ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΒ΄ Ο πόλεμος και η απάτη που χρησιμοποιεί ο διάβολος, για να εγκαταλείψουμε τον δρόμο της αρετής που βαδίζουμε.



Η τέταρτη απάτη με την οποία μας επιτίθεται ο πονηρός διάβολος, όταν μας δη ότι βαδίζουμε τον ευθύ δρόμο της αρετής, είναι οι διάφορες επιθυμίες, που ξεσηκώνει εναντίον μας, για να μας κάνη να ξεπέσουμε από την εκγύμνασι των αρετών στις κακίες. Γιά παράδειγμα, όταν ένας άρρωστος υποφέρη με υπομονετική θέλησι την αρρώστια του, ο εχθρός, που γνωρίζει ότι με τον τρόπο αυτόν μπορεί εκείνος να αποκτήση την συνήθεια της υπομονής, του παρουσιάζει μπροστά του πολλά καλά έργα, που θα μπορούσε να κάνη αν βρισκότανε σε άλλη κατάστασι και φροντίζει να τον πείση ότι αν ήταν υγιής, θα μπορούσε να υπηρετήση καλύτερα τον Θεό και να ωφελήση και τον εαυτό του και τους άλλους.


Αφού του βάλλει αυτές τις επιθυμίες, πηγαίνει σιγά σιγά, αυξάνοντάς τες κατά αυτό τον τρόπο, που τον κάνει να θορυβήται και να ταράζεται, γιατί δεν μπορεί να τις τελειώση, σύμφωνα με το θέλημά του. Και όσο του γίνονται μεγαλύτερες και δυνατώτερες οι παρόμοιες επιθυμίες, τόσο πιο πολύ αυξάνει και η ενόχλησις και η ταραχή της καρδιάς του· και μετά λίγο λίγο, με ικανότητα τον καταφέρνει ο εχθρός ώστε να μην υπομένη πλέον την αρρώστια του, όχι ως αρρώστια, αλλά ως εμπόδιο εκείνων των αρετών, που με πολλή όρεξι επιθυμεί να κάνη, για μεγαλύτερη ωφέλεια. Και αφού τον φέρει σε αυτό το σημείο, με πολλή ικανότητα του κλέβει από το νού εκείνο τον σκοπό που είχε για να υπηρετήσει καλύτερα τον Θεό και να αποκτήση περισσότερες αρετές. Και έτσι, άλλο δεν του αφήνει, παρά γυμνή και μόνη την επιθυμία του να ελευθερωθή από την αρρώστια. Επειδή όμως, σύμφωνα με την θέλησί του, δεν του περνά, συγχύζεται και ταράσσεται σε τέτοιο σημείο, που γίνεται εντελώς ανυπόμονος, και έτσι φθάνει ο άθλιος να πέση στην κακία της ανυπομονησίας, από την αρετή της υπομονής, που εξασκείτο από πριν χωρίς να το καταλαβαίνη καθόλου (68).


Ο τρόπος λοιπόν, για να αντισταθής σε αυτήν την απάτη του διαβόλου, είναι ο εξής: Όταν βρεθής σε αυτή την κατάστασι της αρρώστιας, που να ενοχλήσαι και να ταράσσεσαι, πρόσεχε καλά, να μη δέχεσαι ή να μην υποχωρής καθόλου στις επιθυμίες που τότε σου έρχονται, όσο καλές κι αν φαίνωνται. Γιατί, μη μπορώντας τότε να τις κάνης έργο, αναγκαστικά συγχύζεσαι και δεν ειρηνεύεις. Πρέπει λοιπόν, με κάθε ταπείνωσι, υπομονή και υποταγή να πιστεύης, Πως οι επιθυμίες σου αυτές, δεν μπορούν να πάρουν εκείνη την έκβασι και το τέλος που επιθυμείς, όντας εσύ περισσσότερο αδύνατος και αστήρικτος από εκείνο που εσύ λογαριάζεις· ή σκέψου ότι ο Θεός για τις κρυφές κρίσεις του ή και για τις αμαρτίες σου, δεν θέλει από σένα εκείνα τα καλά που επιθυμείς, αλλά καλύτερα θέλει να σε έχη ταπεινωμένο με την υπομονή, κάτω από το γλυκό και δυνατό χέρι της θελήσεώς του.


Έτσι παρόμοια και αν έχης κάποτε κανόνα από τον Πνευματικό σου για κανένα σου αμάρτημα και γι αυτό δεν μπορείς, όπως επιθυμείς, να ακολουθής με συνέπεια την κάθε ενέργεια που κάνεις για ευλάβεια, και ιδιαιτέρως την θεία Κοινωνία, μη συγχυσθής και ενοχληθής από την επιθυμία τους· αλλά αφού αποβάλης κάθε δικό σου θέλημα, φόρεσε εκείνο που αρέσει στο Θεό με πόνο καρδιάς, λέγοντας μέσα σου. Άχ, εάν το μάτι της θεϊκής πρόνοιας, δεν έβλεπε σε μένα αχαριστίες και ελαττώματα, εγώ βέβαια, δεν θα βρισκόμουν τώρα σε τέτοια αθλιότητα, να στερηθώ τη χάρι των αγιωτάτων Μυστηρίων γι αυτό, βλέποντας ότι ο Κύριος μου, μου φανερώνει με αυτό την αναξιότητά μου, υμνώ και δοξολογώ στους αιώνας το όνομά του, λέγοντας προς αυτό: «Φιλανθρωπότατε Δέσποτα· ελπίζοντας καλά στην αγαθότητά σου, αν και είμαι ανάξιος ο άθλιος να σε δεχθώ στην ψυχή μου με το μέσο των θείων Μυστηρίων, με όλα αυτά, δεν σταματώ με άλλον τρόπο να σου ανοίγω την καρδιά μου, για να μπαίνης πνευματικά σε αυτή, να την χαροποιής και να την δυναμώνης εναντίον των εχθρών, που θέλουν να την χωρίσουν από σένα· και παραμένω πάντα ευχαριστημένος για όλα εκείνα, που αρέσουν στα μάτια σου, Δημιουργέ μου και Σωτήρα μου· αυτό μόνο επιθυμώ, το θέλημά σου να είναι και τώρα και πάντα η τροφή μου και η δύναμίς μου· και αυτή μόνο την χάρι, πολυαγαπητέ μου, σου ζητώ· η ψυχή μου ελευθερωμένη από κάθε τι που δεν σου αρέσει, να μένη πάντα ντυμένη με την στολή των αγίων σου εντολών και ετοιμασμένη στο νοητό ερχομό σου και σε ό,τι άλλο επιθυμείς να μου δώσης».


