Κάλλιστος Αγγελικούδης – Εισαγωγικά σχόλια

«Συνοπτικά σχόλια στα Φιλοκαλικά κείμενα του αγίου Καλλίστου Αγγελικούδη»

Για τον όσιο Κάλλιστο Αγγελικούδη τον Μελενικιώτη, ησυχαστή κατά το β’ ήμισυ του 14ου αιώνος, τα υπομνήματα των εκδοτών της Φιλοκαλίας σιωπούν, παρά το γεγονός, ότι εν αγνοία τους ανθολογούν ωρισμένα υψηλής πνευματικότητος έργα του*, αποδιδόμενα την εποχή εκείνη σε άλλους. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητον, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τις δυσκολίες ανευρέσεως χειρογράφων κωδίκων στις διάφορες βιβλιοθήκες στην ενδοχώρα και στη Δύση και επομένως της κριτικής των κειμένων κατά τον 18ον αιώνα, όταν συνετάχθη η Φιλοκαλία, ούτε περίεργον είναι ότι υπάρχουν στα συνοπτικά σημειώματά της μερικές ανακρίβειες σε ονόματα και χρονολογίες.


Η Φιλοκαλία δεν είναι έργον επιστημονικόν, αλλά συλλογή κειμένων, που ευωδιάζουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και παρεδόθησαν από αγίους Μοναχούς και κυρίως Ησυχαστές, πολλές φορές με ανωνυμία ή ψευδωνυμία από την βαθύτατη ταπείνωσή τους. Έτσι ευρισκόμεθα προ μιας συγχύσεως στον Ε’ τόμο, περί των Καλλίστων, που φέρονται ως οι συγγραφείς φιλοκαλικών κειμένων, τα οποία αποτελούν αντικείμενον ερεύνης συγχρόνων θεολόγων, ημετέρων και ετεροδόξων**. Αλλά όταν ο Παύλος επικαλείται ένα δαβιτικό στίχο, «διεμαρτύρατο δε που τις λέγων…», δείχνει ότι το όνομα του αγίου είναι αδιάφορον, όταν ο λόγος του είναι αγιοπνευματικός και αυτό έχει σημασία.

Θα αρχίσουμε συνεπώς τον σχολιασμό των κειμένων, με κάποια επιφύλαξη ως προς τα οριστικά συμπεράσματα για την πατρότητά τους, δεδομένου ότι οι έρευνες συνεχίζονται και οι θεολόγοι δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη.

Για τον Κάλλιστον Αγγελικούδη, Ησυχαστή στο Μελένικον της ανατολικής Μακεδονίας, γι’ αυτό και Μελενικιώτη, πληροφορούμεθα από την σπουδαία εργασία του καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλ. Παπαδόπουλου, ότι το μικρό απόσπασμα υπό το όνομα του Καλλίστου Τηλικούδη, ανήκει στο ανέκδοτον «ογκώδες και χυμώδες νηπτικόν έργον» του Καλλίστου Αγγελικούδη. Τοποθετημένος μέσα στο κυρίαρχο ρεύμα του ησυχασμού του 14ου αιώνος, ο Όσιος έγραψε σημαντικό σύγγραμμα κατά του έργου του Θωμά Ακινάτου «Κατά Ελλήνων».
Οι αριστοτελικοί συλλογισμοί του Θωμά, δίδουν στον Κάλλιστο την ευκαιρία ν’ αναπτύξει την Ορθόδοξη θεολογία πάνω στο κεντρικό πρόβλημα της γνώσεως του Θεού, που απασχολεί έντονα τον 14ο αιώνα. Στην ανάπτυξη του Καλλίστου διακρίνεται η οξύτατη αντίθεση Ανατολής και Δύσεως στο επίμαχον αυτό θέμα. Δεν πρόκειται για μία θεωρητική διαφωνία, αλλά για ριζικώς διαφορετικήν αντίληψη των προϋποθέσεων, της μεθόδου και των αποτελεσμάτων της σχέσεως Θεού και ανθρώπου.

Είναι άραγε αυτή η σχέση καθαρώς διανοητική κατανόηση, σκεπτική διαδικασία και λογική σύλληψη του Θεού εκ μέρους του ανθρώπου, όπως ισχυρίζεται ο Θωμάς, ή μήπως πρόκειται για μετοχή του όλου ανθρώπου σε μιά προσωπική κοινωνία και σχέση με τον Θεόν, που υπερβαίνει κάθε εννοιολογικό προσδιορισμό; Αυτό το τελευταίο προσπαθεί να καταδείξει ο Ησυχαστής Κάλλιστος, όσον ο λόγος του επιτρέπει, βασιζόμενος στην αγία Γραφή, όπως την ερμήνευσε η μακρά ασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, και ν’ αποκαλύψει την ανεπάρκεια της αριστοτελικής ερμηνείας του Ευαγγελίου.

Η ουσιαστική προσφορά του Καλλίστου στην Εκκλησία, έγκειται ακριβώς στο ότι αντιπαρέθεσε στο δυτικό σχολαστικισμό —που οδηγεί στην αγνωσία του Θεού— την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία της. με τα υπό σχολιασμόν έργα του, διαρκώς προτείνει την αγιότητα, την στενή οδό γνώσεως του Θεού, όχι βέβαια διά μαθημάτων, αλλά δια παθημάτων εν Κυρίω Ιησού, δια του «πάσχει» τα θεία.

Όπως ήδη σημειώσαμε στο προηγούμενο σχόλιο, τα 83 κεφάλαια ανήκουν στον Κάλλιστον Αγγελικούδη, πλην των πρώτων 14ων, που αναφέρονται στην νοερά προσευχή και είναι γνήσιος καρπός του ακολουθούντος την παράδοση του διδασκάλου του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου πατριάρχου Καλλίστου. Επομένως τα 69 Κεφάλαια, ως ύφος, ήθος, φραστική και λεκτική ιδιοτυπία, ως όροι ασκητικοί και θεολογικοί, ως ευρύτης θεωρητική, με τη χρήση της αποφατικής οδού και γενικώς η υφή των, συμπίπτουν με τα χαρακτηριστικά των άλλων έργων του, που θα σχολιάσουμε, και με το αντιρρητικό «κατά Θωμά».
Ο όσιος Αγγελικούδης ήταν μέγας Ησυχαστής και δυναμικός θεολόγος, όπως καταφαίνεται από την ρωμαλέα σκέψη του, αλλά και αγιώτατος, πλήρης Πνεύματος Αγίου, κατοικητήριο θείας σοφίας, εξαιρετικής φυσικής καταβολής, μεγάλης θεολογικής εμβελείας, κάτοχος σπανίας δογματικής γνώσεως, με πλούσιο το χάρισμα του λόγου και του κάλλους του φθέγματος.

Τα 69 Κεφάλαια, που πραγματεύονται για τη θεία προσευχή, τη νοερά και καρδιακή, για την πνευματική θεωρία και για τους θεωρητικούς, για το θείο φωτισμό και τον θείον έρωτα και για τα μυστικά ενεργήματα του θείου Πνεύματος, αναλύει μεταχειριζόμενος πότε τις κοινές πνευματικές εμπειρίες, πότε την καταφατική και πότε την αποφατική θεολογικήν οδό με καταπληκτικήν ευχέρεια, που αφήνουν άφωνο τον μεμυημένον αναγνώστη, τον αιχμαλωτίζουν, τον ανεβάζουν σε ουρανίους κόσμους, τον θερμαίνουν, τον μεθούν πνευματικώς και τον εκστασιάζουν ερωτικώς.

Και ενώ ωρισμένα Κεφάλαια, επειδή είναι διδακτικά και απευθύνονται, ως γενική αγωγή, σε μη τελείους Ησυχαστές, για να τους ελκύσουν στις κορυφές της ησυχαστικής εμπειρίας, εγράφησαν με αναστολές και περιορισμούς των προσωπικών βιωμάτων, όμως τα περί προσευχής Κεφάλαια, τα περί θεωρίας και οι προσωπικές προσευχές του θείου Καλλίστου Αγγελικούδη, επειδή αποτελούν κένωση των εμπειριών και των μυστικών οργίων της αγιασμένης ψυχής του και των ελλάμψεων του μεγάλου νου του, ρέουν ελεύθερα, εξομολογητικά, αποκαλυπτικά και φανερώνουν τις ερωτικές ενέργειες του «ερωτουργού» Αγίου Πνεύματος στην θεοφόρα καρδιά του, δίνοντας έτσι το μέτρο των δυνατοτήτων τού εν Χριστώ ανθρώπου. Ιδού μία εκφραστική εξομολόγησή του: «…Πώς, Δέσποτα, ορών σε εν τη καρδία μου λάμποντα νύκτωρ και μεθ’ ημέραν…; οίμοι, όσον αμαρτωλός εγώ!».

Όπως ήδη σημειώσαμε, το επ’ ονόματι Καλλίστου Τηλικούδη κείμενο αποδίδεται στον όσιον Κάλλιστον Αγγελικούδην, ως αποτελούν μικρόν απόσπασμα του «ογκώδους και χυμώδους νηπτικού έργου» του. Πρόκειται για ένα κείμενον όντως νηπτικόν, ησυχαστικόν και θεολογικόν, όπου εκτίθενται με ιδιαίτερη χάρη οι προϋποθέσεις ενώσεως με τον Θεόν και όπου, ενώ εξαίρεται η νοερά και καρδιακή προσευχή και περιγράφονται οι καρποί της, κατά την νηπτική παράδοση, ο Αγγελικούδης συνιστά και τις πνευματικές θεωρίες, δια των οποίων ανάγεται ο νους στη θεωρία των ιδιωμάτων του Θεού, όπως παρατηρείται και στα άλλα έργα του, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι, για να εύρει κανείς «έτερον τινα εγκάρδιον ουρανόν, ένθα οικεί ο Χριστός», χρειάζεται πολύς αγώνας και κόπος στις προσευχές.

Ο όσιος Κάλλιστος Αγγελικούδης, όπως προκύπτει από τα έργα του, είναι ένας μεγάλος δογματικός θεολόγος και ευρύτατος Ησυχαστής, που συνεδύασε έκτακτη φυσική καταβολή, εκκλησιαστική παιδεία και πλούσια χάρη. Και ο μεν δογματικός θεολόγος φανερώνεται με το έργο του «κατά Θωμά», ο δε υψίνους και πλατύνους Ησυχαστής και μέγας διδάσκαλος του Ησυχασμού αναδεικνύεται με τα «Περί θείας ενώσεως και βίου θεωρητικού» 92 Κεφάλαια, επιγραφόμενα στον άγνωστο Κάλλιστο Καταφυγιώτη.

