Κάλλιστος Καταφυγιώτης: Σύντομη βιογραφία


Σύντομη βιογραφία: Για τον οσιότατο πατέρα μας Κάλλιστο, τον επονομαζόμενο Καταφυγιώτη (ίσως να πήρε την επωνυμία αυτή από κάποια εκκλησία της Θεοτόκου, που λεγόταν Καταφυγή), ποιος ήταν και από πού καταγόταν και πού έζησε τον αναχωρητικό βίο, τίποτε δέ γνωρίζομε από την ιστορία. 
Όπως όμως συμπεραίνομε από τα κεφάλαιά του που ακολουθούν, ήταν βαθύς γνώστης και της κοσμικής αλλά και της πνευματικής παιδείας και μάλιστα ικανότατος να κινείται, όσο λίγοι, στο νοητό ύψος και βάθος, μήκος και πλάτος των θεωριών. 

Γιατί τόσο πολύ υψωνόταν ο μακάριος προς το υπερκόσμιο απόκρυφο Ένα της τριαδικής Υπερουσιότητας, με τη βοήθεια της χάρης, και τόσο πολύ έφτασε στην εποπτεία τού Θεού, την άμεση ένωση, τη νοερή σιγή και την υπεράγνωστη αγνωσία, απελευθερωμένος ολότελα από όλα, χάρη στην υπερβολική του καθαρότητα, ώστε να φαίνεται αληθινά σαν άγγελος και κατά χάρη θεός πάνω στη γη. 
Μερικοί είπαν ότι είναι ο Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος συνέγραψε τα άλλα εκατό κεφάλαια, στηρίζοντας τη γνώμη τους αυτή σε δύο τεκμήρια. Λένε δηλαδή ότι εκείνα τα κεφάλαια στο περισσότερο μέρος τους αναφέρονται στην πρακτική, ενώ αυτά στη θεωρία μόνο και στο θεωρητικό βίο. 
Και αφού η πράξη και η θεωρία είναι ενωμένες μεταξύ τους, έπρεπε, όπως είναι φυσικό, ένας να είναι και ο συγγραφέας. Επιπλέον, ότι και πολλά σημεία από εκείνα ομοιάζουν με τα εδώ, όσα αναφέρονται στην επιβολή του νου και την παραδοχή και τη θεία ένωση και την καρδιακή ενέργεια και το φωτισμό. Άλλοι πάλι φρονούν ότι άλλος είναι ο παρών Κάλλιστος, εξαιτίας του διαφορετικού ύφους του καθενός. 
Εμείς συμφωνούμε μάλλον με τους πρώτους, χωρίς να δυσκολευτούμε διόλου από τη διαφορά του ύφους. Γιατί οι σοφοί έχουν τη δυνατότητα, ανάλογα με την υπόθεση να ρυθμίζουν και το γράψιμό τους και να εκφράζουν τα ταπεινά με ταπεινό ύφος, ενώ τα υψηλά με υψηλή μεγαληγορία. 
Τούτο όμως είναι πραγματικά το λυπηρό, ότι ενώ, όπως εικάζεται, τα κεφάλαια για το θεωρητικό βίο θα ήταν περί τα εκατό, και είναι υψηλότατα, όσο γνωρίζω, και τελειότατα ως προς τα νοήματα και τη μεγαλοπρέπεια και την καλλιέπεια του ύφους, όπως επίσης και ως προς την ανάπτυξη των συλλογισμών, σώζονται μόνο τα παρόντα σύμφωνα με το πρωτότυπο που ήρθε στα χέρια μας.

via

Advertisements

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 1- 50

(Ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης ταυτίζεται με τον Κάλλιστο Αγγελικούδη)
1. Από τη φύση της κάθε ζωντανή ύπαρξη, με την ανώτερη φυσική ενέργειά της μεταλαμβάνει και ανάπαυση και ανάλογη ηδονή. Και από αυτή δοκιμάζει χαρά και είναι προσηλωμένη σ’ αυτά. Και ο άνθρωπος λοιπόν, επειδή έχει νου κι έχει εκ φύσεως ζωή του τη νόηση, δοκιμάζει μεγάλη ηδονή και μετέχει πραγματικά σε ανάπαυση όταν νοεί τα ανώτερα και τα αγαθά η καλά —όπως θέλει καθένας ας τα πει— για τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει αληθινά όταν έχει στο νου του το Θεό και συλλογίζεται τις αρετές Του, ο οποίος είναι πραγματικά το άκρο και πάνω από νου νοητό και αγαπά άκρως και πέρα από νου τον άνθρωπο και που ετοιμάζει άκρα βραβεία και πάνω από νου αγαθά και καλά για τους δικούς Του, κι αυτά μάλιστα στους αιώνες.

2. Κάθε γέννηση κάνει ό,τι γεννιέται να μοιάζει με αυτό που το γέννησε, όπως είπε ο Κύριος ότι «το γεννημένο από τη σάρκα είναι σάρκα και το γεννημένο από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αν λοιπόν είναι πνεύμα εκείνος που γεννήθηκε από το Πνεύμα, είναι φανερό ότι θα είναι και θεός, όπως και το Πνεύμα που τον γέννησε, γιατί είναι Θεός αληθινός το Πνεύμα από το οποίο έχει γεννηθεί κατά χάρη ο μέτοχος του Πνεύματος. Και αν ο άνθρωπος αυτός είναι θεός, ολοφάνερα θα είναι και θεωρητικός. Γιατί ο Θεός ονομάστηκε Θεός επειδή θεωρεί. Ώστε λοιπόν εκείνος που δεν είναι θεωρητικός, η δεν επέτυχε ακόμη την πνευματική γέννηση και μετοχή, η την έχει πετύχει, αλλά από αμάθεια κλείνει την οπτική του δύναμη και αποστρέφεται σαν απαίδευτος τις νοητές θείες ακτίνες του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης. Και ενώ έγινε μέτοχος θεωρητικής δυνάμεως, στερείται δυστυχώς από την ενέργειά της, αν και ανυψώνεται προς την αγιοσύνη.


3. Όλα τα όντα έλαβαν την κίνηση και το φυσικό ιδίωμά τους από Αυτόν που τα δημιούργησε κατά λόγον συνεπώς και ο νους. Αλλά η κίνηση του νου έχει ως ιδίωμά της το «αεί», είναι δηλαδή αδιάκοπη· και το «αεί» είναι άπειρο και απεριόριστο. Άρα θα είναι κατώτερο από την αξία και τη φύση του νου αν αυτός κινείται κατά τρόπο πεπερασμένο ή περιορισμένο. Και αυτό θα το πάθαινε αν είχε την κίνησή του σε πράγματα πεπερασμένα και περιορισμένα. Γιατί δεν είναι δυνατό, ενώ ένα πράγμα είναι πεπερασμένο και περιορισμένο, η κίνηση του νου γι’ αυτό ή γύρω από αυτό να προχωρεί στο άπειρο. Έχει λοιπόν ανάγκη και η αεικινησία του νου από κάποιο άπειρο και απεριόριστο προς το οποίο να κινείται κατά λόγον και κατά την ίδια τη φύση της. Άπειρο ωστόσο και απεριόριστο πραγματικά δεν είναι κανένα άλλο, παρά ο Θεός, ο οποίος φύσει και κυρίως είναι Ένα. Πρέπει λοιπόν ο νους να πετά και να ατενίζει και να κινείται προς το κυρίως άπειρο Ένα, το Θεό. Γιατί τούτο κυρίως είναι το φυσικό για το νου.

4. Άπειρα και απεριόριστα είναι όσα σκεπτόμαστε σχετικά με το Θεό. Ούτε σ’ αυτά εντούτοις δεν μπορεί να δοκιμάσει την τέλεια χαρά ο νους, ο οποίος ζητά Αυτόν από τον οποίο προέρχεται. Γιατί το κάθε τι χαίρεται εκ φύσεως με το όμοιό του. Επειδή ο νους είναι ένας κατά τη φύση, αλλά πολλά σε σχέση με τα νοήματα, όταν τείνει και κατά κάποιο τρόπο κινείται προς το Θεό, ο οποίος είναι Ένα στη φύση και πολλά στην ενέργεια, είναι αδύνατο να χαίρεται ολοκληρωτικά πριν φτάσει στο εκ φύσεως απεριόριστο Ένα μέσω του Πνεύματος, αφού διαβεί κατά κάποιο τρόπο από τα πολλά. Άρα ο νους από τη φύση του μόνο στο Θεό χαίρεται ολοκληρωτικά. Αλλά και από τα όντα το καθένα χαίρεται κυρίως με το φυσικό του ιδίωμα· και φυσικό ιδίωμα του νου είναι να κινείται και να τείνει και να φτάνει και να χαίρεται ολοκληρωτικά μέσα στο Θεό μόνο, που είναι το απλώς και απεριορίστως Ένα.

5. Όλη η κίνηση οποιουδήποτε κτίσματος και μάλιστα του ίδιου του νου τείνει και αποβλέπει προς τη στάση και την ηρεμία, και το να σταθεί από την κίνηση του και να ηρεμήσει είναι σκοπός και παράλληλα και ανάπαυση για το κτίσμα. Ο νους όμως, όντας ένα από τα κτίσματα, όταν κινείται μέσα στα κτίσματα δεν μπορεί να κερδίσει τη στάση και την ηρεμία. Επειδή το κτιστό, κατάλληλα με τη φύση του, έχει δεχτεί την περάτωση αφού έχει λάβει αρχή, η αεικινησία του νου δίκαια θα υστερήσει και κατ’ ακολουθίαν θα ζητήσει που να κινηθεί. Κι έτσι ο νους κάθε άλλο παρά θα ηρεμήσει ή θα επιτύχει το σκοπό του, ή θα πάψει να τον συνοδεύει η αεικινησία καθώς θα έχει εγκλεισθεί μέσα στα περιορισμένα και πεπερασμένα, πράγμα που απέχει πολύ από τη φυσική κατάσταση του νου που είναι ολοφάνερα αεικίνητος. Επομένως δεν είναι εύλογο να βρει ο νους ηρεμία ή να σταθεί, όταν βρίσκεται στα κτιστά. Πού λοιπόν θα χρησιμοποιήσει ο νους την ιδιότητά του, να στέκεται δηλαδή μέσω της κινήσεως κι έτσι να ηρεμεί και να ειρηνεύει και να δέχεται τη σίγουρη αίσθηση της ανάπαυλας, αν δέ βρεθεί μέσα σε κάτι άκτιστο και απεριόριστο; Και τούτο είναι ο Θεός, ο οποίος είναι το αληθινό και υπερκόσμιο Ένα. Σε αυτό λοιπόν το Ένα, το απεριόριστο, πρέπει ο νους να φτάσει με την κίνησή του, ώστε να βρει όπως πρέπει τη φυσική του ηρεμία μέσα σε νοερή ανάπαυση. Γιατί εκεί είναι η πνευματική στάση, η ξενότροπη ανάπαυση και το άπειρο πέρας όλων, και δέ λείπει διόλου η κίνηση σε κάθε νου που θα βρεθεί σ’ εκείνο το Ένα αφού γίνει αόριστος και απέραντος και απεριόριστος και άμορφος και ασχημάτιστος και απολύτως απλός. Γιατί τέτοιο είναι το Ένα που λέμε, δηλαδή ο Θεός.

6. Αν ο Θεός, κατά τον Δαβίδ, κάνει τους Αγγέλους Του πνεύματα και αν όσους ανθρώπους γεννά το Πνεύμα τούς κάνει πνεύματα, όπως είπε ο Κύριος, άρα άγγελος γίνεται ο άνθρωπος που γεννήθηκε από το Πνεύμα μέσω της πραγματικής μετοχής του Πνεύματος. Αλλά βέβαια, έργο των Αγγέλων είναι να βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μας στους ουρανούς, όπως είπε και τούτο ο Κύριος. Κι εκείνος λοιπόν που είναι ολοφάνερα μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, κατ’ ανάγκην όταν ανυψώνεται όπως πρέπει, θα θεωρεί το πρόσωπο του Θεού. Γι’ αυτό και ο Δαβίδ διδάσκει: «Ζητήσετε τον Κύριο και πάρετε δύναμη· αναζητήσετε το πρόσωπό Του συνεχώς». Δεν τηρεί λοιπόν το εύλογο και πρέπον εκείνος που έγινε μέτοχος του Αγίου και ζωοποιού και φωτιστικού και ερωτοποιού Πνεύματος, που έλαβε πείρα της άρρητης γεννήσεως από το Πνεύμα και που ανέβηκε σε αξία Αγγέλου κι έπειτα, από περιττή ευλάβεια, κάνει τη νοερή αίσθησή του προς το Θεό να κλείνει και να μη θέλει να ανυψώνεται προς το Θεό και τα θεία. Και αυτό, ενώ ο Κύριος προστάζει να μείνομε μέσα Του, αφού κι αυτός μένει μέσα σ’ εμάς, και ο Δαβίδ λέει: «Πλησιάστε προς Αυτόν και φωτιστείτε». Και πράγματι αν έχομε πρόθεση να πράξομε τα πρέποντα και με συνέπεια προς αυτά, μέσα στο φως του Θεού Πατέρα, εννοώ το Άγιο Πνεύμα, θα δούμε το γύρω από το Θεό φως, δηλαδή τη θεία αλήθεια. Εκτός αν προτιμούμε από αμάθεια να μη στρεφόμαστε προς τις θείες ακτίνες.

7. Με τρεις τρόπους ανεβαίνει ο νους στη θεωρία του Θεού· με τρόπο αυτοκίνητο, ετεροκίνητο και μικτό. Ο πρώτος τρόπος εκτελείται με το νου, με χρήση της θελήσεώς του συνοδευμένης από τη φαντασία· η κατάληξή του είναι η θεωρία των σχετικών με το Θεό, τα οποία και οι αρχαίοι Έλληνες κάπως φαντάστηκαν. Ο δεύτερος τρόπος είναι υπερφυσικός και τελείται μόνο με τη θέληση και το φωτισμό του Θεοϋ· και τότε ο νους βρίσκεται ολόκληρος υπό την θεία κατοχή και αρπάζεται σε θειες αποκαλύψεις και γεύεται απόρρητα μυστήρια του Θεού και βλέπει την έκβαση των μελλόντων. Ο μικτός τρόπος συνάπτεται εν μέρει και με τούς δύο τρόπους. Όσο εργάζεται με τη δική του θέληση και φαντασία, είναι σύμφωνος με τον αυτοκίνητο τρόπο· και μετέχει στόν ετεροκίνητο, όσο ενώνεται με τον εαυτό του μέσω της θείας ελλάμψεως και βλέπει άρρητα το Θεό πέρα από τη νοερή ένωση με τον εαυτό του. Γιατί εκείνη την ώρα βγαίνει έξω άπ’ όλα όσα θεωρούμε και λέμε σχετικά με το Θεό, καθώς δεν βλέπει ούτε την αγαθαρχία ή τη θέωση, ούτε τη σοφία ή τη δυναμοποιητική ισχύ ή την πρόνοια, ούτε άλλο τίποτε από τα θεία, αλλά είναι όλος γεμάτος από νοερό φώς και χαρά, την οποία ενεργεί το θεϊκό πυρ αναμιγμένο με αγάπη.

8. Ο νους που χρησιμοποιεί τη φαντασία του για να θεωρεί τα άρρητα, οδηγείται από την πίστη. Όταν δέχεται την έλλαμψη της χάρης, βεβαιώνεται με την ελπίδα. Και όταν τον αρπάζει το θείο φως, γίνεται ταμείο αγάπης προς τους ανθρώπους και πολύ περισσότερο προς το Θεό. Έτσι η τριπλή τάξη και κίνηση του νου με την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη γίνεται τέλεια και θεοποιός, βέβαιη και αμετάτρεπτη. Και όταν φτάσει σε αυτή την ευρυχωρία της ακροπόλεως, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, έχει ασφαλίσει τον εαυτό του στο φρούριο της αγάπης. Και τότε γίνεται ό,τι λέει ο Παύλος: «Η αγάπη όλα τα σκεπάζει, όλα τα υπομένει» για χάρη του αγαθού της πίστεως και της ελπίδας· «η αγάπη δεν πέφτει ποτέ», χάρη στη φλογερή ένωση και τον άρρητο σύνδεσμό της με το Θεό.

9. Σε κανένα κτιστό δε διακρίνεται το να είναι ένα. Ότι διαφέρουν το ένα από το άλλο, κατά κάποια διαφορά Ιδιότητας, αυτό το γνωρίζομε. Ως κτιστά όμως, δε διαφέρουν το ένα από το άλλο, επειδή καθένα έχει αρχή και πέρας και τελούν υπό την φύση και δεν είναι στην κυριολεξία απλό ένα. Γιατί μόνο το άκτιστο είναι πραγματικά Ένα, ως απλό, ως άναρχο, ως ατελεύτητο και απεριόριστο και γι’ αυτό άπειρο, το οποίο είναι ο Θεός. Αν ο νους ατενίζει σ’ Αυτό με τη μετοχή και τη βοήθεια του ζωοποιού Πνεύματος, δέχεται μέρα τη μέρα την αύξηση που πρέπει, καθώς έγινε ένας και απλός μέσα σε μια θεουργική κατάσταση. Γνωρίζει καλά ότι δίχως το Ένα και την ενατένιση προς Αυτό με τη χάρη του Πνεύματος, είναι αδύνατο να αποκτήσει τελειότερο νου. Και τούτο γιατί ο νους διασκορπίστηκε υποχωρώντας στον πολυσχιδή κόσμο και στα πάθη κι επομένως έχει ανάγκη από μια υπερκόσμια δύναμη —συνεπώς και από το υπερφυσικό Ένα στο οποίο να ατενίζει—, έτσι ώστε, αφού αρπαγεί από τον κόσμο των μεριστών (των κτιστών), να ξεφύγει από τα πάθη και τη διάσπαση και να επιτύχει τη θεοείδεια. Γι’ αυτό και ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα να είμαστε ένα οι πιστοί με τον Πατέρα και τον Υιό με τη χάρη του Πνεύματος, και μάλιστα έτσι, όπως Αυτοί είναι ένα (όχι όπως κακόδοξα εννοεί το ένα ο Σαβέλλιος), για να είμαστε τέλειοι, και με τη χάρη του ενοποιού Πνεύματος και με την ενοειδή θεωρία, μέσα στον ένα Θεό. Αυτό είναι για μας ολοφάνερα η πραγματική τελείωση, και αυτό είναι ο σκοπός και η αληθινή και μόνη ανάπαυση. Γι’ αυτό και η φθονερή και μισάνθρωπη δαιμονική συμμορία, σπέρνοντας στο νου την πλάνη, διασκόρπισε την ενότητά του, όπως δεν έπρεπε, σε λατρεία πολλών θεών και δεν τον άφησε να έχει τη φαντασία του υπερκοσμίου Ενός, ώστε με τη λατρεία, την απόβλεψη και τη διαίρεση σε πολλά, να παρασύρει το νου να κινείται έξω από τη φύση του και να τον κάνει να επιθυμεί κάθε λογής πάθη και ψεύδη αντί την αλήθεια και την αρετή. Γι’ αυτό το Άγιο Πνεύμα συμβουλεύει μέσω του Προφήτη: «Πλησιάστε προς Αυτόν —δηλαδή τον Ένα— και φωτιστείτε». Και άλλου λέει: «Εγώ είμαι ο Θεός ο πρώτος κι εγώ ο μετά από αυτά· δεν υπάρχει θεός εκτός από μένα». Και πάλι: «Άκουγε Ισραήλ· ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος». Γιατί το τρισυπόστατο της μιας Θεότητας δεν διαιρεί τη μία Κυριότητα, αλλά και τρία ακριβώς είναι τα Πρόσωπα, και πάλι όμως δεν είναι καθόλου λιγότερο Ένα κατά την ουσία, τη δύναμη, τη θέληση, την ενέργεια και τα άλλα ουσιώδη αγαθά. Άρα το να λατρεύομε το ενιαίο του Θεού και σ’ αυτό να αποβλέπομε και να συναγόμαστε από τα πολλά με όλη μας τη δύναμη, είναι το θέλημα του Θεού και η τελείωση του νου, γιατί είναι εύρημα της αλήθειας και του θείου έρωτα κι επομένως είναι γέννημα της θεώσεως.

10. Αν το ψεύδος είναι πολυσχιδές ενώ η αλήθεια είναι ένα, άρα ο νους που ανυψώνεται με τη χάρη του Πνεύματος στο Ένα, το υπερκόσμιο, το ανώτερο απ’ όλα, από το οποίο προήλθαν τα πολλά, αυτός ανυψώνεται στην ίδια την αλήθεια. Αλλά ο νους δεν μπορεί να ελευθερωθεί από τα πάθη, αν δεν τον ελευθερώσει η αλήθεια. Άρα ο νους ελευθερώνεται ανανεύοντας και τείνοντας με ενιαίο τρόπο προς το υπερκόσμιο Ένα. Και είναι η ελευθερία που αρμόζει πάρα πολύ στο νου για την απόκτηση απάθειας και θεόμορφης καταστάσεως και πνευματικής υιοθεσίας, και καθόλου η δουλεία. Γιατί ο δούλος, όπως λέει η Γραφή, δε γνωρίζει τι κάνει ο κύριός του. Και αν η άγνοια είναι γνώρισμα του δούλου, είναι φανερό ότι ο ελεύθερος γνωρίζει τα μυστήρια του Πατέρα και ότι επέτυχε να ανεβεί καλά και ωραία στο αξίωμα της υιοθεσίας. Γιατί όπως η άγνοια είναι ολοφάνερα το αντίθετο της γνώσεως, ετσι και η τάξη του δούλου είναι φανερά αντίθετη με την τάξη του υιού. Και αν όποιος αγνοεί είναι δούλος, άρα όποιος γνωρίζει είναι ελεύθερος ή, να πω, υιός· γιατί το Πνεύμα της αλήθειας, ελευθερώνοντας πραγματικά εκείνους στους οποίους θα έρθει, τους κάνει υιούς Θεού, όπως λέει ο Απόστολος: «Όσοι καθοδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί του Θεού». Αν λοιπόν το να ατενίζομε προς το υπερούσιο Ένα είναι η αλήθεια, και η αλήθεια χορηγεί στο νου την ελευθερία, και η ελευθερία είναι σαφές σημείο της θείας υιοθεσίας, και από το δώρο της υιοθεσίας ούτε μεγαλύτερο υπάρχει ούτε άλλο που να αρμόζει περισσότερο στη λογική φύση, άρα είναι πολύ λογικό και πάρα πολύ αναγκαίο ν’ ανυψώνεται ο νους και να ενατενίζει και να συγκεντρώνεται με όλη του τη δύναμη προς το υπερκόσμιο Ένα, δηλαδή το Θεό.

11. «Ο Κύριος ο Θεός σου, λέει το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Κύριος». Έτσι εξάπαντος φροντίδα μας να είναι ν’ ανυψώνομε με τη βοήθεια του θείου Πνεύματος το νου προς το υπερκόσμιο Ένα. Και μάλιστα δεν είναι θεμιτό να κηρύττει κανείς το Ένα αλλά ν’ αποφεύγει τη στροφή και ενατένιση του νου σ’ Αυτό. Γιατί ό,τι λέει το Άγιο Πνεύμα, αυτό και θέλει να νοούμε· και ό,τι νοείται, προς αυτό θέλει και να στρέφεται ο νους. Γιατί όταν δεν υπάρχει στροφή του νου προς το νοητό, ό,τι και να νοήσει ο νους είναι απόν, οπότε αναγκαστικά θα είναι μάταιη η διδασκαλία για το Ένα και γι’ αυτό και η πίστη. Κι αν αυτό είναι άτοπο, είναι άρα άτοπο να μη διανοείται ο νους το Ένα με το να στρέφεται και ν’ ανυψώνεται σ’ Αυτό.

12. Αν είναι φυσικό εκείνα που προήλθαν από κάποια αιτία, και μάλιστα τα λογικά όντα, να ανυψώνονται και να αποβλέπουν στην αιτία τους με τάση επιστροφής, κι αφού όλα έχουν ως αιτία της δημιουργίας τους το Θεό, και ανάμεσα τους και ο νους, και αφού ο Θεός είναι το κορυφαίο και απλό Ένα, είναι λοιπόν φυσικό ο νους να στρέφεται και ν’ ανυψώνεται και ν’ ατενίζει πρός το κορυφαίο και απλό Ένα, την αιτία του.

13. Αν τα πάντα υπάρχουν από Αυτόν (το Θεό) και μέσω Αυτού και σε Αυτόν αποβλέπουν, και είναι και ο νους ένα από τα πάντα, άρα και ο νους δημιουργήθηκε από Αυτόν και μέσω Αυτού· και τούτο μάλιστα ισχύει περισσότερο απ’ όλα για το νου, επειδή είναι εικόνα του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν και ο νους οφείλει περισσότερο απ’ όλα ν’ ατενίζει σε Αυτόν. Η έκφραση «σε Αυτόν» σημαίνει ότι πρέπει να ατενίζει με τάση επιστροφής στο υπερκόσμιο Ένα. Άρα ο νους οφείλει ν’ ατενίζει στο Ένα.

14. Από το Ένα προέρχονται τα πολλά κι όχι από τα πολλά το Ένα. Η κτίση είναι τα πολλά, άρα φανερά η κτίση προήλθε από Ένα. Κι εκείνο το Ένα είναι πάνω από την κτίση, ως Κτίστης και Δημιουργός. Όποιος λοιπόν θεωρεί την κτίση όπως πρέπει, θα καταλήξει με τη θεωρία του αναγκαστικά στο υπερκόσμιο Ένα. Γιατί στα αιτιατά, τα κτίσματα, υπάρχουν πάρα πολλά ίχνη της Αιτίας, με τα οποία αναγνωρίζεται Εκείνος που με τέχνη, σοφία, δύναμη και αγαθότητα παρήγαγε προνοητικώς τα πάντα όπως θέλησε. Γι’ αυτό και ο Ησαΐας με έμπνευση του Πνεύματος λέει: «Σηκώστε τα μάτια σας και δείτε, ποιος τα έδειξε όλα αυτά». Το «όλα αυτά» το λέει για τα πολλά αιτιατά, ενώ το «ποιος» το λέει για να υψώσει το νου μας προς Εκείνον από τον οποίο προήλθαν αυτά, ο οποίος είναι κατά τη φύση Του απλό Ένα.

15. Συναθροίζεται και η κτίση σε ένα, αλλά αυτό είναι σύνθετο και πολυμερές και όχι άναρχο, αφού είναι κτιστό. Αυτό που δημιουργεί όμως είναι Ένα· κι όχι μόνο είναι ένα ως πρόξενο της συμφωνίας των πολλών και διαφόρων σε μια συνένωση του παντός και ένα σκοπό, αλλά επίσης είναι και άκτιστο ως πρωταρχική Αιτία. Ανεβαίνοντας διαδοχικά ο νους είναι ανάγκη να φτάσει σε κάτι που είναι η αρχή και η τάξη για τη φαινόμενη διάταξη και γένεση των όντων, την αρμονία και τη συνένωσή τους σε ένα· διαφορετικά θα προχωρεί επ’ άπειρον, πράγμα άτοπο. Γιατί κάθε τι που κινείται και γίνεται, κάποτε δεν υπήρχε· κι ενώ δεν υπήρχε, έλαβε αρχή. Αν έλαβε αρχή και κινήθηκε, πρέπει ν’ αναζητήσομε ποιο είναι εκείνο που το κίνησε και το έφερε στην ύπαρξη, το οποίο θα είναι και ακίνητο, αφού αυτό δίνει την κίνηση. Γιατί αν δεν είναι ακίνητο, ποιο κινεί αυτό που δε διατελεί κάτω από άλλη αρχή, αφού είναι άναρχο; Αν λοιπόν είναι ακίνητο, άρα είναι και αμετάβλητο, οπότε θα είναι πάντως και απλό, γιατί το σύνθετο υπόκειται στη μεταβολή, ενώ αποδείξαμε πώς αυτό είναι αμετάβλητο. Η σύνθεση είναι η αρχή της στάσεως και η στάση της διαλύσεως, η οποία είναι η έσχατη φάση της κινήσεως. Δεν υπάρχει λοιπόν εκεί σύνθεση, για να μην υπάρξει και στάση· ούτε στάση, για να μην υπάρξει και διάλυση· ούτε διάλυση, για να μην παρουσιαστεί μεταβολή και κίνηση γύρω από αυτό που είναι αμετάβλητο και ακίνητο, επειδή κινεί και αυτό δεν κινείται, οδηγεί στην ύπαρξη και αυτό δεν έγινε ούτε γίνεται. Αν λοιπόν είναι αμετάβλητο και ακίνητο, αναγκαστικά είναι ασύνθετο κι επομένως απλούστατο και απόλυτο υπερκόσμιο Ένα. Ανεβαίνοντας προς Αυτό ο νους, βγαίνει με όλους τους τρόπους έξω από όλα, επειδή αποβλέπει προς το Υπέρκαλο και επιθυμεί το πάνω απ’ όλα, ή μάλλον Αυτό από το οποίο προήλθε το παν και προς το οποίο τείνουν όλα από τη φύση τους. Και όταν γίνει αυτό με τον τρόπο που πρέπει, τότε βέβαια ο νους ελευθερώνεται από τα πάθη. Γιατί εκείνος που υπερεκτείνεται και φτάνει πάνω και από τα υπέρκαλα, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να μείνει στο αίσχος των παθών. Γι’ αυτό και ο ιερός Νόμος λέει: «Αυτό μόνο θα λατρεύσεις», δηλαδή το Ένα. Πρέπει επομένως να υψωνόμαστε προς το κορυφαίο Ένα, αν θέλομε και το νόμο του Θεού να εκπληρώνομε και από τα πάθη να είμαστε ελεύθεροι.

16. «Ο Κύριος μόνο τους οδηγούσε και δεν ήταν μαζί τους ξένος θεός». Βλέπεις τη δύναμη του Ενιαίου και Μοναδικού, πώς δεν ήταν μαζί τους άλλος θεός, αφού μόνος ο Κύριος τους οδηγούσε; Αλλά ο Κύριος οδηγεί εκείνους που ακολουθούν, όχι εκείνους που στρέφονται πίσω. Όποιον ακολουθεί κανείς, προς αυτόν και είναι στραμμένος. Αν ενδιαφερόμαστε λοιπόν να μην έχομε μαζί μας άλλο θεό, δηλαδή δαίμονα ή πάθος, ας ακολουθήσομε τον Ένα και Μοναδικό, με νοερή στροφή σ’ Αυτόν, για να ειπωθεί δίκαια και για μας ότι «ο Κύριος μόνο τους οδηγεί, κι έτσι άλλος θεός δεν είναι μαζί τους».

