Αγία Γραφή

#ddblueblockmenu ul{ margin: 0; padding: 0; list-style-type: none; font: normal 120% ‘Trebuchet MS’, ‘Lucida Grande’, Arial, sans-serif; } #ddblueblockmenu{ border: 1px solid #000000; border-bottom-width: 0; width: 100%; } #ddblueblockmenu a{ display: block; padding: 3px 0; padding-left: 9px; width: 94%; /*94% minus all left/right paddings and margins*/ text-decoration: none; color: #ffffff; background-color: #444444; border-bottom: 1px solid #90bade; border-left: 7px solid #001818; list-style-type:none; } * html #ddblueblockmenu a{ /*IE only */ width: 94%; /*IE 5*/ width: 94%; /*94% minus all left/right paddings and margins*/ } #ddblueblockmenu a:hover { background-color: #8A0808; border-left-color: #1c64d1; } #ddblueblockmenu div.menutitle{ color: #ffffff; border-bottom: 1px solid black; padding: 1px 0; padding-left: 5px; background-color: #000000; font: bold 90% ‘Trebuchet MS’, ‘Lucida Grande’, Arial, sans-serif; } Καινή Διαθήκη

Παλαιά Διαθήκη

ΓΕΝΕΣΙΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΞΟΔΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΩΣΗΕ
ΚΡΙΤΑΙ ΑΜΩΣ
ΡΟΥΘ ΜΙΧΑΙΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄ (Σαμουήλ Α΄) ΙΩΗΛ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β΄ (Σαμουήλ Β΄) ΟΒΔΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄ (Βασιλέων Α΄) ΙΩΝΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄ (Βασιλέων Β΄) ΝΑΟΥΜ
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄ (Χρονικών Α΄) ΑΜΒΑΚΟΥΜ
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄ (Χρονικών Β΄) ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΕΣΔΡΑΣ Α΄ ΑΓΓΑΙΟΣ
ΕΣΔΡΑΣ Β΄ ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΝΕΕΜΙΑΣ ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ ΗΣΑΪΑΣ
ΙΟΥΔΙΘ ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΕΣΘΗΡ ΒΑΡΟΥΧ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄ ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΨΑΛΜΟΙ ΔΑΝΙΗΛ – ΣΩΣΑΝΑ
ΙΩΒ ΔΑΝΙΗΛ – ΒΗΛ κ΄ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
Advertisements

Παραπομπές

ΠΩΣ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
     Η λέξη παραπομπή, βγαίνει από το ρήμα παραπέμπω που σημαίνει στέλνω κάποιον να βρει κάτι. Συνήθως αυτό γίνεται όταν συζητάμε για θέματα που αφορούν την Αγία Γραφή ή διαβάζουμε ένα βιβλίο που αφορά την Βίβλο1. Για να στηρίξουμε αυτά που λέμε ή να εξακριβώσουμε αν είναι αληθινά αυτά που μας λέει ο άλλος ανατρέχουμε σε αυτήν. Πως όμως θα γίνει αυτή η εξακρίβωση; Ενώ για τους μη γνωρίζοντες η εξακρίβωση αυτή φαίνεται βουνό, στην ουσία είναι πάρα πολύ απλή.