Μόλις χρειάζεται να λεχθεί ότι η «περί θεωρητικού βίου και θείας ενώσεως» διδασκαλία του κινείται μέσα στο μεγάλο ποτάμι του παραδοσιακού Ησυχασμού του 14ου αιώνος, που τέμνεται στα δύο ενιαία ρεύματα της καρδιακής προσευχής και της νοεράς θεωρίας. Και αυτός ο συνδυασμός αμφοτέρων των ρευμάτων —πλείστοι θείοι Πατέρες, ακολουθούσαν μόνο το ένα ή περισσότερο το ένα από το άλλο— καθιερώνει τον ημέτερο Κάλλιστον ως όντως ευρύτατον Ησυχαστήν και μύστη της νοουμένης κτίσεως.
Κατά βάθος τα δύο ρεύματα καταλήγουν στην «θείαν ένωση». Η χρήση των μεθόδων, ενώ μέχρις ενός σημείου είναι η αυτή και με μόνην αυτή φθάνουν πολλοί Άγιοι στην ένωση, σε ένα ποικίλο βαθμό, κατά το μέτρο της δεκτικότητάς των, άλλοι, κοσμημένοι με μείζονες νοητικές δυνάμεις, κατά την πορεία των προς την ένωση χρησιμοποιούν και άλλη. Η κοινή μέθοδος, ύστερα από πνευματικούς αγώνες, τείνει στην ενοποίηση των ψυχονοητικών λειτουργιών «εν τη καρδία», με την καρδιακή προσευχή, όπου, ενεργούντος του Αγίου Πνεύματος, πραγματούται η μυστική ένωση με τον Θεόν. Η άλλη μέθοδος είναι η θεωρία. Και επειδή το σχολιαζόμενον έργον του οσίου Καλλίστου Αγγελικούδη αναφέρεται κυρίως στο θεωρητικό βίο, χρησιμοποιείται η θεωρητική μέθοδος, που έχει ως αφετηρία της τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα, διέρχεται από τον Ευάγριο και τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και καταλήγει στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και σε ωρισμένους Ησυχαστές διδασκάλους του 14ου αιώνος. Γι’ αυτό είναι φανερή η εξάρτηση του θείου Ησυχαστού από τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα και η πυκνή αναφορά του σε αυτά, όπως και στον άγιο Μάξιμο.

Ο όσιος Πατέρας αναχωρεί, ως από αρχή, από την θεωρητικήν ιδιότητα του Θεού, την οποίαν έχει ο ανθρώπινος νους, κατά χάρη. Επομένως εκείνος που δεν κάνει χρήση της θεωρητικής ιδιότητος του νου, ευρίσκεται σε πλάνη. Και αναφέρει περιπτώσεις αγιαζομένων αγωνιστών, που από απαιδευσία και άγνοια κλείνουν την οπτική δύναμη του νου προς τις νοητές ακτίνες γύρω από τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης.

Η πνευματική θεωρία, που ενεργείται από τον νουν και που ονομάζεται «θεωρία κατ’ επιβολήν» —εν αντιθέσει από αυτήν που ενεργείται στον καθαρό νου από τον Θεόν και λέγεται «θεωρία κατά παραδοχήν»— απαιτεί τρία βασικά στοιχεία: πίστη, σοφία και χάρη του Πνεύματος. Το πρώτο στάδιο είναι η κτίση, όπου εικονίζονται η σοφία, η αγαθότης, το κάλλος και η δύναμη του Θεού. Το δεύτερο, είναι η θεωρία των ιδιωμάτων του Θεού, η απειρία, η αιωνιότης, το άναρχον, το φως, η δόξα, η αγαθότης και άλλες αναρίθμητες δυνάμεις και ενέργειες, που μέσα στον ωκεανόν αυτόν των τελειοτήτων του Θεού ο νους μεθά και γίνεται εκστατικός. Το τρίτον είναι η θεία ένωση, όπου ο νους σιωπά.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο θεωρητικός βίος του οσίου Καλλίστου δεν έχει καμμιά σχέση με τον αντίστοιχο του Ιουδαίου Φίλωνος, ούτε το Ένα – Θεός σχετίζεται με το Εν και την έκσταση των νεοπλατωνικών, όπως έχει αποδειχθεί από συγκριτικές μελέτες μεγάλων θεολόγων. Άλλωστε ήδη ο μέγας θεωρητικός της αποβλεπτικής μυστικής εδήλωσε τις προϋποθέσεις της συναντήσεως του Ενός και την ποιότητα της εκστάσεως: πίστη στην Αγία Τριάδα, σοφία πνευματική και μετοχή Αγίου Πνεύματος, από τα οποία όλες οι φιλοσοφίες είναι άμοιρες.

Επειδή και η αποβλεπτική μυστική ευρίσκεται, όπως σημειώσαμε, μέσα στο πολύβουο ποτάμι της αγιοπνευματικής παραδόσεως, προς κατοχύρωση του ισχυρισμού, υπενθυμίζουμε τον λόγο του Μ. Βασιλείου: «Νους μη σκεδαννύμενος επί τα έξω… επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε προς την του Θεού έννοιαν αναβαίνει, κακείνω τω κάλλει περιλαμπόμενός τε και ελλαμπόμενος…». Αυτή η αποβλεπτική κίνηση του νου προϋποθέτει, βέβαια, απόλυτη καθαρότητα ψυχής και σώματος και νου, όπως αποφαίνονται όλοι οι άγιοι Πατέρες, αφού ενεργεί σ’ αυτές τις στιγμές το πανάγιο πνεύμα, που ως αγαθόν ενοποιεί προηγουμένως τις ψυχονοητικές δυνάμεις, ενώ κάθε πάθος είναι διασπαστικό και διαιρετικό, όπως ορίζεται.

Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μάς προσφέρει πλήθος κειμένων της αποβλεπτικής μυστικής και της ενώσεως με τον Θεόν —αφού ο νους γίνει υπεράνω σαρκός, κόσμου και κοσμοκράτορος. Σχεδόν ολόκληρη η διδασκαλία του αναφέρεται στη θεωρητική μέθοδο, αφού και ο ίδιος ακολουθούσε και τα δύο ρεύματα της παραδοσιακής αγωγής, της νοεράς και καρδιακής προσευχής και της θεωρητικής μυστικής —που την θεωρεί ως δείγμα υγιούς ψυχής— και που κορυφώνεται στο β’ λόγο του στα Εισόδια της Θεοτόκου, την οποία θεωρεί ως πρώτην εφαρμόσασα και πρώτη διδάξασα την εν Χριστώ θεωρία και ένωση.

Δεν υπάρχει δυνατότης στο σύντομο σχολιασμό να αναπτυχθούν οι αγγελικές εμπειρίες του οσίου Καλλίστου Αγγελικούδη, του τόσον ολίγον γνωστού μεγάλου αυτού Ησυχαστού και θεολόγου στην πιο γνήσια εκδοχή. Θα θέλαμε όμως να επιστήσουμε την προσοχή του φιλοκάλου και αγαπώντος την πνευματική ζωήν αναγνώστου, εκτός των καλλιστιανών αριστουργηματικών κειμένων, στις ερωτικές προσευχές του προς τον ζωοποιόν Κύριον, που συνέθεσε τραυματισμένος από θείον έρωτα ο μέγας Ησυχαστής, όταν ο τεθεωμένος νους του κατέβαινε από τον υπέρφωτο γνόφο της αγνωσίας του Θεού, όπου όμως ήταν ενωμένος με τον Θεόν και έβλεπε μη βλέπων και άκουγε μη ακούων, και ψηλαφούσε αναφώς και εγεύετο αυτής της υπέρ νουν και λόγον θεοποιούσης απείρου αγαθότητος και αγάπης, ως «άρρητον έρωτα», ως «ακατάληπτον κατάληψιν», διαρκώς φλογιζόμενος για την κατάληψιν του ακαταλήπτου.

Με αυτά τα μεθύοντα από τις ευωδίες του Αγίου Πνεύματος καλλιστιανά άνθη, όπως και με άλλα εφάμιλλα αγίων ανδρών, η αγία Εκκλησία μας στολιζομένη, προβάλλεται ως όντως Εκκλησία Αγίων, όχι μόνον ως «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων» (Έφ. 5, 27), αλλά και ως νύμφη Χριστού κατ’ ενέργειαν, όπου άδονται επιθαλάμια άσματα, από εδώ, όπου όργια του Αγίου Πνεύματος και νοεροί βακχικοί έρωτες και όπου αναπέμπονται ύμνοι και ωδές πνευματικές προς τον νυμφίο Χριστόν, από τα βάθη των αγιασμένων καρδιών, τετρωμένων και ηλλοιωμένων θείω έρωτι, ωσάν την ασματίζουσα νύμφη: «Τετρωμένη αγάπης ειμί εγώ» (Άσμα 2, 5).

************
*Πρόκειται για τα εξής: α) τα κεφάλαια 15-83 «Περί προσευχής», που επιγράφονται ως του πατριάρχου Καλλίστου, β) «Περί ησυχαστικής τριβής», που επιγράφεται ως του Καλλίστου Τηλικούδη και γ) «Περί θείας ενώσεως και βίου θεωρητικού», που επιγράφεται ως του Καλλίστου Καταφυγιώτου. Ενδεχομένως είναι δικό του και το έργο «Εκλογή από των Αγίων Πατέρων περί προσευχής και προσοχής».
**Από ελληνικής πλευράς, με το πρόβλημα αυτό ασχολήθηκαν ο καθ. Στ. Παπαδόπουλος («Καλλίστου Αγγελικούδη κατά Θωμά Ακινάτου», Αθήναι 1970), ο επίκ. καθ. Δημ. Γόνης («το συγγραφικόν έργον του οικουμενικού πατριάρχου Καλλίστου Α’», Αθήναι 1980), ο π. Συμεών Κούτσας («Callistos Angelicoudes. Ouatre traites hesychastes inedits», Στρασβούργο 1984).
——————————————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 126-130).  

