η πραότητα είναι το υλικό της ταπεινώσεως, κι αυτή είναι η θύρα που οδηγεί στην απάθεια. Μέσω αυτής εισέρχεται στην άπτωτη και τέλεια αγάπη εκείνος που γνωρίζει τη φύση του, δηλαδή τι ήταν πριν γεννηθεί και τι θα γίνει μετά θάνατον. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε, παρά λίγη δυσωδία που χάνεται την ίδια στιγμή, κι απ’ όλη την κτίση χειρότερος. Κι αυτό γιατί κανένα άλλο κτίσμα, άψυχο ή έμψυχο δεν ανέτρεψε το θέλημα του Θεού ποτέ, παρά η ανθρώπινη φύση, που δέχεται πολλές ευεργεσίες από το Θεό, κι ωστόσο πάντοτε πού Τον παροργίζει.

Και έτσι ο άνθρωπος αξιώνεται της τέταρτης εντολής, δηλαδή του πόθου της αποκτήσεως των αρετών, όπως λέει ο Κύριος: «Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη». Και γίνεται ο άνθρωπος σαν το πεινασμένο και διψασμένο για κάθε δικαιοσύνη, εννοώ κάθε αρετή σωματική και ηθική, δηλαδή ψυχική. Αν κανείς δε γευθεί κάποιο πράγμα, δεν γνωρίζει τι στερείται, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Εκείνος όμως που γεύθηκε, το ποθεί πολύ. Έτσι και εκείνος που γεύθηκε λίγο τη γλυκύτητα των εντολών και κατάλαβε ότι οι εντολές τον φέρνουν σιγά-σιγά στη μίμηση του Χριστού, ποθεί την απόκτηση όλων, ώστε για χάρη τους και τον θάνατο πολλές φορές καταφρονεί. Κι αφού καταλάβει λίγο τα μυστήρια του Θεού που είναι κρυμμένα μέσα στις θείες Γραφές, διψά πολύ να φτάσει σ’ αυτά. Και όταν τα γνωρίσει, διψά περισσότερο και καίγεται, σαν να πίνει φλόγα. Επειδή όμως το θείο είναι ακατάληπτο για όλους, μένει πάντοτε διψασμένος. Ό,τι είναι για το σώμα η υγεία και η ασθένεια, αυτό είναι για την ψυχή η αρετή και η κακία, και για το νου η γνώση και η αγνωσία. Και όσο κανείς φροντίζει την ευσέβεια, δηλαδή την πρακτική αρετή, τόσο φωτίζεται ο νους στη γνώση.

Και έτσι αξιώνεται του ελέους μέσω της πέμπτης εντολής, όπως λέει ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες». Ελεήμων είναι εκείνος που ελεεί τον πλησίον από εκείνα που έλαβε από το Θεό, είτε χρήματα, είτε φαγητά, είτε δύναμη, είτε λόγο ωφέλιμο, είτε προσευχή, και γενικά από ό,τι έχει που μπορεί να δείξει ευσπλαχνία σ’ εκείνον που έχει την ανάγκη του, πιστεύοντας πως είναι χρεώστης, γιατί έλαβε περισσότερα απ’ όσα του ζητούνται και γιατί αξιώθηκε σαν το Θεό να ονομάζεται ελεήμων, και μάλιστα από το Χριστό σ’ αυτή τη ζωή και στη μέλλουσα, μπροστά σε όλη την κτίση. Σκέφτεται ότι μέσω του αδελφού, ζητεί τη βοήθειά του ο Θεός και γίνεται χρεωφειλέτης του, και ότι ο φτωχός μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτό που του ζητεί, ενώ αυτός, χωρίς να ελεεί κατά τη δύναμή του, δεν μπορεί να ζήσει, ούτε να σωθεί. Γιατί αν δε θέλει να σπλαχνιστεί το συνάνθρωπο, πως παρακαλεί το Θεό να σπλαχνιστεί αυτόν; Και άλλα πολλά συλλογιζόμενος έτσι εκείνος που αξιώθηκε να τηρήσει τις εντολές, δίνει όχι μόνο τα πράγματά του, αλλά και τη ζωή του ακόμη για χάρη του πλησίον. Αυτή είναι η τέλεια ελεημοσύνη. Όπως ο Χριστός υπέφερε το θάνατο για χάρη μας και έδωσε σε όλους παράδειγμα και τύπο, να πεθάνομε ο ένας για χάρη του άλλου, κι όχι μονάχα για τους φίλους μας, αλλά και για τους εχθρούς, όταν το καλεί η περίσταση.

Δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς, δήθεν για να ελεεί. Αυτό μάλλον είναι μεγάλη ασθένεια. Αλλά κι αν δε έχει κανείς κάτι για να ελεεί, να έχει ευσπλαχνία σε όλους και με ό,τι μπορεί, να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη, αφήνοντας κάθε εμπαθή προσκόλληση στα πράγματα του βίου και έχοντας συμπάθεια ια τους ανθρώπους. Ούτε πρέπει να διδάσκει από κενοδοξία, για να ωφελήσει δήθεν ψυχές ασθενών, αυτός που δεν έκανε προηγουμένως πράξη τα λόγια του, αφού ο ίδιος είναι πιο ασθενής από εκείνους που νομίζει ότι θα ωφελήσει. Κάθε πράγμα χρειάζεται τον καιρό του και διάκριση, για να μη γίνει τίποτε χωρίς να είναι καιρός ή δίχως να χρειάζεται. Για τον αδύνατο προτιμότερο είναι η φυγή απ’ όλα, και η ακτημοσύνη είναι υπερβολικά καλύτερη από την ελεημοσύνη.

