Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 1


Β Κορ. α’ 1-24

Χαιρετισμός
1 Παῦλος, ἀπόστολος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ σὺν τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς οὖσιν ἐν ὅλῃ τῇ ᾿Αχαΐᾳ·  2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  1 Παύλος, απόστολος του Χριστού Ιησού με το θέλημα του Θεού, και ο Τιμόθεος ο αδελφός προς την εκκλησία του Θεού που είναι στην Κόρινθο μαζί με όλους τους αγίους που είναι σε όλη την Αχαΐα.  2 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό. 
Ευχαριστία μετά τη θλίψη
3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως,  4 ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ·  5 ὅτι καθὼς περισσσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν.  6 εἴτε δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ τῶν αὐτῶν παθημάτων ὧν καὶ ἡμεῖς πάσχομεν, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν· εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας,  7 εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοί ἐστε τῶν παθημάτων, οὕτω καὶ τῆς παρακλήσεως.  8 Οὐ γὰρ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὑπὲρ τῆς θλίψεως ἡμῶν τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐβαρήθημεν ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῆν·  9 ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς·  10 ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐρρύσατο ἡμᾶς καὶ ρύεται, εἰς ὃν ἠλπίκαμεν ὅτι καὶ ἔτι ρύσεται,  11 συνυπουργούντων καὶ ὑμῶν ὑπὲρ ἡμῶν τῇ δεήσει, ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ἡμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν.  3 Ευλογητός ας είναι ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας των οικτιρμών και Θεός κάθε παρηγοριάς,  4 που μας παρηγορεί πάνω σε όλη τη θλίψη μας, για να μπορούμε κι εμείς να παρηγορούμε αυτούς που είναι σε κάθε θλίψη με την παρηγοριά που παρηγοριόμαστε εμείς οι ίδιοι από το Θεό.  5 Γιατί καθώς περισσεύουν τα παθήματα του Χριστού σ’ εμάς, έτσι μέσω του Χριστού περισσεύει και η παρηγοριά μας.  6 Αλλά είτε θλιβόμαστε, αυτό γίνεται για τη δική σας παρηγοριά και σωτηρία. είτε παρηγοριόμαστε, αυτό γίνεται για τη δική σας παρηγοριά που ενεργείται μέσω της υπομονής σας στα ίδια παθήματα που κι εμείς πάσχουμε.  7 Και η ελπίδα μας είναι βέβαιη για σας, επειδή ξέρουμε ότι όπως είστε συμμέτοχοι στα παθήματα έτσι θα είστε συμμέτοχοι και στην παρηγοριά.  8 Δε θέλουμε, λοιπόν, εσείς να αγνοείτε, αδελφοί, για τη θλίψη που μας έγινε στην επαρχία της Ασίας. γιατί υπερβολικά πάνω από τη δύναμή μας δεχτήκαμε βάρος, ώστε να απελπιστούμε και για τη ζωή μας.  9 Αλλά εμείς οι ίδιοι είχαμε αποδεχτεί μέσα μας την καταδικαστική απόφαση του θανάτου, για να μην έχουμε πεποίθηση στους εαυτούς μας, αλλά στο Θεό που εγείρει τους νεκρούς.  10 Αυτός από τόσο μεγάλο θάνατο μας έσωσε και θα μας σώσει. Σ’ αυτόν έχουμε ελπίσει ότι και ακόμα θα μας σώσει,  11 ενώ συμβοηθάτε κι εσείς με τη δέηση για μας, ώστε να γίνει ευχαριστία για μας από πολλά πρόσωπα για το χάρισμα της σωτηρίας που δόθηκε σ’ εμάς μέσω της προσευχής πολλών. 
Η αναβολή της επίσκεψης του Παύλου
12 ῾Η γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς.  13 οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἕως τέλους ἐπιγνώσεσθε,  14 καθὼς καὶ ἐπέγνωτε ἡμᾶς ἀπὸ μέρους, ὅτι καύχημα ὑμῶν ἐσμεν, καθάπερ καὶ ὑμεῖς ἡμῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.  15 Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε,  16 καὶ δι᾿ ὑμῶν διελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, καὶ πάλιν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν.  17 τοῦτο οὖν βουλόμενος μήτι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; ἢ ἃ βουλεύομαι, κατὰ σάρκα βουλεύομαι, ἵνα ᾖ παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ;  18 πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρὸς ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ.  19 ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ὁ ἐν ὑμῖν δι᾿ ἡμῶν κηρυχθείς, δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου, οὐκ ἐγένετο ναί καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν·  20 ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ ἀμήν, τῷ Θεῷ πρὸς δόξαν δι᾿ ἡμῶν.  21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός,  22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.  23 ᾿Εγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον.  24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.  12 Γιατί η καύχησή μας είναι αυτή: η μαρτυρία της συνείδησής μας. Γιατί με απλότητα και με ειλικρίνεια από το Θεό και όχι με σοφία σαρκική, αλλά με χάρη Θεού συμπεριφερθήκαμε μέσα στον κόσμο και περισσότερο προς εσάς.  13 Γιατί δε σας γράφουμε άλλα, εκτός από αυτά που διαβάζετε ή και καταλαβαίνετε. κι ελπίζω ότι ως το τέλος θα καταλάβετε,  14 καθώς και μας καταλάβατε μερικώς, ότι καύχημά σας είμαστε καθώς ακριβώς κι εσείς δικό μας κατά την ημέρα του Κυρίου μας Ιησού.  15 Και μ’ αυτήν την πεποίθηση ήθελα προηγουμένως να έρθω προς εσάς, για να έχετε μια δεύτερη χάρη.  16 Και από εσάς να περάσω στη Μακεδονία και πάλι από τη Μακεδονία να έρθω προς εσάς και από εσάς να κατευοδοθώ στην Ιουδαία.  17 Αυτό, λοιπόν, επειδή ήθελα, μήπως άραγε χρησιμοποίησα ελαφρότητα; Ή αυτά που αποφασίζω, κατά σάρκα τα αποφασίζω, ώστε να εξαρτάται από εμένα το ναι ναι και το όχι όχι;  18 Αλλά πιστός είναι ο Θεός, γιατί ο λόγος μας που κηρύχτηκε προς εσάς δεν είναι ναι και όχι.  19 Γιατί ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, που κηρύχτηκε από εμάς μεταξύ σας, από εμένα και το Σιλουανό και τον Τιμόθεο, δεν ήταν ναι και όχι, αλλά σε Αυτόν ήταν ναι.  20 Γιατί όσες υποσχέσεις του Θεού υπάρχουν, μέσα σε Αυτόν είναι ναι. Γι’ αυτό και διαμέσου Αυτού λέγεται από εμάς το “αμήν” στο Θεό προς δόξα του.  21 Και αυτός που μας στερεώνει μαζί σας στο Χριστό και μας έχρισε, είναι ο Θεός,  22 ο οποίος και μας σφράγισε και μας έδωσε τον αρραβώνα του Πνεύματος μέσα στις καρδιές μας.  23 Εγώ, λοιπόν, μάρτυρα το Θεό επικαλούμαι πάνω στην ψυχή μου, ότι επειδή σας λυπάμαι, δεν ήρθα ακόμη στην Κόρινθο.  24 Όχι ότι θέλουμε να κυριαρχούμε στην πίστη σας, αλλά είμαστε συνεργάτες της χαράς σας. γιατί έχετε σταθεί σταθεροί στην πίστη. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Advertisements

