Προς Εβραίους κεφάλαιον 1




Εβρ. α’ 1-14

Ο Θεός μίλησε μέσω του Υιού του
1 Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ,  2 ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι’ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν·  3 ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, δι’ ἑαυτοῦ καθαρισμὸν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς,  4 τοσούτῳ κρείττων γενόμενος τῶν ἀγγέλων, ὅσῳ διαφορώτερον παρ’ αὐτοὺς κεκληρονόμηκεν ὄνομα.  1 Πολλές φορές και με πολλούς τρόπους αφού μίλησε παλιά ο Θεός στους πατέρες μας μέσω των προφητών,  2 στις έσχατες τούτες ημέρες μάς μίλησε μέσω του Υιού, τον οποίο έθεσε κληρονόμο όλων, διαμέσου του οποίου και δημιούργησε τους αιώνες.  3 Αυτός, που είναι ακτινοβολία της δόξας του Θεού και αποτύπωμα της υπόστασής του και φέρει τα πάντα με το λόγο της δύναμής του, αφού έκανε καθαρισμό των αμαρτιών μέσω του εαυτού του, κάθισε στα δεξιά της Μεγαλοσύνης στα ύψη  4 και έγινε τόσο πολύ εξοχότερος από τους αγγέλους όσο διαφορετικότερο από αυτούς έχει κληρονομήσει όνομα. 
Ο Υιός είναι ανώτερος από τους αγγέλους
5 Τίνι γὰρ εἶπέ ποτε τῶν ἀγγέλων· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε; καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν;  6 ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ.  7 καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα·  8 πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ράβδος εὐθύτητος ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου.  9 ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίμησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου·  10 καί· σὺ κατ’ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί·  11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται,  12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι.  13 πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;  14 οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;  5 Γιατί σε ποιον από τους αγγέλους είπε ποτέ ο Θεός: Υιός μου είσαι εσύ, εγώ σήμερα σε έχω γεννήσει; Και πάλι: Εγώ θα είμαι σ’ αυτόν Πατέρας, και αυτός θα είναι σ’ εμένα Υιός;  6 Και πάλι, όταν εισαγάγει τον πρωτότοκο στην οικουμένη, λέει: Και να τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού.  7 Και αφενός ως προς τους αγγέλους λέει: Εκείνος που κάνει τους αγγέλους του ανέμους και τους λειτουργούς του πύρινη φλόγα.  8 αφετέρου προς τον Υιό: Ο θρόνος σου, Θεέ, μένει στον αιώνα του αιώνα, και το ραβδί της ευθύτητας είναι ραβδί της βασιλείας σου.  9 Αγάπησες δικαιοσύνη και μίσησες ανομία. γι’ αυτό σε έχρισε, Θεέ, ο Θεός σου, με λάδι αγαλλίασης περισσότερο από τους μετόχους σου.  10 Και: Εσύ αρχικά, Κύριε, τη γη θεμελίωσες, και έργα των χεριών σου είναι οι ουρανοί.  11 Αυτοί θα χαθούν, εσύ όμως διαμένεις. Και όλοι σαν ρούχο θα παλιώσουν,  12 και σαν μανδύα θα τους περιτυλίξεις, σαν εξωτερικό ένδυμα επίσης θα αλλαχτούν. Εσύ όμως είσαι ο ίδιος και τα έτη σου δε θα τελειώσουν.  13 Και σε ποιον από τους αγγέλους έχει πει ποτέ: Κάθου από τα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου.  14 Δεν είναι όλοι οι άγγελοι υπηρεσιακά πνεύματα που αποστέλλονται για διακονία, για χάρη εκείνων που μέλλουν να κληρονομούν τη σωτηρία; 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Advertisements

Προς Εβραίους κεφάλαιον 2


Εβρ. β’ 1-18

Η μεγάλη σωτηρία
1 Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν.  2 εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,  3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη,  4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.  1 Γι’ αυτό πρέπει περισσότερο εμείς να προσέχουμε σ’ αυτά που ακούσαμε, μήπως παρασυρθούμε.  2 Γιατί, αν ο λόγος που κηρύχτηκε μέσω αγγέλων επιβεβαιώθηκε και κάθε παράβαση και παρακοή έλαβε δίκαιη μισθαποδοσία,  3 πώς εμείς θα ξεφύγουμε αν αμελήσουμε τόσο μεγάλη σωτηρία; Η οποία, αφού άρχισε να κηρύττεται μέσω του Κυρίου, βεβαιώθηκε σ’ εμάς από εκείνους που άκουσαν,  4 επικυρώνοντας συγχρόνως με τη μαρτυρία του ο Θεός, με σημεία και με τέρατα και με ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις και με μερισμούς εκδηλώσεων Πνεύματος Αγίου κατά τη θέλησή του. 
Ο αρχηγός της σωτηρίας μας
5 Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν,  6 διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;  7 ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν,  8 πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποτεταγμένα·  9 τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου.  10 ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.  11 ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι’ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν,  12 λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε·  13 καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ’ αὐτῷ· καὶ πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός.  14 ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον,  15 καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας.  16 οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος ᾿Αβραὰμ ἐπιλαμβάνεται.  17 ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ.  18 ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι.  5 Γιατί δεν υπέταξε σε αγγέλους την οικουμένη τη μελλοντική, για την οποία μιλούμε.  6 Και κάποιος διαβεβαίωσε κάπου, λέγοντας: Τι είναι ο άνθρωπος ώστε να τον θυμάσαι ή ο γιος του ανθρώπου ώστε να τον επισκέφτεσαι;  7 Τον ελάττωσες λίγο πιο κάτω από τους αγγέλους, με δόξα και τιμή τον στεφάνωσες, και τον κατάστησες κυρίαρχο πάνω στα έργα των χεριών σου .  8 Τα πάντα υπέταξες κάτω από τα πόδια του. Γιατί, με το να υποτάξει σ’ αυτόν τα πάντα, τίποτα δεν άφησε σ’ αυτόν ανυπότακτο. Τώρα, όμως, δε βλέπουμε ακόμα σ’ αυτόν τα πάντα υποταγμένα.  9 Αλλά βλέπουμε τον Ιησού, που ήταν ελαττωμένος λίγο πιο κάτω από τους αγγέλους, για να γευτεί θάνατο για καθέναν με τη χάρη του Θεού, εξαιτίας του παθήματος του θανάτου, να είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή.  10 Γιατί έπρεπε Αυτός, για τον οποίο τα πάντα και μέσω του οποίου τα πάντα υπάρχουν, να καθιερώσει ως ιερέα διαμέσου των παθημάτων τον αρχηγό της σωτηρίας τους, για να οδηγήσει πολλούς γιους στη δόξα.  11 Επειδή και αυτός που αγιάζει και εκείνοι που αγιάζονται προέρχονται από Έναν όλοι. Γι’ αυτόν το λόγο δεν ντρέπεται να τους καλεί αδελφούς,  12 λέγοντας: Θα αναγγείλω το όνομά σου στους αδελφούς μου, στο μέσο εκκλησίας θα σε υμνήσω.  13 Και πάλι: Εγώ θα έχω πεποίθηση σε Αυτόν. Και πάλι: Ιδού εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός.  14 Επειδή, λοιπόν, τα παιδιά έχουν συμμετάσχει σε αίμα και σάρκα, και αυτός παραπλήσια μετείχε από τα ίδια, ώστε μέσω του θανάτου να καταργήσει αυτόν που έχει την εξουσία του θανάτου, τουτέστι το Διάβολο,  15 και να απαλλάξει αυτούς, όσοι από το φόβο του θανάτου ήταν διαπαντός στη ζωή τους υποδουλωμένοι.  16 Γιατί αναμφίβολα δε βοηθάει αγγέλους, αλλά απογόνους του Αβραάμ βοηθάει.  17 Συνεπώς, όφειλε σε όλα να ομοιωθεί με τους αδελφούς του, για να γίνει ελεήμονας και πιστός αρχιερέας στα πράγματα που αφορούν το Θεό, με σκοπό να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού.  18 Γιατί, σε ό,τι έχει πάθει ο ίδιος όταν πειράχτηκε, δύναται να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 3


