Προς Γαλάτας κεφάλαιον 1


Γαλ. α’ 1-24

Χαιρετισμοί
1 Παῦλος, ἀπόστολος οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων, οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν,  2 καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες ἀδελφοί, ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας·  3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ,  4 τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος πονηροῦ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν,  5 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.  1 Παύλος, απόστολος όχι από ανθρώπους ούτε μέσω ανθρώπου, αλλά μέσω του Ιησού Χριστού και του Θεού Πατέρα που τον έγειρε από τους νεκρούς,  2 και όλοι οι αδελφοί που είναι μαζί μου, προς τις εκκλησίες της Γαλατίας.  3 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό,  4 που έδωσε τον εαυτό του για τις αμαρτίες μας, για να μας ελευθερώσει από τον τωρινό κακό αιώνα κατά το θέλημα του Θεού και Πατέρα μας,  5 στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 
Δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ευαγγέλιο
6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον,  7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.  8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.  9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.  10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην.  6 Θαυμάζω γιατί έτσι γρήγορα μετατοπίζεστε από εκείνον που σας κάλεσε με τη χάρη του Χριστού σε άλλο ευαγγέλιο,  7 που δεν είναι άλλο παρά μόνο είναι μερικοί που σας ταράζουν και θέλουν να διαστρέψουν το ευαγγέλιο του Χριστού.  8 Αλλά και αν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό σας ευαγγελίζει άλλο εκτός από αυτό που σας ευαγγελίσαμε, ας είναι ανάθεμα.  9 Όπως το έχουμε προείπει και τώρα πάλι το λέω: αν κάποιος σας ευαγγελίζει άλλο εκτός από αυτό που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα.  10 Γιατί τώρα ανθρώπους προσπαθώ να πείσω, κερδίζοντας την εύνοιά τους, ή το Θεό; Ή ζητώ σε ανθρώπους να αρέσω; Αν ακόμα επιδίωκα να αρέσω σε ανθρώπους, δε θα ήμουν δούλος του Χριστού. 
Πώς ο Παύλος έγινε απόστολος
11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·  12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  13 ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν,  14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.  15 ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ  16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι,  17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.  18 ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·  19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.  20 ἃ δὲ γράφω ὑμῖν, ἰδοὺ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι οὐ ψεύδομαι.  21 ἔπειτα ἦλθον εἰς τὰ κλίματα τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.  22 ἤμην δὲ ἀγνοούμενος τῷ προσώπῳ ταῖς ἐκκλησίαις τῆς ᾿Ιουδαίας ταῖς ἐν Χριστῷ·  23 μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι ὁ διώκων ἡμᾶς ποτε νῦν εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε ἐπόρθει,  24 καὶ ἐδόξαζον ἐν ἐμοὶ τὸ Θεόν.  11 Σας γνωρίζω λοιπόν, αδελφοί, ότι το ευαγγέλιο που κηρύχτηκε από εμένα δεν είναι ανθρώπινο.  12 γιατί ούτε εγώ το παράλαβα ούτε το διδάχτηκα από άνθρωπο, αλλά με αποκάλυψη Ιησού Χριστού.  13 Γιατί ακούσατε για τη συμπεριφορά μου που είχα κάποτε στον Ιουδαϊσμό, ότι υπερβολικά καταδίωκα την εκκλησία του Θεού και προσπαθούσα να την αφανίσω,  14 και πρόκοβα στον Ιουδαϊσμό περισσότερο από πολλούς συνομήλικους στο έθνος μου και ήμουν περισσότερο ζηλωτής από αυτούς των πατρικών μου παραδόσεων.  15 Όταν όμως ευδόκησε ο Θεός, που με ξεχώρισε από την κοιλιά της μητέρας μου και με κάλεσε με τη χάρη του,  16 να αποκαλύψει τον Υιό του σ’ εμένα, για να τον ευαγγελίζομαι μεταξύ των εθνικών, αμέσως δε συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα  17 ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα προς τους αποστόλους που ήταν πριν από εμένα, αλλά έφυγα στην Αραβία και κατόπιν πάλι επέστρεψα στη Δαμασκό.  18 Έπειτα, μετά από τρία έτη, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα, για να γνωρίσω προσωπικά τον Κηφά και παρέμεινα κοντά του δεκαπέντε ημέρες.  19 Άλλον όμως από τους αποστόλους δεν είδα παρά μόνο τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου.  20 Και γι’ αυτά που γράφω σ’ εσάς, ιδού, μπροστά στο Θεό το λέω ότι δεν ψεύδομαι.  21 Έπειτα ήρθα στα μέρη της Συρίας και της Κιλικίας.  22 Και ήταν άγνωστο το πρόσωπό μου στις εκκλησίες της Ιουδαίας που ανήκουν στο Χριστό.  23 Αλλά μόνο άκουγαν: «Αυτός που μας καταδίωκε κάποτε τώρα ευαγγελίζεται την πίστη που άλλοτε προσπαθούσε να αφανίσει»  24 και δόξαζαν για μένα το Θεό. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6