17. Αν και προέρχονται τα πολλά από Ένα, προέρχονται όμως κατά διάφορο τρόπο το καθένα, επειδή και κατά διάφορο τρόπο προήλθαν τα όντα από την πρώτη Μονάδα. Άλλα από αυτά έχουν αρχή και είναι κτιστά, κι άλλα είναι άκτιστα και χωρίς χρονική αρχή. Αιτία βέβαια όλων με κάθε τρόπο είναι το υπερούσιο Ένα, αλλά στα πρώτα με τρόπο δημιουργικό και στα αλλά με τρόπο φυσικό. Και γι’ αυτό δεν πρέπει με τον ίδιο τρόπο και σε ίσο βαθμό να τα πλησιάζομε και να δενόμαστε μ’ αυτά. Αλλά όσα έλαβαν αρχή και δημιουργήθηκαν, πρέπει να τα πλησιάζομε όχι για αυτά καθ’ εαυτά· όπως π.χ. στον καθρέφτη πλησιάζομε όχι για τον καθρέφτη, αλλά για τη μορφή και την εικόνα που δείχνει. Γιατί δεν μπορούμε να πλησιάζομε την κτίση προς τελείωσή μας για άλλο λόγο, παρά μόνο για το άκρο Ένα που προβάλλει μέσα σ’ αυτή. Σε όσα πάλι είναι άναρχα και προήλθαν από το Ένα με τρόπο φυσικό, πλησιάζομε όχι για κάτι αλλο, αλλά γι’ αυτά τα ίδια και για Εκείνο από το οποίο προέρχονται. Αυτά είναι που αξίζει πράγματι να πλησιάζομε καθ’ εαυτά, και αυτών είναι κατά τρόπο άμεσο και φυσικό το κορυφαίο Ένα· ή μάλλον, αυτά ανήκουν στο άκρο και κορυφαίο Ένα κατά τρόπο άμεσο και, όπως είπαμε, φυσικό. Αυτά λοιπόν δεν πρέπει μόνο να τα πλησιάζομε, αλλά και να προσκολλόμαστε σ’ αυτά και διά μέσου αυτών να σπεύδομε να μιμούμαστε και να αποτυπώσομε το πρώτο και ένα Καλό, ώστε έτσι με τη συνεργεία και τη βοήθεια της χάρης ν’ αποκτήσομε το αξίωμα της κατ’ εικόνα και ομοίωση δόξας του Θεού. Γι’ αυτό, όταν παρατηρούμε ορθά τα όντα που προήλθαν από την Αιτία με τη δημιουργία, συμβαίνει να ανυψώνομε το νου μας στη θέα του Ενός και να τον ενώνομε με την ενιαία έννοια του υπερκοσμίου Ενός απόλυτα και απλά, αν βέβαια ο νους τα ατενίζει αυτά όπως πρέπει. Στην περίπτωση τώρα αυτών που προήλθαν από την Αιτία με τρόπο φυσικό, όταν ο νους πράττει σύμφωνα με αυτά ή παίρνει μορφή σύμφωνη με αυτά, είναι δυνατό μέσω αυτών να ενώνεται μ’ εκείνο το απόλυτο Ένα. Γι’ αυτό, από το σύνολο όσων προήλθαν από την Αιτία, είτε με τρόπο φυσικό είτε με δημιουργικό, ο νους συνηθίζει να συνάγεται προς το διάφορο από αυτά Ένα, φυσικώς ή πρακτικώς ή και θεωρητικώς βέβαια. Και ό,τι χρησιμοποιώντας ο νους, είτε ένα είτε πολλά, φυσικά ή δημιουργημένα, δεν το χρησιμοποιεί για το Ένα, ούτε για να συγκεντρώσει τον εαυτό του πρός το πρώτο Ένα και να ατενίσει προς Εκείνο με αγία μετοχή και βοήθεια του φωτίζοντος Πνεύματος κατά τρόπο απλό, ενοειδή και μονοειδή, αυτό του λογαριάζεται ως αμαρτία, ακόμη και αν η χρήση αυτή του φαίνεται σαν κάτι καλό. Γιατί όλα όσα δημιουργήθηκαν από το Ένα, οδηγούν στο Ένα όταν τα μεταχειριζόμαστε όπως πρέπει, όπως λέει ο μέγας Διονύσιος: «Κάθε φωτοφάνεια που δίνεται σ’ εμάς από τον Πατέρα με αγαθότητα, μας ανυψώνει ως ενοποιός δύναμη και μας γεμίζει και μας επαναφέρει προς την ενότητα και τη θεοποιό απλότητα του συναγωγού Πατέρα· γιατί από Αυτόν προήλθαν τα πάντα και Αυτόν έχουν σκοπό τους». Αν όμως δεν οδηγούν στο Ένα, τότε είναι παρά τη φύση τους· και η χρήση τους, όταν δεν γίνεται όπως είπαμε, γίνεται έξω από τη λογική.

18. Υπάρχει πράξη που προηγείται της θεωρίας και υπάρχει πράξη που ακολουθεί τη θεωρία. Η μία εκτελείται σωματικά με σκοπό να χαλιναγωγήσει τις ορμές του σώματος και να το ασκήσει σιγά σιγά να φέρεται εύτακτα, για να δώσει τη δύναμη στο νου να περάσει ελεύθερα στα δικά του, τα οποία είναι τα νοητά, κι εκεί να εργάζεται με επιτυχία το ωφέλιμο σ’ αυτόν. Η δεύτερη αρχίζει από το νου και την πνευματική νόηση και συνάγεται προς το υπέρ νουν, που είναι ο Θεός. Όταν προσεγγίσει σ’ Αυτόν ο νους, φτάνει στό ένα, γιατί ο Θεός είναι Ένα. Και ο νους λοιπόν ενώνεται με τον εαυτό του σε ένα και γίνεται αδιαίρετος. Γιατί το Ένα, οταν το θεωρούμε, γίνεται πρόξενο της ενότητας και της θεόμορφης απλότητας, καθώς είναι ασυμβίβαστο να θεωρεί ο νους το Ένα και να μην είναι και αυτός απλό ένα. Όταν όμως ο νους βλέπει όντα χωρισμένα και σύνθετα, αναγκαστικά διαιρείται και γίνεται ποικίλος. Απλό Ένα είπα αυτό που υφίσταται καθ’ εαυτό απλό. Επειδή ό,τι είναι ο νους, υπόκειται σε μεταβολή κατά την ενέργεια, ενώ στην ουσία του είναι απλός, είναι ανάγκη ο νους να είναι ένα και κατά την ενέργεια όταν βλέπει το Ένα. Αν όμως ο νους βλέπει το Ένα, αλλά ο ίδιος έχει διαιρεθεί τουλάχιστο σε δύο, τι θα κάνει το σκέλος εκείνο που είναι χωρισμένο από το άλλο που βλέπει το Ένα; Ή βλέπει δηλαδή κάτι άλλο, ή δεν βλέπει· κι αν δεν βλέπει, αυτό συμβαίνει ή γιατί δε θέλει, ή γιατί είναι αμβλυμένο, ή ίσως γιατί είναι φτιαγμένο για άλλο είδος δράσεως και όχι για την δράση. Αν υποθέσει κανείς ότι βλέπει κάτι άλλο, τότε είναι φανερό ότι ο νους δε βλέπει το απλώς Ένα, αλλά παράλογα βλέπει δύο- κι αφού βλέπει δύο, δεν μπορεί ο ίδιος να είναι ένα, γιατί χωρίζεται, όπως δείξαμε, σ’ εκείνα που θεωρεί. Ας δούμε τώρα την περίπτωση, όπου το ένα σκέλος του νου να μη βλέπει, είτε γιατί δε θέλει, είτε γιατί είναι αμβλυμένο, είτε γιατί είναι στραμμένο σε άλλο είδος ενέργειας. Το πρώτο είναι αδύνατο, γιατί δεν είναι δυνατό να βρεθεί σε αργία ούτε ακαριαία για μια βραχύτατη στιγμή ο λογικός νους· το δεύτερο είναι άτοπο, γιατί αν ένα σκέλος είναι αμβλυμένο και άλλο οξύ, ο νους θα ήταν σύνθετος και όχι απλός, αφού θα αποτελούνταν από ανόμοια μέρη· το ίδιο θα συμβεί και αν το ένα σκέλος του βλέπει, ενώ το άλλο είναι στραμμένο σε κάποια άλλη ενέργεια, γιατί και τούτο παρατηρείται στα σύνθετα, μα είναι ολότελα απαράδεκτο να λεχθεί για το νου που είναι απλός. Γι’ αυτό λοιπόν, αν ο ενιαίος και απλός νους παρατηρήσει το απλώς Ένα, είναι ένα κι αυτός κατά την ενέργεια· κι αν είναι απλώς ένα, τότε βλέπει το απλό Ένα. Οποιαδήποτε λοιπόν πράξη ή θεωρία οφείλει αναγκαστικά να κατευθύνεται προς το υπέρ νουν Ένα. Διαφορετικά, δε θα επιτύχει τίποτε, αλλά θα αποδειχτεί και μάταιη η πράξη και η θεωρία του νου. Θα φανεί δηλαδή ο νους πρόξενος παθών, καθώς θα βρίσκεται σε διαίρεση και δε θα κινείται ενοειδώς με αίσθηση ψυχής προς την ένωση με το υπέρ νουν Ένα. Η ένωση αυτή γνωρίζει να λαμπικάρει και να καθαίρει τη θεωρητική δύναμη του νου, η οποία ανυψώνεται και αποβλέπει προς το Ένα και προσηλώνεται σ’ Εκείνο, από το οποίο και μέσω του οποίου προήλθαν και μέσα στο οποίο είναι τα πάντα, και μέσα στο οποίο και γίνεται και είναι και υπάρχει.

19. Το ακρότατο από όλα τα επιθυμητά είναι η υπέρλογη ένωση της ψυχής με το Θεό. Για τη θεία αυτή ένωση είναι απαραίτητη η θεία ομοίωση· για τη θεία ομοίωση είναι απαραίτητο να ενεργεί κανείς νοερά, δηλαδή να θεωρεί. Γιατί τέτοιο είναι και το Θείο και από το «θεωρείν» του δόθηκε το όνομα Θεός. Αλλά η θεωρία ανεβαίνει ευθύς στην έννοια του Θεού. Γιατί παντού και σε όλα εμβάλλει ο Θεός ένα είδος ακτίνες για τον θεωρητικό νου, και ο θεωρός νους έχει αντικείμενό του το Θεό. Και Θεός είναι το υπερκόσμιο Ένα. Η δε φύση του νου είναι να γίνεται όμοιος, κατά την ενέργεια, μ’ εκείνα που βλέπει. Το δηλώνει τούτο η θεολόγος γλώσσα του θειοτάτου Γρηγορίου που λέει «να δούμε και να πάθομε τη λαμπρότητα του Θεού». Γιατί ό,τι έχει δει ο νους, αυτό και έχει πάθει, ή μάλλον τέτοιος έχει γίνει. Γιατί, όπως λέει ο Πέτρος ο Δαμασκηνός, ο νους βάφεται σύμφωνα μ’ εκείνα που θεωρεί. Και όπως όταν βλέπει τα διαιρεμένα και ποικίλα διαιρείται κι αυτός και ποικίλλεται, κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ανεβεί στην ενατένιση του υπερκοσμίου και απλού Ενός, γίνεται ακολούθως και αυτός ένα, όπως προείπα. Όταν τώρα εισέλθει στο Ένα, τότε βλέπει το άναρχο και άπειρο και ασχημάτιστο και απλό, γιατί τέτοιο είναι το Ένα· για τούτο λοιπόν γίνεται και αυτός κατά την ενέργεια άναρχος, άπειρος, ασχημάτιστος και απλός. και αφού «πάθει» αυτή την αλλοίωση, εξομοιώνεται με το Θείο, όσο είναι δυνατόν. Και από εκεί επεκτείνεται προς το κορυφαίο όλων των επιθυμητών, τη θεία και υπέρλογη και άρρητη ένωση, που είναι ο έσχατος κατά Θεόν σκοπός. Πρέπει λοιπόν με κάθε τρόπο να βιάζεται ο νους να ανυψώνεται και να αποβλέπει με τη βοήθεια του Πνεύματος προς τη θεωρία και την ενατένιση του υπερκοσμίου Ενός.

20. Όταν ο νους βρίσκεται μέσα σε πολλά ή έστω και σε δύο, είναι φανερό ότι δε βλέπει το απλώς Ένα. Γι’ αυτό και είναι περιορισμένος και πεπερασμένος και θαμπός, γιατί τέτοια είναι όσα δεν είναι απολύτως απλά. Όταν όμως έρθει σε ανέπαφη επαφή με το πραγματικά Ένα, ατενίζοντάς το με τη χάρη του Πνεύματος νοερά και χωρίς αισθητά μάτια, τότε γίνεται άναρχος, άπειρος, αόριστος, ασχημάτιστος και άμορφος, περιβάλλεται την αφωνία και ασκεί σιωπή μέσα σε έκπληξη· γεμίζει από ευχαρίστηση και «πάσχει» τα ανεκλάλητα. Μην πεις όμως ότι λέω πως ο νους γίνεται άναρχος και άπειρος και αόριστος κατά την ουσία του· όχι, αλλά γίνεται κατά την ενέργεια, αφού εκείνο που αλλάζει στο νου δεν είναι η ουσία του αλλά η ενέργεια. Γιατί αν άλλαζε κατά την ουσία με το να δει και να «πάθει» τη θέωση, δηλαδή να θεωθεί από τη θεωρία του Θεού, θα ήταν θεός κατά την ουσία. αλλά το να είναι θεός κατά την ουσία δεν το έχει ούτε και κανένας από τους Αγγέλους, εκτός από τον μόνο και ύψιστο και ένα Θεό. Αν λοιπόν είναι άτοπο να πούμε ότι ο νους θεώνεται κατά την ουσία του, απομένει να πούμε ότι αυτό το πάσχει με την ίδια την δράση. Άρα ο νους έχει στη φύση του να αλλοιώνεται όχι στην ουσία του, αλλά στην ενέργειά του. Εξάλλου αν μεταβάλλεται από τη φύση του ο νους, όπως είπαμε, ανάλογα με αυτά που θεωρεί, και αφού θεωρεί όχι τη θεία ουσία αλλά τη θεία ενέργεια, άρα ούτε ο ίδιος δεν αλλοιώνεται κατά την ουσία, αλλά κατά την ενέργεια.

21. Τα πάντα, μετά την έκλαμψή τους, ας πούμε έτσι, από το υπερκόσμιο Ένα, δεν απομακρύνθηκαν ολότελα από Αυτό, από το οποίο πήραν τη γένεση, αλλά σ’ Εκείνο μέσα όπως έγιναν, έτσι και συγκρατούνται και τελειοποιούνται. Και δεν υπάρχει κανένα απ’ όλα τα όντα, στο οποίο να μην υπάρχει απόρροια και κάτι σαν οσμή εκείνου του δημιουργικού και απόλυτου Ενός. Και όλα όσα μετέχουν στο είναι, μόνο που δεν κραυγάζουν υποδεικνύοντας, όχι το υπερκόσμιο Ένα (γιατί αυτό είναι εγκατεστημένο πάνω από οποιαδήποτε θεωρία ή νόηση), αλλά κάποια ακτίνα του υπερκοσμίου Ενός. Επειδή λοιπόν όλα κηρύττουν μεγαλόφωνα το Ένα και όλα κλίνουν προς το Ένα, και αυτό το υπερκόσμιο Ένα προβάλλει τον εαυτό του δια μέσου όλων των όντων στο νου, γι’ αυτό είναι ανάγκη ο νους να χειραγωγείται και να ποδηγετείται και να κατευθύνεται προς το υπερκόσμιο Ένα. Από τη μια τον αναγκάζουν τα πολλά όντα με την πειστική φωνή τους· από την αλλη, επειδή το δημιουργικό Ένα, για το οποίο ήδη γίνεται λόγος, θέλει από περίσσεια αγαθότητας να το βλέπει ο νους, για να δέχεται μέσα σ’ Αυτό τη ζωή, όπως λέει το ίδιο το ανέκφραστο Ένα: «Εγώ είμαι η ζωή», και: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό». Κι όπως λέει αλλού η Γραφή: «Αναζητήστε με θέρμη το Θεό και θα ζήσει η ψυχή σας»· γιατί από την αναζήτηση προέρχεται η όραση, κι από αυτήν η ζωή. Και ακόμη, για να χαίρεται ο νους και να φωτίζεται και να ευφραίνεται, όπως λέει ο Δαβίδ: «Όλοι όσοι ευφραίνονται, έχουν την κατοικία τους σ’ Εσένα», και: «με το φως Σου θα δούμε φως». Αλλιώς, γιατί δημιούργησε το νου θεωρό Του και γιατί διέσπειρε τα σχετικά με τον εαυτό Του σε όλα τα όντα, δια μέσου των οποίων, σαν από θυρίδες, προβάλλει με νοερή λάμψη στο νου και τον θέλγει με την έλλαμψη, κινώντας τον προς τον εαυτό Του;

22. Ο Θεός, ο οποίος είναι το τριαδικό αγαθό Ένα, ό,τι δημιούργησε, το δημιούργησε με τη θέλησή Του. Και βέβαια, ό,τι θέλει ο Θεός, είναι άκρο αγαθό, γιατί η αγαθότητα είναι φύση του Θεού. Δημιούργησε λοιπόν το νου θεωρό του εαυτού Του και των ιδιωμάτων Του, πράγμα που συνάγει σε ένα αυτόν που θεωρεί. Ήθελε λοιπόν ο Θεός να είναι ο νους θεωρός Του, και γι’ αυτό είναι τούτο άκρως αγαθό. Ο Θεός είναι το απόλυτο και απλό Ένα, και είναι άκρως αγαθό, όπως αποδείχτηκε, ν’ ατενίζει και να συνάγεται ενοειδώς ο νους προς Αυτό.

23. Αν είναι ένας και συμπτυγμένος ο καθολικός έρωτας, κατά τη διδασκαλία των σοφών στα θεία, είναι φανερό ότι και το εραστό είναι ένα. Γιατί αν ήταν δύο τουλάχιστον τα εραστά, ή θα υπήρχαν δύο έρωτες, ή θα μοιραζόταν σε δύο ο ένας έρωτας και δε θα μπορούσε να ονομαστεί ένας και συμπτυγμένος. Τώρα όμως, αφού ο καθολικός έρωτας λέγεται πώς είναι ένας και συμπτυγμένος, είναι ευνόητο ότι ένα είναι και το εραστό. Αλλά βέβαια προϋπάρχει το εραστό από τον έρωτά του, και δεν υπάρχει τρόπος πριν θεωρήσει κανείς το εραστό, να δοκιμάσει τον έρωτά του. Και ο έρωτας είναι έντονη αγάπη, την οποία απαιτεί να έχομε προς το Θεό τόσο ο φυσικός, όσο και ο γραπτός νόμος του Θεού. Ο φυσικός νόμος δηλαδή, πείθει τελείως το νου που επιμελείται το αγαθό, να επιδιώκει το Ανώτερο, το οποίο είναι ο Θεός, ενώ ο γραπτός νόμος του Θεού λέει: «Να αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και με όλη την καρδιά σου και με όλη τη διάνοιά σου. Ο Κύριος ο Θεός σου είναι ένας Κύριος». Άρα λοιπόν και το εραστό είναι Ένα, δηλαδή η τριαδική Μονάδα· Αυτή μάλιστα οφείλει να προϋπάρχει για το νου από τον προς Αυτήν έρωτά του. Άρα ο νους πρέπει να επιθυμεί ν’ ανυψώνεται προς το υπερκόσμιο Ένα, ώστε με την εύρεση και τη θεωρία Του να αναλάμψει και ο έρωτάς του γι’ Αυτό και να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει εκπληρωτής τόσο του φυσικού νόμου, όσο και της εντολής, αγαπώντας, όπως είπαμε, τον Κύριο το Θεό του.

24. Είναι αδύνατο, όταν ο νους ανεβεί στο υπέρ νουν Ένα, να μη γίνει εραστής Του. Γιατί συναντά κάλλος άρρητο και ακατανόητο που πηγάζει από Αυτό, όπως από παντοκρατορική ρίζα. Οπότε ο νους, από τις θείες ελλάμψεις, μοιάζει με δίχτυ που κινδυνεύει να σχιστεί από το βάρος των πολλών ψαριών που έπιασε, κι εκπλήσσεται θεωρώντας το υπέρ νουν κάλλος και μεθά σαν από κρασί και σαν τρελός εξίσταται και κυριαρχείται από θαυμασμό που ξεπερνά κάθε σκέψη, μην μπορώντας να βλέπει κατάματα το υπέρκαλλο θέαμα του εξαίσιου κάλλους. Γι’ αυτό και δένεται με τα δεσμά της αγάπης και φλέγεται από τη δίψα. Γιατί το υπέρ νουν Ένα είναι μοναδικό και από όλους κηρύσσεται ως πρωταρχικό αίτιο των πάντων, ως αρχή, ως τέλος, ως δύναμη συνεκτική του παντός. Αυτό είναι που από ξεχείλισμα καλλοποιού και αγαθοποιού δυνάμεως παρήγαγε τις ωραιότητες και τις αγαθότητες όλων των ωραίων και των αγαθών, ενώ το ίδιο στέκεται άπειρες φορές άπειρα πάνω από οποιαδήποτε καλλονή και αγαθότητα, επειδή είναι το υπερκόσμιο, ασύγκριτο Ένα. Είναι το μόνο εραστό από τη φύση Του πάνω από κάθε εραστό, επειδή είναι το μόνο απόλυτα Ωραίο και Αγαθό που είναι πάνω από κάθε ωραίο και αγαθό, και το μόνο κατά τη φύση και την τάξη αληθινά αγαπητό, ως αίτιο των πάντων. Είναι τόσο μέγα, όσο έχει ξεπεράσει όλα τα αγαπητά και εραστά χάρη στην υπερβολική καλλονή και αγαθότητα. Και είναι αληθινά υπερκόσμιο Ένα, ως το μόνο που υπάρχει αληθινά και παρέχει το είναι σε όλα τα όντα. Με τη βοήθεια του Πνεύματος λοιπόν, ας στραφούμε με το καλό, που λένε, στην εύρεση και τη γνώση του μοναδικού Ενός, από το οποίο πηγάζουν οι αρχές όλων και όπου καταλήγουν τα τέλη όλων. Και τότε οπωσδήποτε θα μας ανοιχτεί αυτόματα με τη χάρη του Χριστού η πύλη της θείας αγάπης και θα μπούμε στον τόπο αναπαύσεως του Κυρίου με ευφροσύνη και μεγάλη αγαλλίαση και θα γνωρίσομε βαθιά την απόλαυση του Ενός και θα γευθούμε τη θεία τρυφή, έχοντας γίνει κι εμείς ένα χωρίς να χωριζόμαστε ή να διαιρούμαστε σε πολλά, σύμφωνα με την παράκληση του Σωτήρα προς τον Πατέρα: «Να είναι ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα». Τότε λοιπόν θα είμαστε και ακριβείς τηρητές της εντολής που λέει: «Θα αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», και θα φτάσομε στην τελειότητα, κατά το ανθρώπινο μέτρο, όσο είναι δυνατό. Γιατί η αγάπη είναι το τέλος του νόμου, από την οποία κρέμονται όχι μόνο όλος ο νόμος και οι Προφήτες, αλλά και όλοι όσοι τελειοποιήθηκαν κατά Θεόν με τη δύναμη του Χριστού.

25. Σε κάθε τι που έχει στη φύση του να γίνεται ένα από το Πνεύμα, η διαίρεση αποτελεί μείωση. Γι’ αυτό και ο νους, αν υφίσταται κάποια διαίρεση κατά την ενέργεια, βρίσκεται έξω από την κατά χάρη κατάσταση που του αρμόζει. Αυτό το παθαίνει επειδή βλέπει μερικά διάφορα· και όταν βλέπει προς διάφορα, δεν μπορεί να παραμείνει αδιαίρετος. Γιατί αν κάνει κάποιος αυτή την υπόθεση, δε θα μπορέσει να εξηγήσει πολύ εύκολα, χάρη σε τι ο νους της ησυχίας είναι διάφορος από το νου της συγχύσεως, και το νου των θεοφόρων θα τον θεωρήσει όμοιο με το νου εκείνων που ενοχλούνται από τα πάθη, πράγμα άτοπο. Αφού δηλαδή ο νους γίνεται κατά την ενέργειά του όμοιος μ’ εκείνα που θεωρεί, κατ’ ανάγκην όταν θεωρεί σύνθετα ποικίλλεται κι αυτός, κι όταν εκπίπτει από την απλότητα, δεν μπορεί να είναι αδιαίρετος. Ο διαιρεμένος όμως είναι κάθε άλλο παρά καθαρός από αμαρτία, οπότε και η ίδια η διαίρεση καθ’ αυτήν θεωρείται αμαρτία από εκείνους που μπορούν να εμβαθύνουν σ’ αυτά. Αφού λοιπόν είναι ανάγκη η νοερή δύναμη του νου, με την ενατένιση προς το ανώτατο και υπερκόσμιο Ένα, να έχει γευθεί κατά τρόπο ενοειδή με τη νοερή αίσθηση το υπερφυσικό καλό, η κατάσταση της διαιρέσεως είναι τελείως έξω από τη χάρη. Πρέπει λοιπόν να κρατιόμαστε από το υπερκόσμιο Ένα και να ατενίζομε ολόψυχα σ’ Αυτό και μόνο και μοναδικά, αν θέλομε να αποφύγομε τη διαίρεση και την ετερότητα. Ωστόσο δε θα μπορέσει ο νους να παραμείνει αδιαίρετος ούτε αν στραφεί προς κάτι που είναι ένα, αλλά κτιστό. Γιατί το κτιστό δεν μπορεί να λέγεται στην κυριολεξία απλό, αλλά είναι περιορισμένο και σύνθετο και πεπερασμένο, και γι’ αυτό ούτε απλό ένα έχει δικαίωμα να ονομάζεται, ούτε απλή και μονοειδής είναι η ενέργεια του νου όταν ατενίζει σ’ αυτό. Γιατί η ενατένιση του νου θα είναι περιορισμένη και πεπερασμένη και σύνθετη, όπως είναι και αυτό που θεωρεί, οπότε και θα εκπέσει από τη θεόμορφη χάρη που τον κάνει απλό και άναρχο, απεριόριστο και απέραντο, και θα βρεθεί έξω από το μυστικά και υπέρ νουν Ένα. Στερείται έτσι τη δόξα του, που είναι η ενοειδώς πραγματοποιούμενη απόλαυση της ιδιαιτερότητας και της αναρχότητας του αρχικού Ενός, η απεριοριστία, η απλότητα και η αμορφία. Και έτσι δεν κατορθώνει να «πάθει» την όραση του υπερφυσικού και πανάρρητου κάλλους. Πρέπει λοιπόν ο νους να ατενίζει και να τείνει ψηλά προς το άναρχο, το απλό και απεριόριστο και αληθινά Ένα. Και από Αυτό να επιθυμεί πολύ να καταφωτίζεται και να ενώνεται με την αρχισυναγωγική Μονάδα και για την ένωση αυτή να ενώνεται και με τον εαυτό του. Και έτσι όχι μόνο θα κερδίσει την αγάπη του Ανωτέρου επειδή έχει ομοιωθεί με Αυτό, όσο είναι δυνατό, κατά την αοριστία και την απλότητα και την έλλειψη μορφής και σχήματος, αλλά θα μπορέσει και αυτός ο ίδιος να αγαπήσει το υπέρκαλο και υπερφυσικό θείο κάλλος, επειδή ανυψώθηκε, όπως είπαμε, στην ομοίωση με Αυτό. αφού δηλαδή είναι συνηθισμένο να γεννιέται μία αμοιβαία αγαπητική διάθεση ανάμεσα στα όμοια, είναι φανερό ότι θα αγαπηθεί και θα ανταγαπήσει ο νους το Θεό. Γιατί το όμοιο είναι όμοιο με το όμοιο· και όπως η ομοιότητα μπορεί ν’ αντιστραφεί, θα έχει οπωσδήποτε αντιστάθμισμα της αγάπης του την αγάπη του άλλου. Μεγαλύτερο γεγονός από αυτό μεταξύ Θεού και ψυχής δεν υπάρχει κανένα.

26. Ο νους τότε υπερβαίνει τη φύση του, όταν φτάσει τελείως το υπέρ νουν και αφού γίνει άμορφος και ασχημάτιστος και γενικά όλος αδιαμόρφωτος κατά τρόπο ένθεο, άναρχος και άπειρος, και ξεπεράσει την ίδια του την ένωση, που λέει ο λόγος. Όσο έχει μαζί του τη διανοητική του δύναμη, ακόμη και αν αυτή ασχολείται με τα θεία και νοητά, λέμε ότι κινείται και ενεργεί φυσικά και είναι στα όρια της φύσεώς του. Το υπερφυσικό όμως είναι πολύ ανώτερο από το φυσικό και βρίσκεται πάρα πολύ ανώτερα. Πρέπει λοιπόν να επιθυμεί και να σπεύδει να φτάσει στο υπερφυσικό, το οποίο και είναι κατά πολύ καλύτερο, σύμφωνα με την εντολή που λέει να επιδιώκομε με ζήλο τα ανώτερα χαρίσματα. Αλλά είναι βέβαια φανερό ότι, αν ο νους βρίσκεται στο υπερφυσικό, βρίσκεται στο Θεό. Γιατί ο Θεός βέβαια είναι αληθινά έξω από ολόκληρη τη φύση, επειδή είναι το πρωταρχικό και απλό Ένα. Πρέπει λοιπόν ο νους να ανυψώνεται προς το πρωταρχικό και απλό Ένα και να σπεύδει να ατενίζει και να ανάγεται σ’ Αυτό, ώστε, αφού ανεβεί στο υπερφυσικό Ένα ξεπερνώντας τη φυσική του ενέργεια, να γίνει τελειότερος από το να στέκεται στην κατά φύση κατάστασή του.

27. Το καθένα από τα όντα χαίρεται και αναπαύεται φυσικά με τα ιδιαίτερα φυσικά του στοιχεία, τα οποία όλα προϋπάρχουν στο πρωταρχικό αίτιο κατά μία ενιαία αιτία. Τότε λοιπόν ο νους θα δοκιμάσει φυσικά αληθινές ευφρόσυνες και θα έχει όχι λίγη ηδονή και θα αναπαυθεί ολότελα, όταν ξεπεράσει κι εγκαταλείψει τα πάντα και αναθέσει τον εαυτό του στην ενική, αρχική και πρώτιστη εκείνη Αιτία και φτάσει με νοερή στροφή σ’ Αυτή, από την οποία έχουν γίνει όλα και οι ιδιότητες όλων, και οι αρχές και τα μέσα και τα τέλη, και μέσα στην οποία υπάρχουν και κρατούνται τα πάντα και μέσω της οποίας οδηγείται στο σκοπό του το καθένα από εκείνα που δέχονται την τελειοποίηση, και χάρη στην οποία ευδαιμονούν όσα ευδαιμονούν. Από Αυτήν έχει δημιουργηθεί και ο ίδιος ο νους τέτοιος που είναι. Γιατί κατά κάποιο τρόπο ο νους επιστρέφει προς τον εαυτό του όταν επιστρέφει προς εκείνη, την Κυρία και Αιτία των πάντων, που είναι το αληθινό πρωτότυπό του. Κι επειδή το καθένα αγαπά φυσικά τον εαυτό του και αυτό πιο πολύ συμβαίνει με το νου, ως εικόνα υπέρκαλλη του ασύλληπτου κάλλους του υπέρ νουν Ενός, αυτός επιθυμεί υπερβολικά να ατενίζει επιστρέφοντας στο Αίτιό του, γιατί καθώς είπαμε, βλέποντας εκεί βλέπει και υπεραγαπά τον εαυτό του. Εξάλλου υπάρχει στο καθένα μια φυσική αγαπητική στοργή προς εκείνο από το οποίο προέρχεται, όπως και αντίστροφα κατέχει τους γεννήτορες έρωτας προς αυτά που γέννησαν. Γι’ αυτό, από την επιστροφή προς το Ένα, το αίτιο των πάντων, πηγάζει άφθονα κάποια άρρητη ηδονή. Γιατί έτσι, όπως είπαμε, ο νους επιστρέφει και προς τον εαυτό του. Αφού εκεί προϋπάρχουν οι όγοι όλων, επειδή είναι η αιτία τους, επομένως κι ο νους που και αυτός είναι ένα από όλα, ενυπάρχει στο πάνω από το νου Ένα, επειδή Αυτό είναι το αρχέτυπο αίτιό του.

