Προ παντός προσεύχου αδιαλείπτως και ευχαρίστει τω Θεώ δι’ όλα όσα σου συμβαίνουν

 Μοναχισμός νήψις και ησυχία

(Κανόνας του Μ. Αντωνίου)

Ο Μέγας Αντώνιος είναι ρεαλιστής. Οι κανόνες του δεν είναι μια φόρμουλα που την βρήκε και μας την πέταξε. Ο κάθε κανόνας έχει κάτι μοναδικό για την ζωή του μονάχου ένας αν λυθεί, καταρρέει το πάν. Πρέπει, λέγει, να προσευχώμεθα αδιαλείπτως, αλλά ταυτοχρόνως να ευχαριστούμε τον Θεόν για όλα όσα μας συμβαίνουν. Χρησιμοποιεί παρατακτική σύνδεση, διότι αυτά τα δύο δεν ξεχωρίζουν, πηγαίνουν μαζί. Ευχαριστούμε τον Θεόν για τα ευχάριστα, κυρίως όμως για κάτι άλλο: στην ζωή μας τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα θέλομε εμείς. Προσευχόμαστε, λόγου χάριν, και μας φαίνεται πως δεν μας ακούει ο Θεός. Ζητάμε την υγεία μας και η αρρώστια μας γίνεται χειρότερα. Ζητάμε από τον Θεόν ορισμένα δωρήματα και ο Θεός δεν μας δίνει τίποτε. Τα πράγματα έρχονται ανάποδα.


Εκείνος ο οποίος δεν θα μάθη να ευχαριστή για όλα τον Θεόν, και μάλιστα για τα ανάποδα, δεν θα προχωρήση ούτε ένα χιλιοστό πιο πέρα από εκεί που τον γέννησε η μάνα του. Καμία πρόοδο δεν θα έχη. Και όταν μεν τον γέννησε η μάνα του, ήταν βρέφος αφελές, είχε μία φυσική αγιότητα, εμείς όμως έχομε σκληρότητα και γνώσι η οποία μας ενοχοποιεί. Πρέπει λοιπόν να μάθωμε να ευχαριστούμε τον Θεόν. Όταν έχωμε πονηρούς λογισμούς, όταν ο αδελφός μάς λέγη κάτι, και μέσα μας νοιώθωμε μίσος, την ώρα εκείνη πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Θεόν και να χαμογελάσωμε στον αδελφό μας. Εάν δεν κάνωμε έτσι, είναι αδύνατον να προχωρήσουμε βήμα, διότι όλα θα μας έρχονται ανάποδα. Ιδιαίτερα θα μας προκαλούν λογισμούς, πειρασμούς, πάθη και αντιξοότητες οι άλλοι και οι καταστάσεις.

     Η αδιάλειπτος προσευχή και η ευχαριστία στον Θεόν, δι’ όλα όσα μας συμβαίνουν, είναι οι προϋποθέσεις της φυσιολογικής ζωής. Αν ο άνθρωπος δεν ευχαριστή για το κάθε τι τον Θεόν, δεν μπορεί ούτε να προσευχηθή, ούτε να ζήση την μοναχική πολιτεία. Πρέπει να είναι κανείς ευχαριστημένος για ό,τι του συμβαίνει στο μοναστήρι, είτε αυτό προέρχεται από τον εσωτερικό του κόσμο, είτε από την αδελφότητα, είτε από τους εχθρούς ή από τους δαίμονες. Κάποιος μοναχός, λόγου χάριν, έχει λογισμούς, που τον ταλαιπωρούν. Δεν πρέπει να στενοχωρήται αλλά να χαίρεται και να ευχαριστή τον Θεόν. Στον δαίμονα πρέπει να λέγη. «ύπαγε οπίσω μου, σατανά», και να τον διώχνη ή, όταν δεν φεύγη, να μπορή να τού λέγη, μας χωράει το κρεββάτι, κοιμήσου μαζί μου, μόνον γύρισε από την άλλη πλευρά, για να μην έχω την δυσωδία της αναπνοής σου. Τότε ο δαίμονας θα φύγη σαν αστραπή.

Η αδιάλειπτος προσευχή και η ευχαριστία για όλα έχουν άμεση σχέσι και με τον προσωπικό μας κανόνα. Δηλαδή, μπορεί κανείς να κάνη τον κανόνα του, όταν συνηθίση να προσεύχεται αδιαλείπτως. Και μπορεί να έχη αδιάλειπτο προσευχή, όποιος κάνει τον κανόνα του. Εάν θελήση να ξεχωρίση την αδιάλειπτο προσευχή από τον κανόνα, τότε θα πέσουν και τα δύο. Είναι βασικό αυτό και πρέπει να το ενθυμούμεθα. Άφησε δύο ημέρες τον κανόνα σου, και θα δης ότι δεν θα θυμηθής ούτε μία φορά την ημέρα να πης, δόξα σοι ο Θεός. Αυτό είναι νόμος.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 5-6)

via

Advertisements

Εξεγειρόμενοι πρωί επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς. (Κανόνας του Μ. Αντωνίου)

 Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Την παλαιά εποχή οι ασκηταί συνήθιζαν να σηκώνωνται περί το μεσονύκτιο και να τελούν την νυκτερινή ακολουθία. Εν συνεχεία το πρωί, όταν πια είχε φέξει, τελούσαν την θεία λειτουργία. Και τώρα ακόμη σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Ορούς η πρωινή ακολουθία, ιδιαίτερα η λειτουργία, προϋποθέτει φως. Ήδη στην τελευταία ευχή του όρθρου ο ιερεύς ευχαριστεί τον Θεόν για το ότι μας έφερε το φως του ήλιου. Εμείς έχομε ενώσει την νυκτερινή ακολουθία με τον όρθρο και την θεία λειτουργία.


Μόλις σηκωθήτε, λέγει ο άγιος, το πρώτο που έχετε να κάνετε είναι να επισκεφθήτε τους ασθενείς. Ο ασθενής, επειδή διέρχεται μία ιδιάζουσα κατάστασι, πιο εύκολα ρέπει προς την αμαρτία, προς τον πειρασμό, προς την στενοχώρια, προς τους λογισμούς. Η φύσις του είναι πιο αδύνατη, γι’ αυτό ζητάει παρηγοριά, ενίσχυσι. Όταν τον επισκεφθής το πρωί, παίρνει θάρρος και αλλοιώς αντιμετωπίζει την ήμερα του. Λέγοντας όμως ο άγιος, επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς, δεν εννοεί να ψάχνετε πού υπάρχουν άρρωστοι, αλλά εννοεί αυτούς που είναι στο περιβάλλον σας. Δηλαδή δεν βάζει βραχνά, αλλά θέτει έναν περιορισμό,

Ο άγιος απευθύνει αυτόν τον κανόνα στους υγιείς και όχι στους ασθενείς, ώστε να περιμένουν να τους κάνουν πρωί-πρωί επίσκεψι. Ο άρρωστος πρέπει να θυμάται ότι η ασθένεια που του χαρίζει ο Θεός είναι μοναδική ευκαιρία για την τελείωσί του. Η ασθένεια αντικαθιστά την προσευχή, που δεν μπορούμε να κάνωμε, αντικαθιστά την λατρεία, στην οποία δεν μπορούμε να συμμετάσχωμε. αντικαθιστά τα κατορθώματα της πίστεως, των παλαισμάτων, την νηστεία, όταν πρέπει να φάμε. Όταν είμαστε άρρωστοι, με ελάχιστο αντίδωρο εξοφλούμε όλες μας τις υποχρεώσεις απέναντι του Θεού.

Ο σατανάς όμως μας τα παρουσιάζει ανάποδα και μας δημιουργεί απογοήτευσι. Αυτό δεν είναι σωστό. Η ασθένεια που μας δίνει ο Θεός είναι με το σταγονόμετρο ζυγισμένη για μας, που θέλομε να γίνωμε τέλειοι. Αποκλείεται να γίνωμε τέλειοι χωρίς την αρρώστια, και μάλιστα την απρόσμενη, την απρόοπτη, η οποία ενδεχομένως μας ταπεινώνει ενώπιον των άλλων με το να τους χρειαζόμαστε και να μην μπορούμε να ζήσωμε μόνοι μας.

Όταν λοιπόν ασθενούμε, ας γνωρίζωμε πως αυτό είναι το άθλημά μας, το μεταγωγικό μέσον μας για τον ουρανό, και ότι είναι ανάγκη να στομώνωμε τον εαυτό μας και όσο μπορούμε να μην έχωμε ανάγκη τους άλλους. Να μοιάζωμε του Κυρίου και τους αγίους, οι οποίοι ούτε παρηγοριές ζητούσαν, ούτε ελάφρυνσι του ζυγού της ασθενείας τους. Επίσης, ας είμαστε πραγματικοί αθληταί στην νηστεία. Ας μη ζητάμε εύκολα την κατάλυσι και τα πιο παράξενα φαγητά ή εκείνα που ποτέ δεν τα τρώγαμε. Χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί, μήπως, αντί να αγιάσωμε, πέσωμε σε βάραθρο και εξέλθουμε χωρίς στέφανο.

Τους παρ’ υμίν ασθενείς. Εάν διαβάσωμε την ζωή του αγίου, θα διαπιστώσουμε ότι με την λέξι ασθενείς εννοεί τους σωματικώς, αλλά προπάντων τους ψυχικώς και πνευματικώς ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον αγώνα τους και τα τρωτά της υγείας τους. Πνευματική ασθένεια είναι τα πάθη, τα αμαρτήματα, οι λογισμοί, οι φαντασιώσεις… Αλλά όποιος έχει λογισμούς, δεν έχει ισορροπημένη ψυχή, έχει ψυχικά νοσήματα. Και όποιος αμαρτάνει, δεν είναι σωματικώς υγιής. Γι’ αυτό οι ασθενείς είναι συνήθως τα πιο συμπαθή μέλη μιας αδελφότητος, είτε έχουν μια βαρειά ασθένεια, έναν καρκίνο, είτε έχουν έναν πονόδοντο. Ο ασθενής έχει ανάγκη από ειδική περιποίησι και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν, διότι ο Θεός μας συγκληρωνει, μας παρέχει την ίδια κληρονομιά.

Δεν μπορεί να στηριχθή η αδελφότητα, όταν υπάρχη σκληρότητα, αδιαφορία προς τον ασθενή. Διότι ασθενής δεν είναι ο άλφα ή ο βήτα· στην πραγματικότητα όλοι είμεθα ασθενείς. Μπορεί να μη φαίνεται σήμερα η ασθένεια μας, θα φανή όμως αύριο ή μεθαύριο, όταν θα βρεθούμε σε μια δύσκολη στιγμή. Όλοι λοιπόν είμεθα ασθενείς και έχομε την χρεία ιατρού, όπως λέγει ο ίδιος ο Κύριος. Γι’ αυτό μία παλαιότατη, ωραιότατη μοναχική παράδοση, την οποία τιμούσαν και οι μεγάλοι Πατέρες, είναι το εξεγειρόμενοι πρωί εττισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς.

Η επίσκεψις όμως των ασθενών δεν μπορεί να γίνεται χωρίς την γνώσι και την ευλογία του ειδικού προσώπου, του Γέροντος ή του νοσοκόμου. Διότι ο άρρωστος είναι δυνατόν να κουράζεται ή να βλάπτεται από τις πολλές επισκέψεις μας. Η ενότης της αδελφότητας, η διατήρησις του ενός σώματος είναι σημαντική. Ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, αλλά τόσο όσο για να συγκρατούμεθα και όχι να γινώμεθα χειρότεροι. Όταν συνηθίσωμε τον αδελφό μας να νοιώθη ως ανάγκη τις επισκέψεις μας, τον ρίχνομε στο βάραθρο και δεν τον βοηθούμε να αναστηθή.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 6-9)

via

Σχέσις Γέροντος και υποτακτικού

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Η επιβίωσις ενός μοναστηριού στηρίζεται κυρίως στην αληθινή σχέσι υποτακτικού και Γέροντος. Πολλές φορές χαιρόμαστε το οικογενειακό πνεύμα της αδελφότητάς μας, την αγάπη μας, την ελευθερία μας, τον Θεόν μας, την λατρεία μας, αλλά μας διαφεύγουν μερικά απλά στοιχεία της πνευματικής ζωής τα οποία κρύβουν όλο το βάθος.


Το πρώτο που χρειάζεται εν προκειμένω είναι η γνώσις του φρονήματος του Γέροντος, η οποία απαιτεί διεισδυτικότητα εκ μέρους του υποτακτικού και πλήρη εγκατάλειψι του εαυτού του. Δεν είναι δυνατόν να καταλάβη ο υιός τον πατέρα, όταν νομίζη ότι τον γνωρίζει, όταν ο ίδιος είναι ζωντανός, όταν κινήται κατά την νοοτροπία και την ιδεολογία του. Ο υποτα¬κτικός πρέπει να παραλάβη το φρόνημα του Γέροντος και να το κράτηση στην ψυχή του σαν μια παρακαταθήκη· και, αν χρειασθή, να το μεταδώση. Χωρίς αυτό το φρόνημα δεν υπάρχει καμία δύναμις, κανένας σπόρος στην οικογένεια.

Το φρόνημα κάθε Γέροντος είναι διαφορετικό· είναι αφ’ ενός μεν καρπός του αγώνος του, αφ’ ετέρου δε μέρισμα της χάριτος του Θεού, κάτι που το προετοίμασε, το προευτρέπισε και το δώρισε ο ίδιος ο Θεός στην σκέψι, στην καρδιά, στην ύπαρξι του Γέροντος, και επομένως ο υποτακτικός μπορεί να γίνη ό,τι είναι το φρόνημα του Γέροντος. Εάν το φρόνημα του Γέροντος είναι ταπεινό, ο υποτακτικός μπορεί να ανεβή σε υψηλότερο επίπεδο, αλλά αυτό απαιτεί ιδιαίτερη κλήσι του Θεού. Πάντως το έργο του υποτακτικού είναι να παραλάβη το φρόνημα του Γέροντος. Ο μοναχισμός είναι μία παράδοσις και μία παράληψις. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ούτε αφομοίωσις του Θεού, ούτε συνεργασία, ούτε συνοχή στην μοναστική οικογένεια, εάν δεν υπάρχη ένα φρόνημα. Για να μπορέσωμε να ζήσωμε και να επιζήσωμε, πρέπει να πάψωμε ο καθένας να εχωμε τις ιδεολογίες μας.

Ο κάθε άνθρωπος ζη με την ιδεολογία του, με τον εαυτό του, με το περιεχόμενο της ψυχής και του νου του. Σε αυτό αρέσκεται, με αυτό καλοπιάνεται, με αυτό θωπεύει τον εαυτό του, με αυτό προσπαθεί να ανεβή επάνω στον ουρανό. Αλλά η ιδεολογία ενός άνθρωπου είναι ακριβώς το αντίθετο του θελήματος του Θεού· είναι ένα είδωλο που τον απομονώνει και του χαρίζει τελικώς απόλυτη μοναξιά, διότι τον χωρίζει και από τον ίδιον τον Θεόν, όπως τον έχει χωρίσει από τον Γέροντά του και από όλη την αδελφότητα.

