Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι – Σύντομη βιογραφία και Εισαγωγικά σχόλια

Σύντομη βιογραφία: Ο αγιότατος πατριάρχης Κων/πόλεως Κάλλιστος, ο επονομαζόμενος Ξανθόπουλος, έζησε επί Ανδρονίκου του Β’ του Παλαιολόγου κατά το έτος 1360. Αφού μαθήτευσε κοντά στον άγιο Γρηγόριο το Σιναΐτη (του οποίου έγραψε αργότερα εκτενή βίο), ασκήτεψε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη του Μαγουλά, απέναντι στη Μονή του Φιλοθέου. Έζησε μαζί με το συνασκητή του Μάρκο εικοσιοκτώ ολόκληρα χρόνια.


Αλλά και με τον Ιγνάτιο που κι αυτός λεγόταν Ξανθόπουλος είχε τόση φιλία, ώστε ήταν σαν μία ψυχή σε δύο σώματα. Αφού έγινε πατριάρχης, εξόρμησε μαζί με τον κλήρο προς τη Σερβία για την ειρηνική ένωση της εκεί Εκκλησίας, περνώντας από το Άγιον Όρος.


Από εκεί τον ξεπροβόδισε ο άγιος Μάξιμος ο λεγόμενος Καυσοκαλυβίτης με τον αστείο, αλλά προφητικό χαιρετισμό: «Τούτος ο γέροντας τη γριά του έχασε», ψάλλοντας και τον επικήδειο ψαλμό «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ» (Ψαλμ. 118). Φτάνοντας λοιπόν στη Σερβία άλλαξε τον φθαρτό βίο με τον άφθαρτο.


Γι’ αυτούς τους δύο λέει κάπου και ο Συμεών Θεσσαλονίκης, μιλώντας για την θεοποιό προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», στο κεφ. 295, τα εξής: «Ιδιαιτέρως τώρα στον δικό μας καιρό έγραψαν με το φωτισμό του Πνεύματος περί της προσευχής αυτής, όντας κι αυτοί άνθρωποι του Θεού, οι δύο θεηγόροι και θεοφόροι και χριστοφόροι και αληθινά ένθεοι, ο άγιος δηλαδή πατέρας μας Κάλλιστος που έγινε εκ Θεού πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο ομόψυχος και συνασκητής του όσιος Ιγνάτιος. 


Και σε βιβλίο σχετικό που συνέγραψαν, φιλοσόφησαν πνευματικά και με θείο φρόνημα πράγματα υψηλά, διατυπώνοντας στα κεφάλαιά τους, που συμπληρώνουν τον τέλειο αριθμό 100, την τέλεια γνώση γι’ αυτή την προσευχή. Βλαστοί κι οι δυο της Βασιλεύουσας, εγκατέλειψαν μαζί τα πάντα και αφού πρωτύτερα έζησαν την παρθενική και μοναχική ζωή ως υποτακτικοί, έζησαν έπειτα μαζί την ασκητική και ουράνια ζωή αχώριστοι, φυλάγοντας προπάντων το να είναι ένα εν Χριστώ, πράγμα για το οποίο ο ίδιος ο Χριστός παρακάλεσε για μας τον Πατέρα (Ίω. 17, 21). 


Φάνηκαν έτσι στον κόσμο σαν φωτεινά αστέρια, κατά τον Παύλο, κρατώντας στερεά το λόγο της ζωής (Φιλιπ. 2, 15-16). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι περισσότερο από πολλούς άλλους Αγίους κατόρθωσαν την εν Χριστώ ένωση και αγάπη, ώστε ούτε υπόνοια κάποιας διαφοράς να υπάρξει ποτέ μεταξύ τους, και σ’ αυτή τη θέλησή τους ακόμα και στον τρόπο τους, ή κάποιας στιγμιαίας λύπης, πράγμα σχεδόν αδύνατο στους ανθρώπους.


Γι’ αυτό και έγιναν αγγελικοί και κράτησαν την ειρήνη του Θεού όπως υποσχέθηκαν και την έκαναν κτήμα τους, η οποία ειρήνη, όπως λέει ο Παύλος, είναι ο Ιησούς Χριστός, η ειρήνη μας, Αυτός που συνένωσε τα δύο μέρη (Έφ. 2, 14) και του οποίου η ειρήνη ξεπερνά κάθε νου (Φιλιπ. 4, 7). Έτσι απεβίωσαν ειρηνικά και τώρα απολαμβάνουν τη θεία γαλήνη και βλέπουν καθαρότερα τον Ιησού, τον οποίο αγάπησαν με όλη την ψυχή τους και τον αναζήτησαν αληθινά, και είναι ένα μαζί Του και μετέχουν ακόρεστα στο γλυκύτατο και θείο φως Του. Του φωτός αυτού τον αρραβώνα έλαβαν από εδώ, καθαρμένοι με τη θεωρία και τις πράξεις, και δέχθηκαν τη θεία έλλαμψη όπως οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17, 1-2). 


Αυτό φανερώθηκε καθαρά για να βεβαιωθούν πολλοί· είδαν δηλαδή τα πρόσωπά τους ν’ αστράφτουν όπως του Στεφάνου (Πράξ. 6, 15), γιατί δε χύθηκε η χάρη στην καρδιά τους μονάχα, αλλά και στα πρόσωπα. Γι’ αυτό και φάνηκαν ν’ αστράφτουν στα πρόσωπά τους καθώς ο ήλιος, όμοια με τον μέγα Μωυσή (Έξ. 34, 29-30), όπως μαρτύρησαν όσοι τους είδαν. Αυτοί, καθώς έπαθαν το μακάριο αυτό πάθος και διότι γνωρίζουν από την πείρα τους, μιλούν ολοκάθαρα για το θείο φως, τη φυσική ενέργεια και χάρη του Θεού, όπως επίσης και για την ιερή προσευχή, παρουσιάζοντας τους Αγίους ως μάρτυρες.



