Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 1




Α Κορ. α’ 1-31

Χαιρετισμός και ευχαριστία
1 Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Σωσθένης ὁ ἀδελφός,  2 τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ, ἡγιασμένοις ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, κλητοῖς ἁγίοις, σὺν πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐν παντὶ τόπῳ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν·  3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  4 Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντοτε περὶ ὑμῶν ἐπὶ τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ τῇ δοθείση ὑμῖν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ,  5 ὅτι ἐν παντὶ ἐπλουτίσθητε ἐν αὐτῷ, ἐν παντὶ λόγῳ καὶ πάσῃ γνώσει,  6 καθὼς τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ ἐβεβαιώθη ἐν ὑμῖν,  7 ὥστε ὑμᾶς μὴ ὑστερεῖσθαι ἐν μηδενὶ χαρίσματι, ἀπεκδεχομένους τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ·  8 ὃς καὶ βεβαιώσει ὑμᾶς ἕως τέλους ἀνεγκλήτους ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  9 πιστὸς ὁ Θεὸς δι᾿ οὗ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.  1 Παύλος, κλητός απόστολος του Χριστού Ιησού με το θέλημα του Θεού και ο Σωσθένης ο αδελφός  2 προς την εκκλησία του Θεού που είναι στην Κόρινθο, στους αγιασμένους μέσα στο Χριστό Ιησού, στους κλητούς αγίους, μαζί με όλους εκείνους που επικαλούνται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού σε κάθε τόπο, Κυρίου δικού τους και δικού μας.  3 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό.  4 Ευχαριστώ το Θεό μου πάντοτε για σας, για τη χάρη του Θεού που δόθηκε σ’ εσάς με το Χριστό Ιησού,  5 γιατί σε καθετί πλουτιστήκατε με αυτόν, σε κάθε λόγο και σε κάθε γνώση,  6 καθώς η μαρτυρία του Χριστού βεβαιώθηκε μεταξύ σας,  7 ώστε εσείς να μη στερείστε κανένα χάρισμα καθώς περιμένετε την αποκάλυψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.  8 Αυτός και θα σας στερεώσει ως το τέλος ακατηγόρητους κατά την ημέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.  9 Πιστός ο Θεός, μέσω του οποίου κληθήκατε σε κοινωνία με τον Υιό του Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας. 
Σχίσματα στην εκκλησία
10 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ.  11 ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι.  12 λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ ᾿Απολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ.  13 μεμέρισται ὁ Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;  14 εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον,  15 ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα.  16 ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα.  17 οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.  10 Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, διαμέσου του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να λέτε το ίδιο όλοι και να μην υπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα, αλλά να είστε τελείως ενωμένοι με τον ίδιο νου και με την ίδια γνώμη.  11 Γιατί μου δηλώθηκε για σας, αδελφοί μου, από τους οικείους της Χλόης ότι έριδες υπάρχουν μεταξύ σας.  12 Και εννοώ αυτό, ότι καθένας σας λέει: «Εγώ βέβαια είμαι του Παύλου», «Εγώ όμως του Απολλώ», «Κι εγώ του Κηφά», «Κι εγώ του Χριστού».  13 Έχει διαιρεθεί ο Χριστός; Μήπως ο Παύλος σταυρώθηκε για σας ή στο όνομα του Παύλου βαφτιστήκατε;  14 Ευχαριστώ το Θεό γιατί κανέναν από εσάς δε βάφτισα παρά τον Κρίσπο και το Γάιο,  15 για να μην πει κανείς ότι στο δικό μου όνομα βαφτιστήκατε.  16 Βάφτισα επίσης και τον οίκο του Στεφανά. λοιπόν, δεν ξέρω αν κάποιον άλλο βάφτισα.  17 Γιατί δε με απέστειλε ο Χριστός να βαφτίζω, αλλά να ευαγγελίζω, όχι με σοφία λόγου, για να μην κενωθεί ο σταυρός του Χριστού. 
Ο Χριστός είναι η δύναμη και η σοφία του Θεού
18 ῾Ο λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι.  19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω.  20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;  21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας.  22 ἐπειδὴ καὶ ᾿Ιουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ῞Ελληνες σοφίαν ζητοῦσιν,  23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, ᾿Ιουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δὲ μωρίαν,  24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν·  25 ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί.  26 Βλέπετε γὰρ τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς,  27 ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά,  28 καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ,  29 ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  30 ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις,  31 ἵνα, καθὼς γέγραπται, ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω.  18 Γιατί ο λόγος του σταυρού αφενός γι’ αυτούς που χάνονται είναι μωρία, αφετέρου για εμάς που σωζόμαστε είναι δύναμη Θεού.  19 Γιατί είναι γραμμένο: Θα καταστρέψω τη σοφία των σοφών και τη σύνεση των συνετών θα απορρίψω.  20 Πού είναι ο σοφός; Πού ο γραμματέας; Πού ο συζητητής του αιώνα τούτου; Δε μώρανε ο Θεός τη σοφία του κόσμου;  21 Επειδή, λοιπόν, με τη σοφία του Θεού, δε γνώρισε ο κόσμος διαμέσου της σοφίας του το Θεό, ευδόκησε ο Θεός διαμέσου της μωρίας του κηρύγματος να σώσει εκείνους που πιστεύουν.  22 Επειδή, πράγματι, οι Ιουδαίοι απαιτούν σημεία και οι Έλληνες ζητούν σοφία,  23 εμείς όμως κηρύττουμε Χριστό σταυρωμένο, αφενός στους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο, αφετέρου στα έθνη μωρία.  24 Σ’ αυτούς όμως τους κλητούς, Ιουδαίους και Έλληνες, ο Χριστός είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία.  25 Γιατί το μωρό του Θεού είναι σοφότερο των ανθρώπων και το ασθενές του Θεού είναι ισχυρότερο των ανθρώπων.  26 Βλέπετε πράγματι την κλήση σας, αδελφοί, γιατί δεν είστε πολλοί σοφοί κατά σάρκα, δεν είστε πολλοί δυνατοί, δεν είστε πολλοί ευγενείς.  27 Αλλά τα μωρά του κόσμου εξέλεξε ο Θεός, για να καταντροπιάσει τους σοφούς, και τα ασθενή του κόσμου εξέλεξε ο Θεός, για να καταντροπιάσει τα ισχυρά,  28 και τα αγενή του κόσμου στην καταγωγή και τα εξουθενωμένα εξέλεξε ο Θεός, αυτά που δεν είναι, για να καταργήσει αυτά που είναι,  29 με σκοπό να μην καυχηθεί καμιά σάρκα μπροστά στο Θεό.  30 Από Αυτόν λοιπόν εσείς είστε μέσα στο Χριστό Ιησού, ο οποίος έγινε σοφία για μας από το Θεό και δικαιοσύνη και αγιασμός και απολύτρωση,  31 ώστε, καθώς είναι γραμμένο, αυτός που καυχιέται, στον Κύριο ας καυχιέται. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Advertisements