Advertisements

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" (Περιεχόμενα)

1-14. Περί προσευχής
15. Ο Παράδεισος που αναφέρεται στη Γραφή είναι εικόνα του ανθρώπου
16. Η πνευματική δωρεά
17-18. Η θεία και η ανθρώπινη ενέργεια. Η ειρήνη. 
19. Ο Θεωρητικός βίος. Από τι έχει ανάγκη ο θεωρητικός. Η προσευχή είναι μέρος της θεωρίας, και οι Πατέρες αποτιμούν τη θεωρία ως προσευχή
20. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και όσοι Τον προσκυνούν πρέπει να το κάνουν πνευματικά και αληθινά
21. Η προσευχή 
22. Από ποιά πράγματα έχει ανάγκη η προσευχή και πόσο αξίζει να την τιμούμε
23. Η προσευχή
24. Στο χωρίο· «Είπε ο Θεός στον Αβραάμ, «φύγε από την πατρίδα σου», και περί θεωρίας (προσεχώς)
25. Η ταπείνωση και η θεωρία
26. Η ταπείνωση και η θεωρία (2)
27. Περί θεωρίας
28. Ο πρακτικός και ο θεωρητικός
29-30. Ο πρακτικός και ο θεωρητικός (2)
31-33. Η μετοχή του Αγίου Πνεύματος
34. Περί θεωρίας
35. Περί θεωρίας (2)
36. Περί θεωρίας (3)
37. Περί θεωρίας (4)
38. «Είπε ο Θεός στον Αβραάμ, «Θα πληθύνω πολύ το σπέρμα σου κλπ.»»
39. Να υμνείς, ψυχή μου, τον Κύριο
40-41. Περί θεωρίας
42. Για το θείο φωτισμό
43. Από πού γεννιέται ο θείος έρωτας μέσα στην ψυχή
44. Συνέχεια για το θείο έρωτα
45. Ο φόβος που περιέχει η αγάπη
46. Η αγάπη είναι τριών ειδών
47. Ο νους ανεβαίνει με τρεις τρόπους προς τη θεωρία του Θεού
48. Η συμμετοχή της οράσεως 
50*. Περί θεωρίας
51. O πρακτικός και ο θεωρητικός
52. Πώς θεωρούν οι θεωρητικοί
53. «Η Ιερουσαλήμ που οικοδομείται ως πόλη, της οποίας οι μέτοχοι είναι συναγμένοι· γιατί εκεί ανέβηκαν οι φυλές, οι φυλές του Κυρίου, μαρτυρία για τον Ισραήλ»(Ψαλμ. 121, 3-4)
54. Για το ίδιο θέμα (Με το κεφάλαιο 53)
55. Στο χωρίο· «Εκείνοι ήταν οι ευγενείς από τις ανατολές του ηλίου» (1ο μέρος)
56. Στο χωρίο· «Εκείνοι ήταν οι ευγενείς από τις ανατολές του ηλίου» (2ο μέρος) 
57-61. Στο χωρίο· «Εκείνοι ήταν οι ευγενείς από τις ανατολές του ηλίου» (3ο μέρος)»
62-63. Στο χωρίο· «Εκείνοι ήταν οι ευγενείς από τις ανατολές του ηλίου» (4ο μέρος)»
64. Ο Θεός από φιλανθρωπία γίνεται αντιληπτός σε όλα τα νοερά αισθητήρια
65-73. Το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα στους πιστούς 
74. Κάθε πιστός έχει τιμηθεί υπερβολικά από το Θεό
75-79. Στο χωρίο· «Άνοιξε τα φτερά Του και τους δέχτηκε και τους πήρε πάνω στη ράχη Του»(Δευτ. 32, 11)
80. Ποιά είναι η κυρίως ηδονή
81-83. Για τη σαρκική ηδονή

*Το κεφ. 49 λείπει και από το πρωτότυπο κείμενο. Ίσως όμως να πρόκειται για λανθασμένη αρίθμηση.

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" (Περί προσευχής 1-14)

1. Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, πάρε σαν παράδειγμα και μιμήσου τον κιθαριστή· γέρνει λίγο προς τα κάτω το κεφάλι του και στήνοντας την ακοή του στο τραγούδι χτυπά με το πλήκτρο τις χορδές. και μόλις χτυπήσει μαζί τις χορδές με τέχνη, η κιθάρα αναδίδει τη μελω-δία, και ο κιθαριστής από τη γλυκύτητα της μελωδίας σκιρτά.

2. Ας σου γίνει, φιλόπονε εργάτη του αμπελώνα, το παράδειγμα διαφωτιστικό και μην απιστείς. Όταν, όπως ο κιθαριστής, προσέχεις πολύ εκεί, στο βάθος δηλαδή της καρδιάς, θα βρεις εύκολα αυτό που ζητάς. Γιατί η ψυχή που κυριεύθηκε πέρα ως πέρα από το θείο έρωτα, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Όπως λέει και ο θείος Δαβίδ: «Κόλλησε η ψυχή μου σ’ Εσένα και σ’ ακολουθεί»(Ψαλμ. 62, 9).

3. Κιθάρα λοιπόν, αγαπητέ, φαντάσου την καρδιά· χορδές τις αισθήσεις· πλήκτρο είναι η διάνοια, η οποία με το λογικό χτυπά με γνώση το πλήκτρο που είναι η μνήμη του Θεού, και από αυτήν έρχεται στην ψυχή μία ανέκφραστη ηδονή και καθρεφτίζονται θείες λάμψεις στον καθαρό νου.

4. Αν δεν κλείσομε τις αισθήσεις του σώματος, δε θα αναβλύσει μέσα μας το «αλλόμενον ύδωρ»(ιΩ. 4, 14), το ορμητικό δηλαδή νερό που ο Κύριος χάρισε στη Σαμαρείτισσα, η οποία ενώ ζητούσε το αισθητό νερό, βρήκε να αναπηδά από μέσα της το νερό της ζωής. Γιατί όπως η γη έχει φυσικό το νερό και το αφήνει να χυθεί έξω, έτσι κι η γη της καρδιάς έχει φυσικό αυτό το νερό που πηγάζει και αναπηδά· και είναι σαν το πατρικό φως, το οποίο έχασε ο Αδάμ με την παρακοή.

5. Όπως το νερό από πηγή που τρέχει αέναα, έτσι αναβλύζει από την ψυχή και το ζωντανό νερό που αναπηδά. Αυτό το νερό κατοίκησε μέσα στην ψυχή του θεοφόρου Ιγνατίου και τον έκανε να λέει: «Δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά φιλόυλη, αλλά νερό που ενεργεί και λαλεί».

6. Αυτή η μακάρια ή να πω καλύτερα τρισμακάρια, η νοερή δηλαδή νήψη της ψυχής, μοιάζει με νερό που αναπηδά και πηγάζει από το βάθος της καρδιάς. Το νερό που βγαίνει από την πηγή την κάνει να ξεχειλίσει, ενώ το νερό που αναπηδά από την καρδιά και κινείται αεικίνητα, να πω έτσι, από το πνεύμα, πλημμυρίζει όλο τον εσωτερικό άνθρωπο από θεϊκή δροσιά και πνοή, ενώ τον εξωτερικό άνθρωπο τον κάνει πύρινο.

7. Ο νους που καθάρθηκε από τα εξωτερικά και υπέταξε ολοκληρωτικά τις αισθήσεις του με την πρακτική αρετή, μένει ακίνητος όπως ο άξονας του ουρανού, στραμμένος σαν σε κάποιο κέντρο στο βάθος της καρδιάς· και έχοντας την ηγεμονία της κεφαλής, παρατηρεί προς τα εκεί, χρησιμοποιώντας σαν αστραπές τις λάμψεις της διάνοιας για να αντλούν από εκεί τα θεία νοήματα, και υποτάσσοντας όλες τις αισθήσεις του σώματος.
8. Ακούγοντας αυτά ένας που είναι αμύητος ή που έχει ανάγκη από γάλα(Α΄ Κορ. 3, 2), ας μην τα αγγίξει, γιατί είναι απαγορευμ;ένα έξω από την ώρα τους. το να θέλουν κάποιοι ν’ αποκτήσουν πρόωρα αυτά που ταιριάζουν στην ωριμότητα και να βιάζονται κατά κάποιο τρόπο να μπουν στο λιμάνι της απάθειας χωρίς την πρέπουσα προεργασία, οι θείοι Πατέρες το θεώρησαν χάσιμο του νου και τίποτε άλλο. Γιατί εκείνος που δεν ξέρει γράμματα είναι αδύνατο να μελετά βιβλία.
9. Εκείνο που κινήθηκε μετά από αγώνα μέσα στην ψυχή από το Άγιο Πνεύμα, γαληνεύει την καρδιά και φωνάζει στο Θεό: «Αββά, Πατέρα!»(Γαλ. 4, 6). Εκείνο δεν έχει ούτε σχήμα ούτε μορφή· εμάς όμως μας μετασχηματίζει με τη λάμψη του θείου φωτός και φυσικά μας δίνει μορφή, με την πύρωση του θείου Πνεύματος. Αλλά και μας αλλοιώνει και μας μεταμορφώνει, όπως γνωρίζει μόνο Αυτός, με τη θεϊκή Του εξουσία.
10. Ο νους που καθάρθηκε με τη νήψη, εύκολα σκοτίζεται, αν με τη συνεχή μνήμη του Ιησού δεν παύει τελείως να ασχολείται με τα εξωτερικά. Εκείνος όμως που με τη φύλαξη του νου συνένωσε την πράξη με τη θεωρία, δεν ασχολείται με το να απορρίπτει θορύβους και να αποτινάσσει κρότους ασυνάρτητους ή και αρθρωμένους. Γιατί όταν η ψυχή πληγωθεί από τον θείο έρωτα του Χριστού, τον ακολουθεί σαν Αγαπημένο.
11. Το να κατασιγάσουν τα πάθη και τα κινήματα της σάρκας εκείνοι που ζουν μέσα στον κόσμο, ή και να σχολάζουν έλλογα σύμφωνα με το ρητό «σχολάσετε και μάθετε»(Ψαλμ. 45, 11), μπορεί εύκολα να γίνει. Να τα εξαλείψουν όμως και να τα αφανίσουν, αδύνατο. Ο ερημικός βίος όμως μπορεί να τα ξεριζώνει τελείως.
12. Το νερό που αναβλύζει, άλλο κινείται πιο ορμητικά, άλλο πιο ήσυχα και αργά. Το πρώτο, λόγω της ταχύτητας της κινήσεως, ούτε να θολώσει εύκολα μπορεί, κι αν για λίγο θολώσει, εύκολα πάλι καθαρίζεται, επειδή είναι τέτοια η κίνησή του. Αν όμως λιγοστέψει η ροή του νερού και γίνει πολύ μικρή, όχι μόνο θολώνει, αλλά και μένει σχεδόν στάσιμο. Χρειάζεται λοιπόν να ξανακαθαριστεί κάπως και να ξανακινηθεί.
13. Τους αρχαρίους και αυτούς που βαδίζουν την ηθική και πρακτική οδό, ο δαίμονας τους πολεμάει με θορύβους ασυνάρτητους ή και αρθρωμένους. Στους θεωρητικούς παρουσιάζει μορφές φανταστικές, χρωματίζοντας φαινομενικά τον αέρα σαν να είναι φως ή καμιά φορά και φωτιά, για να παραπλανήσει με αυτά τα δαιμονικά τον αγωνιστή του Χριστού.
14. Αν θέλεις να μάθεις πώς πρέπει να προσεύχεσαι, πρόσεξε τον καρπό της προσοχής ή και της προσευχής και μην απατάσαι. Γιατί ο καρπός της, αγαπητέ, είναι κατάνυξη παντοτινή, συντριβή της καρδιάς, αγάπη προς τον πλησίον. Το αντίθετο ολοφάνερα είναι λογισμοί επιθυμίας, ψίθυροι καταλαλιάς, μίσος κατά του πλησίον και όσα όμοια.
——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 131-133). 