Εισαγωγικά σχόλια: Ο Ησυχασμός αποτελεί μία αξιοσέβαστη μορφή πνευματικής ζωής και ίσως την ύπατη οδό της μυστικής εν Χριστώ τελειώσεως και θείας ενώσεως. Η Εκκλησία κοσμείται από πλήθος Αγίων, Ησυχαστών που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα τελειότητας και η διδακαλία τους συνοψίζει τους θείους έρωτες και τις άκτιστες λαμπηδόνες, που ενεργήθηκαν στις θεοφόρες ψυχές τους από το «ακτιστοσυμπλαστουργοσύνθρονον» Άγιον Πνεύμα.


Μεταξύ των αγίων Ησυχαστών, που έμαθαν και «έπαθαν» τα θεία, είναι οι ομότροποι και ομόψυχοι και κατά χάρη ομόθεοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι, κατά τα μέσα του 14ου αιώνος, που προήρχοντο μεν από το ομώνυμο Μοναστήρι του Βυζαντίου, αλλά στη δυνατή τελειότητα έφθασαν στο χώρο του Ησυχασμού. Και ο μεν πρώτος εκλήθη αργότερα στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ως Κάλλιστος Β’, ο δε όσιος Ιγνάτιος παρέμεινε μέχρι τέλους του βίου του απλός ιερομόναχος. Αμφότεροι πάντως, πλήρεις Πνεύματος Αγίου, συνέταξαν την θεόσοφη πραγματεία που ακολουθεί, για τον Ησυχασμό και τις διάφορες φάσεις του κατά προοδευτική τάξη.


Πρόκειται για έργο γνησίας άγιοπνευματικής πείρας, που συμπυκνώνει ολόκληρη τη διδασκαλία των μυστών του Ησυχασμού, όπως είχε διαμορφωθεί και εμπλουτισθεί από τους αγίους Γρηγορίους Σιναΐτη και Παλαμά, με τα ψυχοτεχνικά στοιχεία, που χρησιμοποιούσαν κατά τα πρώτα στάδια της νοεράς και καρδιακής προσευχής.


Οι άγιοι Ησυχαστές, συγγραφείς του σχολιαζομένου έργου, πράγματι παραδίδουν μία εμπειρική και θεωρητική μέθοδο και έναν ακριβή κανόνα ησυχαστικής βιοτής, αρχίζοντας από βασικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, περνώντας από τα διάφορα πνευματικά στάδια, για να καταλήξουν στην τελεία ένωση με τον Θεόν εν Αγίω Πνεύματι. 


Και είναι απτό το γεγονός, ότι όσα εκθέτουν και υποστηρίζουν δεν είναι γνωσιολογικά ευρήματα, φαντασιώσεις, συναισθηματικές διακυμάνσεις, ένα είδος σατανικών ή φυσικών ανατολικής προελεύσεως γυμνασμάτων, αλλά υποστατικές αλήθειες, που γεύτηκαν και έζησαν σε τέλεια γνησιότητα, αφού αποδεικνύονται εναρμονισμένες με την αγιοπνευματική εμπειρία των προ αυτών αγίων Πατέρων, την οποία πυκνώς επικαλούνται.


Τα εκατό Κεφάλαια αποτελούν κωδικοποίηση ολοκλήρου της ησυχαστικής παραδόσεως, που περιλαμβάνει όλες τις σταδιακές φάσεις των θείων εμπειριών των αγίων συγγραφέων τους, επαληθευομένων με τις σχετικές αναφορές σε ησυχαστικά κείμενα, και η αξία τους συνίσταται στην μεθοδικότητα και την ιεράρχηση αυτών των θείων εμπειριών τους.


Είναι βεβαίως καταφανές, ότι κέντρον όλων των εκφάνσεων της θείας πείρας των αγίων Ξανθοπούλων αποτελεί η νοερά και κυρίως η καρδιακή προσευχή με κορυφαία απόληξη τον θείον έρωτα, από τον οποίο διακατείχοντο οι μακάριες ψυχές τους, όπως αντικατοπτρίζεται στα γλυκύτατα κείμενά τους και στις αναφορές τους σε πνευματικώς ερωτικές εκφράσεις των θείων Γραφών.


Πέραν των βιογραφικών στοιχείων, που μας δίδουν οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας, περί των μακαρίων Ξανθοπούλων, που ήσαν τόσο αγαπημένοι σαν μια ψυχή «εν δυσί σώμασι» —τους οποίους ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ονομάζει «θεηγόρους, θεοφόρους, χριστοφόρους και ενθέους»—, δεν γνωρίζουμε αρκετά από τον υπερφυσικό βίο τους. 


Αλλά το ύψος της αγιότητός των γίνεται αισθητό μέσα από τα θεία λόγια τους, φορτισμένα ερωτικώς από τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Ακριβώς γι’ αυτό δεν γνωρίζουμε ποιος υπερείχε του άλλου, αφού τα εκατό Κεφάλαια παραδίδονται ως κοινοί καρποί, όπου γίνεται πνευματικώς αισθητό το «αλλόμενον ύδωρ» στις αγιασμένες καρδιές τους.


Ειδικότερα όμως, ο πατριάρχης Κάλλιστος —στον οποίον απεδίδοντο τα 83 Κεφάλαια περί προσευχής, ενώ μόνο τα 14 πρώτα ανήκουν στον κάλαμό του, τα δε υπόλοιπα 69 στον ομώνυμο του Ησυχαστή Αγγελικούδη, όπως σημειώνουμε αλλού—, ως γνήσιος μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, αποκαλύπτει με τα 14 Κεφάλαια την εμμονή του στη γονιμότητα της νοεράς και της καρδιακής προσευχής, που είναι ενωμένες με τη νήψη, δίνοντας έτσι το μέτρο της βαθύτατης πνευματικής του πείρας.


Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι είναι τόσο μεστά σε πείρα και σαφήνεια τα 14 μικρά Κεφάλαια, ώστε να συγκροτούν μια ολοκληρωμένη πραγματεία, για την νοερά και καρδιακή προσευχή, που περιλαμβάνει πλήρη περιγραφή για τις προϋποθέσεις, τα διάφορα στάδια και τις κορυφές του θείου έρωτος, με μια θελκτική εκφραστικότητα και με προσφυείς εικόνες και παραδείγματα.