Αν φυλάξης αυτές τις παραγγελίες, να είσαι σίγουρος, ότι κάθε επιθυμία του καλού, που εσύ δεν μπορείς να ολοκληρώσης, που προέρχεται είτε από την φύσι, είτε από τον διάβολο, που θέλει να σε ενοχλεί πάντα και να σε βγάζη πάντα από τον δρόμο της αρετής· ή και καμιά φορά από τον Θεό, για να δοκιμασθή η υποταγή σου στο θέλημά του· σε κάθε, λέγω, ανεκπλήρωτη επιθυμία σου, θα έχης πάντα αφορμή να ευχαριστής τον Θεό σου, όπως του αρέσει. Γιατί από αυτό αποτελείται η αληθινή ευλάβεια και η υπηρεσία που ζητάει ο Θεός από εμάς.


Γνώριζε ακόμη και αυτό, ότι για να μην αγανακτής και χάνης την υπομονή στις θλίψεις και στους πειρασμούς που έρχονται, από όποιο μέρος και αν είναι, πρέπει να χρησιμοποιής εκείνα τα δίκαια και φρόνιμα μέσα, που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι υπηρέτες του Θεού, δηλαδή, το να μη δίνης εσύ αφορμή σε αυτές, το να παρακαλής τον Θεό να σε ελευθερώνη από αυτές και άλλα παρόμοια· όχι όμως με τόση επιθυμία και αφοσίωσι ολοκληρωτική, για να ελευθερωθής από τις θλίψεις αυτές, αλλά γιατί θέλει ο Θεός να μεταχειριζώμαστε τα παρόμοια μέσα και όργανα (69). Γιατί, εμείς δεν γνωρίζουμε αν θέλη ο Θεός να μας ελευθερώση με τα μέσα αυτά από την θλίψι εκείνη. Οπότε αν συ κάνης αλλιώς, ζητώντας ολοκληρωτικά να ελευθερωθής από τις θλίψεις, θα γκρεμισθής σε πολλά κακά, και εύκολα θα πέσης στην ανυπομονησία, με το να μη γίνεται η ελευθερία αυτή σύμφωνα με την επιθυμία και την προσπάθειά σου· ή η υπομονή σου θα είναι ελαττωματική, και δεν θα είναι όλη αρεστή στο Θεό, αλλά θα είναι άξια μικρού μισθού.


Τέλος πάντων, σε πληροφορώ εδώ για μία κρυφή απάτη της φιλαυτίας, η οποία συνηθίζει να σκεπάζη τα ελαττώματά μας και με κάποιο τρόπο να τα αποκρούη όπως στο παράδειγμα· βρίσκεται κάποιος άρρωστος, λίγο υπομονητικός στην ασθένειά του, ο οποίος κρύβει την ανυπομονησία του με σκέπασμα κάποιου ζήλου φαινόμενης αρετής, λέγοντας Πως η λύπη του δεν είναι αληθινή ανυπομονησία για το μαρτύριο που υποφέρει από την ασθένεια, αλλά ότι λυπάται εύλογα, ή γιατί αυτός έδωσε την αφορμή για την ασθένεια, ή γιατί εκείνοι που τον υπηρετούν, αηδιάζουν από την ασθένειά του και δυσανασχετούν και βλάπτονται. Έτσι μπορεί να πή κανείς ότι και ο φιλόδοξος, που συγχύζεται για την δόξα που δεν πήρε, δεν αποδίδει την αφορμή της αποτυχίας στη δική του υπερηφάνεια και ματαιότητα, αλλά σε άλλες αφορμές και προφάσεις. Ότι δε η ρίζα της μικροψυχίας και συγχύσεως αυτών, δεν είναι γι άλλους ή γι άλλη αιτία, παρά γιατί αυτοί μισούν και αποστρέφονται εκείνο, που είναι αντίθετο με την επιθυμία τους, φανερό είναι· επειδή, ούτε ο παραπάνω άρρωστος φροντίζει και συγχύζεται, γιατί οι ίδιοι που τον υπηρετούν, κοπιάζουν το ίδιο ή αηδιάζουν και βλάπτονται για την ασθένεια κάποιου άλλου, παρά για μόνο τη δική του· ούτε ο φιλόδοξος, που αναφέρθηκε, συγχύζεται τόσο για άλλες θλιβερές υποθέσεις, που του τυχαίνουν, όσο γιατί απέτυχε να του δοθεί η θέσις που επιθυμούσε. Οπότε, εσύ, για να μη πέσης σε αυτό το σφάλμα και σε άλλα, υπόφερε πάντα με υπομονή κάθε κόπο και εκπαίδευσι, που θα σε ακολουθήση, από όποιου είδους αφορμή και αν είναι.
Advertisements