  Εβρ. γ’ 1-19

Ο Ιησούς ανώτερος του Μωυσή
1 Ὅθεν, ἀδελφοὶ ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι, κατανοήσατε τὸν ἀπόστολον καὶ ἀρχιερέα τῆς ὁμολογίας ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν,  2 πιστὸν ὄντα τῷ ποιήσαντι αὐτόν, ὡς καὶ Μωϋσῆς ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ.  3 πλείονος γὰρ δόξης οὗτος παρὰ Μωϋσῆν ἠξίωται, καθ’ ὅσον πλείονα τιμὴν ἔχει τοῦ οἴκου ὁ κατασκευάσας αὐτόν.  4 πᾶς γὰρ οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός.  5 καὶ Μωϋσῆς μὲν πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ὡς θεράπων, εἰς μαρτύριον τῶν λαληθησομένων,  6 Χριστὸς δὲ ὡς υἱὸς ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ, οὗ οἶκός ἐσμεν ἡμεῖς, ἐάνπερ τὴν παρρησίαν καὶ τὸ καύχημα τῆς ἐλπίδος μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν.  1 Συνεπώς, αδελφοί άγιοι, μέτοχοι επουράνιας κλήσης, κατανοήστε τον απόστολο και αρχιερέα της ομολογίας μας, τον Ιησού,  2 ο οποίος είναι πιστός σ’ Αυτόν που τον έκανε έτσι, όπως ήταν και ο Μωυσής σε όλο τον οίκο του Θεού.  3 Γιατί αυτός έχει αξιωθεί περισσότερη δόξα παρά ο Μωυσής, καθόσον περισσότερη τιμή από τον οίκο έχει εκείνος που τον κατασκεύασε.  4 Γιατί κάθε οίκος κατασκευάζεται από κάποιον, αλλά εκείνος που κατασκεύασε τα πάντα είναι ο Θεός.  5 Και αφενός ο Μωυσής ήταν πιστός σε όλο τον οίκο του Θεού ως υπηρέτης, για να μαρτυρεί εκείνα που θα λέγονταν,  6 αφετέρου ο Χριστός είναι πιστός ως Υιός στον οίκο του. Οίκος του είμαστε εμείς, αν βέβαια κατέχουμε την παρρησία και το καύχημα της ελπίδας μέχρι το τέλος σταθερή. 
Ανάπαυση Σαββάτου για το λαό του Θεού
7 Διό, καθὼς λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε,  8 μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ, κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ,  9 οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με, καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου τεσσαράκοντα ἔτη·  10 διὸ προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ καὶ εἶπον· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου·  11 ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου·  12 βλέπετε, ἀδελφοί, μή ποτε ἔσται ἔν τινι ὑμῶν καρδία πονηρὰ ἀπιστίας ἐν τῷ ἀποστῆναι ἀπὸ Θεοῦ ζῶντος.  13 ᾿Αλλὰ παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται, ἵνα μὴ σκληρυνθῇ ἐξ ὑμῶν τις ἀπάτῃ τῆς ἁμαρτίας·  14 μέτοχοι γὰρ γεγόναμεν τοῦ Χριστοῦ, ἐάνπερ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν,  15 ἐν τῷ λέγεσθαι· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ.  16 τίνες γὰρ ἀκούσαντες παρεπίκραναν; ἀλλ’ οὐ πάντες οἱ ἐξελθόντες ἐξ Αἰγύπτου διὰ Μωϋσέως;  17 τίσι δὲ προσώχθισε τεσσαράκοντα ἔτη; οὐχὶ τοῖς ἁμαρτήσασιν, ὧν τὰ κῶλα ἔπεσεν ἐν τῇ ἐρήμῳ;  18 τίσι δὲ ὤμοσε μὴ εἰσελεύσεσθαι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ εἰ μὴ τοῖς ἀπειθήσασι;  19 καὶ βλέπομεν ὅτι οὐκ ἠδυνήθησαν εἰσελθεῖν δι’ ἀπιστίαν.  7 Γι’ αυτό, καθώς λέει το Πνεύμα το Άγιο: Σήμερα, αν ακούσετε τη φωνή του,  8 μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως όταν με παραπικράνατε, κατά την ημέρα του πειρασμού μέσα στην έρημο,  9 όπου με πείραξαν οι πατέρες σας με δοκιμασία και είδαν τα έργα μου  10 σαράντα έτη. Γι’ αυτό αγανάκτησα με τη γενεά αυτήν και είπα: «Πάντα πλανιούνται στην καρδιά, και αυτοί δε γνώρισαν τις οδούς μου».  11 Ώστε ορκίστηκα μέσα στην οργή μου: «Δεν θα εισέλθουν στην ανάπαυσή μου».  12 Προσέχετε, αδελφοί, μήπως υπάρχει μέσα σε κάποιον από εσάς μια άπιστη καρδιά κακή, ώστε να αποστατήσει από το ζωντανό Θεό.  13 Αλλά προτρέπετε ο ένας τον άλλο κάθε ημέρα, μέχρις ότου λέμε το “σήμερα”, για να μη σκληρυνθεί κανείς από εσάς από την απάτη της αμαρτίας  14 – γιατί έχουμε γίνει μέτοχοι του Χριστού, αν βέβαια κατέχουμε την αρχική μας εμπιστοσύνη μέχρι το τέλος σταθερή –  15 καθώς λέγεται: Σήμερα, αν ακούσετε τη φωνή του, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως όταν με παραπικράνατε.  16 Γιατί ποιοι Τον παραπίκραναν αν και άκουσαν; Μήπως δεν ήταν όλοι εκείνοι που εξήλθαν από την Αίγυπτο μέσω του Μωυσή;  17 Και με ποιους αγανάκτησε σαράντα έτη; Όχι μ’ εκείνους που αμάρτησαν, των οποίων τα νεκρά σώματα έπεσαν στην έρημο;  18 Και σε ποιους ορκίστηκε πως δε θα εισέλθουν στην ανάπαυσή του παρά σ’ εκείνους που απείθησαν;  19 Και βλέπουμε ότι δεν μπόρεσαν να εισέλθουν εξαιτίας της απιστίας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 4