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 2


Β Κορ. β’ 1-17


1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς.  2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;  3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν.  4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.  1 Γιατί αποφάσισα για τον εαυτό μου αυτό: το να μην έρθω πάλι με λύπη προς εσάς.  2 Γιατί αν εγώ σας λυπώ, τότε ποιος είναι αυτός που με ευφραίνει παρά εκείνος που λυπάται από εμένα;  3 Και έγραψα ακριβώς αυτό, για να μην έχω λύπη, όταν έρθω, από αυτούς που έπρεπε να χαίρω, έχοντας πεποίθηση για όλους σας ότι η δική μου χαρά είναι χαρά όλων σας.  4 Γιατί με πολλή θλίψη και με στενοχώρια στην καρδιά σάς έγραψα, με πολλά δάκρυα, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη που έχω περισσότερο για σας. 
Συγχώρεση στον αμαρτωλό
5 Εἰ δέ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ λελύπηκεν, ἀλλά, ἀπὸ μέρους ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ, πάντας ὑμᾶς.  6 ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων·  7 ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος.  8 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην.  9 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἔγραψα, ἵνα γνῶ τὴν δοκιμὴν ὑμῶν, εἰ εἰς πάντα ὑπήκοοί ἐστε.  10 ᾧ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ,  11 ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν.  5 Αν όμως κάποιος έχει λυπήσει, έχει λυπήσει όχι εμένα, αλλά σε κάποιο βαθμό – για να μην υπερβάλλω – όλους εσάς.  6 Είναι αρκετό σε τέτοιον άνθρωπο η επιτίμηση αυτή που προέρχεται από τους περισσότερους,  7 ώστε, αντίθετα, τώρα μάλλον εσείς να τον συγχωρήσετε και να τον παρηγορήσετε, μήπως η περισσότερη λύπη καταπιεί τέτοιον άνθρωπο.  8 Γι’ αυτό σας παρακαλώ να επικυρώσετε σ’ αυτόν την αγάπη σας.  9 Επειδή γι’ αυτό και σας έγραψα, για να γνωρίσω το αποτέλεσμα της δοκιμής σας, αν σε όλα είστε υπάκουοι.  10 Και σ’ όποιον κάτι συγχωρείτε, συγχωρώ κι εγώ. Γιατί κι εγώ ό,τι έχω συγχωρήσει, αν κάτι έχω συγχωρήσει, το έκανα για σας μπροστά στο πρόσωπο του Χριστού,  11 για να μην αρπαχτούμε από το Σατανά. γιατί δεν αγνοούμε τα διανοήματά του. 
Ανησυχία του Παύλου στην Τρωάδα
12 ᾿Ελθὼν δὲ εἰς τὴν Τρῳάδα εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θύρας μοι ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ,  13 οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου τῷ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου, ἀλλὰ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἐξῆλθον εἰς Μακεδονίαν.  14 Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ·  15 ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις,  16 οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός;  17 οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν.  12 Όταν ήρθα, λοιπόν, στην Τρωάδα για το ευαγγέλιο του Χριστού και, ενώ μου είχε ανοιχτεί θύρα για τον Κύριο,  13 δεν είχα άνεση στο πνεύμα μου, με το να μη βρίσκω τον Τίτο τον αδελφό μου. Αλλά αφού τους αποχαιρέτησα, εξήλθα για τη Μακεδονία.  14 Ευχαριστώ όμως το Θεό που πάντοτε μας κάνει να θριαμβεύουμε με το Χριστό και που την οσμή της γνώσης του τη φανερώνει μέσα από εμάς σε κάθε τόπο.  15 Γιατί είμαστε ευωδία του Χριστού για το Θεό μεταξύ αυτών που σώζονται και μεταξύ αυτών που χάνονται.  16 Για κάποιους οσμή από θάνατο σε θάνατο, για άλλους οσμή από ζωή σε ζωή. Και ποιος είναι ικανός για να κάνει αυτά;  17 Γιατί δεν είμαστε όπως οι πολλοί που καπηλεύονται το λόγο του Θεού, αλλά ως άνθρωποι με ειλικρινή κίνητρα, αλλά ως άνθρωποι σταλμένοι από το Θεό μιλούμε ενωμένοι με το Χριστό απέναντι στο Θεό. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 3