28. Όπως από το υπερούσιο Ον προήλθε κάθε ουσία, και κάθε φύση από το υπέρ τη φύση, και από το άχρονο και ασύνθετο προήλθαν τα έγχρονα και τα σύνθετα, και από το άκτιστο δημιουργήθηκαν τα κτιστά, έτσι και κάθε μορφή δημιουργήθηκε από το άμορφο, και από το υπερκόσμιο Ένα έγιναν τα πολλά ορώμενα. Εκείνος λοιπόν που δεν ασχολείται και δεν ατενίζει προς το άμορφο Ένα σαν να κρέμεται από αυτό, αλλά προς κάτι άλλο απ’ όσα είναι κτιστά κι έχουν μορφή, αυτός έβαλε το ασυγκρίτως κατώτερο παραπάνω από το υπερκείμενο και ίσως να πλησιάζει τους ειδωλολάτρες. Γιατί εκείνο με το οποίο ασχολείται κανείς και στο οποίο ατενίζει, αυτό και επιθυμεί· κι ό,τι επιθυμεί, από αυτό έχει νικηθεί. Σ’ εκείνο όμως από το οποίο έχει κανείς νικηθεί, σ’ εκείνο και έχει υποδουλωθεί. Και πράγματι αυτός λατρεύει την κτίση αντί τον Κτίστη. Γιατί ο νους του κάθε ανθρώπου έχει υποδουλωθεί και λατρεύει και αγαπά εκείνο στο οποίο ατενίζει και με το οποίο ασχολείται. Αν λοιπόν η ασχολία και ενατένιση πέρα από το απλό και άμορφο Ένα προκαλεί τέτοιο ολίσθημα, ας είναι όλη η σπουδή και η επίγνωσή μας προς το άμορφο και απλό Ένα με νοερή στροφή και ανάταση, όπου βρίσκονται οι θησαυροί όλης της γνώσεως. Και όταν φτάσομε εκεί, άρχεται η ανάπαυση ή η παύση κάθε θεωρίας και η στάση της νοήσεως και η υπέρλογη σιγή και η ανεκδιήγητη αγαλλίαση μέσα σε μεγάλο θαυμασμό.

29. Όλα τα όντα επιθυμούν το είναι, και η αιτία του είναι των πάντων, βρίσκεται στο Ένα που είναι πάνω από το είναι. Επομένως όλα τα όντα, και μάλιστα τα λογικά, όταν κινούνται ορθά και όπως πρέπει, επιθυμώντας το είναι, επιθυμούν το πάνω από το είναι Ένα. Άρα ο νους που δεν ανυψώνεται προς το πάνω από το είναι Ένα κι ούτε το επιθυμεί, κινείται με τρόπο διάστροφο και σφαλερό και εκπίπτει από το αξίωμά του, το οποίο είναι η επίγνωση του πάνω από το είναι Ενός και η προς αυτό ιερότατη υπέρλογη ενοειδής ένωση και αγάπη.

30. Τα αίτια έχουν πολύ περισσότερο τις καλλονές που έχουν τα αιτιατά τους. Αίτιο των πάντων γενικά είναι το υπερούσιο Ένα. Αν λοιπόν ο νους στραφεί σε κάποιο από τα μετά το υπερούσιο Ένα, νομίζοντάς το καλό ή με κάποιο τρόπο άξιο για νοερή έλξη, τότε φανερά ο σκοπός του απέτυχε, γιατί αγαπά βέβαια κάτι καλό, όμως από αγνωσία και ραθυμία δεν κινείται προς το πρώτο και κύριο υπερούσιο Ένα —με τη μετοχή του οποίου όλα τα καλά είναι καλά—, αλλά κινείται προς εκείνα που χάρη σε Αυτό μετέχουν στην καλλονή. Ο νους όμως που εξετάζει επιτυχώς, κατευθύνει την ανάβλεψη της διάνοιάς του προς το υπερούσιο Ένα, διακρίνοντας καθαρά ότι θα επιτύχει με περίσσεια εκείνο που ποθεί, γιατί με αυτή τη νοερή ενατένιση φτάνει στο αίτιο, και ότι κανένα άλλο έκτος από το υπερούσιο Ένα δεν μπορεί να του μεταδώσει κάτι από τα δικά του ή οποιοδήποτε άλλο καλό. Κι αν ακόμη νομίζει ότι υπάρχουν μερικά που έχουν τη δύναμη να του μεταδώσουν από τα δικά τους, κι αυτά όμως δεν είναι στη φύση τους να παραμένουν για πάντα μέσα στον εραστή νου. Τούτο είναι δοσμένο στο Άγιο Πνεύμα μόνο να το πράττει και να ενεργεί όπου θέλει και οπουδήποτε, επειδή έχει την κυριότητα και είναι φύση κυριαρχική και Πρόσωπο της τρισυπόστατης Μονάδας. Άρα λοιπόν ο νους πρέπει να στρέφεται προς το υπερούσιο Ένα, όπου υπάρχει όχι μόνο η πηγή κάθε αγαθού, αλλά και η αναφαίρετη διανομή των χαρισμάτων.

31. Όλα τα όντα από τη φύση τους επιθυμούν το αγαθό. Το πραγματικό όμως αγαθό είναι ένα, αν και πολλά λέγονται αγαθά. Ολότελα αγαθό και ας πούμε παντέλειο δε θα βρεις κανένα μέσα στα πολλά, αλλά λεγόμενο μόνο κατά κάποια μετοχή αγαθού, μετέχοντας δηλαδή στο αγαθό του υπερουσίου αγαθού Ενός και μη έχοντάς το από τον εαυτό του. Γιατί μόνο εκείνο το υπερούσιο Ένα είναι ολότελα αγαθό και υπεράγαθο και πηγή κάθε αγαθότητας και μεταδοτικό των χαρισμάτων Του και στρέφει φυσικά προς τον εαυτό Του κάθε ουσία και ύπαρξη, κάθε έξη, δύναμη, κίνηση, ενέργεια, ιδιότητα και οποιαδήποτε καλλονή και αγαθότητα. Και γενικά, όλα τα όντα και όσα θεωρούμε γύρω από τα όντα, φανερώθηκαν δημιουργικά από εκεί, από το υπερούσιο Ένα. Γι’ αυτό, ο νους που κατευθύνεται προς κάτι άλλο και όχι προς το υπερούσιο απλό Ένα, κινείται σφαλερά. Γιατί κινείται ίσως προς κάποιο αγαθό, όχι όμως προς το κυρίως και τελείως Αγαθό, το οποίο με το υπερβολικό αγαθοποιό ξεχείλισμά Του κάνει αγαθά και τελειοποιεί όσα έχουν ανάγκη να γίνουν αγαθά και να τελειωθούν.

32. Ο νους των πολλών, καθώς από ανοησία βρίσκεται σε κατάσταση διαιρέσεως και διασπάσεως από πολλά, δε γνωρίζει το αγαθό, το απλώς Ένα, ούτε το ζητεί, ούτε ασχολείται με Αυτό. Γι’ αυτούς λέει και το Πνεύμα μέσω του Δαβίδ: «Πολλοί ρωτούν, ποιος θα μας δείξει τα αγαθά;». Δε λένε «το αγαθό», και πολύ εύλογα, γιατί «μεριμνούν και τυρβάζουν» για πολλά, ενώ χρειάζεται ένα. Του Ενός αυτού η μερίδα είναι αγαθή, κατά τον άγιο λόγο του Θεού, αλλά ή την παρέβλεψαν από άγνοια ή τη ζημιώθηκαν από αμέλεια, κι ούτε καν διανοήθηκαν να ζητήσουν το πιο πολύτιμο απ’ όλα. Εκείνοι όμως που είχαν οδηγό και παιδαγωγό το Δαβίδ και έκριναν πως έπρεπε ν’ ακολουθήσουν τα ίχνη του, λένε: «Αποτυπώθηκε σ’ εμάς το φως του προσώπου Σου, Κύριε», δηλαδή η γνώση Σου εικονίστηκε σ’ εμάς όπως μέσα σε καθρέφτη. Έτσι λοιπόν, ο ακαλλιέργητος και πολύς λαός χαίρεται στα πολλά αγαθά. Και έτσι καταλάμπονται εκείνοι που ζουν πνευματικά, καθώς δέχονται υπερκόσμια το φωτισμό της γνώσεως για το ενιαίο και τέλειο Αγαθό.

33. Όπως η ορμή του νερού είναι μεγαλύτερη αν χύνεται όλο μαζί κι όχι διαιρεμένο και χωρισμένο σε πολλά ρεύματα, Ετσι και η ενατένιση του νου και η κίνησή του και η επιθυμία του θα είναι δυνατότερη, αν προχωρεί όχι χωρισμένη σε πολλούς και ποικίλους τρόπους, αλλά ενοειδώς και χωρίς διαίρεση. Αυτό γίνεται με τρόπο φυσικό στην ανύψωση και ενατένιση και θεωρία προς το υπερκόσμιο και τέλειο Ένα. Γιατί πράγματι το υπερκόσμιο και απλούστατο Ένα έχει την ιδιότητα να συνάγει. Και όταν αξιωθεί ο νους να το θεωρεί, είναι εύλογα αδύνατο να μην πάρει σαν άλλη εικόνα την ίδια μορφή με Αυτό και να μη γίνει μονοειδής, απλός, άχρωμος, άμορφος, άποιος, αψηλάφητος, αόριστος, άπειρος, ασχημάτιστος, και γενικά είναι αδύνατο να μη γίνει υπερκόσμιο ένα, ακτινοβολώντας από τις ακτίνες του θείου και υπερκόσμιου έρωτα, έχοντας άποκαλυμμένη τη μυστική γνώση, στεφανωμένος με την απουσία λέξεων και εννοιών που ξεπερνά το λόγο και τη νόηση, και απολαμβάνοντας πνευματική αγαλλίαση και ουράνια ευφροσύνη. Φυσικά αλλοιώνεται προς το θειότερο και ενδύεται θεία μορφή, παίρνοντας δηλαδή πνευματικά τη μορφή του απλού και ασχηματιστου και άμορφου και Ενός και όλων όσα προαναφέραμε. Αν όμως δε γίνει αυτό και δεν «πάθει» αυτή τη θεία αλλοίωση, δεν ήρθε ακόμη σε επαφή και φαντασία του υπερκοσμίου Ενός. Γιατί ο Θεός είναι Ενάδα ενοποιός και Νους πέρα από νόηση. Και τότε ο νους Τον φαντάζεται υπερκόσμια, όταν μαζί με όσα είπαμε παραπάνω γίνει και ένα πάνω από κάθε νόηση, κι αυτό του συμβεί με τη φαντασία του Θεού.

34. Η τριαδικότητα της υπερούσιας Θεότητας συνάχθηκε υπερφυσικά σε μοναδικότητα. Γιατί ο Θεός είναι Μονάδα τρισυπόστατη. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να γίνει η ψυχή τέλειο ομοίωμα του Θεού σαν εικόνα Του αν, ενώ είναι και αυτή τριμερής, δε γίνει υπερφυσικά ένα με τον εαυτό της. Λέω τριμερή την ψυχή όχι κατά τη διαίρεσή της σε λογιστικό, θυμικό και επιθυμητικό —δεν έγκειται σ’ αυτό κυρίως το τριμερές της ψυχής. Γιατί δεν έχει μεγάλη οικειότητα η λογική ψυχή με την επιθυμία και το θυμό. Αυτά τα έχομε παραλάβει από το μη λογικό μέρος και υπάρχουν καταχρηστικά για την παρούσα ζωώδη βιοτή και είναι άλογα και σκοτεινά καθ’ εαυτά, ενώ η ψυχή είναι λογική και η φύση της είναι γεμάτη από φώς νοερό. Πρέπει κυρίως να πούμε ότι στην ψυχή ανήκουν εκείνα, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να ενεργήσει τα ιδιώματά της. Χωρίς θυμό όμως και χωρίς επιθυμία ενεργεί· και μάλιστα τότε ενεργεί αληθινά, όταν ενεργεί χωρίς αυτά. Δεν είναι λοιπόν πραγματικά αυτά μέρη της ψυχής, αλλά όπως είπα είναι δυνάμεις της ζωώδους και γήινης καταστάσεως που υφίστανται παράλληλα με αυτή. Γιατί η λογική ψυχή που βλέπει νοερά τα άνω και φαντάζεται τα νοητά και ανυψώνεται πάνω από τον εαυτό της και αναπηδάει ας πούμε προς τα άνω, απορρίπτει μακριά σαν μάταιη φλυαρία την επιθυμία και το θυμό, αφού δεν εχει που να τα μεταχειριστεί εκεί, όπου κυριαρχεί η απλότητα και το άμορφο και ασχημάτιστο, το άχρωμο και αδιαμόρφωτο και όλα τα άλλα, όσα απαιτούν νου ελεύθερο κι ολότελα απλό. Τριμερής είναι η ψυχή όχι ασύμφωνα με την απλότητά της, επειδή είναι νους και χρησιμοποιεί το λόγο και το πνεύμα, τα ολότελα ιδιαίτερα στοιχεία της που λιγότερο από κάθε άλλο φθείρουν την απλότητά της. Όπως και το τριαδικό της εναρχικής Θεότητας, της οποίας όμοια εικόνα αποτελεί η ψυχή, δεν είναι εμπόδιο στο ενιαίο Της και στην απλότητά Της, αλλά και απλό, υπερούσιο Ένα ακριβώς είναι η Θεότητα, και παρ’ όλα αυτά ασφαλώς είναι Τριάδα. Όταν λοιπόν αυτά που είναι η ψυχή, δηλαδή ο νους (γιατί είναι νους, και νους στο σύνολό της η ψυχή), ο λόγος και το πνεύμα, γίνουν με τρόπο υπερφυσικό ένα, μας δίνουν την καθ’ αυτό ομοίωση με την τρισυπόστατη μία Θεότητα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο, παρά μόνο από την ανάβλεψη και τη θεωρία της υπερφυσικής τριαδικής Μονάδας. Γιατί Αυτή είναι που δημιούργησε τέτοια και την ψυχή και πεσμένη την επαναφέρει σ’ αυτή την κατάσταση. Χωρίς την ενατένιση και τη θεωρία προς Αυτή, είναι αδύνατο να γίνει τούτο στην ψυχή. Αν όμως αυτό δεν γίνει και δεν επανέλθει η θεία ομοίωση, θα είμαστε ελλιπείς. Αυτά λέγονται για το θεωρητικό μέρος και την αλήθεια, τα οποία μάλιστα είναι πιο άξια επιδιώξεως και χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατό να προχωρήσομε στην κατάσταση της απάθειας. Γιατί όπως πρέπει να είμαστε με την πράξη στο αγαθό, προκειμένου να είμαστε μεταξύ των απαθών, έτσι πρέπει να είμαστε με τη θεωρία στην αλήθεια, προκειμένου να είμαστε θεοειδείς, λατρεύοντας το Θεό των όλων και επιθυμώντας να γίνομε και να είμαστε θέσει θεοί με τη θεμιτή ομοιότητα του Αρχετύπου. Αφού βέβαια είναι ανάγκη να γίνομε ένα για την ομοίωση με το υπερκόσμιο πρωτότυπο Ένα, κι αυτό μπορεί να μας το προξενήσει η ανάβλεψη προς αυτό το υπερκόσμιο Ένα και η θεωρία και η ανάταση και η νοερή στροφή κι η αμετακίνητη ενατένιση προς αυτό το Ένα. Πρέπει επομένως με κάθε τρόπο να προσπαθούμε να ατενίζομε προς το πάνω από κάθε διάνοια υπερκόσμιο Ένα και από Αυτό να εξαρτούμε ολόκληρο τον εαυτό μας με κάθε επιμέλεια, με όλη την καρδιά και την ψυχή μας· να τρέφομε μέσα μας τον έρωτα του υπεραπλού, υπερκοσμίου Ενός και Μόνου, ώστε αυτός ο έρωτας να γίνει τα άγια φτερά της προς Αυτό νοερής ανωφορίας μας. Κι έτσι πάντοτε, μέσα σε μια άμορφη ενοειδή κατάσταση, σαν σε αέρα, θα είμαστε μαζί με τον Κύριο, τον πραγματικά Ένα, και θα υμνούμε την Τριάδα τριαδικά, νοερά δηλαδή, λογικά και πνευματικά, και προς Αυτήν θα μένομε, όπως είναι επόμενο, εκστατικοί και έκπληκτοι και διά μέσου της ενώσεως με τον εαυτό μας θα ενωνόμαστε ενοειδώς με το Ένα, με τρόπο που ξεπερνά κάθε ένωση.

35. Η αισθητή μονάδα είναι η αρχή κάθε πλήθους που μπορεί να αριθμηθεί. Και η υπερκόσμια Μονάδα είναι η αρχή κάθε δρωμένου και νοουμένου πλήθους και κάθε όντος. Όπως λοιπόν κάθε αριθμός έχει την αρχή του από τη μονάδα, έτσι και το οποιοδήποτε ον προέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο από το υπερκόσμιο Ένα, σύμφωνα με μια αιτία είτε φυσική είτε δημιουργική. Αλλά η θέση της αριθμητής μονάδας, αφού είναι αισθητή, είναι σύμφωνη με τη φύση της: αφού είναι η αρχή όλων όσα αριθμούνται, η αίσθηση όταν αριθμεί τη θέτει πρώτη. Όμως στο υπερκόσμιο Ένα, επειδή είναι υπέρ νουν, παρατηρείται το αντίθετο. ενώ είναι Μονάδα που προϋπάρχει από όλα, ο νους τη θέτει ύστερα από όλα. Γιατί κανένας νους δεν έχει μπορέσει να θέσει ως αρχή το υπερκόσμιο Ένα και από Αυτό να προχωρήσει στα πολλά, αλλά αντίθετα, από τα πολλά ανεβαίνει και συνάγεται προς Εκείνο. Στην προηγούμενη περίπτωση είναι αναγκαίο το αριθμητό ένα, για να προχωρήσει η αίσθηση στα πολλά, διαφορετικά δεν είναι δυνατό να αριθμεί ή να προχωρεί όπως θέλει. Εδώ όμως είναι αναγκαία στο νου τα πολλά, για την ανάβαση μέσω αυτών προς το υπερκόσμιο Ένα και τη σύμπτυξη κατά κάποιο τρόπο του εαυτού του, γιατί από πουθενά αλλού δεν μπορεί να ανεβεί όπως θέλει στη φαντασία του υπερκοσμίου Ενός. Έτσι λοιπόν ο νους, χρησιμοποιώντας οικεία τάξη και πορεία, κάνει αρχή από τα πολλά και καταλήγει στο υπερκόσμιο και κορυφαιότατο Ένα. Επειδή το σύμφωνο με την αίσθηση αριθμητό ένα είναι ευνόητο και ευκαθόριστο, η αίσθηση το βάζει και στη θέση πρώτο, όπως απαιτεί η φύση του. Η Μονάδα όμως που αναζητεί ο νους, επειδή είναι υπερκόσμια και υπερφυσική και διαφεύγει τη νόηση, είναι πολύ μακριά και από τη φυσική Της θέση, ώστε να αρχίσει από έκείνην ο νους, αλλά μάλλον, ως υπερφυσική, τη βρίσκει υπερφυσικά όχι ως αρχή αλλά ως τέλος, μετά τη διέλευσή του από τα πολλά και την ας πούμε αρίθμησή τους. Γιατί, αφού ο νους έχει ως φυσική ικανότητά του το νοείν, το υπερκόσμιο όμως Ένα είναι ακατάληπτο καθ’ εαυτό και απρόσιτο, η δραστηριότητα του νου κλίνει προς τα πολλά και ακουσίως ακόμη, επειδή ο νους μήτε μπορεί να πάψει να νοεί, μήτε έχει τη δύναμη να συλλάβει το κορυφαίο και υπερκόσμιο Ένα. Κοιτώντας λοιπόν ο νους στα πολλά, στο καθένα από όλα αυτά τα πολλά ενορά κάτι νοητό, όχι τι είναι στην ουσία του, αλλά ότι είναι γνώρισμα κάποιου Ενός. Έπειτα, συγκεντρώνοντας από κάθε ορατό το νοητό στοιχείο που προβάλλεται και βλέποντάς τα μεταξύ τους ως ομόλογα κι όχι συγκρουόμενα και ότι όλα είναι όπως τα άνθη μιας ρίζας και ενός βλαστού, προχωρεί στη συνέχεια από τα πολλά στο κορυφαιότατο Ένα, από το οποίο προέρχονται τα πολλά και τα πάντα, και κατά φυσικό τρόπο ανεβαίνει από τα φυσικά όντα στην υπερφυσική τάξη, καθρεφτίζοντας μέσα του το υπερφυσικό και υπερούσιο Ένα, όσο βέβαια γίνεται να βλέπεται ενοειδώς το υπερφυσικό από τα φυσικά. Τότε λοιπόν, όταν ο νους ανείπωτα θεωρήσει την πηγαία ανάβλυση και πρόξενο όλων των αγαθών και των ωραίων κι αφού απολαύσει το υπερούσιο Ένα, δεν επιστρέφει πια με τη θέλησή του προς τα πολλά, αν και είναι καλά και μετέχουν στο αγαθό. Επειδή δηλαδή ο νους εκ φύσεως αγαπά υπερβολικά το καλό, δεν απομακρύνεται θέλοντας από το πάνω απ’ όλα, εκτός αν αυτό του συμβεί από κάποιο περιστατικό. Αλλά επειδή κάθε ον συμπεριφέρεται διαφορετικά και η νοερή όρασή του είναι διαφορετική και με διάφορους τρόπους ανυψώνεται δια μέσου των όντων προς το υπερκόσμιο και υπερφυσικό Ένα, πρέπει, όπως νομίζω, να εκθέσω μεθοδικά ενα σύντομο τρόπο για την άνοδο από τα πολλά στο υπερούσιο και υπερφυσικό Ένα. Έτσι ώστε, ανεβαίνοντας ο νους σταδιακά, να εκτελεί την κίνησή του ασφαλέστατα και να αντιληφθεί σε τι η κίνηση του αυτή είναι ελλιπής, ή αν πραγματικά είναι σ’ αυτό που πρέπει να είναι και πόσο αυτό το απολαμβάνει και ποιο είναι αυτό που τον κάνει να αστοχεί και τον απομακρύνει από εκείνη την καλλονή και την ανάβαση και το θείο συμπόσιο· και πώς πάλι θα γίνει να επιστρέψει κανείς εκεί από όπου εξέπεσε. από αυτό μάλιστα θα μάθει και την ομίχλη των παθών και τη διαύγεια της καθαρής καρδιάς, θα δει σαν μέσα σε καθρέφτη ποια είναι η επίγνωση της αλήθειας, θα μετάσχει στα επουράνια θεάματα, θα αισθανθεί τη θεία αίσθηση, δε θα του διαφύγει η πνευματική πρόοδός του ή ίσως η οπισθοδρόμησή του, θα αποκτήσει τη γνώση πολλών αξιοθαύμαστων και θα κατανοήσει ποιος είναι ο σκοπός της ησυχίας και του εγκλεισμού. Λέμε λοιπόν τα εξής: Όλα τα όντα διαιρούνται σε αισθητά κτιστά, νοητά κτιστά, νοητά άκτιστα και στο άκτιστο, υπερούσιο και υπέρ νουν Ένα. Καθώς το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, στρέφεται σ’ αυτά και τα παρατηρεί με προσοχή και προτιμά την ησυχία κατά την άσκηση, από την πρέπουσα μοναστική πράξη ανυψώνεται, σαν να ανεβαίνει κάποια βαθμίδα, στη θεωρία και την απασχόληση με το όντως Όν και στο να απολαμβάνει τα ουράνια και να περιστρέφεται στις ακτίνες της αλήθειας και να αγάλλεται και να πλουτεί στο άπειρο με τα αιώνια και να νιώθει θαυμαστή ηδονή και γλυκύτητα. Ίσως ακόμη, με τη συνεργεία της χάρης, με την πάροδο του καιρού και με τη σταθεροποίηση της κατοχής του νοερού φωτός, και να αρπάζεται από τη γη και να γίνεται αναίσθητος ως προς τα γήινα χάρη στην κατοχή του υπέρνοου και τη φαντασία του ασύγκριτα ανωτέρου από κάθε καλό. Αυτή η ιερή κλίμακα διαιρείται σε πέντε βαθμίδες* κι ανεβαίνει έτσι στον άκρο σκοπό· δεν έχει όμως τοπική απόσταση η μία βαθμίδα από την άλλη, αλλά η διαφορά και η απόσταση της μιας από την άλλη είναι τάξη κάποιας ποιότητας ή ιδιαιτερότητας. Να τι εννοώ: Όντα είναι και τα αισθητά κτιστά και τα νοητά κτιστά, αλλά τα δεύτερα είναι πολύ ανώτερα από τα πρώτα, όσο διαφέρει και είναι καλύτερος ο νους από την αίσθηση. Επίσης είναι κατά πολύ ανώτερα τα άκτιστα νοητά από τα νοητά κτιστά, ενώ και τα δύο είδη ανήκουν εξακριβωμένα στα όντα. Ωστόσο τα άκτιστα νοητά όντα είναι κατώτερα από το υπέρ νουν Άκτιστο. Και από αυτά είναι βέβαια φανερό ότι το να στέκεται ο νους στο υπέρτατο Όν, αφού περάσει από την πράξη, και το να βρεθεί σ’ εκείνη την απόκρυφη υπέρτατη Κορυφή, την υψηλότερη απ’ όλα τα αισθητά και τα νοητά, αυτό είναι η ανώτερη ενατένιση και θεωρία του, όπως αντίθετα η κατώτερη είναι η προς τα αισθητά κτιστά, η ακόμη περισσότερο, η βαθμίδα του πρακτικού. Αφού λοιπόν ο νους αγαπά εκ φύσεως το καλό, πρέπει να επιθυμεί με κάθε τρόπο το ανώτερο, όχι μόνο για να το απολαύσει, αλλά και για να «πάθει» εύλογα την ανώτερη και υπέρλογη αλλοίωση, μια και, όπως είπαμε, ο νους αλλοιώνεται ανάλογα με ό,τι βλέπει και απολαμβάνει. Πλην όμως, η μεταβλητότητα που έχει συμπλεχθεί στη φύση του νου, δε θα τελειώσει ποτέ όσο συνεχίζεται το σήμερα και, όπως λέει κάποιος, έως ότου φύγουν οι σκιές, δηλαδή έως ότου αναχωρήσομε από την παρούσα ζωή, η οποία μας δείχνει σκιωδώς, σαν μέσα σε καθρέφτη και με αινίγματα την αλήθεια. Πρέπει λοιπόν, όταν μεταπίπτομε από τη θεωρία και ενατένιση του υπέρ νουν ακτίστου Ενός, να βρίσκομε τρόπο να στεκόμαστε όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα νοητά άκτιστα, για να γίνει το γρηγορότερο η επάνοδός μας στο άκτιστο υπέρ νουν Ένα. Κι όταν πέσει πιο πυκνή ομίχλη και σκοτίζει τη νόηση και περιλούει με ακηδία το νου σχετικά με τη θεωρία, τότε ας στρεφόμαστε στις προσευχές του πρακτικού με ταπεινή καρδιά. Και αφού με τη δύναμη της προσευχής και τα δάκρυα υποχωρήσει το σκότος, ας βάλομε ως υπόβαθρο πάλι τα αισθητά κτιστά, ενώ θα κατοικεί από πριν νοερό φως μέσα στην καρδιά με ενυπόστατη πνευματική ενέργεια και ο νους θα κατέχει ήδη με πολλή γνώση τη δύναμη της πρακτικής, με την οποία ανεβαίνει εκ φύσεως, όπως σε μιά κορυφή η σκοπιά, και θεωρεί εκείνα που για τους πολλούς είναι όχι μόνο αθέατα, αλλά και αζήτητα και ακατανόητα, και χωρίς την οποία κανείς δε θα δει ούτε τον εαυτό του, ούτε πολύ περισσότερο το Θεό. Δεν είναι λοιπόν μακριά από το σκοπό μας να πούμε τώρα επιτροχάδην γι’ αυτή την πρακτική.

36. Η ψυχή έχει ανάγκη της πρακτικής για τρία στοιχεία μέσα της, το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό, και για τρία εξωτερικά, την έφεση της δόξας, της ηδονής και της αποκτήσεως περισσοτέρων. Βλέποντας η ψυχή με βαθιά γνώση τον τρόπο που έζησε ο Χριστός ως άνθρωπος, γιατρεύει με τη χάρη του Κυρίου Ιησού αυτές τις δύο τριάδες μέσω των τεσσάρων γενικών αρετών της, δηλαδή της φρονήσεως, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης και της ανδρείας, και επιτρέπει στο νου της να ανυψώνεται ανεμπόδιστα και να παρατηρεί προσεκτικά τα θεία και να θεωρεί το Θεό. Όταν δηλαδή ο Κύριος Ιησούς οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο για να νικήσει το διάβολο, το επιθυμητικό το θεράπευσε με τη νηστεία, το λογιστικό με αγρυπνία και ήσυχη προσευχή, το θυμικό με αντιλογία στο διάβολο. Επίσης, θεράπευσε τη φιληδονία με το να μη ζητήσει, αν και πεινούσε, να γίνουν οι πέτρες ψωμιά, όπως του έλεγε ο διάβολος· τη φιλοδοξία, με το να μη ριχτεί κάτω από το πτερύγιο του Ναού, για να δοξαστεί από τον όχλο, επειδή δε θα πάθαινε τίποτε· τη φιλαργυρία, με το να μην πεισθεί να προσκυνήσει το διάβολο με την υπόσχεση ότι θα λάβει τον πλούτο όλων των βασιλείων, αλλά με αντίρρηση του θυμοειδούς φρόνιμη και δίκαιη, σώφρονα και ανδρεία, απέκρουσε το σατανά, διδάσκοντας με αυτά κι εμάς τον τρόπο νίκης σε όλες τις εφόδους του εναντίον μας. Αυτό ακριβώς μπορεί να το δει και να το καταλάβει κανείς και στη σταύρωση του Σωτήρα. Προσεύχεται δηλαδή τότε ο Σωτήρας, αφού απομακρύνθηκε από τους μαθητές Του; Αυτό είναι θεραπεία του λογιστικού. Είναι σε εγρήγορση και αγρυπνεί και υποφέρει από δίψα πάνω στο σταυρό; Αυτό είναι φάρμακο του επιθυμητι-κού. Δεν αντιλέγει, δε φιλονεικεί, δε φωνάζει, παρ’ όλο που τον κατηγορούν, και προσεύχεται για χάρη των διωκτών Του; Αυτό προξενεί την ευταξία του θυμικού- να αντιμετωπίζει δηλαδή το σατανά με αντίρρηση, τους ανθρώπους όμως που τον κακοποιούν, επειδή και αυτοί παρασύρονται στο κακό από το σατανά, να τους φέρεται με σιωπή και μακροθυμία και να τους αμείβει με προσευχή για χάρη τους. Τον φτύνουν, δέχεται ράπισμα, υπομένει ειρωνίες και εμπαιγμό; Αυτό είναι θεραπεία της φιλοδοξίας. Ποτίζεται ξύδι και χολή, σταυρώνεται και κεντρίζεται με τη λόγχη; Αυτό είναι θεραπεία της φιληδονίας. Καρφώνεται στο σταυρό γυμνός, σε ύπαιθρο τόπο, άστεγος, περιφρονημένος από όλους, σαν κάποιος φτωχός και άπορος; Αυτό είναι κατάργηση της φιλάργυρης διαθέσεως. Άρα ο Σωτήρας έχει δείξει δύο φορές τη θεραπεία των εσωτερικών και των εξωτερικών παθών. Μια φορά όταν άρχισε τη σωματική εμφάνισή Του στον κόσμο και άλλη μία όταν έμελλε ν’ αναχωρήσει από τον κόσμο. Γι’ αυτό, όποιος βλέπει προς Αυτόν και τη διδασκαλία Του και το σταυρό Του και τον μιμείται κατά το δυνατόν φρόνιμα και δίκαια, με σωφροσύνη και ανδρεία, όπως Εκείνος, θα καταργήσει μεν την ενέργεια αυτών των παθών προς το κακό, και με αυτά όλα τα άλλα, θα χρησιμοποιήσει δε ορθά και αυτά και τα αλλά και θα είναι αληθινά πρακτικός άνθρωπος, κατάλληλος να θεωρεί και ν’ ανυψώνεται προς το Θεό με τη νοερή ενατένιση. Κι έτσι αφού κάνει αρχή ο νους από τα πολλά αισθητά κτιστά και κατανοήσει το καλό αποτέλεσμα της καλλιέργειάς τους κι αφού κατόπιν νοήσει τα κτιστά νοητά και προχωρήσει στα νοητά άκτιστα, θα έχει ήδη περάσει τέσσερις βαθμίδες της κλίμακας. ‘Ύστερα από αυτά ακολουθεί η θεία και υπέρλογη αφωνία και σιγή και έκπληξη και γενικά η ενατένιση και η θεωρία του υπερκοσμίου Ενός και η πάνω από τη νόηση ένωση, η κορύφωση της ησυχίας, το άκρο και τέλειο επιθυμητό, όσο είναι εφικτό στην παρούσα ζωή, το πέρας της αλήθειας, η απόλαυση του καρπού της πίστεως, η διαυγής έλλαμψη της δόξας που ελπίζομε, το θεμέλιο της αγάπης, το αλφάδι του νου, η στάση της αεικινησίας του και η ακατανόητη παύση και η ενοειδής κατάστασή του, η πρόγευση της εργασίας της μέλλουσας ζωής, η αιτία της πνευματικής χαράς, το ταμείο της ειρήνης, το σβήσιμο των σαρκικών φρονημάτων, η αποστροφή αυτού του κόσμου και η σφοδρή αφοσίωση στον μέλλοντα, ο χωρισμός από τη ζωή της εμπάθειας, η συνάφεια με την απάθεια, η χαρά και η αγαλλίαση της ψυχής και η συναγωγή, η ανάπαυση και η φρουρά των κινήσεων και των δυνάμεών της· και γενικά, η θεία γνώση και η απάθεια. Πρέπει λοιπόν να εξετάζομε προσεκτικά, αν ποτέ ο νους αιχμαλωτιστεί από δική του οκνηρία ή από εξωτερικό περιστατικό, πώς θα τον επαναφέρομε στο αγαθό της θεωρίας, απομακρύνοντας το πάθος που στέκεται εμπόδιο και τον βγάζει από τον σκοπό του, και πόσο απέχει από το άκρο επιθυμητό και γιατί. Κι ακόμη, αν η θεωρητική του ενέργεια έχει στραφεί στα αισθητά κτιστά ή στα κτιστά νοητά ή στα νοητά άκτιστα· η μήπως με μάταιους λογισμούς ή από κάποια ανάγκη αποχωρίζεται από την επιδίωξή του, το μοναδικό πραγματικά και υπερκόσμιο Ένα, το πάνω από κάθε άλλο ένα. Και να του αφαιρούμε τα μεταξύ εμπόδια, για να επιστρέψει πάλι ενιαία, όπως απαιτεί αυτή η βαθμίδα, στη θεωρία και την ενατένιση του υπερκοσμίου Ενός. Όταν ο νους βρίσκεται κάπου έξω από το υπερκόσμιο, άκτιστο και υπέρ νουν Ένα, τότε είναι σε διαίρεση κι όχι στο κυρίως καλό, κι αν ακόμη κινείται στο καλό, αφού το κορυφαίο καλό είναι το υπέρ νουν, υπερούσιο, άκτιστο και απλό Ένα, και Αυτό είναι το πραγματικό άκρο αντικείμενο πέρας του νου. Όταν λοιπόν ο νους κινείται υγιώς, ανεβαίνει αυτού με όσα προείπαμε και ζει την ένωσή του με το Θεό, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια. Ας επιδιώκομε λοιπόν με ολη μας τη δύναμη το Άπειρο κι ας ερευνούμε το Υπέρ νουν κι ας θεωρούμε το άμορφο Ένα κι ας καταλάβομε εξ εφόδου το Ακατάληπτο, για να επιτύχομε την ενιαία κληρονομιά του Ενός, του άκρου Θεού, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και του ζωοποιού Πνεύματος, με την έλλαμψη των οποίων γινόμαστε άξιοι για τη χάρη της θεωρίας και θέσει θεοί που θεουργηθήκαμε με τη δωρεά του Θεού.

