Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 1


Απ. α’ 1-20

Εισαγωγή και χαιρετισμός
1 Ἀποκάλυψις ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός, δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει, καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ ᾿Ιωάννῃ,  2 ὃς ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅσα εἶδε.  3 μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα· ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς.  4 ᾿Ιωάννης ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις ταῖς ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευμάτων, ἃ ἐνώπιον τοῦ θρόνου αὐτοῦ,  5 καὶ ἀπὸ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ μάρτυς ὁ πιστός, ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν καὶ ὁ ἄρχων τῶν βασιλέων τῆς γῆς. τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καὶ λούσαντι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ,  6 καὶ ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὐτοῦ, αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.  7 ᾿Ιδοὺ ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν, καὶ ὄψεται αὐτὸν πᾶς ὀφθαλμὸς καὶ οἵτινες αὐτὸν ἐξεκέντησαν, καὶ κόψονται ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς. ναί, ἀμήν.  8 ᾿Εγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ.  1 Αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, που του έδωσε ο Θεός, για να δείξει στους δούλους του αυτά που πρέπει να γίνουν γρήγορα, και τα έδειξε με σημεία, αφού την απέστειλε μέσω του αγγέλου του στο δούλο του Ιωάννη,  2 ο οποίος μαρτύρησε το λόγο του Θεού και τη μαρτυρία του Ιησού Χριστού, όσα είδε.  3 Μακάριος εκείνος που διαβάζει και εκείνοι που ακούν τους λόγους της προφητείας και τηρούν όσα είναι γραμμένα σ’ αυτή, γιατί ο καιρός είναι κοντά.  4 Ο Ιωάννης προς τις εφτά εκκλησίες που είναι στην επαρχία της Ασίας. Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από τον Είναι και τον Ήταν και τον Ερχόμενο, και από τα εφτά πνεύματα που είναι μπροστά στο θρόνο του,  5 και από τον Ιησού Χριστό, που είναι ο μάρτυρας ο πιστός, ο πρωτότοκος των νεκρών και ο άρχοντας των βασιλιάδων της γης. Σ’ Αυτόν που μας αγαπά και μας έλυσε από τις αμαρτίες μας με το αίμα του,  6 και μας έκανε βασιλεία, ιερείς για το Θεό και Πατέρα του, σ’ Αυτόν η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. αμήν.  7 Ιδού, έρχεται με τις νεφέλες, και θα τον δει κάθε οφθαλμός, και αυτοί που τον κέντησαν, και θα θρηνήσουν γι’ αυτόν όλες οι φυλές της γης του Ισραήλ. Ναι, αμήν.  8 «Εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα», λέει Κύριος ο Θεός, «ο Είναι και ο Ήταν και ο Ερχόμενος, ο Παντοκράτορας». 
Όραμα του Χριστού
9 ᾿Εγὼ ᾿Ιωάννης, ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν καὶ συγκοινωνὸς ἐν τῇ θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ὑπομονῇ ἐν ᾿Ιησοῦ Χριστῷ, ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.  10 ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος  11 λεγούσης· ὃ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον καὶ πέμψον ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις, εἰς ῎Εφεσον καὶ εἰς Σμύρναν καὶ εἰς Πέργαμον καὶ εἰς Θυάτειρα καὶ εἰς Σάρδεις καὶ εἰς Φιλαδέλφειαν καὶ εἰς Λαοδίκειαν.  12 Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις ἐλάλει μετ᾿ ἐμοῦ· καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς,  13 καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν·  14 ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χιών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός,  15 καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν,  16 καὶ ἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά, καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ρομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ.  17 Καὶ ὅτε εἶδον αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός, καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα ἐπ᾿ ἐμὲ λέγων· μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος  18 καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.  19 γράψον οὖν ἃ εἶδες, καὶ ἅ εἰσι καὶ ἃ μέλλει γίνεσθαι μετὰ ταῦτα·  20 τὸ μυστήριον τῶν ἑπτὰ ἀστέρων ὧν εἶδες ἐπὶ τῆς δεξιᾶς μου, καὶ τὰς ἑπτὰ λυχνίας τὰς χρυσᾶς. οἱ ἑπτὰ ἀστέρες ἄγγελοι τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιῶν εἰσι, καὶ αἱ λυχνίαι αἱ ἑπτὰ ἑπτὰ ἐκκλησίαι εἰσίν.  9 Εγώ ο Ιωάννης, ο αδελφός σας και συμμέτοχος μέσα στη θλίψη και στη βασιλεία και στην υπομονή με τον Ιησού, ήμουν στο νησί που καλείται Πάτμος, εξαιτίας του λόγου του Θεού και της μαρτυρίας για τον Ιησού.  10 Ήρθα σε πνευματική έκσταση κατά την ημέρα του Κυρίου και άκουσα πίσω μου φωνή μεγάλη σαν σάλπιγγα  11 να λέει: «Ό,τι βλέπεις γράψε το σε βιβλίο και στείλε το στις εφτά εκκλησίες: στην Έφεσο και στη Σμύρνη και στην Πέργαμο και στα Θυάτειρα και στις Σάρδεις και στη Φιλαδέλφεια και στη Λαοδίκεια».  12 Και έστρεψα πίσω, για να βλέπω τη φωνή που μίλαγε μαζί μου. Και όταν έστρεψα πίσω, είδα εφτά λυχνίες χρυσές  13 και στο μέσο των λυχνιών έναν όμοιο με γιο ανθρώπου, ντυμένο με χιτώνα ποδήρη και περιζωσμένο στους μαστούς με ζώνη χρυσή.  14 Και η κεφαλή του και οι τρίχες είναι λευκές σαν μαλλί λευκό, σαν χιόνι, και οι οφθαλμοί του σαν πύρινη φλόγα  15 και τα πόδια του όμοια με χαλκολίβανο σαν σε πυρακτωμένο καμίνι και η φωνή του σαν βοή από νερά πολλά.  16 Και έχει μέσα στο δεξί χέρι του εφτά αστέρες και από το στόμα του εκπορεύεται ρομφαία δίστομη κοφτερή και η όψη του είναι όπως ο ήλιος φέγγει στη δύναμή του.  17 Και όταν τον είδα, έπεσα μπροστά στα πόδια του σαν νεκρός. Και έθεσε το δεξί του χέρι πάνω μου λέγοντας: «Μη φοβάσαι. εγώ είμαι ο πρώτος και ο έσχατος  18 και ο ζωντανός, και έγινα νεκρός, αλλά ιδού, είμαι ζωντανός στους αιώνες των αιώνων, και έχω τα κλειδιά του θανάτου και του άδη.  19 Γράψε, λοιπόν, αυτά που είδες και αυτά που είναι και αυτά που μέλλουν να γίνουν μετά από αυτά.  20 Το μυστήριο των εφτά αστέρων που είδες πάνω στο δεξί μου χέρι και τις εφτά λυχνίες τις χρυσές. Οι εφτά αστέρες είναι άγγελοι των εφτά εκκλησιών, και οι λυχνίες οι εφτά είναι εφτά εκκλησίες». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Advertisements