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 2




Α Κορ. β’ 1-16

Κήρυγμα του σταυρωμένου Ιησού
1 Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾿ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ.  2 οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον.  3 καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς,  4 καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως,  5 ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ.  1 Κι εγώ, όταν ήρθα προς εσάς, αδελφοί, ήρθα όχι με υπεροχή λόγου ή σοφίας, για να αναγγέλλω σ’ εσάς το μυστήριο του Θεού.  2 Γιατί αποφάσισα να μην ξέρω τίποτα μεταξύ σας παρά μόνο τον Ιησού Χριστό και αυτόν σταυρωμένο.  3 Κι εγώ ήρθα προς εσάς με ασθένεια και με φόβο και με τρόμο πολύ.  4 Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου έγιναν όχι με πειστικούς λόγους σοφίας, αλλά με απόδειξη Πνεύματος και δύναμης,  5 για να μην είναι η πίστη σας βασισμένη στη σοφία των ανθρώπων, αλλά στη δύναμη του Θεού. 
Οι αποκαλύψεις του Αγίου Πνεύματος
6 Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων·  7 ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν,  8 ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν·  9 ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.  10 ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ.  11 τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.  12 ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν.  13 ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος ῾Αγίου, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες.  14 ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται.  15 ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.  16 τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν.  6 Σοφία όμως μιλούμε μεταξύ των τελείων, σοφία όμως όχι του αιώνα τούτου ούτε των αρχόντων του αιώνα τούτου που καταργούνται.  7 Αλλά μιλούμε Θεού σοφία που είναι αποκρυμμένη μέσα σε μυστήριο, την οποία προόρισε ο Θεός πριν από τους αιώνες προς δόξα μας,  8 την οποία κανείς από τους άρχοντες του αιώνα τούτου δεν έχει γνωρίσει. Γιατί αν τη γνώριζαν δε θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας.  9 Αλλά καθώς είναι γραμμένο: Αυτά που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν, αυτά ετοίμασε ο Θεός για όσους τον αγαπούν.  10 Σ’ εμάς όμως τα αποκάλυψε ο Θεός με το Πνεύμα. γιατί το Πνεύμα τα πάντα ερευνά, ακόμα και τα βάθη του Θεού.  11 Γιατί ποιος από τους ανθρώπους ξέρει τα ιδιαίτερα του ανθρώπου παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα του; Έτσι και τα ιδιαίτερα του Θεού κανείς δεν τα έχει γνωρίσει παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού.  12 Κι εμείς δε λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που είναι από το Θεό, για να ξέρουμε αυτά που χαρίστηκαν σ’ εμάς από το Θεό.  13 Αυτά και μιλούμε όχι με διδακτικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας, αλλά με διδακτικούς λόγους Πνεύματος, ερμηνεύοντας στους πνευματικούς τα πνευματικά.  14 Ο ψυχικός όμως άνθρωπος δε δέχεται τα πράγματα του Πνεύματος του Θεού, γιατί είναι μωρία γι’ αυτόν. και δε δύναται να τα γνωρίσει, γιατί πνευματικώς ανακρίνονται.  15 Αλλά ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός όμως από κανέναν δεν ανακρίνεται.  16 Γιατί ποιος γνώρισε το νου του Κυρίου, ο οποίος θα διδάξει Αυτόν; Εμείς λοιπόν έχουμε το νου του Χριστού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 3


Α Κορ. γ’ 1-23

Συνεργάτες του Θεού
1 Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην ὑμῖν λαλῆσαι ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ᾿ ὡς σαρκικοῖς, ὡς νηπίοις ἐν Χριστῷ.  2 γάλα ὑμᾶς ἐπότισα καὶ οὐ βρῶμα. οὔπω γὰρ ἠδύνασθε. ἀλλ᾿ οὔτε ἔτι νῦν δύνασθε· ἔτι γὰρ σαρκικοί ἐστε.  3 ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε;  4 ὅταν γὰρ λέγῃ τις, ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἕτερος δὲ ἐγὼ ᾿Απολλώ, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε;  5 Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ ᾿Απολλὼς ἀλλ᾿ ἢ διάκονοι δι᾿ ὧν ἐπιστεύσατε, καὶ ἑκάστῳ ὡς ὁ Κύριος ἔδωκεν;  6 ἐγὼ ἐφύτευσα, ᾿Απολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν·  7 ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός.  8 ὁ φυτεύων δὲ καὶ ὁ ποτίζων ἕν εἰσιν· ἕκαστος δὲ τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον.  9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε.  10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ·  11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός.  12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,  13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει.  14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται·  15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός.  16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;  17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.  18 Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός.  19 ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι. γέγραπται γάρ· ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.  20 καὶ πάλιν· Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν, ὅτι εἰσὶ μάταιοι.  21 ὥστε μηδεὶς καυχάσθω ἐν ἀνθρώποις· πάντα γὰρ ὑμῶν ἐστιν,  22 εἴτε Παῦλος εἴτε ᾿Απολλὼς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν,  23 ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ, Χριστὸς δὲ Θεοῦ.  1 Κι εγώ, αδελφοί, δεν μπόρεσα να μιλήσω σ’ εσάς όπως σε πνευματικούς, αλλά όπως σε σάρκινους, όπως σε νήπια στο Χριστό.  2 Γάλα σας έδωσα να πιείτε, όχι στερεή τροφή. γιατί δεν μπορούσατε ακόμα. Αλλά ούτε ακόμα τώρα μπορείτε,  3 γιατί ακόμα είστε σαρκικοί. Γιατί όταν ζείτε σε καταστάσεις όπου είναι μεταξύ σας ζήλια και έριδα, δεν είστε σαρκικοί και δεν περπατάτε ανθρώπινα;  4 Γιατί όταν λέει κάποιος: «Εγώ βέβαια είμαι του Παύλου», και άλλος: «Εγώ του Απολλώ», δεν είστε κοινοί άνθρωποι;  5 Τι είναι λοιπόν ο Απολλώς; Και τι είναι ο Παύλος; Διάκονοι μέσω των οποίων πιστέψατε, και όπως ο Κύριος έδωσε χαρίσματα στον καθένα.  6 Εγώ φύτεψα, ο Απολλώς πότισε, αλλά ο Θεός αύξανε.  7 Ώστε ούτε αυτός που φυτεύει είναι κάτι ούτε αυτός που ποτίζει, αλλά ο Θεός που, αυξάνει.  8 Αυτός που φυτεύει, λοιπόν, και αυτός που ποτίζει είναι ένα πράγμα, και καθένας το δικό του μισθό θα λάβει σύμφωνα με το δικό του κόπο.  9 Γιατί είμαστε του Θεού συνεργάτες, ενώ εσείς είστε καλλιεργημένο χωράφι του Θεού, οικοδομή του Θεού.  10 Κατά τη χάρη του Θεού που μου δόθηκε σαν σοφός αρχιτέκτονας έθεσα θεμέλιο, άλλος όμως εποικοδομεί. Καθένας λοιπόν ας βλέπει πώς εποικοδομεί.  11 Γιατί θεμέλιο άλλο κανείς δε δύναται να θέσει παρά εκείνο που κείται, που είναι ο Ιησούς Χριστός.  12 Και αν κάποιος οικοδομεί πάνω στο θεμέλιο χρυσάφι, άργυρο, πολύτιμους λίθους, ξύλα, χορτάρι, καλάμι,  13 καθενός το έργο θα γίνει φανερό, γιατί η Ημέρα θα το φανερώσει, επειδή με φωτιά αποκαλύπτεται. Και καθενός το έργο, τι είδους είναι, η φωτιά θα το δοκιμάσει.  14 Αν κάποιου θα μείνει το έργο που εποικοδόμησε, θα λάβει μισθό.  15 Αν κάποιου το έργο θα κατακαεί, θα ζημιωθεί, αυτός όμως θα σωθεί, αλλά έτσι σαν διαμέσου φωτιάς.  16 Δεν ξέρετε ότι είστε ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;  17 Αν κάποιος φθείρει το ναό του Θεού, θα φθείρει αυτόν ο Θεός. γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, οι οποίοι είστε εσείς.  18 Κανείς τον εαυτό του ας μην εξαπατά. αν κάποιος νομίζει πως είναι σοφός μεταξύ σας σε τούτο τον αιώνα, μωρός ας γίνει, για να γίνει σοφός.  19 Γιατί η σοφία του κόσμου τούτου είναι μωρία μπροστά στο Θεό. Γιατί είναι γραμμένο: Αυτός που αδράχνει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους.  20 και πάλι: Ο Κύριος γνωρίζει τους διαλογισμούς των σοφών ότι είναι μάταιοι,  21 Ώστε κανείς ας μην καυχιέται σε ανθρώπους. γιατί τα πάντα είναι δικά σας,  22 είτε ο Παύλος είτε ο Απολλώς είτε ο Κηφάς, είτε ο κόσμος είτε η ζωή είτε ο θάνατος, είτε τα τωρινά είτε τα μελλοντικά. Τα πάντα είναι δικά σας,  23 κι εσείς του Χριστού, και ο Χριστός του Θεού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 4