Advertisements

Προς Γαλάτας κεφάλαιον 2


Γαλ. β’ 1-21

Οι άλλοι απόστολοι παραδέχονται τον Παύλο
1 Ἔπειτα διὰ δεκατεσσάρων ἐτῶν πάλιν ἀνέβην εἰς ῾Ιεροσόλυμα μετὰ Βαρνάβα, συμπαραλαβὼν καὶ Τίτον·  2 ἀνέβην δὲ κατὰ ἀποκάλυψιν· καὶ ἀνεθέμην αὐτοῖς τὸ εὐαγγέλιον ὃ κηρύσσω ἐν τοῖς ἔθνεσι, κατ’ ἰδίαν δὲ τοῖς δοκοῦσι, μήπως εἰς κενὸν τρέχω ἢ ἔδραμον.  3 ἀλλ’ οὐδὲ Τίτος ὁ σὺν ἐμοί, ῞Ελλην ὤν, ἠναγκάσθη περιτμηθῆναι,  4 διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα ἡμᾶς καταδουλώσωνται·  5 οἷς οὐδὲ πρὸς ὥραν εἴξαμεν τῇ ὑποταγῇ, ἵνα ἡ ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου διαμείνῃ πρὸς ὑμᾶς.  6 ἀπὸ δὲ τῶν δοκούντων εἶναί τι, ὁποῖοί ποτε ἦσαν οὐδέν μοι διαφέρει· πρόσωπον Θεὸς ἀνθρώπου οὐ λαμβάνει· ἐμοὶ γὰρ οἱ δοκοῦντες οὐδὲν προσανέθεντο,  7 ἀλλὰ τοὐναντίον ἰδόντες ὅτι πεπίστευμαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς ἀκροβυστίας καθὼς Πέτρος τῆς περιτομῆς·  8 ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη·  9 καὶ γνόντες τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι, ᾿Ιάκωβος καὶ Κηφᾶς καὶ ᾿Ιωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιὰς ἔδωκαν ἐμοὶ καὶ Βαρνάβᾳ κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν·  10 μόνον τῶν πτωχῶν ἵνα μνημονεύωμεν, ὃ καὶ ἐσπούδασα αὐτὸ τοῦτο ποιῆσαι.  1 Έπειτα, ύστερα από δεκατέσσερα έτη, πάλι ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα μαζί με το Βαρνάβα, αφού παράλαβα μαζί μου και τον Τίτο.  2 Και ανέβηκα σύμφωνα με αποκάλυψη. και τους εξέθεσα το ευαγγέλιο που κηρύττω στα έθνη, ιδιαιτέρως μάλιστα σ’ αυτούς που θεωρούνται οι επισημότεροι απόστολοι, μήπως μάταια τρέχω ή έτρεξα.  3 Αλλά ούτε ο Τίτος που ήταν μαζί μου, αν και είναι Έλληνας, αναγκάστηκε να περιτμηθεί.  4 Και δεν αναγκάστηκε ούτε εξαιτίας των παρείσακτων ψευδάδελφων οι οποίοι εισήλθαν λαθραία ανάμεσά μας, για να κατασκοπεύσουν την ελευθερία μας που έχουμε στο Χριστό Ιησού, ώστε να μας υποδουλώσουν.  5 Σ’ αυτούς ούτε για μια στιγμή δεν υποχωρήσαμε, ώστε να υποταχτούμε, για να διαμείνει σ’ εσάς η αλήθεια του ευαγγελίου.  6 Και από αυτούς που θεωρούνται ότι είναι κάτι – ποιοι ήταν κάποτε τίποτα δε μ’ ενδιαφέρει. πρόσωπο ανθρώπου ο Θεός δεν το λαβαίνει υπόψη του – σ’ εμένα, πράγματι, αυτοί που θεωρούνται επισημότεροι τίποτα δεν πρόσθεσαν.  7 Αλλά αντίθετα, όταν είδαν ότι μου έχει εμπιστευτεί ο Θεός το ευαγγέλιο γι’ αυτούς που έχουν την ακροβυστία καθώς στον Πέτρο γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή  8 –γιατί αυτός που ενέργησε στον Πέτρο στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή ενέργησε και σ’ εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς –  9 και επειδή αναγνώρισαν τη χάρη που μου δόθηκε, ο Ιάκωβος και ο Κηφάς και ο Ιωάννης, που θεωρούνται ότι είναι στύλοι, έδωσαν τα δεξιά τους χέρια σ’ εμένα και στο Βαρνάβα ως ένδειξη κοινωνίας, για να πηγαίνουμε εμείς στους εθνικούς, ενώ αυτοί σ’ αυτούς που έχουν την περιτομή.  10 Ζήτησαν μόνο να θυμούμαστε τους φτωχούς, το οποίο και φρόντισα αυτό ακριβώς να κάνω. 
Ο Παύλος επιπλήττει τον Πέτρο στην Αντιόχεια