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 2


Απ. β’ 1-29

Επιστολή στην εκκλησία της Εφέσου
1 Τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν ᾿Εφέσῳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ κρατῶν τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν τῶν χρυσῶν·  2 οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ τὸν κόπον σου καὶ τὴν ὑπομονήν σου, καὶ ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακούς, καὶ ἐπείρασας τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς ἀποστόλους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσί, καὶ εὗρες αὐτοὺς ψευδεῖς·  3 καὶ ὑπομονὴν ἔχεις, καὶ ἐβάστασας διὰ τὸ ὄνομά μου, καὶ οὐ κεκοπίακας.  4 ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ, ὅτι τὴν ἀγάπην σου τὴν πρώτην ἀφῆκας.  5 μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καὶ μετανόησον καὶ τὰ πρῶτα ἔργα ποίησον· εἰ δὲ μή, ἔρχομαί σοι ταχὺ καὶ κινήσω τὴν λυχνίαν σου ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς, ἐὰν μὴ μετανοήσῃς.  6 ἀλλὰ τοῦτο ἔχεις, ὅτι μισεῖς τὰ ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν, ἃ κἀγὼ μισῶ.  7 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου.  1 «Στον άγγελο της εκκλησίας στην Έφεσο γράψε: “Αυτά λέει εκείνος που κρατά τους εφτά αστέρες μέσα στο δεξί του xέρι, που περπατά στο μέσο των εφτά λυχνιών των χρυσών:  2 Ξέρω τα έργα σου και τον κόπο και την υπομονή σου και ότι δε δύνασαι να βαστάξεις κακούς, και δοκίμασες αυτούς που λένε τους εαυτούς τους αποστόλους, αλλά δεν είναι και τους βρήκες ψεύτικους.  3 Και υπομονή έχεις και βάσταξες για το όνομά μου και δεν έχεις κουραστεί.  4 Αλλά έχω εναντίον σου αυτό, ότι την αγάπη σου την πρώτη άφησες.  5 Να θυμάσαι, λοιπόν, από πού έχεις πέσει και μετανόησε και τα πρώτα έργα κάνε. Ειδεμή έρχομαι σ’ εσένα και θα κινήσω τη λυχνία σου από τον τόπο της, αν δε μετανοήσεις.  6 Αλλά έχεις αυτό, ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών που κι εγώ μισώ.  7 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες. Σ’ αυτόν που νικά θα του δώσω να φάει από το δέντρο της ζωής, που είναι μέσα στον Παράδεισο του Θεού”». 
Επιστολή στην εκκλησία της Σμύρνης
8 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ὃς ἐγένετο νεκρὸς καὶ ἔζησεν·  9 οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν πτωχείαν· ἀλλὰ πλούσιος εἶ καὶ τὴν βλασφημίαν ἐκ τῶν λεγόντων ᾿Ιουδαίους εἶναι ἑαυτούς, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγὴ τοῦ σατανᾶ.  10 μηδὲν φοβοῦ ἃ μέλλεις παθεῖν. ἰδοὺ δὴ μέλλει βαλεῖν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν ἡμέρας δέκα. γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς.  11 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. ῾Ο νικῶν οὐ μὴ ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ δευτέρου.  8 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στη Σμύρνη γράψε: “Αυτά λέει ο πρώτος και ο έσχατος, που έγινε νεκρός και έζησε:  9 Ξέρω τη θλίψη σου και τη φτώχεια – αλλά είσαι πλούσιος – και τη βλαστήμια από εκείνους που λένε τους εαυτούς τους πως είναι Ιουδαίοι και δεν είναι, αλλά συναγωγή του Σατανά.  10 Τίποτα μη φοβάσαι από αυτά που μέλλεις να πάσχεις. Ιδού, μέλλει να ρίχνει ο Διάβολος μερικούς από εσάς σε φυλακή, για να πειραχτείτε, και θα έχετε θλίψη δέκα ημέρες. Γίνου πιστός μέχρι το θάνατο και θα σου δώσω το στέφανο της ζωής.  11 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες. Αυτός που νικά δε θα βλαφτεί από το θάνατο το δεύτερο”». 
Επιστολή στην εκκλησία της Περγάμου
12 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Περγάμῳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὴν ρομφαίαν τὴν δίστομον τὴν ὀξεῖαν·  13 οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ ποῦ κατοικεῖς· ὅπου ὁ θρόνος τοῦ σατανᾶ· καὶ κρατεῖς τὸ ὄνομά μου, καὶ οὐκ ἠρνήσω τὴν πίστιν μου καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αἷς ᾿Αντίπας ὁ μάρτυς μου ὁ πιστός, ὃς ἀπεκτάνθη παρ᾿ ὑμῖν, ὅπου ὁ σατανᾶς κατοικεῖ.  14 ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἔχεις ἐκεῖ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν Βαλαάμ, ὃς ἐδίδαξε τὸν Βαλὰκ βαλεῖν σκάνδαλον ἐνώπιον τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα καὶ πορνεῦσαι.  15 οὕτως ἔχεις καὶ σὺ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν τῶν Νικολαϊτῶν ὁμοίως.  16 μετανόησον οὖν· εἰ δὲ μή, ἔρχομαί σοι ταχὺ καὶ πολεμήσω μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ρομφαίᾳ τοῦ στόματός μου.  17 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ τοῦ μάννα τοῦ κεκρυμμένου, καὶ δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καὶ ἐπὶ τὴν ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων.  12 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στην Πέργαμο γράψε: “Αυτά λέει εκείνος που έχει τη ρομφαία τη δίστομη την κοφτερή:  13 Ξέρω πού κατοικείς: εκεί όπου είναι ο θρόνος του Σατανά. και όμως κρατάς το όνομά μου και δεν αρνήθηκες την πίστη μου ακόμα και κατά τις ημέρες που ζούσε ο Αντίπας, ο μάρτυράς μου ο πιστός μου, ο οποίος σκοτώθηκε κοντά σας, εκεί όπου ο Σατανάς κατοικεί.  14 Αλλά έχω λίγα εναντίον σου, γιατί έχεις εκεί αυτούς που κρατούν τη διδαχή του Βαλαάμ, ο οποίος δίδασκε στο Βαλάκ να βάλει σκάνδαλο μπροστά στους γιους Ισραήλ, να τους παρασύρει, για να φάνε ειδωλόθυτα και να πορνεύσουν.  15 Έτσι όμοια έχεις κι εσύ κάποιους που κρατούν τη διδαχή των Νικολαϊτών.  16 Μετανόησε, λοιπόν. ειδεμή, έρχομαι σ’ εσένα γρήγορα και θα πολεμήσω μαζί τους με τη ρομφαία του στόματός μου.  17 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες. Σ’ αυτόν που νικά θα του δώσω το μάννα το κρυμμένο και θα του δώσω ψηφί λευκό, και πάνω στο ψηφί ένα όνομα καινούργιο γραμμένο που κανείς δεν το ξέρει παρά αυτός που το λαβαίνει”». 
Επιστολή στην εκκλησία των Θυατείρων
18 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Θυατείροις ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὡς φλόγα πυρός, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ·  19 οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πίστιν καὶ τὴν διακονίαν καὶ τὴν ὑπομονήν σου, καὶ τὰ ἔργα σου τὰ ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων.  20 ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἀφεῖς τὴν γυναῖκά σου ᾿Ιεζάβελ, ἣ λέγει ἑαυτὴν προφῆτιν, καὶ διδάσκει καὶ πλανᾷ τοὺς ἐμοὺς δούλους πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα.  21 καὶ ἔδωκα αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ, καὶ οὐ θέλει μετανοῆσαι ἐκ τῆς πορνείας αὐτῆς.  22 ἰδοὺ βάλλω αὐτὴν εἰς κλίνην καὶ τοὺς μοιχεύοντας μετ᾿ αὐτῆς εἰς θλῖψιν μεγάλην, ἐὰν μὴ μετανοήσωσιν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῆς,  23 καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἀποκτενῶ ἐν θανάτῳ, καὶ γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας, καὶ δώσω ὑμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα ὑμῶν.  24 ὑμῖν δὲ λέγω τοῖς λοιποῖς τοῖς ἐν Θυατείροις, ὅσοι οὐκ ἔχουσι τὴν διδαχὴν ταύτην, οἵτινες οὐκ ἔγνωσαν τὰ βαθέα τοῦ σατανᾶ, ὡς λέγουσιν· οὐ βάλλω ἐφ᾿ ὑμᾶς ἄλλο βάρος·  25 πλὴν ὃ ἔχετε κρατήσατε ἄχρις οὗ ἂν ἥξω.  26 Καὶ ὁ νικῶν καὶ ὁ τηρῶν ἄχρι τέλους τὰ ἔργα μου, δώσω αὐτῷ ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐθνῶν,  27 καὶ ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ράβδῳ σιδηρᾷ, ὡς τὰ σκεύη τὰ κεραμικὰ συντριβήσεται, ὡς κἀγὼ εἴληφα παρὰ τοῦ πατρός μου,  28 καὶ δώσω αὐτῷ τὸν ἀστέρα τὸν πρωϊνόν.  29 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.  18 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στα Θυάτειρα γράψε: “Αυτά λέει ο Υιός του Θεού, που έχει τους οφθαλμούς του σαν πύρινη φλόγα και τα πόδια του όμοια με χαλκολίβανο:  19 Ξέρω τα έργα σου και την αγάπη και την πίστη και τη διακονία και την υπομονή σου. και τα έργα σου τα τελευταία είναι περισσότερα από τα πρώτα.  20 Αλλά έχω εναντίον σου αυτό, ότι αφήνεις τη γυναίκα την Ιεζάβελ, που λέει τον εαυτό της προφήτισσα, και διδάσκει και πλανά τους δικούς μου δούλους, ώστε να πορνεύσουν και να φάνε ειδωλόθυτα.  21 Και της έδωσα χρόνο να μετανοήσει, αλλά δε θέλει να μετανοήσει από την πορνεία της.  22 Ιδού, ρίχνω αυτήν στο κρεβάτι και αυτούς που μοιχεύουν μαζί της ρίχνω σε θλίψη μεγάλη, αν δε μετανοήσουν από τα έργα της.  23 και τα παιδιά της θα τα χτυπήσω με θάνατο. Και θα γνωρίσουν όλες οι εκκλησίες ότι εγώ είμαι εκείνος που ερευνά νεφρά και καρδιές, και θα δώσω σε καθέναν από εσάς σύμφωνα με τα έργα σας.  24 Σ’ εσάς όμως λέω στους υπόλοιπους που είστε στα Θυάτειρα, όσοι δεν έχουν τη διδαχή αυτή, οι οποίοι δε γνώρισαν τα βάθη του Σατανά καθώς τα λένε: δε βάζω πάνω σας άλλο βάρος.  25 όμως αυτό που έχετε κρατήστε το μέχρις ότου έρθω.  26 Και σ’ αυτόν που νικά και τηρεί μέχρι το τέλος τα έργα μου, θα του δώσω εξουσία πάνω στα έθνη,  27 και θα τους ποιμάνει με ράβδο σιδερένια όπως συντρίβονται τα σκεύη τα κεραμικά  28 – όπως κι εγώ έχω λάβει εξουσία από τον Πατέρα μου – και θα του δώσω τον αστέρα τον πρωινό.  29 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες”». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 3