Με την απουσία εμπαθών προσκολλήσεων αξιώνεται της έκτης εντολής, όπως λέει ο Κύριος: «Μακάριοι όσοι είναι καθαροί στην καρδιά», δηλαδή εκείνοι που κατόρθωσαν κάθε αρετή με άγιους διαλογισμούς και έφτασαν να βλέπουν τα πράγματα όπως είναι στη φύση τους. Και έτσι περνά κανείς στην ειρήνη των λογισμών. «Μακάριοι, λέει οι ειρηνοποιοί», δηλαδή εκείνοι που έχουν ειρηνοποιήσει την ψυχή και το σώμα με το να υποτάξουν τη σάρκα στο πνεύμα, για να μην επιθυμεί πια η σάρκα εναντίον του πνεύματος, αλλά να βασιλεύει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή και να την οδηγεί όπως θέλει, αφού της χαρίσει τη θεία γνώση. Με τη γνώση μπορεί ο άνθρωπος να υπομένει διωγμό, ονειδισμό και κακοποίηση για την αρετή και χαίρεται γιατί η ανταμοιβή του θα είναι μεγάλη στους ουρανούς.

Όλοι λοιπόν οι μακαρισμοί κάνουν τον άνθρωπο θεό κατά χάρη, με το να γίνει πράος, να ποθεί κάθε αρετή, να είναι ελεήμων, απαθής, ειρηνοποιός, να υπομένει κάθε πόνο με χαρά για την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Ώστε είναι δώρα του Θεού και οφείλομε να ευχαριστούμε πολύ το Θεό γι’ αυτούς και για τα έπαθλα που έχουν, δηλαδή τη βασιλεία των ουρανών στο μέλλον, ενώ σ’ αυτή τη ζωή, παρηγοριά και αφθονία κάθε αγαθού και έλεος από το Θεό, και τη φανέρωση του Θεού με τη θεωρία των κρυφών μυστηρίων που είναι κρυμμένα στις άγιες Γραφές και σε όλα τα κτίσματα, και μεγάλη ανταμοιβή στους ουρανούς. Και γινόμαστε όμοιοι με το Χριστό με τη μίμησή Του εδώ στη γη και οι »μακάριοι» κάθε εντολής, πράγμα που είναι το ακρότατο αγαθό, το ανώτερο που μπορεί να επιθυμήσει ο άνθρωπος. Επειδή κατά τον Απόστολο μόνο ο Θεός είναι μακάριος και κατοικεί σε απρόσιτο φως. Αλλά μ’ όλο που έχομε χρέος να φυλάξομε τις εντολές, ή μάλλον να μας φυλάξουν οι εντολές, ο φιλάνθρωπος Θεός ωστόσο, θα χαρίσει τα έπαθλα της εντολής και εδώ και στον ουρανό σ’ εκείνον που πιστεύει σ’ Αυτόν.

Μ’ όλα αυτά που προέρχονται από το μακάριο πένθος, ανακουφίζεται ο νους από τα πάθη, και συμφιλιώνεται με το Θεό για τις αμαρτίες του με τα πικρά και πολλά δάκρυα. Σταυρώνεται νοερά μαζί με το Χριστό με την ηθική ζωή, δηλαδή με την τήρηση των εντολών, όπως είπαμε, και τη φύλαξη των πέντε αισθήσεων, για να μην κάνουν τίποτε απολύτως πέρα απ’ ότι χρειάζεται.

Κυριαρχώντας ο νους στις παράλογες ορμές, αρχίζει να διευθύνει σαν ηνίοχος τα σχετικά μ’ αυτόν πάθη, θέλω να πω, το θυμό και την επιθυμία. Και άλλοτε το θυμό που αγριεύει, τον καταπραϋνει με την ηπιότητα της επιθυμίας, κι άλλοτε με την αυστηρότητα του θυμού κατευνάζει την επιθυμία. Και τότε ο νους, αναλογιζόμενος τον εαυτό του, καταλαβαίνει το αξίωμά του, ότι είναι κύριος του εαυτού του, και αποκτά την ικανότητα να βλέπει τα πράγματα όπως είναι στη φύση τους. Γιατί ανοίγει το αριστερό μάτι, που το τύφλωσε ο διάβολος με την επικράτηση των παθών, και καταξιώνεται ο άνθρωπος να ταφεί μαζί με το Χριστό νοερά σε σχέση με τα πράγματα του κόσμου. Δεν εξαπατάται πλέον από την εξωτερική ομορφιά, αλλά βλέπει το χρυσό, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους και ξέρει ότι από τη γη βγαίνουν όπως τα λοιπά άψυχα, τα ξύλα και οι πέτρες. Ξέρει επίσης ότι ο άνθρωπος είναι σαν τη σαπίλα και λίγο χώμα μέσα στον τάφο μετά το θάνατο. Και όλα τα ευχάριστα του βίου τα θεωρεί μηδέν και βλέπει τις αλλοιώσεις τους πάντοτε με πολλή σκέψη που προέρχεται από τη γνώση. Και γίνεται με χαρά νεκρός για τον κόσμο και ο κόσμος νεκρώνεται γι’ αυτόν, και δε δυσκολεύεται πλέον, αλλά μάλλον έχει ανάπαυση και έλλειψη εμπαθούς προσκολλήσεως σε ο,τιδήποτε.