     Κατ’ αρχάς να θυμίσουμε ότι  η Αγία Γραφή χωρίζεται σε δύο (2) Διαθήκες. Την Παλαιά και την Καινή. Η κάθε Διαθήκη περιέχει ένα συγκεκριμένο αριθμό βιβλίων. Εδώ όμως αξίζει να διευκρινίσουμε κάτι. Ενώ οι πάσης φύσεως Χριστιανοί δέχονται και τα είκοσι επτά (27) βιβλία της Καινής Διαθήκης, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, οι μεν Ορθόδοξοι και Καθολικοί δέχονται σαράντα εννιά (49) βιβλία, οι διάφορες αιρέσεις και προτεσταντικές ομολογίες δέχονται  τριάντα εννιά (39) βιβλία.
     Ας δούμε τώρα πως μπορούμε να βρούμε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα (= χωρίο) της Αγίας Γραφής. Υπ’ όψιν ότι κάθε βιβλίο της Βίβλου έχει τρία (3) χαρακτηριστικά. Πρώτον ότι φέρει ένα τίτλο, δεύτερον ότι είναι χωρισμένο σε κεφάλαια και τρίτον, κάθε κεφάλαιο είναι χωρισμένο σε στίχους. Στίχοι είναι, για τους μη γνωρίζοντες, οι αριθμοί που υπάρχουν στις προτάσεις των σελίδων της Αγίας Γραφής. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να είναι αριστερά ή δεξιά των προτάσεων.    
     Έτσι λοιπόν στην αρχή ορίζουμε τον τίτλο του βιβλίου. Αν αυτό γίνεται γραπτώς, συνήθως δεν γράφουμε όλο τον τίτλο, αλλά την συντομογραφία του. Έπειτα ορίζουμε αριθμητικάτο κεφάλαιο του συγκεκριμένου βιβλίου που βρίσκεται το χωρίο (= κομμάτι). Τέλος ορίζουμε αριθμητικά και πάλι, τον στίχο ή τους στίχους του χωρίου στο οποίο παραπέμπουμε.   
      Πριν φέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε απολύτως κατανοητοί είναι αναγκαίο να κάνουμε μία επιπλέον διευκρίνιση. Στις καινούργιες εκδόσεις της Αγίας Γραφής, η αρίθμηση των κεφαλαίωνγίνεται με το αριθμητικό σύστημα που είναι γνωστό ως αραβικό δηλ. 1,2,3, κ.λ.π. Στις παλιότερες εκδόσεις όμως, ακολουθείτο το αρχαιοελληνικό σύστημα που βασιζόταν στην ελληνική αλφάβητο π. χ. α΄ = 1, β΄ = 2, κ.λ.π. Η αρίθμηση των στίχων πάντως, ακολουθεί το αραβικό σύστημα και στις δύο εκδόσεις.
      Πάμε τώρα να δούμε ένα παράδειγμα παραπομπής. Π. χ. στο: Μτ. 22, 14. ή Μτ. κβ’ 14. Το Μτ. είναι συντομογραφία του Κατά Ματθαίον βιβλίου της Καινής Διαθήκης,  το 22 ή κβ’ είναι το κεφάλαιο, και το 14 που χωρίζεται πάντοτε με κόμμα είναι ο στίχος. Αν οι στίχοι είναι περισσότεροι τότε ανάμεσά τους μπαίνει μία παύλα. Π. χ. Μτ. 22 (κβ΄), 14 – 18.
      Αν τώρα κάποιος αναρωτηθεί από πού θα μπορεί να ξέρει τις συντομογραφίες και τα βιβλία της Αγίας Γραφής, δεν πρέπει να ανησυχεί. Σχεδόν σε όλες τις εκδόσεις της, στις πρώτες σελίδες υπάρχει ένας κατάλογος με όλα τα βιβλία και τις συντομογραφίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
     Προς διευκόλυνση όμως των αναγνωστών μας δημοσιεύουμε παρακάτω, τον κατάλογο των βιβλίων της Αγίας Γραφής, ο οποίος θεολογικά αποκαλείται και «κανόνας», με τις συντομογραφίες τους. Όσα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, έχουμε με πλάγια γράμματα είναι αυτά τα οποία δεν είναι δεκτά από τις διάφορες αιρέσεις και προτεσταντικές ομολογίες.
      Οφείλουμε επίσης να θέσουμε υπ’ όψιν του τυχόν αναγνώστη μας, πως κάποια από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, έχουν διπλή ονομασία. Γι’ αυτό το λόγο θα αναφέρουμε και τις δύο ονομασίες καθώς και τις συντομογραφίες τους.
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
1
Γένεσις                       Γεν
26
Εκκλησιαστής             Εκ
2
Έξοδος                       Εξ
27
Άσμα Ασμάτων           Ασμ
3
Λευιτικό                     Λευ
28
Ιώβ                               Ιώβ
4
Αριθμοί                      Αρ
29
Σοφία Σολομώντος      Σολ
5
Δευτερονόμιο     Δτ
30
Σοφία Σειράχ               Σειρ
6
Ιησούς Ναυή       Ιησ
31
Ωσηέ                    Ωσ
7
Κριταί       Κρ
32
Αμώς                    Αμ
8
Ρουθ            Ρουθ
33
Μιχαίας                Μιχ
9
Βασιλειών Α΄ ή Σαμουήλ Α΄                  Α Βασ  ή   Α Σαμ
34
Ιωήλ                      Ιλ
10
Βασιλειών Β΄ ή Σαμουήλ Β΄                   Β Βασ  ή   Β Σαμ
35
Οβδιού                  Οβδ
11
Βασιλειών Γ΄ ή  Βασιλειών Α΄                Γ Βασ  ή   Α Βασ
36
Ιωνάς                     Ιων
12
Βασιλειών Δ΄ ή  Βασιλειών Β΄                Δ Βασ  ή   Β Βασ
37
Ναούμ                    Νμ
13
Παραλειπομένων Α΄ ή Χρονικών Α΄      Α Παρ  ή  Α Χρον
38
Αββακούμ              Αβ
14
Παραλειπομένων Β΄ ή Χρονικών Β΄      Β Παρ  ή   Β Χρον
39
Σοφονίας                Σφν
15
Έσδρας Α΄              Α Εσδ
40
Αγγαίος                  Αγγ
16
Έσδρας Β΄                 Β Εσδ
41
Ζαχαρίας                Ζαχ
17
Νεεμίας                      Νε
42
Μαλαχίας              Μαλ
18
Τωβίτ                        Τωβ
43
Ησαΐας                    Ησ
19
Ιουδίθ                          Ιδθ
44
Ιερεμίας                  Ιερ
20
Εσθήρ                           Εσθ
45
Βαρούχ                   Βαρ
21
Μακαβαίων Α΄                 Α Μακ
46
Θρήνοι                    Θρ
22
Μακαβαίων Β΄                 Β Μακ
47
Επιστολή Ιερεμία           ΕπΙ
23
Μακαβαίων Γ΄                 Γ Μακ
48
Ιεζεκιήλ                   Ιεζ
24
Ψαλμοί                                Ψλ
49
Δανιήλ                      Δν
25
Παροιμίες                           Πρμ
ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
1
Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον                Μτ
15
Επιστολή Α προς Τιμόθεον             Α Τιμ
2
Ευαγγέλιο κατά Μάρκον                   Μκ
16
Επιστολή Β προς Τιμόθεον             Β Τιμ
3
Ευαγγέλιο κατά Λουκά                     Λκ
17
Επιστολή προς Τίτον                          Τιτ
4
Ευαγγέλιο κατά Ιωάννη                    Ιω
18
Επιστολή προς Φιλήμονα                  Φλμ
5
Πράξεις των Αποστόλων                Πραξ
19
Επιστολή προς Εβραίους                   Εβρ
6
Επιστολή προς Ρωμαίους                 Ρωμ
20
Ιακώβου επιστολή                              Ιακ
7
Επιστολή  Α προς Κορινθίους        Α Κορ
21
Α Πέτρου επιστολή                          Α   Πε
8
Επιστολή  Β προς Κορινθίους         Β Κορ
22
Β Πέτρου επιστολή                          Β   Πε
9
Επιστολή προς Γαλάτας                    Γαλ
23
Α Ιωάννου επιστολή                         Α   Ιω
10
Επιστολή προς Εφεσίους                  Εφ
24
Β Ιωάννου επιστολή                          Β   Ιω
11
Επιστολή προς Φιλιππησίους           Φλπ
25
Γ Ιωάννου επιστολή                          Γ  Ιω
12
Επιστολή προς Κολοσσαείς             Κολ
26
Ιούδα επιστολή                                 Ιούδα
13
Επιστολή Α προς Θεσ/κείς            Α Θεσ
27
Αποκάλυψις Ιωάννου                         Απ
14
Επιστολή Β προς Θεσ/κείς            Β Θεσ


1 Βίβλος : Άλλη ονομασία της Αγίας Γραφής. Προέρχεται από το όνομα μια πόλης της αρχαίας Φοινίκης (ο σημερινός Λίβανος), την Βύβλο (έτσι γραφόταν από τους αρχαίους), επειδή στην συγκεκριμένη πόλη γινόταν μεγάλη επεξεργασία και εμπόριο του παπύρου.  