Απ. γ’ 1-22

Επιστολή στην εκκλησία των Σάρδεων
1 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας· οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ.  2 γίνου γρηγορῶν, καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου.  3 μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας, καὶ τήρει καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπὶ σὲ ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ σέ.  4 ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοί εἰσιν.  5 ῾Ο νικῶν οὕτως περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.  6 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.  1 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στις Σάρδεις γράψε:  2 “Αυτά λέει εκείνος που έχει τα εφτά πνεύματα του Θεού και τους εφτά αστέρες: Ξέρω τα έργα σου. όνομα έχεις ότι ζεις, αλλά είσαι νεκρός. Γίνου άγρυπνος και στήριξε τα λοιπά που έμελλαν να πεθάνουν, γιατί δεν έχω βρει τα έργα σου ολοκληρωμένα μπροστά στο Θεό μου.  3 Να θυμάσαι, λοιπόν, πώς έχεις λάβει και άκουσες, και να τα τηρείς και μετανόησε. Αν λοιπόν δεν αγρυπνήσεις, θα έρθω σαν κλέφτης και δε θα γνωρίσεις ποια ώρα θα έρθω εναντίον σου.  4 Αλλά έχεις λίγα ονόματα ανθρώπων στις Σάρδεις που δε μόλυναν τα ρούχα τους και θα περπατήσουν μαζί μου στα λευκά, γιατί είναι άξιοι.  5 Αυτός που νικά έτσι θα ντυθεί με ρούχα λευκά και δε θα εξαλείψω το όνομά του από τη βίβλο της ζωής και θα ομολογήσω το όνομά του μπροστά στον Πατέρα μου και μπροστά στους αγγέλους του.  6 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες». 
Επιστολή στην εκκλησία της Φιλαδέλφειας
7 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει·  8 οἶδά σου τὰ ἔργα· – ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν· – ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου.  9 ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς ᾿Ιουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ ψεύδονται· ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε.  10 ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.  11 ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου.  12 ῾Ο νικῶν, ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς ῾Ιερουσαλήμ, ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.  13 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.  7 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στη Φιλαδέλφεια γράψε: “Αυτά λέει ο άγιος, ο αληθινός, που έχει το κλειδί του Δαβίδ, που ανοίγει και κανείς δε θα κλείσει, και που κλείνει και κανείς δεν ανοίγει:  8 Ξέρω τα έργα σου. ιδού, έχω δώσει μπροστά σου θύρα ανοιγμένη, που κανείς δε δύναται να την κλείσει. Γιατί έχεις μικρή δύναμη, αλλά τήρησες το λόγο μου και δεν αρνήθηκες το όνομά μου.  9 Ιδού, θα σου δώσω από τη συναγωγή του Σατανά, αυτούς που λένε τους εαυτούς τους πως είναι Ιουδαίοι, και δεν είναι αλλά ψεύδονται. Ιδού, θα τους κάνω να έρθουν και να προσκυνήσουν μπροστά στα πόδια σου και να γνωρίσουν ότι εγώ σε αγάπησα.  10 Επειδή τήρησες το λόγο μου να έχεις υπομονή, κι εγώ θα σε φυλάξω από την ώρα του πειρασμού που μέλλει να έρχεται πάνω σε όλη την οικουμένη, για να πειράξει αυτούς που κατοικούν πάνω στη γη.  11 Έρχομαι γρήγορα. κράτα αυτό που έχεις, για να μην πάρει κανείς το στέφανό σου.  12 Αυτόν που νικά θα τον κάνω στύλο μέσα στο ναό του Θεού μου και έξω δε θα βγει πια. Και θα γράψω πάνω του το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλης του Θεού μου, της καινούργιας Ιερουσαλήμ, που κατεβαίνει από τον ουρανό από το Θεό μου. και το όνομά μου το καινούργιο.  13 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες”». 
Επιστολή στην εκκλησία της Λαοδίκειας
14 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·  15 οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.  16 οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.  17 ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, – καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, –  18 συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾿ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.  19 ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.  20 ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ.  21 ῾Ο νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.  22 ῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.  14 «Και στον άγγελο της εκκλησίας στη Λαοδίκεια γράψε: “Αυτά λέει ο Αμήν, ο μάρτυρας ο πιστός και αληθινός, η αρχή της κτίσης του Θεού:  15 Ξέρω τα έργα σου. ούτε ψυχρός είσαι ούτε ζεστός. Είθε να ήσουν ψυχρός ή ζεστός.  16 Έτσι, επειδή είσαι χλιαρός και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω να σε κάνω εμετό από το στόμα μου.  17 Γιατί λες: “Πλούσιος είμαι και έχω πλουτίσει και τίποτα δεν έχω ανάγκη”, και δεν ξέρεις ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός και τυφλός και γυμνός.  18 Σε συμβουλεύω να αγοράσεις από εμένα χρυσάφι που έχει πυρακτωθεί και καθαριστεί από τη φωτιά, για να πλουτίσεις, και ρούχα λευκά, για να ντυθείς και να μη φανερωθεί η ντροπή της γυμνότητάς σου, και κολλύριο, ώστε να χρίσεις τους οφθαλμούς σου, για να βλέπεις.  19 Εγώ όσους αγαπώ ελέγχω και παιδεύω. Έχε ζήλο, λοιπόν, και μετανόησε.  20 Ιδού, έχω σταθεί μπροστά στη θύρα και κρούω. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και ανοίξει τη θύρα, τότε θα εισέλθω προς αυτόν και θα δειπνήσω μαζί του και αυτός μαζί μου.  21 Σ’ αυτόν που νικά θα του δώσω να καθίσει μαζί μου στο θρόνο μου, όπως κι εγώ νίκησα και κάθισα μαζί με τον Πατέρα μου στο θρόνο του.  22 Όποιος έχει αυτί ας ακούσει τι το Πνεύμα λέει στις εκκλησίες”». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 4