Α Κορ. δ’ 1-21

Η διακονία των αποστόλων
1 Οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ.  2 ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ.  3 ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστιν ἵνα ὑφ᾿ ὑμῶν ἀνακριθῶ ἢ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἀνακρίνω·  4 οὐδὲν γὰρ ἑμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν.  5 ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.  6 Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ ᾿Απολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου.  7 τίς γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;  8 ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν.  9 δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις.  10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι.  11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν  12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα,  13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι.  14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ.  15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα.  16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.  17 Διὰ τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ, καθὼς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω.  18 ῾Ως μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες·  19 ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν·  20 οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει.  21 τί θέλετε; ἐν ράβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πρᾳότητος;  1 Έτσι ας μας θεωρεί κάθε άνθρωπος: ως υπηρέτες του Χριστού και οικονόμους μυστηρίων του Θεού.  2 Σ’ αυτήν την κατάσταση, λοιπόν, ζητείται από τους οικονόμους να βρεθεί κανείς πιστός.  3 Σ’ εμένα όμως είναι ελάχιστο να κριθώ γι’ αυτό από εσάς ή από ανθρώπινο δικαστήριο σε ημέρα δίκης. αλλά ούτε τον εαυτό μου κρίνω.  4 Γιατί δεν έχω συνείδηση για τίποτα ενάντια στον εαυτό μου, αλλά με αυτό δεν έχω δικαιωθεί. εκείνος λοιπόν που με κρίνει είναι ο Κύριος.  5 Ώστε μην κρίνετε κάτι πριν από τον ορισμένο καιρό, ωσότου έρθει ο Κύριος, ο οποίος και θα φωτίσει τα κρυφά του σκότους και θα φανερώσει τις βουλές των καρδιών. και τότε ο έπαινος θα γίνει σε καθέναν από το Θεό.  6 Αυτά λοιπόν, αδελφοί, είπα μεταφορικά για τον εαυτό μου και τον Απολλώ για σας, ώστε από εμάς να μάθετε το: “Όχι περισσότερο από αυτά που είναι γραμμένα”, ώστε να μη φουσκώνετε από υπερηφάνεια ο ένας υπέρ του ενός και κατά του άλλου.  7 Γιατί ποιος σε κάνει να διακρίνεις; Και τι έχεις που δεν έλαβες; Αν λοιπόν πράγματι το έλαβες, τι καυχιέσαι σαν να μην το έλαβες;  8 Ήδη είστε χορτασμένοι, ήδη πλουτίσατε, χωρίς εμάς βασιλέψατε. και είθε βέβαια να βασιλεύατε, για να βασιλέψουμε κι εμείς μαζί σας.  9 Γιατί νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους αποστόλους μάς έδειξε τελευταίους σαν μελλοθάνατους, γιατί θέατρο γίναμε στον κόσμο, και σε αγγέλους και σε ανθρώπους.  10 Εμείς μωροί για το Χριστό, εσείς όμως φρόνιμοι στο Χριστό. εμείς αδύναμοι, εσείς όμως ισχυροί. εσείς ένδοξοι, εμείς όμως ατίμητοι.  11 Μέχρι την ώρα αυτήν και πεινούμε και διψούμε και είμαστε γυμνοί και μας χαστουκίζουν και δε ζούμε σε σταθερό μέρος  12 και κοπιάζουμε εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Όταν μας βρίζουν, ευλογούμε. όταν μας καταδιώκουν, το ανεχόμαστε.  13 όταν μας δυσφημούν, παρακαλούμε ευγενικά. σαν σκουπίδια του κόσμου γίναμε, όλων αποσφούγγισμα ως τώρα.  14 Δε σας γράφω αυτά για να σας ντροπιάζω, αλλά σαν τέκνα μου αγαπητά σας νουθετώ.  15 Γιατί και αν μύριους παιδαγωγούς έχετε στο Χριστό, όμως δεν έχετε πολλούς πατέρες. Γιατί στο Χριστό Ιησού μέσω του ευαγγελίου εγώ σας γέννησα.  16 Σας παρακαλώ, λοιπόν, μιμητές μου γίνεστε.  17 Γι’ αυτό σας έστειλα τον Τιμόθεο, που είναι τέκνο μου αγαπητό και πιστό στον Κύριο, ο οποίος θα σας υπενθυμίσει τις οδούς μου που είναι στο Χριστό Ιησού καθώς παντού σε κάθε εκκλησία διδάσκω.  18 Αλλά μερικοί φούσκωσαν από υπερηφάνεια σαν εγώ να μην ερχόμουν προς εσάς.  19 Θα έρθω όμως γρήγορα προς εσάς, αν ο Κύριος το θελήσει, και θα γνωρίσω όχι το λόγο των φουσκωμένων από υπερηφάνεια, αλλά τη δύναμη.  20 Γιατί δε φαίνεται με τα λόγια η βασιλεία του Θεού, αλλά με δύναμη.  21 «Τι θέλετε; Με ραβδί να έρθω προς εσάς ή με αγάπη και πνεύμα πραότητας; 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 5




