ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄. Πως πρέπει να εξασκούμε τη θέλησί μας για να θέλη σε όλες μας τις εσωτερικές και εξωτερικές πράξεις, ως τελειωτικό σκοπό μόνο την ευχαρίστησι του Θεού.





Πέρα από την εκγύμνασι του νού σου πρέπει να κυβερνήσης και την θέλησί σου με τέτοιο τρόπο, που να μην την αφήσης να στρέφεται προς τις επιθυμίες της, και η οποία πρέπει να γίνη όλη ένα με την θέλησι του Θεού. Και σκέψου καλά ότι δεν είναι αρκετό σε σένα αυτό μόνο, το να θέλης και να ζητάς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά επιπλέον ακόμη, και το να θέλης, ως κινούμενος από τον Θεό, και για μόνο το τέλος, να αρέσης σ αυτόν καθαρά. Γιά το σκοπό αυτό, έχουμε μεγαλύτερη φιλονεικία με τη φύσι, παρά για όλα τα παραπάνω που έχουμε πεί. Επειδή η φύσις μας παρεκλίνει μόνη της τόσο πολύ, που σε όλα τα πράγματα, μερικές φορές ακόμη και σε αυτά τα καλά και τα πνευματικά, ζητά την ανάπαυσί της και την ευχαρίστησί της και από αυτό, σαν τελείως ανυποψίαστα, τρέφεται με λαχτάρα σαν από τροφή.


Γι αυτό και όταν μας προσφέρωνται τα πνευματικά, αμέσως τα επιθυμούμε και τα βλέπομε όχι όμως παρακινημένοι από το θέλημα του Θεού ή για μόνον το να αρέσουμε στο Θεό, αλλά και για εκείνη την ευχαρίστησι και την χαρά, που προέρχεται σε μας, θέλοντας εκείνα που θέλει ο Θεός. Αυτή η οποία πλάνη είναι τόσο περισσότερη κρυμμένη, όσο είναι από μόνο του καλύτερο και πνευματικώτερο εκείνο που θελήσαμε. Γιατί δεν φθάνει μόνον το να θέλουμε εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά και το να τα θέλουμε, καθώς και όταν και όπως και γιατί εκείνος τα θέλει (16), ώστε και στο να επιθυμούμε και αυτόν τον ίδιο το Θεό, συνήθως βρίσκονται σ αυτό πολλές απάτες της δικής μας αγάπης, δηλαδή της φιλαυτίας. Επειδή πολλές φορές αποβλέπουμε περισσότερο στο δικό μας συμφέρον και καλό, παρά στο θέλημα του Θεού, ο οποίος για μόνο την δόξα του, ευαρεστείται και θέλει να τον αγαπάμε, να τον επιθυμούμε και να του κάνουμε υπακοή όπως είπαμε πριν.


Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, για να φυλαχθής από αυτό τον δεσμό, που εμποδίζει τον δρόμο της τελειότητας και για να προκόψης στο να θέλης και να κάνης κάθε σου πράξι για μόνο το θέλημα και τη δόξα και ευαρέστησι του Θεού και για να υπηρετής μόνον αυτόν (ο οποίος, σε κάθε μας πράξι και λογισμό, θέλει να είναι μόνος αυτός, η αρχή και το τέλος) χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο.


Όταν πρόκειται να επιχειρήσης καμμιά πράξι, την οποία θέλει ο Θεός, η οποία είναι απλά καλή· μη στρέφης την επιθυμία σου αμέσως στο να την θέλης, αν πρώτα δεν υψώσης το νού σου στο Θεό, να δής αν είναι και θέλημα δικό του το να την θελήσης και αν αυτός έτσι θέλη και αν μέσα από αυτή αρέσεις σε αυτόν μόνο. Και όταν σκεφθής ότι από αυτήν την θεία θέλησι είναι παρακινημένη η δική σου κλίσις, τότε να θέλης την πράξι εκείνη και να την πραγματοποιής, γιατί την θέλει ο Θεός και είναι για μόνο την δόξα και την υπακοή του.


Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν θέλης να αποστραφής εκείνο που δεν θέλει ο Θεός, δηλαδή το κακό, μην το αποστραφής αμέσως, αν πρώτα δεν προσηλώσης το βλέμα του νού σου στην θεία του θέλησι, η οποία θέλει να το αποστραφής για να αρέσης σε αυτόν. Γιατί η απάτη της φύσεως είναι πολύ λεπτή και γι αυτό είναι σε λίγους γνωστή, επειδή αυτή αναζητάει κρυφά τον εαυτό της πάντα· και πολλές φορές κάνει να φαίνεται σε μας, ότι ο δικός της σκοπός είναι να αρέσουμε μόνο στον Θεό, όμως δεν είναι έτσι η αλήθεια.


