5. Η θεραπεία της γυναίκας και η ανάσταση της θυγατέρας του Ιάειρου

Ποιο ευαγγέλιο έχει την Κυριακή;

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΛΟΥΚΑ (Λουκά, κεφ. η στίχοι 41-56).
5. Η θεραπεία της γυναίκας και η ανάσταση της θυγατέρας του Ιάειρου.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σημερινή περικοπή μας παρουσιάζει: α) τη θεραπεία μιας ταλαίπωρης γυναίκας που ήταν άρρωστη δώδεκα ολόκληρα χρόνια και β) την ανάσταση της μονάκριβης κόρης του Ιάειρου. Η Εκκλησία μας, όταν προβάλλει αυτά τα θαύματα του Κυρίου, θέλει να μας υπενθυμίσει: α) την άπειρη θεϊκή δύναμη του Ιησού Χριστού, β) την απεριόριστη αγάπη του για μας τους ανθρώπους και γ) τη συγκεκριμένη βοήθεια, που μας προσφέρει πάντα, όταν μάλιστα βρισκόμαστε σε δοκιμασίες και θλίψεις (φτώχεια, αρρώστιες, θάνατος).
«Τω καιρώ εκείνω άνθρωπος τις προσήλθε τω Ιησού, ω όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού, ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Εν δε τω υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν.
Και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις ιατροίς προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Και είπεν ο Ιησούς· τις ο αψάμενός μου; αρνουμένων δε πάντων είπεν ο Πέτρος και οι συν αύτώ· επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και απόθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου; ο δε Ιησούς είπεν ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ εμού.
Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι΄ ην αιτιαν ήψατο αυτού άπήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. ο δε είπεν αυτή· θάρσει θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην. Έτι δε αυτού λαλούντος έρχεται τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου· μη σκύλλε τον διδάσκαλον. ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων· μη φοβού μόνον πίστευε και σωθήσεται. Ελθών δε εις την οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μη Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα. Έκλαιον δε πάντες και εκόπτοντο δι’ αυτήν. ο δε είπε· μη κλαίετε· ουκ άπέθανεν, αλλά καθεύδει. Και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν. Αυτός δε εκβαλών έξω πάντας και κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων: η παις, εγείρου.
Και επέστρεψε το πνεύμα αυτής, Και ανέστη παραχρήμα και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν. Και εξέστησαν οι γονείς αυτής. ο δε παρήγγειλεν αύτοίς μηδενί ειπείν το γεγονός».
Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού τον έλεγαν Ιάειρο και αυτός ήταν προϊστάμενος της συναγωγής· έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να μπει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη ως δώδεκα χρονών και ήταν ετοιμοθάνατη Και εκεί που πήγαινε ο Ιησούς ο πολύς κόσμος τον έπνιγε.
Και μια γυναίκα που είχε αιμορραγία εδώ και δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλο της το β σε γιατρούς και από κανένα δεν είδε γιατρειά, πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη από το ρούχο του Ιησού και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της. Και είπε ο Ιησούς· Ποιος με άγγιξε; Και ενώ αρνιούνταν όλοι, είπε ο Πέτρος και εκείνοι που ήταν μαζί του. Κύριε, ο κόσμος σε σπρώχνουν και πέφτουν επάνω σου και συ λες· Ποιος με άγγιξε; Και ο Ιησούς είπε· Κάποιος με άγγιξε· γιατί εγώ κατάλαβα πως βγήκε δύναμη από πάνω μου.
Και όταν είδε η γυναίκα πως δεν μπόρεσε να του κρυφτεί, ήλθε τρέμοντας, γονάτισε μπρος του και του εξομολογήθηκε μπροστά σ όλο τον κόσμο για την αιτία που τον άγγιξε και πώς γιατρεύτηκε αμέσως. Και ο Ιησούς της είπε· Έχε θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στο καλό. Ενώ ακόμα μιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του λέγει· πέθανε η θυγατέρα σου, μην ενοχλείς το διδάσκαλο. Και ο Ιησούς που το άκουσε αποκρίθηκε στον αρχισυνάγωγο και του λέγει· Μη φοβάσαι· μόνο να πιστεύεις και θα σωθεί. Και όταν μπήκε στο σπίτι δεν άφησε να μπει κανένας παρά μόνο ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο πατέρας του κοριτσιού και η μητέρα. Έκλαιγαν όλοι και θρηνούσαν το παιδί. Και εκείνος τους είπε- Μην κλαίτε- δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Και τον γελούσαν, γιατί ήξεραν πως πέθανε. Και ο Ιησούς αφού τους έβγαλε όλους έξω, κράτησε από το χέρι το κορίτσι, του μίλησε και του είπε· Παιδί μου, σήκω.