Α Κορ. ε’ 1-13

Κατάκριση της ανηθικότητας
1 Ὃλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν.  2 καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας!  3 ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον,  4 ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ συναχθέντων ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ  5 παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.  6 Οὐ καλὸν τὸ καύχημα ὑμῶν. οὐκ οἴδατε ὅτι μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ;  7 ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι. καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός·  8 ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας.  9 ῎Εγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις,  10 καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου ἢ τοῖς πλεονέκταις ἢ ἅρπαξιν ἢ εἰδωλολάτραις· ἐπεὶ ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν·  11 νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν.  12 τί γάρ μοι καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε;  13 τοὺς δὲ ἔξω ὁ Θεὸς κρίνει. καὶ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.  1 Γενικά, ακούγεται πως υπάρχει μεταξύ σας πορνεία, και τέτοια πορνεία που δεν υπάρχει ούτε μεταξύ των εθνικών, ώστε να έχει κάποιος δική του τη γυναίκα του πατέρα του.  2 Και εσείς είστε φουσκωμένοι από υπερηφάνεια και μάλλον δεν πενθήσατε, για να αφαιρεθεί από το μέσο σας αυτός που έπραξε τούτο το έργο;  3 Γιατί εγώ, βέβαια, απών στο σώμα, παρών όμως στο πνεύμα, ήδη έχω κρίνει σαν να είμαι παρών αυτόν που έτσι κατεργάστηκε τούτο.  4 Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού, αφού συναχτείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα μαζί με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού,  5 να παραδώσετε τέτοιον άνθρωπο στο Σατανά προς όλεθρο της σάρκας του, για να σωθεί το πνεύμα του κατά την ημέρα του Κυρίου.  6 Δεν είναι καλό το καύχημά σας. Δεν ξέρετε ότι λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το ζυμάρι;  7 Καθαρίστε εντελώς το παλιό προζύμι, για να είστε νέο ζυμάρι καθώς είστε άζυμοι. και γιατί ο πασχαλινός μας αμνός θυσιάστηκε, ο Χριστός.  8 Ώστε να γιορτάζουμε όχι με προζύμι παλιό μήτε με προζύμι κακίας και πονηρίας, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας.  9 Σας έγραψα στην επιστολή να μην ανακατεύεστε μαζί με πόρνους,  10 όχι πάντως με τους πόρνους του κόσμου τούτου ή με τους πλεονέκτες και με άρπαγες ή με ειδωλολάτρες, επειδή άρα θα οφείλατε από τον κόσμο να εξέλθετε.  11 Τώρα όμως σας έγραψα να μην ανακατεύεστε μαζί με κάποιον που ονομάζεται αδελφός, αν είναι πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή υβριστής ή μέθυσος ή άρπαγας. με τέτοιους μήτε να τρώτε μαζί.  12 Γιατί τι δουλειά έχω εγώ να κρίνω τους έξω; Τους μέσα εσείς δεν τους κρίνετε;  13 Ενώ τους έξω ο Θεός θα τους κρίνει. Βγάλτε έξω τον κακό από ανάμεσά σας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 6


Α Κορ. στ’ 1-20

Δίκες μεταξύ πιστών
1 Τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον, κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων;  2 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων;  3 οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν; μήτι γε βιωτικά;  4 βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε.  5 πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. οὕτως οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς ὃς δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ,  6 ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων;  7 ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε;  8 ἀλλὰ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς;  9 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται  10 οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.  11 καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.  1 Τολμά κάποιος από εσάς, όταν έχει θέμα αντιδικίας ενάντια στον άλλο, να κρίνεται μπροστά στους αδίκους και όχι μπροστά στους αγίους;  2 Ή δεν ξέρετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο; Και αν από εσάς κρίνεται ο κόσμος, ανάξιοι είστε για κριτήρια δίκης ελάχιστα;  3 Δεν ξέρετε ότι αγγέλους θα κρίνουμε, και δεν μπορούμε κάποιες βιοτικές διαφορές;  4 Αν, λοιπόν, έχετε δίκες για βιοτικές διαφορές, τους εξουθενωμένους μέσα στην εκκλησία, αυτούς καθίζετε κριτές;  5 Για ντροπή σας το λέω. Έτσι, δεν υπάρχει μεταξύ σας κανείς σοφός που θα δυνηθεί να διακρίνει ανάμεσα στους αδελφούς του;  6 Αλλά αδελφός κρίνεται μαζί με αδελφό και αυτό μπροστά σε άπιστους;  7 Ήδη πράγματι, λοιπόν, είναι για σας εντελώς πνευματική ήττα το ότι έχετε δίκες μεταξύ σας. Γιατί μάλλον δεν αδικείστε; Γιατί μάλλον δεν αποστερείστε;  8 Αλλά εσείς αδικείτε και αποστερείτε, και αυτό το κάνετε σε αδελφούς.  9 Ή δεν ξέρετε ότι οι άδικοι τη βασιλεία του Θεού δε θα την κληρονομήσουν; Μην πλανάστε. ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτρες ούτε μοιχοί ούτε θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι ούτε αρσενοκοίτες ομοφυλόφιλοι,  10 ούτε κλέφτες ούτε πλεονέκτες, ούτε μέθυσοι ούτε υβριστές ούτε άρπαγες δε θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού.  11 Και αυτά ήσασταν μερικοί. αλλά απολουστήκατε, αλλά αγιαστήκατε, αλλά δικαιωθήκατε με το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με το Πνεύμα του Θεού μας. 
Δοξάστε το Θεό με το σώμα σας
12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.  13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι·  14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.  15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο.  16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·  17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι.  18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.  19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;  20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.  12 Όλα μου επιτρέπονται, αλλά όλα δε συμφέρουν. όλα μου επιτρέπονται, αλλά εγώ δε θα εξουσιαστώ από κανένα.  13 Τα φαγητά είναι για την κοιλιά και η κοιλιά για τα φαγητά, αλλά ο Θεός και αυτήν και αυτά θα καταργήσει. Το σώμα όμως δεν είναι για την πορνεία, αλλά για τον Κύριο, και ο Κύριος για το σώμα.  14 Ο Θεός λοιπόν και τον Κύριο έγειρε και εμάς θα εγείρει από τους νεκρούς με τη δύναμή του.  15 Δεν ξέρετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη Χριστού; Να πάρω λοιπόν τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Είθε να μη γίνει!  16 Ή δεν ξέρετε ότι αυτός που προσκολλάται στην πόρνη είναι ένα σώμα μ’ αυτήν; Γιατί θα είναι, λέει, οι δύο μία σάρκα.  17 Όποιος όμως προσκολλάται στον Κύριο είναι ένα πνεύμα μ’ αυτόν.  18 Αποφεύγετε την πορνεία. Κάθε αμάρτημα που κάνει ο άνθρωπος είναι εκτός του σώματος. όποιος όμως πορνεύει αμαρτάνει στο ίδιο του το σώμα.  19 Ή δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα σας, το οποίο έχετε από το Θεό, και δεν ανήκετε στους εαυτούς σας;  20 Γιατί αγοραστήκατε με τιμή. δοξάστε λοιπόν το Θεό με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία είναι του Θεού . 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 7