Γι αυτό συμβαίνει πολλές φορές να νομίζουμε εκείνο που θέλουμε, ή δεν θέλουμε για δικό μας συμφέρον ότι το θέλουμε ή δεν το θέλουμε για να αρέσουμε μόνο και μόνο στο Θεό. Λοιπόν, για να αποφύγουμε αυτήν την απάτη, η καθ εαυτού θεραπεία είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η οποία αποτελείται από το να αποβάλλουμε τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούμε τον νέο (και σε αυτό προσανατολίζεται όλος αυτός ο πόλεμος).


Όμως, για να σε μάθω την τέχνη να κάνης αυτό, άκουσε. Στην αρχή κάθε σου πράξεως πρέπει να βγής όσο μπορείς, από κάθε θέλημα δικό σου και να μη θελήσης ούτε να κάνης ούτε να αποστραφής κανένα πράγμα, αν πρώτα δεν καταλάβης ότι παρακινείσαι και παρασύρεσαι σε αυτό, από μόνο την απλή θέλησι του Θεού. Και εάν σε όλα σου τα έργα τα εξωτερικά, και μάλιστα στα εσωτερικά της ψυχής, δεν μπορής να αισθάνεσαι ενεργεία πάντα αυτή την από το Θεό παρακίνησι και ευαρέστησι (17) τουλάχιστον να έχης την ευχαρίστησι να την έχης δυνάμει· δηλαδή, να έχης εσύ πάντα από μόνος σου άποψι αληθινή, να αρέσης μόνο στον Θεό σου σε κάθε σου έργο.


Στα έργα όμως που θα κρατήσουν κάποιο διάστημα, όχι μόνο στην αρχή είναι καλό να παρακινής τον εαυτό σου σε αυτή την ευχαριστία προς τον Θεόν, αλλά και έως τέλους έχεις χρέος να φροντίζεις να ανανεώνεις πολλές φορές αυτή με την υπενθύμηση γιατί (18), αν δεν κάνεις έτσι, κινδυνεύεις να μπλεχτείς πάλι στο δεσμό της φυσικής αγάπης του εαυτού σου, η οποία, με το να παρεκλίνει περισσότερο στον εαυτό της παρά στο Θεό, συνηθίζει πολλές φορές με το διάστημα του χρόνου, να μας κάνει να αλλάζουμε αστόχαστα τα πράγματα και να μεταβάλουμε τα τέλη και τους πρώτους σκοπούς μας.


Οπότε, όποιος δεν προσέχει καλά σ αυτό, αρχίζει πολλές φορές να κάνη κανένα έργο, με σκοπόν για να αρέση μόνο στον Κύριό του· αλλ έπειτα, μετά από ολίγο, οδηγείται χωρίς να το καταλαλάβη, να του αρέση και αυτού αυτό με την δική του θέλησι, έτσι που λησμονεί το θείο θέλημα· και δένεται τόσο πολύ με την ευχαρίστησι εκείνου του έργου, που αν ο ίδιος ο Θεός τον εμποδίση με κάποια ασθένεια ή με πειρασμό δαιμόνων και ανθρώπων ή με άλλο μέσο κανενός κτίσματος, αυτός συγχίζεται ολόκληρος και ταράσσεται και μερικές φορές κατακρίνει τον ένα και τον άλλον, ότι του στάθηκαν εμπόδιο (για να μην πω Πως γογγύζει και κατά του ιδίου του Θεού καμμία φορά), πράγμα το οποίο είναι σημείο ολοφάνερο, ότι η κρίσις του δεν ήταν όλη του Θεού, αλλά γεννήθηκε από την σάπια και διεφθαρμένη ρίζα της φιλαυτίας.


Γιατί εκείνος που κινείται για μόνο το θέλημα και την ευχαριστία του Θεού, δεν προτιμά περισσότερο το ένα έργο από το άλλο, ούτε αν είναι το ένα είναι υψηλό και μεγάλο, και το άλλο ταπεινό και μικρό αλλά εξ ίσου θέλει και τα δυό, γιατί είναι αρεστά στο Θεό για το καιρό ή για τη μέθοδο ή για άλλη κάποια περίστασι που εκείνος μόνος γνωρίζει· οπότε αυτός, είτε το σημαντικό και μεγάλο έργο παίρνει στα χέρια του, είτε το ταπεινό και μικρό, μένει το ίδιο ειρηνικός και αναπαυμένος· γιατί με κάθε τρόπο απολαβάνει το σκοπό του, που ήταν να φανή ευάρεστος στο Θεό σε όλα τα έργα του, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο. «Γι αυτό και αγωνιζόμαστε με ζήλο, για να είμαστε ευάρεστοι στον Θεό, είτε μείνουμε στο σώμα, είτε φύγουμε από αυτό» (Β΄ Κορινθ. 5,9). Οπότε, αγαπητέ, ας είσαι πάντα προσεκτικός και συνεσταλμένος στον εαυτό σου και προσπάθησε να κατευθύνης τις πράξεις σου σε αυτόν τον τελικό σκοπό.