37. Όταν ο νους ανεβεί στη χώρα της θείας Κρυφιότητας, σωπαίνει φυσικώς, ενοποιημένος με την απλότητα και συνεπώς φωτιζόμενος ενοειδώς από το υπέρ νουν Ένα με τη μετοχή του Πνεύματος. Τι μπορεί δηλαδή να πει, αφού έχει φτάσει πάνω από τη νοερότητά του και βγήκε έξω από κάθε νόημα κι έμεινε γυμνός, ως ανώτερος πια από τη νόηση; Γιατί βέβαια, αν ακόμη έχει κάτι να πει, είναι φανερό οτι και νοεί, αφού ο λόγος ακολουθεί το νόημα. Και αν νοεί κάτι, πώς στέκεται στη χώρα της Κρυφιότητας; Δεν είναι στην κυριολεξία κρυφό εκείνο που άλλος δεν το βλέπει, το βλέπει εντούτοις ο νους. Έτσι πολλά θα μπορούσαν να ονομάζονται κρυφά, αφού πάμπολλα ή, για να πω έτσι, όλα όσα βλέπει ο νους, τα βλέπει χωρίς να γνωρίζει άλλος ότι τα βλέπει. Έτσι λοιπόν τα κρυφά θα πλησίαζαν και το άπειρο, πράγμα άτοπο. Γιατί Ένα είναι το κρύφιο στην κυριολεξία, στο οποίο ο νους ανεβαίνει ύστερα απ’ όλα, από το οποίο προέρχεται το παν, είτε είναι ορώμενο είτε νοούμενο. Και μάλιστα και αυτός, επειδή ανέβηκε πάνω απ’ όλα τα ορώμενα και λεγόμενα και νοούμενα, φτάνει σε κατάσταση έξω και από τη νόηση και την όραση και το λόγο. Όσο όμως μπορεί και μιλά, δεν έχει ακόμη ανεβεί τόσο πολύ, ούτε έφτασε στη θεία Κρυφιότητα. Γιατί αυτό σημαίνει ότι νοεί· αλλά βέβαια το κρυφό είναι ακατανόητο κι επομένως υπερβαίνει και το λόγο. Άρα ο νους, όταν ανεβεί στη χώρα της θείας Κρυφιότητας και γίνει ενιαίος, ασκεί σιωπή, όχι θεληματικά, αλλά φυσικά, φωτιζόμενος ενιαία από το υπέρλογο Ένα.

38. Αν οι λόγοι από τη φύση τους κάνουν το νου να προχωρεί και να προοδεύει, άρα όταν προκόψει τον ανεβάζουν εκεί όπου δε φτάνει λόγος, δηλαδή σε κάτι που τελείται στη σιωπή. Αν οι λόγοι ήταν πάντοτε στο νου κι αν η ψυχή έχει πάντοτε την ανάγκη τους, εγώ δε βλέπω ποια είναι η νοερή προκοπή από το λόγο. Γιατί ο λόγος δεν είναι ωφέλιμος μόνο στην πράξη, αλλά εξίσου και στη θεωρία. Όταν όμως ο νους ανεβαίνει από τους σχηματισμένους κατά τα όντα λόγους προς το απλό και υπέρλογο και ασχημάτιστο, το απολύτως και κυρίως Ένα, τότε κάθε λόγος φαίνεται περιττός, ή, για να πούμε πιο αληθινά, είναι εμπόδιο. Οι λόγοι αποτελούν γενικά μετάβαση από το ένα νόημα στο άλλο. Αλλά το απλό και απόλυτο και απεριόριστο και ασχημάτιστο και ολωσδιόλου Ένα, με την κύρια και υπέρλογη ύπαρξή Του, πώς θα έχει ανάγκη από λόγους; Για να μεταβεί που; Ή πώς θα περιληφθεί κάπου; Γιατί ο λόγος κατά κάποιο τρόπο περιλαμβάνει. Αυτό όμως είναι απερίληπτο, ως απεριόριστο και ασχημάτιστο. Αν λοιπόν δεν αρμόζει λόγος στο υπέρ νουν κρύφιο Ένα, επειδή είναι απερίληπτο και ασχημάτιστο, άρα του αρμόζει σιωπή. Όσοι άρα προκόψουν με το λόγο, πρέπει να καταλήξουν στη σιωπή, εφόσον έφτασαν στο να θεωρούν απλά, αδιαμόρφωτα και ασχημάτιστα.

39. Αν οι λόγοι αναφέρονται σε γνωστά, ενώ το Κρύφιο είναι άγνωστο, άρα είναι πέρα από λόγο. Και αν η αγνωσία του Κρυφίου είναι ανώτερη από κάθε γνώση και το ανώτερο από γνώση δεν έχει καθόλου ανάγκη από γνώση, πολύ λιγότερο θα έχει ανάγκη από λόγο. Ο νους λοιπόν που ανέβηκε στο κρύφιο απλό Ένα, ασκεί φυσικά τη σιωπή. Και αν δε σωπαίνει φυσικά και απροσποίητα, δεν ανέβηκε και δεν έφτασε ακόμη στο κρύφιο και υπέραπλο Ένα.

40. Όπως εκείνοι που ασκούν την ησυχία, βγαίνουν κάποτε από το κελί τους, και γνωρίζουν εκ πείρας τη διαφορά του εγκλεισμού στο κελί από την έξοδο, έτσι κι όσοι έζησαν τη σιωπή που λέμε κι αρχίζουν πάλι να μιλούν. Εκείνοι δηλαδή που επιμένουν να θεωρούν τη δόξα του Θεού, γνωρίζουν σε ποια κατάσταση όταν είναι τους κυριεύει η σιωπή φυσικά κι όχι προαιρετικά, και σε ποιά κατάσταση είναι όταν κλίνουν στην ομιλία. Και βέβαια όταν τους κυριέψει η σιωπή, εύχονται να μην είχαν ανοίξει ποτέ το στόμα τους, αλλά να μένουν στην κατάσταση αυτή. Τότε είναι άλλοι επίγειοι άγγελοι και ενώνονται με την αλήθεια ενιαία, χωρίς μορφή, χωρίς όραση, χωρίς σχήμα και γενικά με αμετακίνητες ενατενίσεις του νου, έχοντας μαζί τους μόνο την έκπληξη και το θαυμασμό, χωρίς να νοούν τίποτε, ή μάλλον βλέποντας χωρίς όραση τις άναρχες και θείες ελλάμψεις. Όταν ο νους κατεβεί από εκεί, ως μεταβλητός, καταλήγουν στο λόγο και στις νοερές μεταβάσεις σε πολλά και ποικίλα. Και για να επανέλθει πάλι η κατάσταση της σιωπής, επειδή είναι πολύ καλύτερη από το λόγο, ασπάζονται την ησυχία και φυλάγουν τις αισθήσεις από τα αισθητά και χρησιμοποιούν κάθε μέσο, ώστε να ξεφύγουν μαζί με το λόγο και αυτή τη νόηση, για να μπορούν κι αυτοί να λένε μαζί με το Δαβίδ: «Έγινα κωφός και ταπεινώθηκα και σιώπησα ακόμη και για αγαθά». Γιατί βέβαια, και αγαθά να λέει κανείς, είναι κατώτερο από την έλλογη σιγή.

41. Το Θειο ούτε είναι εντελώς φανερό, ούτε πάλι και εντελώς κρύφιο. Ότι υπάρχει, είναι φανερό και μάλιστα πάρα πολύ καθαρά. Τι όμως είναι, αυτό είναι κρυφό. Διαφέρει πάρα πολύ να γνωρίζομε το τι είναι ο Θεός, από το ότι υπάρχει· γιατί το δεύτερο φανερώνεται από την ενέργεια του Θεού, ενώ το πρώτο αναφέρεται στην ουσία Του, το οποίο και οι Άγγελοι αδυνατούν να ξέρουν. Γιατί ο Θεός υπάρχει άπειρες φορές άπειρα πάνω από κάθε ύπαρξη και πάνω από κάθε νου και κάθε νόηση. Όταν λοιπόν ο νους ασχολείται με εκείνα που φανερώνουν ότι ο Θεός υπάρχει, τότε έχει να λέει πολλά και να φιλοσοφεί άριστα. Και τότε μπορεί να λέγεται φιλόσοφος και θεολόγος. Όταν όμως ο νους ανακύψει και ανεβεί πάνω από το ότι υπάρχει, περικυκλωμένος από τη θεία κρυφιότητα και ενεργούμενος από τη φαντασία του τι είναι ο Θεός, και γίνει με τη χάρη, όπως είναι φυσικό, τελείως χωρίς μορφή και αφή και όραση, τότε κάθε λόγος που μπορεί να λέει κάτι περί Θεού μένει αργός, και ακινητοποιείται ο νους γινόμενος ενιαίος, γιατί εισχώρησε στη χώρα του ακατανόητου. Και τότε ενώνεται ολόκληρος με τον πάνω και πέρα από τα πάντα, όπου δε χωρεί ούτε λόγος, ούτε νόημα, ούτε καμιά σκέψη που να τον ποικίλλει, αλλά μόνο απλότητα και ακαταληψία, σιωπή και έκπληξη, το ασχημάτιστο και άπειρο και απεριόριστο· και βλέπει κατά παράδοξο τρόπο τη θέα του Αοράτου και τη μορφή του Αμόρφου, καθώς έγινε και ο ίδιος απόλυτος και άμορφος αληθινά. Και σύμφωνα με όσα θεώρησε αόρατα και αντίκρισε χωρίς μάτια, για να το πούμε με δύο λόγια, αναχρωματίζει στον εαυτό του το θείο και υπερφυσικό κάλλος και δοξάζει το Θεό που τον έπλασε τέτοιον.

42. Ο Θεός λέγεται Ένα όχι μόνο γιατί είναι απλός και πάνω από κάθε σύνθεση, αλλά και διότι μόνο Αυτός είναι κυρίως ο Ων, ανάμεσα σε όλα τα λεγόμενα όντα που έχουν την ύπαρξή τους από Αυτόν. Γιατί αυτό που δεν υπάρχει κυρίως και απλώς, ούτε κυρίως και απλώς είναι ένα. Επίσης, γιατί βρίσκεται παντού ο Ιδιος χωρίς να περικλείεται πουθενά και είναι μόνος ανόμοιος από όλα και καθαρά έξω από όλα· και γιατί είναι αιώνιος, που δεν Εχει ούτε αρχή ούτε τέλος· και γιατί ρίχνει τη θεία ακτίνα της πρόνοίας Του σε όλα τα κτίσματα εξίσου, χωρίς βέβαια να μολύνεται, αν και όλα τα όντα δεν τη δέχονται με όμοιο τρόπο· επιπλέον και γιατί γίνεται γνωστός σε όλα χωρίς να κατέχεται από αυτά, για την κάποια όμως ενοειδή και πάνω από νοερή ένωση θέασή Του, απαιτεί νου αποίκιλο, άμορφο, ασχημάτιστο, άχρωμο, ανέγγιχτο από όλα γενικώς τα όντα και ολότελα ελεύθερο, άπειρα απεριόριστο και ανώτερο χρόνου, τόπου, φύσεως και των σχετικών με τη φύση.

43. Επειδή η μεταξύ Θεού και νου πνευματική συνάφεια γίνεται πάνω από τη νόηση, γι’ αυτό λέγεται τότε ότι ο νους είναι πάνω από τη φυση του, φανταζόμενος απόλυτα το υπερφυσικό απόκρυφο Ένα με νοερή αίσθηση. Αυτό όμως που πάσχει τότε ο νους είναι σύμφωνο με τη φύση του, η οποία έχει καθαρθεί με τη χάρη. Γιατί ό,τι είναι για το μάτι να βλέπει, αυτό είναι για το νου το να νοεί. Εκείνος λοιπόν που βλέπει μέσα στο σκοτάδι, δε βλέπει τίποτε, βλέπει όμως σαν ένα όλο εκείνο το σκότος, και βλέπει ότι δε βλέπει. Γιατί αν είχε σκεπασμένα τα μάτια του, ίσως και να νόμιζε ότι υπάρχει φως και κάποια πράγματα γύρω του. Τώρα όμως βλέποντας, βλέπει καθαρά ότι δε βλέπει. Και το να εισδύσει η οπτική του δύναμη μέσα στο σκότος και να δει τα κρυμμένα, αυτό υπερβαίνει τη φύση του ματιού, όχι όμως και το να βλέπει ότι δε βλέπει. Έτσι λοιπόν και όταν πρόκειται για το νου· όταν υψωθεί στη θεία αποκρυφιότητα και φτάσει πέρα από τη νόηση, δε βλέπει τίποτε —από που να δει;— εντούτοις βλέπει ότι δε βλέπει, και ότι εκείνο που δε βλέπει είναι Ένα, κρυμμένο σε κάποιο γνόφο, από το οποίο Ένα προέρχεται οποιοδήποτε ον, ή βλεπόμενο ή νοούμενο, είτε συναριθμείται με την κτίση είτε είναι αιώνιο και άκτιστο. Και αν δεν έβλεπε, δε θα έβλεπε βέβαια τον εαυτό του να υπερεκτείνεται πέρα από τον εαυτό του. Τώρα όμως θεωρώντας, θεωρεί ολοκάθαρα ότι δε θεωρεί, γιατί είναι πάνω από το θεωρείν, και ότι είναι αδύνατο να θεωρείται Εκείνο που θεωρεί. Το να εισδύσει μέσα στη θεία και υπέρλογη ενική απλή αποκρυφιότητα και να θεωρήσει, αυτό υπερβαίνει τη φύση του νου· το να ατενίσει όμως στο θείο γνόφο εκείνης της αποκρυφιότητας και να φαντασιωθεί την άρρητη Μονάδα, η οποία βρίσκεται πάνω απ’ όλα μέσα σε ανεκλάλητο μυστήριο, και να θεωρήσει ότι δε θεωρεί τίποτε μέσα στο θείο γνόφο, αυτό είναι οπωσδήποτε ιδίωμα καθαρού νου που θεωρεί με τη χάρη του Πνεύματος. Γιατί δεν έχει σφαλισμένη και αργή τη νοερή όραση ο νους όταν θεωρεί ότι δε θεωρεί τίποτε, παρά το θείο και απλό Ένα στην αποκρυφιότητα· τούτο θα ήταν σημείο αμάθειας. Αλλά όταν θεωρήσει καθαρότερα, τότε υψώνεται στο υπέρ νουν και τότε θεωρεί την αβλεψία του, όταν θεωρεί μέσα στην αποκρυφιότητα του απλούστατου Ενός. Αν και βέβαια, ότι είναι Ένα αυτό από το οποίο προήλθαν τα πάντα και ότι είναι κρυφό, αυτό το θεωρεί πολύ καθαρά· τι όμως είναι, δε θεωρεί. Γι’ αυτό λέμε τότε ότι ο νους βρίσκεται πάνω από τη φύση του, όσο ατενίζει στην απλούστατη αποκρυφιότητα του Θεού· αυτό όμως είναι σύμφωνο με τη φύση του νου όταν έχει γίνει καθαρός. Και μπορούμε να πούμε ότι είναι στη φύση του νου να υπερβαίνει τη φύση θεωρώντας χωρίς να βλέπει, δηλαδή χωρίς να νοεί, τη θεία και παναπλούστατη και υπέρ νουν ενική αποκρυφιότητα. Τότε δεν έχει οποιαδήποτε αντίληψη και γνώση παρά μόνο του Ενός, το οποίο δε βγαίνει από τον εαυτό Του. Κι όταν φτάσει εκεί με νοερή κίνηση, καταλήγει στη στάση και την παύση. Δε λέω στάση από το να θεωρεί, γιατί αυτό είναι μανιώδες πάθος, αλλά εννοώ στάση και παύση από το να μεταβαίνει από νόημα σε άλλο νόημα ή θεωρία. Γιατί βέβαια ο νους, όταν υψωθεί εκεί, επειδή πέφτει στο βυθό του απείρου και απεριορίστου, τον ολόφωτο από νοερό φως, συναντώντας την αχώρητη εκείνη και απερίβλεπτη, να πω έτσι, θεία αποκρυφιότητα, χάνεται και σταματά και δεν πάσχει τίποτε άλλο, παρά μια έκσταση μέσα σε νοερή φαιδρότητα. Και αν και δεν μετακινείται, όμως δέχεται την ενέργεια του νοερού φωτισμού ατενίζοντας ασάλευτα μέσα στην υπερούσια αποκρυφιότητα με τρόπο ενικό και μονοειδή και απορεί για την απρόσιτη εσωτερικότητα της ανεκφοίτητης φεγγοβολής και λαμπρύνεται από αυτή. Αν όμως ήταν αργός από το να θεωρεί, πώς θα έπασχε την έκσταση και τη λαμπρότητα; Το ότι στέκεται ο νους όταν φτάσει εκεί, λέγεται με αυτό το νόημα· ότι είναι αμετακίνητος θεωρώντας το Ένα και με τη λάμψη του Ενός αλλοιώνεται και χαίρεται και λαμπρύνεται και στέκεται χωρίς να κινείται. Δε σημαίνει δηλαδή ότι αποκρούει, κλείνοντας τα μάτια, την απόλαυση της θεωρίας Του. Αυτό το πάθος πρέπει να αποφεύγεται και να μην επαινείται και είναι γεμάτο από σκότος άγνοιας, το να μη θεωρεί δηλαδή διόλου. Η στάση του νου που είπαμε, γίνεται με απρόσιτη έλλαμψη του φωτός και είναι θεωρία που δε ζητεί μετάβαση, αλλά παύση και στάση. Γιατί είναι άπειρο εκείνο το υπερφυσικό και κρύφιο και μυστηριώδες υπερούσιο Ένα και ασύλληπτο από κάθε νου. Και δεν επιτρέπει στο νου που το θεωρεί, να θεωρεί πουθενά άλλου, στο βαθμό βέβαια που έγινε μέτοχος της καθάρσεως που του αρμόζει και της θείας βοήθειας. Και ο νους δεν ξεπέφτει αλλιώς από τη θεία αυτή θεωρία και υπέρκαλλη λαμπρότητα και απειρία, παρά αν παρασυρθεί ή από αντίθετη έλξη κάποιου πράγματος ή πάθους, ή εξαιτίας της φυσικής μεταβλητότητας από την οποία πάσχει.

44. Η φύση του νου είναι να νοεί, και η νόηση εκδηλώνεται με κίνηση και μετάβαση. Επειδή όμως ο νους όταν φτάσει στο Θεό είναι πάνω από νόηση και κίνηση, εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι ο νους υπερβαίνει τη φύση του με το να φαντάζεται απόλυτα το Θεό. Γιατί είναι γνωστό ότι κάθε νόημα γίνεται από κάποιο πράγμα. Όπου όμως δε θεωρείται ένα πράγμα, νόημα ούτε γεννιέται, ούτε καν βρίσκεται. Ο Θεός λοιπόν, επειδή με κανένα τρόπο δεν είναι δυνατόν να γίνει ορατός πραγματικά, δημιουργεί στο νου την πρέπουσα φαντασία από τα σχετικά με Αυτόν, από εκείνα δηλαδή που ενεργεί· αυτά έχουν θέση δυνάμεως που προέρχεται από κάποιο δυνατό. Εφόσον λοιπόν ο νους σε όλα τα άλλα συνηθίζει να θεωρεί τις δυνάμεις μαζί με τα δυνατά, το ίδιο επιδιώκει να αισθανθεί κι όταν πρόκειται για το Θεό. Κι επειδή του είναι τελείως αδύνατο, γιατί αυτό υπερβαίνει τη φύση κάθε κτιστού νου, θεωρεί τα σχετικά με το Θεό και φαντάζεται χωρίς όραση, όπως λέγεται, το Θεό με απλή και άμεση ενατένιση. Και αφού ησυχάσει κι επιτύχει θεία ευμένεια κι ενεργήσει μέσα του το θείο και προσκυνητό Πνεύμα, από τη συνεχέστερη νόηση αρπάζεται σε μια κατάσταση άμορφη και χωρίς ποιότητα και απλή, εισδύοντας το ταχύτερο μέσα στην καρδιά με την υπερφυσική δύναμη του Πνεύματος και σταματώντας στη φαντασία του Θεού χωρίς να νοεί τίποτε, αλλά υπερβαίνοντας τη νόηση. Από το να νοεί επομένως τα σχετικά με το Θεό, υψώνεται στη φαντασία του Θείου, όπως είπαμε, αφού αποκατασταθεί η απλότητά του, και λέγεται ότι είναι πάνω από τη φύση του, γιατί ξεπερνά τη νόηση.

45. Ο,τιδήποτε ονομάζεται κρύφιο, είναι ανάγκη να έχει κάτι φανερό, που να υποδηλώνει την κρυφιότητά του. Αν όχι, είναι όμοιο με το μη ον. Γιατί εκείνο που δε δίνει ολότελα κανένα σημείο της υπάρξεώς του, μπορεί να νομιστεί ίσο με το ολότελα ανύπαρκτο. Και βέβαια, και στην κρυφιότητα του Θεού συνυπάρχουν μερικά σημεία φανερά, που ιχνηλατώντάς τα, θα λέγαμε, ο νους, αισθάνεται τη θεία αποκρυφιότητα, και από το καταληπτό του Θεού ανεβαίνει στο ακατάληπτο. Κι όταν φτάσει σ’ αυτό, γνωρίζει με ακρίβεια ότι υπάρχει κάτι, το οποίο διαφεύγει τη φυσική του αντιληπτικότητα και, ως υπέρφωτο, είναι πάνω από κάθε δυνατότητα κατανοήσεως, ακόμη και αγγελικής. Είναι αίτιο και αρχή και πέρας κάθε φύσεως και ουσίας και όντος, ενώ το ίδιο είναι υπερφυσικό και υπερούσιο, άπειρα υψηλότερο από κάθε ύπαρξη, αγέννητο και άναρχο και απεριόριστο και γενικά απερίληπτο στη φύση και στον τόπο και στο χρόνο. Αυτό είναι το απόκρυφο υπέρ νουν Ένα. Και η θεία κατανόηση, που προέρχεται από Αυτό, είναι φυσικά άφθονη και μας ελκύει και πάλι προς Αυτό και κατά κάποιο τρόπο μας ανακυκλώνει με νοερές χειραγωγίες και επιστροφές και ανυψώσεις προς το αρχικό απόκρυφο υπερφυσικό Ένα.. Μας ενώνει μαζί Του, στο βαθμό μόνο που θα νοήσομε ότι υπάρχει και ότι είναι Ένα, κι ακόμη ότι είναι οπωσδήποτε αδιανόητο να μάθομε τι είναι στην ουσία Του αυτό το απόκρυφο Ένα. Εκείνο που είναι πάνω από το νου και ξεφεύγει τη διάνοια, πώς θα μπορούσε ο λόγος να το περιγράψει; Το νοητό όμως που δεν μπόρεσε ο λόγος να περιγράψει, το ατενίζει ο νους άφωνα και ανείπωτα και σιωπηλά με τρόπο ενοειδή και πέρα από έννοια, ως απόκρυφο, και χαίρεται γι’ Αυτό που είναι ο Αίτιος και ο Προνοητής και καταλαμβάνεται από έκπληξη γιατί είναι υπέρφωτο και υπεράγαθο, υπέρσοφο και υπερδύναμο, και απολαμβάνει έτσι θεία αγαλλίαση, επειδή είναι άπειροι και απεριόριστοι όλοι εκείνοι από τους οποίους βλέπεται το υπερούσιο απόκρυφο Ένα· αυτό είναι βεβαιότατα κάτι το ακόλουθο στη λογική φύση. Το ανακόλουθο είναι, ενώ βρίσκεται σε αυτά ο νους, να χρησιμοποιεί λόγια και να εκφράζεται μεταβαίνοντας από νόημα σε νόημα. Εκείνος λοιπόν που δεν ασκεί τη σιωπή αλλά χρησιμοποιεί τα λόγια, στερείται από την κορυφαία κατάσταση του νου. Αυτή η κατάσταση, όπως θα ομολογούσαν κι εκείνοι που δε βάζουν στο νου τους διόλου την αλήθεια, είναι ότι ο νους έχει φτάσει στο ακρότατο όριο της ενέργειάς του. Και ακρότατο όριο είναι η ενατένισή του προς το Ακρότατο, η οποία, όπως λένε, γίνεται χωρίς όραση και πολύ περισσότερο χωρίς λόγια.

46. Καθώς ο νους θεωρεί χωρίς όραση τη θειότατη ενική και υπεραρχική και ακρότατη αποκρυφιότητα, έρχεται από εκεί ενέργεια παραδοχής προς το νου, δίχως όραση και αυτή, ενοειδής και μονοειδής, γεμάτη από υπέρκαλλη και υπέρφωτη και ανέκφραστη λάμψη, και προκαλεί τη βύθιση του νου σε σιωπηλό θαυμασμό και έκπληξη, κατέχοντας από πριν την καρδιά με πνευματική ενέργεια και γλυκιά χαρά. Αυτή η παραδοχή γίνεται στο νου νοερός φωτισμός, έλλαμψη και ανάλογος θείος έρωτας και λαμπρή αγαλλίαση, και έχει αφορμή το Θεό, από τον οποίο προέρχεται κάθε ωφέλιμη δωρεά, χάρη στην καθαρότητα του νου, και υλικό της έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, το περιεχόμενο των επιμέρους θείων φανερώσεων των Γραφών και των όντων, που θεωρήθηκαν με σύνεση και ευθύτητα, με ησυχία και προσευχή. Γιατί δεν μπορεί να κοιτάξει κανείς όπως τύχει το υπέρ νουν απόκρυφο εσώτατο Ένα της θεότητας, αλλά με ενοειδή λάμψη που προέρχεται από εκεί και πλημμυρίζει τη νοερή ενατένιση και θεωρία. Όποιος δεν το «έπαθε» αυτό, ανεβαίνει εξωτερικά, λογικά δηλαδή και γνωστικά, προς το υπερφυσικό, απόκρυφο, απλό Ένα, και όχι μέσω πνευματικής ενέργειας στην καρδιά, ούτε και νοερής ελλάμψεως.

47. Η διαυγέστατη ενοειδής και μονοειδής θεωρία του Θεού από το νου, η οποία θεωρεί την ενική θεία Αποκρυφιότητα και τη λάμψη που εκπέμπεται από Αυτή και δέχεται τη θεία ακτινοβολία της άναρχης και άπειρης φωτοβολής, απαιτεί σιωπή όχι μόνο του στόματος, αλλά και του νου. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρεί κανείς σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει διάθεση και να μεταβαίνει σε λογισμούς και νοήματα και να ποικίλλεται, πράγμα που είναι λειτουργία του ενδιάθετου λόγου. Από αυτό απέχει πολύ ο νους εκείνος που ανέβηκε στην υπέραπλη άμορφη κρυφιότητα της θείας Μονάδας. Γιατί άλλο είναι η θεωρητική δύναμη του νου και άλλο να έχει μία διάθεση και να διανοείται, το οποίο είναι του ενδιάθετου λόγου. Γι’ αυτό, όταν πλησιάσει ο νους σε κτιστά και σύνθετα ή άλλα ποικίλα πράγματα, πρώτα θεωρεί και κατόπιν διανοείται και ποικίλλεται. Και πολλές φορές βέβαια μπορεί να βρει σε ένα πράγμα πολλά νοήματα. Σ’ εκείνη όμως την ενική και μονοειδή και εσώτατη θεία αποκρυφιότητα υψώνει και ανοίγει το θεωρητικό βλέμμα του και καταφωτίζεται από την απλότητα του θείου φωτός, δεν είναι όμως καθόλου σε κατάσταση να διανοείται. Γιατί η ενιαία απλότητα διαφεύγει την οποιαδήποτε νοερή μετάβαση ή ποικίλη διάθεση του νου, και η κρυφιότητα διαφεύγει τη δυνατότητα του νου να διανοηθεί και να εκφράσει κάτι με τη διάθεση και το στόμα. Γι’ αυτό ο άνθρωπος που ανέβηκε νοερά στην πανένδοξη ενική θεία Αποκρυφιότητα, τηρεί φυσικώς σιωπή και με το στόμα και με το νου.