Απ. δ’ 1-11

Η ουράνια λατρεία
1 Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ θύρα ἀνεῳγμένη ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἡ φωνὴ ἡ πρώτη ἣν ἤκουσα ὡς σάλπιγγος λαλούσης μετ᾿ ἐμοῦ, λέγων· ἀνάβα ὧδε καὶ δείξω σοι ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.  2 καὶ εὐθέως ἐγενόμην ἐν πνεύματι· καὶ ἰδοὺ θρόνος ἔκειτο ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τὸν θρόνον καθήμενος,  3 ὅμοιος ὁράσει λίθῳ ἰάσπιδι καὶ σαρδίῳ· καὶ ἶρις κυκλόθεν τοῦ θρόνου, ὁμοίως ὅρασις σμαραγδίνων.  4 Καὶ κυκλόθεν τοῦ θρόνου θρόνοι εἴκοσι τέσσαρες, καὶ ἐπὶ τοὺς θρόνους τοὺς εἴκοσι τέσσαρας πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν στεφάνους χρυσοῦς.  5 καὶ ἐκ τοῦ θρόνου ἐκπορεύονται ἀστραπαὶ καὶ φωναὶ καὶ βρονταί· καὶ ἑπτὰ λαμπάδες πυρὸς καιόμεναι ἐνώπιον τοῦ θρόνου, αἵ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ·  6 καὶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου ὡς θάλασσα ὑαλίνη, ὁμοία κρυστάλλῳ· καὶ ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ κύκλῳ τοῦ θρόνου τέσσαρα ζῷα γέμοντα ὀφθαλμῶν ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν·  7 καὶ τὸ ζῷον τὸ πρῶτον ὅμοιον λέοντι, καὶ τὸ δεύτερον ζῷον ὅμοιον μόσχῳ, καὶ τὸ τρίτον ζῷον ἔχον τὸ πρόσωπον ὡς ἀνθρώπου, καὶ τὸ τέταρτον ζῷον ὅμοιον ἀετῷ πετομένῳ.  8 καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα, ἓν καθ᾿ ἓν αὐτῶν ἔχον ἀνὰ πτέρυγας ἕξ, κυκλόθεν καὶ ἔσωθεν γέμουσιν ὀφθαλμῶν, καὶ ἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας καὶ νυκτὸς λέγοντες· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καὶ ὁ ὢν καὶ ὁ ἐρχόμενος.  9 Καὶ ὅταν δῶσι τὰ ζῷα δόξαν καὶ τιμὴν καὶ εὐχαριστίαν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου, τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων,  10 πεσοῦνται οἱ εἴκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ἐνώπιον τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ προσκυνήσουσι τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ βαλοῦσι τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ θρόνου λέγοντες·  11 ἄξιος εἶ, ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δύναμιν, ὅτι σὺ ἔκτισας τὰ πάντα, καὶ διὰ τὸ θέλημά σου ἦσαν καὶ ἐκτίσθησαν.  1 Μετά από αυτά είδα, και ιδού θύρα ανοιγμένη στον ουρανό, και η φωνή η πρώτη, που άκουσα σαν σάλπιγγα να μιλά μαζί μου, λέει: «Ανέβα εδώ και θα σου δείξω αυτά που πρέπει να γίνουν μετά από αυτά».  2 Αμέσως ήρθα σε πνευματική έκσταση. και ιδού, θρόνος βρισκόταν στον ουρανό και πάνω στο θρόνο ένας που κάθεται.  3 Και αυτός που κάθεται είναι όμοιος στη θέα με το λίθο ίασπη και το σάρδιο. και ουράνιο τόξο είναι κυκλικά στο θρόνο, που είναι όμοιος στη θέα με σμαράγδι.  4 Και κυκλικά στο θρόνο είναι θρόνοι είκοσι τέσσερις, και πάνω στους θρόνους είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι που κάθονται ντυμένοι με ρούχα λευκά και πάνω στα κεφάλια τους στέφανοι χρυσοί.  5 Και από το θρόνο εκπορεύονται αστραπές και φωνές και βροντές. και εφτά πύρινες λαμπάδες καίνε μπροστά στο θρόνο, που είναι τα εφτά πνεύματα του Θεού.  6 Και μπροστά στο θρόνο κάτι σαν θάλασσα γυάλινη όμοια με κρύσταλλο. Και στο μέσο του θρόνου και κυκλικά στο θρόνο είναι τέσσερα ζωντανά όντα γεμάτα οφθαλμούς από μπροστά και από πίσω.  7 Και το ζωντανό ον το πρώτο είναι όμοιο με λέοντα και το δεύτερο ζωντανό ον όμοιο με μοσχάρι και το τρίτο ζωντανό ον έχει το πρόσωπο σαν ανθρώπου και το τέταρτο ζωντανό ον είναι όμοιο με αετό που πετάει.  8 Και τα τέσσερα ζωντανά όντα, το καθένα τους ξεχωριστά έχουν από έξι φτερούγες, ενώ κυκλικά και από μέσα είναι γεμάτα οφθαλμούς. Και ανάπαυση δεν έχουν ημέρα και νύχτα λέγοντας: Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτορας, ο Ήταν και ο Είναι και ο Ερχόμενος!  9 Και όταν δώσουν τα ζωντανά όντα δόξα και τιμή και ευχαριστία σ’ αυτόν που κάθεται πάνω στο θρόνο, στον ζωντανό στους αιώνες των αιώνων,  10 θα πέσουν οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι μπροστά σ’ αυτόν που κάθεται πάνω στο θρόνο και θα προσκυνήσουν τον ζωντανό στους αιώνες των αιώνων και θα ρίξουν τους στεφάνους τους μπροστά στο θρόνο λέγοντας:  11 Άξιος είσαι, ο Κύριος και ο Θεός μας, να λάβεις τη δόξα και την τιμή και τη δύναμη, γιατί εσύ έχτισες τα πάντα και για το θέλημά σου υπήρξαν και χτίστηκαν. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 5


Απ. ε’ 1-14

Το βιβλίο και το Αρνίο
1 Καὶ εἶδον ἐπὶ τὴν δεξιὰν τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου βιβλίον γεγραμμένον ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά.  2 καὶ εἶδον ἄγγελον ἰσχυρὸν κηρύσσοντα ἐν φωνῇ μεγάλη· τίς ἄξιός ἐστιν ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ;  3 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο ἐν τῷ οὐρανῷ οὔτε ἐπὶ τῆς γῆς οὔτε ὑποκάτω τῆς γῆς ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον οὔτε βλέπειν αὐτό.  4 καὶ ἐγὼ ἔκλαιον πολύ, ὅτι οὐδεὶς ἄξιος εὑρέθη ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον οὔτε βλέπειν αὐτό.  5 καὶ εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγει μοι· μὴ κλαῖε. ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς ᾿Ιούδα, ἡ ρίζα Δαυΐδ, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας αὐτοῦ.  6 Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτά, ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενα εἰς πᾶσαν τὴν γῆν.  7 καὶ ἦλθε καὶ εἴληφεν ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου.  8 καὶ ὅτε ἔλαβε τὸ βιβλίον, τὰ τέσσαρα ζῷα καὶ οἱ εἴκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ἔπεσαν ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων·  9 καὶ ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες· ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους,  10 καὶ ἐποίησας αὐτοὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς, καὶ βασιλεύσουσιν ἐπὶ τῆς γῆς.  11 καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἀγγέλων πολλῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν ζῴων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων,  12 λέγοντες φωνῇ μεγάλῃ· ἄξιόν ἐστι τὸ ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον λαβεῖν τὴν δύναμιν καὶ τὸν πλοῦτον καὶ σοφίαν καὶ ἰσχὺν καὶ τιμὴν καὶ δόξαν καὶ εὐλογίαν.  13 καὶ πᾶν κτίσμα ὃ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὑποκάτω τῆς γῆς καὶ ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐστί, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα, ἤκουσα λέγοντας· τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ τῷ ἀρνίῳ ἡ εὐλογία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.  14 καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα ἔλεγον, ἀμήν· καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεσαν καὶ προσεκύνησαν.  1 Και είδα στο δεξί χέρι εκείνου που κάθεται πάνω στο θρόνο ένα βιβλίο γραμμένο από μέσα και από πίσω, σφραγισμένο καλά με εφτά σφραγίδες.  2 Και είδα έναν άγγελο ισχυρό να διακηρύττει με φωνή μεγάλη: «Ποιος είναι άξιος να ανοίξει το βιβλίο και να λύσει τις σφραγίδες του;»  3 Και κανείς δεν μπορούσε στον ουρανό ούτε πάνω στη γη ούτε κάτω από τη γη να ανοίξει το βιβλίο ούτε να το βλέπει.  4 Και έκλαιγα πολύ, γιατί κανείς άξιος δε βρέθηκε να ανοίξει το βιβλίο ούτε να το βλέπει.  5 Και ένας από τους πρεσβυτέρους μού λέει: «Μην κλαις. ιδού, νίκησε ο λέοντας που είναι από τη φυλή του Ιούδα, η ρίζα του Δαβίδ, για να ανοίξει το βιβλίο και τις εφτά σφραγίδες του».  6 Και είδα στο μέσο του θρόνου και των τεσσάρων ζωντανών όντων και στο μέσο των πρεσβυτέρων ένα Αρνίο να έχει σταθεί σαν σφαγμένο, έχοντας κέρατα εφτά και οφθαλμούς εφτά, οι οποίοι είναι τα εφτά πνεύματα του Θεού αποσταλμένοι σε όλη τη γη.  7 Και ήρθε και το έχει λάβει από το δεξί χέρι εκείνου που κάθεται πάνω στο θρόνο.  8 Και όταν έλαβε το βιβλίο, τα τέσσερα ζωντανά όντα και οι είκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι έπεσαν μπροστά στο Αρνίο έχοντας καθένας κιθάρα και φιάλες χρυσές γεμάτες θυμιάματα, που είναι οι προσευχές των αγίων.  9 Και τραγουδούν ωδή καινούργια λέγοντας: «Άξιος είσαι να λάβεις το βιβλίο και ν’ ανοίξεις τις σφραγίδες του, γιατί σφάχτηκες και αγόρασες για το Θεό με το αίμα σου ανθρώπους από κάθε φυλή και γλώσσα και λαό και έθνος  10 και τους έκανες για το Θεό μας βασιλεία και ιερείς, και θα βασιλέψουν πάνω στη γη».  11 Και είδα, και άκουσα φωνή αγγέλων πολλών κυκλικά στο θρόνο και στα ζωντανά όντα και στους πρεσβυτέρους. Και ήταν ο αριθμός τους μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων,  12 λέγοντας με φωνή μεγάλη: «Άξιο είναι το Αρνίο το σφαγμένο να λάβει τη δύναμη και τον πλούτο και τη σοφία και τη ισχύ και την τιμή και τη δόξα και την ευλογία».  13 Και κάθε κτίσμα που είναι στον ουρανό και πάνω στη γη και κάτω από τη γη και πάνω στη θάλασσα και όσα είναι μέσα σ’ αυτά όλα τα άκουσα να λένε: «Σ’ αυτόν που κάθεται πάνω στο θρόνο, και στο Αρνίο, ας είναι η ευλογία και η τιμή και η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων».  14 Και τα τέσσερα ζωντανά όντα έλεγαν: «Αμήν». Και οι πρεσβύτεροι έπεσαν και προσκύνησαν. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 6