Εβρ. δ’ 1-16


1 Φοβηθῶμεν οὖν μή ποτε, καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι.  2 καὶ γάρ ἐσμεν εὐηγγελισμένοι, καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ’ οὐκ ὠφέλησεν ὁ λόγος τῆς ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένους τῇ πίστει τοῖς ἀκούσασιν.  3 εἰσερχόμεθα γὰρ εἰς τὴν κατάπαυσιν οἱ πιστεύσαντες, καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· καίτοι τῶν ἔργων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γενηθέντων.  4 εἴρηκε γάρ που περὶ τῆς ἑβδόμης οὕτω· καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ·  5 καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου.  6 ἐπεὶ οὖν ἀπολείπεταί τινας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πρότερον εὐαγγελισθέντες οὐκ εἰσῆλθον δι’ ἀπείθειαν,  7 πάλιν τινὰ ὁρίζει ἡμέραν, σήμερον, ἐν Δαυῒδ λέγων, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, καθὼς εἴρηται· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν.  8 εἰ γὰρ αὐτοὺς ᾿Ιησοῦς κατέπαυσεν, οὐκ ἂν περὶ ἄλλης ἐλάλει μετὰ ταῦτα ἡμέρας·  9 ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ.  10 ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός.  11 Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ αὐτῷ τις ὑποδείγματι πέσῃ τῆς ἀπειθείας.  12 Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας,  13 καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος.  1 Ας φοβηθούμε, λοιπόν, ενώ μας απομένει υπόσχεση να εισέλθουμε στην ανάπαυσή του, μήπως φανεί κάποιος από εσάς να την έχει στερηθεί.  2 Και βέβαια, είμαστε ευαγγελισμένοι καθώς ακριβώς κι εκείνοι. Αλλά ο λόγος που άκουσαν δεν ωφέλησε εκείνους, γιατί δεν είχαν συνενωθεί στην πίστη με εκείνους που τον υπάκουσαν.  3 Γιατί εισερχόμαστε στην ανάπαυση όσοι πιστέψαμε, καθώς έχει πει: Ώστε ορκίστηκα μέσα στην οργή μου, δεν θα εισέλθουν στην ανάπαυσή μου, αν και τα έργα Του έγιναν από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.  4 Γιατί έχει πει κάπου για την έβδομη ημέρα έτσι: Και αναπαύτηκε ο Θεός κατά την ημέρα την έβδομη από όλα τα έργα του.  5 Και σε τούτο το εδάφιο λέει πάλι: Δεν θα εισέλθουν στην ανάπαυσή μου.  6 Επειδή λοιπόν υπολείπεται μερικοί να εισέλθουν σ’ αυτήν την ανάπαυση, και εκείνοι που προηγουμένως ευαγγελίστηκαν δεν εισήλθαν εξαιτίας της απείθειας,  7 πάλι ορίζει κάποια ημέρα, Σήμερα, λέγοντας μέσω του Δαβίδ μετά από τόσο πολύ χρόνο καθώς έχει προειπωθεί: Σήμερα, αν ακούσετε τη φωνή του, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας.  8 Γιατί αν ο Ιησούς του Ναυή είχε αναπαύσει αυτούς, δε θα μιλούσε για άλλη ημέρα μετά από αυτά.  9 Άρα, υπολείπεται ανάπαυση Σαββάτου για το λαό του Θεού.  10 Γιατί όποιος εισήλθε στην ανάπαυσή Του, και ο ίδιος αναπαύτηκε από τα έργα του όπως ακριβώς από τα δικά του ο Θεός.  11 Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να εισέλθουμε σ’ εκείνη την ανάπαυση, για να μην πέσει κανείς στο ίδιο υπόδειγμα της απείθειας μ’ εκείνους τους Ισραηλίτες.  12 Γιατί είναι ζωντανός ο λόγος του Θεού και ενεργητικός και κοφτερότερος περισσότερο από κάθε δίκοπη μάχαιρα και διεισδύει μέχρι το χωρισμό της ψυχής και του πνεύματος, των αρθρώσεων και των μυελών των οστών, και κρίνει τις σκέψεις και τους στοχασμούς της καρδιάς.  13 Και δεν υπάρχει κτίσμα αφανές μπροστά του, αλλά όλα είναι γυμνά και φανερωμένα μπροστά στα μάτια του. προς αυτόν εμείς θα δώσουμε λόγο. 
Ο Ιησούς είναι ο μέγας Αρχιερέας
14 ῎Εχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας.  15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας.  16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.  14 Επειδή έχουμε, λοιπόν, μέγα Αρχιερέα που έχει διαπεράσει τους ουρανούς, τον Ιησού τον Υιό του Θεού, ας κρατούμε σταθερά την ομολογία μας.  15 Γιατί δεν έχουμε Αρχιερέα που να μη δύναται να συμπαθήσει στις ασθένειές μας, αλλά έναν που έχει πειραχτεί σε όλα όμοια μ’ εμάς χωρίς αμαρτία.  16 Ας προσερχόμαστε λοιπόν με παρρησία στο θρόνο της χάρης, για να λάβουμε έλεος και να βρούμε χάρη για βοήθεια στον κατάλληλο καιρό. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 5




Εβρ. ε’ 1-14


1 Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,  2 μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν·  3 καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν.  4 καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ ᾿Ααρών.  5 οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε·  6 καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.  7 ὃς ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκὸς αὐτοῦ δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας, καὶ εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς εὐλαβείας,  8 καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν ἀφ’ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοήν,  9 καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ πᾶσιν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου,  10 προσαγορευθεὶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀρχιερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.  1 Γιατί κάθε αρχιερέας, που λαμβάνεται από τους ανθρώπους, εγκαθίσταται υπέρ των ανθρώπων για τα πράγματα που αφορούν το Θεό, για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες.  2 Δύναται να είναι μετριοπαθής μ’ εκείνους που έχουν άγνοια και πλανιούνται, επειδή και αυτός περιβάλλεται από αδυναμία,  3 και εξαιτίας αυτής οφείλει καθώς κάνει για το λαό έτσι και για τον εαυτό του να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες.  4 Και κανείς από μόνος του δε λαβαίνει την τιμή της αρχιεροσύνης, αλλά όταν καλείται από το Θεό, καθώς ακριβώς και ο Ααρών.  5 Έτσι και ο Χριστός δε δόξασε τον εαυτό του, ώστε να γίνει αρχιερέας από μόνος του, αλλά τον δόξασε εκείνος που μίλησε προς αυτόν: Υιός μου είσαι εσύ, εγώ σήμερα σε έχω γεννήσει.  6 Καθώς και σε άλλο μέρος λέει: Εσύ είσαι ιερέας στον αιώνα κατά την τάξη Μελχισεδέκ.  7 Αυτός, κατά τις ημέρες της ενσάρκωσής του, αφού πρόσφερε δεήσεις και ικεσίες προς εκείνον που μπορούσε να τον σώζει από το θάνατο, με κραυγή ισχυρή και με δάκρυα, και αφού εισακούστηκε από την ευλάβειά του,  8 αν και ήταν Υιός, έμαθε από αυτά που έπαθε την υπακοή.  9 Και όταν καθιερώθηκε ως ιερέας, έγινε σε όλους εκείνους που υπακούν σ’ αυτόν αίτιος αιώνιας σωτηρίας,  10 και προσφωνήθηκε από το Θεό Αρχιερέας κατά την τάξη Μελχισεδέκ. 
Προειδοποίηση κατά της αποστασίας
11 Περὶ οὗ πολὺς ἡμῖν ὁ λόγος καὶ δυσερμήνευτος λέγειν, ἐπεὶ νωθροὶ γεγόνατε ταῖς ἀκοαῖς.  12 καὶ γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν χρόνον, πάλιν χρείαν ἔχετε τοῦ διδάσκειν ὑμᾶς τινα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ, καὶ γεγόνατε χρείαν ἔχοντες γάλακτος καὶ οὐ στερεᾶς τροφῆς.  13 πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης· νήπιος γάρ ἐστι·  14 τελείων δέ ἐστιν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ.  11 Γι’ αυτό το θέμα έχουμε να λέμε πολλά λόγια και δυσερμήνευτα, επειδή έχετε γίνει νωθροί στα αυτιά.  12 Και γιατί, ενώ οφείλατε να είστε δάσκαλοι εξαιτίας του χρόνου, πάλι έχετε ανάγκη κάποιον να σας διδάσκει τα αρχικά στοιχεία των λόγων του Θεού, και έχετε γίνει να έχετε ανάγκη από γάλα και όχι από στερεή τροφή.  13 Γιατί καθένας που τρέφεται με γάλα δεν έχει πείρα από το λόγο της δικαιοσύνης, επειδή είναι νήπιο.  14 Αλλά των ώριμων είναι η στερεή τροφή, εκείνων που εξαιτίας της συνήθειας έχουν τα αισθητήρια γυμνασμένα για διάκριση του καλού και του κακού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 6