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 1


Μτ. α’ 1-25

Η γενεαλογία του Ιησού Χριστού
1 Βίβλος γενέσεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ ᾿Αβραάμ.  2 ᾿Αβραὰμ ἐγέννησε τὸν ᾿Ισαάκ, ᾿Ισαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιακώβ, ᾿Ιακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,  3 ᾿Ιούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Εσρώμ, ᾿Εσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αράμ,  4 ᾿Αρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αμιναδάβ, ᾿Αμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,  5 Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ωβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, ᾿Ωβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιεσσαί,  6 ᾿Ιεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου,  7 Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αβιά, ᾿Αβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ασά,  8 ᾿Ασὰ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωσαφάτ, ᾿Ιωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωράμ, ᾿Ιωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Οζίαν,  9 ᾿Οζίας δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωάθαμ, ᾿Ιωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν ῎Αχαζ, ῎Αχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Εζεκίαν,  10 ᾿Εζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αμών, ᾿Αμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωσίαν,  11 ᾿Ιωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.  12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ᾿Ιεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ,  13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αβιούδ, ᾿Αβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ελιακείμ, ᾿Ελιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αζώρ,  14 ᾿Αζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Αχείμ, ᾿Αχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ελιούδ,  15 ᾿Ελιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ελεάζαρ, ᾿Ελεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιακώβ,  16 ᾿Ιακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν ᾿Ιωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.  17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ ᾿Αβραάμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.  1 Η βίβλος της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, του γιου του Δαβίδ, γιου του Αβραάμ.  2 Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, και ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ γέννησε τον Ιούδα και τους αδελφούς του,  3 και ο Ιούδας γέννησε το Φάρες και το Ζάρα από τη Θαμάρ, και ο Φάρες γέννησε τον Εσρώμ, και ο Εσρώμ γέννησε τον Αράμ,  4 και ο Αράμ γέννησε τον Αμιναδάβ, και ο Αμιναδάβ γέννησε το Ναασσών, και ο Ναασσών γέννησε το Σαλμών,  5 και ο Σαλμών γέννησε το Βόες από τη Ραχάβ, και ο Βόες γέννησε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ, και ο Ιωβήδ γέννησε τον Ιεσσαί,  6 και ο Ιεσσαί γέννησε το Δαβίδ το βασιλιά. Και ο Δαβίδ γέννησε το Σολομώντα από τη γυναίκα του Ουρία,  7 και ο Σολομώντας γέννησε το Ροβοάμ, και ο Ροβοάμ γέννησε τον Αβιά, και ο Αβιά γέννησε τον Ασάφ,  8 και ο Ασάφ γέννησε τον Ιωσαφάτ, και ο Ιωσαφάτ γέννησε τον Ιωράμ, και ο Ιωράμ γέννησε τον Οζία,  9 και ο Οζίας γέννησε τον Ιωαθάμ, και ο Ιωαθάμ γέννησε τον Αχάζ, και ο Αχάζ γέννησε τον Εζεκία,  10 και ο Εζεκίας γέννησε το Μανασσή, και ο Μανασσής γέννησε τον Αμώς, και ο Αμώς γέννησε τον Ιωσία,  11 και ο Ιωσίας γέννησε τον Ιεχονία και τους αδελφούς του κατά τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα.  12 Μετά λοιπόν τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα ο Ιεχονίας γέννησε το Σαλαθιήλ, και ο Σαλαθιήλ γέννησε το Ζοροβαβέλ,  13 και ο Ζοροβαβέλ γέννησε τον Αβιούδ, και ο Αβιούδ γέννησε τον Ελιακίμ, και ο Ελιακίμ γέννησε τον Αζώρ,  14 και ο Αζώρ γέννησε το Σαδώκ, και ο Σαδώκ γέννησε τον Αχίμ, και ο Αχίμ γέννησε τον Ελιούδ,  15 και ο Ελιούδ γέννησε τον Ελεάζαρ, και ο Ελεάζαρ γέννησε το Ματθάν, και ο Ματθάν γέννησε τον Ιακώβ,  16 και ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας, από την οποία γεννήθηκε ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός.  17 Όλες λοιπόν οι γενιές από τον Αβραάμ ως το Δαβίδ είναι δεκατέσσερις γενιές, και από το Δαβίδ ως τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα είναι δεκατέσσερις γενιές, και από τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα ως το Χριστό είναι δεκατέσσερις γενιές. 
Η γέννηση του Ιησού Χριστού
18 Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ ᾿Ιωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου.  19 ᾿Ιωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν.  20 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· ᾿Ιωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ῾Αγίου.  21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.  22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·  23 ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός.  24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,  25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν.  18 Και η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε κατ’ αυτόν τον τρόπο: Όταν μνηστεύτηκε η μητέρα του η Μαρία με τον Ιωσήφ, πριν αυτοί να συνευρεθούν, βρέθηκε να έχει παιδί στην κοιλιά της από το Άγιο Πνεύμα.  19 Και ο Ιωσήφ ο άντρας της, επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, αποφάσισε να την αποδιώξει κρυφά.  20 Ενώ λοιπόν σκεφτόταν αυτά, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ’ αυτόν στο όνειρό του, λέγοντας: «Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, μη φοβηθείς να παραλάβεις τη Μαρία τη γυναίκα σου. Γιατί αυτό που μέσα της γεννήθηκε είναι από Πνεύμα Άγιο.  21 Και θα γεννήσει γιο, και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους».  22 Και όλ’ αυτά έχουν γίνει, για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο μέσω του προφήτη, όταν έλεγε:  23 Ιδού, η παρθένος θα έχει παιδί στην κοιλιά και θα γεννήσει γιο και θα καλέσουν το όνομά του Εμμανουήλ, που όταν ερμηνεύεται σημαίνει: Ο Θεός είναι μαζί μας.  24 Και όταν σηκώθηκε ο Ιωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου και παρέλαβε τη γυναίκα του,  25 και δε γνώριζε αυτήν, ωσότου γέννησε γιο. Και κάλεσε το όνομά του Ιησού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 2


Μτ. β’ 1-23

Η επίσκεψη των μάγων
1 Τοῦ δὲ ᾿Ιησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς ᾿Ιουδαίας ἐν ἡμέραις ῾Ηρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς ῾Ιεροσόλυμα  2 λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.  3 ᾿Ακούσας δὲ ῾Ηρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα ῾Ιεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ,  4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται.  5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ἐν Βηθλεὲμ τῆς ᾿Ιουδαίας· οὕτω γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου·  6 καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ ᾿Ιούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν ᾿Ιούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν ᾿Ισραήλ.  7 Τότε ῾Ηρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσε παρ᾿ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος,  8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ εἶπε· πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου, ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ.  9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον·  10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα,  11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν·  12 καὶ χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς ῾Ηρῴδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.  1 Όταν λοιπόν ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας κατά τις ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, ιδού μάγοι από τα ανατολικά παρουσιάστηκαν στα Ιεροσόλυμα,  2 λέγοντας: «Πού είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων που γεννήθηκε; Γιατί είδαμε τον αστέρα του στην ανατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε».  3 Όταν όμως το άκουσε ο βασιλιάς Ηρώδης, ταράχτηκε και όλα τα Ιεροσόλυμα μαζί του.  4 Και αφού σύναξε όλους τους αρχιερείς και τους γραμματείς του λαού, ζητούσε να μάθει από αυτούς πού γεννιέται ο Χριστός.  5 Αυτοί του είπαν: «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Γιατί έτσι είναι γραμμένο μέσω του προφήτη:  6 Κι εσύ Βηθλεέμ, γη του Ιούδα, καθόλου ελάχιστη δεν είσαι μεταξύ των ηγεμονικών πόλεων του Ιούδα. Γιατί από σένα θα εξέλθει ηγέτης, που θα ποιμάνει το λαό μου τον Ισραήλ».  7 Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους μάγους και εξακρίβωσε από αυτούς το χρόνο που φαινόταν ο αστέρας.  8 Κατόπιν τους έστειλε στη Βηθλεέμ και είπε: «Πορευτείτε και εξετάστε ακριβώς για το παιδί. Και όταν το βρείτε, να μου το αναγγείλετε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω».  9 Αυτοί, αφού άκουσαν το βασιλιά, έφυγαν. Και ιδού, ο αστέρας που είδαν στην ανατολή προχωρούσε μπροστά τους, ωσότου ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί όπου ήταν το παιδί.  10 Όταν είδαν λοιπόν τον αστέρα, χάρηκαν με πάρα πολύ μεγάλη χαρά.  11 Και ήρθαν στην οικία και είδαν το παιδί μαζί με τη Μαρία, τη μητέρα του. Και αφού έπεσαν, το προσκύνησαν και άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: χρυσό και λιβάνι και σμύρνα.  12 Και επειδή τους πρόσταξε ο Θεός κατά το όνειρο να μην επιστρέψουν προς τον Ηρώδη, αναχώρησαν από άλλη οδό για τη χώρα τους. 
Η φυγή στην Αίγυπτο
13 ᾿Αναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ ᾿Ιωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ ῾Ηρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.  14 ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,  15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς ῾Ηρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.  13 Όταν λοιπόν αυτοί αναχώρησαν, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε κατά το όνειρο στον Ιωσήφ, λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και φεύγε για την Αίγυπτο. και να είσαι εκεί ωσότου σου πω. Γιατί μέλλει ο Ηρώδης να ζητά το παιδί, για να το σκοτώσει».  14 Εκείνος αφού σηκώθηκε, παράλαβε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του και αναχώρησε για την Αίγυπτο.  15 Και ήταν εκεί ως το θάνατο του Ηρώδη – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο μέσω του προφήτη, όταν έλεγε: Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου. 
Η σφαγή των νηπίων
16 Τότε ῾Ηρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.  17 τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ ῾Ιερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·  18 φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.  16 Τότε ο Ηρώδης, επειδή είδε ότι εμπαίχτηκε από τους μάγους, θύμωσε πολύ και απέστειλε και σκότωσε όλα τα αρσενικά παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα όριά της, όσα ήταν από δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με το χρόνο που εξακρίβωσε από τους μάγους.  17 Τότε εκπληρώθηκε αυτό που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, όταν έλεγε:  18 Φωνή στη Ραμά ακούστηκε, κλάμα και οδυρμός πολύς. Η Ραχήλ είναι που κλαίει τα τέκνα της, και δεν ήθελε να παρηγορηθεί, γιατί δεν υπάρχουν. 
Eπιστροφή από την Αίγυπτο
19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ  20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.  21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ.  22 ἀκούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,  23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.  19 Και όταν πέθανε ο Ηρώδης, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε κατά τη διάρκεια ενός ονείρου στον Ιωσήφ,  20 λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη γη Ισραήλ. Γιατί έχουν πεθάνει αυτοί που ζητούν τη ζωή του παιδιού».  21 Εκείνος, αφού σηκώθηκε, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και εισήλθε στη γη Ισραήλ.  22 Αλλά όταν άκουσε ότι ο Αρχέλαος βασιλεύει στην Ιουδαία αντί για τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθηκε να πάει εκεί. Και επειδή τον πρόσταξε ο Θεός κατά τη διάρκεια ενός ονείρου, αναχώρησε για τα μέρη της Γαλιλαίας,  23 και ήρθε και κατοίκησε σε μια πόλη που λέγεται Ναζαρέτ – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω των προφητών, ότι θα κληθεί Ναζωραίος. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 3