Β Κορ. γ’ 1-18

Διάκονοι της καινής διαθήκης
1 Ἀρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν;  2 ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων,  3 φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.  4 Πεποίθησιν δὲ τοιαύτην ἔχομεν διὰ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Θεόν.  5 οὐχ ὅτι ἱκανοί ἐσμεν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λογίσασθαί τι ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ἱκανότης ἡμῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ,  6 ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ.  7 Εἰ δὲ ἡ διακονία τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ εἰς τὸ πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν καταργουμένην,  8 πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἡ διακονία τοῦ πνεύματος ἔσται ἐν δόξῃ;  9 εἰ γὰρ ἡ διακονία τῆς κατακρίσεως δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης ἐν δόξῃ.  10 καὶ γὰρ οὐδὲ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ τῷ μέρει ἕνεκεν τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης.  11 εἰ γὰρ τὸ καταργούμενον διὰ δόξης, πολλῷ μᾶλλον τὸ μένον ἐν δόξῃ.  12 ῎Εχοντες οὖν τοιαύτην ἐλπίδα πολλῇ παρρησίᾳ χρώμεθα,  13 καὶ οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου.  14 ἀλλ᾿ ἐπωρώθη τὰ νοήματα αὐτῶν. ἄχρι γὰρ τῆς σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει, μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅτι ἐν Χριστῷ καταργεῖται,  15 ἀλλ᾿ ἕως σήμερον, ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται·  16 ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα.  17 ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία.  18 ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.  1 Αρχίζουμε πάλι τους εαυτούς μας να συνιστούμε; Ή μήπως έχουμε ανάγκη όπως μερικοί από συστατικές επιστολές προς εσάς ή από εσάς;  2 Η επιστολή μας εσείς είστε, γραμμένη μέσα στις καρδιές μας, που γνωρίζεται και διαβάζεται από όλους τους ανθρώπους.  3 Και φανερώνεστε ότι είστε επιστολή Χριστού που γράφτηκε με τη διακονία μας, γραμμένη όχι με μελάνι, αλλά με το Πνεύμα του ζωντανού Θεού, όχι σε πλάκες λίθινες, αλλά σε πλάκες σάρκινων καρδιών.  4 Και τέτοια πεποίθηση έχουμε στο Θεό μέσω του Χριστού.  5 Όχι ότι από μόνοι μας είμαστε ικανοί να λογαριάσουμε κάτι σαν να προερχόταν από τους εαυτούς μας, αλλά η ικανότητά μας είναι από το Θεό,  6 ο οποίος και μας έκανε ικανούς διακόνους καινούργιας διαθήκης, όχι γράμματος, αλλά Πνεύματος. γιατί το γράμμα σκοτώνει, αλλά το Πνεύμα ζωοποιεί.  7 Αν, λοιπόν, η διακονία του θανάτου με γράμματα τυπωμένα σε λίθους ήρθε με δόξα, ώστε να μη δύνανται να ατενίσουν οι γιοι Ισραήλ στο πρόσωπο του Μωυσή εξαιτίας της δόξας του προσώπου του, η οποία επρόκειτο να καταργηθεί,  8 πώς η διακονία του Πνεύματος δε θα είναι με περισσότερη δόξα;  9 Γιατί αν στη διακονία της κατάκρισης υπάρχει δόξα, πολύ περισσότερο η διακονία της δικαίωσης περισσεύει σε δόξα.  10 Και πράγματι, δεν έχει δοξαστεί το δοξασμένο σε αυτήν την περίπτωση εξαιτίας της υπερβολικής δόξας.  11 Γιατί αν εκείνο που καταργείται ήρθε διαμέσου δόξας, πολύ περισσότερο αυτό που μένει θα είναι με δόξα.  12 Επειδή έχουμε λοιπόν τέτοια ελπίδα, κάνουμε χρήση πολλής παρρησίας  13 και δεν κάνουμε καθώς ακριβώς ο Μωυσής που έθετε κάλυμμα πάνω στο πρόσωπό του, για να μην ατενίσουν οι γιοι Ισραήλ στο τέλος αυτού που επρόκειτο να καταργηθεί.  14 Αλλά πωρώθηκαν οι διάνοιές τους. Γιατί μέχρι τη σημερινή ημέρα το ίδιο κάλυμμα μένει κατά την ανάγνωση της παλαιάς διαθήκης, που δεν ανασηκώνεται, γιατί καταργείται με το Χριστό.  15 Αλλά έως σήμερα, όποτε διαβάζεται ο Μωυσής, ένα κάλυμμα βρίσκεται πάνω στην καρδιά τους.  16 Όποτε όμως κάποιος επιστρέψει προς τον Κύριο, αφαιρείται από γύρω του το κάλυμμα.  17 Και ο Κύριος είναι το Πνεύμα. και όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, υπάρχει ελευθερία.  18 Όλοι εμείς, λοιπόν, αντικατοπτρίζουμε τη δόξα του Κυρίου με ακάλυπτο πρόσωπο και μεταμορφωνόμαστε στην ίδια την εικόνα του από δόξα σε δόξα, καθώς ακριβώς γίνεται από τον Κύριο, το Πνεύμα. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 4




Β Κορ. δ’ 1-18

Το κήρυγμα του ευαγγελίου
1 Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν,  2 ἀλλ᾿ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  3 εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον,  4 ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.  5 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν ᾿Ιησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ ᾿Ιησοῦν.  6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  1 Γι’ αυτό, έχοντας τη διακονία αυτήν, καθώς ελεηθήκαμε, δεν αποθαρρυνόμαστε,  2 αλλά απαρνηθήκαμε τα κρυφά πράγματα της ντροπής, χωρίς να περπατούμε με πανουργία μήτε χρησιμοποιώντας δόλο στο λόγο του Θεού, αλλά με τη φανέρωση της αλήθειας συνιστούμε τους εαυτούς μας προς τη συνείδηση κάθε ανθρώπου μπροστά στο Θεό.  3 Αν όμως πράγματι είναι καλυμμένο το ευαγγέλιό μας, στους χαμένους είναι καλυμμένο,  4 στους οποίους ο θεός του αιώνα τούτου τύφλωσε τις διάνοιες των απίστων, για να μη λάμψει η αυγή για το φωτισμό του ευαγγελίου της δόξας του Χριστού, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού.  5 Γιατί τους εαυτούς μας δεν κηρύττουμε, αλλά τον Ιησού Χριστό ως Κύριο, ενώ τους εαυτούς μας κηρύττουμε δούλους σας για χάρη του Ιησού.  6 Επειδή ο Θεός που είπε: «Από το σκοτάδι να λάμψει φως», αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας, για να φωτίσει τη γνώση της δόξας του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. 
Θησαυρός σε πήλινα σκεύη
7 ῎Εχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,  8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι,  9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι,  10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.  11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ ᾿Ιησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν.  12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.  13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν,  14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ ᾿Ιησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν.  15 τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.  7 Έχουμε όμως το θησαυρό τούτο μέσα σε πήλινα σκεύη, για να είναι του Θεού η υπερβολή της δύναμης και όχι από εμάς.  8 Σε καθετί θλιβόμαστε αλλά δε στενοχωριόμαστε, απορούμε αλλά δεν απελπιζόμαστε,  9 καταδιωκόμαστε αλλά δεν εγκαταλειπόμαστε, καταβαλλόμαστε αλλά δε χανόμαστε.  10 Πάντοτε τη νέκρωση του Ιησού περιφέρουμε στο σώμα μας, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στο σώμα μας.  11 Γιατί πάντα εμείς που ζούμε παραδινόμαστε σε θάνατο για τον Ιησού, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί μέσα στη θνητή σάρκα μας.  12 Ώστε ο θάνατος μέσα σ’ εμάς ενεργείται, ενώ η ζωή μέσα σ’ εσάς.  13 Επειδή έχουμε, λοιπόν, το ίδιο πνεύμα της πίστης κατά το γραμμένο: Πίστεψα, γι’ αυτό μίλησα, και εμείς πιστεύουμε, γι’ αυτό και μιλούμε.  14 Επειδή ξέρουμε ότι εκείνος που έγειρε τον Κύριο Ιησού θα εγείρει και εμάς μαζί με τον Ιησού και θα μας στήσει κοντά του μαζί σας.  15 Γιατί τα πάντα γίνονται για σας, ώστε η χάρη που πλεόνασε να επιφέρει άφθονη ευχαριστία διαμέσου περισσότερων ανθρώπων για τη δόξα του Θεού. 
Ζούμε με την πίστη
16 Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ.  17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,  18 μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.  16 Γι’ αυτό δεν αποθαρρυνόμαστε, αλλά αν και ο εξωτερικός μας άνθρωπος φθείρεται, όμως ο εσωτερικός μας ανακαινίζεται ημέρα με την ημέρα.  17 Γιατί η προσωρινή ελαφρή θλίψη μας κατεργάζεται για μας ένα υπερβολικά υπερβολικό αιώνιο βάρος δόξας,  18 επειδή εμείς δεν προσηλώνουμε το βλέμμα μας σ’ εκείνα που βλέπονται, αλλά σ’ εκείνα που δε βλέπονται. Γιατί εκείνα που βλέπονται είναι πρόσκαιρα, ενώ εκείνα που δε βλέπονται είναι αιώνια. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 5