Εβρ. στ’ 1-20


1 Διὸ ἀφέντες τὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ λόγον ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα, μὴ πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας ἀπὸ νεκρῶν ἔργων, καὶ πίστεως ἐπὶ Θεόν,  2 βαπτισμῶν διδαχῆς, ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου.  3 καὶ τοῦτο ποιήσομεν, ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεός.  4 ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος ῾Αγίου  5 καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ρῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος,  6 καὶ παραπεσόντας, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας.  7 γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ’ αὐτῆς πολλάκις ἐρχόμενον ὑετὸν καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι’ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·  8 ἐκφέρουσα δὲ ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἀδόκιμος καὶ κατάρας ἐγγύς, ἧς τὸ τέλος εἰς καῦσιν.  9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν.  10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες.  11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους,  12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας.  1 Γι’ αυτό, ας αφήσουμε την αρχική διδασκαλία για το Χριστό και ας προχωρούμε προς την τελειότητα, μη βάζοντας κάτω πάλι θεμέλιο μετάνοιας από νεκρά έργα και πίστης στο Θεό,  2 διδαχή βαφτισμών και επίθεσης χεριών, ανάστασής νεκρών και κρίσης αιώνιας.  3 Και αυτό θα κάνουμε, αν βέβαια το επιτρέπει ο Θεός.  4 Γιατί είναι αδύνατο εκείνους που μια φορά φωτίστηκαν και γεύτηκαν τη δωρεά την επουράνια και έγιναν μέτοχοι Πνεύματος Αγίου  5 και γεύτηκαν τον καλό λόγο του Θεού και τις δυνάμεις του μελλοντικού αιώνα  6 και μετά παράπεσαν, πάλι να τους ανακαινίζει κανείς σε μετάνοια, γιατί ξανασταυρώνουν με τους εαυτούς τους τον Υιό του Θεού και τον διαπομπεύουν.  7 Γιατί η γη, η οποία πίνει τη βροχή που έρχεται πολλές φορές πάνω της και γεννά χορταρικά κατάλληλα για εκείνους για τους οποίους επίσης καλλιεργείται, λαβαίνει ευλογίες από το Θεό.  8 Όταν όμως βγάζει αγκάθια και τριβόλια, είναι άχρηστη και κοντά στην κατάρα, που το τέλος της είναι για καύση.  9 Έχουμε πειστεί όμως για σας, αγαπητοί, για καλύτερα πράγματα και που έχουν σχέση με τη σωτηρία, αν και μιλάμε έτσι.  10 Γιατί δεν είναι άδικος ο Θεός να λησμονήσει το έργο σας και την αγάπη που δείξατε στο όνομά του, όταν διακονήσατε τους αγίους και συνεχίζετε να τους διακονείτε.  11 Επιθυμούμε, επίσης, καθένας σας την ίδια επιμέλεια να δείχνει μέχρι το τέλος με σκοπό να διατηρήσετε την πλήρη βεβαιότητα της ελπίδας σας,  12 για να μη γίνετε νωθροί, αλλά μιμητές αυτών που κληρονομούν τις υποσχέσεις του Θεού μέσω της πίστης και της μακροθυμίας. 
Η βέβαιη υπόσχεση του Θεού
13 Τῷ γὰρ ᾿Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ,  14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε·  15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας.  16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος·  17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,  18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος·  19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος,  20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.  13 Γιατί όταν ο Θεός έδωσε υπόσχεση στον Αβραάμ, επειδή δεν είχε να ορκιστεί απέναντι σε κανέναν μεγαλύτερο, ορκίστηκε απέναντι στον εαυτό του,  14 λέγοντας: Βεβαίως θα σε υπερευλογήσω και θα σε υπερπληθύνω.  15 Και έτσι ο Αβραάμ, επειδή μακροθύμησε, πέτυχε την εκπλήρωση της υπόσχεσης.  16 Γιατί οι άνθρωποι ορκίζονται απέναντι στον μεγαλύτερό τους, και τέλος κάθε αντιλογίας σ’ αυτούς είναι ο όρκος προς βεβαίωση.  17 Γι’ αυτό, επειδή ήθελε περισσότερο ο Θεός να δείξει στους κληρονόμους της επαγγελίας το αμετάβλητο της βουλής του, εγγυήθηκε με όρκο,  18 ώστε διαμέσου δύο πραγμάτων αμετάβλητων, στα οποία είναι αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, να έχουμε ισχυρή ενθάρρυνση όσοι καταφύγαμε σ’ αυτόν, ώστε να κρατήσουμε σταθερά την ελπίδα που βρίσκεται μπροστά μας.  19 Αυτήν την ελπίδα έχουμε σαν άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βέβαιη και εισερχόμενη στο εσωτερικό μέρος του καταπετάσματος,  20 όπου πρόδρομος για χάρη μας εισήλθε ο Ιησούς, αφού έγινε Αρχιερέας στον αιώνα κατά την τάξη Μελχισεδέκ. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 7