11 ῞Οτε δὲ ἦλθε Πέτρος εἰς ᾿Αντιόχειαν, κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν.  12 πρὸ τοῦ γὰρ ἐλθεῖν τινας ἀπὸ ᾿Ιακώβου μετὰ τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν· ὅτε δὲ ἦλθον, ὑπέστελλε καὶ ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς.  13 καὶ συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καὶ οἱ λοιποὶ ᾿Ιουδαῖοι, ὥστε καὶ Βαρνάβας συναπήχθη αὐτῶν τῇ ὑποκρίσει.  14 ἀλλ’ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων· εἰ σὺ ᾿Ιουδαῖος ὑπάρχων ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ ἰουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη ἀναγκάζεις ἰουδαΐζειν;  11 Όταν όμως ήρθε ο Κηφάς στην Αντιόχεια, του αντιστάθηκα κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος.  12 Γιατί, προτού να έρθουν μερικοί από τον Ιάκωβο, έτρωγε μαζί με τους εθνικούς. Αλλά όταν ήρθαν, αποσύρθηκε και αποχώρισε τον εαυτό του, επειδή φοβόταν αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή.  13 Και υποκρίθηκαν μαζί του και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, ώστε και ο Βαρνάβας παρασύρθηκε μαζί στην υποκρισία τους.  14 Αλλά όταν είδα ότι δε βαδίζουν ορθά ως προς την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Κηφά μπροστά σε όλους: «Αν εσύ, που είσαι Ιουδαίος, ζεις σαν εθνικός και όχι σαν Ιουδαίος, πώς αναγκάζεις τους εθνικούς να ιουδαΐζουν;» 
Οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί σώζονται με την πίστη
15 ῾Ημεῖς φύσει ᾿Ιουδαῖοι καὶ οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί,  16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.  17 εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο.  18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι.  19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω.  20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.  21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν.  15 Εμείς είμαστε από τη φύση μας Ιουδαίοι και όχι από τα έθνη αμαρτωλοί.  16 Επειδή όμως ξέρουμε ότι δε δικαιώνεται ο άνθρωπος από τα έργα του νόμου παρά μόνο μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό και εμείς πιστέψαμε στο Χριστό Ιησού, για να δικαιωθούμε από την πίστη στο Χριστό και όχι από τα έργα του νόμου. γιατί από τα έργα του νόμου δε θα δικαιωθεί καμιά σάρκα.  17 Αν όμως, ζητώντας να δικαιωθούμε με το Χριστό, βρεθήκαμε κι εμείς οι ίδιοι αμαρτωλοί, άρα ο Χριστός είναι διάκονος της αμαρτίας; Είθε να μη γίνει!  18 Γιατί, αν όσα γκρέμισα, αυτά πάλι οικοδομώ, παραβάτη αποδείχνω τον εαυτό μου.  19 Γιατί εγώ πέθανα ως προς το νόμο διαμέσου του νόμου, για να ζήσω για το Θεό. Μαζί με το Χριστό έχω σταυρωθεί.  20 Ζω, λοιπόν, όχι πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και τη ζωή που τώρα ζω στη σάρκα, τη ζω με την πίστη που έχω στον Υιό του Θεού, ο οποίος με αγάπησε και παράδωσε τον εαυτό του για μένα.  21 Δεν απορρίπτω τη χάρη του Θεού. γιατί αν μέσω του νόμου επιτυγχάνεται η δικαίωση, άρα ο Χριστός χωρίς λόγο πέθανε. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6