Β Κορ. ε’ 1-21


1 οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,  3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.  4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ’ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.  5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος.  6 Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·  7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους·  8 θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.  9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.  10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν.  1 Γιατί ξέρουμε ότι, αν η επίγεια οικία της σάρκινης σκηνής μας καταλυθεί, έχουμε οικοδομή από το Θεό, αιώνια οικία αχειροποίητη στους ουρανούς.  2 Και πράγματι, μέσα σε τούτο το σώμα στενάζουμε, ποθώντας πολύ να επενδυθούμε το κατοικητήριό μας που είναι από τον ουρανό.  3 Και βέβαια, αν γδυθούμε το σώμα μας, δε θα βρεθούμε γυμνοί.  4 Γιατί κι εμείς που είμαστε μέσα στη σάρκινη σκηνή μας στενάζουμε από το βάρος της, την οποία δε θέλουμε να γδυθούμε, αλλά να την επενδύσουμε, για να καταπιωθεί το θνητό από τη ζωή.  5 Και αυτός που μας έπλασε γι’ αυτό ακριβώς είναι ο Θεός, που μας έδωσε τον αρραβώνα του Πνεύματος.  6 Έχοντας συνεπώς θάρρος πάντοτε και, επειδή ξέρουμε ότι μένοντας στο σώμα είμαστε ξενιτεμένοι από τον Κύριο  7 – γιατί περπατούμε με την πίστη, όχι με την όραση –  8 έχουμε λοιπόν θάρρος και προτιμούμε μάλλον να αποδημήσουμε από το σώμα και να μείνουμε κοντά στον Κύριο.  9 Γι’ αυτό και φιλοτιμούμαστε, είτε μένουμε στο σώμα είτε αποδημούμε, να είμαστε ευάρεστοι σ’ αυτόν.  10 Γιατί όλοι εμείς πρέπει να φανερωθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, για να απολάβει ο καθένας αυτά που σχετίζονται με όσα έπραξε με το σώμα του, είτε αγαθό είτε κακό. 
Η διακονία της συμφιλίωσης
11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.  12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.  13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.  14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,  15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.  16 ῞Ωστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.  17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.  18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,  19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.  20 ῾Υπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·  21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτ ῷ.  11 Επειδή λοιπόν ξέρουμε το φόβο του Κυρίου, τους ανθρώπους πείθουμε και στο Θεό έχουμε φανερωθεί. ελπίζω επίσης και στις συνειδήσεις σας να έχουμε φανερωθεί.  12 Δε σας συνιστούμε πάλι τους εαυτούς μας, αλλά αφορμή καυχήματος σας δίνουμε για μας, για να έχετε να λέτε προς εκείνους που καυχιούνται σε πρόσωπο και όχι σε καρδιά.  13 Γιατί είτε υπήρξαμε εκτός εαυτού, το κάναμε για το Θεό. είτε σωφρονούμε, το κάνουμε για σας.  14 Γιατί η αγάπη του Χριστού μάς παρακινεί, επειδή φρονούμε αυτό: ότι ένας πέθανε για χάρη όλων, άρα όλοι πέθαναν.  15 Και για χάρη όλων πέθανε, ώστε εκείνοι που ζουν να μη ζουν πια για τους εαυτούς τους, αλλά για εκείνον που πέθανε για χάρη τους και εγέρθηκε.  16 Ώστε εμείς κανέναν δεν αναγνωρίζουμε από τώρα κατά σάρκα. Αν και έχουμε γνωρίσει κατά σάρκα το Χριστό, όμως τώρα δεν τον γνωρίζουμε πια έτσι.  17 Ώστε, αν κάποιος είναι στο Χριστό, είναι καινούργιο κτίσμα. Τα αρχαία παρήλθαν, ιδού, έχουν γίνει καινούργια.  18 Και τα πάντα είναι από το Θεό, που μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του μέσω του Χριστού και μας έδωσε τη διακονία της συμφιλίωσης:  19 πως δηλαδή ο Θεός ήταν μέσα στο Χριστό, συμφιλιώνοντας τον κόσμο με τον εαυτό του, μη λογαριάζοντας σ’ αυτούς τα παραπτώματά τους, και ανάθεσε σ’ εμάς το λόγο της συμφιλίωσης.  20 Υπέρ του Χριστού λοιπόν πρεσβεύουμε, σαν ο Θεός να σας παρακαλεί μέσα από εμάς. ικετεύουμε για λογαριασμό του Χριστού, συμφιλιωθείτε με το Θεό.  21 Αυτόν που δε γνώρισε αμαρτία έκανε για χάρη μας αμαρτία, ώστε εμείς να γίνουμε δικαιοσύνη Θεού μέσω αυτού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 6


Β Κορ. στ’ 1-18


1 Συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς·  2 λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας·  3 μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία,  4 ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις,  5 ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις,  6 ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ,  7 ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν,  8 διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς,  9 ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι,  10 ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.  11 Τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέῳγε πρὸς ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται·  12 οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν·  13 τὴν δὲ αὐτὴν ἀντιμισθίαν, ὡς τέκνοις λέγω, πλατύνθητε καὶ ὑμεῖς.  1 Επειδή συνεργαζόμαστε, λοιπόν, με το Θεό, γι’ αυτό και σας παρακαλούμε να μη δεχτείτε στο κενό τη χάρη του Θεού.  2 γιατί λέει: Σε καιρό δεκτό σε άκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σε βοήθησα. Ιδού, τώρα είναι καιρός ευπρόσδεκτος. ιδού, τώρα ημέρα σωτηρίας.  3 Δε δίνουμε σε κανέναν κανένα πρόσκομμα, για να μην κατηγορηθεί η διακονία,  4 αλλά ως διάκονοι του Θεού σε καθετί συνιστούμε τους εαυτούς μας: σε υπομονή πολλή, σε θλίψεις, σε ανάγκες, σε στενοχώριες,  5 σε πληγές, σε φυλακές, σε ακαταστασίες, σε κόπους, σε αγρύπνιες, σε νηστείες,  6 σε αγνότητα, σε γνώση, σε μακροθυμία, σε χρηστότητα, σε Πνεύμα Άγιο, σε αγάπη ανυπόκριτη,  7 σε λόγο αλήθειας, σε δύναμη Θεού. με τα όπλα της δικαιοσύνης τα δεξιά και τα αριστερά,  8 με δόξα και με ατιμία, με δυσφήμιση και με καλή φήμη. Σαν πλάνοι και όμως αληθινοί,  9 σαν να μας αγνοούν και όμως μας γνωρίζουν καλά, σαν να πεθαίνουμε και ιδού ζούμε, σαν να παιδευόμαστε και όμως δε θανατωνόμαστε,  10 σαν να λυπόμαστε, πάντα όμως χαιρόμαστε, σαν φτωχοί, πολλούς όμως πλουτίζουμε, σαν τίποτα να μην έχουμε και όμως τα πάντα κατέχουμε.  11 Το στόμα μας έχει ανοιχτεί προς εσάς, Κορίνθιοι, η καρδιά μας έχει πλατυνθεί.  12 Δε στενοχωριέστε μ’ εμάς, αλλά στενοχωριέστε μέσα στα σπλάχνα σας.  13 Ανταποδώστε, λοιπόν, τον ίδιο μισθό, σαν σε τέκνα μου το λέω, πλατυνθείτε κι εσείς. 
Ο ναός του ζωντανού Θεού
14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;  15 τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;  16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.  17 διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς,  18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.  14 Μην ετεροζυγείτε με άπιστους. γιατί ποια συμμετοχή έχουν η δικαιοσύνη και η ανομία, ή ποια κοινωνία έχουν το φως με το σκοτάδι;  15 Και ποια η συμφωνία του Χριστού με το Βελιάρ ή τι μερίδιο έχει ο πιστός μαζί με τον άπιστο;  16 Και ποια συγκατάθεση μπορεί να κάνει ο ναός του Θεού μαζί με τα είδωλα; Γιατί εμείς είμαστε ναός του Θεού του ζωντανού, καθώς είπε ο Θεός: Θα κατοικήσω μέσα τους και θα περπατήσω μεταξύ τους και θα είμαι Θεός τους κι αυτοί θα είναι λαός μου.  17 Γι’ αυτό εξέλθετε από το μέσο αυτών και χωριστείτε, λέει ο Κύριος, και ακάθαρτο μην αγγίζετε. κι εγώ θα σας δεχτώ,  18 και θα είμαι για σας Πατέρας, κι εσείς θα είστε για μένα γιοι και θυγατέρες, λέει Κύριος ο Παντοκράτορας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 7