Είναι δυνατόν λοιπόν μια αδελφότητα να είναι αγαπημένη, να έχη υπέροχη συνεργασία, εφ’ όσον ζη ο Γέροντας. Φεύγει ο Γέροντας από την ζωή, και η αδελφότητα διαλύεται, διότι δύο από τους τριακόσιους μοναχούς δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε κάτι, επανέρχεται ο καθένας στον δικό του τρόπο σκέψεως. Μέσα μας είναι η πέμπτη φάλαγγα, το εγώ μας, ο ίδιος ο διάβολος, ο οποίος μας εξαπατά όπως εξαπάτησε τους πρωτοπλάστους.

Ο όφις εξαπάτησε την Εύα όχι με το να της πη κάποιο χονδροειδές ψέμα ή να την παρασύρη σε κάποια συγκεκριμένη αμαρτία, αλλά με το να της κάνη ιδεολογία τον λόγο του Θεού. Ο Θεός της είχε πει ότι θα γίνη θεός, καλλιεργώντας τον κήπο, ζώντας μαζί με τον Αδάμ την παραδείσια ζωή, απέχοντας από το δένδρο της γνώσεως. Τότε την πλησίασε ο σατανάς και της είπε: Γιατί χάνεις τον χρόνο σου καλλιεργώντας τον κήπο; Γιατί περιπλανάσαι; Εάν φας τον καρπό του δένδρου της γνώσεως, αμέσως θα γίνης θεός. Η Εύα τον άκουσε και έτσι απομακρύνθηκε από την παράδοσι την οποία ελαβε, εν συνεχεία δε και ο Αδάμ, και τους συνείχε πλέον η σκέψις της θεώσεως. Η σκέψις της θεώσεως τους οδήγησε στην απομάκρυνσι από τον Θεόν, στην απώλεια του Θεού. Ο σατανάς κατάφερε και τους έβαλε μέσα τους μία καταπληκτική, θεία, θα λέγαμε, σκέψι, να γίνουν γρήγορα θεοί. Οι πρωτόπλαστοι αστόχησαν, και χρειάσθηκε να χύση το αίμα του ένας Θεός, για να τους επαναφέρη στο ρυάκι που εκείνος είχε ανοίξει γι’ αυτούς.

Λόγω της πτώσεως λοιπόν του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν στην κοινωνία ενός μοναστηριού να πέσουν οι ιδεολογίες, τουτέστι τα κάστρα που χωρίζουν την ψυχή από τον Θεόν, εάν δεν υπάρχη η γνώσις και η πρόσληψις του φρονήματος του Γέροντος, δηλαδή η τελεία θυσία, εκ μέρους του υποτακτικού, κάθε αγίου και τελείου, κάθε δυνατού και ωραίου, κάθε νοητού και αισθητού, το οποίο έρχεται σε σύγκρουσι με αυτό το φρόνημα. Γι’ αυτό και ο Απόστολος λέγει, και αν ακόμη άγγελος Κυρίου, ο ίδιος ο Κύριος δηλαδή, σας πη κάτι, δεν θα το κάνετε, διότι δεν είναι δυνατόν να μπη διχασμός στην ενότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι σύναξις· και για μας τους μοναχούς ολόκληρη η Εκκλησία των άγιων είναι αυτή η δική μας η σύναξις. Δεν μας λείπει τίποτε, για να έχωμε όλη την Εκκλησία εδώ ανάμεσά μας.

Βεβαίως, η γνώσις του φρονήματος του Γέροντος διακρατείται μέσα στην αδελφότητα, είναι κάτι κοινό. Ο Θεός όμως δεν σώζει πλήθη ή λαούς, κυρίως σώζει ψυχές, πρόσωπα· δεν δημιουργεί χριστιανικές αδελφότητες αλλά προσωπικότητες, οι οποίες ενούμενες μαζί του αποκαλύπτουν το Άγιον Πνεύμα. Διότι το Πνεύμα το Άγιον αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του ανθρώπου, στην ένωσί του με τον άνθρωπο. Όπως ο Χριστός ήταν Θεός και άνθρωπος αλλά η ανθρωπίνη φύσις του δεν είχε πρόσωπο, ήταν η υπόστασις του Υιού, έτσι ακριβώς και το Άγιον Πνεύμα, αποκαλυπτόμενο στην ζωή της Εκκλησίας, αποκαλύπτεται ως πρόσωπο στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου. Ο άγιος Σεραφείμ, του Σάρωφ, λόγου χάριν, είχε Πνεύμα Άγιον. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και όλοι οι άγιοι είχαν Πνεύμα Άγιον ήταν προσωπικαί αποκαλύψεις του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δείχνει ότι έχει μεγάλη σημασία η προσωπικότης του ανθρώπου, ο άνθρωπος για τον οποίο σαρκώθηκε ο Χριστός. Ο Χριστός προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι για να θεώση τα πρόσωπα, και να μη μείνη κανένα έξω της θεώσεως. Τόσο πολύ αγαπάει και τον τελευταίο ληστή και την τελευταία αιμορροούσα και οποιονδήποτε άλλον.

Επομένως, η επιβίωσις μιας αδελφότητος είναι υπόθεσις επιβιώσεως των προσώπων αυτά χρειάζεται να αποκτήσουν το Άγιον Πνεύμα. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί μοναχοί σε ένα μοναστήρι, αλλά το μοναστήρι να πεθάνη μέσα σε πέντε χρόνια. Ένας όμως ή δύο άγιοι μοναχοί μπορούν να σώσουν το μονα¬στήρι και να ζήση χιλιετία και πλέον. Γι’ αυτό, για την επιβίωσι του φρονήματος του Γέροντος, χρειάζεται να εχωμε αδιάλειπτη πρόσληψι του Αγίου Πνεύματος. Η ζωή μας δηλαδή να είναι τέτοια που να γίνεται χωρητική του Αγίου Πνεύματος. Αν υπάρχη ένας που ζη με αυτή την αληθινή και ταπεινή γνώσι, που έχει απαρνηθή και έχει θάψει τον εαυτό του, μπορεί να δώση και¬νούργια ζωή στην αδελφότητα. Ειδάλλως, ο σπόρος χάνεται και το χωράφι είναι καταδικασμένο να γίνη χέρσο.

Πέραν λοιπόν της γνώσεως του φρονήματος του Γέροντος, απαιτείται και η προσωπική απόκτησις του Αγίου Πνεύματος. Η ψυχή μας είναι ένα στοιχείο δημιουργημένο· οπότε, παρ’ όλη την αιωνιότητά της, δεν παύει να είναι ένας ανθρώπινος παράγων. Δηλαδή, δεν μπορεί να έχη Θεία ζωή, αν δεν είναι ενωμένη με το Πνεύμα το Άγιον. Αυτό τελειοί τον άνθρωπο, απαρτίζει την προσωπικότητά του, τον κάνει θεόν. Η πρόσληψις του φρονήματος του Γέροντος είναι και δημιουργεί το πλαίσιο, την θέσι και τον τρόπο με τον οποίο θα προσπαθήση ο υποτακτικός να απόκτηση το Πνεύμα το Άγιον. Βεβαίως, εφ’ όσον το Πνεύμα το Άγιον «όπου θέλει πνει», είναι δυνατόν να το βρη κανείς παντού. Αλλά δεν το βρίσκει, παρά μόνον με τον τρόπο που έχει προδιαγράψει γι’ αυτόν ο Θεός. Ο Θεός δηλαδή έχει ειδικώς σκύψει επάνω στον κάθε άνθρωπο και έχει προορίσει το πως θα συλλάβη και θα αποκτήση το Άγιον Πνεύμα και πως θα κρατάη ενωμένη την ύπαρξί του με την Αγία Τριάδα.

Η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος είναι ενεργητική έκφρασις και διάθεσις, μία αδιάλειπτος πράξις· είναι ένα μεγάλο θέμα, βασικώς δογματικό και εν συνεχεία ηθικό, προπάντων όμως μυστικό, ασκητικό. Πρέπει να είμαστε άδειοι, διαρκώς τροσμένοντες το Πνεύμα το Άγιον. Να είμαστε στο υπερώο, για να το προσλαμβάνωμε ακαταπαύστως. Να ζούμε με νηστεία, με κακουχία, με πόνους, με τον πόθο της εξουθενώσεως, της απομονώσεως, της σιωπής, της γύμνιας· «γυμνητεύσαι και πεινάσαι και διψήσαι έχεις», λέγει η ακολουθία της κουράς. Όλα αυτά να τα ζούμε, διότι έτσι μπορούμε να γίνωμε χωρητικοί του Πνεύματος. Το Πνεύμα συνηθίζει να μπαίνη σε στομάχια νηστικά και σε μάτια ξάγρυπνα. Χωρίς την από¬κτησι του Πνεύματος από τα μέλη της αδελφότητος και από την ίδια την αδελφότητα ως μια οικογένεια, το μοναστήρι δεν απορεί να επιβιώση. Αλλά το Άγιον Πνεύμα λόγω της βουλή¬σεως του και της φύσεως του «όπου θέλει πνει», οπότε τώρα μπορεί να είναι μέσα μου, μετά να βρεθή έξω. Έτσι, είναι δυνατόν εγώ, που τώρα το έχω, αύριο να μην το έχω. Γι’ αυτό χρειάζεται τελεία πνευματικότης και πρόοδος και προσωπική αποκάλυψις του Θεού, για να έχω κάποια βεβαιότητα ότι το Πνεύμα το Άγιον είναι «ενεργούν και λαλούν εν εμοί». Αλλά και σε αυτή την περίπτωσι, εάν επανέλθω στον εαυτό μου και ξαναπέσω στον εγωισμό μου, το χάνω, ακόμη και αν έχω φθά¬σει στις μεγαλύτερες θεοπτίες.

Το Πνεύμα το Άγιον δεν ενεργεί άλλοτε εν πληρότητι, άλλοτε εν ατελεία· ό,τι κάνει είναι τέλειο. Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί να το κρατήση ολόκληρο. Όπως ο οργανισμός αφο¬μοιώνει το φαγητό ή το φάρμακο ανάλογα με την ληπτική δύναμί του, έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος κρατάει από το Άγιον Πνεύμα αυτό που χωράει. Για να μπορή λοιπόν να το προσλαμβάνη, πρέπει να είναι σε αδιάλειπτη εγρήγορσι, ούτως ώστε το Πνεύμα το Άγιον να μην τον εγκαταλείπη. Τότε και το φρόνημα του Γέροντος δεν χάνεται, διότι είναι δυνατόν να κυοφορήση και να φθάση επάνω στον ουρανό.

Επομένως, εφ’ όσον υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία διασώ¬ζουν το φρόνημα και εν Πνευματι Αγίω το εκκολάπτουν και το ζωογονούν, η αδελφότης ζη και η σχέσις του υποτακτικού με τον Γέροντα είναι ζωντανή.

Αν υποθέσωμε ότι είμαι Γέροντας μέσα στην έρημο και έχω ένα πνευματικό τέκνο, το τέκνο αυτό, όσο και να με απορροφή¬ση, όσο και να με αγαπά, όσο και καλή σχέσι να έχη μαζί μου, και το κεφάλι του ακόμη να κόψη και να θυσιασθή υπέρ του Χριστού, είναι μία χαμένη ψυχή, εφ’ όσον δεν έχει το Πνεύμα το Άγιον. Πώς είναι δυνατόν να ενωθή με τον Θεόν χωρίς αυτό; Το Πνεύμα το Άγιον είναι παντού, αλλά δεν ενώνει τα πάντα· ενώνει μόνον εκείνους που το καλλιεργούν και το ζωοποιούν μέσα τους με εκουσιότητα γνώμης και βουλήσεως, δηλαδή με έντονη πνευματική δραστηριότητα. Μπορεί κανείς να σβήνη το “Αγιον Πνεΰμα -«μη σβέννυτε το Πνεύμα», λέγει ο Απόστολος-, χωρίς να το καταλαβαίνη, ενώ νομίζει πως το έχει εν πληρότητι. Γι’ αυτό η μοναστική ζωή και η σχέσις πατρός και τέκνου είναι μία σχέσις τρομερή, μία σκόπευσις, η οποία, αν λίγο αστοχήση, δεν ξέρομε τί μπορεί να γίνη.

Αλλά, για να είναι ο Γέροντας ζωντανός για τον υιό, και ο υιός ζωντανός για τον πατέρα, χρειάζεται και κάτι άλλο: ο υιός να συμμορφώνη την ζωή του με την ζωή του Γέροντος. Επειδή οι άνθρωποι είμαστε ποικίλοι, ο καθένας μας έχει τα ενδιαφέροντά του, τις μελέτες του, τις ελλάμψεις του νου του, που μπορεί να είναι και θείες -μία όμως θεία έλλαμψις πιθανόν να μας βλάψη όταν δεν έχωμε ταπείνωσι-, για να είναι ζωντανός ο σύνδεσμός μας με τον Γέροντα, ώστε να υπάρχη η θεία άλλα και η ανθρώπινη σχέσις, χρειαζόμαστε μία σύμμορφο ζωή. Αυτό σημαίνει ότι εγώ δεν θα θέλω να ζω στο μοναστήρι, όπως ζη κάποιος άλλος Γέροντας, αλλά όπως ζη ο Γέροντάς μου και όπως ερμηνεύει την μοναστική ζωή με τον λόγο του.

Το βαθύτερο και ουσιαστικώτερο μέσο, με το οποίο μορφοποιεί τον υποτακτικό ο Γέροντας και τον κάνει σύμμορφο, είναι ο λόγος. Με τον λόγο τον γεννά, τον

καινοποιεί, τον σώζει, του εμφυσά το Άγιον Πνεύμα, του μεταδίδει τον Χριστόν, Είναι το μόνο που του παρέδωσε ο Θεός. Ο Γέροντας μπορεί να έχη μύρια χαρίσματα: το χάρισμα της προφητείας, της θαυματουργίας, της αγάπης, της διακρίσεως των πνευμάτων, της κυβερνήσεως… Όλα αυτά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, ίσως είναι και επιβλαβή, μπορούν όμως να αποβούν χρήσιμα όταν υπάρχη ο λόγος, ο σπερματικός λόγος, διά του οποίου ο Γέροντας γέννα το τέκνο. Λόγος είναι η μετάδοσις του θείου λόγου διά της διδασκαλίας του, διά της παρατηρήσεώς του, διά της συμβουλής του, διά της επιπλήξεώς του, διά του αστείου του, δι’ οιουδήποτε τρόπου εκείνος εκφράζεται.

Ο κάθε Γέροντας διά του λόγου του μεταδίδει έναν τρόπο ζωής, διότι η πνευματική ζωή δεν είναι τούτη ή εκείνη η ηθική διδασκαλία, αυτό ή εκείνο το σύστημα. Πνευματική ζωή είναι η ζωή του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή ενεργεί το Άγιον Πνεύμα και όχι εμείς. Το Πνεύμα το Άγιον, ζώντας αυτό καθ’ εαυτό και μπαίνοντας μέσα μας, μας μεταδίδει την θεία του ζωή. Επομένως, η πνευματική ζωή δεν είναι η δική μας ζωή, λόγου χάριν η ζωή της νοεράς προσευχής ή της αγάπης ή της ιεραποστολής ή της ησυχίας ή της σιωπής. Αυτά είναι στοιχεία της εν Χριστώ ζωής. Μπορεί να υπάρξη πνευματική ζωή χωρίς νοερά προσευχή ή χωρίς ιεραποστολή, χωρίς κοινωνική αγάπη, όπως την εννοούν οι άνθρωποι σήμερα. Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι πνευματική ζωή. Πνευματική ζωή είναι το ίδιο το Πνεύμα το Άγιον. Τα υπόλοιπα είναι εκφάνσεις, ακτίνες, κλειδώσεις της πνευματικής μας ζωής• είναι απαραίτητα συνακόλουθα και απαραίτητες προϋποθέσεις της πνευματικής ζωής.