Προς Γαλάτας κεφάλαιον 3




Γαλ. γ’ 1-29

Νόμος ή πίστη;
1 Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ’ ὀφθαλμοὺς ᾿Ιησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος;  2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ’ ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;  3 οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι πνεύματι νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε;  4 τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῆ; εἴ γε καὶ εἰκῆ.  5 ὁ οὖν ἐπιχορηγῶν ὑμῖν τὸ Πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν δυνάμεις ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;  6 καθὼς ᾿Αβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.  7 Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ ᾿Αβραάμ.  8 προϊδοῦσα δὲ ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ Θεός, προευηγγελίσατο τῷ ᾿Αβραὰμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη.  9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ ᾿Αβραάμ.  10 ῞Οσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσίν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά·  11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ, δῆλον· ὅτι ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.  12 ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ’ ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς.  13 Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου·  14 ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ ᾿Αβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως.  1 Ω ανόητοι Γαλάτες, ποιος βάσκανε εσάς, απέναντι στα μάτια των οποίων ο Ιησούς Χριστός προκηρύχτηκε σταυρωμένος;  2 Αυτό μόνο θέλω να μάθω από εσάς: από τα έργα του νόμου λάβατε το Πνεύμα ή από την ακοή στο κήρυγμα της πίστης;  3 Τόσο ανόητοι είστε, ενώ αρχίσατε με το Πνεύμα, τώρα αποτελειώνετε με τη σάρκα;  4 Τόσα πολλά τα πάθατε μάταια; Αν βέβαια ήταν πράγματι μάταια.  5 Αυτός, λοιπόν, που σας χορηγεί άφθονα το Πνεύμα και ενεργεί θαυματουργικές δυνάμεις μεταξύ σας το κάνει από τα έργα του νόμου ή από την ακοή στο κήρυγμα της πίστης;  6 Καθώς ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό, και τον λογαριάστηκε για δικαίωση, έτσι έγινε σ’ εσάς.  7 Άρα, ας γνωρίζετε ότι όσοι προέρχονται από την πίστη, αυτοί είναι γιοι του Αβραάμ.  8 Και επειδή προείδε η Γραφή ότι από την πίστη δικαιώνει τα έθνη ο Θεός, προανάγγειλε την καλή αγγελία στον Αβραάμ: Θα ευλογηθούν σ’ εσένα όλα τα έθνη.  9 Ώστε οι άνθρωποι της πίστης ευλογούνται μαζί με τον πιστό Αβραάμ.  10 Γιατί όσοι εξαρτώνται από τα έργα του νόμου είναι κάτω από κατάρα. Επειδή είναι γραμμένο: Καταραμένος είναι καθένας που δε μένει σταθερός σε όλα όσα είναι γραμμένα μέσα στο βιβλίο του νόμου, για να κάνει αυτά.  11 Αλλά ότι με το νόμο κανείς δε δικαιώνεται μπροστά στο Θεό είναι φανερό, γιατί ο δίκαιος θα ζήσει από την πίστη.  12 Eπιπλέον, ο νόμος δεν εξαρτάται από την πίστη, αλλά εκείνος που έκανε αυτά θα ζήσει μέσω αυτών.  13 Ο Χριστός μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου, αφού έγινε για μας κατάρα – γιατί είναι γραμμένο: Καταραμένος καθένας που κρέμεται πάνω σε ξύλο –  14 για να έρθει στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ μέσω του Χριστού Ιησού, ώστε να λάβουμε την υπόσχεση του Πνεύματος μέσω της πίστης. 
Ο νόμος και η επαγγελία
15 ᾿Αδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅμως ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται.  16 τῷ δὲ ᾿Αβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ’ ὡς ἐφ’ ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστι Χριστός.  17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη τετρακόσια καὶ τριάκοντα γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν.  18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ κληρονομία, οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· τῷ δὲ ᾿Αβραὰμ δι’ ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ Θεός.  19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν παραβάσεων χάριν προσετέθη, ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι’ ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.  20 ὁ δὲ μεσίτης ἑνὸς οὐκ ἔστιν, ὁ δὲ Θεὸς εἷς ἐστιν.  15 Αδελφοί, τώρα μιλώ ανθρώπινα: μια επικυρωμένη διαθήκη, αν και είναι ενός ανθρώπου, όμως κανείς δεν την αθετεί ή δεν της προσθέτει κάτι.  16 Στον Αβραάμ, λοιπόν, ειπώθηκαν οι υποσχέσεις και στον απόγονό του. Δε λέει, «και στους απογόνους» σαν να μιλά για πολλούς, αλλά σαν να μιλά για έναν: και στον απόγονό σου, ο οποίος είναι ο Χριστός.  17 Και τούτο θέλω να πω: τη διαθήκη, που έχει επικυρωθεί προηγουμένως από το Θεό, δεν την ακυρώνει ο νόμος που έχει γίνει μετά τετρακόσια τριάντα έτη, ώστε να καταργήσει την υπόσχεση.  18 Γιατί αν από το νόμο είναι η κληρονομιά, δεν είναι πια από την υπόσχεση. Και στον Αβραάμ μέσω υπόσχεσης την έχει χαρίσει ο Θεός.  19 Γιατί λοιπόν δόθηκε ο νόμος; Ο νόμος προστέθηκε εξαιτίας των παραβάσεων και διατάχτηκε μέσω αγγέλων με το χέρι ενός μεσίτη, μέχρις ότου έρθει ο απόγονος στον οποίο δόθηκε η υπόσχεση.  20 Ο μεσίτης, λοιπόν, δεν ανήκει σε έναν, ενώ ο Θεός είναι ένας. 
Δούλοι και γιοι
21 ὁ οὖν νόμος κατὰ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἐδόθη νόμος ὁ δυνάμενος ζωοποιῆσαι, ὄντως ἂν ἐκ νόμου ἦν ἡ δικαιοσύνη·  22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι.  23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι.  24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν·  25 ᾿Ελθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν.  26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ·  27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.  28 οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ.  29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.  21 Ο νόμος, λοιπόν, είναι κατά των υποσχέσεων του Θεού; Είθε να μη γίνει! Γιατί αν είχε δοθεί νόμος που να δύναται να ζωοποιήσει, πράγματι από το νόμο θα προερχόταν η δικαίωση.  22 Αλλά συνέκλεισε η Γραφή τα πάντα κάτω από την αμαρτία, ώστε να δοθεί η υπόσχεση από την πίστη του Ιησού Χριστού σ’ εκείνους που πιστεύουν.  23 Προτού όμως να έρθει η πίστη, φρουρούμασταν περικλεισμένοι από το νόμο, για τη μελλοντική πίστη που επρόκειτο να αποκαλυφτεί.  24 Ώστε ο νόμος έχει γίνει δούλος φρουρός παιδιών και οδηγός μας στο Χριστό, για να δικαιωθούμε από την πίστη.  25 Όταν ήρθε όμως η πίστη, δεν είμαστε πια κάτω από δούλο φρουρό παιδιών και οδηγό.  26 Γιατί όλοι είστε γιοι του Θεού μέσω της πίστης στο Χριστό Ιησού.  27 Γιατί όσοι στο Χριστό βαφτιστήκατε, το Χριστό ντυθήκατε.  28 Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό. γιατί όλοι εσείς είστε ένας στο Χριστό Ιησού.  29 Αν λοιπόν εσείς είστε του Χριστού, άρα είστε σπέρμα του Αβραάμ, κληρονόμοι σύμφωνα με την υπόσχεση. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6