48. Όταν η στροφή του νου νεύσει ολοκληρωτικά προς το Θεό και η θεωρητική του δύναμη καταποθεί από τις πάμφωτες και διαυγέστατες ακτίνες του θείου κάλλους και υψωθεί ασχημάτιστος στην απλότητα και την αοριστία του απόκρυφου και άμορφου Ενός και γίνει και αυτός ένα με τον εαυτό του μέσω της ανυψώσεως και της ενατενίσεώς του προς το Ένα με την πνοή του Πνεύματος, ζει τότε φανερά την κατάσταση του νηπίου κατά το φρόνημά του και γεύεται το ανέκφραστο και υπερφυσικό της βασιλείας του Θεού, κατά το λόγο του Κυρίου που λέει: «Αν δε στραφείτε και δε γίνετε όπως τα παιδιά, δε θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών». Γιατί τότε ο νους απελευθερώνεται και διακόπτει κάθε σχέση με όλα, έχοντας υπερβεί τους όρους κάθε γνώσεως, οποιασδήποτε νοήσεως και κάθε συνθέσεως και ποικιλίας, και ανατείνεται στο άρρητο και υπέρ νουν Άγνωστο. Γι’ αυτό βέβαια και σωπαίνει φυσικώς, γιατί τότε η κατάστασή του είναι όχι μόνο πάνω από λόγο, αλλά και πάνω από τη νοερή ενέργεια και συνδυάζει το κρύφιο και άμορφο με το θαυμαστό και χαριτωμένο και γλυκύ, όσον αφορά στη νοερή απόλαυση.

49. Με άμορφη μορφή και υπερφυσικότατο, άυλο και ασύνθετο κάλλος και απλούστατο πρόσωπο θεωρούν το Θεό οι θεωρητικοί ενιαία ως Ένα, καταστολισμένο με άπειρα αγαθά και καταυγασμένο από αναρίθμητα καλά, σαν να λούζει στο φως κάθε νου με ακτινοβολία φωτοειδών καλλονών πλούτο άρρητο και ανεκδιήγητο, αφθονία αγαθών και καλών σαν από άπειρη και αστείρευτη πηγή, θησαυρό δόξας ανεξάντλητο, απύθμενο, ακένωτο, που γεμίζει τους δίχως μάτια νόες υπεράφθονη χαρά και ιλαρότητα και αθάνατη ευφροσύνη, σαν ποτάμι αείροο που πηγάζει μυστικά από τη θεία εκείνη και υπερφυσική Ενάδα, η οποία βρίσκεται πάνω από τα πάντα, μέσα στην άβατη αποκρυφιότητα. Επιπλέον, το πόσο μεγάλο και πόσο ανεξιχνίαστο χύνεται από Αυτήν πέλαγος απερίληπτο άφατης αγαθότητας και αγάπης ανερμήνευτης και πρόνοιας ανεπινόητης με δύναμη απεριόριστη και σοφία ανέκφραστη, είναι κάτι το ακατανόητο και στους Αγγέλους, και σ’ αυτά ακόμη τα Σεραφείμ, γιατί βρίσκεται πάνω από κάθε νου. Το ίδιο κι εκείνα τα οποία από την παρούσα ζωή συλλαμβάνομε, θα λέγαμε, με άρρητο λόγο και πραγματοποιούνται και κατά κάποιο τρόπο γεννιούνται τελικά και ολοκληρώνονται στο μέλλον, τα οποία και χερουβικό νου ακόμη ρίχνουν σε έκσταση, και αμυδρά ακόμη αν ήθελε κάπως να τα διανοηθεί. Ω αγαθότητα και βουλή Θεού και αγάπη και καλωσύνη, δύναμη και σοφία και θεία πρόνοια! Αληθινά, είναι μακάριοι εκείνοι που τους συγχωρήθηκαν οι ανομίες τους και εκείνοι που σκεπάστηκαν οι αμαρτίες τους. Και είναι μακάριος ο άνθρωπος που θα τον παιδαγωγησει ο Κύριος και θα τον διδάξει με το νόμο και το Πνεύμα Του.

50. Με τη δύναμη του Πνεύματος και της αλήθειας αποκαλύπτονται εκείνα που είναι αθέατα για όσους ζούνε στον κόσμο και δεν μπορούν να λάβουν το Πνεύμα το Άγιο, όπως είπε ο Κύριος. Για εκείνους όμως που κρίνουν σημαντικότερη την αναχώρηση και τη διαβίωση μακριά από τον κόσμο και τα πράγματα του κόσμου, και που έλαμψε με τη θεία χάρη νοερό φως στους οφθαλμούς της καρδιάς τους από την εξ ύψους ανατολή του νοητού Ηλίου και τους ήρθε βοήθεια από το Θεό, ώστε να πραγματοποιούν αναβάσεις μέσα στις καρδιές τους και να καταλαμπρύνονται από τις θεοπτικές ελλάμψεις, από αυτούς, όπως είναι φυσικό, βλέπονται και μάλιστα ευκρινέστατα και αλλά πάμπολλα θεία και νοητά και άξια για πνευματική εποψία, αλλά επιπλέον και η μέλλουσα αιώνια και απαρασάλευτη αποκατάσταση όσων έζησαν οσιακά, όπως θα είναι όχι μόνο πάνω από την αίσθηση, αλλά και πάνω από το νου. Γιατί τότε θα αλλοιωθούν ολότελα, περνώντας με όλη την ύπαρξή τους στην πέρα από το νου κατάσταση και στη ζωή και τρυφή που υπερβαίνει κάθε έννοια, και ως θέσει θεοί ενώπιον τού φύσει Θεού θα τρυφούν και θα χαίρονται με τα υπερφυσικά αγαθά που προσφέρει ο άκρος και μόνος φύσει Θεός. Θα στέκονται γύρω από Αυτόν τελώντας πανίερα και όσο γίνεται αγιότερα τη θεία εκείνη και υπέρλογη εορτή και στήνοντας τη μία πανευφρόσυνη χαρά και πανήγυρη της πανένδοξης εκείνης απολαύσεως μαζί με όλες τις νοητές τάξεις των Αγγέλων. Και είναι μεγάλος και ασύλληπτος ο ποταμός εκείνος της αθάνατης αγαλλιάσεως των πανωραίων αγαθών. Αν δηλαδή η αισθητή καλλονή που φτάνει στο νου μέσω των αισθητηρίων, η περιορισμένη και ρευστή και όχι απλή, ούτε άκτιστη, έχει εντούτοις στην ψυχή τόσο ευχάριστη απήχηση, δεν είναι δύσκολο να δουν και να αντιληφθούν οί φρόνιμοι, αναλογιζόμενοι κατ’ αναλογίαν, τι γίνεται όταν φτάσομε στα νοητά και σε όσα υπερβαίνουν τη νόηση, τα αόριστα κι όχι ρευστά, που πηγάζουν όπως όλα τα καλά και αγαθά από το Θεό και είναι άκτιστα και άναρχα, προορισμένα για ευφροσύνη και αγαλλίαση και θεία ζωή αντάξια εκείνου του αιώνα κι εκείνης της καταστάσεως.


Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 51-70

51. Αφού ο νους αποχαιρετήσει και προσπεράσει τα διαστήματα του χρόνου και του τόπου και τα ιδιώματα που προσδιορίζουν τις φύσεις των όντων, τότε απογυμνώνεται αληθινά με την ενοειδή απλότητα και την απλή και άμορφη ζωή. Και χωρίς κανένα κάλυμμα και προπέτασμα, ως άπειρος και απροσδιόριστος, ανεβαίνει υπερφυσικά στην περιοχή όπου λείπει κάθε έννοια και λόγος, με την πνευματοκίνητη θεία δύναμη της καρδιάς και την έλλαμψη που φαίνεται να συνεπεκτείνεται μαζί με τη θεωρία του νου προς το άπειρο. 


Και τότε η ειρήνη του Θεού ανατέλλει στην ψυχή και η άρρητη χαρά και ανέκφραστη αγαλλίαση του Αγίου Πνεύματος χύνεται σ’ αυτή και τη συνέχει η πέρα από γνώση έκπληξη καθώς σιγοψάλλει ότι, όχι στο μέλλον αλλά από τώρα παρουσιάζεται ο Θεός των θεών στη Σιών(Ψαλμ. 83, 8), σε νου δηλαδή που ουρανοπορεί και που εποπτεύει τα υψηλά. Κύριε, Θεέ των δυνάμεων, μακάριος ο άνθρωπος που έχει την ελπίδα του σ’ Εσένα(Ψαλμ. 83, 13).


52. Όταν ο νους καταφωτίζεται μέσα σε εκπλήξεις που δεν μπορούμε να τις νοήσομε ώστε να τις εκφράσομε, βλέποντας τον εαυτό του ανάμεσα στο Θεό και στα θεία, τότε τρώει —αν επιτρέπεται να πούμε έτσι— τους αληθινούς καρπούς της πνευματικής γνώσεως, και θεοποιείται και χαίρεται και προοδεύει στους θείους έρωτες. Δε λέει καθόλου κανένα λόγο, ούτε καθόλου εκφράζει κάποια εσωτερική ή εξωτερική του διάθεση, ούτε και διανοείται, αλλά βλέπει μονάχα νοερά και ενιαία μέσα σε φως αληθινό και πνευματικό και κάνει όσα βλέπει απόλαυση που δεν παρέρχεται.


53. Όταν το πρόσωπο του νου, σκύβοντας μέσα στην καρδιά, βλέπει την έλλαμψη του Πνεύματος να πηγάζει αέναα από αυτή, τότε ακριβώς είναι καιρός σιγής(Εκκλ. 3, 7).


54. Όταν όλο το πρόσωπο του νου δει το Θεό, ή μάλλον όταν ολόκληρος ο νους βρεθεί μέσα στο Θεό, ή, για να πω αλλιώς, όταν ο Θεός βρεθεί σε ολόκληρο το νου, τότε ακριβώς, και ακόμα περισσότερο μάλιστα, είναι καιρός σιγής.


55. Όταν ο νους με τη μετοχή του Πνεύματος βρίσκεται με τη θεωρητική του ενέργεια κατά τα συμβαίνοντα ενώπιον του Θεού και απολαμβάνει από την πλευρά του Θεού δόξα και λαμπρότητα με τρόπο θεμιτό, πρέπει, και πολύ εύλογα, να σωπαίνει και να βλέπει ήσυχα και αθόρυβα. Αν όμως παρεμβληθεί κατά κάποιο τρόπο μια σκοτεινή αχλύς μεταξύ του νου και του Θεού, αμέσως ο νους να πλήττει την αιτία του σκότους με μια κατάλληλη φλόγα, φωτοειδή και πύρινη, βραχύλογη αλλά με θεία λάμψη. Με αυτό τον τρόπο αφού εξαφανίσει το γρηγορότερο το σκότος και την αχλύ με το φως και τη θερμότητα και φωτίσει αντίστοιχα το νου και τον θερμάνει, μπορεί να βρεθεί πάλι όπως πριν με το Θεό και να θεωρεί το κάλλος Του και φυσικά να τον απολαμβάνει και να ομορφαίνει και μ’ ένα λόγο να «πάσχει» όλα τα σχετικά με τη νοερή ενατένιση ιδιώματα και την αντίστοιχη παραδοχή του από το ζωοποιό Πνεύμα του Θεού, και βέβαια να γίνεται απλός και ν’ απελευθερώνεται πνευματικά κι αληθινά μέσα στο Θεό από όλα, ακόμη και από αυτά που αποδίδονται στο Θεό. Και αυτό ορθά και σωστά συμβαίνει με τον θεωρητικό. Αυτός όμως που επιδίδεται μόνο στην πράξη, πολύ απέχει να βρεθεί σε αυτή την κατάσταση, επειδή δεν ενώθηκε ακόμη με τον εαυτό του και διά μέσου του εαυτού του με το Θεό. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που αυτός αντλεί από τα θεία για να ψάλλει ή να λέει κατά κάποιο τρόπο πολλά και συχνά —πράγμα βέβαια που το κάνει ώστε με αυτά, ας πούμε, τα συνεχή πυρά να φοβίζει και να τρέπει σε φυγή αυτόν που μας εχθρεύεται πολύ και μας πολεμά με όλη του τη δύναμη. Θα έρθει όμως καιρός και για τον πρακτικό, αν υπομείνει, με την πνοή του Πνεύματος, όταν οι λάμψεις που αναπηδούν σαν σπίθες από τις πολλές θείες ωδές, τα άσματα και τους λόγους θα ενωθούν σε ένα μεγάλο πυρσό. Και τότε και στον εχθρό διάβολο καταφέρει ευκολότερα το καίριο χτύπημα, καίγοντας και διαλύοντας, ή μάλλον εξαφανίζοντας το σκοτάδι του, φωτίζοντας δε τον εαυτό του με τον πυρσό αυτό και θερμαίνοντάς τον και παρακινώντας τον προς θείο έρωτα. Συνάμα αναπέμπει προς το Θεό από την καρδιά του σιωπηλό ύμνο και έκπληξη και παρουσιάζει στον εαυτό του τα πιο εξαίσια θαύματα. Γιατί δεν είναι χωρίς λόγο που μακαρίζονται όσοι υπομένουν τον Κύριο ή που με τον καιρό κληρονομούν, καθώς είναι πράοι, τη νοητή γη της επαγγελίας(Ψαλμ. 36, 9 και 11· Ματθ. 5, 5) στ’ όνομα του Χριστού του Κυρίου μας.


56. Όταν ο νους με κάθε μία από τις φωτοχυσίες του Πνεύματος ιλιγγιά και απορεί και βλέπει νοερά τον εαυτό του να επεκτείνεται προς το άπειρο και απεριόριστο και να αλλοιώνεται, τότε είναι καιρός σιγής.


57. Όταν πάλι από τις λαμπρότατες εποψίες αισθάνεται ότι έχει αποκάμει και θέλει να βγει από αυτή την κατάσταση, για να ξεκουραστεί κατά κάποιο τρόπο χαμηλώνοντας την ένταση, τότε φυσικά είναι καιρός να μιλά, αλλά λίγα και σύμφωνα με τη θεία έλλαμψη.


58. Όταν ο νους, διαφεύγοντας μέσα από τη θάλασσα το νοητό Φαραώ, περνά τη νύχτα μέσα σε πύρινο φωτισμό και κάτω από σκέπη νεφέλης την ημέρα του(Εξ. 13, 21), τότε είναι καιρός εύλογης σιωπής και ησυχίας και αληθινή αρχή καθάρσεως της ψυχής. Όταν όμως του αντιστέκεται ο φοβερός νοητός Αμαλήκ και τα έθνη που τον ακολουθούν, και εμποδίζουν το πέρασμα του στη γη της επαγγελίας, τότε είναι καιρός κατάλληλος να μιλά· αλλά να μιλά προς το Θεό υποβασταζόμενος από νοερή πράξη και κατάλληλη θεωρία, όπως παλιά ο Μωυσής, που υποβάσταζαν τα χέρια του ο Ααρών και ο Ώρ(Εξ. 17, 12).


59. Όταν από την άβυσσο της νοητής ενατενίσεως του Θεού πηγάζει δύναμη πνευματική που αναβλύζει από την καρδιά, τότε φυσικά είναι καιρός σιγής. Γιατί τότε τελείται ανείπωτα πνευματική και αληθινή λατρεία και προσκύνηση του Θεού(Ιω. 4, 24) από το νου, και μάλιστα με αληθινή νοερή αίσθηση.


60. Όταν από τη νοερή ενατένιση στο Θεό γεμίζει ολότελα το λογιστικό της ψυχής θεία έκπληξη, το νοερό όραση και η ψυχή αγαλλίαση, τότε χωρίς αμφιβολία είναι καιρός σιγής. Γιατί τότε ο νους βλέπει συνοπτικά την αλήθεια με λεπτή πνευματική αίσθηση και δοξάζει προσκυνώντας το Θεό που λάμπει μέσα του.


61. Εκείνοι που προσκυνούν όπως πρέπει το Θεό πνευματικά και αληθινά(Ιω. 4, 24) και τον λατρεύουν ορθά, τον προσκυνούν και τον λατρεύουν όχι μόνο πέρα από τόπο, αλλά καθόλου λιγότερο και πέρα από τον προφορικό λόγο. Όπως δηλαδή η νοερή αίσθηση που έχει ανυψωθεί με ευθύτητα, δε θέλει να προσκυνεί σ’ ένα ορισμένο τόπο τον απερίγραπτο, του οποίου κανένας τόπος δεν είναι άξιος της αναπαύσεώς Του(Ησ. 66, 1), έτσι κρατώντας το πρέπον στη σύνδεσή της με την αλήθεια, τον άπειρο και απεριόριστο, τον άναρχο και άμορφο και τελείως απλό και μ’ ένα λόγο Αυτόν που είναι πάνω από το νου, δεν ανέχεται διόλου να τον προσκυνεί και να τον λατρεύει με ποικίλους λόγους και ορισμένες προφορικές εκφράσεις. Αυτό γίνεται όταν έρθει στο νου η ώρα από την ενέργεια και την πνοή του Πνεύματος να ελλαμφθεί ενιαία την επίγνωση της αλήθειας. Την ώρα αυτή ο νους, αφού έγινε ελεύθερος τελείως απ’ όλα και αφού κατά κάποιο τρόπο βγήκε ακόμη κι από τον εαυτό του, δεν παύει μονάχα να μιλά, αλλά φυσικά και να νοεί, γιατί ασχολείται πια και θεωρεί με ευφροσύνη και έκπληξη τα ανώτερα και από το λόγο και από το νου με το νοερό φως, αφού έγινε κατά κάποιο τρόπο ακίνητος και αμετατόπιστος ολωσδιόλου με τη χωρίς όραση θεωρία μέσα στην ένωση που τον ξεπερνά.


62. Πρέπει ο νους να προσέχει τον εαυτό του με επιμέλεια και να διευθύνει τη νοερή του κατάσταση φρόνιμα και σοφά και δίκαια. Και όταν νιώθει τον εαυτό του να θεωρεί τα απλά και χωρίς τύπους μυστήρια της θεολογίας, να στέκεται σιωπηλά και ήσυχα και συνάμα όχι χωρίς θαυμασμό, αλλά ούτε και ν’ αγνοεί στην καρδιά του την ενέργεια και την έλλαμψη του Πνεύματος. Γιατί τότε είναι καιρός όχι μόνο ησυχίας των αισθήσεων από όλα γενικά τα αισθητά, αλλά καθόλου λιγότερο και καιρός σιωπής από οποιοδήποτε λόγο. Και πιο πολύ για εκείνους που επιδιώκουν τη θεία γνώση, αν πρέπει να το πω, είναι καιρός για άσκηση ησυχίας και αβλεψίας. Πρέπει δηλαδή τότε κανείς να μένει ολότελα ακίνητος στις αισθήσεις του, στα λόγια και στα νοήματα, για να μπορεί ο νους με ευστοχία και αν χρειάζεται τελείως μόνος, με ενατένιση ενοειδή και μονοειδή στον ένα και μόνο τριαδικό Θεό, να βλέπει ελεύθερα με τρόπο θεμιτό την υπέρλογη απειρία και την αναρχότητα και την απεριληψία και όλα γενικώς τα άλλα θεία και αμετάβλητα και απόλυτα γνωρίσματα και να ενώνεται με αυτά, αλλοιωμένος και αυτός από τη θεωρία και γινωμένος απλός και όλος θεοειδής από τη θεία χάρη με ευφροσύνη και θαυμασμό. Επειδή όμως ο νους θα ήθελε, αν ήταν δυνατό, να βρίσκεται συνεχώς σε αυτή την κατάσταση, αλλά δεν μπορεί γιατί είναι μεταβλητός και ζει μέσα σε μεταβλητά κι είναι συνδεδεμένος οπωσδήποτε με σώμα και πράγματα περιστασιακά, πρέπει με πολλή γνώση να μη μένει μακριά από την ενοειδή ενατένιση όταν συμβεί να εκπέσει, ούτε να πολυλογεί, αλλά να λέει λίγα, και αυτά να είναι απηχήματα των θείων φωτισμών, για να μπορεί όχι μόνο να επιστρέφει το γρηγορότερο στην υπέρλογη ένωση με το Θεό, αλλά και να αισθάνεται ευκρινέστερη την ένωση και σταθερότερη. Γιατί όσο ο νους διατηρεί τη συνοχή του και αποφεύγει τη διάχυση, τόσο γρηγορότερα γίνεται η στροφή του προς τη θεία ένωση, κι ενώνεται με λαμπρότερες αστραπές και γονιμότερες βέβαια, με το συνεχή εθισμό προς τα θεία.


63. Όταν ο νους, έχοντας δεχτεί τη θεία ενοειδή φανέρωση με νοερή ενατένιση, καταφωτίζεται αλλοιωμένος από το Άγνωστο που είναι πάνω και πέρα από κάθε γνώση, και γίνεται αδιαίρετος και απλός και απροσδιόριστος καθώς καταλάμπεται ενιαία στο θείο γνόφο και θεωρεί κάλλος απερίγραπτο λόγω της υπερβολικής απλότητας, άμορφο λόγω της υπεροχής του ως προς κάθε μορφή, άναρχο λόγω της υπερβάσεως όποιας αρχής, απερίληπτο το ίδιο ενώ περιέχει όλα τα πέρατα και όποια περιοχή, να γεμίζει τα πάντα ως υπερπλήρες μα το ίδιο να είναι άπειρο· και γενικά, όταν ο νους, παραβλέποντας όλα τα όντα και βλέποντας το Ένα μόνο, θεωρήσει τα πάντα με ανείπωτη δύναμη νοερότητας που υπερβαίνει τη νόηση, τότε είναι καιρός να σωπαίνει και μυστικά και υπερκόσμια, ή μάλλον, να πω έτσι, χωρίς όραση και χωρίς λαλιά ν’ απολαμβάνει την απλή απόλαυση της αλήθειας με θειότερο τρόπο μυήσεως. Όταν όμως όσα ειπώθηκαν δε βρίσκονται στο νου κι εμφανίζεται γύρω από αυτόν διαίρεση, τότε είναι καιρός να μιλά. Πλην όμως να λέει εκείνα που είναι άξια να ξαναοδηγήσουν στη σιωπή. Γιατί είναι καλύτερη, με μεγάλη διαφορά, από κάθε λόγο η υπέρλογη, που θα λεγόταν πολύ εύλογα και έγκαιρη σιγή. Όπως και ο Σολομών που την προτάσσει πάρα πολύ, λέει ότι είναι καιρός να σωπαίνει κανείς και έπειτα είναι καιρός να μιλά(Εκκλ. 3, 7). Άριστο και μάλιστα πρώτης τάξεως είναι η σιωπή στην ώρα της. Αν δεν γίνεται αυτό, ούτε ο νους προσεγγίζει ενοειδώς τα πάνω από το λόγο, τότε δεύτερο ας είναι το να μιλά στον κατάλληλο καιρό. Και για να είναι η ομιλία συγγενής και κοντά με τη σιγή, έτσι κι αυτό ας γίνεται στον καιρό που πρέπει, σαν να βιάζεται να επιστρέψει στη σιγή, με την ομιλία και την αδιάκοπη νόηση των θείων και με το να βλέπει την κτίση με όλη του τη δύναμη να καθρεφτίζει μέσα της τον Κτίστη, για τον οποίο αυτή διηγείται. Αυτό είναι το να μιλά κανείς στον καιρό που πρέπει. Πρέπει όμως να το υπογραμμίσω, αναπτύσσοντάς το και ως εξής.


64. Όταν ο νους προσπεράσει όλα τα εδώ και ανεβαίνοντας πάνω από αυτά σωπαίνει ευχαρίστως με φυσικό τρόπο, τότε είναι καιρός ν’ απολαμβάνει τα υπερκόσμια και ανέκφραστα. Τότε είναι καιρός ελλάμψεως και φωτός νοερού, ενώσεως νου και θεωρίας, απλότητας και αοριστίας και απειρίας και υπέρλαμπρης γνώσεως και, για να πω με συντομία, καιρός συναντιλήψεως και μεταλήψεως σοφίας πνευματικής, κατά την οποία ο νους έχει φτάσει στην τελειότητα σχολάζοντας και σωπαίνοντας, αφού έχει δεχτεί σε κατάσταση εκπλήξεως την ανέκφραστη αγαλλίαση.


65. Όταν η ψυχή με αίσθηση της αλήθειας αισθάνεται ότι έχει μεθύσει από το ποτήρι της χάρης όπως από το δυνατότερο κρασί και βγαίνει από τα λογικά της, τότε είναι καιρός σιγής.


66. Όταν η διάθεση του εσωτερικού ανθρώπου τον ωθεί να φωνάζει: «Κύριε, γιατί πλήθυναν όσοι με θλίβουν; Πολλοί εξεγείρονται εναντίον μου»(Ψαλμ. 3, 2), τότε είναι καιρός να μιλά. Να μιλά βέβαια όχι μάταια, παρά να μιλά κατά των εχθρών του με μετριοπάθεια και να λέει τα απαιτούμενα, όπως πρέπει.


67. Όταν έχει αποτυπωθεί πάνω στην ψυχή το φως του προσώπου του Κυρίου(Ψαλμ. 4, 7) έτσι που αυτή να ομορφαίνει και να λαμπρύνεται και να πλημμυρίζει από θεία ευφροσύνη, τότε είναι πράγματι καιρός σιγής.


68. Όταν η ψυχή βλέπει να ξεσηκώνονται εναντίον της άδικοι μάρτυρες και να την κατηγορούν για πράγματα που δεν γνωρίζει(Ψαλμ. 34, 11) και να τη βάζουν σε ταραχή, τότε είναι πραγματικά καιρός να μιλά και μάλιστα να αντιλέγει.


69. Το κορυφαιότατο και, για να πω έτσι, το ακρότατο ή μάλλον ύψιστο καλό και αγαθό είναι ο Θεός μεταξύ όλων των όντων και των νοουμένων. Από όλα τώρα τα ορατά, με μεγάλη απόσταση, καλύτερο ως προς τη φύση είναι ο άνθρωπος, και χωρίς αμφιβολία ανώτερος ασύγκριτα· με τη χάρη δε, είναι υπέρτερος και των Αγγέλων. Καθώς λοιπόν ο θεωρητικός νους προσεγγίζει τον υπέρ έννοιαν Θεό μέσα από τα πάμπολλα όντα, τα μεταξύ Θεού και ανθρώπων, πλημμυρίζει έκπληξη, όταν δεν έχει ακόμη δοκιμάσει άφθονα τη φωτιστική χάρη· όταν όμως τη γευθεί μέσα στην καρδιά του με δραστική πνευματική δύναμη, θα έλεγα σίγουρα ότι ανεβαίνει στο ακρότατο καλό και αγαθό, το Θεό, και εισέρχεται σ’ Αυτόν από μιά θεϊκότερη δωρεά. Και βλέπει με τρόπο ενοειδή και έρχεται σε έκπληξη, ζώντας μέσα στον υπέρ νουν βυθό με σιωπή. Η κατάσταση αυτή είναι πράγματι η εγγύηση, όπως θα την ονόμαζε κανείς, του πρώτου σαββατισμού, που τύπος του είναι ο σαββατισμός του Θεού μετά τη δημιουργία του κόσμου(Γεν. 2, 2-3). Άλλη ανάπαυση, της οποίας αψευδές παράδειγμα είναι ο σαββατισμός που αναμένει το λαό του Θεού(Εβρ. 4, 9), μεγαλύτερη και πιο διαφορετική, απολαμβάνει ολοφάνερα όταν από το Θεό στραφεί στον εαυτό του και γνωρίσει τον εαυτό του ως εικόνα του Πρωτοτύπου και όλα γενικώς τα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Οπότε δεν διαβαίνει μόνο στα πάνω από το νου και τη διάνοια με τον πρέποντα τρόπο, μέσα σε μια θαυμαστή έκπληξη, αλλά γεμίζει και από πολύ μεγάλη χαρά και πνευματική αγαλλίαση και αστράφτει πραγματικά μέσα σε σιωπή, από τις θεοπτικές ελλάμψεις και θεουργίες που γίνονται σ’ αυτόν και που είναι ανώτερές του. Και ενώνεται έτσι με τη Μονάδα της θείας και υπερφυσικής θεότητας, στο όνομα του Ιησού Χριστού.


70. Όταν ο νους, θεωρώντας πνευματικά και αληθινά, εκτοπίσει όλα τα κτίσματα σαν να μην υπάρχουν, τότε με τρόπο άρρητο φαντάζεται το όντως Ον πάνω από κάθε νοερή ενέργεια και ένωση, ξεπερνώντας απείρως τα θεία απηχήματα που με οποιοδήποτε τρόπο βλέπει η θεωρία στα όντα. Και τότε ο νους γίνεται ενοειδής ή, για να πω έτσι, γίνεται ένα, μένοντας άφωνος με τρόπο ανείπωτο· κι είναι γεμάτος αγάπη και χαρά, όχι βέβαια κοινή, αλλά αγάπη και χαρά από την ενέργεια του Πνεύματος, την τρυφή που ταιριάζει στους Αγγέλους.


————————————————————————————————————————-
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 250-255).


via

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 71-80

71. Όπως με κανένα ολότελα τρόπο, Κύριε, δεν είναι δυνατό να εννοηθείς κατά την ουσία από καμία φύση κτιστή, λογική και νοερή, ή γενικώς από καμία γνώση κτιστή, ούτε ακόμη και χερουβική, αλλά είσαι άπειρες φορές άπειρα ανώτερος από όποια γνώση, έτσι, Δέσποτα, και τα ιδιώματά Σου είναι τελείως άπειρα και αόριστα. 


Από ανυπέρβλητη φροντίδα για μας, διέταξες το νομοθέτη της Παλαιάς Διαθήκης Μωυσή να κηρύττει ότι είπες πως είσαι ο Ων(Εξ. 3, 14). Αλλά κι έτσι πάλι, Εσύ αψευδέστατε και μοναδική άκρα αλήθεια, είπες για μερικούς από τους δικούς Σου, ότι ενώ φανερώθηκες σ’ αυτούς, όμως το όνομά Σου δεν το αποκάλυψες(Γεν. 32, 29).


Γιατί το όνομά Σου υπερβαίνει ασυγκρίτως κάθε όνομα(Φιλιπ. 2, 9), όχι μόνο όσα είναι στη γη, αλλά και όσα στα επουράνια. Εκείνοι που είναι γεμάτοι από το φως Σου σε παριστάνουν ως ουσία, αλλά χωρίς το υποκείμενο. Πάντως το είπαν έτσι για να σε εμφανίσουν ως υπερούσιο και ως νόηση ολότελα χωρίς υποκείμενο, για να γνωριστείς έτσι φανερά ότι είσαι πάνω από νόηση και από όλα όσα μπορούν να γνωσθούν άπειρες φορές άγνωστος και ανώτερος. 


Είσαι τελείως ανώτερος από το χρόνο, όντας άναρχος, αυτοζωή και απέραντος· ξεφεύγεις εντελώς κάθε έννοια τόπου, Συ ο πανταχού παρών και πάνω από το παν, επειδή είσαι όλου του παντός ποιητής, και μόνος, αν και περιέχεις τις νοερές φύσεις, είσαι τόπος αδιάβατος. Εσύ υπερβαίνεις την ταχύτητα του νου και προλαμβάνεις τη σκέψη του, γιατί είσαι πάνω από το παν και χέρι που κρατάς τα πάντα, κατά τρόπο ανεξερεύνητο. 