Και έτσι με την καθαρότητα της ψυχής καταξιώνεται να αναστηθεί νοερά μαζί με το Χριστό και παίρνει δύναμη να βλέπει απαθώς και τις εξωτερικές ομορφιές των πραγμάτων και δια μέσου αυτών δοξάζει τον Ποιητή των όλων. Και θεωρώντας στα αισθητά κτίσματα τη δύναμη και την πρόνοια του Θεού, την αγαθότητα και τη σοφία Του, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου, και βλέποντας τα μυστήρια που είναι κρυμμένα μέσα στις θείες Γραφές, αξιώνεται να αναληφθεί ο νους του μαζί με το Χριστό με τη θεωρία των νοητών κτισμάτων, δηλαδή τη γνώση των νοερών δυνάμεων. Και κατανοώντας με τα πολλά δάκρυα της συνέσεως και της χαράς, από τα ορατά τα αόρατα και από τα πρόσκαιρα τα αιώνια, στοχάζεται ότι, αν ο πρόσκαιρος αυτός κόσμος, που λέγεται εξορία και καταδίκη εκείνων που έχουν παραβεί την εντολή του Θεού, είναι τόσο ωραίος, πόσο περισσότερο είναι τα αιώνια και ακατανόητα αγαθά, που ο Θεός ετοίμασε για όσους Τον αγαπούν; Και αν εκείνα τα αγαθά υπερβαίνουν κάθε κατανόηση, πόσο μάλλον ο Θεός που δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν;

Αν κανείς σχολιάζει απ’ όλα και φροντίζει τις σωματικές και ψυχικές πράξεις που ονομάζονται από τους Πατέρες ευσέβεια, και δεν πιστεύει κανένα όνειρο και κανένα δικό του νόημα που δεν έχει μαρτυρία από τη Γραφή, κι αν αποφύγει κάθε περιττή συνομιλία, ώστε να μην ακούει διόλου ή να διαβάζει αργό λόγο, και μάλιστα περί αιρέσεως, πληθαίνουν σ’ αυτόν τα δάκρυα της συνέσεως και χαράς, τόσο που να τα πίνει. Και φτάνει στην άλλη προσευχή, την καθαρή, η οποία αρμόζει στον θεωρητικό. Γιατί όπως πριν οφείλει να έχει άλλα αναγνώσματα και άλλα δάκρυα και προσευχή, έτσι και τώρα. Επειδή ο νους ανέβηκε σε πνευματικές θεωρίες, γι’ αυτό από εδώ και πέρα οφείλει να μελετά όλες τις θείες Γραφές, αφού δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο από τα δυσνόητα λόγια της Γραφής όπως όσοι ασχολούνται ακόμη με την πράξη και είναι αδύνατοι στη διάνοια. Τούτο γιατί έχοντας πολυκαιρίσει στον αγώνα των σωματικών και ηθικών πράξεων, σταυρώθηκε και τάφηκε μαζί με το Χριστό με τη γνώση των πραγμάτων, και κατά τη φύση και κατά τη μεταβολή, κι αναστήθηκε μαζί με το Χριστό με την απάθεια και τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, που βρίσκονται στα αισθητά κτίσματά Του. Και από αυτήν ανέβηκε μαζί Του στα υπερκόσμια με τη γνώση των νοητών και των μυστηρίων που είναι κρυμμένα στις θείες Γραφές.

Από τον φόβο ανεβαίνει κανείς στην ευσέβεια, από την οποία προέρχεται η γνώση. Απ’ αυτήν προέρχεται η ουλή, δηλαδή η διάκριση, κι απ’ αυτήν η ισχύς που προξενεί τη σύνεση. Κι έτσι καταλήγει στη σοφία. Με όλες λοιπόν τις προηγούμενες πράξεις και θεωρίες καταξιώνεται να αποκτήσει την καθαρή και τέλεια προσευχή, που δημιουργείται από την ειρήνη και την αγάπη του Θεού και την κατοίκηση μέσα του του Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι εκείνο που λένε: «Απόκτησε το Θεό μέσα σου». Επίσης τη φανέρωση και την ενοίκηση του Θεού, όπως είπε ο Χρισόστομος, με το να γίνουν το σώμα και η ψυχή, κατά το δυνατόν, όπως του Χριστού, αναμάρτητα. Και να έχει κανείς νου που να νοεί για το Χριστό με τη χάρη και τη σοφία του Πνεύματος, η οποία είναι γνώση θείων και ανθρώπινων πραγμάτων.