Β Κορ. ζ’ 1-16


1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.  1 Αφού έχουμε, λοιπόν, αυτές τις επαγγελίες, αγαπητοί, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σάρκας και πνεύματος, επιτελώντας αγιοσύνη με φόβο Θεού. 
Η χαρά του Παύλου για τη μετάνοια της εκκλησίας
2 Χωρήσατε ἡμᾶς· οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὐδένα ἐφθείραμεν, οὐδένα ἐπλεονεκτήσαμεν.  3 οὐ πρὸς κατάκρισιν λέγω· προείρηκα γὰρ ὅτι ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐστε εἰς τὸ συναποθανεῖν καὶ συζῆν.  4 πολλή μοι παρρησία πρὸς ὑμᾶς, πολλή μοι καύχησις ὑπὲρ ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν.  5 Καὶ γὰρ ἐλθόντων ἡμῶν εἰς Μακεδονίαν οὐδεμίαν ἔσχηκεν ἄνεσιν ἡ σὰρξ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ θλιβόμενοι· ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι.  6 ἀλλ᾿ ὁ παρακαλῶν τοὺς ταπεινοὺς παρεκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν τῇ παρουσίᾳ Τίτου·  7 οὐ μόνον δὲ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρακλήσει ᾗ παρεκλήθη ἐφ᾿ ὑμῖν, ἀναγγέλλων ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἐπιπόθησιν, τὸν ὑμῶν ὀδυρμόν, τὸν ὑμῶν ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ, ὥστε με μᾶλλον χαρῆναι,  8 ὅτι εἰ καὶ ἐλύπησα ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὐ μεταμέλομαι, εἰ καὶ μετεμελόμην· βλέπω γὰρ ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, εἰ καὶ πρὸς ὥραν, ἐλύπησεν ὑμᾶς.  9 νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾿ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν.  10 ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.  11 ἰδοὺ γὰρ αὐτὸ τοῦτο, τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι ὑμᾶς, πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν! ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς ἁγνοὺς εἶναι ἐν τῷ πράγματι.  12 ἄρα εἰ καὶ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ εἵνεκεν τοῦ ἀδικήσαντος, οὐδὲ εἵνεκεν τοῦ ἀδικηθέντος, ἀλλ᾿ εἵνεκεν τοῦ φανερωθῆναι τὴν σπουδὴν ὑμῶν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  13 Διὰ τοῦτο παρακεκλήμεθα. ἐπὶ δὲ τῇ παρακλήσει ὑμῶν περισσοτέρως μᾶλλον ἐχάρημεν ἐπὶ τῇ χαρᾷ Τίτου, ὅτι ἀναπέπαυται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ὑμῶν·  14 ὅτι εἴ τι αὐτῷ ὑπὲρ ὑμῶν κεκαύχημαι, οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾿ ὡς πάντα ἐν ἀληθείᾳ ἐλαλήσαμεν ὑμῖν, οὕτω καὶ ἡ καύχησις ἡμῶν ἡ ἐπὶ Τίτου ἀλήθεια ἐγενήθη.  15 καὶ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς ἐστιν ἀναμιμνησκομένου τὴν πάντων ὑμῶν ὑπακοήν, ὡς μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐδέξασθε αὐτόν.  16 χαίρω ὅτι ἐν παντὶ θαρρῶ ἐν ὑμῖν.  2 Χωρέστε μας στην καρδιά σας. Κανέναν δεν αδικήσαμε, κανέναν δε φθείραμε, σε κανέναν δεν ήμασταν πλεονέκτες.  3 Για κατάκρισή σας δεν το λέω. γιατί σας έχω προείπει ότι είστε μέσα στις καρδιές μας, μαζί στο θάνατο και μαζί στη ζωή.  4 Έχω πολλή παρρησία προς εσάς, έχω πολλή καύχηση για σας. Έχω γεμίσει από την παρηγοριά, υπερπερισσεύω από τη χαρά πάνω σε όλη τη θλίψη μας.  5 Και πράγματι, όταν εμείς ήρθαμε στη Μακεδονία, καμιά άνεση δεν είχε η σάρκα μας, αλλά σε καθετί θλιβόμασταν. απέξω μάχες, από μέσα φόβοι.  6 Αλλά αυτός που παρηγορεί τους ταπεινούς, ο Θεός, μας παρηγόρησε με την παρουσία του Τίτου.  7 Και όχι μόνο με την παρουσία του, αλλά και με την παρηγοριά που παρηγορήθηκε από εσάς, αναγγέλλοντάς μας το μεγάλο πόθο σας, τον οδυρμό σας, το ζήλο σας για μένα, ώστε εγώ περισσότερο να χαρώ.  8 Γιατί αν και σας λύπησα με την επιστολή, δε μεταμελούμαι. αν και μεταμελόμουν – επειδή βλέπω ότι η επιστολή εκείνη, έστω και προσωρινά, σας λύπησε –  9 τώρα όμως χαίρω, όχι γιατί λυπηθήκατε, αλλά γιατί λυπηθήκατε προς μετάνοια. γιατί λυπηθήκατε κατά Θεό, ώστε σε τίποτα να μη ζημιωθείτε από εμάς.  10 Γιατί η κατά Θεό λύπη εργάζεται μετάνοια για σωτηρία αμεταμέλητη. η λύπη όμως του κόσμου κατεργάζεται θάνατο.  11 Γιατί ιδού, αυτό ακριβώς, το ότι κατά Θεό λυπηθήκατε, πόση προθυμία κατεργάστηκε σ’ εσάς, αλλά επιπλέον και απολογία, αλλά και αγανάκτηση, αλλά και φόβο, αλλά και μεγάλο πόθο, αλλά και ζήλο, αλλά και τιμωρία του κακού ! Σε καθετί συστήσατε τους εαυτούς σας πως είναι αγνοί σ’ αυτό το πράγμα.  12 Άρα, αν και σας έγραψα, δεν το έκανα εξαιτίας αυτού που αδίκησε ούτε εξαιτίας αυτού που αδικήθηκε, αλλά για να φανερωθεί προς εσάς τους ίδιους ο ζήλος σας που έχετε για μας μπροστά στο Θεό.  13 Γι’ αυτό έχουμε παρηγορηθεί. Και επιπλέον, εκτός από την παρηγοριά μας, περισσότερο μάλλον χαρήκαμε για τη χαρά του Τίτου, επειδή έχει αναπαυτεί το πνεύμα του από όλους εσάς.  14 Γιατί, αν έχω καυχηθεί κάτι σ’ αυτόν για σας, δεν καταντροπιάστηκα, αλλά όπως όλα τα είπαμε σ’ εσάς με αλήθεια, έτσι και η καύχησή μας που έγινε στον Τίτο ήταν αληθινή.  15 Και τα σπλάχνα του περισσότερο είναι προσκολλημένα προς εσάς, όταν θυμάται την υπακοή όλων σας, πώς τον δεχτήκατε με φόβο και τρόμο.  16 Χαίρομαι, γιατί σε καθετί έχω έχω εμπιστοσύνη σ’ εσάς. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 8