Αλλ’ ας επανέλθουμε στο κοινό σύγγραμμα των Ξανθοπούλων. Όπως ελέχθη, τα εκατό Κεφάλαια είναι άνθος εύοσμο της προσωπικής πείρας των αγίων αυτών. Και προκειμένου να ωφελήσουν τους εν Χριστώ αδελφούς των, ως φιλάδελφοι, τα κατοχύρωσαν με σχετικές αναφορές διαφόρων θεολόγων και Ησυχαστών Πατέρων. 


Ζώντες δε στα μέσα του 14ου αιώνος, που χάρη στις ησυχαστικές έριδες ανεπτύχθη εκτεταμένη πνευματική, ησυχαστική και θεολογική γραμματεία, ήταν επόμενο να επωφεληθούν των αγιοπνευματικών θησαυρών, που επεκύρωσαν οι Σύνοδοι του 1341, 1347 και 1351. Γι’ αυτό συνεχώς ψηλαφούμε την ησυχαστική διδασκαλία, που ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, αφού τότε δεν είχαν ακόμη κατασιγάσει τα απηχήματα των αντιπαλαμικών.


Πάντως τα εκατό Κεφάλαια αποτελούν κωδικοποίηση της περί Ησυχασμού διδασκαλίας της Εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις του, σε όλη την κλίμακά του, στην αρνητική και θετική πλευρά του, από τα χαμηλότερα επίπεδα ησυχαστικής αγωγής μέχρι τις έσχατες συνέπειές του, που είναι η θεία ένωση. Και παρ’ ότι κυριαρχεί το ρεύμα της νοεράς και καρδιακής προσευχής, όμως δίδονται και στοιχεία θεωρητικά και αποφατικά, γι’ αυτό και επανειλημμένα αναφέρονται τα ονόματα του Αρεοπαγίτου Διονυσίου και Μαξίμου του Ομολογητού.


Ένας Ησυχαστής, έχοντας τα εκατό Κεφάλαια των αγίων Ξανθοπούλων, νομίζομεν ότι δύναται να οδεύσει απλανώς προς τον έσχατο σκοπό του, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες οδοί και άλλα περιθώρια αναπτύξεως των δυνάμεων της ψυχής με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος, που ενέπνευσε στον Ψαλμωδό την αλήθεια: «Εγνώρισάς μοι οδούς ζωής» (Ψαλμ. 15, 11), η οποία αποτρέπει την απολυτοποίηση οιασδήποτε οδού.


——————————————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 15-19). 

Advertisements

Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι – Μέθοδος και κανόνας ακριβής για όσους διαλέγουν την ησυχαστική ζωή (Περιεχόμενα)

Κεφάλαιο 1 – Προοίμιο: Η θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς



Κεφάλαιο 3 – Σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο

Κεφάλαιο 4 – Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα

Κεφάλαιο 5 – Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν

Κεφάλαιο 6 – Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε υστέρα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών

Κεφάλαιο 7 – Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες

Κεφάλαιο 8 – Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν

Κεφάλαιο 9 – Με κάθε μία από αυτές και με τις τρεις μαζί χαρίζεται άφθονα σε μας ο πλούτος όλων των αγαθών

Κεφάλαιο 10 – Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους Του αυτά άφησε στους Μαθητές Του σαν αποχαιρετιστήριες εντολές και θεία κληρονομιά, όπως επίσης και μετά την ανάσταση

Κεφάλαιο 11 – Με αυτά τα τρία διαπλέκονται όλες οι αρετές

Κεφάλαιο 12 – Η δωρεά και η επέλευση του Αγίου Πνεύματος από το Θεό Πατέρα στους πιστούς, χαρίζεται με τη δύναμη του Ιησού Χριστού και στο άγιο όνομά Του

Κεφάλαιο 13 – Εύλογα παραγγέλλουν οι άγιοι Πατέρες μας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος που είχαν μέσα τους, να προσευχόμαστε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και από Αυτόν να ζητούμε το έλεος

Κεφάλαιο 14 – Εκείνος που θέλει να βαδίζει χωρίς να σφάλλει τον κατά Θεόν δρόμο της ησυχίας, πρέπει μαζί με την καθολική απάρνηση των πάντων, να εκλέξει και την τέλεια υποταγή

Κεφάλαιο 15 – Ποιά είναι τα σημάδια της αληθινής υποταγής, που όταν τα κατέχει ο πραγματικός υπήκοος, θα υποτάσσεται σωστά

Κεφάλαιο 16 – Όποιος επιθυμεί τη γνήσια και κατά Θεόν ησυχία πρέπει να φροντίζει, μαζί με την ορθόδοξη πίστη, να είναι γεμάτος και από τα καλά έργα. Η πίστη είναι διπλή. Ο ησυχαστής πρέπει να έχει πίστη, αλλά να είναι και ειρηνικός, απερίσπαστος, αμέριμνος —δηλαδή χωρίς φροντίδες—, σιωπηλός, ήσυχος, να ευχαριστεί το Θεό για όλα, να αναγνωρίζει την αδυναμία του, να υπομένει γενναία τους πειρασμούς και να ελπίζει στο Θεό, περιμένοντας από Αυτόν το έλεος

Κεφάλαιο 17 –  Ο φόβος του Θεού είναι διπλός, ο φόβος των αρχαρίων και ο φόβος των τελείων

Κεφάλαιο 18 – Για χάρη των εντολών και της πίστεως του Κυρίου Ιησού Χριστού οφείλομε, όταν το καλεί η περίσταση, να θυσιάσομε και τη ζωή μας  

Κεφάλαιο 19 – Μέθοδος φυσική για την είσοδο έξοδο μέσα στην καρδιά με την εισπνοή από τη μύτη και την προσευχή που κάνομε κατ’ αυτή και που είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Η μέθοδος αυτή συντελεί κάπως και στη συγκέντρωση της διάνοιας. 

Κεφάλαιο 20 – Η φυσική μέθοδος με την εισπνοή από τη μύτη και την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού που τη συνοδεύει. 

Κεφάλαιο 21 – Και ο ιερός Χρυσόστομος, όμοια με άλλους παλαιούς αγίους Πατέρες, παραγγέλλει να προσευχόμαστε στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας μέσα στην καρδιά, με αυτή την προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».  