Μτ. γ’ 1-17

Το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή
1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται ᾿Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾿Ιουδαίας  2 καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  3 οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ρηθεὶς ὑπὸ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.  4 Αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιωάννης εἶχε τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον.  5 Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾿Ιορδάνου,  6 καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.  7 ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;  8 ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας,  9 καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν ᾿Αβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ ᾿Αβραάμ.  10 ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.  11 ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ καὶ πυρί.  12 οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποθήκην, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.  1 Τις ημέρες λοιπόν εκείνες, παρουσιάζεται ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κηρύττοντας στην έρημο της Ιουδαίας  2 και λέγοντας: «Μετανοείτε. γιατί έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών».  3 Γιατί γι’ αυτόν είναι που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, όταν έλεγε: Φωνή ενός που φωνάζει δυνατά στην έρημο: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, ίσια κάνετε τα μονοπάτια του».  4 Αυτός λοιπόν ο Ιωάννης είχε το ένδυμά του από τρίχες καμήλας και ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του, ενώ η τροφή του ήταν ακρίδες και μέλι άγριο.  5 Τότε πορεύονταν έξω προς αυτόν τα Ιεροσόλυμα και όλη η Ιουδαία και όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη,  6 και βαφτίζονταν στον Ιορδάνη ποταμό από αυτόν, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.  7 Και επειδή είδε πολλούς από τους Φαρισαίους και τους Σαδουκκκαίους να έρχονται για το βάφτισμά του, τους είπε: «Γεννήματα εχιδνών, ποιος σας υπέδειξε, για να ξεφύγετε από τη μελλοντική οργή;  8 Κάντε λοιπόν καρπό άξιο της μετάνοιας  9 και μη νομίσετε ότι μπορείτε να λέτε μέσα σας: “Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ”. Γιατί σας λέω ότι δύναται ο Θεός από τους λίθους τούτους να εγείρει τέκνα στον Αβραάμ.  10 Ήδη, λοιπόν, το πελέκι βρίσκεται κοντά στη ρίζα των δέντρων. Επομένως, κάθε δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται εντελώς και ρίχνεται στη φωτιά.  11 Εγώ, βέβαια, σας βαφτίζω μέσα σε νερό για μετάνοια, αλλά αυτός που έρχεται ύστερα από εμένα είναι ισχυρότερός μου, του οποίου δεν είμαι ικανός να βαστάξω τα υποδήματα. Αυτός θα σας βαφτίσει μέσα σε Πνεύμα Άγιο και σε φωτιά.  12 Αυτού το φτυάρι είναι στο χέρι του, για να λιχνίσει, και θα καθαρίσει εντελώς το αλώνι του και θα συνάξει το σιτάρι του στην αποθήκη, ενώ το άχυρο θα το κατακάψει με φωτιά άσβεστη». 
Το βάπτισμα του Ιησού
13 Τότε παραγίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾿Ιορδάνην πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ.  14 ὁ δὲ ᾿Ιωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;  15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην· τότε ἀφίησιν αὐτόν·  16 καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·  17 καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.  13 Τότε παρουσιάζεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη, για να βαφτιστεί από αυτόν.  14 Αλλά ο Ιωάννης τον εμπόδιζε επίμονα λέγοντας: «Εγώ έχω ανάγκη από σένα να βαφτιστώ, κι εσύ έρχεσαι προς εμένα;»  15 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε προς αυτόν: «Άφησε τώρα αυτά, γιατί έτσι πρέπει, για να εκπληρώσουμε όλη τη δικαιοσύνη». Τότε ο Ιωάννης τον αφήνει.  16 Και μόλις βαφτίστηκε ο Ιησούς, ευθύς ανέβηκε από το νερό. Και ιδού, ανοίχτηκαν σ’ αυτόν οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται πάνω του.  17 Και ιδού, φωνή από τους ουρανούς που λέει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 4