  Απ. στ’ 1-17

Οι εφτά σφραγίδες
1 Καὶ εἶδον ὅτι ἤνοιξε τὸ ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ σφραγίδων· καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος, ὡς φωνὴ βροντῆς· ἔρχου.  2 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ᾿ αὐτὸν ἔχων τόξον· καὶ ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καὶ ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ.  3 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν δευτέραν, ἤκουσα τοῦ δευτέρου ζῴου λέγοντος· ἔρχου.  4 καὶ ἐξῆλθεν ἄλλος ἵππος πυρρός, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ᾿ αὐτὸν ἐδόθη αὐτῷ λαβεῖν τὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς καὶ ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη.  5 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τρίτην, ἤκουσα τοῦ τρίτου ζῴου λέγοντος· ἔρχου. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ᾿ αὐτὸν ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ·  6 καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου· καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ ἀδικήσῃς.  7 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα φωνὴν τοῦ τετάρτου ζῴου λέγοντος· ἔρχου.  8 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα αὐτῷ ὁ θάνατος, καὶ ὁ ᾅδης ἠκολούθει μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς γῆς, ἀποκτεῖναι ἐν ρομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν θανάτῳ καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων τῆς γῆς.  9 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον·  10 καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;  11 καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί.  12 Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην, καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ὁ ἥλιος μέλας ἐγένετο ὡς σάκκος τρίχινος, καὶ ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα,  13 καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν, ὡς συκῆ βάλλουσα τοὺς ὀλύνθους αὐτῆς, ὑπὸ ἀνέμου μεγάλου σειομένη,  14 καὶ ὁ οὐρανὸς ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενον, καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν·  15 καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ χιλίαρχοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ πᾶς δοῦλος καὶ ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων,  16 καὶ λέγουσι τοῖς ὄρεσι καὶ ταῖς πέτραις· πέσατε ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ κρύψατε ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου,  17 ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς αὐτοῦ, καὶ τίς δύναται σταθῆναι;  1 Και είδα, όταν άνοιξε το Αρνίο μια από τις εφτά σφραγίδες, τότε άκουσα ένα από τα τέσσερα ζωντανά όντα να λέει σαν φωνή βροντής: «Έλα».  2 Και είδα, και ιδού ίππος λευκός, και αυτός που κάθεται πάνω του να έχει τόξο και του δόθηκε στέφανος και εξήλθε νικώντας και για να νικήσει.  3 Και όταν άνοιξε τη σφραγίδα τη δεύτερη, άκουσα το δεύτερο ζωντανό ον να λέει: «Έλα».  4 Και εξήλθε άλλος ίππος, φλογοκόκκινος, και σ’ αυτόν που κάθεται πάνω του του δόθηκε να πάρει την ειρήνη από τη γη και να αλληλοσφαχτούν. και του δόθηκε μάχαιρα μεγάλη.  5 Και όταν άνοιξε τη σφραγίδα την τρίτη, άκουσα το τρίτο ζωντανό ον να λέει: «Έλα». Και είδα, και ιδού ίππος μαύρος, και αυτός που κάθεται πάνω του να έχει ζυγαριά στο χέρι του.  6 Και άκουσα σαν μια φωνή στο μέσο των τεσσάρων ζωντανών όντων να λέει: «Ένας χοίνικας σιτάρι για ένα δηνάριο, και τρεις χοίνικες κριθάρι για ένα δηνάριο. αλλά το λάδι και το κρασί μην τα βλάψεις».  7 Και όταν άνοιξε τη σφραγίδα την τέταρτη, άκουσα τη φωνή του τέταρτου ζωντανού όντος να λέει. «Έλα».  8 Και είδα, και ιδού ίππος χλομός, και αυτός που κάθεται πάνω του έχει όνομα ο Θάνατος, και ο Άδης ακολουθούσε μαζί του. Και τους δόθηκε εξουσία πάνω στο ένα τέταρτο της γης, για να σκοτώσουν με ρομφαία και με λιμό και με θάνατο και από τα θηρία της γης.  9 Και όταν άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές των σφαγμένων για το λόγο του Θεού και για τη μαρτυρία που είχαν.  10 Και έκραξαν με φωνή μεγάλη λέγοντας: «Ως πότε, Δεσπότη άγιε και αληθινέ, δε θα κρίνεις και δε θα εκδικείσαι το αίμα μας από αυτούς που κατοικούν πάνω στη γη;»  11 Και δόθηκε σε καθέναν από αυτούς στολή λευκή, και ειπώθηκε σ’ αυτούς να αναπαυτούν ακόμα λίγο χρόνο, ωσότου συμπληρωθούν και οι σύνδουλοί τους και οι αδελφοί τους που μέλλουν να θανατώνονται όπως καί αυτοί.  12 Και είδα όταν άνοιξε τη σφραγίδα την έκτη, και σεισμός μεγάλος έγινε. Και ο ήλιος έγινε μαύρος σαν σάκος τρίχινος και η σελήνη όλη έγινε σαν αίμα.  13 Και οι αστέρες του ουρανού έπεσαν στη γη όπως η συκιά ρίχνει τα άγουρα πρώιμα σύκα της, όταν σείεται από δυνατό άνεμο.  14 Και ο ουρανός αποχωρίστηκε κι εξαφανίστηκε σαν βιβλίο κυλινδρικό που τυλίγεται απότομα. Και κάθε όρος και νήσος από τον τόπο τους κινήθηκαν.  15 Και τότε οι βασιλιάδες της γης και οι μεγιστάνες και οι χιλίαρχοι και οι πλούσιοι και οι ισχυροί και κάθε δούλος και ελεύθερος έκρυψαν τους εαυτούς τους στα σπήλαια και στους βράχους των ορέων.  16 Και λένε στα όρη και στους βράχους: «Πέστε πάνω μας και κρύψτε μας από το πρόσωπο εκείνου που κάθεται πάνω στο θρόνο και από την οργή του Αρνίου.  17 Γιατί ήρθε η ημέρα η μεγάλη της οργής τους, και ποιος δύναται να σταθεί;» 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 7