Κεφάλαιο 22 – Και πάλι για τη μνήμη του Ιησού μέσα στην καρδιά με την εισπνοή και με προσοχή.  

Κεφάλαιο 23 – Εκείνος που θέλει να νήψει νοερά, και πιο πολύ ο αρχάριος, πρέπει να κάθεται στον καιρό της προσευχής σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, για να συγκεντρώνονται έτσι από το μερισμό με τρόπο φυσικό ο νους και η διάνοια.     

Κεφάλαιο 24 – Η απουσία ρεμβασμού χορηγείται στο νου πρώτα απ’ όλα μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της επικλήσεως με πίστη μέσα στην καρδιά του αγίου ονόματός Του. Συντελεί δε κάπως και η φυσική μέθοδος της εισόδου με την εισπνοή μέσα στην καρδιά, και η παραμονή σε ήσυχο και σκοτεινό χώρο και τα παρόμοια.     

Κεφάλαιο 25 – Πώς πρέπει να περνά ο ησυχαστής το διάστημα από το βράδυ ως το πρωί. Αρχή της λεπτομερειακής διδασκαλίας. 

Κεφάλαιο 26 – Πώς πρέπει να περνάς από τον όρθρο μέχρι το πρωί. 

Κεφάλαιο 27 – Πώς πρέπει να περνάς από το πρωί μέχρι την ώρα τον φαγητού. 

Κεφάλαιο 28 – Προφύλαξη από την αργία. Είναι αναγκαίο να τηρεί και ο ησυχαστής την εκκλησιαστική τάξη. 

Κεφάλαιο 29 – Συνέχεια στα περί προσευχής. Πρέπει να προσευχόμαστε πάντοτε. 

Κεφάλαιο 30 – Η σωματική δίαιτα, πώς δηλαδή πρέπει να τρέφεται ο ησυχαστής. 

Κεφάλαιο 31 – Πώς πρέπει να τρέφεται ο αγωνιζόμενος τη Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκευή. 

Κεφάλαιο 32 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι την Τρίτη και την Πέμπτη. 

Κεφάλαιο 33 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι το Σάββατο. Για τις αγρυπνίες, και πώς πρέπει να τρως κατ’ αυτές. 

Κεφάλαιο 34 – Πώς πρέπει να τρως τις Κυριακές. Διάφορα άλλα ζητήματα. Επίσης περί κόπου και ταπεινώσεως. 

Κεφάλαιο 35 – Πώς πρέπει να τρως και να πράττεις τις άγιες Τεσσαρακοστές και μάλιστα τη Μεγάλη. 

Κεφάλαιο 36 – Η διάκριση. Η εργασία με μέτρο είναι ανεκτίμητη. Η υποταγή. 

Κεφάλαιο 37 – Πώς πρέπει ο αγωνιζόμενος να περνά το διάστημα μετά το γεύμα ως τη δύση τον ηλίου. Πρέπει να πιστεύομε πως ανάλογα με τον κόπο και το μέτρο της εργασίας μας, μας δίνονται τα θεία χαρίσματα. 

Κεφάλαιο 38 – Η καθαρή προσευχή είναι ανώτερη από κάθε εργασία. 

Κεφάλαιο 39 – Ο αριθμός των γονυκλισιών του εικοσιτετραώρου. 

Κεφάλαιο 40 – Η διανομή των θείων αγαθών δε γίνεται μόνο ανάλογα με τον αγώνα και την εργασία μας, αλλά και με την κατάσταση, τη δεκτικότητα, την πίστη και τη φυσική μας διάθεση. 

Κεφάλαιο 41 – Η καθολική και τελειότατη διάκριση. Ποιος είναι αυτός που ζει παρά φύση και σαρκικά, ποιος ο κατά φύση και ψυχικά, και ποιος είναι που ζει υπέρ φύση και πνευματικά. 

Κεφάλαιο 42 – Συνέχεια για τη διάκριση με παράδειγμα. 

Κεφάλαιο 43- Η μεταβολή και αλλοίωση του καθενός και η υπερβολική δόξα της ταπεινώσεως. 

Κεφάλαιο 44 – Η μετάνοια, η καθαρότητα και η τελειότητα    

Κεφάλαιο 45 – Οι πέντε εργασίες της πρώτης και κατά κάποιο τρόπο προκαταρκτικής ησυχίας των αρχαρίων, δηλαδή η προσευχή, η ψαλμωδία, η ανάγνωση, η μελέτη και το εργόχειρο.

Κεφάλαιο 46 – Από πού πρέπει να κάνουν αρχή εκείνοι που θέλουν να ησυχάσουν ορθά, και ποιά είναι η αρχή και η αύξηση και η προκοπή και η τελείωση. 

Κεφάλαιο 47 – Η τάξη της ησυχίας των αρχαρίων. 

Κεφάλαιο 48 – Η καρδιακή προσευχή που γίνεται με προσοχή και νήψη, και πώς ενεργείται. 

Κεφάλαιο 49 – Πώς παρέδωσαν οι θείοι Πατέρες να λέμε την προσευχή με διάφορους τρόπους, και ποιά είναι η προσευχή. 

Κεφάλαιο 50 – Τα λόγια της ιερής και θεοποιού προσευχής έχουν μυσταγωγηθεί πνευματικά όχι μόνο από τους αγίους Πατέρες που αναφέραμε, αλλά και από αυτούς τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρο, Παύλο και Ιωάννη. 

Κεφάλαιο 51 – Οι αρχάριοι μπορούν να προσεύχονται άλλοτε με ολόκληρη την προσευχή, άλλοτε με ένα μέρος της, πάντοτε όμως μέσα στην καρδιά, και να μην αλλάζουν συνεχώς τα λόγια της προσευχής. 

Κεφάλαιο 52 – Για να καρποφορήσει η προσευχή μέσα στην καρδιά, χρειάζεται καιρός πολύς και αγώνας και βία. Και γενικά, κάθε αγαθό κατορθώνεται με μεγάλο κόπο και πολύν καιρό.   


Κεφάλαιο 53 – Η μη καθαρή καρδιακή προσευχή, και πώς φτανει κανείς στην καθαρή και αρρέμβαστη προσευχή. 