Μτ. δ’ 1-25

Oι πειρασμοί του Ιησού
1 Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου,  2 καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασε.  3 καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται.  4 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· γέγραπται, οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ.  5 Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ  6 καὶ λέγει αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτόν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.  7 ἔφη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου.  8 Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν  9 καὶ λέγει αὐτῷ· ταῦτα πάντα σοι δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι.  10 τότε λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.  11 Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ.  1 Τότε ο Ιησούς φέρθηκε πάνω στην έρημο από το Πνεύμα, για να πειραχτεί από το Διάβολο.  2 Και αφού νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, ύστερα πείνασε.  3 Τότε προσήλθε ο Πειραχτής και του είπε: «Αν Υιός είσαι του Θεού, πες ώστε οι λίθοι αυτοί να γίνουν άρτοι».  4 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Είναι γραμμένο: Με άρτο μόνο δε θα ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού».  5 Τότε τον παραλαβαίνει ο Διάβολος και τον μεταφέρει στην άγια πόλη και τον έστησε πάνω στο πτερύγιο του ναού  6 και του λέει: «Αν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτό σου κάτω. Γιατί είναι γραμμένο: Στους αγγέλους του θα δώσει εντολή για σένα και πάνω στα χέρια τους θα σε σηκώσουν, μην τυχόν σκοντάψεις σε λίθο το πόδι σου».  7 Του είπε ο Ιησούς: «Πάλι είναι γραμμένο: Δε θα πειράξεις τον Κύριο το Θεό σου».  8 Πάλι τον παραλαβαίνει ο Διάβολος σε όρος πολύ ψηλό και του δείχνει όλες τις βασιλείες του κόσμου και τη δόξα τους,  9 και του είπε: «Αυτά όλα θα σου τα δώσω, αν πέσεις και με προσκυνήσεις».  10 Τότε του λέει ο Ιησούς: «Πήγαινε Σατανά. Γιατί είναι γραμμένο: Κύριο το Θεό σου να προσκυνήσεις και αυτόν μόνο να λατρέψεις».  11 Τότε τον αφήνει ο Διάβολος, και ιδού άγγελοι πλησίασαν και τον υπηρετούσαν. 
Η αρχή της διακονίας στη Γαλιλαία
12 ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ᾿Ιωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν,  13 καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ,  14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·  15 γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν,  16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.  17 ᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  12 Όταν άκουσε λοιπόν ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή, αναχώρησε για τη Γαλιλαία.  13 Και αφού εγκατέλειψε τη Ναζαρέτ, ήρθε και κατοίκησε στην Καπερναούμ, την παραθαλάσσια, μέσα στα όρια της γης των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλίμ.  14 Για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, όταν έλεγε:  15 Γη του Ζαβουλών και γη του Νεφθαλίμ, η οδός δίπλα στη θάλασσα, πέρα από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία των εθνικών –  16 ο λαός που κάθεται στο σκοτάδι, είδε μεγάλο φως, και σ’ αυτούς που κάθονται σε χώρα και σε σκιά θανάτου φως ανάτειλε γι’ αυτούς.  17 Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέει: «Μετανοείτε. γιατί έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών». 
Το κάλεσμα των τεσσάρων ψαράδων
18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·  19 καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.  20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.  21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς.  22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.  18 Περπατώντας λοιπόν δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, το Σίμωνα, το λεγόμενο Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του να ρίχνουν το δίχτυ στη λίμνη. γιατί ήταν ψαράδες.  19 Και τους λέει: «Ελάτε πίσω μου, και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων».  20 Εκείνοι αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν.  21 Και αφού προχώρησε από εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να διορθώνουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους, και τους κάλεσε.  22 Εκείνοι αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους, και τον ακολούθησαν. 
Η περιοδεία στη Γαλιλαία
23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.  24 καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς·  25 καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ Δεκαπόλεως καὶ ῾Ιεροσολύμων καὶ ᾿Ιουδαίας καὶ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου.  23 Και περιόδευε σε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε αδυναμία στο λαό.  24 Και ήρθε μακριά η φήμη του σε όλη τη Συρία. Και έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση από ποικίλες νόσους και υπέφεραν από βασανιστικές ασθένειες και δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παράλυτους, και τους θεράπευσε.  25 Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη από τη Γαλιλαία και τη Δεκάπολη και τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία και πέρα από τον Ιορδάνη. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 5


Μτ. ε’ 1-48

Η επί του Όρους Ομιλία
1 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ,  2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων·  1 Και όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος και, αφού κάθισε, τον πλησίασαν οι μαθητές του.  2 Και τότε άνοιξε το στόμα του και τους δίδασκε λέγοντας: 
Οι Μακαρισμοί
3 μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  4 μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.  5 μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.  6 μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.  7 μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.  8 μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.  9 μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.  10 μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  11 μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.  12 χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν.  3 «Μακάριοι οι φτωχοί στο πνεύμα, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.  4 Μακάριοι όσοι πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν.  5 Μακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη.  6 Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορταστούν.  7 Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν.  8 Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό.  9 Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα κληθούν γιοι Θεού.  10 Μακάριοι οι καταδιωγμένοι εξαιτίας δικαιοσύνης, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.  11 Μακάριοι είστε, όταν σας βρίσουν και σας καταδιώξουν και πούνε κάθε κακό πράγμα εναντίον σας, λέγοντας ψέματα εξαιτίας μου.  12 Χαίρετε και αγαλλιάζετε, γιατί ο μισθός σας είναι πολύς στους ουρανούς. Γιατί έτσι καταδίωξαν τους προφήτες που ήταν πριν από εσάς». 
Το αλάτι και το φως
13 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.  14 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·  15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.  16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  13 «Εσείς είστε το αλάτι της γης. Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί, με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους.  14 Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε δύναται πόλη να κρυφτεί, όταν βρίσκεται πάνω σε όρος.  15 Ούτε ανάβουν λύχνο και τον θέτουν κάτω από το μόδι, αλλά πάνω στο λυχνοστάτη και έτσι λάμπει σε όλους όσοι είναι μέσα στην οικία.  16 Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς». 
Ο Νόμος
17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.  18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.  19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.  20 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.  17 «Μη νομίσετε ότι ήρθα να καταλύσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα να καταλύσω, αλλά να συμπληρώσω.  18 Γιατί αλήθεια σας λέω: ωσότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, ένα γιώτα ή μια κεραία δε θα παρέλθει από το νόμο, ωσότου όλα γίνουν.  19 Όποιος λοιπόν παραβεί μία από τις εντολές αυτές που είναι πάρα πολύ μικρές και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, πάρα πολύ μικρός θα κληθεί στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος όμως τις εφαρμόσει και τις διδάξει, αυτός μεγάλος θα κληθεί στη βασιλεία των ουρανών.  20 Γιατί σας λέω ότι αν δεν περισσέψει η δικαιοσύνη σας περισσότερο εκείνης των γραμματέων και των Φαρισαίων, δε θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών». 
Η οργή
21 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ φονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει.  22 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.  23 ᾿Εὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ,  24 ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.  25 ῎Ισθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ·  26 ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως οὗ ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην.  21 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: Μη φονεύσεις, και, “όποιος φονεύσει θα είναι ένοχος στο δικαστήριο”.  22 Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται με τον αδελφό του χωρίς λόγο ένοχος θα είναι στο δικαστήριο. Και όποιος πει στον αδελφό του: “Ρακά”, ένοχος θα είναι στο συνέδριο. Όποιος όμως πει: “Μωρέ”, ένοχος θα είναι για τη γέεννα της φωτιάς.  23 Αν προσφέρεις, λοιπόν, το δώρο σου πάνω στο θυσιαστήριο κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου,  24 άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε, πρώτα συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε έλα και πρόσφερε το δώρο σου.  25 Να είσαι ευνοϊκός με τον αντίδικό σου γρήγορα, ωσότου είσαι μαζί του στο δρόμο, μην τυχόν σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή και ο κριτής στο δεσμοφύλακα και ριχτείς στη φυλακή.  26 Αλήθεια σου λέω, δε θα εξέλθεις από εκεί, ωσότου αποδώσεις την τελευταία δραχμή». 
Η μοιχεία
27 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις.  28 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.  29 εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.  30 καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.  27 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Μη μοιχέψεις.  28 Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που βλέπει γυναίκα, με σκοπό να επιθυμήσει αυτήν, ήδη μοίχεψε με αυτή μέσα στην καρδιά του.  29 Και αν ο οφθαλμός σου ο δεξιός σε σκανδαλίζει, βγάλε τον και ρίξε τον μακριά από εσένα. Γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μη ριχτεί όλο το σώμα σου στη γέεννα.  30 Και αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψε το εντελώς και ρίξε το μακριά από εσένα. Γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μην πάει όλο το σώμα σου στη γέεννα». 
Το διαζύγιο
31 ᾿Ερρέθη δέ· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, δότω αὐτῇ ἀποστάσιον.  32 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσῃ, μοιχᾶται.  31 «Ειπώθηκε επίσης: Όποιος αποδιώξει τη γυναίκα του ας της δώσει έγγραφο διαζυγίου.  32 Κι εγώ σας λέω ότι καθένας που αποδιώχνει τη γυναίκα του εκτός από λόγο πορνείας την κάνει να μοιχευτεί. Και όποιος νυμφευτεί αποδιωγμένη, μοιχεύεται». 
Οι όρκοι
33 Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου.  34 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ·  35 μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως·  36 μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι.  37 ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν.  33 «Πάλι ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: Μην επιορκήσεις, αλλά να αποδώσεις στον Κύριο τους όρκους σου.  34 Εγώ όμως σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου. Μήτε στον ουρανό, γιατί είναι θρόνος του Θεού.  35 μήτε στη γη, γιατί είναι υποπόδιο των ποδιών του. μήτε στα Ιεροσόλυμα, γιατί είναι πόλη του μεγάλου βασιλιά.  36 μήτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, γιατί δε δύνασαι μία τρίχα να κάνεις λευκή ή μαύρη.  37 Ας είναι λοιπόν ο λόγος σας, ναι και να εννοεί ναι, όχι και να εννοεί όχι. Ενώ ό,τι είναι περισσότερο από αυτά προέρχεται από τον Πονηρό». 
Τα αντίποινα
38 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος·  39 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·  40 καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον·  41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο·  42 τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς.  38 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Οφθαλμός αντί για οφθαλμό και δόντι αντί για δόντι.  39 Εγώ όμως σας λέω να μην αντισταθείτε στον κακό άνθρωπο. αλλά σε όποιον σε χαστουκίζει στο δεξί μέρος του σαγονιού σου στρέψε του και το άλλο.  40 Και σ’ αυτόν που θέλει να δικαστεί μ’ εσένα και να πάρει το πουκάμισό σου άσε του και το πανωφόρι.  41 Και με όποιον σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο.  42 Σ’ όποιον σου ζητάει δώσε, και αυτόν που θέλει από εσένα να δανειστεί μην τον αποστραφείς». 
Αγάπη για τους εχθρούς
43 ᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου.  44 ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς.  45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.  46 ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;  47 καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν;  48 ῎Εσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν.  43 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρό σου.  44 Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχθρούς σας και προσεύχεστε για όσους σας καταδιώκουν,  45 για να γίνετε γιοι του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς, γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει πάνω σε κακούς και καλούς και βρέχει πάνω σε δίκαιους και άδικους.  46 Γιατί αν αγαπήσετε όσους σας αγαπούν, ποιο μισθό θέλετε να έχετε; Και οι τελώνες το ίδιο δεν κάνουν;  47 Και αν χαιρετήσετε τους αδελφούς σας μόνο, τι περισσότερο κάνετε; Και οι εθνικοί το ίδιο δεν κάνουν;  48 Να είστε λοιπόν εσείς τέλειοι όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 6