Για τον λόγο αυτό, η πνευματική ζωή για τον καθένα μας είναι όπως μας την παρουσιάζει ο Γέροντάς μας. Οι Γέροντες δεν είμαστε φερέφωνα, ετερόβουλα όντα, δεν είμαστε παιδιά ενός ανθρωπίνου συστήματος, δεν είμαστε μαγνητόφωνα, για να λέμε τα ίδια πράγματα. Εγώ θα σου πω αυτό, εκείνος θα σου πη κάτι εντελώς διαφορετικό. Τί θα κάνης εσύ; Αυτό που σου λέγει ο δικός σου Γέροντας. Ο Γέροντας, λόγου χάριν, κάνει πολύ χειρωνακτική δουλειά. Αν εσύ αυτό το θεωρής χάσιμο χρόνου, είναι αδύνατον να συνδεθής με αυτόν τον Γέροντα και να απόκτησης Θεόν. Πας σε έναν άγιο Γέροντα, και σου λεγει να μη λείψη το εργόχειρο από το χέρι σου. Δεν είναι δυνατόν εσύ να του φέρης αντίρρησι λέγοντας, οι τάδε άγιοι ζούσαν χωρίς εργόχειρο, οπότε και εγώ μπορώ να προσεύχωμαι χωρίς τον περισπασμό του εργοχείρου. Αν το κάνης αυτό, δεν θα είναι σύμμορφη η ζωή σου με την δική του, και θα διακυβευθή η ειρήνη, θα επέλθη διαταραχή και χωρισμός από τον Γέροντα· δεν θα μπόρεσης να ενωθής οργανικά μαζί του, και έτσι δεν θα έχης την εικόνα και την ομοίωσι του Θεού μέσα σου. Χρειάζεται μία σύμμορφος ζωή, που δεν είναι μία τυπική μίμησις άλλα μία αληθινή συμμόρφωσις με αυτό που εκείνος κάνει, ώστε εσείς οι δύο να γίνετε μία μορφή, ένα πράγμα, μία εικόνα.

Οπωσδήποτε δεν εννοώ η συμμόρφωσις να γίνεται σε εξωτερικά πράγματα, διότι ο Γέροντας έχει την οικονομία, έχει και τήν ακρίβεια· έχει την αγάπη, έχει και την σκληρότητα, την αυστηρότητα· έχει το στοιχείο το προσωρινό, έχει και το αιώνιο· έχει το ανθρώπινο, έχει και το θεϊκό. Έχει ποικίλες εκφάνσεις, και ως εκ τούτου είναι δυνατόν ο καθένας να θέλη να πάρη αυτό που τον εξυπηρετεί. Εάν χαμογελά, λόγου χάριν, ο Γέροντας, δεν σημαίνει ότι θα χαμογελάμε και εμείς. Εάν φωνάζη ο Γέροντας, δεν θα φωνάζωμε και εμείς. Εάν βάζη κατσάδες ο Γέροντας, δεν θα βάζωμε κατσάδες και εμείς. Εμείς θα ακολουθούμε την αγωγή του, τον τρόπο αγρυπνίας, λατρείας, προσευχής, σκέψεως όπως μας τον παραδίδει με τον λόγο του. Επομένως, σημασία έχει η συμμόρφωσίς μας όχι τόσο με αυτό που κάνει, αλλά με αυτό που ζητάει. Διότι αυτό που κάνει δεν το ξέρομε, δεν το καταλαβαίνομε· το ερμηνεύομε όπως θέλομε. Αυτό όμως που λέγει είναι κάτι απλούστερο, φυσικώτερο, που μπορούμε να το σταχυολογήσωμε, να το κρίνωμε και να το ζήσωμε.


Εν συνεχεία, για να είναι αληθινή η σχέσις υποτακτικού και Γέροντος χρειάζονται κοινά παλαίσματα. Δεν μπορούμε να παλαίωμε ξεχωριστά. Θα παλαίωμε μέσα στο ίδιο μοναστήρι ή στην ίδια σπηλιά ή στην ίδια καλύβη, στον ίδιο τόπο. Η Εκκλησία μας γνωρίζει ποικιλία αγωνισμάτων, τα οποία εκπλήσσουν τον άνθρωπο. Κάποιος ανεβαίνει επάνω σε ένα δένδρο, ο άλλος πηγαίνει και κρύβεται, ο τρίτος πηγαίνει στον κόσμο. Εγώ, εφ’ όσον είμαι υιός, δεν μπορώ να διαλέξω το αγώνισμά μου. Πρέπει να κάνω κοινό πάλαισμα με τον Γέροντα, να παλεύω όπως παλεύει εκείνος. Πώς νοιώθει τον πνευματικό αγώνα, την άσκησι, ο Γέροντας; Μας τονίζει, επί παραδείγμα¬τι, την νοερά προσευχή; Την νοερά προσευχή θα ασκήσωμε. Μας τονίζει την αγρυπνία; την αγρυπνία. Μας τονίζει την ιεραποστολή; την ιεραποστολή. Μην πης, μα το μοναστήρι ιεραποστολή είναι; Όχι. Διχάζεσαι έτσι. Ή σήκω να φύγης από την αρχή και μην ακόλουθης τον συγκεκριμένο Γέροντα και μην τον κάνης πατέρα σου ή, αφού είναι πατέρας σου, θα κάνης αυτό που σου λέγει. Διότι, εάν ο καθένας περνά από την δική του κρησάρα ό,τι του λέγει ο Γέροντας, αλλοίμονό μας! θα γίνη κόσκινο με την λογική του· δεν θα μείνη τίποτε επάνω του. Μόνον εάν θα έχω μία εμφανή επίνευσι του Θεού στην ζωή μου και δεν θα υπάρχη πλέον ο Γέροντας, μπορώ να κάνω δικό μου πάλαισμα, που κατά κανόνα είναι εξέλιξις του προηγουμένου.

Εάν λοιπόν ο Γέροντας σκέπτεται έτσι και παλεύη έτσι, και εμείς θα παλέψωμε έτσι. Εάν εμένα μου αρέσει ο τρόπος της αγρυπνίας του άλφα Γέροντος, της λατρείας του βήτα, της πρακτικής ζωής του γάμμα, δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Θα διασπασθούμε και θα γίνωμε θηριάλωτοι. Πρέπει λοιπόν να εχωμε κοινά παλαίσματα, κοινή άσκησι, κοινή αγωνιστικότητα, κοινό μόχθο, να χύνωμε κοινό ιδρώτα, κοινό αίμα, κοινό δάκρυ, όπως μας τα λέγει, μας τα ερμηνεύει, μας τα μαθαίνει ο Γέροντας, για να μπορούμε να ζήσωμε και να έχωμε τον Γέροντα μέσα μας και γύρω μας.

Τέλος, χρειάζονται κοινά δωρήματα, να θέλωμε να προσλαμβάνωμε τα ίδια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αυτά που μας χρειάζονται κάθε φορά για την δική μας ζωή. Διότι το Άγιον Πνεύμα χαρίζει στο κάθε μοναστήρι ό,τι του χρειάζεται. Εμείς έχομε ζέστη, μας χαρίζει την δυνατότητα να άντέχωμε στην ζέστη. Θλιβόμαστε από αρρώστιες, μας χαρίζει υπομονή. Άλλοι έχουν ποικίλες δυσκολίες, τους δίδει υγεία. Δίνει στον καθένα δωρήματα «κατά το μέτρον της ηλικίας του», σύμφωνα με την πνευματική του κατάστασι και την διάθεσί του. Βεβαίως, ο καθένας μας θα είναι ελεύθερη προσωπικότητα, θα έχη την προσωπική του ζωή, το προσωπικό του κριτήριο, την γνώσι, την αγνωσία, την μόρφωσι, την αμορφωσιά, ο καθένας θα είναι εντελώς διαφορετικός, αλλά ως προς τα δωρήματα, ως προς την τελική μας παράστασι ενώπιον του Χριστού να είμαστε όλοι περίπου όμοιοι.

Τα κοινά δωρήματα της αδελφότητος τα παίρνει ο Γέροντας από τον Θεόν και είναι πνευματικά ως επί το πλείστον για να μπόρεση δε ο υποτακτικός να τα αντίληφθή, πρέπει να έχη διεισδυτικότητα και λεπτότητα φύσεως και πίστεως. Δεν είναι κοινά δωρήματα τα εξωτερικά χαρίσματα ή ιδιώματα του Γέροντος, αλλά εκείνα τα οποία είναι αληθινά και αποτελούν το είναι του ανθρώπου, το είναι του Γέροντος.

Επομένως, ζητώντας κοινά δωρήματα, έχομε κοινό στόχο και δεν διασπώμεθα με το να έχωμε ο καθένας την δική του σκέψι. Αν εγώ σκέπτωμαι να βγω στην έρημο, εσύ να αγρυ¬πνής όλη την νύχτα, ο τρίτος ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε το χάρισμα της προφητείας, δεν μπορεί να υπάρξη καμία κοινότης, καμία ένότης. Κοινά δωρήματα σημαίνει ότι αφήνομαι στον Θεόν και δεν ζητώ να είμαι «μείζων του διδασκάλου», ακόμη και αν ο Γέροντας είναι πολύ αμαρτωλός, ένας εγκληματίας, ή κρύβεται και παρουσιάζεται ως άγιος. Βεβαίως, στον κάθε άνθρωπο ο Θεός έχει δώσει τα δωρήματά του. Υπάρχουν άνθρωποι της αμαρτίας που διά της μετανοίας έχουν λάβει καταπληκτικά χαρίσματα, διότι ο Θεός ουδένα αδικεί. Ακόμη και «επί αδίκους και επί αμαρτωλούς βρέχει» τα χαρίσματά του. Άρα, πόσο μάλλον σε εκείνον που τον κατέστησε ποιμένα του δικού του ποιμνίου.

Πρέπει λοιπόν όλοι να εχωμε κοινή ενατένισι· όχι κοινό ιδανικό αλλά κοινό δώρημα. Έτσι, με το ένα Άγιον Πνεύμα που προσλαμβάναμε αδιαλείπτως, με την ιδία μορφή ζωής, με τα κοινά παλαίσματα και δωρήματα, που δίνομε και παίρνομε από τον Θεόν, συναπτόμεθα σε μία αρραγή ενότητα και μπορούμε να παρασταθούμε ενώπιον του Θεού και να του ζητήσωμε ό,τι θέλομε.

Μία αδελφότητα είναι μία οικογένεια. Μία αδελφότητα σημαίνει ότι ζη από κοινού και αναπνέει το ίδιο φρόνημα. Όπως δεν μπορεί η γυναίκα να έχη άλλη ζωή και ο άνδρας άλλη και τα παιδιά άλλη, διότι σε αυτή. την περίπτωσι η οικογένεια «εμερίσθη» και εσκυλεύθη από τον πονηρό όπως λέγει η Αγία Γραφή, το ίδιο συμβαίνει και με μία αδελφότητα. Με τα κοινά όμως παλαίσματα και δωρήματα αποκτούμε βαθειές ρίζες και έχομε ένα αιώνιο μέλλον. Το μέλλον μιας μονής οπωσδήποτε εξαρτάται από την παρουσία αγίων προσώπων -και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο-, παράλληλα όμως εξαρτάται από την παρουσία ανθρώπων, έστω και λίγων, οι οποίοι διακρατούν το φρόνημα της αδελφότητος.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 433-445)

via

Χαρά και εγρήγορσις στη ζωή του μοναχού

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Ας δούμε τώρα μερικά απλά χαρακτηριστικά, χωρίς τα οποία ούτε το Άγιον Πνεύμα ούτε το φρόνημα του Γέροντος ούτε η σύμμορφος ζωή του υποτακτικού προς τον Γέροντα μπορούν να καλλιεργήσουν την προσωπικότητα του μοναχού. Αυτά περιλαμβάνονται μέσα στην ενότητα της αδελφότητος, αλλά πρέπει να τα μνημονεύσωμε ιδιαιτέρως.


Το πρώτο είναι η χαρά μας ενώπιον του Κυρίου. Η χαρά εκφράζει την ευγνωμοσύνη μας στον Θεόν, διότι ποιός άνθρωπος μπορεί να πη ότι δεν οράται αδιαλείπτως από τον Θεόν, δεν κατακλύζεται από τις δωρεές του; Όταν λοιπόν δεν χαίρωμαι, σημαίνει ότι είμαι αγνώμων έναντι του Θεού. Η χαρά είναι η πίανσις, η λίπανσις του χώματος, για να μπορή να πιάση ο σπόρος και να φυτρώση. Ειδάλλως, δεν θα αποδώση παρά μόνον ζιζάνια. Την χαρά μας την αφαιρεί η ιδεολογία μας, ο οραματισμός μας, η ανάμειξίς μας σε ξένα θέματα, η διαταραχή της σχέσεώς μας με τον Γέροντα. Την χαρά την αίρουν επίσης τα πάθη μας. Μπορεί όμως να είναι κάποιος εμπαθής, αλλά να έχη εναποθέσει τα πάθη του στον Θεόν. Τότε δεν έχει καθόλου λύπη· έχει μια ελπίδα. Γενικώς, η χαρά αίρεται, όταν μπαίνη το εγώ στην ζωή μας.

Η ελλειψις χαράς είναι παθολογικό στοιχείο του ανθρωπου, εκούσιο κλείσιμο στον εαυτό του. και ο,τιδήποτε θελήση να κάνη δεν θα το επιτύχη. Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίση το χωράφι του, να δή τί συμβαίνει και δεν είναι χαρούμενος. Εν συνεχεία, να επιδιώξη την χαροποίησι του εαυτού του, και κατόπιν η ειρήνη του Θεού να πάρη την θέσι της χαράς. Έτσι μπορεί ο άνθρωπος να διατηρήση την σχέσι του με τον Θεόν και με τον Γέροντά του και να ζήση μία ζωή αληθινή. Είμαι καλός, πιστός, τέλειος, άγιος; είμαι διδάσκαλος; Εάν δεν είμαι χαρούμενος, δεν είμαι τίποτε. Αξίζει να μου πουν: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν και μετά παραδώσου στον Θεόν». Ο Θεός δεν μπορεί να μπη σε μια καρδιά που δεν είναι χαρούμενη, δεν μπορεί να βρή σημείο επαφής, διότι είναι ειρήνη, είναι πλήρωμα χαράς. Μόνον τα ομοιογενή μπορούν να ενωθούν, γι’ αυτό και μόνον με μια χαρούμενη ψυχή μπορεί να ενωθή ο Θεός. Στον μοναχό ο οποίος δεν είναι χαρούμενος ο Γέροντας δεν μπορεί να κάνη. τίποτε απολύτως, τα χέρια του είναι πλήρως δεμένα. Όποιος νομίζει ότι κοντεύει να φθάση «εις το μέτρον του πλη¬ρώματος των απαιτήσεων του Χριστού» αλλά δεν είναι χαρούμενος, μπορεί να καταλάβη ότι είναι εν τελειότητι πλάνης. Η χαρά είναι το κριτήριο, το θερμόμετρο.