Προς Γαλάτας κεφάλαιον 4


Γαλ. δ’ 1-31


1 Λέγω δέ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν,  2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός.  3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι·  4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον,  5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.  6 ῞Οτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ.  7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ’ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ.  1 Εννοώ, λοιπόν, ότι για όσο χρόνο ο κληρονόμος είναι νήπιο, δε διαφέρει σε τίποτα από δούλο, αν και είναι κύριος όλων.  2 Αλλά είναι κάτω από επιτρόπους και οικονόμους μέχρι την προθεσμία του πατέρα του.  3 Έτσι κι εμείς, όταν ήμασταν νήπια, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του κόσμου.  4 Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός απέστειλε προς τα έξω τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και που ήταν κάτω από το νόμο,  5 για να εξαγοράσει αυτούς που είναι κάτω από το νόμο, ώστε να λάβουμε την υιοθεσία.  6 Και επειδή είστε γιοι, ο Θεός απέστειλε προς τα έξω το Πνεύμα του Υιού του στις καρδιές μας, που φωνάζει: «Αββά, Πατέρα».  7 Ώστε δεν είσαι πια δούλος, αλλά γιος. και αν είσαι γιος, είσαι και κληρονόμος μέσω του Θεού. 
Η ανησυχία του Παύλου για τους Γαλάτες
8 ᾿Αλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς·  9 νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε;  10 ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μῆνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς!  11 φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς.  12 Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς, ἀδελφοί, δέομαι ὑμῶν. οὐδέν με ἠδικήσατε.  13 οἴδατε δὲ ὅτι δι’ ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς εὐηγγελισάμην ὑμῖν τὸ πρότερον,  14 καὶ τὸν πειρασμόν μου τὸν ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε, ἀλλ’ ὡς ἄγγελον Θεοῦ ἐδέξασθέ με, ὡς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν.  15 τίς οὖν ἦν ὁ μακαρισμὸς ὑμῶν; μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι.  16 ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν;  17 ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς, ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν, ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε.  18 καλὸν δὲ τὸ ζηλοῦσθαι ἐν καλῷ πάντοτε καὶ μὴ μόνον ἐν τῷ παρεῖναί με πρὸς ὑμᾶς.  19 τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν!  20 ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου, ὅτι ἀποροῦμαι ἐν ὑμῖν.  8 Αλλά τότε, βέβαια, επειδή δεν ξέρατε το Θεό, υπηρετήσατε ως δούλοι σ’ αυτούς που δεν είναι από τη φύση τους θεοί.  9 Και τώρα όμως που γνωρίσατε το Θεό, μάλλον όμως γνωριστήκατε από το Θεό, πώς επιστρέφετε πάλι στα ασθενή και φτωχά στοιχεία, στα οποία πάλι από την αρχή θέλετε να υπηρετείτε ως δούλοι;  10 Παρατηρείτε ημέρες και μήνες και καιρούς και έτη.  11 Σας φοβάμαι μήπως μάταια έχω κοπιάσει για σας.  12 Γίνεστε όπως εγώ, γιατί κι εγώ ήμουν όπως εσείς, αδελφοί. σας παρακαλώ. Σε τίποτα δε με αδικήσατε.  