ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ΄ Η ψυχή δεν πρέπει να συγχίζεται για τους εσωτερικούς πειρασμούς και λογισμούς

Αν και είπαμε προηγουμένως, στο ζ΄ κεφάλαιο, για την πικρότητα και την εσωτερική ξηρασία της ευλάβειας, αλλά και τώρα θα πούμε όσα παραλείψαμε εκεί, δηλαδή ότι είναι πολλά τα καλά που προξενεί στην ψυχή η πικρότητα και αυτή η πνευματική ξηρασία, δηλαδή η στέρησις της πνευματικής χαράς και γλυκύτητος, αν τα δεχθούμε με ταπείνωσι και υπομονή, πράγματα που αν τα καταλάβαινε ο άνθρωπος, χωρίς αμφιβολία δεν θα τον ενοχλούσε αυτό τόσο πολύ και δεν θα λυπόταν τόσο όταν του συνέβαιναν γιατί θα δεχόταν την πικρότητα και την στέρησι αυτή, όχι ως σημείο μίσους που του δείχνει ο Θεός, αλλά ως σημείο μεγάλης και εξαιρετικής αγάπης, και θα την δεχόταν ως εξαίρετη χάρι που του κάνει ο Θεός. Διότι οι παρόμοιες καταστάσεις δε συμβαίνουν σε όλους, παρά σε εκείνους που θέλουν να δοθούν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Θεού και να απομακρυνθούν από εκείνα που μπορούν να τους ζημιώσουν. Και γενικά δε συμβαίνουν στην αρχή της επιστροφής τους, αλλά αφού υπηρετήσουν τον Θεό για κάποιο χρονικό διάστημα και αφού καθαρίσουν μέτρια την καρδιά τους με την ιερή προσευχή και κατάνυξι και αισθανθούν εν μέρει στην καρδιά τους κάποια γλυκύτητα πνευματική, θέρμη και χαρά, και αποφασίσουν να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στον Θεό και να τον υπηρετήσουν με περισσότερη τελειότητα και όταν ήδη έχουν αρχίσει το έργο. Γιατί ποτέ δεν βλέπουμε τους αμαρτωλούς και εκείνους, που είναι δοσμένοι στα πράγματα του κόσμου, να παραπονούνται για παρόμοιους πειρασμούς. Έτσι φαίνεται καθαρά ότι η πικρότητα αυτή είναι ένα τίμιο και ακριβό φαγητό, με το οποίο ο Θεός προσκαλεί εκείνους που αγαπά να τους φιλοξενήση. Και αν στη γεύσι μας δεν είναι νόστιμο, παρά ταύτα μας ωφελεί χωρίς να το γνωρίζουμε τότε που το γευόμαστε. Γιατί η ψυχή που βρίσκεται σε τέτοια ξηρασία και πικρή γεύσι και έχει τέτοιους πειρασμούς και λογισμούς, που μόνο να τους σκεφθούμε μας ταράσσουν, ας φαρμακώνουν την καρδιά και σχεδόν παραλύουν όλον τον εσωτερικό άνθρωπο, με αυτό τον τρόπο αποκτά φόβο, μίσος και αποστροφή του εαυτού της και εκείνην την ταπείνωσι που μας ζητά ο Θεός και επί πλέον αποκτά θερμότερη αγάπη προς τον Θεό, ακριβέστερη προσοχή στους λογισμούς, δυνατώτερο στομάχι για να μπορή να χωνεύη τους πειρασμούς χωρίς βλάβη και γυμνασμένα αισθητήρια, για να μπορή να διακρίνη με ευκολία το καλό και το κακό, όπως είπε ο Παύλος (Εβρ. 5,14). Η ψυχή όμως που τότε δεν καταλαβαίνει τα μυστικά αυτά αίτια, σιχαίνεται και αποφεύγει την πικρότητα που λέχθηκε, σαν να μη θέλη ποτέ να μείνη χωρίς πνευματική γεύσι και ηδονή και χωρίς αυτήν κάθε άλλη άσκησι την θεωρεί χαμένο καιρό και κόπο χωρίς προκοπή.

Advertisements