Η χαρά είναι κάτι το εξωτερικό, αλλά και κάτι το εσωτερικό. Πάντως είναι αναγκαία προύπόθεσις, διότι η έλλειψις χαράς κάνει τον άνθρωπο να ερμηνεύη διαφορετικά τα πράγματα και να τα αλλοιώνη. Όπως, εάν ρίξης σε καθαρό νερό μία σταγόνα νιτρικού οξέος, αμέσως θα αλλάξη ουσία, έτσι ακριβώς και μία σταγόνα πικρίας, στενοχώριας, θλίψεως, αλλοιώνει όλη την ατμόσφαιρα του ανθρώπου, εξοβελίζει τον Θεόν.

Αλλά η χαρά χρειάζεται να υπάρχη και στην αδελφότητα, διότι είναι στοιχείο και της προσωπικής ζωής και της αδελφότητος. Δεν μπορώ να είμαι χαρούμενος, αν όλοι πλάι μου δεν έχουν την τάσι και την ατμόσφαιρα της χαράς, ούτε όμως έχω κάποιο όφελος, αν δεν προσλαμβάνω αυτή την χαρά από την αδελφότητα. Μόνον όταν την προσλαμβάνω, μπορώ να πω ότι έχω κοινωνία με τον Γέροντα, και τότε μπορώ να απορροφήσω τον Θεόν διότι ο Θεός είναι η ζωή η οποία υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, αλλά και η ζωή η οποία διά του ανθρώπου διαβιβάζεται.

Ενας υποτακτικός που βλέπει τον Γέροντα ως θεοποιό όργανο ή ως τον τύπο διά του οποίου διαβιβάζει τον εαυτό του ο Θεός, μπορεί να λάβη τόσον Θεόν, όσον δεν περίμενε ποτέ ο Γέροντας. Αναμφιβόλως, ο Γέροντας δεν μπορεί να είναι ένας σωλήνας από τον οποίο απλώς περνάει και διαβιβάζεται ο Θεός. Ο Θεός περνάει μέσα από το είναι του, από το πνεύμα του, από την ψυχή του, από την καρδιά του, από τους πνεύμονές του τους χαλασμένους ή μη. Κατά κάποιον τρόπο διαβιβάζεται το ίδιο το είναι του Γέροντος.

Επί πλέον, για να μπορεί ο υποτακτικός να προσδοκά Θεόν διά του Γέροντος, χρειάζεται ένα δεύτερο στοιχείο, την εγρήγορσι. Η εγρήγορσις είναι μεταπήδησις από την παρούσα ψευδή, απατηλή, κοσμική ζωή, στην αληθινή. Χωρίς εγρήγορσι, ο μοναχός, όσες αποφάσεις και αν πάρη, κοροϊδεύει τον εαυτό του. Η εγρήγορσις —βασικώς του νου, αλλά και της καρδιάς— υψώνει τον άνθρωπο πάνω από το χώμα. Όπως κάποιος, που περπατάει σε λασπωμένο χωματόδρομο, γεμίζει λάσπες, συμφύρεται με τον πηλό, ενώ ο έφιππος μένει ανέγγιχτος, δεν υφίσταται αυτή την αλλοίωσι, το ίδιο συμβαίνει και σε αυτόν που έχει εγρήγορση βρίσκεται υψηλά, είναι υψιβάμων.


Η εγρήγορσις είναι μία αμεριμνία από όλα. Δεν με ενδιαφέρει τούτο ή εκείνο, δεν με ενδιαφέρει πότε θα φύγη ο άλφα, γιατί κλαψούριζε χθες ο βήτα, γιατί ο γάμμα δεν χαμογελούσε…Χρειάζεται πλήρης αφροντισιά και άγνοια και αδιαφορία όλων των πραγμάτων. Ένα μικρό ενδιαφέρον με καθιστά ευθύς αμέσως σαρκοφόρο, οδοιπορούντα επάνω στην λάσπη. Χρειάζεται αδιαφορία όχι μόνον στην σκέψι, αλλά και στην ενέργεια και στην πράξι. Βλέπεις, λόγου χάριν, δύο επισκέπτες να μπαίνουν στο μοναστήρι και αναρωτιέσαι: Ποιοί είναι εκείνοι οι δυό που μπήκαν μέσα; Τί σε νοιάζει εσένα; Θυρωρός είσαι; Και μόνον αυτό φθάνει να σε κατεβάση στο πεζοδρόμιο, σε μια ζωή πεζή. Και αν μεν το πεζοδρόμιο είναι από τσιμέντο, κάτι μπορεί να γίνη. Αν όμως είναι από χώμα, θα γέμισης και συ χώματα, αλλά και το κεφάλι σου θα σπάσης.

Χρειάζεται λοιπόν εγρήγορσις, η οποία προϋποθέτει, πρώτον, την αμεριμνία και, δεύτερον, την ξενιτεία. Να έχης όλη την βεβαιότητα και την αίσθησι πως είσαι ξένος. Κανείς από τους ανθρώπους που είναι μαζί σου δεν είναι δικός σου. Κανενός η ιδέα δεν σε αφορά. Το μόνο που σε αφορά είναι ο Θεός σου, ο Θεός που είναι μέσα στην αδελφότητα. Εάν σε ενδιαφέρει να ζη και ο άλλος όπως ζης εσύ, ή και οι άλλοι να αγαπούν τον Γέροντα, εάν σε ενδιαφέρει ένα πρόσωπο και θέλης να το βοηθήσης, αν έχης μία ξεχωριστή φιλία, αν έχης την τάσι να βλέπης και να ξαναβλέπης έναν άνθρωπο, αν έχης την αγωνία: άραγε τί έγινε; ήρθε ο τάδε; πώς είναι; τότε Θεός σου πλέον είναι ο τάδε. Από την ώρα που μπαίνει μέσα σου κάποιο ενδιαφέρον για τον άλλον, που γίνεσαι οικείος κάποιου ανθρώπου, κάποιας ιδέας, κάποιας επιδιώξεως, κάποιας επιθυμίας, από την ώρα εκείνη γίνεσαι ξένος για τον Θεόν, μπαίνει ένα στοιχείο ανωμαλίας στην ζωή σου, διότι αυτά δεν συμβιβάζονται. Δεν απορείς πλέον να ζήσης φυσιολογικά την ζωή σου. Μόνον μία αγάπη, μία σκέψις, μία ελπίδα, ένα όνειρο, φθάνει πόσο μάλλον μία σύγκρισις ή αντίθεσις με την ζωή των άλλων ή των επιδιώξεων του μοναστηριού.

Βεβαίως, είναι διαφορετικό το τί θα κάνουν τα αρμόδια όργανα, το τί θα κάνη ο θυρωρός για το θυρωρείο του, ο μάγειρας για το μαγειρείο του, ο επίτροπος για τα επιτροπικά του καθήκοντα. Αλλά εγώ δεν μπορώ να έχω τέτοια ενασχόλησι. Μπορώ να κάνω κάτι, εφ’ όσον είμαι τελείως αποξενωμένος. Βλέπω, λόγου χάριν, μία πέτρα στην μέση της αυλής. Μπορώ να την πάρω και να την πετάξω, εφ’ όσον αυτή η πέτρα δεν είναι για μένα αντικείμενο δεσίματος, εφ’ όσον δεν τα βάζω με τους αδελφούς μου που καθάρισαν την αυλή και δεν την πήραν. Διαφορετικά, δένομαι και εγώ με εκείνη την πέτρα και με όλες τις πέτρες της αυλής. Χρειάζεται να είμαι τελείως απροσπαθής και απερίεργος, να ζω πάνω από όλες τις καταστάσεις. Αφ’ ης στιγμής πέφτω με μία ερώτησι ή με μία συζήτησι, είμαι ένας λωποδύτης του Θεού, ακόμη και αν είμαι μεγαλόσχημος. Ξεπέφτω από το αγγελικό μου επάγγελμα και γίνομαι χοϊκός άνθρωπος. Μόνον όποιος στέκεται σε αυτό το πνευματικό ύψος μπορεί να πη ότι έχει εγρήγορσι.

Η εγρήγορσις είναι το μέσον που καθαιρεί και καθαιρεί τις επιθυμίες και τις βουλές του ανθρώπου. Δεν μπορεί διαφορετικά να καθαρισθη το επιθυμητικό και το βουλητικό του ανθρώπου, ή ακόμη και το θυμικό, που είναι πολύ βαθύ γιατί είναι βουτηγμένο στην γνώμη της ψυχής. Αυτό καθαρίζει τελευταίο. Όπως η ψυχή βγαίνει τελευταία, έτσι ακριβώς και η γνώμη του ανθρώπου αποβάλλεται τελευταία. Αλλά ο άνθρωπος μπορεί να καθαρίση τον εαυτό του από τις επιθυμίες και τις βουλές και να τον κάνη ικανό να ζη με τον Θεόν. Όταν η εγρήγορσίς του είναι διαρκής, τότε όλες οι κινήσεις, οι επιθυμίες και οι βουλές παύουν να ενεργούν, απρακτούν συνωθούνται στο βάθος της υπάρξεώς του, δεν μπορούν να βρουν τρόπο να διοχετευθούν εκεί που θέλουν, και από αυτή την συμπίεσι προτιμούν να σηκωθούν και να φύγουν, μαζί με όλους τους δαίμονες πού τις καλλιεργούσαν.

Επομένως, ο μοναχός είναι πάντοτε πλήρης χαράς και πλήρης εγρηγόρσεως και την ημέρα και την νύκτα. Αφ’ ης στιγμής η συναναστροφή μας με τον άλλον στο διακόνημα. στην τράπεζα ή στον περίπατο μας κατεβάζει τα φτερά της εγρηγόρσεως, χάνομε ό,τι κερδίσαμε και δεν μπορούμε να ζούμε εν Πνεύματι. Είναι σαν να γεμίζωμε, να γεμίζωμε την δεξαμενή και μετά, ανοίγομε την οπή και φεύγει όλο το νερό. Χρειάζεται τώρα να αρχίσωμε πάλι από την αρχή, και ποτέ δεν βρισκόμαστε με το Πνεύμα το Άγιον.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 445-450)

via

Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

 Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία».

 Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν. Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού. Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι. Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα.

Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση. Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν. Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός.


Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του. Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι. Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε.

Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού. Επειδή, κατά κανόνα, μας λείπει ο Θεός, αναγκαζόμαστε να καταλάβωμε ότι η προσευχή μας θα είναι μια άσκησις, ένας αγώνας. Όπως βάζομε την εσχάρα στα κάρβουνα και τοποθετούμε επάνω το κρέας, για να το ψήσωμε, και βλέπομε να χύνεται το αίμα του και οσφραινόμεθα την μυρωδιά του, έτσι ακριβώς και ο κανόνας μας είναι η εσχάρα πάνω στην οποία ξηροψηνόμαστε· είναι η θυσία του εαυτού μας, η άσκησίς μας η οδυνηρή, το δόσιμο της νύκτας μας, της χθαμαλής ζωής μας, της αμαρτίας μας, του ιερού πόθου μας στον Θεόν.

Όλα τα βάζομε εκεί, και έτσι γινόμαστε θύμα του Χριστού. Αν όμως εγώ δεν ζω τον Θεόν, τουλάχιστον ας θυσιάζωμαι γι’ αυτόν τον Θεόν και ας στέκωμαι έτσι ενώπιον του. Ο Θεός βλέπει αυτή την θυσία, το ότι γίνομαι ένας μάρτυς ενώπιον Του. «Αγάγετέ μοι τους μάρτυρας», λέγει ο Κύριος. Έτσι, γίνομαι και εγώ ένας μάρτυς, τον οποίον προσάγει η Εκκλησία στην εσχάρα, σε εκείνο το συγκεκριμένο κελλί μέσα στο σκοτάδι μου, στην πίκρα μου, στην αορασία μου, στην ακατανοησία μου, στην αγνωσία μου, θυσιάζομαι για τον Θεόν. Επειδή ο κανόνας είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής, βλέπομε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας συνιστούν πολλούς τρόπους αγρυπνίας, ο καθένας ανάλογα με το πνεύμα του, τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο ζη. Άλλος κάνει όλη την νύκτα ορθοστασία. Άλλος διαβάζει Ψαλτήρι, άλλος λέγει μόνον το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλος διαβάζει γονατιστός την Αγία Γραφή επί δύο, τρεις ώρες, άλλος όρθιος· άλλος διαβάζει ενώπιον των εικόνων την Παλαιά Διαθήκη ή το Ευαγγέλιο ή τους ψαλμούς. Ο καθείς κάνει ό,τι μπορεί.

Άλλος εργάζεται, κουβαλάει πέτρες. Χίλιους δυο τρόπους εφευρίσκουν, ούτως ώστε να ξεπεράσουν το αδιαπέραστο τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και στον Θεόν. Στο κοινόβιο, όσον αφορά την αγρυπνία μας, πρέπει να βρισκώμαστε σε ένα κοινό σημείο, για να συναντιώμαστε. Στο κοινό αυτό σημείο, άλλος μπορεί να είναι πιο ψηλά και άλλος πιο χαμηλά, ανάλογα με την εισδοχή του Πνεύματος στον νου και στην καρδιά του, ανάλογα με την αγωνιστικότητα και την χωρητικότητά του. Αλλά ποιά πρέπει να είναι η διάρκεια της καθημερινής αγρυπνίας μας; Η αγρυπνία πρέπει να διαρκή όσο το δυνατόν περισσότερο, αρχίζομε όμως με μία ώρα, μετά πάμε στις δύο, στις τέσσερις, στις πέντε ώρες. Αυτό έρχεται φυσιολογικά, εξοικειώνεται ο οργανισμός. Όπως εξοικειώνεται ο άνθρωπος με την φτώχεια του και δεν μπορεί να κάνη στον πλούτο, ή με τον πλούτο και δεν μπορεί να κάνη στην φτώχεια, ή με το χωριό και δεν μπορεί να κάνη στην πόλι, έτσι ακριβούς συμβαίνει και με την αγρυπνία.



Βεβαίως δεν θα υποφέρωμε, αλλά θα κουρασθούμε λιγάκι· διότι πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού; Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι; Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν. Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία. Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι. Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτε ψυχοκτόνος. Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας. Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους. Επίσης, διαφέρει και η ώρα που κάνομε την αγρυπνία. Άλλοι από τους Πατέρες προτιμούσαν να συνεχίσουν την ημέρα τους με την αγρυπνία και να ξεκουρασθούν τις πρωινές ώρες.