Α Κορ. ζ’ 1-40

Προβλήματα που αφορούν το γάμο
1 Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·  2 διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω.  3 τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί.  4 ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ἡ γυνή.  5 μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν.  6 τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ᾿ ἐπιταγήν.  7 θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ᾿ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.  8 Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ.  9 εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.  10 τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·  11 ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.  12 τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν·  13 καὶ γυνὴ εἴ τις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω αὐτόν.  14 ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.  15 εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός.  16 τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις;  1 Σχετικά λοιπόν με όσα γράψατε, είναι καλό στον άνθρωπο να μην αγγίζει γυναίκα.  2 Αλλά εξαιτίας των πορνειών, καθένας ας έχει τη δική του γυναίκα και καθεμιά ας έχει το δικό της άντρα.  3 Στη γυναίκα ο άντρας ας της αποδίδει την οφειλή. αλλά όμοια και η γυναίκα στον άντρα.  4 Η γυναίκα το δικό της σώμα δεν το εξουσιάζει, αλλά ο άντρας. όμοια επίσης και ο άντρας το δικό του σώμα δεν το εξουσιάζει, αλλά η γυναίκα.  5 Μην αποστερείτε ο ένας τον άλλο, εκτός αν γίνει από κοινή συμφωνία πρόσκαιρα, για να απασχοληθείτε στη νηστεία και στην προσευχή και πάλι να είστε μαζί, για να μη σας πειράζει ο Σατανάς εξαιτίας της ακράτειάς σας.  6 Και αυτό το λέω κατά συγκατάβαση, όχι ως διαταγή.  7 Θέλω, όμως, όλοι οι άνθρωποι να είναι όπως και ο εαυτός μου. αλλά καθένας έχει το δικό του χάρισμα από το Θεό, ο ένας έτσι, ο άλλος αλλιώς.  8 Αλλά λέω στους άγαμους και στις χήρες, είναι καλό γι’ αυτούς να μείνουν όπως κι εγώ.  9 Αν όμως δεν εγκρατεύονται, ας παντρευτούν, γιατί είναι καλύτερο να παντρευτεί κανείς παρά να πυρώνεται από επιθυμία.  10 Και σε όσους έχουν κάνει γάμο παραγγέλλω, όχι εγώ αλλά ο Κύριος, η γυναίκα από τον άντρα της να μη χωριστεί  11 – αν όμως και χωριστεί, ας μένει άγαμη ή με τον άντρα της ας συμφιλιωθεί – και ο άντρας τη γυναίκα του να μην την αφήνει.  12 Αλλά στους υπόλοιπους λέω εγώ, όχι ο Κύριος: Αν κάποιος αδελφός έχει γυναίκα άπιστη και αυτή συμφωνεί να κατοικεί μαζί του, ας μην την αφήνει.  13 Και αν κάποια γυναίκα έχει άντρα άπιστο και αυτός συμφωνεί να κατοικεί μαζί της, ας μην αφήνει τον άντρα της.  14 Γιατί έχει αγιαστεί ο άντρας ο άπιστος με τη γυναίκα του και έχει αγιαστεί η γυναίκα η άπιστη με τον αδελφό. επειδή αλλιώς τα παιδιά σας θα είναι ακάθαρτα, τώρα όμως είναι άγια.  15 Αν όμως ο άπιστος θέλει να χωρίζεται, ας χωρίζεται. Δεν έχει δουλωθεί ο αδελφός ή η αδελφή με τέτοιους. σε ειρήνη λοιπόν μας έχει καλέσει ο Θεός.  16 Γιατί τι ξέρεις, γυναίκα, αν τον άντρα σου θα σώσεις; Ή τι ξέρεις, άντρα, αν τη γυναίκα σου θα σώσεις; 
Να μένουμε στην κατάσταση που μας κάλεσε ο θεός
17 εἰ μὴ ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεός, ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτω περιπατείτω. καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.  18 περιτετμημένος τις ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. ἐν ἀκροβυστίᾳ τις ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω.  19 ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ.  20 ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.  21 δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ᾿ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι.  22 ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.  23 τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.  24 ἕκαστος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοί, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ Θεῷ.  17 Μόνο, όπως ο Κύριος μοίρασε σε καθέναν, όπως ο Θεός έχει καλέσει καθέναν, έτσι ας περπατά. Και έτσι διατάζω σε όλες τις εκκλησίες.  18 Περιτμημένος κάποιος καλέστηκε; Ας μην καλύπτει την περιτομή. Με ακροβυστία έχει καλεστεί κανείς; Ας μην περιτέμνεται.  19 Η περιτομή τίποτα δεν είναι και η ακροβυστία τίποτα δεν είναι, αλλά η τήρηση των εντολών του Θεού.  20 Καθένας στην κλήση που καλέστηκε, σ’ αυτήν ας μένει.  21 Δούλος κλήθηκες, ας μη σε μέλει. αλλά αν επίσης δύνασαι να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε μάλλον την ευκαιρία.  22 Γιατί όποιος καλέστηκε στον Κύριο δούλος, είναι απελεύθερος του Κυρίου. Όμοια, όποιος καλέστηκε ελεύθερος, δούλος είναι του Χριστού.  23 Με τιμή αγοραστήκατε. μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων.  24 Καθένας σ’ αυτό που κλήθηκε, αδελφοί, σ’ αυτό ας μένει κοντά στο Θεό.» 
Άγαμοι και χήρες
25 Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.  26 νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.  27 δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα·  28 ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτε· θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.  29 τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι,  30 καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες,  31 καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου.  32 θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ·  33 ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί.  34 μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί.  35 τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.  36 Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθένον αὐτοῦ νομίζει, ἐὰν ᾖ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι ὃ θέλει ποιείτω· οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν.  37 ὃς δὲ ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, τοῦ τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς ποιεῖ.  38 ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ.  39 Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ.  40 μακαριωτέρα δέ ἐστιν ἐὰν οὕτω μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.  25 Σχετικά όμως με τους παρθένους διαταγή του Κυρίου δεν έχω, αλλά γνώμη δίνω ως ελεημένος από τον Κύριο να είμαι πιστός.  26 Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό είναι καλό εξαιτίας της παρούσας ανάγκης, ότι είναι καλό για τον άνθρωπο το να μένει έτσι όπως είναι.  27 Είσαι δεμένος με γυναίκα, μη ζητάς διάλυση. είσαι λυμένος από γυναίκα, μη ζητάς γυναίκα.  28 Αν όμως και νυμφευτείς, δεν αμάρτησες, και αν παντρευτεί η παρθένα, δεν αμάρτησε. Θλίψη όμως στη σάρκα θα έχουν οι τέτοιοι, κι εγώ σας λυπάμαι.  29 Αυτό λοιπόν λέω, αδελφοί: ο καιρός είναι σύντομος. Λοιπόν, και όσοι έχουν γυναίκες να είναι σαν να μην έχουν,  30 και όσοι κλαίνε σαν να μην κλαίνε, και όσοι χαίρονται σαν να μη χαίρονται, και όσοι αγοράζουν σαν να μην κατέχουν,  31 και όσοι μεταχειρίζονται τα πράγματα του κόσμου σαν να μην καταχρώνται αυτά. γιατί παρέρχεται το σχήμα του κόσμου τούτου.  32 Σας θέλω, λοιπόν, να είστε αμέριμνοι. Ο άγαμος μεριμνά για τα πράγματα του Κυρίου, πώς να αρέσει στον Κύριο.  33 Εκείνος όμως που νυμφεύτηκε μεριμνά για τα πράγματα του κόσμου, πώς να αρέσει στη γυναίκα,  34 και είναι μοιρασμένος. Και η γυναίκα η άγαμη και η παρθένα μεριμνά για τα πράγματα του Κυρίου, για να είναι άγια και στο σώμα και στο πνεύμα. Εκείνη όμως που παντρεύτηκε μεριμνά για τα πράγματα του κόσμου, πώς να αρέσει στον άντρα.  35 Και τούτο για το δικό σας συμφέρον το λέω, όχι για να βάλω πάνω σας βρόχο, αλλά για να κάνετε το ευπρεπές και να παραμένετε καλά στον Κύριο απερίσπαστα.  36 Αν όμως κάποιος νομίζει πως συμπεριφέρεται άσχημα προς την παρθένα του, αν έχει υπερβεί την ακμή της νεότητάς της και έτσι οφείλει να γίνεται, αυτό που θέλει ας κάνει. δεν αμαρτάνει. ας παντρευτούν.  37 Όποιος όμως έχει σταθεί εδραίος μέσα στην καρδιά του μην έχοντας ανάγκη, και έχει εξουσία πάνω στο δικό του θέλημα και αυτό έχει αποφασίσει μέσα στη δική του καρδιά, να τηρεί τη δική του παρθένα άγαμη, καλά θα κάνει.  38 Ώστε και αυτός που παντρεύει τη δική του παρθένα καλά κάνει και αυτός που δεν την παντρεύει καλύτερα θα κάνει.  39 Η γυναίκα είναι δεμένη για όσο χρόνο ζει ο άντρας της. Αν όμως κοιμηθεί ο άντρας της, ελεύθερη είναι με όποιον θέλει να παντρευτεί, μόνο να γίνει μέσα στο θέλημα του Κυρίου.  40 Μακαριότερη όμως είναι αν μείνει έτσι, κατά τη δική μου γνώμη. Νομίζω, λοιπόν, πως κι εγώ έχω Πνεύμα Θεού. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 8