Και ξαναγύρισε το πνεύμα του παιδιού και αναστήθηκε αμέσως και ο Ιησούς έδωσε εντολή να του δώσουν να φάει. Οι γονείς του τα έχασαν και ο Ιησούς τους παράγγειλε να μην πουν σε κανέναν αυτό που γίνηκε. 
Γ. ΑΝΑΛΥΣΗ – ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Η άρρωστη γυναίκα του ευαγγελίου είχε μέσα της μεγάλη πίστη. Είχε μια ακράδαντη βεβαιότητα, πως άμα αγγίξει Τον Κύριο, θα γίνει αμέσως καλά από την αρρώστια της. Παρόμοια πίστη δύσκολα βρίσκει κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους. Η πίστη είχε χαρίσει επίσης στην άρρωστη γυναίκα και τις εξής θαυμαστές αρετές: α) Είχε βαθύτατο σεβασμό στη θεότητα του Κυρίου. Δε ήθελε να τον ενοχλήσει με τη δική της αρρώστια, β) Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Δε θεωρούσε τον εαυτό της άξιο να ασχοληθεί ο Κύριος με αυτή και γ) Είχε μεγάλη υπομονή σ όλη τη διάρκεια της αρρώστιας της. Είχε δοκιμαστεί δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Υπόμενε χωρίς γογγυσμό τη θλίψη της και κρατούσε πάντα μέσα της την ελπίδα πως ο παντοδύναμος Κύριος θα τη θεραπεύσει.
2. Ο Κύριος βραβεύει με τον τρόπο που διαβάσαμε στην περικοπή την πίστη της γυναίκας μπροστά σ όλο τον κόσμο. Έτσι βραβεύει ο Κύριος πάντα την πίστη, την ταπείνωση και την υπομονή, όπου και να τη συναντήσει. Η γυναίκα ήθελε από ταπείνωση να μείνει άγνωστη στους άλλους. Ο Κύριος όμως και την παινεύει και τη θεραπεύει με τον καλύτερο τρόπο μπροστά σ1 όλους τους ανθρώπους. Μ αυτό το θαύμα ο Κύριος μας φανερώνει πως είναι ο «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων», όπως συχνά διαβάζουμε στην Εκκλησία μας. Οι θεραπείες που κάνει είναι θαύματα της θεϊκής δυνάμεως Του. Αυτή τη δύναμη πρέπει πριν απ όλα να ζητάμε από τον Κύριο, όταν τύχει και αρρωστήσουμε και εμείς. Ύστερα να καλούμε και το γιατρό και να ζητάμε τη βοήθεια της επιστήμης για να μας θεραπεύσει από την αρρώστια μας.
3. Και ο Ιάειρος, ο άρχοντας της Συναγωγής, είχε μέσα του μεγάλη και ζωντανή πίστη στο Χριστό. Αυτή η πίστη τον στήριξε, όταν έμαθε πως η άρρωστη θυγατέρα του, πέθανε. Ήταν απόλυτα βέβαιος πως ο Κύριος έχει τη θεϊκή δύναμη να την αναστήσει από τους νεκρούς. Ο Κύριος, όπως και άλλοτε έχουμε πει, είναι η ζωή και η ανάσταση μας. Μας ανασταίνει σωματικά και πνευματικά. Από τώρα πρέπει να καταλαβαίνουμε, πως η απιστία οδηγεί τον άνθρωπο στον πνευματικό θάνατο. Κάτι παρόμοιο έγινε με όλους εκείνους, που περιγελούσαν τον Κύριο στο σπίτι του Ιάειρου. Δεν ήθελαν να πιστέψουν, πως πραγματικά το κορίτσι δεν είχε πεθάνει, αλλά κοιμόταν. Γι αυτό και ο Κύριος τους έβγαλε έξω, γιατί δεν τους θεώρησε άξιους να παραβρεθούν στο θαύμα της αναστάσεως της θυγατέρας.
Δ ΔΙΔΑΓΜΑ:              ·
«Μη φοβού· μόνον πίστευε και σωθήσεται» (Λουκά η 50).
Ε ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ
« Αν τύχει και αρρωστήσουμε έχουμε γιατρό μας το Χριστό. Κι αν τύχει και μας εύρει ο θάνατος, έχουμε ζωή μας το Χριστό. Ας φοβούμαστε περισσότερο να μην αρρωστήσει και πεθάνει η ψυχή μας. Κι ας φροντίσουμε, όταν φεύγουμε από τούτο τον κόσμο, μετανιωμένοι και εξομολογημένοι, να είναι η ψυχή μας ζωντανή» (Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ από το ΛΟΓΟ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΣ, Κοζάνη 1967).
ΣΤ ΑΣΚΗΣΕΙΣ – ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τι μας διδάσκει η άρρωστη γυναίκα με τη διαγωγή της;
2. Γιατί ο Κύριος έβγαλε τον κόσμο από το σπίτι του Ιάειρου;
Πώς σου φαίνεται η συμπεριφορά του Ιάειρου;
Advertisements