Μτ. στ’ 1-34

Η ελεημοσύνη
1 Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  2 ῞Οταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ρύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.  3 σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου,  4 ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.  1 «Προσέχετε μάλιστα τη δικαιοσύνη σας να μην την κάνετε μπροστά στους ανθρώπους, για να σας δουν με θαυμασμό. Ειδεμή, βέβαια, μισθό δεν έχετε από τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς.  2 Όταν λοιπόν κάνεις ελεημοσύνη, μη σαλπίσεις μπροστά σου όπως ακριβώς κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στα δρομάκια, για να δοξαστούν από τους ανθρώπους. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  3 Εσύ, όμως, όταν κάνεις ελεημοσύνη, ας μη γνωρίζει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου χέρι,  4 για να γίνεται η ελεημοσύνη σου στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει». 
Η προσευχή
5 Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὥσπερ οἱ ὑποκριταί, ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἂν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.  6 σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.  7 Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται.  8 μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν.  9 Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου·  10 ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·  11 τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον·  12 καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·  13 καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.  14 ᾿Εὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος·  15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.  5 «Και όταν προσεύχεστε, μην είστε όπως οι υποκριτές. Επειδή τους αρέσει να προσεύχονται στημένοι όρθιοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, για να φανούν στους ανθρώπους. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  6 Εσύ όμως, όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο απόμερό σου δωμάτιο και, αφού κλείσεις τη θύρα σου, προσευχήσου στον Πατέρα σου που είναι στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει.  7 Και όταν προσεύχεστε, μην περιττολογήσετε όπως ακριβώς οι εθνικοί, γιατί αυτοί νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν.  8 Μη λοιπόν ομοιωθείτε με αυτούς. Γιατί ξέρει ο Πατέρας σας αυτά που έχετε ανάγκη, προτού εσείς τα ζητήσετε από αυτόν.  9 Έτσι, λοιπόν, εσείς να προσεύχεστε: Πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, ας αγιαστεί το όνομά σου.  10 ας έρθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό έτσι και πάνω στη γη.  11 Τον άρτο μας για την ερχόμενη ημέρα, δώσε μας σήμερα.  12 Και άφησε από εμάς τις οφειλές μας, όπως κι εμείς αφήσαμε από τους οφειλέτες μας.  13 Και μη μας φέρεις μέσα σε πειρασμό, αλλά σώσε μας από τον Πονηρό. Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες. Αμήν.  14 Γιατί αν αφήσετε στους ανθρώπους παραπτώματα αυτών, θα τα αφήσει και σ’ εσάς ο Πατέρας σας ο ουράνιος.  15 Αν όμως δεν τα αφήσετε στους ανθρώπους, ούτε ο Πατέρας σας θα αφήσει τα δικά σας παραπτώματα». 
Η νηστεία
16 ῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.  17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι,  18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.  16 «Και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε όπως οι υποκριτές σκυθρωποί. γιατί αφήνουν άπλυτα τα πρόσωπά τους, για να φανούν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  17 Εσύ, όμως, όταν νηστεύεις, άλειψε σαπουνίζοντας το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου,  18 για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που είναι στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει». 
Θησαυρός στον ουρανό
19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι·  20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν·  21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.  19 «Μη θησαυρίζετε για σας θησαυρούς πάνω στη γη, όπου σκόρος και σκουριά τους αφανίζουν και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και τους κλέβουν.  20 Αλλά θησαυρίζετε για σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος ούτε σκουριά τους αφανίζουν και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε τους κλέβουν.  21 Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σου, εκεί θα είναι και η καρδιά σου». 
Το φως του σώματος
22 ῾Ο λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται·  23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;  22 «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν λοιπόν είναι ο οφθαλμός σου γενναιόδωρος, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό.  23 Αν όμως ο οφθαλμός σου είναι φιλάργυρος, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν το φως που βρίσκεται μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο θα είναι το σκοτάδι!» 
Θεός και Μαμμωνάς
24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.  24 «Κανείς δε δύναται σε δύο κυρίους να υπηρετεί ως δούλος. Γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δε δύναστε να υπηρετείτε ως δούλοι στο Θεό και στο Μαμμωνά». 
Μέριμνες και άγχος
25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;  26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;  27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;  28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·  29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.  30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;  31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;  32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.  33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.  34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς.  25 «Γι’ αυτό σας λέω: μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι πιο πολύ από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα;  26 Παρατηρήστε τα πετεινά του ουρανού, γιατί δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάγουν σε αποθήκες, και όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δε διαφέρετε περισσότερο από αυτά;  27 Και ποιος από εσάς μεριμνώντας δύναται να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχη;  28 Και για ένδυμα τι μεριμνάτε; Μάθετε ακριβώς πώς αυξάνουν τα κρίνα του αγρού: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν.  29 Σας λέω όμως ότι ούτε ο Σολομώντας με όλη τη δόξα του δεν ντύθηκε όπως ένα από αυτά.  30 Αν λοιπόν το χορτάρι του αγρού, που σήμερα υπάρχει και αύριο ρίχνεται στο φούρνο, ο Θεός έτσι το ντύνει, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς ολιγόπιστοι;  31 Μη λοιπόν μεριμνήσετε λέγοντας: “Τι θα φάμε”; ή “Τι θα πιούμε”; ή “Τι θα ντυθούμε”;  32 Γιατί όλα αυτά τα επιζητούν οι εθνικοί. Ξέρει βέβαια ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι χρειάζεστε όλα αυτά.  33 Αλλά ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του και όλα αυτά θα σας προστεθούν.  34 Μη λοιπόν μεριμνήσετε για το αύριο, γιατί το αύριο θα μεριμνήσει για τον εαυτό του. αρκετή για την ημέρα η κακοπάθειά της». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 7