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Οι τέσσερις αρετές της ψυχής

Τέσσερις είναι οι μορφές της σοφίας: η φρόνηση, δηλαδή η γνώση και εκείνων που πρέπει και εκείνων που δεν πρέπει να κάνομε και η εγρήγορση του νου. η σωφροσύνη, δηλαδή να γίνει ορθό το φρόνημά μας, ώστε να μπορέσομε να κρατήσομε τον εαυτό μας μακριά από κάθε έργο, λογισμό και λόγο που δεν αρέσει στο Θεό. η ανδρεία, δηλαδή η δύναμη και η καρτερία στους κατά Θεόν αγώνες και στους πειρασμούς. η δικαιοσύνη, δηλαδή η διανομή που γίνεται με την ισότητα σε όλα αυτά.


Αυτές οι τέσσερις γενικά αρετές γεννιούνται από τις τρεις δυνάμεις της ψυχής. Από το λογισμό, δηλαδή το νου, γεννιούνται δύο, η φρόνηση και η δικαιοσύνη, δηλαδή η διάκριση. Από το επιθυμητικό γεννιέται η σωφροσύνη, και από το θυμικό, η ανδρεία. Κάθε μία από αυτές βρίσκεται ανάμεσα σε δύο παρά φύση πάθη. Η φρόνηση έχει πάνω της την υπερβολική ιδέα και κάτω την ανοησία. Η σωφροσύνη έχει πάνω την ευήθεια και κάτω την ακολασία. Η ανδρεία έχει πάνω το θράσος και κάτω τη δειλία. Η δικαιοσύνη έχει πάνω την κτήση του λιγότερου και κάτω την πλεονεξία. Και αυτές οι τέσσερις αρετές είναι εικόνα του επουράνιου στοιχείου, ενώ τα οκτώ πάθη που τις περιβάλλουν, είναι εικόνα του χωμάτινου.


Αυτά όλα τα γνωρίζει ακριβώς ο Θεός, όπως γνωρίζει τα περασμένα, τα παρόντα και τα μέλλοντα, και εν μέρει τα γνωρίζει και εκείνος που έμαθε κατά χάρη τα έργα του Θεού από Αυτόν, και αξιώθηκε να γίνει «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Του». Εκείνος ου λέει ότι γνωρίζει ορθά μόνον εξ ακοής ψεύδεται. Γιατί ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί χωρίς χειραγώγηση να ανεβεί ποτέ στον ουρανό. Ούτε πάλι, αν δεν ανεβεί και δει, μπορεί να πει εκείνο που δεν είδε. Αλλ’ ό,τι ακούει από τη Γραφή, εκείνο μόνο οφείλει να λέει εξ ακοής με ειλικρίνεια και να ομολογεί τον Πατέρα του Λόγου, όπως είπε ο Μέγας Βασίλειος. Αλλιώς θα νομίζει ότι έχει γνώση, και θα είναι χειρότερος από εκείνον που δεν έχει. Γιατί όταν νομίζει κανείς ότι είναι κάτι, δεν μπορεί να γίνει, ό,τι νομίζει πως είναι, λέει ο άγιος Μάξιμος. Υπάρχει και αξιέπαινη αγνωσία, όπως λέει ο Χρυσόστομος, όπως όταν συνειδητά γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Και υπάρχει και αγνωσία πέρα από κάθε αγνωσία , όταν δε γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Υπάρχει και γνώση ψευδώνυμη, όταν νομίζει κανείς ότι γνωρίζει, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε, όπως λέει ο Απόστολος.

Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η έμπρακτη γνώση

Υπάρχει γνώση αληθινή και υπάρχει καθολική αγνωσία. Ανώτερη απ’ όλες είναι η έμπρακτη γνώση. Γιατί, τι ωφελείται ο άνθρωπος αν έχει όλη τη γνώση, ή μάλλον αφού τη λάβει κατά χάρη από Θεό όπως ο Σολομών-είναι βέβαια αδύνατο να παρουσιαστεί δεύτερη όμοια περίπτωση- και έπειτα να πάει στη κόλαση; Τι ωφελείται αν δε λάβει πληροφορία με τη μαρτυρία της συνειδήσεως από τα έργα και τη βέβαιη πίστη του ότι ελευθερώθηκε από τη μέλλουσα κόλαση, καθώς δε θα τον κατηγορεί η συνείδηση ότι παραμέλησε κάτι απ’ όσα κατά τη δύναμή του χρεωστούσε, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος; «Αν η καρδιά μας, λέει , δεν μας κατηγορεί πια έχομε παρρησία μπροστά στο Θεό».