Α Κορ. η’ 1-13

Σχετικά με τα ειδωλόθυτα
1 Περὶ δὲ τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν.  2 ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. εἰ δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκε καθὼς δεῖ γνῶναι·  3 εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοῦ.  4 Περὶ τῆς βρώσεως οὖν τῶν εἰδωλοθύτων οἴδαμεν ὅτι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ, καὶ ὅτι οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς.  5 καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ εἴτε ἐν οὐρανῷ εἴτε ἐπὶ τῆς γῆς, ὥσπερ εἰσὶ θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί,  6 ἀλλ᾿ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ.  7 ᾿Αλλ᾿ οὐκ ἐν πᾶσιν ἡ γνῶσις· τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσι, καὶ ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται.  8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα.  9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν.  10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν;  11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν.  12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε.  13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.  1 Σχετικά τώρα με τα ειδωλόθυτα ξέρουμε ότι όλοι έχουμε γνώση. Η γνώση φουσκώνει από υπερηφάνεια, η αγάπη όμως οικοδομεί.  2 Αν κάποιος νομίζει ότι έχει γνωρίσει κάτι, ακόμα δεν το γνώρισε καθώς πρέπει να το γνωρίσει.  3 Αν όμως κάποιος αγαπά το Θεό, αυτός έχει γνωριστεί από Αυτόν.  4 Σχετικά με την τροφή λοιπόν του κρέατος των ειδωλοθύτων, ξέρουμε ότι τίποτα δεν είναι το είδωλο στον κόσμο και ότι κανένας Θεός δεν υπάρχει παρά μόνο ένας.  5 Και γιατί, αν βέβαια υπάρχουν λεγόμενοι θεοί είτε στον ουρανό είτε πάνω στη γη, όπως ακριβώς υπάρχουν θεοί πολλοί και κύριοι πολλοί,  6 αλλά για μας ένας Θεός υπάρχει, ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα και εμείς ανήκουμε σ’ αυτόν, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα και εμείς μέσω αυτού.  7 Αλλά δεν υπάρχει σε όλους αυτή η γνώση. Μερικοί πιστοί μάλιστα, από τη συνήθεια ως τώρα για το είδωλο, ως ειδωλόθυτο το τρώνε, και η συνείδησή τους που είναι ασθενής μολύνεται.  8 Η τροφή λοιπόν δε θα μας παρουσιάσει, για να επιδοκιμαστούμε από το Θεό. Ούτε αν δε φάμε, στερούμαστε, ούτε αν φάμε, περισσεύουμε.  9 Προσέχετε, όμως, μήπως η εξουσία σας αυτή γίνει πρόσκομμα στους ασθενείς κατά την πίστη.  10 Γιατί αν κάποιος δει εσένα που έχεις γνώση να κάθεσαι μέσα σε ναό ειδώλων, η συνείδησή του, επειδή αυτός είναι ασθενής στην πίστη, δε θα εδραιωθεί στο να τρώει τα ειδωλόθυτα;  11 Χάνεται δηλαδή ο ασθενής στην πίστη με τη δική σου γνώση, ο αδελφός για τον οποίο ο Χριστός πέθανε.  12 Έτσι, όμως, αμαρτάνοντας στους αδελφούς και πληγώνοντας τη συνείδησή τους που είναι ασθενής, στο Χριστό αμαρτάνετε.  13 Γι’ αυτό ακριβώς, αν τροφή σκανδαλίζει τον αδελφό μου, δε θα φάω κρέας στον αιώνα, για να μη σκανδαλίσω τον αδελφό μου. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 9