Μτ. ζ’ 1-29

Περί κατακρίσεως του πλησίον
1 Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·  2 ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν.  3 τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς;  4 ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου;  5 ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.  6 Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ρήξωσιν ὑμᾶς.  1 «Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε.  2 Γιατί με όποια κρίση κρίνετε θα κριθείτε, και με όποιο μέτρο μετράτε, θα μετρηθεί σ’ εσάς.  3 Και γιατί βλέπεις την αγκίδα που είναι μέσα στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι μέσα στο δικό σου μάτι δεν παρατηρείς;  4 Ή πώς θα πεις στον αδελφό σου: “Άφησε να βγάλω την αγκίδα από το μάτι σου”, ενώ ιδού, το δοκάρι είναι μέσα στο μάτι το δικό σου;  5 Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι το δικό σου το δοκάρι, και τότε θα δεις καθαρά, για να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου.  6 Μη δώσετε το άγιο στα σκυλιά, μήτε να ρίξετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μην τυχόν τα καταπατήσουν με τα πόδια τους και μετά στραφούν και σας ξεσκίσουν». 
Ζητάτε, ερευνάτε, χτυπάτε τη θύρα
7 Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·  8 πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.  9 ἢ τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;  10 καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;  11 εἰ οὗν ὑμεῖς, πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;  7 «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ερευνάτε και θα βρείτε, κρούετε και θα σας ανοιχτεί.  8 Γιατί καθένας που ζητά λαβαίνει και όποιος ερευνά βρίσκει και σ’ όποιον κρούει θα του ανοιχτεί.  9 Ή ποιος άνθρωπος είναι από εσάς, που αν του ζητήσει ο γιος του άρτο, μήπως θα του δώσει ένα λίθο;  10 Ή και αν ζητήσει ψάρι, μήπως θα του δώσει ένα φίδι;  11 Αν λοιπόν εσείς που είστε κακοί ξέρετε δοσίματα αγαθά να δίνετε στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς θα δώσει αγαθά σε όσους του ζητούν!» 
Ο χρυσός κανόνας
12 Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται.  12 «Όλα όσα θέλετε, λοιπόν, να κάνουν σ’ εσάς οι άνθρωποι, έτσι κι εσείς να κάνετε σ’ αυτούς. γιατί αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες». 
Η στενή πύλη
13 Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι᾿ αὐτῆς.  14 τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν!  13 «Εισέλθετε από τη στενή πύλη. γιατί πλατιά η πύλη και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην απώλεια και πολλοί είναι που εισέρχονται από αυτή.  14 Τι στενή που είναι η πύλη και θλιμμένη η οδός που οδηγεί στη ζωή, και λίγοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν!» 
Το δέντρο αναγνωρίζεται από τους καρπούς του
15 Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες.  16 ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα;  17 οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ.  18 οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν.  19 πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.  20 ἄραγε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς.  15 «Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι έρχονται προς εσάς με ενδύματα προβάτων, ενώ από μέσα είναι λύκοι άρπαγες.  16 Από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε. Μήπως μαζεύουν από αγκάθια σταφύλια ή από τριβόλια σύκα;  17 Έτσι, κάθε δέντρο αγαθό κάνει καρπούς καλούς, ενώ το σάπιο δέντρο κάνει καρπούς κακούς.  18 Δε δύναται δέντρο αγαθό να κάνει καρπούς κακούς ούτε δέντρο σάπιο να κάνει καρπούς καλούς.  19 Κάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται εντελώς και ρίχνεται στη φωτιά.  20 Άρα, βεβαίως, από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε». 
«Ποτέ δε σας γνώρισα»
21 Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.  22 πολλοὶ ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;  23 καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν.  21 «Καθένας που μου λέει “Κύριε, Κύριε” δε θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, αλλά αυτός που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.  22 Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: “Κύριε, Κύριε, στο δικό σου όνομα δεν προφητέψαμε και στο δικό σου όνομα δε βγάλαμε δαιμόνια και στο δικό σου όνομα δεν κάναμε πολλές θαυματουργικές δυνάμεις”;  23 Και τότε θα τους ομολογήσω: “Ποτέ δε σας γνώρισα. αποχωρείτε από εμένα οι εργαζόμενοι την ανομία”». 
Τα δύο θεμέλια
24 Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν·  25 καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν.  26 καὶ πᾶς ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμμον·  27 καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη.  28 Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·  29 ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.  24 «Καθένας λοιπόν που ακούει τούτους τους λόγους μου και τους εφαρμόζει θα ομοιωθεί με φρόνιμο άνθρωπο, ο οποίος οικοδόμησε την οικία του πάνω στο βράχο.  25 Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και έπεσαν πάνω στην οικία εκείνη, αλλά δεν έπεσε, γιατί είχε θεμελιωθεί πάνω στο βράχο.  26 Και καθένας που ακούει τους λόγους μου τούτους και δεν τους εφαρμόζει θα ομοιωθεί με άνθρωπο μωρό, ο οποίος οικοδόμησε την οικία του πάνω στην άμμο.  27 Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και χτύπησαν πάνω στην οικία εκείνη. και έπεσε, και η πτώση της ήταν μεγάλη».  28 Και συνέβηκε, όταν τελείωσε ο Ιησούς τους λόγους αυτούς, να εκπλήττονται τα πλήθη για τη διδαχή του.  29 Γιατί τους δίδασκε συνεχώς όπως ένας που έχει εξουσία, και όχι όπως οι γραμματείς τους. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28 