Μ’ όλα τούτα, όπως λέει ο άγιος Νείλος και αυτή η συνείδηση κάποτε ψεύδεται. Τούτο γίνεται όταν σκοτεινιάζει από τα πάθη και πέφτει στην κακία, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος. Αν η πονηρία μόνη εκ φύσεως σκοτίζει ο νου, λέει ο Μέγας Βασίλειος , και αν η ιδέα που έχει κανείς για τον εαυτό του τον κάνει τυφλό και δεν τον αφήνει να γίνει ότι νομίζει πως είναι, τι λοιπόν να πούμε για κείνους που δουλεύουν στα πάθη, αν νομίζουν ότι έχουν καθαρή συνείδηση; Και μάλιστα όταν βλέπομε τον Απόστολο Παύλο, που είχε μέσα του το Χριστό, να λέει και με τα έργα και με το λόγο ότι « η συνείδησή μου δε με ελέγχει για καμία αμαρτία, αλλά δε σημαίνει ότι μ’ αυτό έχω δικαιωθεί». Οι πολλοί από τη μεγάλη αναισθησία που έχομε, νομίζομε ότι είμαστε κάτι, ενώ δεν είμαστε τίποτε. «Αλλά όταν λέει ο Απόστολος, λένε οι άνθρωποι ότι έχουν ειρήνη, τότε επέρχεται σ’ αυτούς η καταστροφή». Γιατί δεν είχαν ειρήνη, αλλά έλεγαν ότι έχουν επειδή έτσι νόμιζαν, λέει ο Χρυσόστομος, από την πολλή αναισθησία του. Και όπως λέει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος για τους ανθρώπους αυτούς ότι «ξέχασαν τις αμαρτίες τους», έτσι πάρα πολλοί υπερήφανοι, χωρίς να το καταλάβουν, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, νόμισαν ότι έχουν απάθεια.


Και εγώ λοιπόν, επειδή τρέμω τους τρείς γίγαντες του διαβόλου, για τους οποίους έγραψε ο άγιος Μάρκος ο ασκητής, δηλαδή τη ραθυμία, τη λήθη και την άγνοια, γιατί κατέχομαι από αυτές πάντοτε, και επειδή φοβούμαι μήπως αγνοώντας τα όριά μου βρεθώ έξω από τον ίσιο δρόμο, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ, έγραψα την παρούσα συλλογή. Γιατί όπως λέει ο Άγιος της Κλίμακος, εκείνος που μισεί τον έλεγχο, είναι φανερό ότι έδειξε το πάθος της υπερηφάνειας. Ενώ εκείνος που τρέχει στον έλεγχο, είναι ελεύθερος από τα δεσμά της. Κι ο Σολομών λέει: «Αν ο ανόητος ρωτάει για σοφία, αυτό θα του λογαριασθεί σοφία». Γι’ αυτό και έβαλα στην αρχή τα ονόματα των βιβλίων και των Αγίων, για να μη λέω για το κάθε ρητό τίνος είναι και μακραίνει ο λόγος. Γιατί και οι άγιοι Πατέρες έγραφαν τα λόγια των θείων Γραφών πολλές φορές όπως είναι στο κείμενο, όπως ο Θεολόγος Γρηγόριος τα λόγια του Σολομώντα, και οι λοιποί, όπως ο Λογοθέτης Συμεών ο Μεταφραστής είπε περί του Χρυσοστόμου ότι « δεν είναι σωστό να παραμερίσω τα λόγια του και να γράφω τα δικά μου», αν και μπορούσε, γιατί από το ίδιο Άγιο Πνεύμα έλαβαν όλοι. Έτσι οι άγιοι Πατέρες, άλλοτε αναφέρουν τίνος είναι το ρητό που χρησιμοποιούν , επειδή από ταπείνωση αρέσκονται να προτιμούν τα λόγια των Γραφών, και άλλοτε τ’ αφήνουν ανώνυμα λόγω της πληθώρας για να μη μακραίνει ο λόγος.

Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρῶτο – Οἱ σωματικές ἀρετές εἶναι ἐργαλεῖα τῶν ψυχικῶν

‘Aλλά ἐπειδή εἶναι καλύτερη ἡ συχνότερη ὑπενθύμιση, ἰδού θά ἀρχίσω τά περισσότερα ἀπ’ ὅσα εἶπα, καί δέν εἶναι δικά μου αὐτά, ἀλλά λόγια καί διακρίσεις τῶν θείων Γραφῶν καί Ἁγίων ἀνδρῶν. Λέει ὁ Δαμασκηνός ὅτι οἱ σωματικές ἀρετές, ἤ μάλλον τά ἐργαλεία τῶν ἀρετῶν, εἶναι ἀναγκαῖες ὅταν τίς ἐργάζεται κανείς μέ ταπείνωση καί πνευματική γνώση, ἐπειδή χωρίς αὐτές δέν ἐπιτυγχάνονται οὕτε οἱ ψυχικές ἀρετές.


Ἄν ὅμως δέ γίνονται ἔτσι, ἀλλά σάν νά εἶναι αὐτοσκοπός, δέν ὠφελοῦν σέ τίποτε, ὅπως οὔτε τά φυτά χωρίς τούς καρπούς τους. Οὔτε χωρίς σχολή καί κοπή τῶν θελημάτων του μπορεῖ κανεῖς νά μάθει ποτέ ὀρθά καί μέ ἀσφάλεια κάποια τέχνη. Γι’ αὐτό λοιπόν, μετά τήν πράξη, ἔχομε ἀνάγκη καί τή γνώση καί προπάντων τήν κατά Θεόν σχολή ἀπ’ ὅλα καί τήν ἀπασχόληση μέ τίς θεῖες Γραφές, χωρίς τήν ὁποία, κανείς δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποκτήσει ἀρετή. Ἐκεῖνος πού ἀξιώθηκε νά σχολάζει πάντοτε καί ὁλοκληρωτικά, πέτυχε τό τελειότατο ἀγαθό· ἐκεῖνος ὅμως πού δέν ἀξιώθηκε, ἄς μήν ἀμελήσει νά σχολάζει ἐν μέρει. Μακάριοι ὡστόσο εἶναι ἐκεῖνοι πού σχολάζουν ὁλοκληρωτικά, εἴτε μέ τήν ὑποταγή τους σέ κάποιον πρακτικό πού ἀσκεῖ τήν ἡσυχία ὀρθά, εἴτε μέ ἡσυχία καί ἀμεριμνία ὑποταγμένοι τελείως στό θεῖο θέλημα καί ζητώντας τίς συμβουλές τῶν ἐμπείρων γιά κάθε τους προσπάθεια, λόγο καί νόημα, ὅσοι μάλιστα θέλουν νά φτάσουν χωρίς κόπο στήν ἀπάθεια καί τήν πνευματική γνώση, μέ τήν ὁλοκληρωτική κατά Θεόν σχολή, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶπε μέσω τοῦ Προφήτη: «Σχολάσετε καί μάθετε ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός».