Α Κορ. θ’ 1-27

Τα δικαιώματα του αποστόλου
1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ ᾿Ιησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ;  2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.  3 ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί.  4 Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν;  5 μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς;  6 ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι;  7 τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει;  8 Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει;  9 ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ;  10 ἢ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι.  11 Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν;  12 εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.  13 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐσθίουσιν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται;  14 οὕτω καὶ ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τὸ εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ζῆν.  15 ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων. Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ.  16 ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ δὲ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι·  17 εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι.  18 τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.  19 ᾿Ελεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω·  20 καὶ ἐγενόμην τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὡς ᾿Ιουδαῖος, ἵνα ᾿Ιουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω·  21 τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ᾿ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους·  22 ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω.  23 Τοῦτο δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι.  24 Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε.  25 πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον.  26 ἐγὼ τοίνυν οὕτω τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτω πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων,  27 ἀλλ᾿ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.  1 Δεν είμαι ελεύθερος; Δεν είμαι απόστολος; Δεν έχω δει τον Ιησού τον Κύριό μας; Δεν είστε εσείς το έργο μου στον Κύριο;  2 Αν για άλλους δεν είμαι απόστολος, αλλά βέβαια για σας είμαι. γιατί η σφραγίδα της αποστολής μου εσείς είστε στον Κύριο.  3 Η δική μου απολογία σ’ όσους με ανακρίνουν είναι αυτή.  4 Μήπως δεν έχουμε εξουσία να φάμε και να πιούμε;  5 Μήπως δεν έχουμε εξουσία να περιφέρουμε αδελφή γυναίκα όπως και οι λοιποί απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς;  6 Ή μόνος εγώ και ο Βαρνάβας δεν έχουμε εξουσία να μην εργαζόμαστε;  7 Ποιος στρατεύεται με δικά του έξοδα ποτέ; Ποιος φυτεύει αμπελώνα και τον καρπό του δεν τρώει; Ή ποιος ποιμαίνει ποίμνιο και από το γάλα του ποιμνίου δεν τρώει;  8 Μήπως κατά ανθρώπινο τρόπο αυτά μιλώ ή και ο νόμος δε λέει αυτά;  9 Γιατί μέσα στο νόμο του Μωυσή είναι γραμμένο: Δε θα φιμώσεις βόδι που αλωνίζει. Μήπως μόνο για τα βόδια μέλει το Θεό  10 ή και για μας εννοεί ολοκληρωτικά; Για μας, βεβαίως, γράφτηκε, γιατί οφείλει όποιος οργώνει να οργώνει με ελπίδα, και όποιος αλωνίζει να έχει ελπίδα στο να μετέχει.  11 Αν εμείς σ’ εσάς σπείραμε τα πνευματικά, είναι μεγάλο πράγμα αν εμείς θερίσουμε από εσάς τα υλικά;  12 Αν άλλοι μετέχουν στην εξουσία πάνω σας, δεν πρέπει περισσότερο εμείς; Αλλά δε χρησιμοποιήσαμε την εξουσία αυτή, αλλά τα πάντα ανεχόμαστε, για να μη δώσουμε κανένα εμπόδιο στο ευαγγέλιο του Χριστού.  13 Δεν ξέρετε ότι οι εργαζόμενοι στα ιερά πράγματα τρώνε από τα προσφερόμενα στο ναό, και αυτοί που μένουν συνεχώς δίπλα στο θυσιαστήριο παίρνουν μέρος από αυτά που προσφέρονται στο θυσιαστήριο;  14 Έτσι και ο Κύριος διέταξε γι’ αυτούς που αναγγέλλουν το ευαγγέλιο να ζουν από το ευαγγέλιο.  15 Εγώ όμως δεν έχω χρησιμοποιήσει κανένα από αυτά τα δικαιώματα. Και δεν έγραψα αυτά, για να γίνει έτσι σ’ εμένα. γιατί καλό είναι για μένα μάλλον να πεθάνω παρά… – το καύχημά μου κανείς δε θα κενώσει.  16 Γιατί αν ευαγγελίζω, δεν έχω καύχημα. επειδή ως ανάγκη μού επιβάλλεται. Γιατί αλίμονο σ’ εμένα αν δεν ευαγγελίσω.  17 Γιατί αν εκούσια αυτό το πράττω, έχω μισθό. αν όμως ακούσια, μου έχουν εμπιστευτεί οικονομία.  18 Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; Να θέσω αδάπανο το ευαγγέλιο, όταν ευαγγελίζω, για να μην καταχραστώ την εξουσία μου στο ευαγγέλιο.  19 Γιατί, ενώ είμαι ελεύθερος από όλους, σε όλους δούλωσα τον εαυτό μου, για να κερδίσω τους περισσότερους.  20 Και έγινα στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος, για να κερδίσω τους Ιουδαίους. Σ’ αυτούς που είναι κάτω από νόμο σαν να είμαι κάτω από νόμο, ενώ δεν είμαι ο ίδιος κάτω από νόμο, για να κερδίσω αυτούς που είναι κάτω από το νόμο.  21 Στους ανόμους σαν άνομος, ενώ δεν είμαι άνομος στο Θεό, αλλά έννομος στο Χριστό, για να κερδίσω τους ανόμους.  22 Έγινα ασθενής στους ασθενείς ως προς την πίστη, για να κερδίσω τους ασθενείς. Σε όλους έχω γίνει όλα, για να σώσω με κάθε τρόπο μερικούς.  23 Και όλα τα κάνω για χάρη τού ευαγγελίου, για να γίνω συμμέτοχος αυτού.  24 Δεν ξέρετε ότι όσοι τρέχουν στο στάδιο, όλοι βέβαια τρέχουν, αλλά ένας λαβαίνει το βραβείο; Έτσι να τρέχετε, ώστε να το καταχτήσετε.  25 Καθένας λοιπόν που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα, εκείνοι, βέβαια, για να λάβουν φθαρτό στέφανο, εμείς όμως άφθαρτο.  26 Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω: όχι σαν να μην έχω σκοπό. έτσι πυγμαχώ: όχι σαν να δέρνω τον αέρα.  27 Αλλά καταπιέζω το σώμα μου και το δουλαγωγώ, μήπως, ενώ σε άλλους κήρυξα, εγώ ο ίδιος γίνω αδόκιμος. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16 