Β Κορ. η’ 1-24

Συνεισφορά για την εκκλησία της Ιερουσαλήμ
1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας,  2 ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθος πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸν πλοῦτον τῆς ἁπλότητος αὐτῶν·  3 ὅτι κατὰ δύναμιν, μαρτυρῶ, καὶ ὑπὲρ δύναμιν, αὐθαίρετοι,  4 μετὰ πολλῆς παρακλήσεως δεόμενοι ἡμῶν τὴν χάριν καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους,  5 καὶ οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ’ ἑαυτοὺς ἔδωκαν πρῶτον τῷ Κυρίῳ καὶ ἡμῖν διὰ θελήματος Θεοῦ,  6 εἰς τὸ παρακαλέσαι ἡμᾶς Τίτον, ἵνα καθὼς προενήρξατο οὕτω καὶ ἐπιτελέσῃ εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν χάριν ταύτην.  7 ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν παντὶ περισσεύετε, πίστει καὶ λόγῳ καὶ γνώσει καὶ πάσῃ σπουδῇ καὶ τῇ ἐξ ὑμῶν ἐν ἡμῖν ἀγάπῃ, ἵνα καὶ ἐν ταύτῃ τῇ χάριτι περισσεύητε.  8 Οὐ κατ᾿ ἐπιταγὴν λέγω, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑτέρων σπουδῆς καὶ τὸ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γνήσιον δοκιμάζων·  9 γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι᾿ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε.  10 καὶ γνώμην ἐν τούτῳ δίδωμι· τοῦτο γὰρ ὑμῖν συμφέρει, οἵτινες οὐ μόνον τὸ ποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ τὸ θέλειν προενήρξασθε ἀπὸ πέρυσι·  11 νυνὶ δὲ καὶ τὸ ποιῆσαι ἐπιτελέσατε, ὅπως καθάπερ ἡ προθυμία τοῦ θέλειν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιτελέσαι ἐκ τοῦ ἔχειν.  12 εἰ γὰρ ἡ προθυμία πρόκειται, καθὸ ἐὰν ἔχῃ τις εὐπρόσδεκτος, οὐ καθὸ οὐκ ἔχει.  13 οὐ γὰρ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν δὲ θλῖψις, ἀλλ᾿ ἐξ ἰσότητος ἐν τῷ νῦν καιρῷ τὸ ὑμῶν περίσσευμα εἰς τὸ ἐκείνων ὑστέρημα,  14 ἵνα καὶ τὸ ἐκείνων περίσσευμα γένηται εἰς τὸ ὑμῶν ὑστέρημα, ὅπως γένηται ἰσότης,  15 καθὼς γέγραπται· ὁ τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασε, καὶ ὁ τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησε.  1 Γνωρίζουμε λοιπόν σ’ εσάς, αδελφοί, τη χάρη του Θεού που έχει δοθεί στις εκκλησίες της Μακεδονίας,  2 γιατί μέσα σε πολλή δοκιμασία θλίψης, η αφθονία της χαράς τους και η βαθιά φτώχεια τους ξεχείλισαν στον πλούτο της γενναιοδωρίας τους.  3 Γιατί μαρτυρώ ότι κατά τη δύναμή τους και μάλιστα παραπάνω από τη δύναμή τους, αυτοπροαίρετα,  4 με πολλές παρακλήσεις μάς ζητούσαν να δεχτούμε τη χάρη και τη συμμετοχή στη διακονία που είναι για τους αγίους.  5 Και όχι μόνο έκαναν καθώς ελπίσαμε, αλλά τους εαυτούς τους έδωσαν πρώτα στον Κύριο και σ’ εμάς με το θέλημα του Θεού,  6 ώστε εμείς παρακαλέσαμε τον Τίτο, καθώς έκανε την έναρξη προηγουμένως, έτσι και να επιτελέσει σ’ εσάς και τη χάρη αυτή της γενναιοδωρίας.  7 Αλλά όπως ακριβώς σε καθετί περισσεύετε, σε πίστη και σε λόγο και σε γνώση και σε κάθε ζήλο και στην αγάπη από εμάς για σας, να περισσεύετε και σ’ αυτήν τη χάρη της γενναιοδωρίας.  8 Δεν το λέω ως διαταγή, αλλά για να δοκιμάζω μέσω του ζήλου άλλων και τη γνησιότητα της δικής σας αγάπης.  9 Γιατί γνωρίζετε τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ότι για σας φτώχυνε, ενώ ήταν πλούσιος, ώστε εσείς να πλουτίσετε με τη φτώχεια εκείνου.  10 Και γνώμη δίνω σ’ αυτό το θέμα. Γιατί αυτό συμφέρει σ’ εσάς, οι οποίοι όχι μόνο στο να κάνετε, αλλά και στο να θέλετε, κάνατε από πριν την έναρξη, από πέρυσι.  