Οἱ ἀπασχολημένοι μέ τά βιοτικά κοσμικοί καί οἱ δῆθεν μοναχοί, ἄς σχολάσομε ἔστω καί ἐν μέρει, ὅπως οἱ παλιοί Δίκαιοι, γιά νά ἐξετάζομε τήν ἄθλια ψυχή μας πρίν ἀπό τό θάνατο καί νά τῆς προξενήσομε διόρθωση ἤ ταπείνωση καί νά μή χαθεῖ τελείως μέ τήν καθολική ἀγνωσία καί τά συνειδητά καί ἀσυνείδητα ἀμαρτήματά της. Γιατί καί ὁ Δαβίδ, ἄν καί ἧταν βασιλιάς, ἐντούτοις κάθε νύχτα ἔβρεχε τό στρῶμα του καί τό κρεβάτι του μέ τά δάκρυα, ἐνῶ ὁ Ἰώβ ἔλεγε: «Ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ θείου ἀνορθώθηκαν οἱ τρίχες μου» καί τά λοιπά. Κι ἐμεῖς λοιπόν ἄς σχολάσομε, ὅπως οἱ κοσμικοί, μέρος ἔστω τῆς ἡμέρας καί τῆς νύχτας, καί ἄς δοῦμε τί θά ἀπολογηθοῦμε στόν δίκαιο Κριτή τή φοβερή ἡμέρα τῆς κρίσεως. Καί ἄς φροντίσομε γι’ αὐτό σάν γιά ἀναγκαῖο ζήτημα, ἀπό τό φόβο τῆς αἰώνιας κολάσεως, καί ὄχι γιά τό πῶς θά ζήσουν οἱ φτωχοί καί πῶς θά πλουτήσουν οἱ φιλάνθρωποι, καί μή στρέφομε ἀνόητα ὅλη μας τή φροντίδα στά βιοτικά πράγματα. Ὅπως λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, πρέπει νά ἐργαζόμαστε, ὅχι ὅμως νά φροντίζομε καί νά ἀγωνιοῦμε γιά πολλά, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στή Μάρθα. Γιατί ἡ μέριμνα τοῦ βίου δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά φροντίζει γιά τήν ψυχή του καί νά μαθαίνει πῶς εἶναι, ὅπως ἐκεῖνος πού σχολάζει καί προσέχει στόν ἑαυτό του. Ὅπως λέει καί στό Νόμο: «Πρόσεχε σεαυτῷ κ.λ.π».  Περί τοῦ ρητοῦ αὐτοῦ ἔγραψε ὁ Μέγας Βασίλειος λόγο ἀξιοθαύμαστο και γεμάτο από κάθε σοφία.

Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρῶτο – Περί προσοχῆς καί φυλάξεως τοῦ νοῦ

Χωρίς προσοχή καί ἐγρήγορση τοῦ νοῦ εἶναι ἀδύνατο νά σωθοῦμε καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος περπατᾶ σάν λιοντάρι πού βρυχιέται καί ζητεῖ ποιόν νά καταπιεῖ, λέει ό Δαμασκηνός. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἔλεγε συχνά στούς μαθητές Του: «Νά εἶστε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεστε, γιατί δέν ξέρετε κλπ.» προκαταγγέλοντας σ’ ὅλους μ’ αὐτά τή μνήμη τοῦ θανάτου, γιά νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε εὐπρόσδεκτη ἀπολογία, ἡ ὁποία γίνεται ἀπό ἔργα καί προσοχή.
Οἱ δαίμονες, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἱλαρίων, εἶναι ἄυλοι, ἄυπνοι καί ὅλη ἡ φροντίδα τους εἶναι νά μᾶς πολεμοῦν καί νά ὁδηγήσουν στήν ἀπώλεια τίς ψυχές μας, μέ λόγο, μέ ἔργο καί λογισμό, ἐνῶ ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἔτσι. Ἀλλά ἄλλοτε φροντίζομε γιά ἀπόλαυση καί δόξα πού περνάει, ἄλλοτε γιά πράγματα τοῦ βίου καί γιά ἄλλα πολλά, καί δέ θέλομε οὔτε λίγο ν’ ἀναλάβομε νά ἐξετάζομε τό βίο μας, γιά νά συνηθίσει μ’ αὐτό ὁ νοῦς καί νά μπορέσει νά προσέχει στόν ἑαυτό του χωρίς προσπάθεια.