  Εβρ. ζ’ 1-28

Η ιεροσύνη κατά την τάξη Μελχισεδέκ
1 Οὗτος γὰρ ὁ Μελχισεδέκ, βασιλεὺς Σαλήμ, ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, ὁ συναντήσας ᾿Αβραὰμ ὑποστρέφοντι ἀπὸ τῆς κοπῆς τῶν βασιλέων καὶ εὐλογήσας αὐτόν,  2 ᾧ καὶ δεκάτην ἀπὸ πάντων ἐμέρισεν ᾿Αβραάμ, πρῶτον μὲν ἑρμηνευόμενος βασιλεὺς δικαιοσύνης, ἔπειτα δὲ καὶ βασιλεὺς Σαλήμ, ὅ ἐστι βασιλεὺς εἰρήνης,  3 ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές.  4 Θεωρεῖτε δὲ πηλίκος οὗτος, ᾧ καὶ δεκάτην ᾿Αβραὰμ ἔδωκεν ἐκ τῶν ἀκροθινίων ὁ πατριάρχης.  5 καὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν υἱῶν Λευῒ τὴν ἱερατείαν λαμβάνοντες ἐντολὴν ἔχουσιν ἀποδεκατοῦν τὸν λαὸν κατὰ τὸν νόμον, τοῦτ’ ἔστι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ὀσφύος ᾿Αβραάμ·  6 ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν δεδεκάτωκε τὸν ᾿Αβραάμ, καὶ τὸν ἔχοντα τὰς ἐπαγγελίας εὐλόγηκε.  7 χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται.  8 καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ.  9 καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ ᾿Αβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται·  10 ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ.  11 Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ’ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν ᾿Ααρὼν λέγεσθαι;  12 μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.  13 ἐφ’ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ’ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ.  14 πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ ᾿Ιούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε.  15 Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος,  16 ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου·  17 μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.  18 ἀθέτησις μὲν γὰρ γίνεται προαγούσης ἐντολῆς διὰ τὸ αὐτῆς ἀσθενὲς καὶ ἀνωφελές·  19 οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι’ ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ.  20 καὶ καθ’ ὅσον οὐ χωρὶς ὁρκωμοσίας· – οἱ μὲν γὰρ χωρὶς ὁρκωμοσίας εἰσὶν ἱερεῖς γεγονότες,  21 ὁ δὲ μετὰ ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ λέγοντος πρὸς αὐτόν· ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ· –  22 κατὰ τοσοῦτον κρείττονος διαθήκης γέγονεν ἔγγυος ᾿Ιησοῦς.  23 Καὶ οἱ μὲν πλείονές εἰσι γεγονότες ἱερεῖς διὰ τὸ θανάτῳ κωλύεσθαι παραμένειν·  24 ὁ δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην·  25 ὅθεν καὶ σῴζειν εἰς τὸ παντελὲς δύναται τοὺς προσερχομένους δι’ αὐτοῦ τῷ Θεῷ, πάντοτε ζῶν εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ αὐτῶν.  26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος,  27 ὃς οὐκ ἔχει καθ’ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας.  28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.  1 Γιατί αυτός ο Μελχισεδέκ ήταν βασιλιάς της Σαλήμ, ιερέας του Θεού του ύψιστου, που συνάντησε τον Αβραάμ, όταν επέστρεφε από τη σφαγή των βασιλιάδων, και τον ευλόγησε,  2 στον οποίο ο Αβραάμ μοίρασε και το δέκατο από όλα. Αφενός το όνομά του πρώτα ερμηνεύεται “βασιλιάς δικαιοσύνης”, αφετέρου έπειτα και βασιλιάς Σαλήμ, που σημαίνει “βασιλιάς ειρήνης”.  3 Χωρίς πατέρα, χωρίς μητέρα, χωρίς γενεαλογία, που δεν έχει μήτε αρχή ημερών μήτε τέλος ζωής, αλλά αφομοιωμένος με τον Υιό του Θεού μένει ιερέας συνεχώς.  4 Στοχαστείτε, λοιπόν, πόσο μεγάλος είναι αυτός στον οποίο ο πατριάρχης Αβραάμ έδωσε και το δέκατο από τα λάφυρα.  5 Και αφενός όσοι από τους γιους του Λευί λαβαίνουν την ιερατεία έχουν εντολή να παίρνουν τα δέκατα από το λαό κατά το νόμο, τουτέστι από τους αδελφούς τους, αν και έχουν εξέλθει από την οσφύ του Αβραάμ.  6 Αφετέρου εκείνος, μολονότι δεν προέρχεται η γενεαλογία του από αυτούς, έχει λάβει το δέκατο από τον Αβραάμ και ευλόγησε εκείνον που είχε τις υποσχέσεις του Θεού.  7 Χωρίς, λοιπόν, καμιά αντιλογία το μικρότερο ευλογείται από το μεγαλύτερο.  8 Και αφενός εδώ δέκατα λαβαίνουν άνθρωποι που πεθαίνουν, αφετέρου εκεί τα λαβαίνει εκείνος που μαρτυρείται ότι ζει.  9 Και, για να πω έτσι, μέσω του Αβραάμ και ο Λευί που λαβαίνει δέκατα έχει δώσει δέκατα.  10 Γιατί ήταν ακόμα μέσα στην οσφύ του πατέρα του, όταν τον συνάντησε ο Μελχισεδέκ.  11 Αν λοιπόν, πράγματι, υπήρχε τελειοποίηση μέσω της λευιτικής ιεροσύνης – γιατί με βάση αυτή δόθηκε ο νόμος στο λαό – ποια ανάγκη ακόμα υπήρχε να εγερθεί άλλος ιερέας κατά την τάξη Μελχισεδέκ και όχι να λέγεται κατά την τάξη Ααρών;  12 Γιατί όταν μεταβάλλεται η ιεροσύνη, κατ’ ανάγκη γίνεται και μεταβολή του νόμου.  13 Επειδή αυτός για τον οποίο λέγονται αυτά έχει μετάσχει σε άλλη φυλή, από την οποία κανείς δεν έχει υπηρετήσει στο θυσιαστήριο.  14 Γιατί είναι φανερό ότι από τη φυλή του Ιούδα έχει ανατείλει ο Κύριός μας. Γι’ αυτήν τη φυλή, για ιερείς ο Μωυσής δε μίλησε τίποτα.  15 Και περισσότερο ακόμα είναι καταφανές ότι κατά την ομοιότητα του Μελχισεδέκ εγείρεται άλλος ιερέας,  16 που έχει γίνει ιερέας όχι κατά το νόμο σάρκινης εντολής, αλλά κατά τη δύναμη ακατάλυτης ζωής.  17 Γιατί μαρτυρείται: Εσύ είσαι ιερέας στον αιώνα κατά την τάξη Μελχισεδέκ.  18 Γιατί αφενός παραμερίζεται η προηγούμενη εντολή, εξαιτίας του ασθενικού και ανώφελου χαρακτήρα της  19 – επειδή τίποτα δεν τελειοποίησε ο νόμος – αφετέρου έχουμε μια πρόσθετη εισαγωγή καλύτερης ελπίδας διαμέσου της οποίας πλησιάζουμε το Θεό.  20 Και επιπλέον η ιεροσύνη του Ιησού δεν έγινε χωρίς ορκωμοσία. Γιατί αυτοί οι Λευίτες έχουν γίνει ιερείς χωρίς ορκωμοσία.  21 Εκείνος όμως έγινε με ορκωμοσία μέσω Εκείνου που έλεγε προς αυτόν: Ορκίστηκε ο Κύριος και δε θα μεταμεληθεί: «Εσύ είσαι ιερέας στον αιώνα».  22 Κατά τόσο πολύ και καλύτερης διαθήκης έχει γίνει εγγυητής ο Ιησούς.  23 Και αυτοί έχουν γίνει ιερείς πολλοί, επειδή εμποδίζονται από το θάνατο να παραμένουν.  24 Εκείνος, επειδή μένει στον αιώνα, έχει αμεταβίβαστη την ιεροσύνη.  25 Συνεπώς, δύναται και να σώζει ολοτελώς εκείνους που προσέρχονται μέσω αυτού στο Θεό, πάντοτε ζώντας, για να μεσιτεύει υπέρ αυτών.  26 Γιατί, πράγματι, τέτοιος αρχιερέας μας έπρεπε, όσιος, άκακος, αμόλυντος, χωρισμένος από τους αμαρτωλούς και υψωμένος πάνω από τους ουρανούς.  27 Ο οποίος δεν έχει ανάγκη κάθε ημέρα, όπως ακριβώς οι αρχιερείς, να προσφέρει θυσίες, πρώτα για τις δικές του αμαρτίες και έπειτα για τις αμαρτίες του λαού. γιατί αυτό το έκανε μια φορά για πάντα, όταν πρόσφερε τον εαυτό του.  28 Επειδή ο νόμος καθιστά ανθρώπους αρχιερείς που έχουν αδυναμία, ο λόγος όμως της ορκωμοσίας που έγινε μετά το νόμο, καθιστά τον Υιό που έχει καθιερωθεί αρχιερέας στον αιώνα. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 8