Απ. ζ’ 1-17

Οι 144.000 Ισραηλίτες
1 Καὶ μετὰ τοῦτο εἶδον τέσσαρας ἀγγέλους ἑστῶτας ἐπὶ τὰς τέσσαρας γωνίας τῆς γῆς, κρατοῦντας τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τῆς γῆς, ἵνα μὴ πνέῃ ἄνεμος ἐπὶ τῆς γῆς μήτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης μήτε ἐπὶ πᾶν δένδρον.  2 καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον ἀναβαίνοντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου, ἔχοντα σφραγῖδα Θεοῦ ζῶντος, καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ τοῖς τέσσαρσιν ἀγγέλοις, οἷς ἐδόθη αὐτοῖς ἀδικῆσαι τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν,  3 λέγων· μὴ ἀδικήσητε τὴν γῆν μήτε τὴν θάλασσαν μήτε τὰ δένδρα, ἄχρις οὗ σφραγίσωμεν τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν.  4 Καὶ ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐσφραγισμένων· ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες ἐσφραγισμένοι ἐκ πάσης φυλῆς υἱῶν ᾿Ισραήλ·  5 ἐκ φυλῆς ᾿Ιούδα δώδεκα χιλιάδες ἐσφραγισμένοι, ἐκ φυλῆς Ρουβὴν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Γὰδ δώδεκα χιλιάδες,  6 ἐκ φυλῆς ᾿Ασὴρ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Νεφθαλεὶμ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Μανασσῆ δώδεκα χιλιάδες,  7 ἐκ φυλῆς Συμεὼν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Λευῒ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς ᾿Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,  8 ἐκ φυλῆς Ζαβουλὼν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς ᾿Ιωσὴφ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Βενιαμὶν δώδεκα χιλιάδες ἐσφραγισμένοι.  1 Μετά από αυτό είδα τέσσερις αγγέλους να έχουν σταθεί πάνω στις τέσσερις γωνίες της γης, κρατώντας τους τέσσερις ανέμους της γης, για να μην πνέει άνεμος πάνω στη γη μήτε πάνω στη θάλασσα μήτε πάνω σε κανένα δέντρο.  2 Και είδα άλλο άγγελο να ανεβαίνει από την ανατολή του ήλιου, έχοντας σφραγίδα τού ζωντανού Θεού, και έκραξε με φωνή μεγάλη στους τέσσερις αγγέλους που τους δόθηκε να βλάψουν τη γη και τη θάλασσα,  3 λέγοντας: «Μη βλάψετε τη γη μήτε τη θάλασσα μήτε τα δέντρα, μέχρι να σφραγίσουμε τους δούλους του Θεού μας πάνω στα μέτωπά τους».  4 Και άκουσα τον αριθμό των σφραγισμένων: εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες, σφραγισμένοι από κάθε φυλή των γιων Ισραήλ.  5 Από τη φυλή Ιούδα δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι, από τη φυλή Ρουβήν δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Γαδ δώδεκα χιλιάδες,  6 από τη φυλή Ασήρ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Νεφθαλίμ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Μανασσή δώδεκα χιλιάδες,  7 από τη φυλή Συμεών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Λευί δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,  8 από τη φυλή Ζαβουλών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Ιωσήφ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή Βενιαμίν δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι. 
Οι αμέτρητοι πιστοί της μεγάλης θλίψης
9 Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, περιβεβλημένους στολὰς λευκάς, καὶ φοίνικες ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν·  10 καὶ κράζουσι φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ τῷ ἀρνίῳ.  11 καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι εἱστήκεισαν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων, καὶ ἔπεσαν ἐνώπιον τοῦ θρόνου ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ  12 λέγοντες· ἀμήν· ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.  13 Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τὰς στολὰς τὰς λευκὰς τίνες εἰσὶ καὶ πόθεν ἦλθον;  14 καὶ εἴρηκα αὐτῷ· κύριέ μου, σὺ οἶδας. καὶ εἶπέ μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτὰς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου.  15 διὰ τοῦτό εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ᾿ αὐτούς.  16 οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδ᾿ οὐ μὴ πέσῃ ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα,  17 ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτούς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.  9 Μετά από αυτά είδα, και ιδού πλήθος πολύ, που να το αριθμήσει κανείς δεν μπορούσε, από κάθε έθνος και φυλές και λαούς και γλώσσες, να έχουν σταθεί μπροστά στο θρόνο και μπροστά στο Αρνίο, ντυμένους με στολές λευκές και με φοίνικες στα χέρια τους.  10 Και κράζουν με φωνή μεγάλη, λέγοντας: «Η σωτηρία ανήκει στο Θεό μας που κάθεται πάνω στο θρόνο, και στο Αρνίο».  11 Και όλοι οι άγγελοι είχαν σταθεί κυκλικά στο θρόνο και στους πρεσβυτέρους και στα τέσσερα ζωντανά όντα, και έπεσαν μπροστά στο θρόνο με τα πρόσωπά τους και προσκύνησαν το Θεό,  12 λέγοντας: «Αμήν. η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς ανήκουν στο Θεό μας στους αιώνες των αιώνων. αμήν».  13 Και αποκρίθηκε ένας από τους πρεσβυτέρους, λέγοντάς μου: «Αυτοί οι ντυμένοι με τις στολές τις λευκές, ποιοι είναι και από πού ήρθαν;»  14 Και έχω πει σ’ αυτόν: «Κύριέ μου, εσύ ξέρεις». Και μου είπε: «Αυτοί είναι που έρχονται από τη θλίψη τη μεγάλη, και έπλυναν τις στολές τους και τις λεύκαναν μέσα στο αίμα του Αρνίου.  15 Γι’ αυτό είναι μπροστά στο θρόνο του Θεού και τον λατρεύουν ημέρα και νύχτα μέσα στο ναό του, και αυτός που κάθεται πάνω στο θρόνο θ’ απλώσει τη σκηνή του πάνω τους.  16 Δε θα πεινάσουν πια ούτε πλέον θα διψάσουν, ούτε θα πέσει πάνω τους ο ήλιος ούτε κανένα καύμα.  17 Γιατί το Αρνίο που είναι ανάμεσα στο θρόνο θα τους ποιμάνει και θα τους οδηγήσει σε πηγές νερών ζωής. και θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τους οφθαλμούς τους». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 8


Απ. η’ 1-13

Η έβδομη σφραγίδα και το χρυσό λιβανιστήρι
1 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἑβδόμην, ἐγένετο σιγὴ ἐν τῷ οὐρανῷ ὡς ἡμιώριον.  2 Καὶ εἶδον τοὺς ἑπτὰ ἀγγέλους οἳ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἑστήκασι, καὶ ἐδόθησαν αὐτοῖς ἑπτὰ σάλπιγγες.  3 καὶ ἄλλος ἄγγελος ἦλθε καὶ ἐστάθη ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου ἔχων λιβανωτὸν χρυσοῦν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ θυμιάματα πολλά, ἵνα δώσῃ ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων πάντων ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν τὸ ἐνώπιον τοῦ θρόνου.  4 καὶ ἀνέβη ὁ καπνὸς τῶν θυμιαμάτων ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων ἐκ χειρὸς τοῦ ἀγγέλου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.  5 καὶ εἴληφεν ὁ ἄγγελος τὸν λιβανωτὸν καὶ ἐγέμισεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν γῆν. καὶ ἐγένοντο βρονταὶ καὶ φωναὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ σεισμός.  1 Και όταν άνοιξε τη σφραγίδα την έβδομη, έγινε σιγή στον ουρανό περίπου μισή ώρα.  2 Και είδα τους εφτά αγγέλους που μπροστά στο Θεό έχουν σταθεί, και τους δόθηκαν εφτά σάλπιγγες.  3 Και άλλος άγγελος ήρθε και στάθηκε δίπλα στο θυσιαστήριο, έχοντας λιβανιστήρι χρυσό, και του δόθηκαν θυμιάματα πολλά, για να τα προσφέρει με τις προσευχές όλων των αγίων πάνω στο θυσιαστήριο το χρυσό που είναι μπροστά στο θρόνο.  4 Και ανέβηκε ο καπνός των θυμιαμάτων με τις προσευχές των αγίων από το χέρι του αγγέλου μπροστά στο Θεό.  5 Και έχει λάβει ο άγγελος το λιβανιστήρι και το γέμισε από τη φωτιά του θυσιαστηρίου και την έριξε στη γη. Και έγιναν βροντές και φωνές και αστραπές και σεισμός. 
Οι σάλπιγγες
6 Καὶ οἱ ἑπτὰ ἄγγελοι οἱ ἔχοντες τὰς ἑπτὰ σάλπιγγας ἡτοίμασαν ἑαυτοὺς ἵνα σαλπίσωσι.  7 Καὶ ὁ πρῶτος ἐσάλπισε, καὶ ἐγένετο χάλαζα καὶ πῦρ μεμιγμένα ἐν αἵματι, καὶ ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν· καὶ τὸ τρίτον τῆς γῆς κατεκάη, καὶ τὸ τρίτον τῶν δένδρων κατεκάη, καὶ πᾶς χόρτος χλωρὸς κατεκάη.  8 Καὶ ὁ δεύτερος ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ὡς ὄρος μέγα πυρὶ καιόμενον ἐβλήθη εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῆς θαλάσσης αἷμα,  9 καὶ ἀπέθανε τὸ τρίτον τῶν κτισμάτων τῶν ἐν τῇ θαλάσσῃ, τὰ ἔχοντα ψυχάς, καὶ τὸ τρίτον τῶν πλοίων διεφθάρη.  10 Καὶ ὁ τρίτος ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἔπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀστὴρ μέγας καιόμενος ὡς λαμπάς, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὸ τρίτον τῶν ποταμῶν καὶ ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων.  11 καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ ῎Αψινθος. καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἄψινθον, καὶ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων, ὅτι ἐπικράνθησαν.  12 Καὶ ὁ τέταρτος ἄγγελος ἐσάλπισε, καὶ ἐπλήγη τὸ τρίτον τοῦ ἡλίου καὶ τὸ τρίτον τῆς σελήνης καὶ τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων, ἵνα σκοτισθῇ τὸ τρίτον αὐτῶν, καὶ τὸ τρίτον αὐτῆς μὴ φανῇ ἡ ἡμέρα, καὶ ἡ νὺξ ὁμοίως.  13 Καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἀετοῦ πετομένου ἐν μεσουρανήματι, λέγοντος φωνῇ μεγάλῃ· οὐαί, οὐαί, οὐαὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς ἐκ τῶν λοιπῶν φωνῶν τῆς σάλπιγγος τῶν τριῶν ἀγγέλων τῶν μελλόντων σαλπίζειν.  6 Και οι εφτά άγγελοι, που έχουν τις εφτά σάλπιγγες, ετοιμάστηκαν για να σαλπίσουν.  7 Και ο πρώτος σάλπισε: και έγινε χαλάζι και φωτιά ανακατεμένα με αίμα και ρίχτηκαν στη γη. Και το ένα τρίτο της γης κατακάηκε και το ένα τρίτο των δέντρων κατακάηκε και κάθε χλωρό χορτάρι κατακάηκε.  8 Και ο δεύτερος άγγελος σάλπισε: και κάτι σαν όρος μεγάλο που καίγεται με φωτιά ρίχτηκε στη θάλασσα. Και έγινε το ένα τρίτο της θάλασσας αίμα  9 και πέθανε το ένα τρίτο των κτισμάτων που είναι μέσα στη θάλασσα και έχουν ψυχές και το ένα τρίτο των πλοίων καταστράφηκαν.  10 Και ο τρίτος άγγελος σάλπισε: και έπεσε από τον ουρανό ένας αστέρας μεγάλος που καίγεται σαν λαμπάδα και έπεσε πάνω στο ένα τρίτο των ποταμών και πάνω στις πηγές των νερών.  11 Και το όνομα του αστέρα λέγεται ο Άψινθος. Και έγινε το ένα τρίτο των νερών αψίνθιο και πολλοί από τους ανθρώπους πέθαναν από τα νερά, γιατί πικράθηκαν.  12 Και ο τέταρτος άγγελος σάλπισε: και χτυπήθηκε το ένα τρίτο του ήλιου και το ένα τρίτο της σελήνης και το ένα τρίτο των αστέρων, ώστε να σκοτεινιάσει το ένα τρίτο αυτών και η ημέρα να μη φέξει στο ένα τρίτο της και η νύχτα ομοίως.  13 Και είδα, και άκουσα έναν αετό να πετάει στα μεσούρανα, λέγοντας με φωνή μεγάλη: Ουαί, ουαί, ουαί σ’ αυτούς που κατοικούν πάνω στη γη από τις υπόλοιπες φωνές της σάλπιγγας των τριών αγγέλων που μέλλουν να σαλπίζουν». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 9