Εάν πάλι και καμιά φορά παρακινηθής από την επιθυμία της ψυχής σου να κάνης το καλό για να αποφύγης τους τόπους τιμωρίας και για να απολαύσης τον Παράδεισο, μπορείς ακόμη και σε αυτό να σκεφτείς για τελευταίο σκοπό σου την ευαρέστησι και επιθυμία του Θεού, ο οποίος θέλει να μπής στη βασιλεία του και να μην πας στον Άδη. Αυτή την αιτία, δηλαδή το τέλος, δεν είναι δυνατό να γνωρίση κανείς σωστά, πόση εξουσία και δύναμι έχει.


Γιατί ένα έργο, ας είναι πολύ ταπεινό, ας είναι πολύ μικρό, όμως όταν γίνεται με σκοπό για να αρέση μόνο στο Θεό και στη δόξα του, αξίζει απείρως περισσότερο (για να πω έτσι), από άλλα πολλά έργα σπουδαία, ένδοξα και πολύ μεγάλα, που γίνονται χωρίς αυτό το σκοπό· έτσι κοντά στο Θεό περισσότερο ευχάριστο είναι ένα μόνο λεπτό· όταν το δώσης σε ένα φτωχό, γι αυτή μόνη την αιτία για να αρέσης στη Θεία του μεγαλωσύνη, παρά το να ξεγυμνωθής από όλα τα πολλά υπάρχοντά σου, όταν το κάνης με κάποιον άλλο σκοπό και αν το κάνης για να απολαύσης τα ουράνια αγαθά, τα οποία είναι σκοπός όχι απλά καλός, αλλά και πολύ επιθυμητός. Αυτή η εξάσκησις την οποία πρέπει να κάνης σε κάθε σου πράξι, το να έχης δηλαδή ένα σκοπό, να αρέσεις μόνον στο Θεό, η άσκησις λέω αυτή, και στην αρχή θα σου φανή δύσκολη, όμως μετά από αυτά θα σου γίνη εύκολη, ένα μεν από την χρησιμοποίησι της υποθέσεως και άλλο δε, από το να επιθυμής πάντα το Θεό και γι αυτόν να αναπνέης με ζωντανή διάθεσι της καρδιάς σου, σαν σε τελειότατο και μοναδικό αγαθό, το οποίο είναι άξιο για μόνο τον εαυτό του να αναζητήται από όλα τα δημιουργήματα και να υπηρετήται και να αγαπάται περισσότερο από κάθε άλλο.


Αυτός ο λογαριασμός της άπειρης αξιομισθίας του Θεού, όσο γίνεται πιο πολύ βαθύς και πιο πολύ συνεχώς, τόσο θα είναι και πιο πολύ θερμές και συνεχείς οι παραπάνω αναφερόμενες πράξεις της θελήσεώς μας. Και έτσι, πιο πολύ ευκολώτερα και γρηγορότερα θα αποκτήσουμε την συνήθεια να κάνουμε κάθε μας πράξι μόνο για την αγάπη και ευχαρίστησι του Δεσπότου εκείνου, που μόνος είναι άξιος να αγαπάται. Τελευταία, αν θέλης να καταλάβης αν ο Θεός σε παρακινή σε κάθε σου πράξι, πρέπει να ζητήσης αυτό από τον Θεό με θερμή προσευχή, παρακαλώντας τον να σου προσθέση ακόμη και αυτή τη χάρι κοντά στις άλλες αναρίθμητες ευεργεσίες και χάρες που σου έκανε και σου κάνει συνέχεια, για μόνον την αγάπη και χωρίς κανένα κέρδος δικό του.
Advertisements

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Ποιές είναι οι τέσσερες προσβολές που μας φέρνουν οι εχθροί μας κατά την ώρα του θανάτου. Και πρώτα η προσβολή της πίστεως και η θεραπεία της.

Τέσσερις είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.

Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμά με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νού λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νού σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».

Και μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νού σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό, άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά.

Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πή με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά. Σε περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή, απάντησέ του ότι η αγία μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πή ποιά είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή. Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως. Αλλά ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».