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 15. Ο Παράδεισος που αναφέρεται στη Γραφή είναι εικόνα του ανθρώπου

15. Όπως τα φαινόμενα είναι εικόνες που περιγράφουν τα αόρατα του ανθρώπου, παρόμοια είναι και ο ωραιότατος παράδεισος που φυτεύτηκε με σοφία από το Θεό στην Εδέμ κατά την ανατολή(Γεν. 2, 8)· είναι εικόνα του εσωτερικού ανθρώπου που έχει σαν γη την καρδιά και φυτά, όποια θέλει να φυτεύει ο νους που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, έχει τα διάφορα περί Θεού θεωρήματα και θεία νοήματα και θεοπρεπείς φανερώσεις —φυτά δηλαδή πολλά και διάφορα, ποικίλα στη μορφή και στην πνευματική ευωδία, κι ακόμα και στη γεύση και την απόλαυση και την ηδονή.

Γιατί αυτό φανερώνει η έκφραση «στην Εδέμ», που είναι η καρδιά που τρέφεται σύμφωνα με τη φύση της κι έχει τα θεία ηδονή της και απόλαυση ολοφάνερα. Και στην ανατολή του αισθητού ηλίου είναι ο αισθητός παράδεισος, ο νοητός όμως παράδεισος μέσα στον άνθρωπο είναι κατά τους φωτισμούς της γνώσεως του νοητού ηλίου. Γιατί, κατά τους Πατέρες, η καρδιά που είναι άμοιρη από φως γνώσεως, είναι σε αδυναμία να δεχτεί θεία νοήματα και θεωρήματα και θεοπρεπείς φανερώσεις και γενικά να γεμίσει από τις θείες έννοιες, τόσο τις απλούστερες όσο και τις τελειότερες, ώστε να γίνει ένας καινούργιος υπερκόσμιος παράδεισος. 

Αλλά και χωρίς νερά δεν μπορεί ακόμα και ο οποιοσδήποτε κήπος να έχει θαλερά φυτά και καρποφόρα. Γι’ αυτό στο μέσο του παραδείσου της Εδέμ βλέπομε να αναβλύζει πηγή, που μοιράζεται σε τέσσερις αρχές (διακλαδώσεις) και ποτίζει όλο το πρόσωπο της γης, όπως είναι γραμμένο(Γεν. 2, 6). Μέσα στον άνθρωπο πάλι, πηγή ζωντανού νερού είναι η ζωοποιός κίνηση του Αγίου Πνεύματος, για το οποίο είπε ο Κύριος(Ιω. 4, 14): «Το νερό που θα του δώσω εγώ θα του γίνει πηγή νερού ζωντανού» που πηγάζει θαυμαστά από την καρδιά σαν από κάποια Εδέμ και μερίζεται στη φρόνηση, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και την ανδρεία, που είναι τέσσερις αρχές από τις οποίες κρέμονται όλες οι θεόμορφες αρετές. 

Γι’ αυτό κατ’ ακολουθίαν λέει ότι ποτίζει όλο το πρόσωπο της γης, εννοώ της καρδιάς το πρόσωπο, δηλαδή την ενέργεια για αύξηση και βλάστηση και εκλεκτή καρποφορία θείων αρετών. Είναι θαυμαστό και γλυκύ και χαριτωμένο να σκεφτούμε τα ακόλουθα που υπάρχουν μέσα στην πηγή, η οποία εικονίζει την υπερφυσική κίνηση και ενέργεια του ζωοποιού Πνεύματος από το μέσο της καρδιάς, όπως προαναφέραμε. Η πηγή δεν είναι της ιδίας φύσεως με τα φυτά ή τη γη· γιατί αυτά είναι διαφορετικά από την πηγή.
Και σε όλα αυτά, που δεν είναι λίγα, επαρκεί το νερό να τα ποτίζει και να τα τρέφει και τα βοηθεί πολύ, το ένα νερό τα πολλά εκείνα φυτά, αν και διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε μερικά από αυτά να έχουν και αντίθετη σύσταση από τα άλλα. Άλλα έχουν φύση ξηρή, άλλα υγρή, άλλα θερμή κι άλλα ψυχρή. Προς αυτά λοιπόν τα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους κινείται η πηγή, όπως προείπα, και προβάλλει το ένα και μονοειδές νερό να συνεργεί σε μεγάλο βαθμό και να σχίζεται σε τέσσερις αρχές, κι έτσι προσφέρει σε κάθε φυτό ό,τι του χρειάζεται.

Δεν έχει την ίδια φύση με τα ανθρώπινα, είτε αρετή πει κανείς είτε τη γνώση και τη σχετική θεωρία, αλλά ούτε από την ίδια την καρδιά μας προέρχεται η θεία και υπερφυσική έλλαμψη και αέναη κίνηση και ενέργεια του ζωοποιού Πνεύματος· είναι κατά χάρη δωρεά στους πιστούς και προέρχεται μέσα από την καρδιά συνεχώς και παραδόξως, όμοια με πηγή που χωρίζεται ολοκάθαρα, όπως προείπα, σε τέσσερις αρετές και τις βοηθεί πάρα πολύ και αυτές και στη συνέχεια όλες τις άλλες, ενώ είναι ένα νερό.

Ως πνεύμα συνεργεί στη φρόνηση, ως γνώση βοηθεί το μέτοχο της δικαιοσύνης· επειδή πάλι λέγεται και είναι κατά την ενέργεια σωφρονισμός και δύναμη, φανερώνει και από πολύ μακριά ότι συνεργεί πραγματικά στη σωφροσύνη και βέβαια και στην ανδρεία. Ότι συνεργεί στην αγάπη και τη σοφία, μάρτυρες αξιόπιστοι είναι ο Παύλος και ο Ησαΐας.

Ο πρώτος διακηρύττει: «Η αγάπη του Θεού ξεχείλισε στις καρδιές μας από το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε»(Ρωμ. 5, 5), και ο Ησαΐας με το να κατατάξει φανερά το πνεύμα της σοφίας μέσα στις επτά ενέργειες του Πνεύματος(Ησ. 11, 2). Και δε συνεργεί μόνο στην αγάπη το Πνεύμα, αλλά γίνεται και πνεύμα ζήλου, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο είναι διαμετρικά αντίθετος στην αγάπη. Γιατί η αγάπη, όπως έχει γραφεί(Α΄ Πέτρ. 4, 8), σκεπάζει πλήθος αμαρτιών, ενώ ο ζήλος προχωρεί και σε ελέγχους, καμιά φορά και σε φόνους.

Και αυτό μαρτυρεί ο Ηλίας, ο μέγας προφήτης και τέτοιος φίλος του Θεού, που πέρασε από το μαχαίρι τόσους ιερείς της αισχύνης(Γ΄ Βασ. 18, 40)· επίσης πρωτύτερα ο Φινεές που σκότωσε μ’ ένα χτύπημα τη Μαδιανίτισσα και τον Ισραηλίτη(Αρ. 25, 80, και πριν από αυτούς ο ίδιος ο πανσέβαστος νομοθέτης του παλαιού Νόμου, ο Μωυσής, πολλές φορές παρέδωσε πολλούς σε θάνατο, και μάλιστα από ανθρώπους που ανήκαν στην ίδια φυλή. Για την πράξη, η γνώση είναι το ισχυρότερο, ενώ για τη θεωρία, η άγνοια που ξεπερνά κάθε νόηση.

Αυτά όμως χωρίς το πνεύμα της αλήθειας και χωρίς το πνεύμα της γνώσεως είναι αδύνατο να συντελεστούν όπως πρέπει μέσα στην ψυχή. Η χαρά λοιπόν της καρδιάς και η ακριβώς αντίθετη της χαράς λύπη είναι ολοφάνερα αποτελέσματα ενέργειας του Πνεύματος. Γιατί ακούς τη Γραφή να λέει ότι ο καρπός του Πνεύματος είναι η χαρά(Γαλ. 5, 22) και ότι σε μερικούς ο Θεός δίνει πνεύμα κατανύξεως(Ρωμ. 11, 8).

Και με λίγα λόγια, κατά τους Πατέρες, είναι τόση η δύναμη του ζωοποιού και αγίου Πνεύματος να συνεργεί στην αρετή ακόμη και σε διαθέσεις που φαίνονται τελείως αντίθετες μεταξύ τους, όπως προείπα, ώστε η Γραφή το ονομάζει και φωτιά και νερό, πράγματα τελείως αντίθετα, γιατί το Πνεύμα βοηθεί και ζωοποιεί και δυναμώνει την ενέργεια για όλα τα καλά και αγαθά που αφορούν στην ψυχή. Γι’ αυτό και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος λέγεται στη Γραφή και στον ενικό και στον πληθυντικό.

Και πηγή το αποκαλεί ο Σωτήρας, και ποταμούς. Έτσι λοιπόν και σχίζεται σε τέσσερις αρχές και προχωρεί σε όλες τις αρετές. και γίνεται καθ’ ολοκληρίαν μιά καινούργια ψυχή για την ψυχή που μετέχει σε αυτό, που τη ζωοποιεί κατά τρόπο υπερφυσικό και την κινεί προς όλα τα πρέποντα και γινόμενα καλά έργα και την τελειοποιεί όπως πρέπει. Εγώ νομίζω ότι και η πέτρα που χτύπησε με το ραβδί ο νομοθέτης Μωυσής και ξεπήδησαν από αυτή ποτάμια τα νερά κατά τρόπο υπερφυσικό(Εξ. 17, 6), είναι η πέτρινη και πωρωμενη καρδιά.

Από αυτή, όταν ο Θεός τη χτυπήσει καίρια με το λόγο Του αντί με ραβδί και τη φέρει σε κατάνυξη, πηγάζει ανεμπόδιστα και κινείται με τρόπο υπερφυσικό η δύναμη του Πνεύματος σαν ρεύματα ζωογόνα και συνεργεί σε όλα αφάνταστα και, πώς να πω, ζωοποιεί κατάλληλα, ενώ είναι στη φύση της ένα νερό, τους πολλούς και άπειρους που μετέχουν σ’ αυτή. Εκπληκτικό στ’ αλήθεια, πώς η πέτρα εκείνη που μεταφερόταν πάνω σ’ ένα αμάξι, ανάβλυζε νερό που θα μπορούσε να φορτώσει μυριάδες, άπειρα αμάξια; Από που είχε αυτή τη δύναμη; Και μάλιστα τόσο μεγάλη; Kι από ποιά φλέβα αντλούσε, αφού τη μετέφεραν;

Πολύ πιο καταπληκτικό όμως για εκείνους που σκέφτονται τα πρέποντα, είναι πως η καρδιά, κάτι πολύ μικρό, που μεταφέρεται μέσα στο τόσο μικρό ανθρώπινο σώμα, αναβλύζει και σκορπά ακατάπαυστα τόσο άπειρο πλήθος μυρίων πνευμάτων, όσο αρκεί για τη ζωή απείρων σωμάτων. Από που βρίσκει αυτή τη δύναμη η καρδιά, και μάλιστα τόσο άφθονη, σαν να είναι πάνω από αριθμό; Αληθινά, το πνεύμα, όπως είπε η Αυτοαλήθεια, όπου θέλει πνέει, και ακούς τη φωνή Του αλλά δε γνωρίζεις από που έρχεται και που πηγαίνει(Ιω. 3, 8)· πνέει όμως πάντοτε.