13 Ξέρετε, επίσης, ότι εξαιτίας της σωματικής μου ασθένειας σας ευαγγέλισα την προηγούμενη φορά.  14 Και παρόλο τον πειρασμό σας που είχατε για το σώμα μου, δε με περιφρονήσατε ούτε με σιχαθήκατε, αλλά με δεχτήκατε σαν άγγελο Θεού, σαν το Χριστό Ιησού.  15 Πού είναι, λοιπόν, ο μακαρισμός σας; Γιατί μαρτυρώ για σας ότι, αν ήταν δυνατό, τα μάτια σας θα βγάζατε και θα μου τα δίνατε.  16 Ώστε εχθρός σας έχω γίνει, επειδή σας λέω την αλήθεια;  17 Έχουν ζήλο για σας όχι προς το καλό, αλλά θέλουν να σας αποκλείσουν από εμάς, για να έχετε ζήλο γι’ αυτούς.  18 Καλό λοιπόν είναι να έχετε ζήλο στο καλό πάντοτε και όχι μόνο κατά τη διάρκεια που παρευρίσκομαι κοντά σας.  19 Παιδιά μου, για τους οποίους πάλι έχω ωδίνες μέχρις ότου μορφωθεί ο Χριστός μέσα σας.  20 Ήθελα μάλιστα να παρευρίσκομαι κοντά σας τώρα και να αλλάξω τον τόνο της φωνής μου, γιατί απορώ μ’ εσάς. 
Η αλληγορία της Άγαρ και της Σάρρας
21 Λέγετέ μοι οἱ ὑπὸ νόμον θέλοντες εἶναι· τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε;  22 γέγραπται γὰρ ὅτι ᾿Αβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας.  23 ἀλλ’ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας.  24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν ῎Αγαρ·  25 τὸ γὰρ ῎Αγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ ᾿Αραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν ῾Ιερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς·  26 ἡ δὲ ἄνω ῾Ιερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν.  27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.  28 ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί, κατὰ ᾿Ισαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα ἐσμέν.  29 ἀλλ’ ὥσπερ τότε ὁ κατὰ σάρκα γεννηθεὶς ἐδίωκε τὸν κατὰ πνεῦμα, οὕτω καὶ νῦν.  30 ἀλλὰ τί λέγει ἡ γραφή; ἔκβαλε τὴν παιδίσκην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ μὴ γὰρ κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας.  31 ῎Αρα, ἀδελφοί, οὐκ ἐσμὲν παιδίσκης τέκνα, ἀλλὰ τῆς ἐλευθέρας.  21 Λέγετέ μου, όσοι θέλετε να είστε κάτω από το νόμο, το νόμο δεν ακούτε;  22 Γιατί είναι γραμμένο ότι ο Αβραάμ είχε δύο γιους, έναν από τη δούλη και έναν από την ελεύθερη.  23 Αλλά αφενός ο γιος από τη δούλη έχει γεννηθεί κατά σάρκα, αφετέρου ο γιος από την ελεύθερη μέσω υπόσχεσης.  24 Τα οποία είναι αλληγορικά. γιατί αυτές είναι δύο διαθήκες: αφενός η μία προήλθε από το όρος Σινά και γεννά για δουλεία, η οποία είναι η Άγαρ.  25 Και το Άγαρ είναι το όρος Σινά στην Αραβία. και αντιστοιχεί στην τωρινή Ιερουσαλήμ, γιατί είναι δούλη μαζί με τα τέκνα της.  26 Αφετέρου η άνω Ιερουσαλήμ είναι ελεύθερη, που είναι μητέρα μας.  27 Γιατί είναι γραμμένο: Να ευφρανθείς, στείρα που δε γεννάς! Ξέσπασε με χαρά και φώναξε δυνατά, εσύ που δεν έχεις ωδίνες! Γιατί πιο πολλά είναι τα παιδιά της εγκαταλειμμένης από όσα είχε αυτή που έχει τον άντρα.  28 Εσείς όμως, αδελφοί, είστε τέκνα υπόσχεσης καθώς ο Ισαάκ.  29 Αλλά όπως ακριβώς τότε, εκείνος που γεννήθηκε κατά σάρκα καταδίωκε εκείνον που γεννήθηκε κατά Πνεύμα, έτσι και τώρα.  30 Αλλά τι λέει η Γραφή; Βγάλε έξω τη δούλη και το γιο της. Γιατί δε θα κληρονομήσει ο γιος της δούλης μαζί με το γιο της ελεύθερης.  31 Γι’ αυτό, αδελφοί, δεν είμαστε παιδιά της δούλης, αλλά της ελεύθερης. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6