 Άλλοι, οι περισσότεροι, έκαναν το αντίθετο. Ξεκουράζονταν και εν συνεχεία φρέσκοι έκαναν την αγρυπνία τους. Άλλοι κοιμούνταν λίγο, αγρυπνούσαν και εν συνεχεία πάλι ξεκουράζονταν λίγο. Ο καθένας μπορεί να έχη τον τρόπο του. Πάντως, αυτό που προσιδιάζει περισσότερο στο δικό μας πλαίσιο είναι, να προτιμάμε τις ώρες τις μεσονύκτιες ή τις μεταμεσονύκτιες. Το να συνέχισης την ημέρα σου με την αγρυπνία είναι πολύ εύκολο. Αυτό το κάνουν και οι φοιτητές, και οι μαθητές, και οι καθηγητές, και οι εργοστασιάρχες, και οι εργάτες. Έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Μπαίνεις και συ μαζί με την κοσμική εργατιά ή τον φοιτητόκοσμο, μαζί με τους παλιούς φίλους σου. Ενώ το «μετά» είναι κάτι που προσιδιάζει στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Είναι πιο σκληρό να σηκωθή κανείς την νύκτα, να αφήση τις κουβέρτες του, όταν μάλιστα είναι χειμώνας και ακούη τον αέρα να σφυρίζη, να κτυπά στο παράθυρό του. Αλλά μία ώρα όλοι μπορούν, ακόμη και οι ανάπηροι και αυτοί που τους λείπει το μυαλό.



Ας δίνωμε στον Θεόν το μεσονύκτιο μας· αυτό είναι το καλύτερο. Βεβαίως, εξαρτάται από τον τρόπο της ζωής μας και από τον τόπο, στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά εμείς ας κάνωμε την προσπάθεια μας. Μία ώρα προσευχής το μεσονύκτιο έχει περισσότερη ενέργεια από δέκα ώρες προσευχής την ήμερα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί αυτές τις ώρες, οι ώρες και οι ημέρες του συνήθως είναι αγονώτατες. Κοιμάσαι το μεσονύκτιο; Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο. Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού. Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν. Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.

 Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί. Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη. Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής. Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται. Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών». Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής. Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος.

Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιό ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης. Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης. Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου. Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα εχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα εχης όμως τον Θεόν. Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο.

Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του. Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ. Εφ’ όσον έχω την ατμόσφαιρα της χαράς, την ολοήμερη και ολονύκτια εγρήγορσι, και εφ’ όσον δίνω ιδιαίτερη σημασία στον κανόνα μου, ο οποίος δεν είναι μία στιγμή κοσμική, μία έντασις των επιθυμιών μου, ένα ξεγέλασμα του εαυτού μου, αλλά είναι μία αληθινή συνάντησις με τον Θεόν, ή έστω ένα αληθινό καμίνι, μία πυρκαιά την οποία υφίσταμαι, ένα ολοκάρπωμα, μία θυσία τελεία για τον Θεόν, πώς πρέπει να ίσταμαι ενώπιον του Θεού κατά την διάρκεια της αγρυπνίας μου; Ασφαλώς, όταν κάποιος ξεκινά τήν αγρυπνία του, νυστάζει, βαριέται, έχει απιστία, απελπισία, νομίζει ότι αυτός είναι χαμένος, ότι αυτός ούτε έκανε ούτε θα κάνη ποτέ τίποτε στην ζωή του. Αυτό είναι το σύνηθες για κάποιον που αρχίζει την αγρυπνία του. Μπορεί να είναι και ένας εβδομηντάρης μοναχός, και ακόμη να μην έχη αρχίσει να κάνη λειτουργία με την ασκητική έννοια, διότι ίσως έχει μάθει να χορταινη τον ύπνο του και μετά να σηκώνεται να κάνη την προσευχή του.

 Ή ίσως έχει μάθει ότι ο κανόνας είναι κάτι τυπικό: να κάνη τετρακόσιους κόμπους, τριακόσιες μετάνοιες, λίγη μελέτη και μετά τελειώσαμε. Και αυτό, από το τίποτε, κάτι είναι· μου υπενθυμίζει ότι δεν έχω Θεόν. Αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Η αγρυπνία πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που μου την ζητά η Εκκλησία και όπως βοηθά έμενα για να παρασταθώ ενώπιον του Θεού.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 450-458) 

 πηγή

via

Αγρυπνία και μετάνοια στη ζωή του μοναχού

 Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Μερικοί νομίζουν ότι πρέπει να έχουν πολλή μελέτη στην αγρυπνία τους, άλλοι πολλή προσευχή, άλλοι ότι πρέπει να τους χαρίση ο Θεός οράματα, ακροάματα, θεοπτίες, για να αποδείξη ότι υπάρχει ή ότι τους αγαπά. Όλα αυτά αναμφιβόλως είναι υπερβολές, τις οποίες εκμεταλλεύεται ο αντίδικος για να μας καταπιή.


Πώς λοιπόν ιστάμεθα ενώπιον του Θεού; Κατ’ αρχάς, ιστάμεθα σαν απλά παιδιά του. Η αγρυπνία μας είναι η ώρα της αγάπης μας με τον Θεόν. Όπως οι άνθρωποι έχουν τις ώρες που θέλουν να αγαπούν και να αγαπιούνται, έτσι και εμείς έχομε τις ώρες που ζούμε μαζί με τον Χριστόν μας, τις ώρες που τον περιμένομε και μας περιμένει, που προσπαθούμε να δείξωμε την αγάπη μας κατά τον τρόπο που καταλαβαίνει εκείνος. Εμένα, αν μου φέρης ένα γλυκό, μου κερδίζεις την καρδιά. Του άλλου την κερδίζεις με το να του πας ένα βιβλίο· αν του πας γλυκό, θα αποτύχης. Το ίδιο και ο Θεός· θέλει να του πας τα δικά του δώρα, τα δικά του δωρήματα, αυτά που τα καταλαβαίνει. Επί πλέον, εφ’ όσον η ψυχή μας είναι αδύνατη και τρικυμίζεται, και εφ’ όσον υπάρχει «αντίδικος ωρυόμενος», η ψυχή μας θέλει ενίσχυσι, θέλει τον τρόπο της για να μπορή να ξεπερνά τον εαυτό της και να νικά και να χαίρεται τον Θεόν. Γι’ αυτό θα αναφερθούμε σε μερικά πολύ απλά θέματα.

Το πρώτο, που πρέπει να επιτύχω στην αγρυπνία μου, μετά την έγερσί μου, είναι το ξύπνημά μου. Πώς θα ξυπνήσω; Άλλος κάνει μετάνοιες, άλλος πλένει το κεφάλι του, τα μάτια του, άλλος κάνει περίπατο έξω από το κελλί του μέσα στο μοναστήρι ή, όταν είναι ερημίτης, επάνω στα βουνά. Αλλά οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν πολλούς τρόπους και για να ξυπνούν. Άλλοι ζητούσαν να τους χτυπούν την πόρτα. Άλλοι είχαν κάτι επάνω τους, μια σφαίρα επί παραδείγματι, η οποία έπεφτε και ξυπνούσαν. Σε άλλους έφθανε μία καρφίτσα, που θα έπεφτε από πάνω τους ή από το χέρι τους ή από την βάσι ενός κεριού, που το άναβαν και, όταν έλειωνε, έπεφτε η καρφίτσα και ξυπνούσαν.

Ο ύπνος είναι ένας δούλος που μπορείς να τον κάνης ό,τι θέλεις. Όποτε θέλομε καλούμε τον δούλο μας, όποτε θέλομε του λέμε, πήγαινε τώρα να ξεκουρασθής και, όταν σε χρειασθώ, θα σε ξαναφωνάξω. Ο ύπνος ξέρει να υποτάσσεται στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος υποτάσσεται στο αφεντικό του, τον Θεόν;

Τα αγρίμια της γης υποτάσσονται στον Θεόν και στον αφέντη τους. Δεν θα υποταχθη ο ύπνος στον άνθρωπο; Αρκεί ο καθένας μας να βρη το δικό του μέτρο και τις δικές του σημερινές δυνατότητες, διότι δεν χρειαζόμαστε πάντοτε τις ίδιες ώρες ύπνου. Τώρα χρειάζομαι οκτώ ώρες, αλλά μετά από έναν χρόνο μπορεί να χρειάζωμαι πέντε ώρες και μετά τρεις ώρες. Αν τυχόν μετά από τρία χρόνια αρρωστήσω, θα χρειάζωμαι έξι ώρες. Όταν θα είμαι ταπεινός, δεν θα επιδιώκω να κάνω το θέλημά μου και τις επιθυμίες μου, αλλά αυτό που θα μπορώ να κάνω εξ αιτίας των νέων συνθηκών.

Αλλά, για να υποτάξω τον δούλο που λέγεται ύπνος και να τον θέσω υπό τις διαταγές μου, είναι ανάγκη να ξεπεράσω τα ορμέμφυτά μου, τις επιθυμίες μου, διότι αυτά είναι, ως επί το πλείστον, η αιτία και δεν έχω τον ύπνο στα χέρια μου. Θα πρέπει να μάθω να λέγω, έλα ύπνε, να κλείνω τα μάτια και να κοιμάμαι. Πολλοί όμως είναι τόσο σπασμένοι από τα αποτυχημένα τους όνειρα, από τους πόθους και τα βουλήματά τους, από τα θελήματα και τις απογοητεύσεις τους, από τις ελπίδες και τις απελπισίες τους, ώστε μπορεί να πέσουν στο κρεββάτι, και να τους πάρη ο ύπνος μετά από τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες, ή μπορεί να μην τους πάρη και καθόλου. Έκτος αν είναι καθαρώς θέμα υγείας, αλλά και τότε ο παράγων ψυχή παίζει τον ρόλο του. Σε κάθε άλλη περίπτωσι ο άνθρωπος μπορεί να κυβερνά τον ύπνο του: θέλω να κοιμηθώ; να κοιμάμαι· θέλω να ξυπνήσω; να ξυπνώ.

Για να επιτύχω λοιπόν στον κανόνα μου, πρέπει, πρώτον, να κάνω υποχείριο τον υπηρέτη μου που λέγεται ύπνος. Δεύτερον, χρειάζεται να ηρεμήσω, να νοιώσω ειρήνη και γαλήνη· να σταθώ χωρίς υπερδιέγερσι, χωρίς υπερέντασι του νευρικού και του ψυχικού συστήματός μου, και εν συνεχεία να ανεβάσω τον νου μου εκεί που εγώ θέλω. Ο νους μου δεν πρέπει να είναι σαν ένας αλήτης που πάει από εδώ και από εκεί· δεν πρέπει να γυροφέρνη όπως οι κυκλευταί μοναχοί, αλλά να επιστρέφη στον εαυτό του.

Πού όμως θα καθίσω; Προτιμώ να καθίσω σε πολυθρόνα; Μπορώ να καθίσω. Η πολυθρόνα έμενα μου φέρνει ύπνο; Θα καθίσω σε μια άλλη καρέκλα, ή στον ξύλινο καναπέ, ή στο ξύλινο χαμηλό κρεββάτι μου. Επίσης, μπορώ να κάνω ένα σκαμνάκι με τρία πόδια, ώστε, εάν με πάρη ο ύπνος, να πέσω και να ξυπνήσω. Ό,τι θέλω μπορώ να κάνω, μόνο να είμαι ήρεμος, διότι, όταν είμαι ήρεμος, εξουσιάζω την αναπνοή μου, τους χτύπους της καρδιάς μου, το πνεύμα μου, τα πάντα. Μπορώ τότε να πω: έλα, Θεέ μου, και να το αντιληφθώ. Όταν όμως η καρδιά χτυπάη άτακτα, όταν η αναπνοή μου γίνεται άτακτα, όταν μέσα μου τα βουλήματά μου είναι δυνατά, πώς να πάρω είδησι τον Θεόν; Μόνον αν έχω καμιά σατανική φαντασία, τότε θα πω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σε ευχαριστώ που καταδέχθηκες να μπης στο αμαρτωλό μου κελλί», αλλά δεν θα είναι αυτός ο Χριστός. Χρειάζεται λοιπόν να ηρεμήσω, να είμαι ξεκούραστος, όχι τόσο σωματικά, όσο πνευματικά. Η υποδούλωσις του ύπνου και η ηρεμία είναι μία προετοιμασία.

Τρίτον, θα επιδιώξω την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες. Μόνον «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Όταν όμως εγώ έχω την επίγνωσι της αρετής μου, των χαρισμάτων μου, των αγιοτήτων μου, όταν ζητώ από τον Θεόν θείες ελλάμψεις, όταν του ζητώ να γίνω και εγώ μεγάλος, δεν μπορώ να έχω συντριβή καρδίας. «Ζηλούτε τα χαρίσματα τα κρείττονα», λέγει, ο Απόστολος, και το μείζον είναι η αγάπη προς τον Θεόν. Δεν θα ζητήσω λοιπόν κάτι άλλο από την συντριβή, ούτε θα καθίσω σαν δίκαιος ενώπιον του Θεού και θα του απαιτήσω. Αυτό που θα κάνω θα είναι να του ομολογήσω την αμαρτία μου, την ανομία μου, την φτώχεια μου, με τέτοια διάθεσι, ώστε να μη μου υποθάλπη τον εγωισμό, αλλά να μου συντρίβη την καρδιά. Τότε ό Θεός θα επίβλεψη στην καρδιά μου, διότι ο ίδιος λέγει: «Επί τίνα επιβλέψω; Αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και τον ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου».

Επομένως, δεν αρκεί μόνον να διαβάζω ή να προσεύχωμαι. Είναι απαραίτητο να επιδιώξω την συντριβή της καρδίας, η οποία μπορεί να γίνη και με την στάσι μου και με ορισμένες σκέψεις που θα κάνω για τον Θεόν, ή με οτιδήποτε άλλο. Όλα αυτά βεβαίως είναι εισαγωγικά. Μπορώ ακόμη να γονατίσω ενώπιον του Θεού και να τον παρακαλέσω να μου συγχώρηση την αμαρτία μου, που πιθανόν δεν την ξέρω, δεν την φαντάζομαι, αλλά ξέρω πως είμαι αμαρτωλός.

Εν συνέχεια θα κάνω μετάνοιες· με τον όρο «μετάνοιες» εννοούμε και τις σωματικές μετάνοιες. Συμβάλλουν πολύ και αυτές, όπως το βλέπομε καθημερινά. Μερικοί μοναχοί έκαναν χιλιάδες μετάνοιες, ενώ ήταν ακόμη στον κόσμο. Οι μετάνοιες είναι και υπόθεσις εποχής, υγείας, τόπου. Πάντως, έχουν μία σημασία, όπως μαρτυρεί η προσωπική πείρα, οι Πατέρες της Εκκλησίας και τα βιβλία μας. Είναι ένας κόπος, μία θυσία ενώπιον του Χριστού. Οι κοσμικοί άνθρωποι σηκώνονται το μεσονύκτιο για τα παιδιά τους, για τον άνδρα τους, για άλλες υποθέσεις. Η δική μας η κούρασις την νύκτα είναι οι μετάνοιες.

Κυρίως όμως. με τον όρο «μετάνοιες», εννοούμε διεγέρσεις της ψυχής μας για να μετανοήση, διότι το πιο ισχυρό γεγονός της ζωής μας είναι η παχυλότητα της σαρκἰνης και της δήθεν πνευματικής καρδιάς μας, που δεν θέλει ποτέ να αναγνωρίση ότι είναι αμαρτωλή. Εάν λέμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, το λέμε με τα χείλη, αλλά δεν το παραδεχόμαστε και δεν το καταλαβαίνομε. Μπορεί να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «ήμαρτον ενώπιόν σου», εάν όμως μας ρωτήσουν τί αμαρτίες κάναμε, θα πούμε, δεν έκλεψα, δεν σκότωσα, ό,τι λένε οι κοσμικοί άνθρωποι. Τουλάχιστον αυτοί δικαιολογούνται, διότι δεν καταλαβαίνουν. Εμείς δικαιολογούμεθα να μην καταλαβαίνωμε; Όταν λοιπόν λέμε μετάνοιες, εννοούμε τέτοιες προσπάθειες, να ξεσηκώνωμε την καρδιά και τον νου μας, για να καταλάβουν την αμαρτωλότητά τους και να έχουν όχι μία, αλλά αλλεπάλληλες μετάνοιες.