Και δεν υπόκεισαι βέβαια διόλου στους όρους της φύσεως. Γιατί είσαι απεριόριστος όχι μόνο ως προς τη φύση Σου, ως θαυμαστά ακατάληπτος, αλλά και στα φυσικά Σου ιδιώματα, αφού είσαι σοφία υπέρσοφη και δύναμη υπερδύναμη και αγάπη και αγαθότητα πάνω από κάθε έννοια αγάπης και αγαθότητας. Τι μπορεί κανείς να σε ονομάσει; Όταν λέγεσαι φως, δεν είσαι απρόσιτος; Ώστε λοιπόν είσαι πάνω από το φως. Τι άλλο; Όταν σε πούνε κριτή, δε γνωρίζεις τα πάντα και πριν από τη γένεσή τους ακόμη; Πού να βρει το γνώρισμα αυτό ένας κριτής; Άρα είσαι πολύ πάνω από κριτής. 


Τί είδους δημιουργό να σε πει κανείς, που με μια μόνο ροπή του θελήματός Σου δημιουργείς, και μάλιστα διαμιάς, τα πολλά και τα διάφορα ένυλα; Όταν μαλιστα πρόκειται για τα άυλα; Ώ, τί βάθος υπεροχής! Για να πω έτσι, με μια μόνο κίνηση του Πνεύματός Σου έγιναν εκείνα που είναι μιας φύσεως, γιατί είναι πνευματικά· είναι όμως πολλά και πάμπολλα κατά τις διαθέσεις και τις διαφορές των προσώπων αν θέλεις, πράγμα τελείως θαυμάσιο και που διαφεύγει σε βαθμό υπερβολής τη διάνοια καθενός που νοεί. Είναι λοιπόν αυτά γνωρίσματα δημιουργού; Διόλου. Ώστε λοιπόν είσαι πάνω από δημιουργός. 


Ονομάζεσαι κτίστης και κηρύττεσαι τεχνίτης; Και ποιος κτίστης κτίζει χωρίς θεμέλιο πάνω σε ανύπαρκτη βάση, ακόμη και το παραμικρό, όπως Εσύ, Δέσποτα, θεμελιώνεις πάνω στο τίποτε την τόσο μεγάλη γη(Ιώβ 26, 7) με όλα τα βουνά και τις πέτρες και τα διάφορα υλικά, και μάλιστα με τόση ασφάλεια; Ή ποιος τεχνίτης παράγει από τελείως ανύπαρκτη ύλη, και μάλιστα στη στιγμή, τέτοια έργα τέχνης όπως αυτά που παράγεις Εσύ; Άραγε αν πει κανείς τα δημιουργήματά Σου έργα ενός κτίστη ή ενός τεχνίτη, θα έχει δίκαιο; Κάθε άλλο βέβαια. Άρα λοιπόν είσαι άπειρα πάνω από κτίστη και τεχνίτη, όντας ο Θεός. 


Ποιο είδος αγάπης μπορεί ποτέ κανένας ή να γνωρίσει ή να ακούσει ή να αναπτύξει έστω και λίγο, καθώς εκείνο το οποίο η πανθαύμαστη αγαθότητά Σου με τόσο συγκλονιστικές αποδείξεις έχει δείξει σ’ εμάς με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως από εξαιρετική φιλανθρωπία που υπερβαίνει όλες μας τις ελπίδες; Όταν στραφούν με τη θεωρία σε αυτό όσοι έχουν τη χάρη να θεωρούν, μπαίνουν κατευθείαν μέσα σ’ ένα αχανές πέλαγος παράδοξης πρόνοιας και αγάπης. 


Και τότε βγαίνουν αληθινά έξω από τον εαυτό τους με δριμύτατους έρωτες, και αγνοούν πώς να ονομάσουν όπως ταιριάζει τα της οικονομίας εκείνης. Γιατί όσα συνδέονται με την ενανθρώπησή Σου υπερβαίνουν πολύ και νου και λόγο και κάθε ακοή και διάνοια, Θεέ υπεράγαθε. Είσαι Πατέρας όλων και έτσι ονομάζεσαι; Αλλά υπερέχεις, σε βαθμό ανέκφραστο, οποιασδήποτε πατρότητας και κατά την αιτία και την εξουσία και την πρόνοια και τη νουθεσία, τη μακροθυμία και την ανοχή. Ονομάζεσαι Βασιλεύς; Αλλά δεν είσαι βέβαια περισσότερο κατά το παρόν, λιγότερο κατά το μέλλον ή καθόλου κατά το παρελθόν. Πώς είσαι λοιπόν; Κατά θαυμαστό τρόπο, απόλυτα και απλά. 


Γιατί η βασιλεία Σου είναι βασιλεία όλων μαζί των αιώνων και εξίσου του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, και η κυριαρχία Σου απλώνεται σε όλες τις γενεές(Ψαλμ. 144, 13). Έτσι σε όλα γενικώς υπερέχεις κατά πάντα σε άπειρο βαθμό, απλά και απόλυτα και, για να μιλήσω συνοπτικά, είσαι ολότελα και άπειρα έξω από αυτά, και Συ ακατάληπτε Κύριε και τα σχετικά με Σένα. 


Αυτά φανταζόμενος οπωσδήποτε ο νους, ευχαριστείται με το να σε βλέπει κατά το δυνατόν και όταν κυριευθεί ολοκληρωτικά από το Πνεύμα, μπαίνει μέσα σ’ ένα μυστικό γνόφο. Εκεί δεν μπορεί να σε δει τελείως, λόγω της άπειρης και απρόσιτης δόξας Σου, και με αυτό τον τρόπο αναπαύεις άρρητα με υπερκόσμια ανάπαυση εκείνους που σε θεωρούν και σε αγαπούν με θαυμαστό τρόπο. Ούτε όμως μένει και τελείως χωρίς να σε βλέπει· με τον τρόπο αυτό πάλι τους χαρίζεις ανάπαυση θεία και θαυμαστή, άρρητε, ακατανόητε, απεριόριστε, αχώρητε και, μ’ ένα λόγο, πανάπειρε κατά την ουσία και την ενέργεια. Αμήν.



72. Όταν ο νους βρεθεί σε απόσταση από τις πολλές νοήσεις και, εκτοπίζοντας τις ετερότητες και τις πολυσχιδείς έννοιες, υπερβεί το νοερό διασκορπισμό με την πνοή και τη μετοχή του Αγίου Πνεύματος, το οποίο τον ενοποιεί και πνέει διαρκώς και αενάως στην καρδιά, και όταν διατρίβει συνεχώς σε θείους τόπους και διαποτιστεί, θα λέγαμε, με τις περί Θεού φαντασίες, έτσι που με νοερή ενατένιση να βλέπει με μια τα μεγαλεία του Θεού με τρόπο ενοειδή και ανείπωτα ερωτικό, τότε φτάνει ολοφάνερα στη θεία ανάπαυση και απολαμβάνει βαθιά και θεϊκή ειρήνη και αγία και πολύ ήσυχη καρδιακή ανάπαυση, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.



73. Όταν ο νους μιλά στο Θεό και προσεύχεται, όπως ένας υιός προς τον Πατέρα με τη φιλοστοργότατη διάθεση, και βλέποντας το φως του Ιησού ευφραίνεται ανέκφραστα και εκπλήσσεται ερωτικά σε μεγάλο βαθμό, αισθανόμενος μέσα στην καρδιά του ως έρωτα καθαρά θείο και υπερφυσικό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και θέλει να πετά πάνω από τις θείες εξεικονίσεις και τελειότητες μυστικά και υπερκόσμια, τότε πράγματι σταματά και αναπαύεται από όλα τα έργα του, υπερβαίνοντας τη νόηση και προχωρώντας στο μετά τη νόηση και απολαμβάνοντας θαυμάσια τις θείες ηδονές και αναπαυόμενος πράγματι στην ειρήνη του ζωοποιού Πνεύματος του Χριστού.



74. Ο Θεός αναπαύθηκε από όλα τα έργα που είχε αρχίσει να κάνει(Γεν. 2, 3), αλλά μετά τη συμπλήρωση των έργων μέσω του Λόγου και του Πνεύματος. Με τον ίδιο τρόπο και ο όμοιος με το Θεό νους βάζει τέλος σε όλα τα έργα του, τα οποία άρχισε να κάνει από την αρχή για τη συμπλήρωση του νοητού κόσμου της αρετής. Αλλά αυτό το κάνει αφού ανασκοπήσει και κατά κάποιο τρόπο επεξεργαστεί επαρκώς, με τη δύναμη του Θεού και του ζωοποιού Πνεύματος, όλο τον κόσμο και τα διάσπαρτα σ’ αυτόν νοητά, και από αυτά ανεβεί πάλι με τη δύναμη του Λόγου και του Πνεύματος σ’ εκείνα, που τα ονομάζουν μερικοί μεταφυσικά, και σκύψει πάνω στα απλά και απόλυτα μυστικά θεάματα της θεολογίας. Γιατί τότε με την παύση των έργων του απολαμβάνει πολύ μεγάλη ανάπαυση και ειρήνη μέσα σε νοερή αλήθεια, και μάλιστα θεώνεται μέσα σε φως γνώσεως και μετοχής του ζωοποιού Πνεύματος, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.



75. Όταν ο Θεός αναπαύθηκε από τα έργα Του, δεν τα έπαυσε όλα, αλλά μόνο εκείνα που είχε αρχίσει να δημιουργεί(Γεν. 2, 3)· όχι τα άναρχα και άκτιστα και όσα κατά κάποιο τρόπο είναι στη φύση Του. Ανάλογα και ο νους που μιμείται το Θεό, αφού περάσει και υπερβεί την ορατή κτίση με τη βοήθεια του θείου Λόγου και του ζωοποιού Πνεύματος, δεν παύει όλα τα φυσικά του έργα, τα οποία μήτε αρχή μήτε λήξη έχουν, αλλά παύει τα φαινόμενα έργα, τα όποια έχουν και αρχή και τέλος. Από αυτό το γεγονός, ενώ η σωματική ανάπαυση ακολουθεί την ακινησία, στο νου συμβαίνει το αντίθετο. 


Γιατί αν δε γίνει αεικίνητος ο νους με τη συνεχή ζωοποιό πνοή του Πνεύματος, με γνωστική ενατένιση των ορατών, ούτε αν υπάρχει νοερή κατάπαυση δε θα μάθει, η οποία στρέφεται αεικίνητα με τρόπο ενοειδή μόνο γύρω από το Θεό και θεώνει το μέτοχί της μέσα στην άφραστη και άρρητη ανάπαυση του Χριστού.



76. Λέει ο Σολομών: «Όταν βρίσκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Θεού, μη σπεύσεις να πεις τίποτε. Γιατί ο Θεός είναι στον ουρανό άνω και συ στη γη κάτω»(Εκκλ. 5, 1). Έτσι με πολλή σαφήνεια και ευστοχία σου φανερώνει ποιος είναι ο καιρός να σωπαίνεις(Εκκλ. 3, 7). Δηλαδή σου λέει κατευθείαν όταν εσύ που είσαι στη γη κάτω, φτάσεις εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου που είναι στον ουρανό άνω, κι όταν έχεις αξιωθεί τέτοια χάρη, ώστε εσύ ο κάτω να φρονείς και να παρατηρείς και να βλέπεις τα άνω και να στέκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, μη σπεύσεις να πεις τίποτε. 


Γιατί τότε είναι καιρός σιγής. Όταν δηλαδή δέχεσαι νοερά την ενέργεια της αλήθειας με τρόπο ενοειδή και θεοειδή —γιατί αυτό σημαίνει το να είσαι εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, όταν τα γύρω από το Θεό ευρισκόμενα πολλά τα θεωρεί ο νους μονοειδώς με απλή και ενιαία ενατένιση μέσα στο Θεό—, μη θέλεις λοιπόν, όταν στέκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Θεού, να σπεύσεις να αρθρώσεις λέξη. Διαφορετικά, σπεύδεις από άγνοια να υποβιβάσεις τον εαυτό σου και να κατεβείς πιο κάτω. Ίσως όμως πρέπει να εξηγήσομε την έννοια του ρητού αυτού και ως εξής. 


Ήταν εποχή που η ανθρώπινη φύση ήταν απαθής και φυσικά μακριά από κάθε κακό, κοντά στο Θεό· θεωρούσε το Θεό και απολάμβανε με ηδονή και θαυμασμό τη δόξα του κάλλους του προσώπου Του, στο πρόσωπο του προπάτορά μας Αδάμ, ως τρυφή άυλη, νοερή, ουράνια, άφθαρτη. 


Πολλή χάρη έλουζε την ψυχή του πρώτου ανθρώπου και πολλές γνωστικές θεωρίες και ανατάσεις προς το Θεό πλημμύριζαν το θεόμορφο νου του, και μέσα στον αισθητό παράδεισο απολάμβανε το νοητό παράδεισο και, για να πω έτσι, τη μακάρια ζωή, ενωμένος αληθινά με τον εαυτό του και με το Θεό, μένοντας μέσα στον εαυτό του και μέσα στο Θεό όπως είναι φυσικό, πιασμένος με την ενοειδή και αληθινά θεοειδή κατάσταση, και πολύ φυσικά, αφού είχε γίνει κατ’ εικόνα Θεού. Αλλά αυτά ήταν οπωσδήποτε για μας —για να πούμε με συντομία— τα αγαθά από το Θεό. 


Στον εχθρό όμως της ευδαιμονίας και της δόξας μας, τον μιαρό δαίμονα, χτυπημένο από το φθόνο, αυτό ήταν ανυπόφορο. Και πώς να μην είναι; Αυτός λοιπόν ο πανόλεθρος έκανε πολλά για να εξαπατά και να απομακρύνει την ελπίδα μας με δήθεν αγαθές σκέψεις, αναρριπίζοντας την επιθυμία μας για θέωση υψηλότερη από εκείνη που είχαμε, και να διαβάλλει ο πρωτουργός της κακίας την ειλικρίνεια της εντολής του Θεού(Γεν. 3, 4-5). 


Από αυτή την απάτη πάθαμε την ελεεινή καταστροφή και γίναμε εξόριστοι του Θεού και της θείας τρυφής(Γεν. 3, 23-24). Ξεπέσαμε ελεεινά από την ενοειδή και νοερή πνευματική ζωή και από τη δυνατότητα να θεωρούμε το πρόσωπο του Θεού και να λαμπρυνόμαστε καθώς θα μας αλλοίωνε η ακτίνα του θείου κάλλους, και βρεθήκαμε —όπως δεν έπρεπε— χωρισμένοι και κομματιασμένοι σε πολλά, να χαιρόμαστε αταίριαστα με την κομματιασμένη ζωή και τις ετερότητές της. 


Φτάσαμε μάλιστα, αντί να πιστεύομε στη μόνη τρισυπόστατη Θεότητα, να δημιουργήσομε πολλούς και διάφορους θεούς, που δεν ήταν πραγματικοί θεοί αλλά απατηλοί και ολέθριοι και εχθρικοί δαίμονες. Χάσαμε το κυριαρχικό Ένα και την ενιαία ζωή και κατάσταση και σχιστήκαμε σε πολλά και διάφορα, και η νοερή ισχύς και έντασή μας ή μάλλον ανάταση, για να πω το καταλληλότερο, χάθηκε όχι άδικα και φτάσαμε σε βάθος όχι λίγου κακού και, εμείς οι εικόνες του Θεού και άξιοι της άνω και ουράνιας ζωής, διαλέξαμε ανόητα να φρονούμε τα κάτω. 


Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είναι αμετάβλητος ούτε αμετακίνητος, είναι δυνατό πάντως, κι αυτό εύλογα, όπως από την πάμπολλη εκείνη δόξα κατολισθήσαμε θλιβερά στην κατώτατη αδοξία, έτσι να ξαναγυρίσομε πίσω, να σηκώσομε το κεφάλι και να ξαναδούμε το πανσέβαστο πρόσωπο του Θεού. Όχι βέβαια από τόσο κοντά όπως πριν, αλλά από πιο μακριά και να δούμε και να δεχτούμε τη λαμπρότητα του κάλλους Του. Γιατί βέβαια και ο ιερότατος Μωυσής και όλοι οι Προφήτες και οι πριν από αυτούς, ο Αβραάμ δηλαδή και οι όμοιοί του, είδαν, όσο είναι εφικτό, αυτό το κάλλος, και μάλιστα πολύ ευκρινώς, και απόλαυσαν επαρκώς τη λαμπρότητά του και εξεπλάγησαν από την απρόσιτη δόξα του. Και άλλοι από αυτούς ελεεινολόγησαν τον εαυτό τους(Ησ. 6, 5)· άλλοι θεώρησαν και χαρακτήρισαν τον εαυτό τους χώμα και στάχτη(Γεν. 18, 27)· άλλοι ούτε να μιλήσουν δεν μπόρεσαν από την υπερβολή της δόξας εκείνου που είδαν, και κατηγόρησαν τον εαυτό τους ως ισχνόφωνο και βραδύγλωσσο(Εξ. 4, 10)· και άλλοι άλλα πλείστα και μακάρια έπαθαν μακαρίως. 


Γι’ αυτό ο θεσπέσιος Δαβίδ, επιθυμώντας τη λαμπρότητα του κάλλους του προσώπου του Κυρίου, αναφωνεί θρηνητικά προς το Θεό: «Πότε θα φτάσω και θα παρουσιαστώ εμπρός στο πρόσωπο του Θεού μου;»(Ψαλμ. 41, 3). Και αλλού, θέλοντας να δείξει την κατάσταση της ψυχής που είδε το πρόσωπο του Κυρίου, λέει: «Οι ευθείς θα κατοικήσουν μαζί με το πρόσωπό Σου»(Ψαλμ. 139, 14). Θέλοντας πάλι με φρόνηση να δείξει την ισχύ που παρέχει στην ψυχή το πρόσωπο του Θεού όταν αυτή το θεωρεί, λέει: «Γύρισες αλλού το πρόσωπό Σου και ταράχθηκα»(Ψαλμ. 29, 8). 


Αν με την αποστροφή του θείου προσώπου επέρχεται ταραχή, άρα με την παρουσία Του και το κοίταγμά Του έρχεται πνευματική ειρήνη στην ψυχή, που είναι τόσο μεγάλο δώρο, ώστε κατατάσσεται μετά τη θεία αγάπη και τη χαρά στα χαρίσματα ή καρπούς του Αγίου Πνεύματος(Γαλ. 5, 22). 


Ακόμη, ο Δαβίδ δείχνει εκείνους που ζουν με αγιότητα και οσιότητα, να πορεύονται με το φως του προσώπου του Κυρίου, λέγοντας: «Με το φως του προσώπου Σου θα πορευθούν και στο όνομά Σου θα αναγαλλιάσουν όλη την ημέρα»(Ψαλμ. 88, 16-17)· εννοεί την πνευματική ημέρα, κατά την οποία ο νοητός και άρρητος Ήλιος στέλνει στον εσωτερικό άνθρωπο τις καθαρότατες και ζωοποιές ακτίνες Του και ανατέλλει στο νου η αίσθηση των υπερκοσμίων, καθώς υψώνεται από τη γη και μετατίθεται στον ουρανό όλη η μνήμη της ψυχής. 


Και ο άνθρωπος χαίρεται και σκιρτά και δίκαια ψάλλει ύμνους και ευφραίνεται με αγαλλίαση και τέρψη και χαρά που δε λέγονται και φαιδρύνεται και λαμπρύνεται με τη λαμπρότητα του προσώπου του Κυρίου. Γι’ αυτό αλλού ο Δαβίδ ικετεύει το Θεό: «Μην αποστρέψεις το πρόσωπό Σου από μένα και γίνω όπως αυτοί που κατεβαίνουν στο λάκκο»(Ψαλμ. 142, 7)· γιατί η αποστροφή του προσώπου του Κυρίου είναι αιτία σκότους, ενώ η στροφή του προσώπου Του σ’ εμάς είναι αιτία κάθε νοερού φωτός, κι επομένως και χαράς πνευματικής. 


Όπως λέει και για τον εαυτό του ο Δαβίδ: «Αποτυπώθηκε σ’ εμένα το φως του προσώπου Σου, Κύριε», και προσθέτει: «Έδωσες ευφροσύνη στην καρδιά μου»(Ψαλμ. 4, 8)· πάλι δηλαδή μαρτυρεί ότι η πνευματική δωρεά της θείας χάρης ήρθε σ’ αυτόν από το φωτισμό του προσώπου του Κυρίου. 


Και εξηγώντας ποιοι είναι εκείνοι που στέκονται πλησίον του προσώπου του Κυρίου και ζητούν ικετευτικά την εύνοιά Του, λέει πώς είναι οι νοητά πλούσιοι του λαού του Θεού(Ψαλμ. 44, 13). Γιατί άγιοι οπωσδήποτε και άνθρωποι του Θεού είναι πολλοί, αλλά δεν είναι δυνατό σε όλους γενικά να βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και να ζουν βίο αγγελικό ενώ ζουν ακόμη στη γή· κάθε άλλο μάλιστα. 


Αυτό το έχουν μόνο εκείνοι που πιστεύουν ότι πρέπει να λατρεύουν το Θείο με θεία σοφία και γνώση και να το προσκυνούν πνευματικά και αληθινά(Ιω. 4, 24). Αυτοί μπορούν εύλογα να ονομαστούν «πλούσιοι του λαού του Θεού», καθώς έχουν φωτιστεί σε πολλά μυστήρια της θεωρίας με μεγάλη σοφία και γνώση, η οποία, κατά τον Παύλο, δεν είναι του καθενός(Α΄ Κορ. 8, 7) αλλά όσων έχουν βάθος και πλούτο θείας και πνευματικής σοφίας και γνώσεως. Γι’ αυτό, όπως είπαμε, λέει ο θαυμάσιος Δαβίδ προς το Θεό: «Το πρόσωπό Σου θα πλησιάσουν ικετευτικά οι πλούσιοι του λαού»(Ψαλμ. 44, 13). 


Έτσι, γνωρίζοντας αυτά καλύτερα από όλους ο σοφός Σολομών, αφού ήταν γεμάτος από θεία σοφία περισσότερο απ’ όλους, αυτός που διδάσκει πολύ επιτήδεια, λέει: «Μη σπεύσεις να πεις τίποτε εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, γιατί ο Θεός είναι στον ουρανό άνω και συ στη γη κάτω»(Εκκλ. 5, 1). 


Όταν κατά θεία δωρεά φτάσεις εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, όταν δηλαδή ανεβεί εκεί η θεωρία του νου με θεία και ενοειδή φαντασία, τότε είναι καιρός σιγής· μη σπεύσεις λοιπόν άστοχα να πεις κάτι από τη συνήθεια, γιατί τότε δεν είναι καιρός ομιλίας(Εκκλ. 3, 7). Γιατί τότε γίνεσαι και συ θεός ενώ βρίσκεσαι ακόμη στη γη, καθώς βλέπεις το πρόσωπο του ουράνιου Θεού όπως οι Άγγελοι, σύμφωνα με το λόγο του Σωτήρα, ότι οι Άγγελοι βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μας στους ουρανούς(Ματθ. 18, 10). 


Γι’ αυτό όταν ακούσεις το Σολομώντα να λέει σε άλλο μέρος: «Οι δίκαιοι έχουν φως παντοτινά»(Παροιμ. 13, 9), να σκεφτείς εύλογα ότι αυτό το πάσχουν από την ακτινοβολία του προσώπου του Κυρίου, βλέποντας αγγελοειδώς με τη θεία χάρη το πρόσωπο του Κυρίου παντοτινά, από το οποίο εκχύνεται φως σαν από πηγή. Άλλος άγγελος λοιπόν, για να μην πω θεός, γίνεται και είναι ο άνθρωπος στη γη. 


Και μάλιστα επανέρχεσαι και στη δωρεά του «κατ’ εικόνα» που δίνει η χάρη του Κυρίου, κι εκείνο που είναι ο Θεός άνω γίνεσαι εσύ στη γη κάτω, δηλαδή θεός. Και δεν εκφράζεις το θαυμάσιο αυτό με λόγια, ούτε με μετάβαση από νόημα σε νόημα και με κίνηση του λογιστικού σου, ώστε να διαιρείσαι νοερά, αλλά προσεγγίζοντας ενιαία και θεωρώντας όπως ο Θεός χωρίς όραση και χωρίς νοερή κίνηση, με απλή και ενιαία ενατένιση, κι εντρυφώντας στην κρυστάλλινη και απρόσιτη λαμπρότητα που εκπέμπεται από το πρόσωπο του Κυρίου. 


Αυτή λοιπόν είναι η κορυφαία και ζηλευτή στους φρόνιμους κατάσταση του νου προς το Θεό και το άνθος ας πούμε της νοερής καθαρότητας, η ευκταία ενότητα της πίστεως(Εφ. 4, 13), η οποία τελείται με την κοινωνία του Πνεύματος. 


Αυτός είναι ο ένδοξος καρπός της θείας και θεοποιητικής σοφίας, το θεμέλιο της πνευματικής ειρήνης, το καταφύγιο της πνευματικής χαράς, η πύλη της αγάπης του Θεού, το βλάστημα της ελλάμψεως, η αιτία της ροής από την καρδιά των ακένωτων υδάτων του Πνεύματος, η αληθινή τροφή και τρυφή και αύξηση και αλλοίωση της ψυχής που συμβόλιζε το μάννα, η αρχή της αποκαλύψεως των θείων και αλαλήτων μυστηρίων, το συμπέρασμα της μιας και πρώτης αλήθειας, ο αφανισμός των οποιωνδήποτε λογισμών, η παύση όλων των νοήσεων, η γνώση που υπερβαίνει τη νόηση, η αφορμή της εκπλήξεως, η υπέρλογη μεταβολή και αλλοίωση του νου προς την απλότητα και την με κάθε τρόπο αοριστία, την απειρία και απεριληψία, την απόρριψη κάθε μορφής, σχήματος, ποιοτικού ή ποσοτικού προσδιορισμού, προς το αψηλάφητο και υπερκόσμιο, και γενικά η αποκατάστασή του στην ομοιότητα του Θεού. 


Μη λοιπόν από αμάθεια, όταν έρθεις σ’ αυτή την κατάσταση και θεοποιείσαι, κατά κάποιο τρόπο, από φιλανθρωπία της χάρης, μη σπεύσεις να προφέρεις λόγο, ούτε ένα, εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου(Εκκλ. 5, 1). Σε Αυτόν ανήκει η μία και απλή δόξα στους αιώνες.



77. Ο νους που θέλει να θεωρεί τα πάνω από αυτόν νοητά, αν δεν έχει συνεργό με τη θεία χάρη και την καρδιά του, βλέπει αμυδρά, αφώτιστα και συγκεχυμένα. Γι’ αυτό και στερείται και την κυριότερη ηδονή του, κι ας νομίζει από άγνοια ότι τη νιώθει, επειδή ουδέποτε τη γεύθηκε. Όπως ακριβώς νομίζει ότι ευχαριστείται κάπως αυτός που τρώει το κριθαρένιο ψωμί, αν και απέχει πολύ από την ηδονή του ψωμιού, επειδή αγνοεί τη γεύση του σιμιγδαλένιου ψωμιού.



78. Μετά τη νοερή ένωση της καρδιάς διά μέσου της θείας χάρης, ο νους βλέπει μέσα σε φως πνευματικό χωρίς να πλανάται και τείνει προς το επιθυμητό του, το οποίο είναι ο Θεός, και βγαίνει τελείως έξω από την αίσθηση, δηλαδή γίνεται άχρωμος, άποιος και απαλλαγμένος από τις φαντασίες των αισθητών.



79. Ο νους ο οποίος οδηγείται από τη χάρη στη θεωρία, πράγματι τρώει αδιάκοπα μάννα πνευματικό. Γιατί το αισθητό μάννα που έτρωγε ο ισραηλιτικός λαός είχε ευχάριστη γεύση και αξιόλογη δύναμη που έτρεφε το σώμα, αλλά δεν ήταν γνωστό ποιά ήταν η ουσία του. Γι’ αυτό και λεγόταν μάννα, που σημαίνει το άγνωστο, γιατί η λέξη αυτή θα πει «τί είναι τούτο;». Καθώς δηλαδή το έβλεπαν και το έτρωγαν χωρίς να γνωρίζουν την ουσία του, έλεγαν με απορία: «Τι είναι τούτο;»(Έξ. 16, 15). 


Έτσι και ο θεωρητικός, πάντοτε παθαίνει έκσταση του νου κι αναρωτιέται «τι είναι τούτο;». Αυτό δηλαδή που όταν το θεωρούμε ευφραίνει και όταν τρώγεται πνευματικά τρέφει το νου, ενώ υπερβαίνει καθ’ εαυτό τη νόηση, επειδή είναι θείο και υπερφυσικό· κι ενώ τρέφει παράδοξα και ποτίζει το νου, ξεφεύγει την κατάσταση του νου, επειδή είναι όχι μόνο ακατάληπτο στην ουσία, αλλά και άπειρο και απροσδιόριστο.



80. Τρία είναι αυτά που μαρτυρούν για την αλήθεια, θα έλεγα εύλογα κι εγώ. Η κτίση, η Γραφή και η δύναμη του Πνεύματος. Γιατί από τη Γραφή και την κτίση, όταν τις βλέπομε πνευματικά, θεωρείται η μόνη απλή αλήθεια και η προερχόμενη από αυτή σύνθετη. Κι όταν από τα τρία που είπαμε φτάσει κανείς στα επόμενα δύο και σταθεί σ’ αυτά, βρήκε με τη χάρη του Χριστού την απλανή οδό. 


Γιατί από την απλή αλήθεια πέτυχε νοητό ύψος και βάθος, αλλά και πλάτος άπειρο, και από αυτά φτάνοντας σε έκπληξη υμνεί γεμάτος φόβο. Από τη σύνθετη αλήθεια, εκτός απ’ όσα είπαμε, βρήκε και καρδιακή ειρήνη, αγάπη και χαρά· γι’ αυτό έκθαμβος ψάλλει γεμάτος αγάπη. Ο άνθρωπος όμως χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα και κόπο και υπομονή, ώστε αφού κατά κάποιο τρόπο αποβάλλει τις αισθήσεις και αποσπάσει το νου από τα αισθητά, να σταθεί στα νοητά, μετά τα οποία λάμπει στην ψυχή η θεωρία της αλήθειας. 


Δε λέω ότι για να βρεθεί η αλήθεια έχει ανάγκη αυτά, δηλαδή το χρονικό διάστημα για να εννοηθεί ή τον κόπο και την υπομονή, αλλά λέω ότι ο άνθρωπος τα έχει ανάγκη. Γιατί βέβαια η αλήθεια είναι ένα και απλό, κι ας θεωρείται με δύο τρόπους για να φανερωθεί, και σχεδόν φωνάζει από παντού και μαρτυρεί τον εαυτό της σ’ εκείνους που θέλουν να τη βλέπουν. 


Αλλά ο άνθρωπος, επειδή είναι σύνθετος και συνδεδεμένος με τις αισθήσεις, κι επειδή ακόμη υπόκειται σε μεταβολές και σε τροπή, βγαίνει ενίοτε έξω από τον εαυτό του κατά κάποιο τρόπο και γίνεται χωρίς να το καταλάβει αντίπαλος του εαυτού του με την πονηρία της οιήσεως και τη νόσο της απιστίας. 


Και με τα τρία αυτά, οίηση, πονηρία και απιστία, ξεπέφτει ελεεινά από την αλήθεια, η οποία μαρτυρείται από τα τρία εκείνα, τη Γραφή, την κτίση και το Πνεύμα. Για να απαλλαγεί ο νους από τη φοβερή οίηση και τα άλλα, χρειάζεται να ταπεινωθεί και να πιστέψει με απλότητα· κι έπειτα κατευθείαν από τη Γραφή και την κτίση με τη δύναμη του Πνεύματος να γνωρίσει καθαρά όχι μόνο την απλούστατη αλήθεια, αλλά και τη σύνθετη που προέρχεται από την απλή. Ακόμη θα εννοήσει και ποιό ήταν εκείνο που τον εμπόδιζε από τη θεωρία της αλήθειας και, θα πρόσθετα, και από την απόλαυσή της. 