11 Τώρα όμως επιτελέστε και την πράξη, ώστε καθώς ακριβώς υπήρξε η προθυμία στο να θέλετε, έτσι ας υπάρχει προθυμία και στο να επιτελέσετε τη συνεισφορά από αυτά που έχετε.  12 Γιατί αν η προθυμία προϋπάρχει, είναι ευπρόσδεκτη ανάλογα μ’ αυτό που έχει κανείς, όχι ανάλογα μ’ αυτό που δεν έχει.  13 Όχι βέβαια να είναι σε άλλους άνεση και σ’ εσάς θλίψη, αλλά με ισότητα:  14 στο σημερινό καιρό, το δικό σας περίσσευμα να δοθεί στο υστέρημα εκείνων, ώστε και το περίσσευμα εκείνων να γίνει συμπλήρωμα στο δικό σας υστέρημα, για να γίνει ισότητα  15 καθώς είναι γραμμένο: Αυτός που μάζεψε πολύ δεν πλεόνασε, και αυτός που μάζεψε λίγο δε στερήθηκε. 
Ο Τίτος και οι σύντροφοί του
16 Χάρις δὲ τῷ Θεῷ τῷ διδόντι τὴν αὐτὴν σπουδὴν ὑπὲρ ὑμῶν ἐν τῇ καρδίᾳ Τίτου,  17 ὅτι τὴν μὲν παράκλησιν ἐδέξατο, σπουδαιότερος δὲ ὑπάρχων αὐθαίρετος ἐξῆλθε πρὸς ὑμᾶς.  18 συνεπέμψαμεν δὲ μετ᾿ αὐτοῦ τὸν ἀδελφὸν οὗ ὁ ἔπαινος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ διὰ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν·  19 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ χειροτονηθεὶς ὑπὸ τῶν ἐκκλησιῶν συνέκδημος ἡμῶν σὺν τῇ χάριτι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν πρὸς τὴν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου δόξαν καὶ προθυμίαν ἡμῶν·  20 στελλόμενοι τοῦτο, μή τις ἡμᾶς μωμήσηται ἐν τῇ ἁδρότητι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν,  21 προνοούμενοι καλὰ οὐ μόνον ἐνώπιον Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ἀνθρώπων.  22 συνεπέμψαμεν δὲ αὐτοῖς τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν, ὃν ἐδοκιμάσαμεν ἐν πολλοῖς πολλάκις σπουδαῖον ὄντα, νυνὶ δὲ πολὺ σπουδαιότερον πεποιθήσει πολλῇ τῇ εἰς ὑμᾶς.  23 εἴτε ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς καὶ εἰς ὑμᾶς συνεργός· εἴτε ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἀπόστολοι ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ.  24 Τὴν οὖν ἔνδειξιν τῆς ἀγάπης ὑμῶν καὶ ἡμῶν καυχήσεως ὑπὲρ ὑμῶν εἰς αὐτοὺς ἐνδείξασθε εἰς πρόσωπον τῶν ἐκκλησιῶν.  16 Ευχαριστώ όμως το Θεό που δίνει τον ίδιο ζήλο για σας μέσα στην καρδιά του Τίτου,  17 γιατί αφενός δέχτηκε την παράκληση να έρθει προς εσάς, αφετέρου έχοντας μεγαλύτερη προθυμία αυτοπροαίρετος εξήλθε από εδώ προς εσάς.  18 Και στείλαμε μαζί του τον αδελφό του οποίου ο έπαινος για το έργο του ευαγγελίου ακούγεται διαμέσου όλων των εκκλησιών.  19 Και όχι μόνο αυτό, αλλά και χειροτονήθηκε συνοδοιπόρος μας από τις εκκλησίες μαζί με τη χάρη αυτή της συνεισφοράς που διακονείται από εμάς για τη δόξα του ίδιου του Κυρίου και για ένδειξη της προθυμίας μας.  20 Και αποφεύγουμε αυτό: μήπως κανείς μας κατηγορήσει για την αφθονία αυτή της συνεισφοράς σας που διακονείται από εμάς.  21 Γιατί προνοούμε τα καλά όχι μόνο μπροστά στον Κύριο, αλλά και μπροστά στους ανθρώπους.  22 Στείλαμε λοιπόν μαζί τους τον αδελφό μας, που δοκιμάσαμε σε πολλές περιπτώσεις πολλές φορές ότι είναι δραστήριος, και τώρα είναι πολύ δραστηριότερος από την πολλή εμπιστοσύνη που έχει σ’ εσάς.  23 Είτε πρόκειται για τον Τίτο, αυτός είναι σύντροφός μου και συνεργάτης μου για την ωφέλειά σας. είτε πρόκειται για τους αδελφούς μας, αυτοί είναι απόστολοι των εκκλησιών, δόξα Χριστού.  24 Δείξτε, λοιπόν, σ’ αυτούς μπροστά στις εκκλησίες την ένδειξη της αγάπης σας και δείξτε ότι είναι δικαιολογημένη η καύχησή μας για σας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 9