Κεφάλαιο 54 – H αρρέμβαστη και καθαρή καρδιακή προσευχή και η θέρμη που δημιουργείται από αυτή. 

Κεφάλαιο 55 – Η θέρμη παράγεται από διάφορες αιτίες. Η κυριότερη είναι εκείνη που παράγεται από την καθαρή καρδιακή προσευχή. 

Κεφάλαιο 56 – Ποιο είναι το εργο που ακολουθεί την καρδιακή θέρμη. 

Κεφάλαιο 57 – Ο πόθος και έρωτας που γεννιέται από τη θέρμη, την προσοχή και την προσευχή. 

Κεφάλαιο 58 – Τα καρδιακά δάκρυα. Ο θείος πόθος και έρωτας. 

Κεφάλαιο 59 – Παραίνεση να μη ζητούμε τα υπέρμετρα. Προτροπή για συνεχή μνήμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μέσα στην καρδιά μας. 

Κεφάλαιο 60 – Ο θερμός ζήλος και η θεία εμφάνεια μέσα μας και ο ενυπόστατος φωτισμός της χάρης. 

Κεφάλαιο 61 – Ενέργεια θεία και ενέργεια δαιμονική. 

Κεφάλαιο 62 – Ο φωτισμένος και απλανής διδάσκαλος. 

Κεφάλαιο 63 – Ο αληθινός και ο ψευδής φωτισμός, ήγουν το θείο φως και το φως από τον πονηρό. 

Κεφάλαιο 64 – Η απρεπής και η ευπρεπής φαντασία, και πώς πρέπει να τις αντιμετωπίζομε. 

Κεφάλαιο 65 – Όχι μόνο η απρεπής φαντασία, αλλά και η ευπρεπής είναι απορριπτέα από τους Αγίους στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου. 

Κεφάλαιο 66 – Η καθαρότητα και η τελειότητα του νου, της ψυχής και της καρδιάς. 

Κεφάλαιο 67 – Πώς φαντάζονταν οι Προφήτες.  

Κεφάλαιο 68 – Συνέχεια για τις φαντασίες και τις πολλές και ποικίλες θεωρίες. 

Κεφάλαιο 69 – Οι πέντε δυνάμεις της ψυχής. Οι φαντασίες που είναι οικείες της ψυχής και του νου. Πρέπει ν’ αποφεύγομε τελείως τη φαντασία και τα σχήματα και τις αποτυπώσεις και τις διαμορφώσεις στην καθαρή προσευχή και στην απλή και ενιαία εργασία του νου. 

Κεφάλαιο 70 – Περισσότερα για το νου. 

Κεφάλαιο 71 – Ακόμη λίγα για την καθαρή προσευχή. 

Κεφάλαιο 72 – Άλλο είναι η απάθεια του νου και άλλο η αληθινή προσευχή, η οποία είναι και μεγαλύτερο. 

Κεφάλαιο 73 – Συνέχεια για τη φαντασία και για εντυπώσεις στο νου και για τα σημάδια της πλάνης και της αλήθειας. 

Κεφάλαιο 74 – Η θεία και η επίπλαστη παρηγοριά.  

Κεφάλαιο 75 – Η θεία ηδονή που πηγάζει από την καρδιά. 

Κεφάλαιο 76 – Η πνευματική αυτή ηδονή είναι και πολυώνυμη και ανώνυμη. 

Κεφάλαιο 77 – Όποιος θέλει να ησυχάσει στην εντέλεια, πρέπει οπωσδήποτε να είναι πράος στην καρδιά. 

Κεφάλαιο 78 – Πώς θα κατορθώσομε την πραότητα. Τα τρία μέρη της ψυχής, το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό. 

Κεφάλαιο 79 – Πρέπει κανείς να μετανοεί γρήγορα για όσα παραπτώματα του συμβαίνονν, κι έτσι να προφυλάγεται σοφά για το μέλλον. 





Κεφάλαιο 1 – Προοίμιο: Η θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς

Σχετικά με την άσκηση, τον τρόπο ζωής και τη δίαιτά τους, και για τα πολλά και μεγάλα αγαθά που προξενεί η ησυχία σε όσους την ασκούν ορθά. Η παρούσα πραγματεία διαιρείται σε εκατό κεφάλαια. Το προοίμιο του λόγου, που είναι και το πρώτο κεφάλαιο, αναφέρεται στη θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος
στους πιστούς.


Για να μιλήσομε σύμφωνα με τη θεία διδασκαλία, εμείς που είμαστε θεοδίδακτοι —αφού περιφέρομε τον καινό νόμο γραμμένο μυστικά στις καρδιές μας(Ιερ. 38, 33· Εβρ. 8, 10) λαμπρότερο από πυρσό και οδηγούμαστε από αγαθό και ευθύτατο Πνεύμα ως παιδιά και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού(Ρωμ. 8, 17)—, έπρεπε να ζούμε αγγελική ζωή χωρίς να έχομε ανάγκη από κανένα να μας διδάξει: «Γνώρισε τον Κύριο»(Ιερ. 38, 34· Εβρ. 8, 11). 



Τώρα όμως η απομάκρυνσή μας από τα ανώτερα από νεαρή ηλικία και η στροφή μας στο χειρότερο, όπως και η εξαπάτησή μας από τον φοβερό Βελίαρ και η αδιάλλακτη εναντίον μας τυραννική στάση του, μας έκαναν να τρέχομε κάκιστα μακριά από τις σωτήριες και θεουργικές εντολές και να ορμούμε σε ψυχοφθόρους γκρεμούς. 

Και το πιο ελεεινό απ’ όλα· μας ερέθισε να φρονούμε και να πράττομε εναντίον του εαυτού μας. Γι’ αυτό, οπως λέει και το θείο ρητό(Ψαλμ. 13, 2· 52, 3), δεν υπάρχει κανείς που να γνωρίζει ή να ζητά με πόθο το Θεό, γιατί παρεκκλίναμε όλοι από τον ίσιο δρόμο και εξαχρειωθήκαμε(Ψαλμ. 13, 3· 52, 4). Έτσι γίναμε ολότελα σάρκες(Γεν. 6, 3) και στερούμαστε τη φωτοφόρο και θεία χάρη, γι’ αυτό κι έχομε ανάγκη να προτρέπει και να βοηθά ο ένας τον άλλο στα καλά.