Ὅπως λέει ὁ Σολομών, περνοῦμε ἀνάμεσα ἀπό πολλές παγίδες. Γι’ αὐτές ἔγραψε ὁ Χρυσόστομος, κι ἐξηγεῖ λεπτομερῶς ποιές εἶναι αὐτές οἱ παγίδες, μέ μεγάλη ἀκρίβεια καί πολλή σοφία. Καί ὁ Κύριος, θέλοντας νά κόψει κάθε φροντίδα μας, διέταξε νά καταφρονοῦμε καί αὐτή τήν τροφή καί τήν ἐνδυμασία, γιά νά ἔχομε μία μόνο μέριμνα, τό πῶς νά γλυτώσομε σάν ζαρκάδι ἀπό τή θηλειά καί σάν ὄρνεο ἀπό τήν παγίδα, γιά νά φτάσομε στήν ὀξυδέρκεια τοῦ ζαρκαδιοῦ καί στό πέταγμα ψηλά τοῦ ὀρνέου μέ τήν ἀμεριμνία. Καί τό πιό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὁ Σολομών τά ἔλεγε, ἄν καί ἦταν βασιλιάς· ἐπίσης καί ὁ πατέρας του, ὁ Δαβίδ, ἔλεγε καί ἔπραττε τά ἴδια. Καί ἐνῶ εἶχαν τόσο μεγάλη προσοχή καί πολλούς ἀγώνες καί διέθεταν κάθε σοφία καί ἀρετή, ὕστερα ἀπό τά τόσα χαρίσματα καί τή φανέρωση τοῦ Θεού, νικήθηκαν -ἀλοίμονο- ἀπό τήν ἀμαρτία, ὥστε ὁ μέν Δαβίδ θρήνησε ταυτόχρονα γιά μοιχεία καί φόνο, ὁ δέ Σολομών ἔπεσε σέ τόσα δεινά.

Λοιπόν, αὐτό δέν εἶναι γεμάτο ἀπό φρίκη καί τρόμο γιά ὅσους ἔχουν νοῦ ὅπως λένε ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος καί ὁ ἀσκητής Φιλήμων; Πῶς λοιπόν δέν φρίττομε καί δέν ἀποφεύγομε τόν περισπασμό τοῦ βίου, ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς μας, ἐμεῖς πού δέν εἴμαστε τίποτε, ἀλλά μένομε ἀναίσθητοι σάν ἄλογα ζῶα; Καί μακάρι σάν τά ἄλογα ζῶα νά εἶχα φυλάξει τή φύση μου ὁ ἄθλιος, γιατί σ’ αὐτό ὁ σκύλος εἶναι καλύτερος ἀπό μένα.

Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο πρῶτο – Περί ἀποφυγῆς τῶν θελημάτων, ὑποταγῆς καί ἡσυχίας

Ἄν θέλομε λοιπόν νά δοῦμε τούς ἑαυτούς μας, σέ ποιά θανατηφόρα κατάσταση εἴμαστε, αν ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά θελήματά μας καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Καί μέ τήν ἀποφυγή ὅλων ἄς σχολάσομε μέ φιλοπονία στή μακάρια καί κατά Θεόν σχολή, ζητώντας ὁ καθένας τήν ψυχή του μέσα στή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, εἴτε μέ τέλεια ὑποταγή τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, εἴτε στήν πανύμνητη ζωή τῶν ἀγγέλων, τήν ἡσυχία, καί μάλιστα ὅσοι εἶναι ἀκόμη ἐμπαθεῖς καί ἀσυγκράτητοι στίς ὀρέξεις τους, μικρές καί μεγάλες. «Κάθισε, λένε στό κελί σου, καί αὐτό θά σέ διδάξει τά πάντα».
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: « Ἀρχή τῆς καθάρσεως τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἡσυχία». Καί ὁ Σολομών: «Ὁ Θεός ἔδωσε περισπασμό πονηρό στούς ἀνθρώπους, νά περισπῶνται στά μάταια»· τοῦτο, γιά νά μήν στραφοῦν πρός τά χειρότερα ἀπό τήν ἄλογη καί ἐμπαθή ἀργία. Ἐκεῖνος τώρα πού μέ τήν  χάρη τοῦ Θεοῦ γλύτωσε ἀπό τούς δύο αὐτούς γκρεμούς καί καταξιώθηκε νά γίνει μοναχός καί νά φορέσει τό μοναχικό καί ἀγγελικό σχῆμα, ὥστε ἀπ’ αὐτό νά φανεῖ ὅτι ἀποτελεῖ μίμηση τοῦ μόνου Θεοῦ, κατά τό δυνατόν, μέ ἔργα καί λόγια, ὅπως λέει ὁ Μέγας Διονύσιος, πῶς δέν ὀφείλει νά σχολάζει πάντοτε καί νά προσέχει νοερά σέ κάθε ἔργο καί νά ἔχει πάντοτε κάποια συνεχή θεάρεστη μελέτη, ἀνάλογη μέ τήν κατάστασή του; Ἔτσι λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὁ Εφραίμ καί οἱ λοιποί, πρός τούς ἀρχαρίους.