Προς Κορινθίους Α’ κεφάλαιον 10




Α Κορ. ι’ 1-33

Προειδοποίηση κατά της ειδωλολατρίας
1 Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον,  2 καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ,  3 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον,  4 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.  5 ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.  6 Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.  7 μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν.  8 μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες.  9 μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο.  10 μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.  11 ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν.  12 ῞Ωστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.  13 πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.  14 Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας.  15 ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι.  16 τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;  17 ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.  18 βλέπετε τὸν ᾿Ισραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί;  19 τί οὖν φημί; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ἐστιν;  20 ἀλλ᾿ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι.  21 οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων.  22 ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;  1 Γιατί δε θέλω εσείς να αγνοείτε, αδελφοί, ότι οι πατέρες μας ήταν όλοι κάτω από τη νεφέλη και όλοι πέρασαν διαμέσου της θάλασσας  2 και όλοι βαφτίστηκαν στο Μωυσή μέσα στη νεφέλη και μέσα στη θάλασσα,  3 και όλοι έφαγαν την ίδια πνευματική τροφή  4 και όλοι ήπιαν το ίδιο πνευματικό ποτό. Γιατί έπιναν από την πνευματική πέτρα που τους ακολουθούσε, και η πέτρα ήταν ο Χριστός.  5 Αλλά στους περισσότερους από αυτούς δεν ευαρεστήθηκε ο Θεός, γι’ αυτό στρώθηκαν κάτω στην έρημο.  6 Αυτά λοιπόν έγιναν παραδείγματα για μας, για να μην επιθυμούμε εμείς κακά καθώς κι εκείνοι επιθύμησαν.  7 Μήτε να γίνεστε ειδωλολάτρες καθώς μερικοί από αυτούς, όπως ακριβώς είναι γραμμένο: Κάθισε ο λαός να φάει και να πιει και σηκώθηκαν να παίζουν.  8 Μήτε να πορνεύουμε καθώς μερικοί από αυτούς πόρνευσαν και έπεσαν σε μια ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες.  9 Μήτε να πειράζουμε το Χριστό καθώς μερικοί από αυτούς πείραξαν και θανατώθηκαν από τα φίδια.  10 Μήτε να γογγύζετε καθώς ακριβώς μερικοί από αυτούς γόγγυσαν και θανατώθηκαν από τον εξολοθρευτή.  11 Αυτά, λοιπόν, ως τύπος συνέβαιναν σ’ εκείνους και γράφτηκαν για νουθεσία δική μας, για μας στους οποίους έφτασαν τα τέλη των αιώνων.  12 Ώστε όποιος νομίζει πως έχει σταθεί ας προσέχει μην πέσει.  13 Πειρασμός δε σας έχει καταλάβει παρά μόνο ανθρώπινος. Πιστός είναι λοιπόν ο Θεός, ο οποίος δε θα σας αφήσει να πειραχτείτε παραπάνω από ό,τι δύναστε, αλλά θα κάνει μαζί με τον πειρασμό και την έκβαση, για να δύναστε να υποφέρετε.  14 Γι’ αυτό ακριβώς, αγαπητοί μου, αποφεύγετε την ειδωλολατρία.  15 Σε φρόνιμους το λέω. κρίνετε εσείς αυτό που λέω:  16 το ποτήρι της ευλογίας που ευλογούμε δεν είναι κοινωνία του αίματος του Χριστού; Τον άρτο που κόβουμε με τα χέρια δεν είναι κοινωνία του σώματος του Χριστού;  17 Επειδή ένας είναι ο άρτος, ένα σώμα είμαστε οι πολλοί, γιατί όλοι από τον έναν άρτο μετέχουμε.  18 Προσέχετε τον Ισραήλ κατά σάρκα: όσοι τρώνε τις θυσίες δεν είναι συμμέτοχοι του θυσιαστηρίου;  19 Τι λοιπόν λέω; Ότι το ειδωλόθυτο είναι κάτι ή ότι το είδωλο είναι κάτι;  20 Όχι, αλλά ότι όσα θυσιάζουν, στα δαιμόνια και όχι στο Θεό τα θυσιάζουν. Δε θέλω λοιπόν εσείς να γίνεστε συμμέτοχοι των δαιμονίων.  21 Δε δύναστε να πίνετε το ποτήρι του Κυρίου και το ποτήρι των δαιμονίων, δε δύναστε να μετέχετε στο τραπέζι του Κυρίου και στο τραπέζι των δαιμονίων.  22 Ή προκαλούμε σε ζηλοτυπία τον Κύριο; Μήπως είμαστε ισχυρότεροι από αυτόν; 
Τα πάντα να κάνετε για τη δόξα του Θεού
23 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.  24 μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.  25 Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν·  26 τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.  27 εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν.  28 ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.  29 συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;  30 εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῷ;  31 Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.  32 ἀπρόσκοπτοι γίνεσθε καὶ ᾿Ιουδαίοις καὶ ῞Ελλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ,  33 καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι.  23 Όλα επιτρέπονται, αλλά δε συμφέρουν όλα. όλα επιτρέπονται, αλλά δεν οικοδομούν όλα.  24 Κανείς ας μη ζητά το δικό του, αλλά αυτό του άλλου.  25 Καθετί που πουλιέται σε κρεοπωλείο τρώτε το, χωρίς να ανακρίνετε τίποτα για τη συνείδηση.  26 γιατί του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής.  27 Αν κάποιος από τους άπιστους σας καλεί και θέλετε να πάτε, καθετί που σας παραθέτουν τρώτε το, χωρίς να ανακρίνετε τίποτα για τη συνείδηση.  28 Αν όμως κάποιος σας πει: «Αυτό είναι ιερόθυτο», μην το τρώτε για εκείνον που το μήνυσε και για τη συνείδηση.  29 Και συνείδηση εννοώ όχι τη δική σου, αλλά αυτήν του άλλου. Γιατί η ελευθερία μου να κρίνεται από άλλη συνείδηση;  30 Αν εγώ με τη χάρη του Θεού μετέχω, γιατί να κακολογούμαι γι’ αυτό που εγώ ευχαριστώ;  31 Είτε λοιπόν τρώτε είτε πίνετε είτε κάτι κάνετε, όλα για τη δόξα του Θεού να τα κάνετε.  32 Μη γίνεστε πρόσκομμα και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες και στην εκκλησία του Θεού,  33 καθώς κι εγώ αρέσω για τα πάντα σε όλους, μη ζητώντας το συμφέρον του εαυτού μου, αλλά αυτό των πολλών, για να σωθούν. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16