Τέτοια αξία λάβαμε λοιπόν από το Θεό, ώστε να φυτεύομε μέσα μας θείο παράδεισο όπως φυτεύει ο Θεός, όχι βέβαια αντιληπτό από τις σωματικές αισθήσεις, αλλά πολύ ανώτερο, νοητό, σύμφωνα με όσα έχομε μπροστά μας, κι αυτό είναι πολύ μεγάλη μακαριότητα και ξεπερνά κάθε σκέψη όποιου δεν έζησε ακόμη την ιερή αυτή αξία. Γι’ αυτό ας δώσομε ολότελα τους εαυτούς μας στο Χριστό το Θεό, στην Αγία Τριάδα, με ευλάβεια και άκρα ησυχία, με ευθύτητα στην πίστη και τήρηση των εντολών.

Και μένοντας έτσι με τη θεωρία που θα συλλέγει όλα τα προηγούμενα θεωρήματα και τα θεία νοήματα και, θα προσθέσω, και τα θεολογήματα, και που κατά κάποιο τρόπο θα τα φυτεύει με τη βοήθεια του Θεού μέσα στην καρδιά, ας πείσομε το Θεό με ανάλογη προσευχή με όλη μας τη διάθεση, να μείνει μέσα μας το Άγιο Πνεύμα και να δώσει ν’ αναβλύσουν θεία και υπερκόσμια νοήματα ή, αν θέλεις, ποταμοί.

Γιατί ο Κύριος είπε: «Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, όπως είπε η Γραφή, θ’ αναβλύσουν από την καρδιά του ποταμοί ζωντανού νερού». Αυτό το είπε —λέει ο επιστήθιος Μαθητής— για το Πνεύμα που έμελλαν να λάβουν όσοι θα πίστευαν σ’ Αυτόν(Ιω. 7, 38-39). Σ’ Αυτόν ας είναι η δόξα στους αιώνες, τον χορηγό των δωρεών που υπερβαίνουν το νου.

——————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 133-136). 

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 16. Η πνευματική δωρεά

16. Βλέπε τις δωρεές του Θεού που δεν τις ανακαλεί όταν τις δίνει· βλέπε και τις χάριτές Του που κανείς δεν τον ξεπερνάει· να χαίρεσαι γιατί επακολουθεί το θαύμα του Θεού. Αναλογίσου τί κάνει στον πρωτόπλαστο Αδάμ, και ποιά κατόπιν ανώτερα σ’ εμάς. Φυσά στον Αδάμ πνοή ζωής, τη χάρη του ζωοποιού Πνεύματος, κι έτσι έγινε τέλειος άνθρωπος ο Αδάμ, δηλαδή με ψυχή ζώσα(Γεν. 2, 7), όχι απλώς με ψυχή.
Γιατί δεν είναι ψυχή ανθρώπου το πνεύμα του Θεού, αλλά πηγαίνει στην ψυχή που ζει πνευματικά. Το άγιο δηλαδή και ζωοποιό Πνεύμα γίνεται πράγματι ψυχή στην ψυχή του ανθρώπου που ζει όπως αρμόζει να ζει η λογική και θεόμορφη ψυχή. Αν όμως δε συνυπάρχει στην ψυχή το Πνεύμα του Θεού, ή αν δυστυχώς πέταξε από αυτή, τότε χάνεται και η θεομορφία και η πρέπουσα ζωή της λογικής ψυχής, και τη θέση τους πήρε η κτηνώδης ή και η θηριώδης κατάσταση.

Γιατί, χωρίς το πνεύμα του Θεού και το Χριστό, δεν μπορούμε να κάνομε τίποτε από εκείνα που πρέπουν, όπως είπε ο Σωτηρας(Ιω. 15, 5). Γι’ αυτό ο Αδάμ έγινε άνθρωπος ανελλιπής, δηλαδή ολοκληρωμένος, όχι μόνο με ψυχή, αλλά με ψυχή ζώσα, γιατί φύσηξε μέσα σ’ αυτόν ο Θεός πνοή, που είναι η ζωή για τις λογικές ψυχές. Αυτή λοιπόν η πνοή που εμφύσησε ο Θεός στον Αδάμ, όσο υπήρχε σ’ αυτόν, του έδινε δόξα όχι μικρή και θεόμορφη λαμπρότητα, καθώς έβλεπε τα πράγματα διορατικά και προφητικά και ήταν μαζί με το Θεό ποιητής, δεύτερος θεός λόγω της χάρης, ώστε και ο υπέρσοφος Δημιουργός των πάντων να ευαρεστείται στις λαμπρότατες οράσεις και προφητείες του Αδάμ.

Όταν όμως παρεξέκλινε και από το σφάλμα του υπέπεσε στην κάκιστη παρακοή, κι αλοίμονο, το ζωοποιό και φωτιστικό Άγιο Πνεύμα πέταξε μακριά, αφού δε σκέφτηκε να φυλάξει το μέγεθος της τόσο μεγάλης τιμής, τότε εξίσωσε πράγματι τον εαυτό του με τα ανόητα κτήνη κι έγινε όμοιος με αυτα(Ψαλμ. 48, 13). Και βάδισε γενικά με άγνοια και ανάρμοστα και μακριά από το θείο σκοπό, σαν μέσα σ’ ένα φοβερότατο σκότος, και δεν μπορούσε καθόλου να σηκώσει το κεφάλι γιατί ολοφάνερα ήταν έρημος πλέον από το θείο και υπερφυσικό δώρο της πνοής εκείνης που του εμφύσησε ο Θεός.

Μα ήρθε και ο καιρός των οικτιρμών του Θεού, και μάλιστα απέστειλε ο Θεός το Λόγο Του για να μας θεραπεύσει από τα κακά που μάς κυρίευαν(Ψαλμ. 106, 20)· και ο Λόγος έχει το Πνεύμα που είναι εκ φύσεως ενωμένο μαζί Του και φωτίζει και διατρανώνει τη θεότητα του Λόγου ή, αν προτιμά κανείς να λέει, τη δύναμή Του, όπως λέει στο Θεό ο Προφήτης εκ μέρους όλης της ανθρωπότητας: «Εξαπέστειλες το φως Σου και την αλήθεια Σου· αυτά με οδήγησαν και μ’ έφεραν στο όρος Σου το άγιο —την ενοειδή ύψιστη γνώση Σου— και στα ένδοξα κατοικητήριά Σου —τα σχετικά μ’ Εσένα θεωρήματα»(Ψαλμ. 42, 3).

Σε αυτά καθώς οδηγείται ο νους από το Θεό και ανεβαίνει και κατασκηνώνει, υψώνεται πάνω από τα βλεπόμενα, πλησιάζοντας κατά κάποιο τρόπο τον Ύψιστο Θεό. Αφού λοιπόν ήρθε, όπως είπα, ο γνήσιος Λόγος του Θεού μας, έχοντας μαζί Του από τη φύση Του ως Άγιος Λόγος του Θεού το Άγιο Πνεύμα του Θεού, επομένως και όλοι όσοι πιστεύοντας δέχτηκαν τον Άγιο Λόγο του Θεού, αμέσως δέχονται και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο πάντοτε συμπαρακολουθεί χωρίς κανένα δισταγμό το Λόγο. Και το δέχονται βέβαια όχι μόνο στο πρόσωπο, όπως παλιά ο Αδάμ από το Θεό Πατέρα και κατόπιν οι Μαθητές του Χριστού μ’ εμφύσημα από το Χριστό(Ιω. 20, 22)· αλλά αόρατα και ξαφνικά, σαν πνοή ανέμου, αφού είναι πνεύμα, που εμπνέει φανερή τη χάρη του Πνεύματος, οι μέτοχοι του Πνεύματος το βλέπουν νοερά να αναβλύζει από την καρδιά παντοτινά σαν πηγή και να φωτίζει κάνοντας το νου να βλέπει τα θαυμαστά της αναγεννήσεως και της θείας δόξας, όσα βέβαια είναι εφικτά. Και γενικά με την υπερφυσική μέθεξη του Πνεύματος με τη χάρη, ο νους γίνεται μυστικά εφάμιλλος θεωρός μεγάλων πραγμάτων.

Και προχωρώντας ο νους με τη διαρκή βοήθεια και παροχή της χάρης, φτάνει σε διοράσεις και προγνώσεις με το φωτισμό του Πνεύματος κι έτσι ανεβαίνει στην τάξη θεού, βλέποντας να έχει γίνει η υποστατική ένωση της θείας φύσεως με την υποστατική φύση του ανθρώπου και η χύση του Πνεύματος πάνω σε όλα, που δεν είδε ο Αδάμ με τέτοιο τρόπο, ούτε βέβαια έγινε κοινωνός της θείας φύσεως(Β΄ Πέτρ. 1, 4) και πραγματικά θετός υιός του Θεού.

——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 136-137).  

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 17-18. Η θεία και η ανθρώπινη ενέργεια. Η ειρήνη.

 17. Aς δούμε τώρα, όσο μας είναι δυνατό, την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα μας και την κατασταση που αυτή διαμορφώνει, αλλά και την έμφυτη δική μας ενέργεια και τις συνέπειές της· επίσης, πώς είναι ελάχιστα δυνατό να έχομε ειρήνη με τη δική μας μόνο ενέργεια. Γιατί τούτο είναι αληθινός καρπός της ενέργειας του Πνεύματος, όπως επίσης και η πραγματική αγάπη και χαρά και η μακροθυμία και το να είναι ο μέτοχος του Πνεύματος γεμάτος καλωσύνη και να τη μεταδίδει άφθονα και στους πλησίον(Γαλ. 5, 22).

Καμία φυσική ενέργειά μας δεν είναι χωρισμένη από την ψυχική ορμή, η οποία είναι ολοφάνερα μέρος του θυμικού της ψυχής, αλλά ούτε και χωρίς θέληση κινείται μέσα μας η ενέργεια. Η θέληση στον πρακτικό εξαρτάται από την επιθυμία, όπως αναμφιβόλως στον θεωρητικό από την έφεση. Γι’ αυτό καμία φυσική ενέργειά μας δεν μπορεί να έχει τελείως νεκρή την επιθυμία και το θυμό, αν πρόκειται, όπως είναι φυσικό, να κινηθεί.

Η υπερφυσική όμως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά, που δε γεννιέται διόλου από τη φύση αλλά φανερώνεται ακατανόητα στους ελεημένους, αυτή κινείται ολοφάνερα χωρίς τη θέληση του ανθρώπου, ή μάλλον να πω, ανάβει σαν πυρσός. Γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη από τίποτε δικό μας κατά την ενέργειά Του, είτε φωτισμό να σου πω είτε φανέρωση του Πνεύματος, παρά μόνο να βλέπει ο μέτοχος αθόρυβα μέσα στην καρδιά και να απολαμβάνει με υπερφυσικό τρόπο.