Ένα λοιπόν και μόνο είναι εκ φύσεως απλό, η πρώτη αλήθεια. Ύστερα από αυτήν είναι, για τους σύνθετους εμάς, η σύνθετη αλήθεια. Και αυτό είναι ο έσχατος και άριστος στόχος του νου μας, προς τον οποίο σπεύδει κάθε πολιτεία και άσκηση εκείνων που επιδιώκουν τον πνευματικό σκοπό, πώς να δει γυμνός ο νους, όσο είναι δυνατό, και να απολαύσει τη λαμπηδόνα που προέρχεται από την πρώτη και μόνη αλήθεια και από τη σύνθετη με τρόπο θαυμαστό. 


Αυτό δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, παρά με την ταπείνωση, την απλότητα και την πίστη, με τη μαρτυρία της Γραφής και της κτίσεως με τη δύναμη του Πνεύματος. Όταν ο νους καθρεφτίσει μέσα του με τις τρεις δυνάμεις του την αλήθεια με τη μαρτυρία των τριών που είπαμε, τότε σαν ξαναγυρίζει στον εαυτό του γίνεται πολύ ταπεινότερος και απλούστερος και με βεβαιότητα πιστός. 


Και από εκεί ανεβαίνει με βήμα ταχύ, όπως λένε, στη θεωρία της αλήθειας και με τις ακτίνες εκείνης φωτίζεται λαμπρότερα. Με αυτές επιστρέφει στον εαυτό του λόγω του μεγέθους της δόξας που θεώρησε, και κατεβαίνει σε ακόμα πιο μεγάλη ταπείνωση και απλότητα και πέφτει σε έκπληξη κυριευμένος από την πίστη. 


Και έτσι, σαν να συμπληρώνει και να ξαναγυρίζει κάποιο θείο κύκλο, ανεβαίνοντας με ταπείνωση και απλότητα και πίστη και βλέποντας την αλήθεια, και με τη λαμπρότητα της αλήθειας προχωρώντας περισσότερο στην ταπείνωση, την απλότητα και την πίστη. Και δεν παύει να πορεύεται το δρόμο αυτό όσο διαρκεί το «σήμερα» της ζωής, θεωρώντας την αλήθεια με ταπείνωση και απλότητα και πίστη, μέσω της μαρτυρίας της Γραφής και της κτίσεως με τη δύναμη του Πνεύματος, και επανακάμπτοντας πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. 


Κι έτσι θεώνεται με τη χάρη μέρα με τη μέρα και φωτίζεται τις υπέρλογες πραγματικότητες και ζει μια ζωή γεμάτη από κάθε χαρά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας και γεύεται ως προκαταβολή την απόλαυση των μελλόντων αιωνίων αγαθών.


————————————————————————————————————————-
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 255-264).

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 81-85

(Ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης ταυτίζεται με τον Κάλλιστο Αγγελικούδη)

81. Από τη φύση του, ο θεωρητικός βίος ολοκληρώνεται και γίνεται άμεμπτος με τα τρία τούτα· πίστη, φανερή μετοχή του Πνεύματος και γνώση της σοφίας. Γιατί η θεωρία, για να δώσομε τον ορισμό της, είναι γνώση των νοητών μέσα στα αισθητά· κάποτε είναι και γνώση ψιλών νοητών χωρίς αισθητό υπόβαθρο, πράγμα που συμβαίνει σ’ εκείνους που προοδεύουν στα πνευματικά. Εδώ πλέον χρειάζεται η πίστη. Γιατί λέει: «Αν δεν πιστέψετε, δε θα κατανοήσετε»(Ησ. 7, 9).


Επίσης χρειάζεται και το Πνεύμα, αφού το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, ακόμα και τα βάθη του Θεού(Α΄ Κορ. 2, 10). Γι’ αυτό είπε ο θείος Ιώβ: «Η πνοή του Παντοκράτορα είναι που με διδάσκει»(Ιώβ 33, 4). Έπειτα φυσικά η θεία ενέργεια, η οποία αναβράζει, για να πω έτσι, μέσα στην καρδιά και ζει και κατά συνέπεια ζωοποιεί υπερκόσμια και συμπτύσσει άρρητα, συνάγοντας προς τον εαυτό της το νου και τον εμποδίζει από κάθε μετεωρισμό και του δίνει τη δυνατότητα να βλέπει πανεύκολα τα θεία με γαλήνη και χαρά και πολλή ευχαρίστηση και παρηγορία και ακόμα με θεία αγάπη, και να στρέφεται σ’ αυτά και να φαντάζεται το Θεό με πρωτόγνωρο τρόπο και ανάλογα να ευφραίνεται με Αυτόν με μεγαλύτερους αβάσταχτους έρωτες και αντίστοιχη αγαλλίαση. Χρειάζεται ακόμα και σοφία, όπως είπα.


Γιατί, κατά τη Γραφή, η σοφία θα φωτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου(Εκκλ. 8, 1). Θα φωτίσει, για να μεταβεί εύκολα από την αίσθηση στη νόηση και να μεταβεί από τα αισθητά στα νοητά και θεία θεάματα και να δει τα απόρρητα με νοερή αποκάλυψη· θα φωτίσει, για να θεωρήσει εποπτικά και να φανταστεί με τρόπο ενοειδή τον υπερούσιο Θεό. Στ’ αλήθεια, είναι μακάριος ο άνθρωπος που θα τον παιδαγωγήσεις, Κύριε, και θα τον διδάξεις με το νόμο Σου(Ψαλμ. 93, 12). 


Γιατί αληθινά σοφός είναι εκείνος που φτάνει στην πίστη με την παιδαγωγία και διδάσκεται τα απόρρητα του Θεού με τη διδασκαλία του Πνεύματος. Είναι αλήθεια μεγάλο πράγμα ο σοφός που πορεύεται με την πίστη μέσα σε μιά υπερφυσική ένωση και κοινωνία του Πνεύματος, αφού πράγματι, όπως είπε κάποιος, τρία είναι τα ασύλληπτα· ο Θεός, ο Άγγελος και ο φιλόσοφος άνθρωπος. Έτσι και αυτός είναι άλλος, παράδοξος άγγελος πάνω στη γη, επόπτης οπωσδήποτε της ορατής κτίσεως και γνήσιος μύστης των θείων ακτίστων ενεργειών του Θεού, είτε προτιμά κανείς να πει δωρεών του Θεού, συλλαμβάνοντας κάπως και αυτό το αθέατο με κάθε τρόπο και φτάνοντας με μια άμεση προσέγγιση, κατά μίμηση των Αγγέλων, στην επίγνωση του Θεού. 


Τέτοιος είναι σε αδρές γραμμές ο σοφός από πίστη με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και έτσι είναι μακάριος. Θα μου ήταν αρκετά χωρίς αμφιβολία εκείνα που διηγείται στο ευαγγέλιό του ο ιερός Λουκάς περί του Κυρίου Ιησού, λέγοντας ότι ήταν απαλλαγμένος από ασχολίες, ώστε να ξεπερνά τη δύναμη και τα εγκώμια της σοφίας και της χάρης. Γιατί έτσι γράφει αυτός: «Ο Ιησούς προόδευε στην ηλικία και στη χάρη»(Λουκ. 2, 52), και αλλού ότι «μεγάλωνε και δυνάμωνε πνευματικά και γέμιζε από σοφία»(Λουκ. 2, 40). 


Επειδή όμως θέλω να μιλήσω πιο φανερά γι’ αυτά, θα παραθέσω κι αυτό που λέει σχετικά ο ιερός Σολομών προς το Θεό: «Όσα υπέροχα υπάρχουν στους ουρανούς, ποιος άνθρωπος τα εξιχνίασε; Ποιος γνώρισε τη βουλή Σου, παρά μόνο εκείνος στον οποίο Εσύ έδωσες σοφία και του έστειλες το Άγιό Σου Πνεύμα από τον ουρανό; Και έτσι επανορθώθηκαν οι δρόμοι της ζωής των ανθρώπων πάνω στη γη και οι άνθρωποι διδάχθηκαν τα αρεστά σε Σένα και σώθηκαν με τη σοφία Σου»(Σ. Σολ. 9, 16-19). 


Βλέπεις σε ποιο βαθμό δυνάμεως φτάνει η σοφία με τη μετοχή του Πνεύματος; Και πόσο απομακρύνεται από τη σωτηρία εκείνος που δεν έλαβε σοφία και Πνεύμα από το Θεό και ούτε καθοδηγείται από άνθρωπο σοφό και μέτοχο του Πνεύματος; Και αν για το Σωτήρα, στον οποίο κατοίκησε όλο το πλήρωμα της Θεότητας(Κολ. 1, 19), έχουν γραφεί τα παραπάνω, και στη συνέχεια για όλο μαζί το ανθρώπινο γένος, δεν είναι δύσκολο να εννοήσομε πόσο χρειάζεται η σοφία και η βοήθεια του Πνεύματος, και πόσο έλεος και δύναμη και προκοπή έχει λάβει από τον φιλάνθρωπο Θεό ο πνευματικά σοφός που εξιχνιάζει τα ουράνια και προχωρεί στη γνώση της βουλής του Υψίστου, πράγμα εξαίσιο. Ας είναι. 


Αλλά αφού είπαμε τόσα περί θεωρητικού, πρέπει τώρα να πούμε και περί θεωρίας και να την προβάλομε ξεχωριστά και να θρέψομε, ας πούμε, το λογιστικό του σοβαρού ακροατή. Πρέπει να πούμε και να μην οκνήσομε καθόλου. Αυτό διατάζει ο Θεός σε όλα τα λογικά όντα, να μεταδίδουν δηλαδή χωρίς φθόνο στους κατώτερους και να δέχονται ευλαβώς από τους ανώτερους, όσο μπορούν, τη θεία έλλαμψη και τα νοητά πράγματα· ενώ με αυτούς που είναι στην ίδια τάξη να συναναστρέφονται αδελφικά δίχως επίδειξη και να συνομιλούν περί των νοητών και του Θεού. 


Έτσι όχι μόνο το ευθές και απαραπλάνητο θα λάμπει ολοφώτεινο στην Εκκλησία του ζώντος Θεού, αλλά και το άγιο και ωραιότατο πρόσωπο της αγάπης, που είναι το γνώρισμα των μαθητών του Χριστού(Ιω. 13, 35), θα ακτινοβολεί για πάντα στις καρδιές μας, εκχυμένο μέσα μας από το Άγιο Πνεύμα για να αγαπήσομε τέλεια και απλά το Θεό και τους ανθρώπους. Κι έτσι θα ζήσομε βίο αγγελικό και μακάριο και γλυκύτατο, ως εξαρτημένοι εντελώς από τη θεία και θεοποιό διπλή αγάπη, από την οποία εξαρτώνται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες(Ματθ. 22, 40) και από την οποία γλυκύτερο πράγμα για την ψυχή δεν υπάρχει, και μάλιστα όταν έχει άμεση προέλευση από τη θεωρία και τη γνώση του Θεού και των θείων, δηλαδή από τη φωτιστική χάρη. 


Εκείνος λοιπόν που έβαλε πολύ σωστά σκοπό και έργο του να ανεβεί στο Θεό, ώστε να ενωθεί μαζί Του κι έτσι να θεωθεί, δηλαδή να σωθεί —αφού χωρίς να θεωθεί ο νους δεν μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος, σύμφωνα με την απόφανση των ιερών Θεολόγων—, αυτός, μαζί βέβαια με την εφικτή εργασία των εντολών του Κυρίου, προχωρεί και στη θεωρία των όντων και των ορατών, κι έτσι ούτε την πράξη έχει τυφλή, αποκομμένη δηλαδή από τη θεωρία, ούτε τη θεωρία άψυχη, δηλαδή χωρίς την πράξη. 


Τότε λοιπόν, με τη σοφία του λόγου και του νου και την ιερή γνώση των Γραφών, αρχίζει με μία αγαθή, όπως λένε, ορμή να ενατενίζει εύστοχα και λογικά τον κόσμο των αισθητών ως ένδειξη του άπειρα δυνατού και άπειρα σοφού Δημιουργού, και στη συνέχεια απολαμβάνει τα άπειρα κατά τη δύναμη και τη συνολική διαφορά —όσο βέβαια μπορεί ο ίδιος να τα πλησιάσει— και ο νους του τρέφεται μυστικά με τα μυστικά θεάματα. 


Και με την πάροδο του καιρού, ζώντας τον αθόρυβο βίο στην ησυχία και περιοριζόμενος να φιλοσοφεί μόνο τα θεία μέσω της Γραφής και των ορατών, προσπαθεί όσο μπορεί να θεωρήσει πνευματικά την κτίση σύμφωνη με τη Γραφή, και τα σύμβολα με την αλήθεια, με δράση πιο ενωτική. Όταν γίνει αυτό, ο νους με την ευμένεια του προσκυνητού Πνεύματος και την αντίστοιχη ενέργειά Του υψώνεται στην όραση και τη γνώση της ιερής αλήθειας, όπως λέει ο Μέγας Διονύσιος, στο δεύτερο ιερό αναβαθμό της θεωρίας, για να πω γενικά, δηλαδή στα θεία θεάματα και νοήματα χωρίς σύμβολα και προκαλύμματα. 


Έπειτα από αυτό, γυμνός κατά ένα τρόπο ο νους πλησιάζει γυμνά τα νοητά, αγωνιζόμενος να έχει μέσα του τις θείες φανερώσεις με την καθαρότητά του και την ανάτασή του προς το Θεό, σαν μέσα σε στιλπνότατο καθρέφτη λάμψεις φωτεινότερες και από τον ήλιο. Και αφού πάλι προχωρώντας τραφεί από τη χάρη με όσα του είναι εφικτό να πλησιάσει, προχωρεί στην τρίτη ας πούμε βαθμίδα, στην οποία τα πολλά και μακάρια εκείνα θεάματα και τις θείες ενέργειες τα ανάγει, με όραση πιο ενοειδή και συμπτυγμένη, από τις πολλές ετερότητες στον ανείπωτο έρωτα της αμετάβλητης και κρύφιας Μονάδας, μεταπλάθοντάς τα με όλη του τη νοερή αίσθηση σε φλόγα και σε εγκάρδιο και άληκτο θεουργικό έρωτα Θεού, καθοδηγούμενος στη θεωρία από το Πνεύμα που φωτίζει με την αλήθεια και την υπόμνηση(Ιω. 14, 26). 


Και αυτή είναι, κατά τον μέγα πάλι Διονύσιο, η ενοειδής θεϊκή μέθεξη αυτού του ίδιου του Ενός, όσο είναι εφικτό. Με τέτοιους λοιπόν αναβαθμούς της τρισυπόστατης ενοειδούς μεθέξεως ανεβαίνοντας τρισμακάρια ο θεοφόρος και θεόφρων νους και απολαμβάνοντας τα αφόρητα βέλη μιας θείας βακχείας και τους μανικούς έρωτές της με σημάδια έκδηλα και φανερά και βλέποντας τον εαυτό του πληγωμένο από αγάπη(Άσμα 2, 5) και σαν να καίγεται φανερά από τη διάπυρη διάθεση, ενθουσιάζεται και πράγματι πέφτει σε έκσταση, γιατί εισήλθε με λαμπρό πρόσωπο στα μυστήρια της αποφατικής θεολογίας και απολαμβάνει, βλέποντας χωρίς όραση, το άναρχο και άπειρο και απεριόριστο, το αχώρητο και εντελώς ανέκφραστο και ολότελα ακατανόητο. 


Και φαντάζεται σαν άπειρο και αδιάβατο πέλαγος την ουσία του Θεού που ξεπερνά κάθε έννοια χρόνου και φύσεως, σύμφωνα με κάποιο Θεολόγο. Και αυτό είναι, όπως πάλι λέει ο ιερός Διονύσιος, το συμπόσιο της θείας εποπτείας, που τρέφει νοητά και δίνει τη θέωση στον καθένα που υψώνεται σ’ αυτήν, αρχίζοντας βέβαια από τη θεωρία και τη γνώση των όντων, όπως λέει ο ουρανοφάντορας αυτός, στο μέρος εκείνο που εξηγεί τα σύμβολα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. 


Όπως και ο Μέγας Βασίλειος λέει τα εξής: «Όταν κανείς υπερβεί με τη θεωρία το κάλλος των ορατών και σταθεί μπροστά στον ίδιο το Θεό, του οποίου η θέα μόνο στις καθαρές καρδιές φανερώνεται, τότε αφού προκόψει στα ανώτερα της θεολογίας, μπορεί να γίνει και επόπτης των θείων». Και πάλι, για το ρητό του πνευματέμφορου Δαβίδ «Το πρωί θα σταθώ μπροστά Σου και θα εποπτεύσω»(Ψαλμ. 5, 4), ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Όταν θα σταθώ εμπρός Σου και πλησιάσω με το νου τη σχετική μ’ Εσένα θεωρία, τότε θα λάβω την εποπτική ενέργεια με το φωτισμό της γνώσεως». 


Τα όμοια επίσης μπορείς ν’ ακούσεις να λέει και ο ιερός Μάξιμος, που φανερώνει ευθέως πόσο μεγάλη προκοπή προέρχεται από τη θεωρία και τη γνώση του Θεού μέσω της Γραφής και της κτίσεως. Και ότι από αυτό προέρχεται συνήθως ο φωτισμός της γνώσεως, με τον οποίο επιτυγχάνεται η «κατ’ επιβολήν» μακάρια θέωση, πράγμα όσο ποτέ άλλοτε σπάνιο και δυσεύρετο στους ησυχαστές, επειδή λείπει, από ανενεργησία της χάρης, ο πεπειραμένος διδάσκαλος, όπως λέει ο κορυφαίος διδάσκαλος της ησυχίας άγιος Ισαάκ ο Σύρος στο λόγο που μιλά για την πνευματική αίσθηση και τη θεωρητική δύναμη. 


Λέει και ο ιερός Μάξιμος: «Θεουργικά φώτα ονομάζομε τις διδασκαλίες των Αγίων, γιατί προξενούν φως γνώσεως και θεοποιούν εκείνους που πείθονται σ’ αυτές». Σε αυτό συμφωνεί φανερά με τον πανίερο Διονύσιο που λέει: «Όσα άλλα θεουργικά φώτα, ακόλουθα με τις Γραφές, μας δώρησε αποκαλυπτικά η μυστική παράδοση των εμπνευσμένων οδηγών μας, σε αυτά και εμείς έχομε μυηθεί». 


Και αλλού λέει: «Η θεία γνώση, εκείνους που τείνουν σ’ αυτήν όπως είναι θεμιτό, τους ανυψώνει όσο τους αναλογεί και τους ενώνει μέσα στην ένωση της απλότητάς της». Και πάλι: «Κάθε φωτοφάνεια που έρχεται σ’ εμάς από τον Πατέρα από αγαθότητα, μας ανυψώνει ως ενοποιός δύναμη κάνοντάς μας απλούς και μας επαναφέρει προς την ενότητα και τη θεοποιό απλότητα του συναγωγού Πατέρα. Γιατί από Αυτόν προέρχονται και Αυτόν έχουν σκοπό τους τα πάντα(Ρωμ. 11, 36)». 


Κατανοείς, ότι εκείνος που τείνει στο Θεό με στροφή προς Αυτόν, δηλαδή με θεία θεωρία, αφού βρήκε με σοφία την απλότητά του μέσα στο Θεό, είτε από τα όντα ανεβαίνει και θεωρεί το Θεό, είτε από τη Γραφή —συμβολική ή οπωσδήποτε θεία—, ενώνεται με το Θεό και θεοποιείται, κι όχι μόνο αυτό, αλλά ονομάζεται και θεός; 


Γιατί λέει πάλι ο Διονύσιος: «Όσα νοερά και λογικά όντα έχουν στραφεί με όλη τους τη δύναμη προς την ένωση με τη θεαρχική κρυφιότητα και υψώνονται ακατανόητα, όσο τους είναι εφικτό, προς τις θείες ελλάμψεις της, αυτοί με την κατά δύναμη μίμηση του Θεού, αν επιτρέπεται να πούμε, αξιώνονται να λέγονται και θεοί». Όπως και η θεολογική γλώσσα του Μεγάλου Γρηγορίου λέει φανερά: «Ο άνθρωπος είναι ζωντανή ύπαρξη που κυβερνιέται εδώ και μετατίθεται αλλού· τέλος του μυστηρίου αυτού είναι η θέωσή του με τη στροφή του προς το Θεό». 


Και ο θείος Μάξιμος: «Η νοητή μορφή της θείας Γραφής μεταμορφώνει τους γνωστικούς με τη σοφία και τους οδηγεί στη θέωση καθώς, με τη μεταμόρφωση μέσα τους του λόγου, αυτοί αντανακλούν με ακάλυπτο πρόσωπο τη λαμπρότητα του Κυρίου(Β΄ Κορ. 3, 18)». Ο θεωρητικός βίος λοιπόν έχει ανάγκη από αυτά τα τρία, όπως προείπα· πίστη, μετοχή του Πνεύματος και γνώση της σοφίας, με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.



82. Ο θεωρητικός βίος, με τη βοήθεια του ζωοποιού Πνεύματος, γεμίζει μυστικά το θεωρό από πολλά και αξιοθαύμαστα νοητά θεάματα. Όχι βέβαια την ίδια στιγμή, ούτε όλα μαζί, αλλά με τον καιρό και μετά από μακρά ζωή φιλοσοφίας, επίσης και με κάποια τάξη και σαν κλιμακωτά. Και άλλοτε θα τον άκουγες να λέει, καθώς θεωρεί μέσα στην περίσσεια της ησυχίας και τη φυγή από όλα, πλην του Θεού: «Εγώ θα είμαι στη μόνωση ώσπου να φύγω»(Ψαλμ. 140, 10). Άλλοτε πάλι, για τη στροφή προς τη γνώση των όντων, να λέει: «Πόσο μεγαλειώδη είναι τα έργα Σου, Κύριε· όλα με σοφία τα δημιούργησες»!(Ψαλμ. 103, 24). Και: «Η οσμή των ενδυμάτων Σου είναι σαν οσμή αγρού γεμάτου, Κύριε, που Εσύ ευλόγησες»(Γεν. 27, 27). 


Κάποτε, κάνοντας τον άνθρωπο να βλέπει υψηλότερα και οδηγώντας τον να υψώνεται σε νοητές αναβάσεις, τον παρακινεί να λέει προς το Θεό: «Θα τρέξω πίσω από την οσμή των μύρων Σου»(Άσμα 1, 4) και: «Θα σε δοξάσω, Θεέ μου, Βασιλιά μου, και θα ευλογήσω το όνομά Σου στον αιώνα και στον αιώνα του αιώνος. Είναι μέγας ο Κύριος και πολυδόξαστος και η μεγαλοσύνη Του δεν έχει πέρας»(Ψαλμ. 144, 1 και 3) και: «Η γνώση Σου είναι σε μένα θαυμαστή, υψηλή· δεν μπορώ να την υπομείνω»(Ψαλμ. 138, 6). 


Σε άλλες περιπτώσεις, καθώς οι θεατές υψώνονται στην υπερούσια όραση, τους κάνει να υμνούν λέγοντας: «Συ Κύριε, είσαι ύψιστος στον αιώνα και το όνομά Σου μνημονεύεται από γενεά σε γενεά· έχεις αποδειχθεί ασύγκριτα ανώτερος από κάθε άλλο νομιζόμενο θεό»(Ψαλμ. 101, 13· 96, 9). Άλλοτε, τους κάνει να διακηρύσσουν με έντονη αποφατική έκφραση: «Δεν υπάρχει όμοιός Σου, Κύριε, ανάμεσα στους ψευδοθεούς, δεν υπάρχει κανείς με έργα σαν τα δικά Σου»(Ψαλμ. 85, 8). 


Ακόμη, ο θεωρητικός βίος δείχνει, σε όσους θεωρούν πνευματικά, το όρος της γνώσεως και τον άγιο τόπο του Θεού, όπου ανεβαίνουν και στέκονται οι αθώοι στα χέρια και καθαροί στην καρδιά(Ψαλμ. 23, 3-4), αλλά τους αξιώνει να δουν και ανυψώσεις μέχρι τους ουρανούς και καταβάσεις μέχρι τις αβύσσους(Ψαλμ. 106, 26), δηλαδή τα υψηλά και τα βαθιά μυστήρια του Πνεύματος. 


Κάποτε κάνει το νου να σταθεί θαυμαστά στην προσωπική θέα της Τριάδος· άλλοτε τον απασχολεί έκπληκτο στη θεωρία του Ιησού και της ένσαρκης οικονομίας Του και των θαυμαστών μυστηρίων που την ακολουθούν. Αλλά και τότε, ύστερα από τα πολλά και μακάρια θεάματα, δεν τον εγκαταλείπει στη θεωρία, αν δεν τον εισαγάγει φωτισμένο και σε αυτούς ακόμα τους κόλπους του Θεού με παράδοξο τρόπο —τί εξαίσια χάρη!—, σε μιά αληθινή κατάπαυση και ανέκφραστη ανάπαυση και υπερφυσική πνευματική τρυφή, για να μην πω μέθη, των αγαθών του Θεού και σε υψηλότερη έκσταση. 


Στους κόλπους εκείνους τους υπερευλογημένους, που έχουν πολύ βάθος θείων μυστικών και προσεγγίζουν επαρκώς την αίσθηση της υπερουσιότητας του Θεού. Τους οποίους κόλπους έλαβε ο Αβραάμ ως κληρονομία από το Θεό, όταν και αυτός ο Θεός έγινε κλήρος του Αβραάμ, σύμφωνα με το: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ»(Γεν. 26, 24). Αφού λοιπόν ο Θεός είναι κατεξοχήν Θεός του Αβραάμ, ακολούθως και οι κόλποι του Θεού είναι κόλποι του Αβραάμ(Λουκ. 16, 22). 


Στους κόλπους λοιπόν του Θεού, ή αν θέλει κανείς να πει στους κόλπους του Αβραάμ, υψώνει και εισάγει με όλη την απλότητα και με υπερβολική αγαπητική ευφροσύνη και θεώνει πραγματικά και κάνει μακάριο με χαρά και ανέκφραστη σφοδρή ευχαρίστηση ο θεωρητικός βίος, με τη χάρη του Πνεύματος, το νου που δέχτηκε σοφία και μελετά όσο μπορεί περισσότερο να βλέπει άνω, με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.



83. Επειδή τόσο η κτίση, όσο και η Γραφή έχουν αναχθεί στην απλότητά τους με το λόγο του Θεού, κι όταν θεωρούνται πνευματικά στηρίζουν το νου και όλες τις δυνάμεις του στην εποπτεία και κατανόηση του Θεού, με προηγούμενη ενέργεια και κίνηση του Πνεύματος στην καρδιά, ο ιερός Δαβίδ μας διδάσκει(Ψαλμ. 32, 5-6) με εξαιρετική σοφία, πότε με το λόγο του Κυρίου στηρίζονται οι Νόες (που τους αποκαλεί ουρανούς) και όλη η δύναμή τους με την πνοή του στόματός Του, και πότε φαίνεται η νοητή γη, δηλαδή η καρδιά μας, να είναι γεμάτη από έλεος, δηλαδή από την πνευματοκίνητη δύναμη και ενέργεια και κίνηση, με αίσθηση και ευκρίνεια. 


Προτού όμως αισθανθεί ο νους την ενέργεια και τη δύναμη και την κίνηση αυτή μέσα στην καρδιά, όχι μόνο δε θα αποκτήσει τη στερεότητα από τη θεωρητική και πνευματική μελέτη της κτίσεως και της θείας Γραφής και τη συναγωγή όσων περιέχουν σε ένα λόγο, αλλά υπάρχει και μέγιστος φόβος μήπως τυχόν σχηματίσει εσφαλμένες φαντασίες και χαθεί. 


Γι’ αυτό λοιπόν, αν μέλλομε να κάνομε ασχολία μας τη θεωρία του Θεού από τη Γραφή και την κτίση, συμπτύσσοντας με τρόπο ενοειδή και μονοειδή τους πολλούς λόγους και τα θεωρήματα των όντων σε ένα λόγο κι ένα πνεύμα και βλέποντας ενοειδή, απλή και άμορφη θεωρία μέσα σε απεριοριστία και απειρία και αναρχότητα, ας προσπαθήσομε πρωτύτερα να βρούμε το θησαυρό της καρδιάς μας μέσα μας κι ας ικετεύσομε τον Άγιο Θεό να γεμίσει τη γη μας από το έλεός Του. 


Και τότε με όλη μας τη δύναμη ας αφήσομε να υψωθεί ελεύθερα ο νους μας για κατανόηση του Θεού ενοειδή, μονοειδή, απλή, άμορφη, αιώνια, άπειρη και απεριόριστη, με τη θεωρία και με τη βοήθεια του Λόγου και του Πνεύματος.



84. Όταν, ενώ ο άνθρωπος με ειλικρινείς και απλές τις διαθέσεις της ψυχής του διανύει το δρόμο της αρετής με αρετές και φρόνημα ταπεινό και υπομονή και με την ελπίδα που δίνει η πίστη, επιδημήσει στην καρδιά η ζωοποιός και αστείρευτη δύναμη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος καταφωτίζοντας τις δυνάμεις της ψυχής, κινούμενη ολοφάνερα σύμφωνα με τη φύση Του ως Παρακλήτου, και προσκαλεί το γρηγορότερο προς τον εαυτό της το νου, που είναι σε ενέργεια, και ενώνεται ανέκφραστα με αυτόν, ώστε πια να είναι πράγματι ο νους και η χάρη ένα πνεύμα, τότε βέβαια ο νους, αυθόρμητα και βοηθούμενος από την πνοή της χάρης, φτάνει στη θεωρία, αφού δηλαδή σταματήσει άρρητα τη μέχρι τότε περιφορά και περιπλάνησή του με την ενέργεια και το φως του ζωοποιού Αγίου Πνεύματος, και φοιτά σε αποκαλύψεις θείων μυστηρίων νοητών. 


Και με σιωπή αδιατάρακτη για όλα, με βλέμμα που ταιριάζει στη φύση του, φτάνει να εισδύσει σε υπερφυσικά ανείπωτα μυστήρια. Και ο δεχόμενος την ενέργεια του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος τόσο περισσότερο θεωρεί και γίνεται θεόληπτος και υψώνεται κατά τη δύναμή του προς τη θέα του Θεού με επιστήμη των θείων, ερανισμένη από ιερά αναγνώσματα, όσο αντίστοιχα απομονώνεται με ταπείνωση και προσευχή. 


Τότε λοιπόν ούτε και από τη θεολογία δεν είναι έξω, αλλά είναι συγχρόνως και θεολόγος και δεν ανέχεται να μη θεολογεί, και μάλιστα διαρκώς. Χωρίς όμως την ουράνια δωρεά που αναφέραμε και χωρίς το Πνεύμα να πνέει αεικίνητα και ευκρινώς στην καρδιά, αλοίμονο, όσα βλέπει ο νους είναι φαντασίες και όσα θεολογεί είναι λόγια μάταια που σκορπίζονται στον αέρα, χωρίς να διεγείρουν το αισθητήριο της ψυχής όπως πρέπει, γιατί προέρχονται από την ακοή και από λόγια που άρχονται απέξω. 


Από εδώ βρήκε είσοδο η πάνδεινη πλάνη των νοητών και της ίδιας της θεολογίας, πολύ κακώς, γιατί δεν προέρχονται από καρδιά στην οποία ενεργεί το φωτιστικό Πνεύμα, στο οποίο βρίσκεται η ενοειδής και αμετάβλητη αλήθεια της θεολογίας γενικά. Γιατί σε καρδιά όπου δεν είναι παρούσα φανερά και αστείρευτα η ζωοποιός και φωτιστική δύναμη και ενέργεια του Πνεύματος, είτε πνέοντας θέλει κανείς να πει, είτε ρέοντας, εκεί δεν υπάρχει νοερή ένωση, αλλά μάλλον διαίρεση· ούτε δύναμη και στάση, αλλά αδυναμία και μεταβλητότητα· ούτε επίσης φως και όραση της αλήθειας, αλλά μάλλον σκότος και τυχαία πλάσματα της φαντασίας και γενικά οδός πλάνης και αλογίας. 