Εβρ. η’ 1-13 

Αρχιερέας νέας και καλύτερης διαθήκης
1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς,  2 τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.  3 πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ προσφέρειν δῶρά τε καὶ θυσίας καθίσταται· ὅθεν ἀναγκαῖον ἔχειν τι καὶ τοῦτον ὃ προσενέγκῃ.  4 εἰ μὲν γὰρ ἦν ἐπὶ γῆς, οὐδ’ ἂν ἦν ἱερεύς, ὄντων τῶν ἱερέων τῶν προσφερόντων κατὰ τὸν νόμον τὰ δῶρα,  5 οἵτινες ὑποδείγματι καὶ σκιᾷ λατρεύουσι τῶν ἐπουρανίων, καθὼς κεχρημάτισται Μωϋσῆς μέλλων ἐπιτελεῖν τὴν σκηνήν· ὅρα γάρ φησι, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει·  6 νυνὶ δὲ διαφορωτέρας τέτευχε λειτουργίας, ὅσῳ καὶ κρείττονός ἐστι διαθήκης μεσίτης, ἥτις ἐπὶ κρείττοσιν ἐπαγγελίαις νενομοθέτηται.  7 εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος.  8 μεμφόμενος γὰρ αὐτοῖς λέγει· ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ συντελέσω ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιούδα διαθήκην καινήν,  9 οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, κἀγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, λέγει Κύριος·  10 ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ ᾿Ισραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν.  11 καὶ οὐ μὴ διδάξουσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν·  12 ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι.  13 ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ.  1 Κεφαλαιώδες μάλιστα σημείο πάνω σ’ αυτά που λέμε είναι ότι έχουμε τέτοιο Αρχιερέα ο οποίος κάθισε στα δεξιά του θρόνου της Μεγαλοσύνης στους ουρανούς,  2 και έγινε λειτουργός των Αγίων και της Σκηνής του Μαρτυρίου της αληθινής, την οποία έστησε ο Κύριος, όχι άνθρωπος.  3 Γιατί κάθε αρχιερέας καθίσταται, για να προσφέρει δώρα και θυσίες. Συνεπώς, είναι αναγκαίο και τούτος να έχει κάτι που να προσφέρει.  4 Αν βέβαια ήταν πάνω στη γη, δε θα ήταν ιερέας, επειδή υπάρχουν εκείνοι που προσφέρουν σύμφωνα με το νόμο τα δώρα.  5 oι οποίοι λατρεύουν στο απεικόνισμα και στη σκιά των επουρανίων καθώς έχει λάβει εντολή ο Μωυσής, όταν έμελλε να κατασκευάσει τη Σκηνή του Μαρτυρίου. Γιατί του είπε ο Θεός: Πρόσεχε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το πρωτότυπο που σου δείχτηκε στο όρος.  6 Τώρα όμως ο Ιησούς έχει πετύχει τόσο ανώτερη λειτουργία όσο και καλύτερης διαθήκης είναι μεσίτης, η οποία έχει νομοθετηθεί πάνω σε καλύτερες υποσχέσεις.  7 Γιατί αν εκείνη η πρώτη ήταν άμεμπτη, δε θα ζητούσαν τόπο για δεύτερη.  8 Γιατί κατηγορώντας αυτούς λέει: Ιδού, έρχονται ημέρες, λέει ο Κύριος, που θα συνάψω με τον οίκο Ισραήλ και με τον οίκο Ιούδα διαθήκη καινούργια.  9 Όχι σύμφωνα με τη διαθήκη που έκανα μέ τους πατέρες τους την ημέρα που πήρα το χέρι τους, για να τους εξαγάγω από τη γη της Αιγύπτου. Επειδή αυτοί δεν ενέμειναν στη διαθήκη μου, κι εγώ τους παραμέλησα, λέει ο Κύριος.  10 Γιατί αυτή είναι η διαθήκη που θα κάνω με τον οίκο Ισραήλ μετά τις ημέρες εκείνες, λέει ο Κύριος: Θα δώσω τους νόμους μου στη διάνοιά τους και πάνω στην καρδιά τους θα τους γράψω, και θα είμαι σ’ αυτούς Θεός και αυτοί θα μου είναι λαός.  11 Και δε θα διδάξουν καθένας το συμπολίτη του και καθένας τον αδελφό του λέγοντας: «Γνώρισε τον Κύριο». Γιατί όλοι τους θα με ξέρουν, από τον μικρό ως τον μεγάλο.  12 Επειδή θα είμαι ευμενής στις αδικίες τους και τις αμαρτίες τους δε θα τις θυμηθώ πια.  13 Με το να λέει, Καινούργια, έχει κάνει παλιά την πρώτη διαθήκη. Και αυτό που παλιώνει και γερνάει είναι κοντά στον αφανισμό. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 9