Κεφάλαιο 2 – Το περιεχόμενο αυτού του λόγου εκτίθεται εξαιτίας της ερωτήσεως κάποιου αδελφού

Το περιεχόμενο αυτού του λόγου εκτίθεται εξαιτίας της ερωτήσεως κάποιου αδελφού και σύμφωνα με αυτό που ήθελε, αλλά και για να τηρηθεί η εντολή των Πατέρων.


2. Πολυαγαπημένο μας πνευματικό τέκνο, από τον πόθο σου να ερευνάς τις θείες και ζωοπάροχες Γραφές, κατά το λόγο του Κυρίου(Ιω. 5, 39), και να μυείσαι σ’ αυτές χωρίς να σφάλλεις, ζήτησες πολλές φορές λόγο και κανόνα γραπτό κι από μας τους αχρείους, για δική σου ωφέλεια ή ίσως και άλλων, όπως ο ίδιος λες. 

Γι’ αυτό, αν όχι πιο πριν, όμως τώρα τουλάχιστο με τη βοήθεια του Θεού κρίναμε ότι πρέπει να εκπληρώσομε αυτή την αξιέπαινη επιθυμία σου· και για χάρη της αγάπης και της ωφέλειάς σου λησμονήσαμε τη ραθυμία που μας συντροφεύει, ενώ θαυμάσαμε εσένα υπερβολικά για την επιμέλειά σου στα καλά και την επίμονη φιλοπονία σου. 



Πρώτα απ’ όλα βέβαια φοβηθήκαμε τη φοβερή καταδίκη που απειλήθηκε από το Θεό εναντίον εκείνου που κρύβει το τάλαντο(Ματθ. 25, 25). Αλλά εκτός από αυτά, εκπληρώνομε και εντολή πατρική που μας άφησαν οι Πατέρες μας και οι πνευματικοί μας διδάσκαλοι να εμπιστευθούμε οσα μας δίδαξαν και σε άλλους θεοφιλείς. 

Ο Θεός λοιπόν, ο Πατέρας της αγάπης και ο πλουσιόδωρος χορηγός όλων γενικά των καλών, είθε να δώσει σ’ εμάς τους βραδύγλωσσους και ισχνόφωνους(Εξ. 4, 10-12) λόγο καίριο καθώς ανοίγομε το στόμα μας, Αυτός που και σε άλογα ζώα έδωσε λόγο πολλές φορές προς ωφέλεια όσων τ’ άκουγαν(Αρ. 22, 28). 

Σε σένα τώρα και σε όσους θα τα μελετήσουν, όπως είπες, είθε να προσθέσει ακοή για να τ’ ακροασθείτε με σοφία κι επίγνωση και να ζείτε αταλάντευτα όπως εκείνος αγαπά. Επειδή χωρίς Αυτόν, όπως λέει η Γραφή, δεν μπορούμε να κάνομε τίποτε(Ιω. 15, 5) χρήσιμο και σωτήριο, και επειδή αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει τον οίκο, μάταια κοπίασαν οι οικοδόμοι(Ψαλμ. 126, 1). Και αυτά έτσι έχουν.

—————————————————-
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 20-21)

Κεφάλαιο 3 – Σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο

Σε κάθε έργο προηγείται ο σκοπός. Και σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο.
3. Σε κάθε έργο προηγείται ο σκοπός· και σκοπός δικός μας είναι να σου εκθέσομε κατά δύναμη εκείνα που συντείνουν στην πνευματική σου πρόοδο, ενώ δικός σου είναι να ζήσεις γνήσια σύμφωνα με αυτά που θα πούμε. Γι’ αυτό πρέπει πριν από κάθε άλλο να διερευνήσομε, ποιά άραγε είναι η ολοκλήρωση της κατά Χριστόν οικοδομής, στην οποία πρέπει να αποβλέπομε και να βάλομε την κατάλληλη αρχή στη θεμελίωση, ώστε όταν έρθει ο καιρός, ή μάλλον όταν αξιωθούμε να λάβομε πλούσια τη θεία βοήθεια, να προσθέσομε και την αντάξια οροφή με την αρχιτεκτονική του Πνεύματος.
——————————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 21)

Κεφάλαιο 4 – Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα

Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα.

4. Αρχή λοιπόν κάθε κατά Θεόν εργασίας, για να πούμε με συντομία,είναι να επιδιώκομε με κάθε τρόπο και με όλη μας τη δύναμη να ζούμε σύμφωνα με τη νομοθεσία όλων των θεοποιών εντολών του Σωτήρα. Και τέλος της, να επανέλθομε με την τήρηση αυτών στην κατάσταση που μάς προικοδότησε άνωθεν και εξ αρχής η ιερή κολυμβήθρα, εννοώ την τέλεια πνευματική αναμόρφωση και ανάπλαση της χάρης —ή όπως αλλιώς αγαπάς να ονομάζεις το δώρο αυτό. 


Και αφού βγάλομε από πάνω μας τον παλαιό Αδάμ μαζί με τις πράξεις και τις επιθυμίες του, να ντυθούμε τον νέο και πνευματικό(Κολ.3, 9-10), που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως λέει ο θειότατος Παύλος: «Παιδιά μου, που για σάς περνώ πάλι τους πόνους της γέννας, ώσπου να λάβει μέσα σας μορφή ο Χριστός»(Γαλ. 4, 19)· και ακόμη: «Όσοι βαπτιστήκατε στο όνομα του Χριστού, ντυθήκατε το Χριστό»(Γαλ. 3, 27).

—————————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 21-22)

Κεφάλαιο 5 – Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν

Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν.

5. Αλλά ποιά είναι η χάρη και πώς θα γινόταν να την επιτύχομε, και ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά πάλι ξαναδίνουν την καθαρότητά της, αυτό θα σου το φανερώσει εκείνος που είναι στην ψυχή και τη γλώσσα λαμπρότερος από κάθε χρυσό, ο Χρυσόστομος, λέγοντας: «Τί σημαίνει ο λόγος του Αποστόλου ότι «δεχόμαστε και αντανακλούμε τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή τη λαμπρή εικόνα»(Β΄ Λορ. 3, 18); Τούτο το έδειχνε καθαρότερα όταν ενεργούσε τα χαρίσματα των θαυμάτων. Αλλά και τώρα δεν είναι δύσκολο να το αντικρίσει εκείνος που έχει μάτια πιστά. 