Από αυτό είναι πρόδηλο τούτο· επειδή η θεία ενέργεια δεν έχει διόλου ανάγκη ούτε από θέληση για να κινείται, ούτε από φυσική ορμή, μένουν σε απραξία η επιθυμία και ο θυμός. Και γενικά το παθητικό μέρος της ψυχής είναι παραμερισμένο και ανενέργητο, όσο ενεργεί μέσα στην καρδιά η θεία έμπνευση του ζωοποιού Πνεύματος, ενώ ο νους ευθυμεί και ζει.

Έτσι λοιπόν η ψυχή με ειρήνη και γαλήνη και με την πρέπουσα απάθεια ατενίζει το Θεό, αφού απέκτησε με θαυμαστό τρόπο σχέση μαζί Του, φωτισμό και ανάταση από το πνεύμα, του οποίου έγινε μέτοχος με τη δωρεά του Θεού. Κι έτσι βλέπει ότι φτάνει στη γνώση του ανέκφραστου και υπέρλαμπρου κάλλους της θεϊκής ωραιότητας και αγαπά όπως πρέπει τον υπέρκαλο Θεό και χαίρεται όσο δε λέγεται γνωρίζοντας από το άφατο έλεός Του τον τόσο μεγάλο Πατέρα του Κυρίου, τον άπειρο και αόριστο και απερίληπτο, τον οποίο έχει σαν κληρονομιά από τώρα.

Και τότε απολαμβάνει ειρήνη αξιοθαύμαστη, βλέποντας οπωσδήποτε τον εαυτό της ότι με τη χάρη του Θεού δεν της λείπει καθόλου το άκρο και υπέρνοο καλό. Κι επειδή, καθώς προείπαμε, ο θυμός δεν κινείται διόλου εξαιτίας της αυτοκίνητης ενέργειας του Παρακλήτου, η μακροθυμία και η χρηστότητα μαζί με όσο το δυνατό περισσότερη καλωσύνη γίνονται το πολίτευμα της ψυχής, αφού αυτά είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος(Γαλ. 5, 229 στο οποίο μετέχουν οι ελεημένοι από το Θεό.

Το πνεύμα όμως της πλάνης και του ψεύδους, αν και φαίνεται ότι κινείται στην ψυχή χωρίς τη θέληση και την ορμή του ανθρώπου που το έχει, ούτε το παθητικό μέρος κάνει να ηρεμεί, αλλά μάλλον το ανάβει, ούτε προξενεί αγάπη στο Θεό ή χαρά ή ειρήνη. Γιατί το ψεύδος είναι άτακτο και ασυνάρτητο και τελείως ξένο από τη θεία ειρήνη και γαλήνη.

18. Θαυμάζω Κύριε, φως ιλαρό θαυμαστής ειρήνης, πρόξενο απόλυτης αναπαύσεως, αγαπητό, εκ φύσεως εξαίσιο, γεμάτο χάριτες συνήθως και μοναδικά χαροποιό, το μόνο που είναι όλο ζωή του νου. Θαυμάζω και απορώ, παντοδύναμε άγιε Κύριε, αν υπάρχει άνθρωπος που όταν Εσύ από άπειρη αγαθότητα τον άγγιξες με το άφατο άγγιγμά Σου, αυτός εξακολουθεί να ζει καθόλου για τον εαυτό του και όχι για σένα τον Υπερούσιο, τη ζωοποιό ζωή και πηγή όλων ανεξαιρέτως των αγαθοτήτων και των καλλονών.

Γιατί, αν κάποια γυναίκα, μόνο γιατί σε άγγιξε, και μάλιστα όχι Εσένα αλλά το ένδυμά Σου, Σωτήρα μου, και πάλι όχι όλο το ένδυμα αλλά την άκρη του, και μάλιστα κρυφά κι αυτή, όμως αμέσως ελευθερώθηκε από την τόσο αρρωστημένη ζωή της κι έγινε υγιής ανέλπιστα(Ματθ. 9, 21-22), τι μπορεί κανείς, Βασιλιά μου, να φανταστεί ότι θα πάθει και ποιά ζωή θα ζει και για ποιόν θα τη ζει, εκείνος που Εσύ, Σωτήρα μου, τον άγγιξες με το θεϊκό ανείπωτο άγγιγμά Σου από αγαθότητα και ολοφάνερα, για να δείξεις σ’ αυτόν με τρόπο θαυμαστό το έλεός Σου; Γνωρίζομε ότι άγγιξες το χέρι της πεθεράς του Πέτρου, κι αμέσως έπεσε ο πυρετός της κι έγινε τελείως υγιής και σηκώθηκε και υπηρετούσε με πολλή έκπληξη και προθυμία(Μαρκ. 1, 30-31).

Αλλά το άγγιγμα αυτό, πρώτον ότι έγινε μία φορά στη γυναίκα εκείνη, και δεύτερο έγινε εξωτερικά, δηλαδή στο χέρι. Αν λοιπόν εκείνη βρήκε έτσι αμέσως την υγεία της, τι θα γίνει σ’ εκείνους τους οποίους αγγίζεις ανέκφραστα, όχι μία φορά αλλά συνέχεια, νύχτα και μέρα, και μάλιστα όχι εξωτερικά αλλά στο μύχιο ταμείο της καρδιάς, Φιλανθρωπότατε, και τους ενισχύεις ολοφάνερα στα έργα τους και τους παρακινείς στα πρέποντα και τους προσφέρεις μύρια όσα αγαθά και καλά; Πώς λοιπόν, Ύψιστε, αυτοί οι άνθρωποι θα ζήσουν για τον εαυτό τους και όχι μάλλον, όπως είναι εύλογο, εξ ολοκλήρου για Σένα;

Ή μάλλον, πώς και μόνο για Σένα αν ζούνε, δε θα νομίζουν τον εαυτό τους ταλαίπωρο και δε θα σκύβουν με ταπείνωση, κρίνοντας ότι είναι ανάξιοι και για την πιο μικρή αμοιβή απέναντι στην τόσο μεγάλη και εξαιρετική προς αυτούς βοήθεια της χάρης Σου; Δόξα Σοι, αληθινά Δοξασμένε, που δοξάζεις τους ταπεινόφρονες, κι αφού τους δοξάσεις τους κάνεις πιό ταπεινούς ακόμη, επειδή είναι χρεώστες Σου για τις πολλές και άπειρες και ανέκφραστες προς αυτούς δωρεές Σου. Και τότε λοιπόν αφού, σαν ταπεινοί που είναι, τους χαρίσεις τη χάρη, βρίσκεσαι ριζωμένος με θαυμαστό τρόπο στην καρδιά τους, καθώς είναι πια δοξασμενοι.

Γιατί Εσύ, η Σοφία του Θεού, είπες φανερά στα βιβλία του Σολομώντα(Σ. Σορ. 24, 12-13 και 16): «Ρίζωσα μέσα σε λαό δοξασμένο πάνω από κάθε περιγραφή, και γι’ αυτό ανυψώθηκα όπως ο κέδρος στο Λίβανο —στην καρδιά δηλαδή την υψωμένη πολύ πάνω από τα χαμηλά και γήινα-· αφού έφτασα σε θείο ύψος ή όρος – στο ύψος των κατά Θεόν νοημάτων—, άπλωσα σαν τερέβινθος τα κλαδιά μου»· θέλεις με αυτά να πεις ότι «σ’ εκείνους που ρίζωσα με τη χάρη του Πνεύματος, και τα κλαδιά μου είναι όλο δόξα και χάρη».

Αυτό είναι πράγματι αληθέστατο, ω Αυτοαλήθεια Κύριε. Γι’ αυτό και η καθαρή ψυχή που διάλεξε να γίνει νύμφη Σου, επιθύμησε πολύ φρόνιμα και κάθισε κάτω από τη σκιά Σου· κι αμέσως που κάθισε στη σκιά, πιστοποιεί πόσο γλυκός είναι ο καρπός Σου(Άσμα 2, 30, όχι βέβαια από την όψη αλλά από τη γεύση στο στόμα της. Γιατί δεν έρχονται όλοι ανεξαιρέτως στην αίσθηση της γλυκύτητας του Θεού —κάθε άλλο μάλιστα.

Όταν λέει: «Σαν τα φυτά της κανέλας και του ασπάλαθου άφησα οσμή αρωμάτων, κι όπως η εκλεκτή σμύρνα σκόρπισα ευωδία»(Σ. Σιρ. 24, 15), δεν το κάνει αυτό για όλους. Αυτό το φανερώνει ο Παύλος λέγοντας ότι αυτός ο ίδιος, σε άλλους έγινε οσμή ζωής που οδηγεί στη ζωή και σε άλλους οσμή θανάτου που φέρνει θάνατο(Β΄ Κορ. 2, 16).

Ομοίως και η θεία γλυκύτητα και, αν θέλεις να πω, και η δόξα του Θεού που φαίνεται μαζί με αυτήν, δε γίνεται σε όλους, αλλά σε μερικούς που έχουν νοερές αισθήσεις. Σ’ εκείνους δηλαδή που ασκούν την ησυχία και πέτυχαν με τη θεία εύνοια τη μετοχή του ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος, και γενικά στους καθαρούς στην καρδιά, όσο είναι δυνατό. Γιατί, όπως είναι εύλογο, θα ήταν πολύ, βίος θορυβώδης και ακάθαρτος και χωρίς φανερή μετοχή του Πνεύματος, να δεχτεί δόξα Θεού και μάλιστα την ευωδία και τη γλυκύτητά Του με αίσθηση ψυχής. Αλλά αυτό δε γίνεται, δε γίνεται.

Γι’ αυτό χρειάζεται αποφυγή του κόσμου και κατ’ ακολουθίαν μόνωση και ησυχία και εγκλεισμός και η πρέπουσα ενάρετη ζωή και νήψη και προσευχή με προσοχή και όλα όσα ταιριάζουν σε όσους μετανοούν πραγματικά, για να δοθεί κάπως τόπος στην ανυπέρβλητη αγαθότητα της θείας ευσπλαχνίας και να κλίνει φιλάνθρωπα, ανάλογα με την επιθυμία της, και να κατοικήσει στην ψυχή που τη ζητά με πόνο, και να γίνει το θαυμάσιο έλεος, ο Θεός δηλαδή —τι χάρη!— ενωμένος με την ψυχή σ’ ένα πνεύμα ριζωμένο στο βάθος της καρδιάς, που καταλάμπει από κει ξενότροπα και δένει κορμό και ψηλώνει πολύ κι απλώνει τα κλαδιά του νου και καρποφορεί όσα πνευματικά, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθότητα, χρηστότητα(Γαλ. 5, 22) και πολλά άλλα αγαθά και καλά, με τα οποία τρέφεται ο μέτοχος της χάρης.