Εβρ. θ’ 1-28

Η γήινη και η ουράνια Σκηνή του Μαρτυρίου
1 Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν·  2 σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια.  3 μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων,  4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ράβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης,  5 ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος.  6 Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες,  7 εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων,  8 τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν ῾Αγίων ὁδόν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν·  9 ἥτις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα, καθ’ ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα,  10 μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα.  11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως,  12 οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ ῞Αγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος.  13 εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα,  14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;  15 Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως, θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας.  16 ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου·  17 διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος.  18 ῞Οθεν οὐδ’ ἡ πρώτη χωρὶς αἵματος ἐγκεκαίνισται·  19 λαληθείσης γὰρ πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ Μωϋσέως παντὶ τῷ λαῷ, λαβὼν τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ἐρίου κοκκίνου καὶ ὑσσώπου, αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ἐρράντισε  20 λέγων· τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς ἐνετείλατο πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός.  21 καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας τῷ αἵματι ὁμοίως ἐρράντισε.  22 καὶ σχεδὸν ἐν αἵματι πάντα καθαρίζεται κατὰ τὸν νόμον, καὶ χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις.  1 Είχε πράγματι, λοιπόν, και η πρώτη διαθήκη διατάξεις λατρείας και το γήινο Άγιο.  2 Γιατί κατασκευάστηκε το πρώτο μέρος της Σκηνής, μέσα στο οποίο ήταν η λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεση των άρτων, που λέγεται Άγια.  3 Και μετά το δεύτερο καταπέτασμα υπήρχε το μέρος της Σκηνής που λέγεται Άγια Αγίων,  4 που είχε ένα χρυσό θυμιατήρι και την Κιβωτό της Διαθήκης περικαλυμμένη από παντού με χρυσάφι, μέσα στην οποία ήταν μια στάμνα χρυσή που είχε το μάννα και η ράβδος του Ααρών που βλάστησε και οι πλάκες της διαθήκης.  5 Και πάνω από αυτήν υπήρχαν αστραφτερά Χερουβείμ που επισκίαζαν το ιλαστήριο. Γι’ αυτά δεν είναι δυνατό τώρα να μιλούμε λεπτομερειακά.  6 Ενώ λοιπόν αυτά είναι έτσι κατασκευασμένα, αφενός στο πρώτο μέρος της Σκηνής μπαίνουν διαπαντός οι ιερείς, επιτελώντας τις λατρείες,  7 αφετέρου στο δεύτερο μέρος μπαίνει μια φορά το έτος μόνος του ο αρχιερέας, όχι χωρίς αίμα, που το προσφέρει υπέρ του εαυτού του και υπέρ των αμαρτιών από άγνοια του λαού.  8 Έτσι το Πνεύμα το Άγιο δηλώνει αυτό: ότι δεν έχει φανερωθεί ακόμα η οδός προς τα Άγια των Αγίων, αφού είναι στημένο ακόμη το πρώτο μέρος της Σκηνής  9 – αυτό είναι παραβολικό για τον παρόντα καιρό – στο οποίο προσφέρονται δώρα και θυσίες που δε δύνανται, όσον αφορά τη συνείδηση, να τελειοποιήσουν εκείνον που λατρεύει το Θεό.  10 Μόνο αναφέρονται σε τροφές και ποτά και σε διάφορους βαπτισμούς, που είναι διατάξεις για τη σάρκα και επιβάλλονται μέχρι τον καιρό της διόρθωσης.  11 Ο Χριστός, όμως, όταν παρουσιάστηκε ως Αρχιερέας των αγαθών που ήρθαν, διαμέσου της μεγαλύτερης και τελειότερης Σκηνής που δεν είναι χειροποίητη, τουτέστι όχι αυτής της κτίσης,  12 ούτε διαμέσου του αίματος τράγων και μόσχων, αλλά διαμέσου του δικού Του αίματος, εισήλθε μια φορά για πάντα στα Άγια των Αγίων και βρήκε για μας αιώνια λύτρωση.  13 Γιατί αν το αίμα τράγων και ταύρων και στάχτη από δαμάλι αγιάζει, όταν ραντίζει αυτούς που είναι εθιμοτυπικά ακάθαρτοι ως προς την εθιμοτυπική καθαρότητα της σάρκας,  14 πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού, ο οποίος μέσω του αιώνιου Πνεύματος πρόσφερε τον εαυτό του άμωμο στο Θεό, θα καθαρίσει τη συνείδησή μας από νεκρά έργα, για να λατρεύουμε το ζωντανό Θεό.  15 Και γι’ αυτό είναι μεσίτης καινούργιας διαθήκης, αφού έγινε ο θάνατός του για απολύτρωση των παραβάσεων που αφορούν την πρώτη διαθήκη, ώστε να λάβουν οι καλεσμένοι την υπόσχεση της αιώνιας κληρονομιάς.  16 Γιατί όπου υπάρχει διαθήκη, για να εκτελεστεί πρέπει να έρθει ο θάνατος του διαθέτη.  17 Γιατί μια διαθήκη είναι έγκυρη σε νεκρούς, επειδή ποτέ δεν ισχύει όταν ζει ο διαθέτης.  18 Γι’ αυτό, ούτε η πρώτη διαθήκη έχει εγκαινιαστεί χωρίς αίμα.  19 Επειδή, όταν κηρύχτηκε κάθε εντολή κατά το νόμο σε όλο το λαό από το Μωυσή, αυτός έλαβε το αίμα των μόσχων και των τράγων μαζί με νερό και με μαλλί κόκκινο και με ύσσωπο, και ράντισε το ίδιο το βιβλίο του νόμου και όλο το λαό,  20 λέγοντας: «Τούτο είναι το αίμα της διαθήκης, την οποία έδωσε εντολή προς εσάς ο Θεός»,  21 Και τη Σκηνή επίσης, και όλα τα σκεύη της λειτουργίας ομοίως τα ράντισε με το αίμα.  22 Και σχεδόν όλα με αίμα καθαρίζονται σύμφωνα με το νόμο, και χωρίς αιματοχυσία δε γίνεται άφεση αμαρτιών. 
Η αμαρτία εκτοπίζεται με τη θυσία του Χριστού
23 ᾿Ανάγκη οὖν τὰ μὲν ὑποδείγματα τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς τούτοις καθαρίζεσθαι, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια κρείττοσι θυσίαις παρὰ ταύτας.  24 οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα ῞Αγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν·  25 οὐδ’ ἵνα πολλάκις προσφέρῃ ἑαυτόν, ὥσπερ ὁ ἀρχιερεὺς εἰσέρχεται εἰς τὰ ῎Αγια κατ’ ἐνιαυτὸν ἐν αἵματι ἀλλοτρίῳ·  26 ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν πολλάκις παθεῖν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· νῦν δὲ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται.  27 καὶ καθ’ ὅσον ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις,  28 οὕτω καὶ ὁ Χριστός, ἅπαξ προσενεχθεὶς εἰς τὸ πολλῶν ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας, ἐκ δευτέρου χωρὶς ἁμαρτίας ὀφθήσεται τοῖς αὐτὸν ἀπεκδεχομένοις εἰς σωτηρίαν.  23 Ήταν λοιπόν ανάγκη αφενός τα αντίγραφα εκείνων που είναι στους ουρανούς να καθαρίζονται με αυτά, αφετέρου τα ίδια τα επουράνια πράγματα να καθαρίζονται με καλύτερες θυσίες από αυτές.  24 Γιατί ο Χριστός δεν εισήλθε σε χειροποίητα Άγια, αντίτυπα των αληθινών, αλλά στον ίδιο τον ουρανό, για να εμφανιστεί τώρα στο πρόσωπο του Θεού για χάρη μας.  25 Ούτε εισήλθε για να προσφέρει πολλές φορές τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο αρχιερέας εισέρχεται στα Άγια των Αγίων κάθε έτος με ξένο αίμα,  26 επειδή θα έπρεπε αυτός να πάθει πολλές φορές από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου. Τώρα όμως μια για πάντα έχει φανερωθεί στη συντέλεια των αιώνων, για να εκτοπίσει την αμαρτία με τη θυσία του.  27 Και εφόσον απόκειται στους ανθρώπους μια φορά για πάντα να πεθάνουν και μετά από αυτό γίνεται κρίση,  28 έτσι και ο Χριστός, αφού μια φορά για πάντα προσφέρθηκε, για να φέρει πάνω του τις αμαρτίες πολλών, για δεύτερη φορά, χωρίς να βαστάξει αμαρτίες, θα φανεί σ’ αυτούς που τον περιμένουν για σωτηρία. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Εβραίους κεφάλαιον 10