Απ. θ’ 1-21


1 Καὶ ὁ πέμπτος ἄγγελος ἐσάλπισε· καὶ εἶδον ἀστέρα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεπτωκότα εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἡ κλεὶς τοῦ φρέατος τῆς ἀβύσσου,  2 καὶ ἤνοιξε τὸ φρέαρ τῆς ἀβύσσου, καὶ ἀνέβη καπνὸς ἐκ τοῦ φρέατος ὡς καπνὸς καμίνου καιομένης, καὶ ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος καὶ ὁ ἀὴρ ἐκ τοῦ καπνοῦ τοῦ φρέατος.  3 καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἐξῆλθον ἀκρίδες εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐδόθη αὐταῖς ἐξουσία ὡς ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ σκορπίοι τῆς γῆς·  4 καὶ ἐρρέθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀδικήσωσι τὸν χόρτον τῆς γῆς οὐδὲ πᾶν χλωρὸν οὐδὲ πᾶν δένδρον, εἰ μὴ τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες οὐκ ἔχουσι τὴν σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν.  5 καὶ ἐδόθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀποκτείνωσιν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἵνα βασανισθῶσι μῆνας πέντε· καὶ ὁ βασανισμὸς αὐτῶν ὡς βασανισμὸς σκορπίου, ὅταν παίσῃ ἄνθρωπον.  6 καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ζητήσουσιν οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατον καὶ οὐ μὴ εὑρήσουσιν αὐτόν, καὶ ἐπιθυμήσουσιν ἀποθανεῖν, καὶ φεύξεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ θάνατος.  7 καὶ τὰ ὁμοιώματα τῶν ἀκρίδων ὅμοια ἵπποις ἡτοιμασμένοις εἰς πόλεμον, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ὡς στέφανοι ὅμοιοι χρυσίῳ, καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὡς πρόσωπα ἀνθρώπων,  8 καὶ εἶχον τρίχας ὡς τρίχας γυναικῶν, καὶ οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὡς λεόντων ἦσαν,  9 καὶ εἶχον θώρακας ὡς θώρακας σιδηροῦς, καὶ ἡ φωνὴ τῶν πτερύγων αὐτῶν ὡς φωνὴ ἁρμάτων ἵππων πολλῶν τρεχόντων εἰς πόλεμον.  10 καὶ ἔχουσιν οὐρὰς ὁμοίας σκορπίοις καὶ κέντρα, καὶ ἐν ταῖς οὐραῖς αὐτῶν ἐξουσίαν ἔχουσι τοῦ ἀδικῆσαι τοὺς ἀνθρώπους μῆνας πέντε.  11 ἔχουσι βασιλέα ἐπ᾿ αὐτῶν τὸν ἄγγελον τῆς ἀβύσσου· ὄνομα αὐτῷ ῾Εβραϊστὶ ᾿Αβαδδών, ἐν δὲ τῇ ῾Ελληνικῇ ὄνομα ἔχει ᾿Απολλύων.  12 ῾Η οὐαὶ ἡ μία ἀπῆλθεν· ἰδοὺ ἔρχονται ἔτι δύο οὐαὶ μετὰ ταῦτα.  13 Καὶ ὁ ἕκτος ἄγγελος ἐσάλπισε· καὶ ἤκουσα φωνὴν μίαν ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ,  14 λέγοντος τῷ ἕκτῳ ἀγγέλῳ· ὁ ἔχων τὴν σάλπιγγα, λῦσον τοὺς τέσσαρας ἀγγέλους τοὺς δεδεμένους ἐπὶ τῷ ποταμῷ τῷ μεγάλῳ Εὐφράτῃ.  15 καὶ ἐλύθησαν οἱ τέσσαρες ἄγγελοι οἱ ἡτοιμασμένοι εἰς τὴν ὥραν καὶ εἰς τὴν ἡμέραν καὶ μῆνα καὶ ἐνιαυτόν, ἵνα ἀποκτείνωσι τὸ τρίτον τῶν ἀνθρώπων.  16 καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευμάτων τοῦ ἵππου δύο μυριάδες μυριάδων· ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν.  17 καὶ οὕτως εἶδον τοὺς ἵππους ἐν τῇ ὁράσει καὶ τοὺς καθημένους ἐπ᾿ αὐτῶν, ἔχοντας θώρακας πυρίνους καὶ ὑακινθίνους καὶ θειώδεις· καὶ αἱ κεφαλαὶ τῶν ἵππων ὡς κεφαλαὶ λεόντων, καὶ ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν ἐκπορεύεται πῦρ καὶ καπνὸς καὶ θεῖον.  18 ἀπὸ τῶν τριῶν πληγῶν τούτων ἀπεκτάνθησαν τὸ τρίτον τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ θείου τοῦ ἐκπορευομένου ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν.  19 ἡ γὰρ ἐξουσία τῶν ἵππων ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἐστι καὶ ἐν ταῖς οὐραῖς αὐτῶν· αἱ γὰρ οὐραὶ αὐτῶν ὅμοιαι ὄφεσιν, ἔχουσαι κεφαλάς, καὶ ἐν αὐταῖς ἀδικοῦσι.  20 καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν ἐν ταῖς πληγαῖς ταύταις, οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσωσι τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ καὶ τὰ λίθινα καὶ τὰ ξύλινα, ἃ οὔτε βλέπειν δύναται οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν,  21 καὶ οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν φόνων αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν φαρμακειῶν αὐτῶν οὔτε ἐκ τῆς πορνείας αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν κλεμμάτων αὐτῶν.  1 Και ο πέμπτος άγγελος σάλπισε: και είδα έναν αστέρα από τον ουρανό που έχει πέσει στη γη, και του δόθηκε το κλειδί του πηγαδιού της αβύσσου.  2 Και άνοιξε το πηγάδι της αβύσσου και ανέβηκε καπνός από το πηγάδι σαν καπνός από καμίνι μεγάλο, και σκοτείνιασε ο ήλιος και ο αέρας από τον καπνό του πηγαδιού.  3 Και από τον καπνό εξήλθαν ακρίδες στη γη, και δόθηκε σ’ αυτές εξουσία όπως έχουν εξουσία οι σκορπιοί της γης.  4 Και τους ειπώθηκε να μη βλάψουν το χορτάρι της γης ούτε κανένα φυτό χλωρό ούτε κανένα δέντρο, παρά μόνο τους ανθρώπους που δεν έχουν τη σφραγίδα του Θεού πάνω στα μέτωπά τους.  5 Και τους δόθηκε εντολή να μην τους σκοτώσουν, αλλά να βασανιστούν πέντε μήνες. και ο βασανισμός τους είναι σαν βασανισμός σκορπιού όταν κεντρίσει άνθρωπο.  6 Και κατά τις ημέρες εκείνες θα ζητήσουν οι άνθρωποι το θάνατο, αλλά δε θα τον βρουν, και θα επιθυμήσουν να πεθάνουν, αλλά φεύγει ο θάνατος από αυτούς.  7 Και τα ομοιώματα των ακρίδων είναι όμοια με ίππους ετοιμασμένους για πόλεμο, και πάνω στα κεφάλια τους είναι σαν στέφανοι όμοιοι με χρυσό, και τσ πρόσωπά τους σαν πρόσωπα ανθρώπων.  8 Και είχαν τρίχες σαν τρίχες γυναικών, και τα δόντια τους ήταν σαν των λιονταριών.  9 Και είχαν θώρακες σαν θώρακες σιδερένιους, και ο θόρυβος των πτερύγων τους σαν θόρυβος αρμάτων με ίππους πολλούς που τρέχουν σε πόλεμο.  10 Και έχουν ουρές όμοιες με σκορπιούς και κεντριά, και στις ουρές τους είναι η δύναμή τους να βλάψουν τους ανθρώπους πέντε μήνες.  11 Έχουν πάνω τους βασιλιά τον άγγελο της αβύσσου. το όνομά του εβραϊκά είναι Αβαδδών και στην ελληνική έχει όνομα Απολλύων.  12 Το ουαί το ένα πέρασε. ιδού, έρχονται ακόμα δύο ουαί μετά από αυτά.  13 Και ο έκτος άγγελος σάλπισε: και άκουσα μία φωνή από τα τέσσερα κέρατα του θυσιαστηρίου του χρυσού, που είναι μπροστά στο Θεό,  14 να λέει στον έκτο άγγελο που έχει τη σάλπιγγα: «Λύσε τους τέσσερις αγγέλους τους δεμένους πάνω στον ποταμό το μεγάλο, τον Ευφράτη».  15 Και λύθηκαν οι τέσσερις άγγελοι, οι ετοιμασμένοι γι’ αυτήν την ώρα και ημέρα και μήνα και έτος, για να σκοτώσουν το ένα τρίτο των ανθρώπων.  16 Και ο αριθμός των στρατευμάτων του ιππικού είναι διακόσια εκατομμύρια. άκουσα τον αριθμό τους.  17 Και έτσι είδα τους ίππους στο όραμα και αυτούς που κάθονται πάνω τους: να έχουν θώρακες πύρινους και υακίνθινους και θειαφένιους. και τα κεφάλια των ίππων σαν κεφάλια λιονταριών, και από τα στόματά τους εκπορεύεται φωτιά και καπνός και θειάφι.  18 Από τις τρεις τούτες πληγές σκοτώθηκαν το ένα τρίτο των ανθρώπων, δηλαδή από τη φωτιά και τον καπνό και το θειάφι που εκπορεύεται από τα στόματά τους.  19 Γιατί η δύναμη των ίππων είναι στο στόμα τους και στις ουρές τους. γιατί οι ουρές τους είναι όμοιες με φίδια κι έχουν κεφάλια και με αυτές βλάπτουν.  20 Και οι υπόλοιποι από τους ανθρώπους, που δε σκοτώθηκαν με τις πληγές αυτές, ούτε που μετάνιωσαν από τα έργα των χεριών τους, ώστε να μην προσκυνήσουν τα δαιμόνια και τα είδωλα τα χρυσά και τα αργυρά και τα χάλκινα και τα λίθινα και τα ξύλινα, που ούτε να βλέπουν δύνανται ούτε να ακούνε ούτε να περπατούν.  21 Και δε μετάνιωσαν από τους φόνους τους ούτε από τα μαγικά τους ούτε από την πορνεία τους ούτε από τις κλεψιές τους. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  