Από αυτό κρίνε ορθά, πόσης δόξας, πόσης ευωδίας και γλυκύτητας αίσθηση φέρνουν στο λάρυγγα της ψυχής οι καθαροί καρποί του ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος. Για τούτο είναι πράγματι μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά από την κατοχή των αρετών, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό(Ματθ. 5, 8)· στη μέλλουσα ζωή περισσότερο και καθαρότερα, ενώ τώρα σαν αρραβώνα, όπως λένε οι Γραφές. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο βλέπουν και θα δουν, αλλά και θα «πάθουν» καταλλήλως τα υπερφυσικά, όπως και τώρα τους συμβαίνει εν μέρει και τα απολαμβάνουν εν Χριστώ.

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 19. Ο Θεωρητικός βίος. Από τι έχει ανάγκη ο θεωρητικός. Η προσευχή είναι μέρος της θεωρίας, και οι Πατέρες αποτιμούν τη θεωρία ως προσευχή

Ο θεωρητικός βίος. Από τι έχει ανάγκη ο θεωρητικός. Η προσευχή είναι μέρος της θεωρίας, και οι Πατέρες αποτιμούν τη θεωρία ως προσευχή.


19. Ο θεωρητικός βίος είναι ομόστεγος και αχώριστος σύντροφος με την ιερή προσευχή, και είναι και τα δύο αυτά θεοχαρίτωτοι και θεοποιοί βλαστοί του νοερού μέρους της ψυχής. Γι’ αυτό είναι πραγματικά και τα δύο αχώριστα έργα ψυχής που έχει μέσα της το Θεό και προχωρεί στη θέωση. Και μάλιστα, αυτές οι δύο, η θεωρία και η προσευχή, είναι τόσο ενωμένες ώστε οι Πατέρες να τις ονομάζουν μ’ ένα όνομα «πράξη και θεωρία του νου».

Και λέει ο άγιος Ισαάκ: «Η πράξη του νου βρίσκεται στη λεπτή εργασία και στη συνεχή θεία μελέτη και στην αδιάλειπτη προσευχή και στα όμοια· πραγματοποιείται δε στο επιθυμητικό μέρος και καλείται θεωρία». Βλέπεις γνώρισμα ενότητας μάλλον, παρά συνενώσεως των δύο, δηλαδή προσευχής και θεωρίας; Και προσθέτει ο ίδιος ότι η θεωρία αυτή καθαρίζει στην ψυχή την ενέργεια της αγάπης, η οποία είναι επιπόθηση φυσική, που αποκαθαίρει το νοητό μέρος της ψυχής. Εννοείς μία ενέργεια από το θεωρητικό μέρος της ψυχής, δηλαδή την προσευχή και τη θεωρία;

Γι’ αυτό και ο ιερός Μάξιμος εξηγεί και λέει: «Ο νους δεν μπορεί να καθαρθεί χωρίς επαφή και θεωρία του Θεού».

Και ακόμη λέει: «Η αναχώρηση και η θεωρία και η προσευχή λιγοστεύουν την επιθυμία και σταδιακά την εξαφανίζουν και πάλι κινείται ορθά το λογιστικό της ψυχής, όταν διατρίβει κοντά στο Θεό με την πνευματική θεωρία και την προσευχή».

Κι ακόμη: «Στο λογιστικό της ψυχής δώσε φτερά με την ανάγνωση, τη θεωρία και την προσευχή». Έτσι οπωσδήποτε η θεωρία είναι αναγκαία για την προσευχή και σύντροφός της. Και τα δύο αυτά είναι του νοερού ή μάλλον του λογιστικού φυσική και πρέπουσα ενέργεια, και είναι αχώριστα μεταξύ τους. Την ενέργεια αυτή τη διεξάγει ο νους υγιώς κι αυτές βοηθούν η μία την άλλη, όταν το λογιστικό είναι υγιές και ασκεί την ησυχία με βαθιά γνώση.

Γι’ αυτό, ο νους που προσεύχεται χωρίς θεωρητική δύναμη ονομάζεται από τους Πατέρες πτηνό χωρίς φτερά, αφού ούτε προς το Θεό μπορεί να υψωθεί με ολόκληρη τη διάθεσή του, ούτε να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τα γήινα και να προσεγγίσει στα επουράνια με όλη την ορμή της ψυχής. Κατά τον ιερό Μάξιμο, η θεωρία καθαρίζει το νου, ενώ η τέλεια προσευχή τον παρουσιάζει γυμνό στο Θεό. Είναι φανερό ότι αυτό γίνεται με την κάθαρση που δίνει η θεωρία, την οποία δεν μπορεί να αποκτήσει ο νους αν δεν ανυψώνεται στη θεωρία του Θεού, όπως είναι πρέπον. Γιατί, λέει, καθαρότητα του νου υπάρχει στην αποκάλυψη των μυστηρίων.

Ακόμα, καθαρότητα του νου είναι η τελειότητα που υπάρχει στην αναστροφή με την ουράνια θεωρία, η οποία κινείται έξω από τις αισθήσεις με την πνευματική δύναμη του άνω κόσμου των αναρίθμητων θαυμάτων. Από αυτό συμπεραίνεται ότι ο θεωρητικός προσεύχεται με ένα υψηλό τρόπο, καθώς έχει καθαρή διάνοια από τη θεωρητική γνώση. και για την καθαρότητά του αυτή, βλέπει χωρίς όραση το Θεό, όσο είναι δυνατό, και προσευχόμενος αποδεικνύεται στ’ αλήθεια μακάριος.

——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 141-142).

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 20. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και όσοι Τον προσκυνούν πρέπει να το κάνουν πνευματικά και αληθινά

20. «Ο Θεός, λέει, είναι πνεύμα, και όσοι τον προσκυνούν πρέπει να το κάνουν πνευματικά και αληθινά»(Ιω. 4, 24). Λέει «όσοι τον προσκυνούν» στον πληθυντικό αριθμό· όχι «όποιος τον προσκυνεί» στον ενικό. Κι αυτό γιατί θέλει όλοι να σωθούν και να γνωρίσουν σε βάθος την αλήθεια(Α΄ Τιμ., 2, 4), Εκείνος που ετοίμασε πολλούς τόπους διαμονής(Ιω. 14, 2) για την αιώνια απόλαυση όσων θα δικαιωθούν, ο αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού(Ησ. 9, 6), ο Σωτήρας, που από άμετρη φιλανθρωπία ανοίγει τις αγκάλες Του στους σοφούς, στους άσοφους, στους ισχνόφωνους και σ’ εκείνους που έχουν πιο αδύνατη τη διάνοια. Και γενικά σε όλους τους ανθρώπους ένα πράγμα σωτήριο υπέδειξε που γίνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ψυχική κατάσταση και την προαίρεση του καθενός, ανάλογα ακόμη και με τη δύναμη, καθώς και ανάλογα με τη διδασκαλία εκείνου που προσέρχεται στο Θεό και υποσχέθηκε να προσκυνεί το Θεό με τον τρόπο που είπαμε.
Γιατί είναι ενδεχόμενο κάποιος, από έλλειψη διδασκάλου, να είναι καλής φύσεως και όμως να μην επιτύχει στην τελειότητα του θείου σκοπού. Μερικοί πάλι, αν και είχαν διδάσκαλο με πείρα των θείων και πνευματικών, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στην τελειότητα λόγω αφυΐας. Παρ’ όλα αυτά, και αυτοί και οι άλλοι και γενικά όλοι, αν θέλουν μπορούν να προσκυνούν το Θεό πνευματικά και αληθινά, ο καθένας κατά την τάξη του ή κατά τη δύναμή του ή κατά τη δωρεά που του έδωσε ο Θεός.

Για παράδειγμα, και αμαθής να είναι κανείς, αν ζει σύμφωνα με τις εντολές και την πίστη και ακολουθεί με ταπείνωση άλλους που έχουν ευδοκιμήσει, είναι φανερό ότι και αυτός προσκυνεί το Θεό πνευματικά και αληθινά. Γιατί η πίστη είναι πραγματικά πνεύμα, αφού ομιλεί ολοφάνερα για το Θεό και για θεία και αόρατα πράγματα. «Τα λόγια που σας λέω, είπε ο Κύριος, είναι πνεύμα και είναι ζωή»(Ιω. 6, 63). Τις θαυμαστές και θεοποιητικές εντολές της Αυτοαλήθειας, δε νομίζω ότι είναι κανείς τόσο μικρός στο νου ώστε να τις χωρίζει από την αλήθεια, έστω και ελάχιστα.

Έτσι λοιπόν εκείνος που ακολουθεί την πίστη, όπως είπαμε, αληθινά και πνευματικά, διδάσκοντας τα περί Θεού, ονομάζεται πρακτικός και θεωρητικός. Ομοίως, ολοφάνερα προσκυνεί το Θεό πνευματικά και αληθινά κι εκείνος που είναι αφοσιωμένος στη γνώση των όντων και της αγίας Γραφής, όπως και οι προηγούμενοι, και ακολούθως συγκεντρώνεται στο Θεό, αφήνει το ορατό και αισθητό σαν άλλη σάρκα και ανεβαίνει στο νοητό, δηλαδή στο πνεύμα, και από εκεί κατευθείαν στο υπέρ νουν, κι εννοώ την Αλήθεια που ξεπερνά κάθε αλήθεια, το Θεό.

Κι εκείνοι που ψάλλουν, καθώς κι εκείνοι που προσεύχονται, αν εννοούν την έννοια των λόγων της ψαλμωδίας και της προσευχής και τα συναισθάνονται, όσο είναι δυνατό, και αυτοί προσκυνούν το Θεό εξ ολοκλήρου πνευματικά και αληθινά. Γιατί όπως είναι σε όλους γνωστό, τα ιερά λόγια των ψαλμών και της προσευχής είναι πνεύμα και αλήθεια. Αλλά βέβαια κι εκείνος που με φανερή μετοχή και ώθηση του Πνεύματος φαντάζεται το Θεό «συνεπτυγμένα», δηλαδή με το φως της γνώσεως, ενιαία και χωρίς εικόνες, προσκυνεί επίσης με τρόπο υψηλότερο το Θεό πνευματικά και αληθινά.

Ακόμη, εκτός από αυτά, κι εκείνος που καθρεφτίζει μέσα του το φως της δόξας και της οικονομίας του Χριστού, όσο είναι δυνατό, και ακολούθως την από τον Πατέρα δια μέσου του Χριστού χύση του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί στους πιστούς και τους στηρίζει, προσκυνεί πραγματικά το Θεό πνευματικά και αληθινά, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 142-143).

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 21. Η προσευχή

21. Αυτός που διδάσκει στον άνθρωπο τη γνώση(Ψαλμ. 93, 10) είναι ο Θεός, όπως έχει γραφεί. Αλλά πώς διδάσκει; Δίνοντας ολοφάνερα την προσευχή στον προσευχόμενο(Α΄ Βασ. 2, 9) με μία ιερή ώθηση του Πνεύματος που πνέει ακατάπαυστα. Γιατί, αλήθεια, η ιερή αυτή προσευχή, επειδή είναι το μέγα δώρημα της υπεράγαθης χάρης, γίνεται δάσκαλος σ’ εκείνον που την απέκτησε και καθαρός καθρέφτης του προσώπου της ψυχής.