Ἄλλος, λένε, νά ἔχει τόν ψαλμό στά χείλη, ἄλλος τό στίχο, καί ἄλλοι νά παρακολουθοῦν μέ τό νοῦ τους προσεκτικά στούς ψαλμούς καί τά τροπάρια, ὅσοι, ἐννοῖται, δέν ἀξιώθηκαν ἀκόμη νά φτάσουν σέ κάποια θεωρία, δηλαδή γνώση, γιά νά μή βρίσκεται κανείς ἔξω ἀπό κάποια μελέτη, εἴτε ἐργάζεται, εἴτε βαδίζει, εἴτε ξαπλώνει γιά νά κοιμηθεῖ. Ἀλλά μόλις κάνει τόν κανόνα του, εὐθύς νά περιορίσει τό νοῦ του σέ κάποια μελέτη, γιά νά μή τόν βρεῖ ὁ ἐχθρός ἀργό ἀπό τή θεία μνήμη καί τόν προσβάλει μέ τά ἴδια δεινά. Καί αὐτά λέγονται γιά ὅλους.

Ὅταν ὅμως κανεῖς μέ πολλούς ἀγῶνες, δηλαδή σωματικές καί ψυχικές ἀρετές, μπορέσει νά ἀνεβεῖ νοερά σέ ἐργασία πνευματική, δηλαδή νοητή, μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πενθήσει τήν ψυχή του, τότε ἔχει χρέος, ἐκεῖνο τό στοχασμό πού φέρνει τά ἐπίπονα δάκρυα, νά τόν φυλάξει σάν κόρη ὀφθαλμοῦ, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μέχρις ὅτου ἡ φωτιά καί τό νερό φύγουν κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγει δηλαδή τήν ἔπαρση.

Ἡ φωτιά εἶναι ὁ καρδιακός πόνος καί ἡ θερμή πίστη, ἐνῶ τό νερό εἶναι τά δάκρυα. Δέν δίνονται αὐτά σέ ὅλους, ἀλλά σ’ ἐκείνους – ὅπως λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος – πού καταξιώθηκαν νά βλέπουν τά πρίν ἀπό τό θάνατο καί τά μετά τόν θάνατο δεινά μέ τή γύρω ἀπ’ αὐτά ἀκατάπαυστη θύμηση στήν ἡσυχία. Ὅπως λέει ὁ Ἡσαΐας, «τό αὐτί τοῦ ἡσυχαστῆ ἀκούει ἐξαίσια», καί ἀλλοῦ λέει: «Σχολάσετε καί μάθετε».

Μόνον ἡ ἡσυχία γεννᾶ τή γνώση τοῦ Θεοῦ, καθώς μπορεῖ νά βοηθήσει τούς πολύ ἐμπαθεῖς καί τούς πιό ἀδύνατους, μέ τήν χωρίς περισπασμό ζωή καί τήν ἀποφυγή τῶν ἀνθρώπων καί τῶν συναντήσεων καί τῶν φροντίδων πού σκοτίζουν τό νοῦ, ὄχι μόνο τῶν ἀναγκαίων γιά τή ζωή, ἀλλά καί τῶν μηδαμινῶν καί ἐκείνων πού δέ νομίζονται ἐφάμαρτες. Ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, καί μιά μικρή τρίχα ταράζει τό μάτι, καί τά λοιπά. Καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ λέει: «Μή νομίζεις ὅτι μόνο ὁ χρυσός καί τό ἀσήμι συνιστοῦν φιλαργυρία, ἀλλά ὁ,τιδήποτε στό ὁποῖο κλίνει ὁ λογισμός». Καί ὁ Κύριος λέει: «Ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θά εἶναι καί ἡ καρδιά σας», δηλαδή, εἴτε στά θεῖα, εἴτε στά γήινα πράγματα καί νοήματα.

Γι’ αὐτό σέ ὅλους ταιριάζει ἡ ἀμεριμνία καί ἡ κατά Θεόν σχολή, εἴτε στούς κοσμικούς ἐν μέρει, ὅπως εἴπαμε, γιά νά ἔρθουν σιγά-σιγά σέ φρόνηση καί πνευματική γνώση, εἴτε σ’ ἐκείνους πού μποροῦν νά σχολάζουν ὁλοκληρωτικά καί νά στρέψουν ὅλη τήν φροντίδα τους στό νά εὐαρεστήσουν τό Θεό, γιά νά δεῖ ὁ Θεός τήν προαίρεσή τους καί νά τούς χαρίσει ἀνάπαυση μέσω τῆς πνευματικῆς γνώσεως καί νά τούς φέρει σέ σημεῖο νά μελετοῦν τήν πρώτη θεωρία, γιά νά ἀποκτήσουν ἀνέκφραστη συντριβή ψυχῆς, καί νά γίνουν φτωχοί στό φρόνημα.

Καί ἔτσι σιγά σιγά ἀνεβάζοντάς τους καί στίς λοιπές θεωρίες, νά τούς καταξιώσει νά φυλάξουν τούς μακαρισμούς μέχρις ὅτου φτάσουν στήν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἡ ὁποία εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νεῖλος, χρησιμοποιώντας τά λόγια τοῦ ψαλτηρίου: «Ὁ τόπος του βρίσκεται σέ εἰρηνικό μέρος».