Β Κορ. θ’ 1-15

Η συνεισφορά για τους αγίους
1 Περὶ μὲν γὰρ τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους περισσὸν μοί ἐστι τὸ γράφειν ὑμῖν·  2 οἶδα γὰρ τὴν προθυμίαν ὑμῶν ἣν ὑπὲρ ἡμῶν καυχῶμαι Μακεδόσιν, ὅτι ᾿Αχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι· καὶ ὁ ἐξ ὑμῶν ζῆλος ἠρέθισε τοὺς πλείονας.  3 ἔπεμψα δὲ τοὺς ἀδελφούς, ἵνα μὴ τὸ καύχημα ἡμῶν τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κενωθῇ ἐν τῷ μέρει τούτῳ, ἵνα, καθὼς ἔλεγον, παρεσκευασμένοι ἦτε,  4 μήπως ἐὰν ἔλθωσι σὺν ἐμοὶ Μακεδόνες καὶ εὕρωσιν ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους, καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑποστάσει ταύτῃ τῆς καυχήσεως.  5 ἀναγκαῖον οὖν ἡγησάμην παρακαλέσαι τοὺς ἀδελφοὺς ἵνα προέλθωσιν εἰς ὑμᾶς καὶ προκαταρτίσωσι τὴν προκατηγγελμένην εὐλογίαν ὑμῶν, ταύτην ἑτοίμην εἶναι, οὕτως ὡς εὐλογίαν καὶ μὴ ὡς πλεονεξίαν.  6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει.  7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός.  8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν,  9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.  10 ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν·  11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·  12 ὅτι ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ·  13 διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας,  14 καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν.  15 χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ.  1 Γιατί, βέβαια, σχετικά με τη διακονία της συνεισφοράς που είναι για τους αγίους περιττό μου είναι να σας γράφω.  2 Γιατί ξέρω την προθυμία σας για την οποία καυχιέμαι για σας στους Μακεδόνες, ότι η Αχαΐα έχει προετοιμαστεί από πέρυσι, και ο ζήλος σας ερέθισε τους περισσότερους.  3 Έστειλα λοιπόν τους αδελφούς, για να μην κενωθεί το καύχημά μας που έγινε για σας σ’ αυτό το σημείο, ώστε, καθώς έλεγα, να είστε προετοιμασμένοι.  4 Μήπως, αν έρθουν μαζί μου Μακεδόνες και σας βρουν απροετοίμαστους, καταντροπιαστούμε εμείς, για να μη λέω εσείς, στην υπόθεση αυτή.  5 Θεώρησα, λοιπόν, αναγκαίο να παρακαλέσω τους αδελφούς να έρθουν σ’ εσάς πρωτύτερα και να προετοιμάσουν την ευεργεσία σας που έχετε προϋποσχεθεί, ώστε αυτή να είναι έτοιμη, έτσι που να είναι ως ευεργεσία και όχι ως πλεονεξία σε βάρος σας.  6 Και τούτο να ξέρετε: αυτός που σπέρνει φειδωλά, φειδωλά και θα θερίσει. και αυτός που σπέρνει άφθονα, άφθονα και θα θερίσει.  7 Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός.  8 Και είναι δυνατός ο Θεός κάθε χάρη να την κάνει να περισσέψει σ’ εσάς, ώστε σε καθετί, πάντοτε έχοντας κάθε αυτάρκεια, να περισσεύετε σε κάθε έργο αγαθό  9 καθώς είναι γραμμένο: Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η δικαιοσύνη του μένει στον αιώνα.  10 Και εκείνος που χορηγεί άφθονα σπόρο στο σπορέα και άρτο για τροφή θα χορηγήσει και θα πληθύνει το σπόρο σας, και θα αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας,  11 ώστε να πλουτίζετε σε καθετί για να πράττετε κάθε γενναιοδωρία, η οποία κατεργάζεται διαμέσου μας ευχαριστία στο Θεό.  12 Γιατί η διακονία αυτής της υπηρεσίας όχι μόνο συμπληρώνει τα υστερήματα των αγίων, αλλά και φέρνει περίσσευμα με πολλές ευχαριστίες στο Θεό.  13 Ώστε διαμέσου της δοκιμής αυτής της διακονίας να δοξάζουν το Θεό για την υποταγή που ομολογείτε στο ευαγγέλιο του Χριστού και για τη γενναιοδωρία της συμμετοχής σας στις ανάγκες που υπάρχουν σ’ αυτούς και σε όλους,  14 και ώστε στη δέησή τους για σας να σας ποθούν πολύ για την υπερβολική χάρη του Θεού που είναι πάνω σας.  15 Ευχαριστώ το Θεό για την ανεκδιήγητη δωρεά του. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13 

Προς Κορινθίους Β’ κεφάλαιον 10




Β Κορ. ι’ 1-18

Ο Παύλος υπερασπίζει την αποστολική εξουσία του
1 Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαρρῶ εἰς ὑμᾶς·  2 δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαρρῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας.  3 ᾿Εν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα·  4 τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· —  5 λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ,  6 καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή.  7 Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.  8 ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσωμαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι,  9 ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν.  10 ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος.  11 τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ.  12 Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισι τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν.  13 ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν.  14 οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ,  15 οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν,  16 εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι.  17 ῾Ο δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω·  18 οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν.  1 Ο ίδιος, λοιπόν, εγώ ο Παύλος, σας παρακαλώ με την πραότητα και με την επιείκεια του Χριστού, ο οποίος αφενός μπροστά σας είμαι ταπεινός μεταξύ σας, αφετέρου απών δείχνω θάρρος προς εσάς:  2 παρακαλώ, λοιπόν, όταν θα είμαι παρών, να μη δείξω θάρρος, με την πεποίθηση που σκέφτομαι να τολμήσω, σε μερικούς που νομίζουν πως εμείς περπατούμε κατά σάρκα.  3 Γιατί, ενώ περπατούμε με τη σάρκα, δε στρατευόμαστε κατά σάρκα,  4 επειδή τα όπλα της εκστρατείας μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με το Θεό προς καθαίρεση οχυρωμάτων, και γκρεμίζουμε λογισμούς  5 και κάθε ύψωμα που υψώνεται με αλαζονεία κατά της γνώσης του Θεού, και αιχμαλωτίζουμε κάθε διανόημα στην υπακοή του Χριστού,  6 και είμαστε έτοιμοι να τιμωρήσουμε κάθε παρακοή, όταν γίνει πλήρης η υπακοή σας.  7 Επιφανειακά βλέπετε τα πράγματα. Αν κάποιος έχει πεποίθηση στον εαυτό του πως είναι του Χριστού, αυτό ας αναλογιστεί πάλι από μόνος του: ότι καθώς αυτός είναι του Χριστού, έτσι κι εμείς.  8 Και γιατί, αν καυχηθώ κάτι περισσότερο για την εξουσία μας που μας έδωσε ο Κύριος για οικοδομή και όχι για καταστροφή σας, δε θα ντροπιαστώ.  9 Να μη φανώ σαν να σας εκφοβίζω με τις επιστολές.  10 Γιατί: «Αφενός οι επιστολές», λένε, «είναι βαριές και ισχυρές, αφετέρου η παρουσία του σώματός του είναι ασθενική και ο λόγος του εξουθενωμένος».  11 Τούτο να λογίζεται αυτός που το λέει: όποιοι είμαστε στα λόγια με τις επιστολές απόντες, τέτοιοι θα είμαστε και παρόντες με τα έργα.  12 Γιατί δεν τολμούμε να συγκαταριθμήσουμε ή να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με μερικούς που συνιστούν τους εαυτούς τους. Αλλά αυτοί δεν έχουν σύνεση, όταν με τους εαυτούς τους μετρούν τους εαυτούς τους και όταν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους εαυτούς τους.  13 Εμείς όμως δε θα καυχηθούμε πέρα από τα μέτρα των ορίων μας, αλλά θα καυχηθούμε σύμφωνα με το μέτρο του κανόνα στην περιοχή που μας μοίρασε το μέτρο ο Θεός, δηλαδή να φτάσουμε μέχρι και σ’ εσάς.  14 Γιατί δεν υπερεκτείνουμε τους εαυτούς μας σαν να μην έχουμε φτάσει σ’ εσάς, επειδή πράγματι φτάσαμε μέχρι και σ’ εσάς με το ευαγγέλιο του Χριστού.  15 Δεν καυχιόμαστε σε ξένους κόπους πέρα από τα μέτρα των ορίων μας, αλλά έχουμε την ελπίδα, καθώς αυξάνεται η πίστη σας, να μεγαλυνθούμε περίσσια μεταξύ σας στην περιοχή μας,  16 ώστε να ευαγγελίσουμε πέρα από εσάς. όχι να καυχιόμαστε στα έτοιμα μέσα σε ξένη περιοχή άλλου.  17 Αλλά αυτός που καυχιέται, στον Κύριο ας καυχιέται.  18 Γιατί δεν είναι δόκιμος και άξιος βραβείου εκείνος που συνιστά τον εαυτό του, αλλά εκείνος που ο Κύριος τον συνιστά. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13