Για να βοηθήσωμε την καρδιά και τον νου μας να μετανοήσουν, προσπαθούμε να δημιουργήσωμε μία ατμόσφαιρα σοβαρή, αξιοπρεπή, κατανυκτική. Την ώρα εκείνη, και μάλιστα τις ευγενέστερες και ωραιότερες στιγμές, αν θυμηθής κάτι, μην το γράψης. άφησέ το. Όταν ο κανόνας σου είναι πέντε ώρες, είναι φυσικό, κάτι που θα σου πη ο Θεός, να θέλησης να το γράψης για να το παρουσίασης στον Γέροντα σου· παρ’ όλα αυτά, μην το κάνης τις στιγμές που η καρδιά πια αρχίζει να ανεβαίνη στον Θεόν. Τότε δεν θέλομε κανέναν, ούτε και τον Γέροντα· έχομε τον Κύριόν μας και τον Θεόν μας.

Πώς όμως πετυχαίνω την συντριβή; όχι τεχνικά, αλλά με την φυσική μου στάσι και τοποθέτησι ενώπιον του Θεού. Έστω, και αν δεν το νοιώθω, το ξέρω ότι είμαι αμαρτωλός. Παρουσιάζω λοιπόν τον εαυτό μου σαν αμαρτωλά ενώπιον του Θεού, για να μπορέσω κάποτε να το καταλάβω και να οδηγηθώ στην αληθινή μετάνοια. Αυτή είναι δώρο του ιδίου του Θεού, αποτέλεσμα των πολλών μου εξομολογήσεων και μετανοιών, των πολλών μου κόπων και συντριβών.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποκαλούσαν τον εαυτό τους μοιχό, τάλα, πόρνο, κλέφτη, ληστή, ενώ ούτε στο όνειρό τους δεν είχε συμβή κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, απέδιδαν στον εαυτό τους όλα αυτά τα αμαρτήματα, είτε σαν μία προσπάθεια να προσφέρουν το είναι τους στον Θεόν, είτε σαν μία προσπάθεια να πετύχουν το έλεος του Θεού, ή να συντριβή επί τέλους αυτή η μαλθακή και σκληρή καρδιά και να καταλάβη ότι είναι αμαρτωλή. Εμείς δεν καταλαβαίνομε την αμαρτία μας. Ενώ είμαστε γεμάτοι από αμαρτίες, δεν καταφέρνομε να έχωμε την αμαρτία μας διαρκώς ενώπιον των οφθαλμών μας, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «Η αμαρτία ενώπιόν μού έστι διά παντός». Εμείς έχομε το ιδανικό μας, την ιδεολογία μας, τις απαιτήσεις μας από τον Θεόν, τα όνειρο να φθάσωμε ψηλά, να επιτύχωμε πολλά. Γι’ αυτό δεν υψωνόμαστε ούτε ένα δακτυλάκι πάνω από την γη.

Πολλοί Πατέρες, για να πετύχουν την συντριβή, κτυπούσαν τα στήθη τους όπως ο τελώνης, λέγοντας «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ»· άλλοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους. Εμείς βέβαια δεν θα κάνωμε τέτοια πράγματα, θα στεκώμαστε όμως με αξιοπρέπεια. Δεν θα καθίσω, λόγου χάριν, επάνω στο κρεββάτι μου για να διαβάσω, ή δεν θα ξαπλώσω για να προσευ¬χηθώ. Άλλο όταν προσεύχωμαι νοερά με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» επί ώρες. Τότε θα το πω και καθιστός και όρθιος και ξαπλωμένος, μπρούμυτα και ανάσκελα. Αυτή η προσευχή είναι ολονύκτια αγωνία για τον Χριστόν. είναι μία πάλη. Επειδή φέρω την αδυναμία της σαρκός, τότε θα τα χρησιμοποιήσω όλα, για να μπορέσω να νικήσω.

Στέκομαι λοιπόν ενώπιον του Θεού επιδιώκοντας την συντριβή της καρδίας, το σπάσιμο του πάγου, με τις εξομολογήσεις ενώπιον του Θεού, και προσπαθώντας να κατανοήσω ότι εδώ είμαστε εγώ, ο τιποτένιος, και ο Κύριός μου.

Κύριε, του λέγω, είσαι αόρατος, αλλά είσαι αληθινός. Είμαι ένα σκουπίδι της γης, και συ είσαι ο μεγάλος Θεός, «ο επί θρόνου χερουβικού εποχούμενος, ο των σεραφίμ Κύριος και βασιλεύς του Ισραήλ». Συ είσαι ο πλάστης μου. Είσαι αυτός που με ξέρεις μέχρι της τελευταίας λεπτομερείας ξέρεις και το πνεύμα μου και την ψυχή μου και την σάρκα μου. Δεσπόζεις της οικουμένης. Είσαι αυτός δίχα του οποίου τίποτε δεν γίνεται και έκτος του οποίου δεν υπάρχει τίποτε και εν τω οποίω υπάρχουν τα πάντα. Είσαι ο μεγάλος Θεός, ο πλήρης δόξης, ο πλήρης άγιότητος, ο πλήρης τελειότητος, και εγώ είμαι ο μηδαμινός.

Θα σκύψω, θα κλάψω, θα γονατίσω, θα προσκυνήσω, θα ξαναπροσκυνήσω, θα ξανακλάψω, μέχρις ότου συντριβή η ψυχή μου. Αν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν ναό, είναι προτιμότερο. Αν δεν μπορώ, ας το κάνω μέσα στο κελλί μου. Ο καθημερινός μου στίβος είναι το κελλί μου. Αν έχω κελλί που είναι ναός του Θεού, κερδίζω. Αν δεν έχω, ας βρω κάτι άλλο.

Θα επιδιώξω όμως την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες όχι σαν ένα μέσο μαγικό, αλλά σαν κάτι που μου χρειάζεται. Η συντριβή δεν χρειάζεται στον Θεόν. Δεν έχει ανάγκη ο Θεός ούτε από τις αρετές μου ούτε από τις κακίες μου ούτε και από την συντριβή της καρδίας μου. Εγώ έχω ανάγκη αυτής της συντριβής, για να μπορώ να παρίσταμαι ενώπιόν του. Μόνον να μη συγχέωμε την πραγμάτωσι των επιθυμιών μας με την συντριβή, διότι, όταν έχωμε μια λαχτάρα και πραγματοποιήται, όταν έχωμε κάποιο όνειρο και νομίζωμε ότι το πλησιάζομε, όταν φαντασθούμε ότι ο Θεός αρχίζει να μας πλησιάζη. τότε εμείς χαιρόμαστε ή και κλαίμε και συντριβόμαστε. Επίσης, όταν σκεφθούμε την αμαρτία μας, μπορεί να κλάψωμε, αλλά δεν σημαίνει ότι κλάψαμε για τον Θεόν. Κλάψαμε γιατί θυμηθήκαμε την αμαρτία μας. Δεν είναι αυτό το θεϊκό κλάμα, το κλάμα της ταπεινοφροσύνης και της συντριβής· είναι το κ/άμα το χοϊκό, το ανθρώπινο, το ψυχικό. Έκλαψα, γιατί εγώ έκανα το τάδε κακό. Αυτό είναι θυμίαμα στο εγώ μου. Χρειάζεται προσοχή να μην μπερδεύεται ο πόθος μας, η ελπίδα μας και η απελπισία μας με την παρουσία του Θεού. Το πραγματικά δάκρυ είναι ξένο προς ό,τι αφορά τον εαυτό μας.

Μετά την συντριβή της καρδίας και της μετανοίας έρχεται η καθαρότης του βίου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν. Εμείς οι άνθρωποι θέλομε να δούμε τον Θεόν, αλλά πώς θα τον δούμε;

Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει το δικό του δώρημα από τον Θεόν, για να τον δη. Στον κάθε άνθρωπο ο Θεός έχει ξεδιαλύνει το πως θα τον δη. Το βέβαιο είναι ότι ο Θεός οράται με μύριους τρόπους, αυτό όμως εξαρτάται από την δική μας καθαρότητα. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», λέγει ο Κύριος.

Με τον όρο «καθαρότητα» εννοούμε την καθαρότητα από την αμαρτία, αλλά προπάντων την καθαρότητα του νου. Ιδιαίτερα στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να επιτρεπωμε στον νου μας να ασχοληθή με κάτι άλλο, έκτος από την προσευχή. Την ώρα που αγρυπνείς, είναι δυνατόν να σου μπη μία ωραιότατη σκέψι. Διώξε την. Μπορεί να σου έρθη μία ανάμνησις της αγάπης του Θεού, ο οποίος σταυρώθηκε για σένα. Μακριά τώρα και ο σταυρός του Χριστού. Δεν σου χρειάζεται τίποτε. Το μόνο που σου χρειάζεται είναι η καθαρότης, δηλαδή το άδειασμα του νου από το κάθε τι, καλό ή κακό. Μπορεί να σου γεννηθή η επιθυ¬μία να πης: Θεέ μου. ας είμαι για σένα νεκρός, άδειος. Τίποτε από όλα αυτά. Την ώρα εκείνη ο νους πρέπει να μείνη αχρωμάτιστος, κενός, να απαλλαγή από το κάθε τι, για να μπορής να τον γέμισης με την ευχή του Ιησού ή με άλλες μικρές προσευχές των αγίων. Αν δεν μπορούμε διαρκώς να κάνωμε την νοερά προσευχή, είναι δυνατόν να γεμίζουμε την ώρα μας με πολλές προσευχές. Οπωσδήποτε όμως η νοερά προσευχή είναι η πιο θετική, η πιο σύντομη, η πιο αποφασιστική, η πιο καρποφόρος και η πιο αρεστή εις τον Χριστόν.

Η καθαρότης του νου είναι βασική προϋπόθεσις, για να επιτύχωμε εν συνεχεία την καθαρότητα του βάθους της ψυχής μας από τα πάθη. Η καθαρότης του νου προσελκύει μέσα μας τον Θεόν, και τότε ο Θεός μπορεί να καθαρίση την καρδιά μας από τα πάθη τα οποία έχομε είτε από τον Αδάμ και την Εύα, είτε εκ κληρονομικότητος, είτε από τις δικές μας απροσεξίες. Εμείς δεν μπορούμε να κάνωμε κάτι, για να είμαστε «καθαροί τη καρδία». Μπορούμε όμως να έχωμε καθαρότητα νου.

Επιδιώκομαι λοιπόν το άδειασμα του νου και το γέμισμά του με τις λέξεις που λέμε στον Θεόν. Ο νους μας πηγαίνει μόνον στο γράμμα και στο νόημα των λέξεων. Ούτε τον ίδιον τον Θεόν δεν θα ζητάμε, διότι ζητώντας τον ζητάμε τον εαυτό μας και χάνομε τον Θεόν. Ο Θεός ευρίσκεται σε εκείνους που δεν τον ζητούν, σε εκείνους που δεν ερωτούν γι’ αυτόν.

Επίσης, στην προσευχή μας θα ζητάμε από τον Θεόν την ευφροσύνη της καρδίας μας, θα την ζητάμε δε ως μαρτυρία της παρουσίας και της αγάπης του. Αυτή δικαιούμεθα να την ζητάμε. Αγνοώντας τον Θεόν και ζώντας χωρίς αυτόν, η ζωή μας είναι τόσο βαρειά και σκληρή, ώστε θέλομε κάτι που να μας κάνη πιο ελαφριά την ζωή μας και πιο αερίσια την προσευχή μας, για να μπορή να ανεβαίνη άνετα. Αυτό μπορούμε να το επιτύχωμε με την ευφροσύνη. Η ευφροσύνη είναι μία πανήγυρις της καρδιάς, μία εκδρομή, μία ξεκούρασις και απόλαυσις του νου, ένα βίωμα της ψυχής, κάτι που μένει στην ζωή μας. Η ευφροσύνη, μας κάνει να αρχίζωμε με πολύ θάρρος και διάθεσι και χαρά την αγρυπνία μας, να την επιθυμούμε, να την αυξάνωμε.

Αλλά, εάν υποθέσωμε ότι η αγρυπνία μας είναι σκληρή σαν τον θάνατο, μαύρη σαν την σκοτεινιά της νύκτας, βαρειά σαν το πιο βαρύ σύννεφο που μπορεί να πέση επάνω μας, τότε τί θα κάνωμε; Τότε ας κλαύσωμε, ας μοχθησωμε, ας παρακαλέσωμε, ας απειλήσωμε τον Θεόν, για να μας δώση την ευφροσύνη. Δεν θα σταματήσωμε την αγρυπνία μας· θα την κάνωμε σαν μία προσφορά της καρδιάς μας, σαν μία αγωνιστικότητα, σαν μία θυσία. Όπως η χήρα έβαλε στο γαζοφυλάκιο το μοναδικό δίλεπτο πού είχε, όπως οι Ιουδαίοι προσέφεραν τα πρωτότοκά τους ή τον εαυτό τους στον Θεόν, έτσι και εμείς θα προσ¬φέρωμε την νύκτα μας, το ωραιότερο μέρος της ζωής μας. Παράλληλα όμως, θα παρακαλάμε τον Θεόν να μας χαρίζη ευφροσύνη.

Μη νομίζετε πως είναι δύσκολο. Ο Θεός αμέσως απαντάει. Εάν, όταν παρακαλάς έναν άνθρωπο, αυτός συγκινήται και σε αγκαλιάζη, σε φιλά και σου φέρνη δώρα, πόσο μάλλον ο Θεός. Αλλά και εάν δεν μας απάντηση, εμείς θα συνεχίσωμε να ζητάμε την ευφροσύνη. Δεν θα ζητάμε να δούμε τον Χριστόν, να μας μιλήσουν οι άγγελοι, να νοιώσωμε το Άγιον Πνεύμα, να έλθη ο άγιος Νικόλαος να μας λύση το πρόβλημα· δεν θα πειράζωμε τον Θεόν, θα ζητάμε όμως την ευφροσύνη μας. Τα άλλα είθε να μας τα δώση, όποτε Εκείνος νομίζει ότι θα μας είναι χρήσιμα στην ζωή μας. Η ευφροσύνη έχει μεγαλύτερη αξία και από χίλιες θεοφάνειες, διότι είναι η ατμόσφαιρα της συναντήσεώς μας με τον ερχόμενον Χριστόν, είναι το έρεισμα, η κρηπίς, επάνω στην οποία θα προστεθή όλη μας η αγρυπνία. Αν δεν έχωμε ευφροσύνη, σπάνε τα νεύρα μας, δημιουργούνται καχεξίες, πόνοι, παραλυσίες, μουδιάζουν τα πόδια μας, ζουζουνίζουν τα αυτιά μας, πονάει η καρδιά μας.