Την ώρα δηλαδή που βαπτιζόμαστε, η ψυχή λάμπει περισσότερο από τον ήλιο καθώς καθαίρεται από το Πνεύμα. Και όχι μόνο ατενίζομε τη δόξα του Θεού, αλλά δεχόμαστε κι εμείς κάποια λάμψη από αυτήν. Όπως δηλαδή το καθαρό ασήμι όταν εκτεθεί στις ακτίνες του ηλίου, εκπέμπει ακτίνες κι αυτό, όχι μόνο από την ίδια του τη φύση, αλλά και από την ηλιακή λάμψη, έτσι και η ψυχή, όταν καθαρθεί και γίνει λαμπρότερη από κάθε ασήμι, δέχεται ακτίνα από τη λαμπρότητα του Πνεύματος η οποία γίνεται δική της λαμπρότητα· και τέτοια, όποια είναι φυσικό να δημιουργεί το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι Κύριος». 

Και λίγο πιο κάτω λέει: «Θέλεις να σου το δείξω αυτό και πιο αισθητά, δια μέσου των Αποστόλων; Σκέψου τον Παύλο, του οποίου και τα ενδύματα ενεργούσαν θαυματουργικά θεραπείες(Πράξ. 19,12), και τον Πέτρο, του οποίου και η σκιά μονάχα θεράπευε(Πράξ. 5, 15). Δεν θα είχαν τέτοια θαυματουργική δύναμη τα ενδύματα και οι σκιές τους, αν δεν υπήρχε σ’ αυτούς η εικόνα του Βασιλιά και οι μαρμαρυγές τους δεν ήταν εκτυφλωτικές. 

Γιατί του βασιλιά τα ενδύματα είναι φοβερά ακόμη και στους ληστές. Θέλεις να δεις αυτή τη λαμπρότητα να φανερώνεται και στο σώμα; «Κοίταξαν, λέει, το πρόσωπο του Στεφάνου, και το είδαν όμοιο με Αγγέλου»(Πράξ. 6, 15). Αυτό όμως δεν ήταν τίποτε σε σύγκριση με τη λαμπρότητα που άστραφτε μέσα του. Γιατί το φως που είχε τότε ο Μωυσής στο πρόσωπό του(Έξ. 34, 30), το είχαν αυτοί στην ψυχή, ή μάλλον και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό· γιατί του Μωυσή ήταν πιό αισθητικό, ενώ αυτό ήταν ασώματο. Και όπως τα φωτεινά σώματα μεταδίδουν τη λαμπρότητα σε άλλα κοντινά τους σώματα, το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς. 

Γι’ αυτό και όσοι τους συμβαίνει τούτο, ελευθερώνονται από τη γη και βλέπουν σαν σε όνειρο τα ουράνια. Αλοίμονο! Εδώ πρέπει να στενάξω πικρά· επειδή, ενώ μάς χαρίστηκε στο βάπτισμα τέτοια ευγένεια, δεν καταλαβαίνομε ούτε καν τα λεγόμενα, γιατί γρήγορα χάνομε την αίσθηση των θείων πραγμάτων και ελκυόμαστε από τα αισθητά. 

Αυτή η ανέκφραστη και συγκλονιστική λαμπρότητα παραμένει σ’ εμάς μία ή δύο ημέρες και έπειτα τη σβήνομε ξαναφέρνοντας το χειμώνα των βιοτικών υποθέσεων και εμποδίζοντας τις ακτίνες με την πυκνότητα των νεφών». Και πάλι σε άλλο σημείο λέει: «Τα σώματα εκείνων που ευαρέστησαν το Θεό θα ντυθούν τόση λαμπρότητα, όση δεν είναι δυνατόν να δουν τα σωματικά μάτια. 

Σημάδια και ίχνη αμυδρά γι’ αυτά οικονόμησε ο Θεός να μας δοθούν και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά, το πρόσωπο του Μωυσή φωτιζόταν τότε με τόση λαμπρότητα, ώστε να είναι απρόσιτο στα μάτια των Ισραηλιτών(Έξ. 34, 30). Στην Καινή, πολύ περισσότερο από το πρόσωπο του Μωυσή έλαμψε το πρόσωπο του Χριστού(Ματθ. 17, 2)». Άκουσες τα λόγια του Πνεύματος; Κατανόησες τη δύναμη του μυστηρίου; Ένιωσες ποιες είναι οι ωδίνες της τέλειας πνευματικής αναπλάσεως που δεχόμαστε από την ιερή κολυμβήθρα και πόσο μεγάλες οι ωφέλειες και η ολοκλήρωση και τα βραβεία; Και ότι είναι στην εξουσία μας να αυξάνομε ή να μειώνομε την υπερφυσική αυτή χάρη, δηλαδή να την κάνομε λαμπρότερη ή να τη θολώνομε, όσο εξαρτάται από μας; 

Αιτία είναι η θύελλα των βιοτικών υποθέσεων και η σκοτεινιά των παθών που γεννιέται από αυτές, που σαν άλλος χειμώνας ή άγριος χείμαρρος χύνονται με ορμή πάνω μας και κατακλύζουν την ψυχή μας και δεν την αφήνουν ούτε να αναπνεύσει ούτε να ατενίσει προς αυτό που είναι όντως καλό και μακάριο, για το οποίο και έχει δημιουργηθεί. Αλλά όπως είναι καταταραγμένη και πικραμένη από το σάλο και τον καπνό των ηδονών, τη σκοτίζουν και την καταποντίζουν. 

Ενώ τ’ αντίθετα σε τούτα —όσα δηλαδή γεννιούνται από τις θεοποιητικές εντολές σ’ εκείνους που ζούνε κατά τις απαιτήσεις, όχι της σάρκας, αλλά του Πνεύματος, σύμφωνα με το ρητό: «Να ζείτε σύμφωνα με το Πνεύμα, και δε θα τελέσετε επιθυμία της σάρκας»(Γαλ. 5, 16)—, είναι ωφέλιμα και σωτήρια και οδηγούν σαν σκάλα προς την ίδια την κορυφή και το ακραίο σκαλοπάτι, την αγάπη, η οποία είναι ο Θεός(Α΄ Ιω. 4, 8).