Γιατί, κατά τους Πατέρες, από τρεις τάξεις ή οδούς μπορεί να περάσει ο νους, δηλαδή τη φυσική, την υπερφυσική και την παρά φύση. Όταν ο νους θεωρεί κάποιο νοητό μέσα σ’ ένα υποκείμενο, τότε βλέπει κατά φύση, αλλ’ όμως με υπερφυσική ενέργεια του Πνεύματος. Όταν βλέπει υποστατικά και όχι σε υποκείμενο, π.χ. δαίμονα τυχόν ή Άγγελο, αν ο νους εχει γίνει ένα ειρηνικά και η λάμψη του Πνεύματος αναρριπίζεται εντονότερη, τότε βλέπει υπερφυσικά και συνεπώς χωρίς πλάνη· αν όμως βλέποντας τα ορατά ο νους διαιρείται και σκοτεινιάζει και σβήνει η ζωοποιός δύναμη, τότε βλέπει παρά φύση κι εκείνη η όραση είναι της πλάνης. 


Γι’ αυτό δεν πρέπει ν’ ανυψώνομε το νου στην πνευματική όραση υποστατικά, ούτε να πιστεύομε καθόλου στην όραση αν η καρδιά δε δέχεται την ενέργεια, όπως προαναφέραμε, και δεν κινείται από τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, αν θέλομε να έχομε το νου μας υγιή και φρόνιμο.



85. Μερικοί προσπαθούν, και πράττουν πολύ καλά, να θεραπεύσουν τη φλόγωση των παθών τους με την ουράνια δροσιά της χάρης· γι’ αυτούς έχει γραφεί: «Η δροσιά που μας στέλνεις Εσύ είναι η θεραπεία μας»(Ησ. 26, 19). Σε άλλους πάλι, αυτή η δροσιά, ενωμένη με κάπως μεγαλύτερη θεία βοήθεια, μεταβάλλεται σε μάννα και σαν άλλο σιτάρι γίνεται ψωμί, καθώς αλέθεται με την ταπείνωση της καρδιάς και πλάθεται με το νερό των δακρύων και ψήνεται στη φωτιά της πνευματικής γνώσεως. 


Και τούτο της συμβαίνει ταιριαστά και πολύ δίκαια, και γίνεται τροφή όμοια με των Αγγέλων. Γι’ αυτούς δικαιολογημένα έχει γραφεί: «Ο άνθρωπος έφαγε άρτο Αγγέλων»(Ψαλμ. 77, 25). Είναι και άλλοι που, κατά μία υψηλότερη πρόοδο, η φύση τους έχει γίνει και φαίνεται καθαρά ως μάννα. Γι’ αυτούς τα Ευαγγέλια λένε: «Ό,τι γεννήθηκε από το Πνεύμα είναι πνεύμα»(Ιω. 3, 6). Η πρώτη τάξη είναι των σοφών ησυχαστών, η δεύτερη εκείνων που ασκούν επιπλέον σιωπή μαζί με τη θεία γνώση, και η τρίτη όσων έφτασαν στην καθολική απλότητα και δέχτηκαν τη θεία αλλοίωση με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 86-92

86. Ο νους που με τη χάρη διέφυγε νοητά τόσο τον Φαραώ, όσο και την Αίγυπτο και τα εκεί δεινά και την ταλαιπωρία, όπως επίσης και τη σαρκική ζωή, τη γεμάτη από τα πικρά κύματα των παθών και της αλμυρής κακίας, και έφτασε σε νοητή έρημο, δηλαδή σε έξη απαλλαγμένη από νοητούς φαραωνίτες· και που, με λίγα λόγια, έπαθε νοητά και ξεπέρασε όλα τα δεινά που έτυχαν τότε στους Εβραίους αισθητά, αυτός ο νους τρώει στη συνέχεια μάννα νοητό, με αίσθηση ψυχής και χωρίς κίνδυνο, το οποίο μάννα προτύπωνε εκείνο που έτρωγαν τότε οι Ισραηλίτες αισθητά(Έξ. 16, 35).

Και στην αρχή βέβαια, επιθυμεί καμιά φορά τα νοητά κρέατα, όπως εκείνοι επιθυμούσαν τα αισθητά(Έξ. 12, 8) από τις αιγυπτιακές θυσίες, πράγμα πολύ επικίνδυνο, αλλά και σφαλερό. Και δοκιμάζει εξάπαντος την αποστροφή του Θεού, έως ότου με την ικεσία και την επιστροφή της μετάνοιας εξιλεώσει κατάλληλα το Θεό. Και αν χορταίνει πιο συνεχώς αυτό το μάννα μέσα στην ησυχία, με την πάροδο του χρόνου και με την προσθήκη ροπής και ορμής εκ μέρους της χάρης, βλέπει έκδηλα, θα έλεγε κανείς, τη νοητή σάρκα του να μεταβάλλεται κατά κάποιο τρόπο στη φύση του μάννα. 


Για το νου αυτόν που τρώει το μάννα υπάρχουν πνευματικές ζυγαριές και σάλπιγγες(Λευϊτ. 19, 36) , με τις οποίες τρώει με μέτρο το μάννα και δε μαζεύει περισσότερο από το καθημερινό, για να μη σκουληκιάσει ως υπέρμετρο κι έτσι χαθεί όλο, και χαθεί μαζί από έλλειψη τροφής και ο νους που δεν κρατάει το μέτρο. Γίνεται φανερό ότι ο νους τρώει μάννα, από το ότι ενώ δεν τρώει τίποτε άλλο, ζει ζωή φανερά καλύτερη από οποιονδήποτε που τρώει ο,τιδήποτε και οσοδήποτε, εννοώ βέβαια νοητά. 


Ότι και αυτός μεταβλήθηκε κάπως από την έξη αυτής της θρέψεως, παίρνοντας την ποιότητα του μάννα, σημάδι είναι η ανορεξία για ό,τι άλλο επιθυμούσε πρωτύτερα, και όταν σε όλα τα μέρη τρώει μάννα και γίνει νήπιος και προσκολληθεί στη θεοσέβεια. Δεν είναι παράδοξο να μεταβληθεί κανείς στην έξη εκείνου που τρώει συνεχώς και χορταίνει από αυτό πολύ καιρό· έτσι ούτε η προς την έξη του μάννα μεταβολή του νου θα είναι οπωσδήποτε αταίριαστη, γιατί εκ φύσεως η συνεχής και χωρίς αλλαγή τροφή μεταβάλλει συνήθως σύμφωνα με τον εαυτό της εκείνο που τρέφει. Οπότε ο νους όχι μόνο έχει καθαρά τάξη Αγγέλου, αλλά γίνεται μέτοχος και θείας υιοθεσίας και μεταβαίνει επάξια από δόξα πνευματική σε δόξα, όχι μόνο ατενίζοντας προς το Ένα, αλλά και ο ίδιος γινόμενος ένα με τον εαυτό του, και σε αυτό το ένα ζει και τρυφά υπερκόσμια και, για να πω έτσι, απολαμβάνει αλάλητα μυστικά θεοειδώς και θεοφιλώς με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. 


Και βέβαια μεταβάλλεται και αυτός και γίνεται πραγματικά σύμφωνα με όσα βλέπει και υμνεί, ώστε να βλέπει τον εαυτό του με το ποιόν του μάννα. Αυτή η τάξη είναι πολύ υψηλότερη και τιμιότερη από εκείνου που ξέρει ότι τρώει μάννα, όχι όμως ότι έχει μεταβληθεί σύμφωνα με το ποιόν του μάννα. Το πρώτο μπορεί να το πάθει ο νους κάπου στις αρχές όταν συγκεντρωθεί στον εαυτό του σε νοερή ένωση. Το δεύτερο είναι σαφής φανέρωση της πραγματικής ενώσεως και της αποκαλύψεως μυστηρίων της γνώσεως και της άκρας απελευθερώσεως απ’ όλα και της υπεραπλούστατης νοερότητας.



87. Ο νους είναι απλός κατά τη φύση, γιατί και το Θείο, του οποίου είναι εικόνα, είναι απλό. Επειδή είναι απλός, αγαπά και να ενεργεί απλά, γιατί το κάθε τί αγαπά ό,τι είναι όμοιο με τη φύση του· ποικίλλεται όμως, όχι για τον εαυτό του, αλλά για τις αισθήσεις και τα αισθητά μέσω των οποίων δέχεται τα νοητά. Μα όταν ο νους στήσει το λόγο του να κρίνει και να δικάζει μεταξύ του εαυτού του και των αισθήσεων μαζί με τα αισθητά όσο γίνεται επιστημονικότερα, έτσι ώστε μήτε τις αισθήσεις να τις κάνει αμβλύτερες από ό,τι πρέπει, μήτε τα κάλλη των αισθητών ή να τα αμαυρώνει από ραθυμία ή να τα υπερτονίζει αγενώς και να υποβιβάζει από αδιαφορία σ’ αυτά την εξουσία του νου, αλλά να αποδίδει με σωφροσύνη στο καθένα ό,τι του ανήκει, τότε ο νους γίνεται ενιαίος και απλός, αποκαθίσταται στη φύση του, απομακρύνεται από τα διαιρετά και αρχίζει πάλι φυσικά να αγαπά το ένα και απλό και το να ενεργεί ενιαία και απλά, πράγμα το οποίο ζητεί επειδή το αγαπά. 


Και ζητώντας, πετά πάνω από κάθε σύνθεση, ώσπου να βρει το αληθινά και κυρίως και απλό Ένα, το οποίο είναι ο Θεός. Τότε πιά, μόνο κάτω από τα φτερά του Θεού, άλλοτε σκεπαζόμενος και άλλοτε φτερουγίζοντας χάρη σ’ αυτά, ευχαριστείται όπως είναι εύλογο να ευχαριστείται ο νους που φρουρείται και κατέχεται από το Θεό.



88. Από τα πάθη έπεσε πάνω στη διορατική δύναμη της ψυχής κάτι σαν παχύ νέφος και την έκανε να βλέπει άλλα αντί του Όντος. Όταν ο νους με την πυκνή προσευχή, την εκπλήρωση των εντολών και την ανάταση στη θεωρία του Θεού με τη βοήθεια της χάρης αποδιώξει αυτό το παχύ νέφος, βλέπει ολοκάθαρα από μόνος του, ότι βλέπει το Θεό, και διόλου δε χρειάζεται κάποιον να του το εξηγήσει, όπως δε χρειάζεται ένας που βλέπει με την αισθητή όραση, αν βέβαια δεν υπάρχει κάτι να ενοχλεί και να καλύπτει τις κόρες των ματιών του. 


Όπως δηλαδή τα αισθητά εκ φύσεως γίνονται αντιληπτά από τις αισθήσεις, όταν αυτές είναι υγιείς, έτσι και τα νοητά είναι οικεία στις νοήσεις που μένουν καθαρές από το νέφος των παθών. Και όπως η κατάληψη των αισθητών γίνεται με την αντιληπτική ικανότητα των αισθήσεων, έτσι και με την ενατένιση του νου γίνεται συνήθως η εποπτεία των νοητών, μετά τα οποία γίνεται η άμορφη, η χωρίς ποιότητες και φαντασίες και απλή θεωρία του Θεού με τη δύναμη της χάρης. 


Αυτή, κυριεύοντας το νου, τον αποδεσμεύει από τα οποιαδήποτε αισθητά και νοητά και τον κλείνει, όλο έκπληξη και θαυμασμό, σε βυθό απειρίας, απεριοριστίας και απροσδιοριστίας με τρόπο που είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια.



89. Ω Δέσποτα Παντοκράτορ, Εσύ που είσαι η αρχή όλων των ορατών και των νοητών! Αρχή Σου είναι το άναρχο, άκτιστε· ορισμός Σου το αόριστο, άπειρε· φύση Σου το υπερφυσικό, απερίληπτε· ουσία Σου το υπερούσιο, αγέννητε· μορφή Σου το άμορφο, αόρατε· ιδιότητά Σου η αϊδιότητα, άφθαρτε· σχήμα Σου το ασχημάτιστο, ανεξιχνίαστε· τόπος Σου το χωρίς όρια, απεριόριστε· κατάληψή Σου το ακατάληπτο, ανεξερεύνητε· γνώση Σου και θεωρία το αθέατο και άγνωστο, απρόσιτε και απερινόητε· λόγος το άρρητο, ανέκφραστε· ερμηνεία το ανερμήνευτο, ανείπωτε· νόησή Σου το ακατανόητο, αδιανόητε· και γενικά η θέση Σου είναι η αφαίρεση από όλα, υπέρθεε. Είσαι όλος θαυμασμός και γαλήνη και θάρρος και αγάπη και γλυκύτητα και ευχαρίστηση και πεποίθηση σε όλα και πραγματική αμεριμνία και χαρά, η μόνη ενυπόστατη δόξα και βασιλεία και σοφία και δύναμη. Γι’ αυτό από τη φύση Σου γίνεσαι άρρητα έκσταση από όλα τα ορατά και κατάπαυση από όλα τα νοητά και ανάπαυση μέσα σε Σένα, θαυμαστή για όσους σε θεωρούν με τη μετοχή του Αγίου Πνεύματος, άφραστε Θεέ.



90. Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Όσο θαυμάζεται το Θείο, τόσο γίνεται πιο ποθητό· και ως ποθητό, καθαίρει. Και επειδή μας καθαιρεί, μας κάνει θεοειδείς· και όταν γίνομε έτσι, ως ήδη δικούς Του, μας αποδέχεται». Και όχι μόνο ο Θεός κάνει έτσι, αλλά και όσοι έχουν καθαρθεί απευθύνονται στα θεία και το Θεό όπως σε οικείους πνευματικά και αληθινά. Γι’ αυτό και ο Θεολόγος προσθέτει: «Είναι Θεός κι ενώνεται και γνωρίζεται με θεούς». Βλέπεις το θαύμα της ενώσεως; Ο Θεός, λέει, ενώνεται με θεούς. 


Και αφού βέβαια ένωση υπάρχει μεταξύ των αυτών, είναι φανερό ότι όμοια θα είναι οι αυτές και οι διαθέσεις και οι απολαύσεις της ενώσεως. Γι’ αυτό λέει: «Και γνωρίζεται». Όμοια λοιπόν κι όσοι έγιναν από τη χάρη θεοειδείς και θεοί, απευθύνονται όπως σε οικείους τους στα θεία και το Θεό και τους γνωρίζουν όπως με ανάλογο τρόπο θεωρεί ο Θεός και γίνεται συνόμιλος και ενώνεται με όσους γίνονται όπως είπαμε θεοειδείς και θεοί. 


Αυτό το φανερώνει ο Μέγας Γρηγόριος προσθέτοντας όχι αδικαιολόγητα: «Και τόσο ίσως γνωρίζουν το Θεό αυτοί εδώ οι καθαροί και θεοί, ακριβώς όσο τους γνωρίζει και Αυτός», με ανάλογο τρόπο ο φύσει Θεός τους θέσει θεούς. Πόσο λοιπόν, μπορείς να φανταστείς, σκεπτόμενος ορθά; Είναι βέβαια πολύ μακάριοι εκείνοι που ανυψώνονται όπως πρέπει σε οράσεις και θεωρίες Θεού με όλη την ορμή της ψυχής και όλη την πνευματική γνώση, όταν βλέπεις όλους όσοι είναι μέσα στο Θεό να βρίσκονται σε κατάσταση υπερθαύμαστου θαυμασμού και μέγιστης εκπλήξεως μπροστά στο ακατάληπτο του Θεού —αφού είναι άναρχος, απεριόριστος, απερίγραπτος και πλήρως αιώνιος και άπειρος. 


Γι’ αυτό η ψυχή τους προσκολλάται ερωτικά στο Θεό(Ψαλμ. 62, 9)· και λιώνοντας από ευδαιμονία, πάσχουν πόθο αφόρητο πολύ, καθώς θεωρούν το θείο πρόσωπο και το έξοχο κάλλος Του. Τότε, ύστερα από αυτό και από τη θεουργία, καθαίρονται και γίνονται θεοειδείς και θεοί και ενώνονται συνειδητά με το Θεό. Αυτός, αφού έγινε πλέον γνώριμός τους χάρη στον πνευματικό πλούτο όσων θεώθηκαν και κατ’ ακολουθίαν προς το υπερφυσικό δώρο της θεώσεώς τους και της θείας ενώσεως, συναρπάζει θαυμαστά με το υπέρκαλλο κάλλος Του όλη τη νοερή αίσθησή τους και όλη την επιθυμία τους· τους έχει γύρω Του γοητευμένους σαν άλλους Αγγέλους να ψάλλουν αδιάκοπα και αρμονικά: «Ο Θεός στάθηκε σε σύναξη θεών και κάθισε στη μέση να τους κρίνει»(Ψαλμ. 81, 1) και: «Ο Κύριος, ο Θεός των θεών, μίλησε και κάλεσε τη γη, δηλαδή τους επίγειους ανθρώπους, από την ανατολή μέχρι τη δύση»(Ψαλμ. 49, 1). 


Γι’ αυτό και οι άρχοντες των λαών συνάχθηκαν μαζί με το Θεό του Αβραάμ(Ψαλμ. 46, 10) και στη συνέχεια στάθηκαν γύρω από το Θεό όπως τα Σεραφείμ στέκονται γύρω Του(Ησ. 6, 2), και δέχονται θείες ελλάμψεις υπερκοσμίων μυστηρίων και ακολουθούν αχώριστα το Θεό, ο οποίος είναι άπειρες φορές άπειρα πάνω απ’ όλα. 


Αν λοιπόν, κατά το λόγο του Κυρίου, οι καθαροί στην καρδιά είναι μακάριοι, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό(Ματθ. 5, 8), πώς δεν είναι μακάριοι οι θεωρητικοί, οι οποίοι καθαίρονται με το θαυμασμό της γνώσεως του Θεού και ανεβαίνουν σε αξίωμα θεού με την προκοπή τους; Αν ποθούμε λοιπόν τον πιο πάνω μακαρισμό και να λάβομε τη θέωση και έτσι να σταθούμε ασάλευτοι όπως τα Χερουβείμ γύρω από το Θεό, πρέπει να καταπιαστούμε με τη θεωρητική επιστήμη και πράξη με όλη μας την επιμέλεια, με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.



91. Επιθυμώ υπερβολικά να σε δω και ακολούθως να σε υμνήσω, ζωοποιέ, ζωή εκείνων που κατά κάποιο τρόπο σε βλέπουν Κύριε, Θεέ μου, αλλά αν και θέλω, δεν μπορώ να πω κάτι αντάξιό Σου και βρίσκομαι αληθινά σε αμηχανία και αδημονώ. Ω, πώς ο νους είναι οικείος μ’ Εσένα, δεσποτα, δημιουργέ πάνσοφε, και μόνο όταν βλέπει Εσένα απολαμβάνει την ειρήνη και τη φυσική του ανάπαυση. Επιθυμεί από τη φύση του ως νους, αφού ελευθερωθεί από την περιφορά στα έξω και ορατά και βρεθεί σε ησυχία με τον εαυτό του, να νοεί και να διανοείται με τη φυσική του ταχύτητα τα υψηλότερα και να προσηλώνεται εξαιτίας της αϋλίας του στα αϋλότερα. 


Αφήνω που εκ φύσεως τρέχει αυθόρμητα προς το υψηλότερο όλων και ανώτερο από κάθε αϋλία. Είναι φανερό ότι ο νους, καθώς βοηθείται εύλογα λόγω της πίστεως από την ώθηση του Αγίου Πνεύματος και ανυψώνεται με αυτή, ή μάλλον καθώς έλκεται ισχυρά από τα νοητά που σε περιβάλλουν, ως συγγενή με αυτόν, ποθεί υπερβολικά να σε δει με όλη την προθυμία της ψυχής. Και τί θαυμάσια και μακάρια, ανάλογα με τη φύση του, δεν πάσχει! 


Επειδή ο νους έχει φύση νοερή που είναι πιο ικανή να πετά και πιο γρήγορη από όλα τα κτίσματα και η επιθυμία της είναι όπως πρέπει τα νοητά, γι’ αυτό έχει ανάγκη να νοεί, όπως τα αισθητά ζώα έχουν ανάγκη να τρώνε. Γιατί όπως ταιριάζει στα ζώα που έχουν αισθήσεις να τρώνε, έτσι ταιριάζει στο νου να νοεί. Από τη νόηση δηλαδή ο νους ζει όπως πρέπει και αυξάνει και απολαμβάνει και τέρπεται, όπως τα ζώα από το φαγητό. 


Αυτά βέβαια του συμβαίνουν από τη δράση του, δηλαδή από το να νοεί υπερβολικά, και μάλιστα όταν φτάσει ανέκφραστα σ’ Εσένα, χάρη στην αγαθότητα του Πνεύματός Σου, και η επιθυμία του αναμιχθεί με τη γλυκύτητα της άρρητης δόξας Σου. Όποιο δηλαδή επιθυμεί κάτι ιδιαίτερα, τί είναι φυσικό να πάθει όταν συναντήσει κάτι ελκτικό και μάλιστα με τη δική Σου έλξη, και αυτό από δική Σου πρόνοια, προς τόσο μεγάλο επιθυμητό όπως Εσύ; Γιατί Εσύ, Βασιλεύ πάνσοφε, παντοδύναμε, υπεράγαθε Κύριε, αφού έκτισες το νου ύπαρξη που νοεί, τον κάνεις έτσι ώστε να υπερευφραίνεται με τα δικά Σου εκ φύσεως και να κυριεύεται ανείπωτα και με έκπληξη από το θείο Σου έρωτα και, κατά κάποιο τρόπο, να νιώθει μανία για σένα εφάμιλλη με το βακχικό ενθουσιασμό. 


Και ο νους, αφού κτίσθηκε τόσο άκρος φίλος του καλού, έχει ολότελα και την αγάπη του καλου εκ φύσεως, επομένως από την Πρόνοια έχει την επιθυμία να νοεί τα άριστα και πάντοτε να επιθυμεί τα υψηλότερα και όσα προηγούνται και να χαίρεται από πριν για τα υπέρτερα. Πώς τώρα φαίνεσαι σ’ αυτόν και πώς τον συναρπάζεις με υπέρτατη σοφία, καταγοητευμένο από τον έρωτα της θεωρίας Σου και ενώ είναι με όλη τη διάθεση της ψυχής του σε έκσταση από όλα γενικώς εκτός από Σένα! 


Ούτε ποικίλος μόνο φαίνεσαι, γλυκύτατε, ούτε απλός, ούτε περιληπτός, ούτε απερίληπτος, ούτε φοβερός, ούτε μειλίχιος, αλλά τώρα είσαι αυτό, υστέρα εκείνο. Κι έτσι η κίνηση και η στροφή του νου δεν έχει να κλίνει προς κάτι έξω από Εσένα για χάρη ποικιλίας δήθεν ή απλότητας, για επιθυμία ακαταληψίας ή καταλήψεως, για φοβερότητα ή μειλιχιότητα. Και γενικά, αφού είσαι όλος ένα αγαθό και καλό και ποιητική αρχή όλων των αγαθών και των καλών υπεράγαθη και υπέρκαλλη, τίποτε άλλο δεν επιτρέπεται να θεωρεί ο νους και σε τίποτε άλλο να παραμένει και να τέρπεται με πολλούς τρόπους, παρά μόνο σ’ Εσένα. Γιατί Εσύ έχεις τα πάντα μέσα στον εαυτό Σου ως αιτία και βρίσκεσαι πάνω απ’ όλα, ως δημιουργός, άπειρες φορές άπειρα υπέρκαλλος. 


Γι’ αυτό ενώ είσαι ένας στην ουσία, Θεέ, θεωρείσαι όμως με ποικίλους τρόπους ως προς τις ενέργειες, εξαιτίας του πλήθους τους. Και πάλι εξαιτίας του μεγέθους τους θεωρείσαι μέγας. Και το πιό θαυμαστό και εκπληκτικό, ότι σε όποιους με όποιο τρόπο γίνεσαι δεκτός, μένεις ο ίδιος. Γιατί Συ, ο τελείως απερίληπτος κατά την ουσία, δεν είσαι περιληπτός οπωσδήποτε και κατά την ενέργεια και τη δύναμη. Ποιός μπορεί να βρει το μέτρο της δυνάμεώς Σου; Ποιός γνώρισε τη σοφία Σου; Ποιός εξερεύνησε το πέλαγος της αγαθότητάς Σου; Και ποιός εννόησε στο βάθος κάτι από τα δικά Σου; Παρ’ όλα αυτά, είσαι οπωσδήποτε καταληπτός με άλλο τρόπο. 


Έτσι λοιπόν, αρχίζοντας ο νους να θεωρεί τα νοητά που κρύβονται στα ορατά, ανεβαίνει ακολούθως προχωρώντας στο γύρω από Σένα, Σωτήρα, ενιαίο και ακατάληπτο. Κι επειδή είναι γλυκύ και εξαιρετικά ευχάριστο πράγμα η κατανόησή Σου κι επειδή είναι φίλος του καλού, σπεύδει με όλη την επιμέλεια και φιλονεικεί, θα λέγαμε, ν’ ανεβεί ακόμη ψηλότερα. Επειδή όμως δεν μπορεί να φτάσει μακρύτερα, συλλογιζόμενος ορθά ότι εκείνο που τον ελκύει, αδιαφιλονείκητα του ξεφεύγει ως ανώτερό του, καταλαμβάνεται από μεγάλο έρωτα και κυριεύεται από μανία για Σένα βακχική και αναρριπίζει μέσα στην ψυχή πόθους φλογερούς, κάνοντας προσάναμμα της θείας αγάπης την κατανόηση του ακαταλήπτου και θέτοντας την απορία μέσο πορισμού θείων ερώτων. 


Δεν τον θέλγει τόσο ό,τι μπόρεσε να μάθει για Σένα, πάνσοφε, όσο τον φλογίζει εκείνο που του διαφεύγει, και τον κάνει να το θαυμάζει πολύ και να το ποθεί ξεχωριστά, ακριβώς λόγω του ανεφίκτου της γνώσεως. Θα πρόσθετα δε, ότι πείθει το νου και να αναζητεί, όχι βέβαια τί είσαι στην ουσία —γιατί αυτό είναι στον καθένα οπωσδήποτε και με κάθε τρόπο περισσότερο από αδύνατο—, αλλά τη θεία δύναμη και ενέργεια της ουσίας Σου και γενικά, όλα όσα ακατάληπτα θεωρούνται και θεολογούνται γύρω από Εσένα, τα οποία είναι, όπως είπα, άπειρα για το μέγεθός τους κι ανεξερεύνητα για το πλήθος τους. 


Σε αυτών δηλαδή το πέρας αν και είναι αδύνατο να φτάσει ο νους, αφού είναι άπειρα, γίνεται ωστόσο δυνατόν, σ’ εκείνον που σε πλησιάζει αφού καθαρθεί και με την ενατένιση του κάλλους Σου, να προχωρεί σε πιο φωτεινές και καθαρότερες οράσεις των γύρω Σου και να θεώνεται κατάλληλα. Γι’ αυτό και καταφλογίζεις με ερωτικό βέλος το νου που σε περιμένει σαν δικό του, φωτίζοντάς τον όλο και περισσότερο και τον εισάγεις σε κάποια άδυτα μυστικά θεάματα, υπερουράνια. Ω Μονάδα υπερύμνητη και Τριάδα υπέρτιμη! Ω βυθέ δυνάμεως και σοφίας απύθμενε! 


Πώς από αυτή την ίδια, είτε αφετηρία θέλει να την πει κανείς, είτε γραμμή, εισάγεις στον ιερότατο γνόφο Σου το νου, που καθάρθηκε κατά τα καθιερωμένα, και τον μεταφέρεις από δόξα σε δόξα και πολλές φορές τον αφήνεις να μένει και μέσα στον υπέρφωτο γνόφο. Δε γνωρίζω, όπως γνωρίζεις Εσύ, ούτε αν πρόκειται για το γνόφο στον οποίο μπήκε τότε ο Μωυσής(Έξ. 20, 21), ούτε αν ο γνόφος του Μωυσή είναι εικόνα του δικού Σου ή αν ο δικός Σου γνόφος είναι εικόνα εκείνου. 


Πάντως, ότι αυτός είναι καθαρά νοητός γνόφος και μέσα σ’ αυτόν τελεσιουργούνται ανείπωτα στο μυστικό χώρο της ψυχής τα μυστήρια της πνευματικής ενώσεως και αγάπης με τρόπο θείο και θαυμαστό, αυτό το γνωρίζουν πολύ λαμπρά εκείνοι που εισάγονται σ’ αυτόν με τη φεγγοβολή του φωτιστικού Πνεύματος.



92. Ποιός, Κύριε, Αγία Τριάς, όντας σε αυτή την κατάσταση, δε χαίρεται βλέποντας Εσένα που είσαι ο βασιλεύς και παντοτινός κυβερνήτης και διανεμητής κάθε καλού και αγαθού και πλούσια πηγή τους; Και ποιός, προτού δει την παντοκρατορική κυριαρχία Σου, μπορεί να χαίρεται με αληθινή χαρά; Κανένας βέβαια. Γι’ αυτό είναι πράγματι μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά(Ματθ. 5, 8), επειδή αυτοί σε βλέπουν με τα μάτια της ψυχής, Εσένα που είσαι κατεξοχήν χαρά πνευματική. 


Και δοκιμάζουν βέβαια μεγάλη χαρά και αγαλλίαση και γεμίζουν από αφόρητους έρωτες, αν και πολλές φορές παλεύουν και με σωματικές δυσκολίες και υποφέρουν από δαιμονικές προσβολές. Γιατί το πνευματικό φως που εκπέμπει το κάλλος του προσώπου Σου, Κύριε, είναι άπειρες φορές άπειρα ανώτερο από οποιαδήποτε κοσμική λύπη για εκείνον που φωτίζεται από αυτό με τη χάρη. Γι’ αυτό προπορεύεσαι Εσύ, Κύριε, όλος γλυκύτητα, όλος επιθυμία, άγιος πόθος, ανέκφραστος έρωτας. 


Γι’ αυτό η αγάπη Σου αφήνει πληγωμένους από αφόρητα υπερφυσικά βέλη εκείνους που σε βλέπουν κατά κάποια έννοια. Γι’ αυτό, οι ψυχές εκείνων που σε βλέπουν, ακολουθούν την οσμή των μύρων Σου και τρέχουν πίσω Σου με σφοδρή και ακατάβλητη ορμή, άρρητε Θεέ, και με κάθε τρόπο προσπαθούν να σε έλξουν προς τον εαυτό τους, νικημένες πάντως και λιώνοντας θαυμαστά από τον πόθο Σου(Άσμα 5, 16). 


Γι’ αυτό σε κρατούν αλησμόνητα στο νου, συνεπαρμένες από το θαυμαστό κάλλος Σου. Ή μάλλον, πρώτα Εσύ κατέχεις διαρκώς και πνευματικώς τις καρδιές τους νύχτα και μέρα, κι έτσι ο ύπνος πέταξε μακριά από τα βλέφαρά τους. Και η γλυκύτητα (…)* αλλά και όταν κοιμούνται, η καρδιά τους είναι άγρυπνη(Άσμα 5, 2), νιώθοντας αγαλλίαση, όπως λέει ο Προφήτης, πάνω στα κρεβάτια τους(Ψαλμ. 149, 5). 


Βλέπουν επίσης και συνέχονται και δε γνωρίζουν τι θα γίνει. Και απορούν και εξίστανται για την ανείπωτη φαιδρότητα του προσώπου Σου, για τη μεγαλοσύνη της δόξας της αγιοσύνης Σου, για τις υπερκόσμιες αναβάσεις Σου και τις μυστικές αποκαλύψεις που νιώθουν μέσα τους, για τα μύρια απόρρητα και άφατα, πάγκαλα και πανάγαθα δώρα, Πατέρα, τα γύρω Σου (…)


Και είθε να στηρίξεις εκείνους που με ευθύτητα κατοικούν μαζί με το πρόσωπό Σου(Ψαλμ. 139, 14).