Στην αγρυπνία μας χρειαζόμαστε και κάτι ακόμη, το φλέγον πυρ. Και αυτό δεν μπορούμε να το αποκτήσωμε μόνοι μας, μόνον ο Θεός μπορεί να μας το δώση. Ο Θεός είναι «ο ποιών τους λειτουργούς αυτού πυρ φλέγον». Το πυρ είναι η φωτιά που ανάβει μέσα μας, η όρεξις να αγρυπνούμε, η αναβίβασις του εαυτού μας, το πτέρωμά μας, το οποιο μας κάνει όχι μόνον να αντέχωμε στην αγρυπνία μας, αλλά και να μη θέλωμε να σταματήσωμε. Μπορεί να περάσουν δύο, τρεις, επτά, δεκαπέντε ώρες, και να νομίζωμε ότι δεν πέρασαν παρά μόνον πέντε λεπτά. Έρχεται η ώρα να τελειώσωμε, γιατί οι υποχρεώσεις μας καλούν, και πονάει η καρδιά μας να διακόψωμε την αγρυπνία μας.

Όταν όμως ο Θεός μας κάνη μια φωτιά την ώρα της αγρυπνίας μας, σιγά-σιγά γίνεται φωτιά και όλη η ζωή μας. Όπως τα δάκτυλα των αγίων γίνονταν σαν αναμμένες λαμπάδες και το φως τους ανέβαινε προς τα πάνω, έτσι μπορεί να γίνη και η δική μας ύπαρξις. Χωρίς φωτιά, ο δορυφόρος δεν ανεβαίνει στην σελήνη· πώς θα ανέβω εγώ στον ουρανό;

Ας παρακαλούμε λοιπόν τον Θεόν να κάνη πυρφόρα την προσευχή μας, τα ανεβάσματά μας, την αγρυπνία μας, τις κραυγές της καρδιάς μας, τις γονυκλισίες μας, τους κόπους μας, την χαμαικοιτία μας, τα πάντα. Όταν η ζωή μας δεν είναι κάτι τέτοιο, τότε κοιμόμαστε ύπνο βαθύτατο ακόμη και μέσα στην αγρυπνία μας. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ας κοιμώμαστε αγρυπνούντες, παρά στο κρεββάτι μας. Προτιμότερο να κοιμάμαι όρθιος ενώπιον του Κυρίου και να βλέπη την αγωνία μου και τον αγώνα μου, παρά να πηγαίνω να κοιμηθώ.

Με την συντριβή της καρδίας, με τις μετάνοιες, με την καθαρότητα του νου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν, με την ευφροσύνη και το φλέγον πυρ, το οποίο είναι αναγκαίο για να μεθιστάμεθα στην άλλη ζωή, η αγρυπνία μας, η προσευχή μας, το κελλί μας, η ψυχή μας γίνεται εύφορος τόπος, όπου μπορεί κανείς να βρη τον Θεόν, να τον αγκαλιάση, και ο γεωργός, ο Θεός, μπορεί να γεωργή την ύπαρξί μας.

Ο προφήτης Ησαΐας μακαρίζει τους ανθρώπους οι οποίοι σπείρουν «επί παν ύδωρ», σε χωράφια ποτιστικά, «ου βους και όνος πατεί», όπου μπορούν να πατούν ελεύθερα ο βους και ο όνος και να τα καλλιεργούν. Το λέγει αυτό. διότι στην Παλαιστίνη υπήρχε πολλή ξηρασία. Επειδή συνήθως έπεφταν κατακλυσμιαίες βροχές, η ξηρασία συνεχιζόταν. Γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη μιλάει συνεχώς για δίψα και βροχή, γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι φαντάζονταν τον Θεόν μέσα στον κατακλυσμό.

Επίσης, με την βροχή το έδαφος γινόταν πολύ εύφορο, και η βλάστησις ήταν άφθονη. Τότε μπορούσαν να αφήνουν τα ζώα τους να βόσκουν ελεύθερα.

Και εμείς μπορούμε να κάνωμε την αγρυπνία μας, το κελλί μας, το μοναστήρι μας, την λειτουργία μας, όλη την ζωή μας, εύφορο χώμα. Χρειάζεται όμως να ζούμε όπως είπαμε προηγουμένως. Διαφορετικά, θα είμαστε ξηρή γη και δεν θα μπορούν να την καλλιεργούν ο όνος και ο βους, οπότε δεν θα έχωμε καρπούς. Μπορεί να κουραζώμαστε μια ολόκληρη ζωή και να μην κάνωμε τίποτε. Μπορεί όμως μία φορά να σπείρωμε και να θερίσωμε δυό και τρεις και είκοσι φορές. Γιατί να μην το προτιμήσωμε; Είναι τόσο εύκολο να το πετύχωμε, αρκεί να κατανοήσωμε τον μακαρισμό αυτό. Ο Θεός μάς έφερε στο μοναστήρι, για να μπορή να έρχεται και να σπέρνη στα σπλάγχνα μας και να βγάζη όλους αυτούς τους θησαυρούς· να βάζη τους αγγέλους και τους αγίους του να αντλούν από μέσα μας όλα τα δώρα και τα καρπώματα που μας έχει δώσει. Δεν μας έφερε για κάποιο πενιχρό αποτέλεσμα.

Προχωρώντας ο Προφήτης λέγει: Με δοξολογούν τα θηρία του δρυμού, τα αγρίμια του λόγγου, τα τέρατα της γης, διότι γέμισα όλη την έρημο με ύδατα και την άνυδρο γη με ποταμούς. Δηλαδή ο Θεός μπορεί να αλλοιώση το παν.

Και εμείς ζούμε την ερημιά μας, το άνυδρό μας, την φτώχεια μας, την απουσία του Θεού, αλλά ο Θεός μπορεί να μας γέμιση με ύδατα, ακόμη και με ποτάμια, και τότε η σχέσις μας με τον Γέροντα θα είναι αληθινή, μυστηριακή, μυστική.

Τί θα κάνωμε; Θα σταθούμε στην φτώχεια μας; Τα αγρίμια νοιώθουν το γέμισμα της ανύδρου γης με ποτάμια. Οι δικές μας ψυχές θα ζουν μέσα στην ανυδρότητά τους; Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Μπορούμε να πληρωθούμε από την δοξολόγησι του Θεού, τουλάχιστον από όμοια με αυτή των αγριμιών. Τότε μπορεί να γίνη λόγος περί πνευματικής ζωής. Τότε μπορεί να υπάρχη ελπίς για την επιβίωσι και της ψυχής και της οικογενείας. Τότε δεν θα μας νοιάζουν τα χρόνια της ζωής μας, αλλά ο καρπός τον οποίο θα μαζέψωμε. Ας ευχώμεθα μία τέτοια ζωή για τον εαυτό μας.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 458-472)

via

Η αγρυπνία του μοναχού στο κελλί του

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Αφού είδαμε μέχρι τώρα τι ζητάμε από τον Θεόν στην αγρυπνία μας, για να είναι ένα σάλτο προς τον Θεόν και όχι ένα σκοτάδι, ένα μαρτύριο, τώρα ας πλησιάσωμε περισσότερο την ώρα αυτή της αγρυπνίας.

Είμαστε μόνοι στο κελλί, δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα, ούτε μεταφέρομε μέριμνες ή λογισμούς. Όταν όλα τα θέτωμε εκποδών από το μυαλό και την καρδιά μας, δεν ευρίσκουν κάποιο σημείο για να κολλήσουν. Ό,τι είναι ξένο προς την ζωή μας, δεν έχει καμιά όρεξι να μπή στον νου ή στην καρδιά μας· μόλις πλησίαση, φεύγει ευθύς αμέσως. Οτιδήποτε κολλάει στο μυαλό μας, σημαίνει ότι το θέλομε, το αγαπούμε, υπάρχει ήδη στο βάθος της ψυχής μας. Βεβαίως, ο Θεός επιτρέπει στον σατανά να βάλη κάτι πειραστικό μέσα στον άνθρωπο, αλλά μόνον σε έναν πνευματικό άνθρωπο, για να αποκτήση περισσότερη δόξα, τιμή και απόλαυσι. Γενικώς όμως, όλα όσα έχομε στον νου, προέρχονται από τον βαθύτατο χώρο της βουλήσεως και της καρδιάς μας. Εάν αυτά τα αποβάλωμε με μία βουλητική διάθεσι, τότε μένομε ελεύθεροι και μπορούμε να γεμίσωμε με ό,τι θέλομε την ώρα και τον νου μας. Με τί θα γεμίσωμε λοιπόν την λειτουργία μας; Με ποιούς θα ασχοληθούμε;

Εφ’ όσον είμαστε μόνοι μας, το πρώτο που θα κάνωμε είναι να φέρωμε κοντά μας, με το δικαίωμα που μας δίνει ο ίδιος ο Θεός, τον Θεόν μας. Δεν χρειάζεται να κουρασθούμε, διότι ο Θεός είναι παρών. Δεν ζητάμε από τον Θεόν τίποτε, παρά μόνον να νοιώσωμε και να πιστεύσωμε αυτό που είναι αληθές. Ότι είναι παρών. Ακόμη και να θέλωμε, δεν είναι δυνατόν να απιστούμε στην παρουσία και στην οντότητα του Θεού. Κοι¬τάζομε μέσα στο σκοτάδι; Εκεί είναι ο Θεός. Κοιτάζαμε την εικόνα, τον τοίχο; Εκεί είναι ο Θεός. Παντού είναι ο Θεός.

Καμιά φορά η μιζέρια μας, ο αυθεντισμός μας, η αδράνειά μας, η ραθυμία μας, μας κάνουν να αναρωτιώμαστε πού είναι ο Θεός, διότι έτσι καλύπτεται η συνείδησίς μας και βολευόμαστε στην καθημερινότητά μας. Με την σκέψι ότι ο Θεός είναι μακριά μας, η ζωή μας ρυθμίζεται πολύ καλά και δεν έχομε καμία αγωνία. Αφ’ ης στιγμής όμως θέλομε να είμαστε συνεπείς με την αλήθεια ότι ο Θεός είναι ο εγγύς, ο ων, από την στιγμή εκείνη ο τα πάντα πληρών πρέπει να γίνη το πλήρωμα και του δικού μου κελλιού.

Ο πρώτος λοιπόν που γεμίζει το κελλί μου είναι ο Θεός. Ίσταμαι ενώπιον του Θεού, τον αγαπώ, τον αγκαλιάζω νοερώς ή αισθαντικώς, τον φιλώ, του χαμογελώ, του υπόσχομαι, τον παρακαλώ, τον βάζω να μου υπόσχεται, όπως έκαναν οι άγιοι της Εκκλησίας, γονατίζω μπροστά του, κλαίω, και σιγά- σιγά αρχίζω νοιώθω ότι ανοίγει για μένα η πύλη του ουρανού, ότι δεν είμαι τόσο τυφλός. Αν και τα νοερά μου μάτια έχουν ακόμη πολλή αμβλυωπία, η καρδιά μου, που είναι πιο ευαίσθητη, λυγίζει ευκολώτερα και μπορεί να αντιλαμβάνεται τον Θεον ταχύτερα. Αρχίζω τώρα να του μιλάω, να του εμπιστεύωμαι, να του ανοίγω την καρδιά μου, να του ζητώ, να του απαιτώ, και εκείνος, έχω την αίσθησι ότι με ακούει, διότι πάντοτε έχει την ευαισθησία να ακούη. Ο Θεός πάντοτε είναι πλήρης ακοής· κατά τον προφήτη σκύβει το ους του επάνω μας.

Εάν ο Θεός σκύβη, για να μας μιλήση, για να μας δώση τον λόγο του, πόσο μάλλον σκύβει για να ακούση την κραυγή της καρδιάς μας που πάσχει από την δική του απουσία. Έτσι, η οροφή μας γίνεται ένα άνοιγμα, ένα παράθυρο, και εγώ δεν είμαι μόνος, σπάει η παγωνιά της μοναξιάς. Μπορώ τώρα ό,τι κάνω να το κάνω με μεγαλύτερη επίγνωσι ότι το κάνω γι’ αυτόν. Ακόμη και αν θα έκανα ακροβατισμούς, είμαι βέβαιος ότι θα ένοιωθε τι ήθελα να του πω με αυτούς, πολλώ μάλλον με όλες αυτές τις προσπάθειες της ψυχής μου. Ζω κάτι πολύ ήρεμο, πολύ γλυκύ, κάτι που το αρχίζω μετά από την γαλήνη και την ησυχία, που τα επεδίωξα και τα πέτυχα. Με μία σωματικο-πνευματική προσπάθεια αμέσως το επιτυγχάνομε αυτό. Πρέπει να είναι κανένας πολύ ανήμπορος, ακρωτηριασμένος πνευματικά, αχρηστεμένος, για να μην μπορή να το πετύχη. Αλλά όλοι μας δεν προλάβαμε ακόμη να αχρηστευθούμε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορούμε να ονομάσωμε τον Θεόν μας Θεόν ζώντα και άληθινόν.


Κατά κανόνα, ο Θεός είναι πολύ άμεσος στις απαντήσεις του, μόνο που θέλει το κάθε τι να γίνεται με την απλότητα ενός μικρού παιδιού. Όπως το παιδάκι φωνάζει τον πατέρα του, έτσι να φωνάζωμε και εμείς τον Θεόν. Αν έχω αυτή την ταπείνωσι και αυτή την ελπίδα και την πίστι εν τη απιστία μου, ο Θεός οπωσδήποτε θα μου εμφανισθή. Ουδείς ποτέ ζήτησε τον Θεόν και αστόχησε.

Εν συνεχεία βάζομε στο κελλί μας την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από αποκαλύψεις του Θεού. Θέλοντας και μη, διαβάζοντάς την δεν κάνομε τίποτε άλλο, παρά να συναντάμε τον Θεόν. Ο Θεός, ο ων, παρίσταται μυστικώς και μας μιλάει διά μέσου των Γραφών. Έτσι, από την μια έχομε την εσωτερική μυστική αποκάλυψι του Θεού, και από την άλλη το ζωντανό και απλό αυτό γεγονός, ο Θεός να μας αποκαλύπτεται -ποιός μπορεί να δυσπιστήση σε κάτι τέτοιο;- μέσα από τις γραμμές της Αγίας Γραφής. Αυτή η αποκάλυψις είναι πιο πολύ στα μέτρα μας, αισθητή. Βλέπομε άλλοτε να κινήται ο Θεός προς τον άνθρωπο, άλλοτε ο άνθρωπος προς τον Θεόν ή μακράν του Θεού· άλλοτε ο Θεός να απειλή, άλλοτε να συμβουλεύη ή να αγαπά. Μιλάει ο Θεός, μιλούν οι άγγελοι, μιλούν οι άγιοί του. Και όλα αυτά τα γεγονότα είναι δικά μας, τα ζούμε, τα οικειοποιούμαστε. Βλέπομε την αμαρτωλότητά μας συγκρίνοντας την ζωή μας με την ζωή των αγίων σχεδόν δεν περνάει σελίδα που δεν βρίσκομε τον εαυτό μας. Όταν διαβάζωμε την Αγία Γραφή επικαλούμενοι τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, όσο χοντροκομμένη και να είναι η ψυχή μας, αυτά τα νοιώθει, τα χαίρεται· η Αγία Γραφή γίνεται ένας διάλογος με τον αληθινόν Θεόν.