Προς Γαλάτας κεφάλαιον 5


Γαλ. ε‘ 1-26


1 Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε.  1 Για να είμαστε ελεύθεροι ο Χριστός μάς ελευθέρωσε. να στέκεστε σταθεροί, λοιπόν, και μη δεσμεύεστε πάλι σε ζυγό δουλείας. 
Η χριστιανική ελευθερία
2 ῎Ιδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει.  3 μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι.  4 κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε·  5 ἡμεῖς γὰρ Πνεύματι ἐκ πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδεχόμεθα.  6 ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη.  7 ᾿Ετρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἐνέκοψε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι;  8 ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς.  9 μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ.  10 ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ.  11 ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ.  12 ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς.  13 ῾Υμεῖς γὰρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις.  14 ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.  15 εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε.  2 Να, εγώ ο Παύλος σας λέω ότι, αν περιτέμνεστε, ο Χριστός δε θα σας ωφελήσει τίποτα.  3 Και μαρτυρώ πάλι σε κάθε άνθρωπο που περιτέμνεται ότι είναι οφειλέτης στο να εκτελέσει όλο το νόμο.  4 Καταργηθήκατε από το Χριστό όσοι δικαιώνεστε με το νόμο, ξεπέσατε από τη χάρη.  5 Γιατί εμείς αναμένουμε την ελπίδα της δικαίωσης από την πίστη με το Πνεύμα.  6 Γιατί στο Χριστό Ιησού ούτε η περιτομή ισχύει κάτι ούτε η ακροβυστία, αλλά η πίστη που εκδηλώνεται ενεργά με αγάπη.  7 Τρέχατε καλά. ποιος σας εμπόδισε να μην πείθεστε στην αλήθεια;  8 Η πειθώ τους δεν προέρχεται από Αυτόν που σας καλεί.  9 Λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το ζυμάρι.  10 Εγώ έχω πεποίθηση για σας στον Κύριο ότι τίποτε άλλο δε θα φρονήσετε. Εκείνος όμως που σας ταράζει θα βαστάξει το κρίμα, όποιος και αν είναι.  11 Αλλά εγώ, αδελφοί, αν κηρύττω ακόμα περιτομή, γιατί ακόμα καταδιώκομαι; Άρα καταργήθηκε το σκάνδαλο του σταυρού.  12 Είθε και να ευνουχιστούν αυτοί που σας αναστατώνουν!  13 Γιατί εσείς, αδελφοί, καλεστήκατε για να είστε ελεύθεροι. Μόνο μην κάνετε την ελευθερία αφορμή για τη σάρκα, αλλά μέσω της αγάπης να υπηρετείτε ως δούλοι ο ένας τον άλλο.  14 Επειδή όλος ο νόμος σε ένα λόγο έχει εκπληρωθεί, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου.  15 Αν όμως δαγκώνετε και κατατρώτε ο ένας τον άλλο, προσέχετε μήπως αλληλοεξοντωθείτε. 
Τα έργα της σάρκας και ο καρπός του Πνεύματος
16 Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε.  17 ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε.  18 εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον.  19 φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια,  20 εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις,  21 φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν.  22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,  23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος.  24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.  25 Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν.  26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες.  16 Σας λέω, λοιπόν, να περπατάτε με το Πνεύμα και δε θα εκτελέσετε την επιθυμία της σάρκας.  17 Γιατί η σάρκα επιθυμεί ενάντια στο Πνεύμα, το Πνεύμα όμως ενάντια στη σάρκα, επειδή αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους, ώστε να μην κάνετε αυτά που θέλετε.  18 Αν, λοιπόν, οδηγείστε με το Πνεύμα, δεν είστε κάτω από νόμο.  19 Και φανερά είναι τα έργα της σάρκας, τα οποία είναι: πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια,  20 ειδωλολατρία, μαγεία, έχθρες, έριδα, ζήλια, θυμοί, φατριασμοί, διχοστασίες, αιρέσεις,  21 φθόνοι, φόνοι, μέθες, οργιώδη φαγοπότια και τα όμοια με αυτά, για τα οποία σας προλέγω καθώς άλλοτε σας προείπα ότι αυτοί που πράττουν τέτοια πράγματα δε θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού.  22 Ο καρπός όμως του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη,  23 πραότητα, εγκράτεια. Ενάντια σε τέτοια δεν υπάρχει νόμος.  24 Εκείνοι, λοιπόν, που είναι του Χριστού Ιησού σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και με τις επιθυμίες.  25 Αν ζούμε από το Πνεύμα, πίσω από το Πνεύμα και να πορευόμαστε στοιχισμένοι.  26 Ας μη γινόμαστε κενόδοξοι, προκαλώντας ο ένας τον άλλο, φθονώντας ο ένας τον άλλο. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6