Αποκάλυψις Ιωάννου κεφάλαιον 10


Απ. ι’ 1-11

Ο ισχυρός άγγελος και το βιβλιαράκι
1 Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ἡ ἶρις ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς στῦλοι πυρός,  2 καὶ ἔχων ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ βιβλίον ἀνεῳγμένον. καὶ ἔθηκε τὸν πόδα αὐτοῦ τὸν δεξιὸν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ εὐώνυμον ἐπὶ τῆς γῆς,  3 καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ ὥσπερ λέων μυκᾶται. καὶ ὅτε ἔκραξεν, ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταὶ τὰς ἑαυτῶν φωνάς.  4 Καὶ ὅτε ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, ἔμελλον γράφειν· καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· σφράγισον ἃ ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, καὶ μὴ αὐτὰ γράψῃς.  5 Καὶ ὁ ἄγγελος, ὃν εἶδον ἑστῶτα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, ἦρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν δεξιὰν εἰς τὸν οὐρανὸν  6 καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται,  7 ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς φωνῆς τοῦ ἑβδόμου ἀγγέλου, ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, καὶ ἐτελέσθη τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισε τοὺς δούλους αὐτοῦ τοὺς προφήτας.  8 Καὶ ἡ φωνὴ ἣν ἤκουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, πάλιν λαλοῦσα μετ᾿ ἐμοῦ καὶ λέγουσα· ὕπαγε λάβε τὸ βιβλιδάριον τὸ ἀνεῳγμένον ἐν τῇ χειρὶ τοῦ ἀγγέλου τοῦ ἑστῶτος ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς.  9 καὶ ἀπῆλθα πρὸς τὸν ἄγγελον, λέγων αὐτῷ δοῦναί μοι τὸ βιβλιδάριον. καὶ λέγει μοι· λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό, καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι.  10 καὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ ἀγγέλου καὶ κατέφαγον αὐτό, καὶ ἦν ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι γλυκύ· καὶ ὅτε ἔφαγον αὐτό, ἐπικράνθη ἡ κοιλία μου.  11 καὶ λέγουσί μοι· δεῖ σε πάλιν προφητεῦσαι ἐπὶ λαοῖς καὶ ἔθνεσι καὶ γλώσσαις καὶ βασιλεῦσι πολλοῖς.  1 Και είδα άλλο άγγελο ισχυρό να κατεβαίνει από τον ουρανό, ντυμένο με νεφέλη, και το ουράνιο τόξο πάνω στο κεφάλι του και το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τα πόδια του σαν πύρινοι στύλοι,  2 και έχει στο χέρι του ένα βιβλιαράκι ανοιγμένο. Και έθεσε το πόδι του το δεξί πάνω στη θάλασσα και το αριστερό πάνω στη γη,  3 και έκραξε με φωνή μεγάλη όπως ακριβώς λέοντας βρυχιέται. Και όταν έκραξε, λάλησαν σι εφτά βροντές τις δικές τους φωνές.  4 Και όταν λάλησαν οι εφτά βροντές, έμελλα να γράφω. Αλλά άκουσα φωνή από τον ουρανό να λέει: «Σφράγισε αυτά που λάλησαν οι εφτά βροντές και μην τα γράψεις».  5 Και ο άγγελος, που είδα να έχει σταθεί πάνω στη θάλασσα και πάνω στη γη, σήκωσε το χέρι του το δεξί στον ουρανό και ορκίστηκε σ’ αυτόν που ζει στους αιώνες των αιώνων, ο οποίος έχτισε τον ουρανό και όσα υπάρχουν σ’ αυτόν, και τη γη και όσα υπάρχουν σ’ αυτήν, και τη θάλασσα και όσα υπάρχουν σ’ αυτήν, ότι χρονοτριβή πια δε θα υπάρχει.  6 Αλλά κατά τις ημέρες της φωνής του έβδομου αγγέλου, όταν μέλλει να σαλπίζει, τότε τελέστηκε το μυστήριο του Θεού όπως ευαγγέλισε  7 στους δικούς του δούλους, τους προφήτες.  8 Και η φωνή που άκουσα από τον ουρανό πάλι μιλά μαζί μου και λέει: «Πήγαινε, λάβε το βιβλίο το ανοιγμένο στο χέρι του αγγέλου που έχει σταθεί πάνω στη θάλασσα και πάνω στη γη».  9 Και τότε έφυγα και πήγα προς τον άγγελο, λέγοντάς του να μου δώσει το βιβλιαράκι. Και μου λέει: «Λάβε και κατάφαγέ το. και θα σου πικράνει την κοιλιά, αλλά στο στόμα σου θα είναι γλυκό σαν μέλι».  10 Και έλαβα το βιβλιαράκι από το χέρι του αγγέλου και το κατάφαγα και ήταν στο στόμα μου σαν μέλι γλυκό. αλλά όταν το έφαγα, πικράθηκε η κοιλιά μου.  11 Και μου λένε: «Πρέπει πάλι να προφητέψεις πάνω σε λαούς και σε έθνη και σε γλώσσες και σε βασιλιάδες πολλούς». 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22