Σε αυτή ο νους παρατηρεί καθαρά τις παρεκκλίσεις του, τους ρεμβασμούς, τις αιχμαλωσίες του, τις ακηδίες και τις εξαπατήσεις του· βλέπει όμως και τον αέρα της καθαρότητας, τη λαμπρότητα της θεωρίας, το πνεύμα της θείας και θεουργικής ανατάσεως προς το Θεό, την πύρινη φλόγα του θείου έρωτα, τη νοερή απλότητα και αμορφία και την ακόλουθη σιωπή απέναντι σε όλα τα πράγματα και την ολόχαρη έκπληξη.

Και γενικά, από την προσευχή ο νους βλέπει και γνωρίζει απλανώς ποιες είναι οι ψυχικές διαθέσεις και ο επηρεασμός του από τα πάθη και μυείται πολύ σαφώς στα πρωταίτια των κινητικών αρχών της ψυχής· άλλα από αυτά διορθώνει, ενώ σε άλλα αφοσιώνεται, ανάλογα με το αν είναι άξια στοργής ή διορθώσεως αντίστοιχα.

Και από αυτό εισάγεται στη συστηματική πολιτεία των μοναχών και όχι μόνο γνωρίζει όπως πρέπει τη χρήση του νου και του λόγου, της διάνοιας και της αισθήσεως από την πείρα, αλλά διακρίνει πώς να δίνει τα δέοντα στο θυμικό και το επιθυμητικό· και γενικά μαθαίνει με σαφήνεια να συνθέτει πολύ ωραία τη μελωδική και ευχάριστη αρμονία των ψυχικών δυνάμεων με αναφαίρετη εμπειρία της διάνοιας, και να ανακρούει μελωδία νοερή, γλυκύτερη από όποιαν άλλη, με την πράξη και τη θεωρία. Γι’ αυτό και η αξιαγάπητη ειρήνη του Θεού, μαζί με τη γεμάτη χάρη χαρά που τη συνοδεύει και την αγία αγάπη, κατασκηνώνει στο μύστη της αληθινής προσευχής που καταστολίζεται από τους καρπούς του Πνεύματος.

Επομένως εκείνος που αποφάσισε με κάθε μέσο και κάθε τρόπο να προσεύχεται αδιάλειπτα, κατά τον Απόστολο(Α΄ Θεσ. 5, 17), κι έχει γι’ αυτό μεγάλη φροντίδα να το εφαρμόζει, θα καταταχθεί σίγουρα μαζί με τους μαθητές του Χριστού, αφού ακολούθησε τη διδασκαλία τους για την ιερή προσευχή κι έγινε τέκνο της χάρης με τη δύναμη του Χριστού.

——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 143-144).

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Κεφάλαια" 22 – 23 – 24. Από ποιά πράγματα έχει ανάγκη η προσευχή και πόσο αξίζει να την τιμούμε

22. Αν η ιερή πνευματική προσευχή τύχαινε να διδάσκει μόνο και να υποδεικνύει, όπως προείπαμε, όσα αρμόζουν στην αρετή, δε θα ήταν άξια για μεγάλους επαίνους; Τώρα όμως που είναι όχι μόνο διδάσκαλος και καθοδηγητής, αλλά και από τη φύση της προτρέπει σε κάθε αγαθό, από πόσα άραγε εγκώμια και πόσους επαίνους δεν είναι ανώτερη; Και αφού τόσο η διδασκαλία όσο και η προτροπή μένουν άπρακτες εξαιτίας της αδυναμίας αυτού που τις δέχεται κι έχουν ανάγκη από ανάλογη δύναμη, θα βρεις αν ζητήσεις ότι μόνο η προσευχή δίνει πνευματική δύναμη στην ψυχή.
Τόση και τέτοια δύναμη έχει στους εναρέτους η προσευχή, και πολύ εύλογα. Γιατί η εμπνευσμένη και ζωντανή, για να πω έτσι, προσευχή, αναβλύζοντας πάντοτε από την καρδιά με την ολοφάνερη μετοχή και ενέργεια του ζωοποιού Πνεύματος, έχει ως απαραίτητη συνέπεια τα εξής τρία αναγκαιότατα· διδασκαλία όσων αρμόζουν στους πνευματικούς, στήριξη στους αγώνες της πράξεως και προπάντων δύναμη που ευκολύνει την εκτέλεση των δυσχερών.

Γι’ αυτό ο Κύριός μας και χορηγός του Πνεύματος λέει: «Θα λάβετε δύναμη όταν έρθει σε σας το Άγιο Πνεύμα»(Πράξ. 1, 8). Αυτή τη δύναμη πάλι την ονομάζει ρητά Παράκλητο και διδάσκαλο, λέγοντας: «Ο Παράκλητος, το Άγιο πνεύμα, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, αυτός θα σας διδάξει τα πάντα και θα σας υπενθυμίσει όσα σας είπα»(Ιω. 14, 26). Ότι στον καθένα με την προσευχή κυρίως δίνεται η φανέρωση του Πνεύματος προς το συμφέρον του, και σε άλλον δίνεται πνεύμα σοφίας, σε άλλον γνώσεως, σε άλλον πνεύμα θεραπειών και τα λοιπά που αναφέρει ο Απόστολος, και όλα αυτά τα ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα και τα μοιράζει στον καθένα όπως Εκείνο θέλει, το δηλώνει φανερά η διδασκαλία του ιερού Παύλου(Α΄ Κορ. 12, 7-11).

Ότι σ’ εκείνον που έγινε κατά κάποιο τρόπο μέτοχος της δωρεάς του Πνεύματος, επακολουθούν εξ ανάγκης τα τρία αυτά, υπερφυσική δύναμη, υπερκόσμια διδασκαλία και θεία ενίσχυση, είναι φανερό από τα λόγια του Κυρίου που είπαμε. Άλλωστε και όταν λέει ο Κύριος «Δίχως εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5), δείχνει αναντίρρητα ότι σε όλα γενικά τα πρακτέα έχομε ανάγκη από τη θεία δύναμη. Κι όταν πάλι λέει «μην πείτε κανένα δάσκαλό σας πάνω στη γη, γιατί ο διδάσκαλός σας και ο καθηγητής σας είναι ένας, ο Χριστος»(Ματθ. 23, 8-10), φανερώνει ολοκάθαρα πως ο άνθρωπος χρειάζεται θεϊκή διδασκαλία για τα πρέποντα και τις κατά Θεόν πράξεις.

Κι όταν βεβαιώνει «Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας στείλει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της αλήθειας, για να μένει αιώνια μαζί σας»(Ιω. 14, 16), να θυμάσαι ότι είναι πάρα πολύ αναγκαία και αχώριστη από τη χάρη η θεία ενίσχυση. Έχει λοιπόν αποδειχθεί ότι η διαίρεση των χαρισμάτων παρουσιάζει αρκετές διαφορές· γιατί άλλο είδος είναι η σοφία και άλλο η γνώση, και η προφητεία δεν είναι το ίδιο με τα προηγούμενα, και άλλο είναι το χάρισμα των θεραπειών, και γενικά κάθε δωρεά του Πνεύματος όπως τις απαρίθμησε ο Απόστολος(Α΄ Κορ. 12, 8-9) είναι διαφορετική από την άλλη. Αλλά όμως οποιοδήποτε χάρισμα του ζωοποιού Πνεύματος είναι στολισμένο με τις αναφερθείσες τρεις ενέργειες.

Πώς δηλαδή ένας νους κτιστός, δεμένος με το σώμα, μπορεί να γίνει μέτοχος των νοερών πραγμάτων και της αρετής, αν δε λάβει υπερουράνια δύναμη για τη μετοχή αυτή, αφού ούτε οι Άγγελοι μπορούν κάτι τέτοιο; Πώς χωρίς μύηση του Πνεύματος θα γίνει κατάλληλος για τη μέθεξη των υπερκοσμίων; Είναι φανερό ότι θα νιώσει ίλιγγο για να φτάσει σε τέτοιο ύψος της θείας μεγαλοδωρίας και της ανυποχώρητης ορμής για την αρετή, εκτός αν λάβει την ιερή ενίσχυση από το αγαθό Πνεύμα.

Τι λοιπόν πρέπει να συμπεράνομε για την προσευχή που γίνεται με την έμπνευση του Πνεύματος, η οποία είναι πρόξενος κάθε πνευματικού δώρου στην ψυχή κι έχει μαζί της τη δύναμη και τη διδασκαλία και την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος ταυτοχρονα; Για πόσους επαίνους είναι υπεράξια μια τέτοια προσευχή, η οποία συνδέει με ιερούς δεσμούς το νου με το Θεό στο όνομα του Ιησού Χριστού, του αληθινά Υιού του Θεού; Και πόσο πρέπει να τιμάται από εκείνους που την επέτυχαν με τη χάρη, και πόσο πρέπει να τη ζητούν εκείνοι που ακόμη τη στερούνται;

«Η προσευχή»

23. Όταν ο νους, με την κατάλληλη μελέτη των θείων πραγμάτων και με τη βοήθεια της πνοής του ζωοποιού Πνεύματος, αποκτήσει μέσω της χάρης εναργή έννοια του Θεού, ας προσέξει πόση είναι η αδυναμία του και πόσο υστερεί από το πρέπον, από αμέλεια και λησμοσύνη των καθηκόντων του και κατά συνέπεια από άγνοια όσων χρειάζονται.

Και αφού έτσι εξασκήσει το δίκαιο και αληθινό έργο της αυτομεμψίας και της ταπεινοφροσύνης, ας πλησιάζει κατόπιν στο Θεό μέσω της προσευχής, με διάνοια ταπεινή και με πεποίθηση και ελπίδα στην ασύλληπτη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο από ανέκφραστη αγαθότητα. Για την αγάπη αυτή, διδασκόμαστε από τον ιερό Παύλο να προσερχόμαστε με παρρησία στο θρόνο της χάρης(Εβρ. 4, 16). Γιατί ο Θεός δε συνηθίζει να κάνει ό,τι μάς αφορά όπως κάνομε εμείς, αλλά σύμφωνα με το άπειρο έλεός Του. Στον καιρό λοιπόν της προσευχής ας μη βλέπομε προς τον εαυτό μας, αλλά προς την ανεξίκακη και όλο συμπάθεια δύναμη του υπεράγαθου Θεού μας και Πατέρα, για να αποκτήσομε έτσι εύκολα μέσα μας τον έρωτα του Θεού, τον αληθινά σωτήριο.
24. Στο χωρίο· «Είπε ο Θεός στον Αβραάμ, «φύγε από την πατρίδα σου», και περί θεωρίας (προσεχώς)

——————————————
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 144-146).