Προς Γαλάτας κεφάλαιον 6


Γαλ. στ’ 1-18

Να βαστάζουμε τα βάρη ο ένας του άλλου
1 Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς.  2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.  3 εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ.  4 τὸ δὲ ἔργον ἑαυτοῦ δοκιμαζέτω ἕκαστος, καὶ τότε εἰς ἑαυτὸν μόνον τὸ καύχημα ἕξει καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕτερον·  5 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει.  6 Κοινωνείτω δὲ ὁ κατηχούμενος τὸν λόγον τῷ κατηχοῦντι ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς.  7 Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει·  8 ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.  9 τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι.  10 ῎Αρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως.  1 Αδελφοί, και αν συλληφθεί απρόβλεπτα ένας άνθρωπος σε κάποιο παράπτωμα, εσείς οι πνευματικοί διορθώνετε τέτοιον άνθρωπο με πνεύμα πραότητας, προσέχοντας τον εαυτό σου μήπως κι εσύ πειραστείς.  2 Να βαστάζετε τα βάρη ο ένας του άλλου και έτσι θα εκπληρώσετε πλήρως το νόμο του Χριστού.  3 Γιατί αν κάποιος νομίζει πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτε, απατά στο λογικό τον εαυτό του.  4 Και το έργο του εαυτού του ας δοκιμάζει ο καθένας, και τότε ως προς τον εαυτό του μόνο θα έχει το καύχημα και όχι ως προς τον άλλο.  5 Γιατί καθένας το δικό του φορτίο θα βαστάξει.  6 Και εκείνος που κατηχείται το λόγο του Θεού ας κάνει συμμέτοχο τον κατηχητή σε όλα τα αγαθά του.  7 Μην πλανάστε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται. Γιατί ό,τι σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει.  8 Γιατί αυτός που σπέρνει στη σάρκα τη δική του θα θερίσει από τη σάρκα φθορά, ενώ εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα θα θερίσει από το Πνεύμα ζωή αιώνια.  9 Και όταν κάνουμε το καλό, ας μην κουραζόμαστε, γιατί στον κατάλληλο καιρό θα θερίσουμε, αν δεν αποκάνουμε.  10 Άρα, λοιπόν, όσο έχουμε ευκαιρίες, ας εργαζόμαστε το αγαθό προς όλους, και μάλιστα προς τους οικείους της πίστης μας. 
Επίλογος και τελική ευλογία
11 ῎Ιδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί.  12 ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται.  13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται.  14 ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ.  15 ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις.  16 καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ’ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ.  17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω.  18 ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.  11 Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το δικό μου χέρι!  12 Όσοι θέλουν να φαίνονται αρεστοί σε πρόσωπα στα πράγματα που αφορούν τη σάρκα, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεστε, μόνο για να μην καταδιώκονται για το σταυρό του Χριστού.  13 Γιατί ούτε αυτοί οι ίδιοι που περιτέμνονται δε φυλάγουν το νόμο, αλλά θέλουν εσείς να περιτέμνεστε, για να καυχηθούν στη δική σας σάρκα.  14 Σ’ εμένα όμως είθε να μη γίνει να καυχιέμαι παρά μόνο στο σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθεί ως προς εμένα κι εγώ ως προς τον κόσμο.  15 Γιατί ούτε η περιτομή είναι κάτι ούτε η ακροβυστία, αλλά η καινούργια κτίση!  16 Και σε όσους θα πορευτούν στοιχισμένοι με τον κανόνα τούτο, ειρήνη και έλεος ας είναι πάνω τους και πάνω στον Ισραήλ του Θεού.  17 Του λοιπού κανείς ας μη με κουράζει. Γιατί εγώ βαστάζω τα στίγματα του Ιησού στο σώμα μου.  18 Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ας είναι μαζί με το πνεύμα σας, αδελφοί. Αμήν. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6