————————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 21-22)

Κεφάλαιο 6 – Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε υστέρα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών

Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε υστέρα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών.


6. Αλλά τότε στη θεία μήτρα, δηλαδή στην ιερή κολυμβήθρα, δεχόμαστε εξ ολοκλήρου τέλεια δωρεά τη θεία χάρη. Αν όμως κατόπιν τη σκεπάσομε, ενώ δεν έπρεπε, με την κακή χρήση των προσκαίρων και με τη φροντίδα των βιοτικών υποθέσεων και με την αχλύ των παθών, έχομε πάλι τη δυνατότητα, ακόμα κι έτσι, με τη μετάνοια και με την εκπλήρωση των θεουργικών εντολών να ξαναπάρομε και ν’ ανακτήσομε την υπερφυσική αυτή λαμπρότητα και να τη δούμε να προβάλλει ολοφάνερα. 



Βέβαια, κατά το μέτρο της επιμέλειας και της πίστεως καθενός γίνεται και η φανέρωσή της· και πριν από αυτά, με τη βοήθεια και την αγαθότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, όπως λέει ο άγιος Μάρκος: «Ο Χριστός, επειδή είναι τέλειος Θεός, δώρησε τέλεια τη χάρη του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίστηκαν. 

Αυτή η χάρη δεν δέχεται προσθήκη από μας, αλλά αποκαλύπτεται και φανερώνεται σε μας ανάλογα με την εργασία των εντολών. Και η ίδια μας προσθέτει πίστη, μέχρις ότου καταλήξομε όλοι στην ενότητα της πίστεως και στην πλήρη ωριμότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός(Εφ. 4, 13). Ό,τι λοιπόν προσφέρομε όταν αναγεννηθούμε από Αυτόν, και τούτο από Αυτόν προέρχεται, και από Αυτόν ήταν κρυμμένο μέσα μας».

——————————————————-
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄ τόμος, σελ. 24)

Κεφάλαιο 7 – Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες

Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες.

7. Η αρχή λοιπόν και η ρίζα, όπως είπαμε, όλης αυτής της προσπάθειας είναι να ζούμε σύμφωνα με τις σωτήριες εντολές, ενώ το τέρμα και ο καρπός είναι να επανέλθομε στην τέλεια χάρη του Πνεύματος που μάς πρωτοδωρήθηκε με το βάπτισμα. Και είναι βέβαια αυτή η χάρη μέσα μας, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τις δωρεές Του(Ρωμ. 11, 29), αλλά είναι καταχωμένη από τα πάθη και αποκαλύπτεται με την εργασία των θεουργικών εντολών.

Γι’ αυτό πρέπει, με την κατά το δυνατόν εκπλήρωση όλων αυτών των εντολών, να σπεύδομε με κάθε τρόπο να ανακαθάρομε την ψυχή για τη φανέρωση του Πνεύματος(Α΄ Κορ. 12, 7) και να δούμε τη χάρη ολοφάνερα. 

Γιατί, όπως λέει προς το Θεό ο μακάριος Δαβίδ, «ο νόμος Σου είναι λύχνος για τα βήματά μου και φως για τους δρόμους μου»(Ψαλμ. 118, 105) και: «Η εντολή του Κυρίου φέγγει από μακριά και φωτίζει τα μάτια μου»(Ψαλμ. 18, 9), και: «Συμμορφωνόμουν με όλες τις εντολές Σου»(Ψαλμ. 118, 128). Και ο επιστήθιος Μαθητής λέει: «Όποιος φυλάει τις εντολές Του μένει μέσα σ’ Αυτόν κι Αυτός μέσα σ’ εκείνον»(Α΄ Ιω. 3, 24), και: «Οι εντολές Του δεν είναι βαριές»(Α΄ Ιω. 5, 3).
Και ο Σωτήρας λέει: «Όποιος κρατά τις εντολές μου και τις τηρεί, αυτός είναι που με αγαπά· κι όποιος με αγαπά, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου· θα τον αγαπήσω κι εγώ και θα του φανερώσω τον εαυτό μου. Αν με αγαπά κάποιος θα τηρήσει το λόγο μου και θα τον αγαπήσει κι ο Πατέρας μου· θα έρθομε σ’ αυτόν και θα εγκατασταθούμε μέσα του. Όποιος δεν με αγαπάει, δεν τηρεί τους λόγους μου»(Ιω. 14, 21-24).

Και μάλιστα, στις πρώτες και γενικότερες εντολές, που είναι σαν μητέρες των λοιπών, να αφιερώνομε την περισσότερη εργασία μας. Έτσι λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, θα επιτύχομε αλάνθαστα και το σκοπό μας, δηλαδή την καλή έναρξη αλλά και το τέλος της επιθυμίας μας, που είναι η φανέρωση του Πνεύματος(Α΄ Κορ. 12, 7).

——————————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 24-25)

Κεφάλαιο 8 – Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν



Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν.


8. Αρχή λοιπόν κάθε εργασίας θεάρεστης είναι η επίκληση με πίστη του σωτηρίου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο Ίδιος έχει πει: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5). Μαζί με αυτήν είναι και η ειρήνη, γιατί λέει: «Πρέπει να προσεύχεσθε χωρίς οργή και διαλογισμούς»(Α΄ Τιμ. 2, 8), όπως επίσης και η αγάπη, επειδή «ο Θεός είναι αγάπη, κι όποιος μένει μέσα στην αγάπη μένει μέσα στο Θεό κι ο Θεός σ’ αυτόν»(Α΄ Ιω. 4, 16). Η ειρήνη και η αγάπη, δεν κάνουν μόνο την ευχή ευπρόσδεκτη, αλλά κι από αυτή πάλι την ευχή γεννιούνται και ανατέλλουν και οι ίδιες, σαν δίδυμες θεϊκές ακτίνες, και αυξάνουν και τελειοποιούνται.

——————————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 25)