Κατά Ματθαίον κεφάλαιον 8


Μτ. η’ 1-34

Ο καθαρισμός του λεπρού
1 Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί.  2 Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.  3 καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα.  4 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.  1 Και όταν αυτός κατέβηκε από το όρος, τον ακολούθησαν πλήθη πολλά.  2 Και ιδού, ένας λεπρός πλησίασε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Κύριε, αν θέλεις δύνασαι να με καθαρίσεις».  3 Και αυτός εξέτεινε το χέρι του και τον άγγιξε λέγοντας: «Θέλω, καθαρίσου». Και αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του.  4 Και τότε του λέει ο Ιησούς: «Κοίτα να μην το πεις σε κανέναν, αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία σ’ αυτούς». 
Η θεραπεία του δούλου ενός εκατόνταρχου
5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων·  6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος.  7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν.  8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου.  9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.  10 ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.  11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν,  12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.  13 καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.  5 Και όταν αυτός εισήλθε στην Καπερναούμ, πλησίασε σ’ αυτόν ένας εκατόνταρχος παρακαλώντας τον  6 και λέγοντας: «Κύριε, ο δούλος μου έχει πέσει παράλυτος στην οικία μου και βασανίζεται φοβερά».  7 Τότε ο Ιησούς τού λέει: «Εγώ, αφού έρθω, θα τον θεραπεύσω».  8 Αλλά αποκρίθηκε ο εκατόνταρχος και είπε: «Κύριε, δεν είμαι ικανός να εισέλθεις κάτω από τη στέγη μου. Αλλά πες το μόνο με λόγια, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου.  9 Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία, έχοντας κάτω από τον εαυτό μου στρατιώτες, και λέω σε τούτον: “Πήγαινε”, και πηγαίνει. Και στον άλλο: “Έλα”, και έρχεται. Και στο δούλο μου: “Κάνε αυτό”, και το κάνει».  10 Όταν το άκουσε τότε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ’ όσους τον ακολουθούσαν: «Αλήθεια σας λέω, σε κανέναν δε βρήκα τόσο πολλή πίστη μέσα στο λαό Ισραήλ.  11 Σας λέω μάλιστα ότι πολλοί από ανατολικά και δυτικά θα έρθουν και θα καθίσουν, για να φάνε μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ μέσα στη βασιλεία των ουρανών,  12 ενώ οι γιοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκότος το εξώτερο. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».  13 Και μετά είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε, ας γίνει σ’ εσένα όπως πίστεψες». Και ο δούλος του γιατρεύτηκε εκείνη την ώρα. 
Θεραπεία πολλών ανθρώπων
14 Καὶ ἐλθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου εἶδε τὴν πενθερὰν αὐτοῦ βεβλημένην καὶ πυρέσσουσαν·  15 καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς καὶ ἠγέρθη καὶ διηκόνει αὐτῷ.  16 ᾿Οψίας δὲ γενομένης προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλούς, καὶ ἐξέβαλε τὰ πνεύματα λόγῳ καὶ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσεν,  17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν.  14 Και όταν ο Ιησούς ήρθε στην οικία του Πέτρου, είδε την πεθερά του πεσμένη στο κρεβάτι και με πυρετό.  15 Και τότε άγγιξε το χέρι της και την άφησε ο πυρετός, και σηκώθηκε και τον διακονούσε.  16 Όταν λοιπόν βράδιασε, έφεραν προς αυτόν πολλούς δαιμονισμένους. Και έβγαλε τα πνεύματα με το λόγο του και θεράπευσε όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση,  17 για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη Ησαΐα, όταν έλεγε: Αυτός έλαβε τις ασθένειές μας και βάσταξε τις νόσους μας. 
Προϋποθέσεις της μαθητείας
18 ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς πολλοὺς ὄχλους περὶ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἀπελθεῖν εἰς τὸ πέραν.  19 Καὶ προσελθὼν εἷς γραμματεὺς εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ.  20 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.  21 ῞Ετερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου.  22 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.  18 Όταν λοιπόν ο Ιησούς είδε πλήθος γύρω του, διέταξε να πάνε αντίπερα στη λίμνη.  19 Τότε πλησίασε ένας γραμματέας και του είπε: «Δάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνεις».  20 Και ο Ιησούς του λέει: «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πετεινά του ουρανού προσωρινές κατοικίες, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».  21 Και άλλος από τους μαθητές του του είπε: «Κύριε, επίτρεψέ μου πρώτα να πάω και να θάψω τον πατέρα μου».  22 Αλλά ο Ιησούς του λέει: «Ακολούθα με και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς». 
Η κατάπαυση της τρικυμίας
23 Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.  24 καὶ ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευδε.  25 καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα.  26 καὶ λέγει αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.  27 οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες· ποταπός ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;  23 Και όταν αυτός μπήκε στο πλοίο, τον ακολούθησαν οι μαθητές του.  24 Και ιδού, έγινε μεγάλη τρικυμία στη λίμνη, ώστε το πλοίο να καλύπτεται από τα κύματα. αυτός όμως κοιμότανε.  25 Και πλησίασαν και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Κύριε, σώσε μας, χανόμαστε».  26 Και τους λέει: «Γιατί είστε δειλοί, ολιγόπιστοι;» Τότε, αφού σηκώθηκε, επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, και έγινε γαλήνη μεγάλη.  27 Οι άνθρωποι τότε θαύμασαν λέγοντας: «Τι είδους είναι αυτός που και οι άνεμοι και η θάλασσα τον υπακούνε;» 
Η θεραπεία των δαιμονισμένων Γαδαρηνών
28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.  29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;  30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη.  31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.  32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν.  33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων.  34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.  28 Και όταν αυτός ήρθε αντίπερα στη λίμνη, στη χώρα των Γαδαρηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που εξέρχονταν από τα μνήματα, πολύ κακοί, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει από εκείνη την οδό.  29 Και ιδού, έκραξαν λέγοντας: «Τι σχέση έχουμε εμείς κι εσύ, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ πριν από τον καθορισμένο καιρό, για να μας βασανίσεις;»  30 Ήταν λοιπόν μακριά από αυτούς μια αγέλη πολλών χοίρων που έβοσκε.  31 Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Αν μας βγάλεις, απόστειλέ μας στην αγέλη των χοίρων».  32 Και τους είπε: «Πηγαίνετε». Εκείνοι, αφού εξήλθαν, πήγαν στους χοίρους. Και ιδού, όρμησε όλη η αγέλη κάτω στον γκρεμό, στη λίμνη, και πέθαναν μέσα στα νερά.  33 Και αυτοί που τους έβοσκαν έφυγαν και, όταν πήγαν στην πόλη, ανάγγειλαν όλα και όσα συνέβηκαν με τους δαιμονισμένους.  34 Και ιδού, όλη η πόλη εξήλθε για να συναντήσει τον Ιησού και, όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τα όριά τους. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ

  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28