Εβρ. ι’ 1-39

Η θυσία του Χριστού παραμέρισε τις Μωσαϊκές θυσίες
1 Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ’ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι·  2 ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους;  3 ἀλλ’ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ’ ἐνιαυτόν·  4 ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας.  5 Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι·  6 ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας·  7 τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου.  8 ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται,  9 τότε εἴρηκεν· ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ.  10 ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.  11 Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ’ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας·  12 αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ,  13 τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ.  14 μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους.  15 Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι,  16 αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς,  17 καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι.  18 ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.  1 Γιατί, επειδή ο νόμος έχει τη σκιά των μελλοντικών αγαθών, όχι την ίδια την εικόνα των πραγμάτων, δε δύναται ποτέ να τελειοποιήσει αυτούς που προσέρχονται κάθε έτος με τις ίδιες θυσίες, τις οποίες προσφέρουν συνεχώς.  2 Επειδή δε θα έπαυαν να προσφέρονται, γιατί δε θα είχαν πλέον καμιά συνείδηση αμαρτιών αυτοί που λατρεύουν, αφού θα είχαν καθαριστεί μια φορά για πάντα;  3 Αλλά με αυτές γίνεται ανάμνηση αμαρτιών κάθε έτος.  4 γιατί είναι αδύνατο αίμα ταύρων και τράγων να αφαιρεί αμαρτίες.  5 Γι’ αυτό, όταν εισέρχεται ο Υιός στον κόσμο, λέει: Θυσία και προσφορά δε θέλησες, αλλά μου κατασκεύασες σώμα.  6 σε ολοκαυτώματα και σε θυσίες για αμαρτίες δεν ευαρεστήθηκες.  7 Τότε είπα: Ιδού, έχω έρθει, στον κύλινδρο του βιβλίου είναι γραμμένο για μένα, για να κάνω, ω Θεέ, το θέλημά σου.  8 Αφού λέει πιο πάνω ότι θυσίες και προσφορές και ολοκαυτώματα και θυσίες για αμαρτίες δε θέλησες ούτε ευαρεστήθηκες σ’ αυτές, οι οποίες σύμφωνα με το νόμο προσφέρονται,  9 τότε λέει: Ιδού, έχω έρθει, για να κάνω το θέλημά σου. Αναιρεί το πρώτο, για να στήσει το δεύτερο.  10 Μέσα σ’ αυτό το θέλημα είμαστε αγιασμένοι μέσω της προσφοράς του σώματος του Ιησού Χριστού μια φορά για πάντα.  11 Και βέβαια, κάθε ιερέας στέκεται κάθε ημέρα λειτουργώντας και προσφέροντας τις ίδιες θυσίες πολλές φορές, οι οποίες ποτέ δε δύνανται να αφαιρέσουν αμαρτίες.  12 Αυτός, όμως, αφού πρόσφερε μία θυσία για αμαρτίες συνεχώς, κάθισε στα δεξιά του Θεού  13 και στο εξής περιμένει, ωσότου τεθούν οι εχθροί του υποπόδιο των ποδιών του.  14 Γιατί με μία προσφορά έχει καθιερώσει ως ιερείς συνεχώς αυτούς που αγιάζονται.  15 Το μαρτυρεί επίσης σ’ εμάς και το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί μετά από αυτό που έχει πει:  16 «Αυτή είναι η διαθήκη που θα κάνω με αυτούς μετά τις ημέρες εκείνες», λέει ο Κύριος: «Θα δώσω τους νόμους μου πάνω στην καρδιά τους και πάνω στη διάνοιά τους θα τους γράψω,  17 και τις αμαρτίες τους και τις ανομίες τους δε θα τις θυμάμαι πια».  18 Όπου, λοιπόν, υπάρχει άφεση αυτών δε γίνεται πια προσφορά για αμαρτίες. 
Προτροπή και προειδοποίηση
19 ῎Εχοντες οὖν, ἀδελφοί, παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ῾Αγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ ᾿Ιησοῦ,  20 ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ’ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,  21 καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ,  22 προσερχώμεθα μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐρραντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς,  23 καὶ λελουμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος·  24 καὶ κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων,  25 μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν.  26 ῾Εκουσίως γὰρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περὶ ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία,  27 φοβερὰ δέ τις ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους.  28 ἀθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθνήσκει·  29 πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας;  30 οἴδαμεν γὰρ τὸν εἰπόντα· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος· καὶ πάλιν· Κύριος κρινεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ.  31 φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.  32 ᾿Αναμιμνήσκεσθε δὲ τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων,  33 τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες.  34 καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν.  35 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παρρησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.  36 ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.  37 ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.  38 ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.  39 ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.  19 Επειδή έχουμε λοιπόν, αδελφοί, παρρησία για να εισέλθουμε στα Άγια των Αγίων με το αίμα του Ιησού,  20 είσοδο την οποία εγκαινίασε σ’ εμάς με οδό πρόσφατη και ζωντανή διαμέσου του καταπετάσματος, τουτέστι της σάρκας του,  21 και επειδή έχουμε Ιερέα μέγα στον οίκο του Θεού,  22 ας προσερχόμαστε με ειλικρινή καρδιά, με πλήρη βεβαιότητα πίστης, έχοντας ραντισμένες τις καρδιές από κακή συνείδηση και λουσμένοι στο σώμα με καθαρό νερό.  23 Ας κατέχουμε σταθερά την ομολογία της ελπίδας μας άκαμπτη, γιατί πιστός είναι Εκείνος που έδωσε την υπόσχεση.  24 Και ας κατανοούμε ο ένας τον άλλο, για να ερεθιστούμε προς την αγάπη και τα καλά έργα,  25 χωρίς να εγκαταλείπουμε τη συναγωγή μας στο ίδιο μέρος καθώς είναι συνήθεια σε μερικούς, αλλά ας προτρέπουμε γι’ αυτήν, και τόσο περισσότερο όσο βλέπετε να πλησιάζει η Ημέρα.  26 Γιατί αν εμείς αμαρτάνουμε εκούσια μετά από τότε που λάβαμε την επίγνωση της αλήθειας, δεν υπολείπεται πια θυσία για αμαρτίες,  27 αλλά κάποια φοβερή αναμονή για κρίση και για σφοδρή φωτιά που μέλλει να καταφάει τους ενάντιους στο Θεό.  28 Αν αθετήσει κάποιος το νόμο του Μωυσή, πεθαίνει χωρίς ευσπλαχνία με την κατάθεση δύο ή τριών μαρτύρων.  29 Πόσο νομίζετε χειρότερη τιμωρία θα αξιωθεί εκείνος που καταπάτησε τον Υιό του Θεού και που θεώρησε ακάθαρτο το αίμα της διαθήκης, με το οποίο αγιάστηκε, και που έβρισε το Πνεύμα της χάρης;  30 Γιατί ξέρουμε αυτόν που είπε: Σ’ εμένα ανήκει η εκδίκηση, εγώ θα ανταποδώσω. Και πάλι: Θα κρίνει ο Κύριος το λαό του.  31 Φοβερό είναι το να πέσει κανείς στα χέρια του ζωντανού Θεού!  32 Και να θυμάστε τις προηγούμενες ημέρες, κατά τις οποίες, αφού φωτιστήκατε, υπομείνατε πολλή άθληση παθημάτων.  33 Αφενός άλλοτε με ονειδισμούς και με θλίψεις σάς έκαναν θέατρο, αφετέρου άλλοτε γίνατε συμμέτοχοι με αυτούς που τους συμπεριφέρονταν έτσι.  34 Και πράγματι, με τους φυλακισμένους συμπάσχατε και την αρπαγή των υπαρχόντων σας τη δεχτήκατε με χαρά, γνωρίζοντας ότι έχετε για τους εαυτούς σας καλύτερη περιουσία και μόνιμη.  35 Να μην αποβάλετε λοιπόν την παρρησία σας, που έχει μεγάλη μισθαποδοσία.  36 Γιατί έχετε ανάγκη από υπομονή, για να κάνετε το θέλημα του Θεού και να λάβετε ό,τι υποσχέθηκε.  37 Γιατί ακόμα πολύ λίγος χρόνος μένει. ο ερχόμενος θα έρθει και δε θα χρονίσει.  38 Ο δίκαιός μου, όμως, θα ζήσει από την πίστη, και αν υποχωρήσει, δεν ευαρεστείται η ψυχή μου σ’ αυτόν.  39 Εμείς όμως δεν είμαστε άνθρωποι της υποχώρησης, για να χαθούμε, αλλά είμαστε άνθρωποι πίστης, για να διατηρήσουμε τη σωτηρία της ψυχής μας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1   2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13