Οι ψαλμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην αγρυπνία, όταν μάλιστα διαρκή αρκετές ώρες. Σιγά- σιγά μαθαίνομε τα νοήματά τους, μπαίνουν μέσα στην καρδιά μας, μαλακώνουν τα σπλάγχνα μας και μας γεμίζουν. Το Ψαλτήρι είναι από τα πλέον πνευματοφόρα βιβλία της Εκκλησίας μας. Έτσι, η μελέτη της Αγίας Γραφής γίνεται ένα θαυμάσιο και πολύ εύκολο μέσο κοινωνίας με τον Θεόν γίνεται μία προσευχή, αλλά και μία προετοιμασία για την προσευχή. Με την μελέτη αυτή ανανεώνομε τις σχέσεις μας και τις υποσχέσεις μας με τον Θεόν, θυμόμαστε και πάλι τις επαγγελίες του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και αποκτούμε προσωπική σχέσι με την ιστορία της Εκκλησίας μας και με τον ίδιον τον Θεόν. Μπορούμε να μελετούμε ακόμη και ερμηνείες της Αγίας Γραφής. Αυτό μπορεί να γίνη την νύκτα, μπορεί και την ήμερα.

Συνεχίζομε με οποιαδήποτε άλλη πνευματική μελέτη, η οποία όμως δεν μας χαλάει την ατμόσφαιρα αυτή, δεν μας βγάζει από το κελλί μας, αλλά μας κρατάει γονατιστούς ενώπιον του Κυρίου.

Όταν κανείς έχη περισσότερες ώρες για κανόνα, μπορεί να χρησιμοποιή ταυτοχρόνως ένα εργόχειρο, να πλέκη ένα κοαποσχοίνι ή να κάνη οτιδήποτε άλλο. Μπορεί ακόμη, όταν οι ώρες είναι ατέρμονες, να διανθίζη την ώρα του με μια γραφική εργασία, που δεν τον αποσπά άλλα είναι ένα διάλειμμα, με την επίγνωσι ότι εδώ καθίζει τον Θεόν και εκείνος γράφει ή κάνει την συγκεκριμένη δουλειά. Είμαι ποιμήν; Κάνω την ποιμαντική μου εργασία ή μελετώ τους κανόνες της Εκκλησίας. Είμαι υποτακτικός; Κάνω κάτι σχετικό με την υποτακτική μου δουλειά ή μελετώ ένα θεολογικό βιβλίο.

Εάν είμαι περισσότερο αδύνατος, με ευλογία μπορώ να κάνω αντί για προσευχή οποιαδήποτε δουλειά· στην ανάγκη κάτι είναι και αυτό· και εάν θυμηθώ, έστω και μια φορά, ας πω το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Εάν το ξεχάσω, όταν τελειώσω, ας πω, δόξα σοι ο Θεός που μου έδωσες απόψε αυτή την αγρυπνία. Και έτσι, το δόξα σοι ο Θεός σφραγίζει όλη αυτή την ταλαιπωρία της νύκτας και πάω και κοιμάμαι ήσυχος, γιατί εγώ έκανα αυτό που μπορούσα να κάνω σήμερα, και ο Θεός ας κάνη το δικό του. Εγώ, σαν άνθρωπος αγωνίσθηκα, σαν άνθρωπος πόνεσα, σαν άνθρωπος αδύνατος και αμαρτωλός αμάρτησα, σαν άνθρωπος έκλαψα, σαν άνθρωπος συντετριμμένος μετανόησα, και ο Θεός, σαν άγιος, σαν πολυεύσπλαχνος, σαν ελεήμων, σαν πατέρας στοργικός, ας μου δώση εκείνο που μπορεί να μου δώση.

Επίσης, μπορώ να διαβάζω ορισμένες ακολουθίες. Όταν ακόμη είμαι σε ένα στάδιο που χρειάζεται να καταλάβω τον εαυτό μου, οι Ώρες μπορούν να μου καλύψουν ένα χρονικό διάστημα, διότι έχουν ψαλμούς και τροπάρια γεμάτα από νοήματα της Αγίας Γραφής, είναι δηλαδή παρμένες από την ζωή και την αποκάλυψι του Θεού, από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, την σταύρωσι και την ταφή του Χριστού. Όλα αυτά με ενισχύουν.

Μπορώ λοιπόν να διαβάζω, να προσεύχωμαι, να κάνω έργα των χειρών μου, να πλουτίζω τον χρόνο μου, αρκεί να μη σταματώ να είμαι ενώπιον του Θεού.

Μεγάλη σημασία για τον κανόνα μου έχει και το να βάζω στο κελλί μου τους αγίους. Οι άγιοι μου κάνουν πιο εύκολο τον αγώνα μου, μου γεμίζουν τον χώρο, διότι είναι χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων. Αν αναλογισθώ και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, και αν οι άγιοι για μένα δεν είναι απλώς νοητά πρόσωπα, αλλά είναι και λείψανα και εικόνες, που η καθεμιά είναι ένα σημάδι της αληθινής παρουσίας του Θεού, τότε η βοήθεια είναι πολύ μεγάλη. Σχεδόν παύει το κελλί μου να έχη τόπο αισθητώς άδειο, το γεμίζει ο Θεός. Αλλά τί παθαίνομε εμείς οι άνθρωποι! Νοιώθομε πιο κοντά μας τους αγίους, και θα έλεγε κανείς ότι αυτό το κάνει ο πονηρός. Όχι· ο Θεός, η ανθρώπινη φύσις μάς κάνει να νοιώθωμε περισσότερο εγγύς τον άγιο, γιατί και αυτός ήταν σαν και εμάς, ασθενής, αδύνατος• πάλεψε, αμάρτησε, σηκώθηκε όπως και εμείς. Ήταν σύμφυτος με την αμαρτία και εν συνεχεία έγινε σύμφυτος της ζωής του Χριστού.

Καλούμε λοιπόν τους αγίους, τους αγγέλους, που και αυτοί έχουν κάποια παχύτητα, όπως παραδέχεται η δογματική της Εκκλησίας μας, ή έχομε τα απτά σημάδια της παρουσίας τους, τις εικόνες και τα λείψανά τους. Καλόν είναι οι εικόνες που βάζομε στο κελλί μας και οι άγιοι που καλούμε να έχουν κάποια σχέσι με την ζωή μας· κάποιο περιστατικό, κάποια αρρώστια, κάποιος φωτισμός, κάποια ζωηρή ανάμνησις, κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό, ψυχικό ή σαρκικό βίωμα να μας έχη συνδέσει μαζί τους. Αν δεν έχωμε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον να το επιθυμούμε· κάτι είναι και αυτό και μπορεί κάτι να μας δώση. Έχω, λόγου χάριν, το όνομα του αγίου Νικόδημου. Δεν μου μιλάει ο άγιος Νικόδημος, αλλά είναι ο άγιός μου. Θα τον καλέσω, θα τον βάλω στο κελλί μου. Διαβάζω τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και μου κάνουν εντύπωσι. Διαβάζω τον Μέγα Βασίλειο και μου μιλάει. Αυτούς τους αγίους θα τους καλέσω στο κελλί μου, και θα τους αφήσω να μιλούν συνεχώς στην ψυχή μου.

Αφού καλέσω τους αγίους, βάζω τον καθένα στην θέσι του. Εδώ τον άγιο που τον αγαπώ περισσότερο, εκεί τον άγιο που μου αρέσει να τον βλέπω συχνότερα με τα μάτια της σαρκός μου ή της ψυχής μου. Μπροστά μου εκείνον για τον οποίο έχω την πείρα πως ό,τι του ζητώ μου το δίνει, οπότε και τώρα, εάν του ζητήσω κάτι, θα μου το δώση. Αν σήμερα νοιώθω βαρύς, αν βλέπω τον ουρανό σκοτεινό, αυτός ο άγιος έχω την πείρα ότι θα με βοηθήση. Και πράγματι, αν βρούμε τα κουμπιά ενός αγίου, διαπιστώνομε ότι ο άγιος μάς λύνει τα πάντα, μας βάζει στην ζωή του και μπαίνει και μέσα μας. Ο κάθε άγιος μπορεί να εχη κάτι να μας δώση. Αν κάποιος είναι πτωχός στην ζωή του, δηλαδή στα μυαλά του, θα έχη λίγους αγίους. Άλλος μπορεί να έχη πολλούς ή να πάρη όσους θέλει. Αρκεί να ξέρη να συνάπτη δεσμούς με τους αγίους, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την ζωή τους.


Όταν κάποιος μάς απωθή ή είναι στενοχωρημένος μαζί μας, τον πλησιάζομε, τον ερωτούμε γιατί είναι στενοχωρημένος, μήπως έχη κάτι μαζί μας, του πάμε ένα δώρο για να τον γλυκάνωμε, τον χαροποιούμε, κοιτάζαμε τι θέλει για να μας αγαπάη περισσότερο ή για να τον αγαπήσωμε· και είναι ένας άνθρωπος θνητός, μπορεί και αμαρτωλός. Πολύ περισσότερο πρέπει να κάνωμε κάτι τέτοιο με έναν άγιο. Χρειάζεται να συσχετισθούμε μαζί του, για να μπορούμε να έχωμε την άνεσι και την ευχέρεια να του ζητάμε ό,τι θέλομε. Ο άγιος πάλεψε στην ζωή του, έζησε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κουράσθηκε για τον Χριστόν, γι’ αυτό δεν ανέχεται να του αποσπάσωμε τα μυστικά χωρίς να κουρασθούμε. Εκείνος είναι βέβαιος ότι και εμείς κοπιάζοντας μπορούμε να επιτύχωμε, διότι γνωρίζει εξ ιδίας πείρας την αγάπη και την ετοιμότητα του Θεού να μας πλουτίζη. Όμως θέλει να καταβάλωμε και εμείς τον δικό του μόχθο, να κάνωμε τις δικές του ασκητικές δοκιμές. Αυτό είναι μία απαίτησις του πνευματικού νόμου της σχέσεώς μας με τους αγίους. Επομένως, πρέπει να αποκτήσωμε προσωπικά νήματα με τους αγίους. Αν δεν αποκτήσωμε με πολλούς, τουλάχιστον ας αποκτήσωμε με έναν. Προκειμένου να είμαστε μόνοι, καλύτερα να είμαστε και με έναν άλλον.

Ας σχετισθούμε με τον άγιο που φέρομε το όνομά του ή με τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, που είναι πολύ πρόχειρος και εύκολος· ακόμη και τους μουσουλμάνους ακούει. Ας σχετι¬σθούμε με τον άγιο Νικόλαο, που πηγαίνει και στους αμαρτωλούς και στους εγκληματίες και τους σώζει. Ας σχετισθούμε με την Παναγία. Ποιός μίλησε στην Παναγία και αστόχησε, δεν άκουσε την φωνή της, δεν δέχθηκε το χάδι της; Την Παναγία ακόμη και μέσα από την κόλασι την φωνάζουν· πόσο μάλλον εμείς που είμαστε έξω από την κόλασι. Ας έχωμε, όσο μπορούμε, τους δικούς μας μεσίτες. Και αναμφιβόλως, ποιός αγνοεί ότι οι άγιοι είναι πρόσωπα ζωντανά, ότι ευρίσκονται «εν χειρί Θεού» και επομένως μπορούν να ενεργούν οι ίδιοι;

Πώς όμως ενεργούν; Διά του Αγίου Πνεύματος, διά των αγγέλων και διά μυρίων άλλων τρόπων. Εν Αγίω Πνεύματι μπορούν να γίνουν ορατοί. Αυτό είναι βέβαιο, το λένε και οι Πατέρες μας. Έτσι, τα δυό χέρια γίνονται αμέσως τέσσερα. Τα δυό μάτια γίνονται τέσσερα μάτια. Τα δυό πόδια γίνονται τέσσερα πόδια, η μια καρδιά γίνεται δυό καρδιές. Και ένας άλλος ζη μαζί με μένα και κυριαρχεί και αγωνίζεται για το θέμα της υγείας μου, των αναγκών μου, για να καταλάβω κάτι, να νοιώσω κάτι, σε κάτι να διαφωτισθώ.

Άραγε, τί μπορώ να του ζητήσω; Οτιδήποτε, προπάντων όμως την σωτηρία μου, την αποκάλυψι του θελήματος του Θεού, ή να μου δώση τον Χριστόν που αυτός κατέχει. Ένας τέτοιος κόπος και μια τέτοια προσπάθεια μας γεμίζει με αναμνήσεις. Μία φορά στις εκατό να πετύχωμε κάτι, αυτή η μία φορά είναι δυνατόν να μας θρέφη για ένα, δέκα, είκοσι, πενήντα χρόνια. Πολλές φορές ακούμε να λένε: «Υπάρχει άγιος! θυμάμαι όταν ήμουν παιδάκι -τώρα είναι υπέργηρος και ακόμη ζη το γεγονός αυτό- βράδιασα στο χωράφι και άρχισα να φοβάμαι. Τότε φώναξα δυνατά: Άγιε μου Νικόλαε. Και αμέσως ο άγιος με άρπαξε από το χέρι και με έφερε στο χωριό». Είμαστε πιο κοντά με τους αγίους, καταλαβαίναμε ότι είναι πιο πρόθυμοι να έλθουν, ότι μας νοιώθουν περισσότερο, ότι μας αγαπούν πιο εύκολα, ότι είναι επιεικέστεροι μαζί μας, γιατί είναι του αυτού φυράματος με μας. Έτσι, μπορούμε να περάσωμε περίφημα την βραδιά μας. Όταν μάλιστα ασχολούμαστε και με την ζωή τους και προσπαθούμε να τους μιμηθούμε, τότε γίνεται καλύτερη η βραδιά μας.

Οι άγιοι λοιπόν πρεσβεύουν συνεχώς στον Χριστόν. Δεν θα χρησιμοποιήσω αυτόν που είναι αυτόβουλος και αυτοδύναμος και αυτενέργητος; Θα είναι πολύ αφελές εκ μέρους μου. Και αν ακόμη ο άγιος δεν έχη πάρει από τον Θεόν το δώρημα που του ζητώ, διότι ο καθένας έχει το δικό του δώρημα, μπορεί και μεσιτεύει. Και μια μεσιτεία δεν πάει ποτέ χαμένη.

Κάποιος μοναχός παρακαλούσε επίμονα για κάτι τον άγιο Σίμωνα, τον κτίτορα της Σιμωνόπετρας, αλλά φαινόταν αδύνα¬τον να πραγματοποιηθή. Πήγε τότε στον παπα-Εφραίμ και του παραπονέθηκε ότι πήγαν χαμένες οι προσευχές του. “Άντε, του λέγει εκείνος, φύγε” ποτέ δεν πάει η προσευχή χαμένη, και θα πάη χαμένη η μεσιτεία ενός αγίου που προσεδρεύει πρόσωπο με πρόσωπο στο θυσιαστήριο του Θεού, και μπορεί να συμπαρασύρη στην μεσιτεία όλους τους αγίους που είναι τριγύρω του;

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 472-482)

via

Οι άγιοι στη ζωή μας

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Κάθε ημέρα στην εκκλησία ζητάμε τις πρεσβείες των αγίων. Αυτές οι πρεσβείες είναι ολόκληρη δύναμις, ολόκληρος κόσμος που βγαίνει από τους αγίους και από τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Αλλά οι άγιοι δεν μεσιτεύουν απλώς. Με το να βλέπουν τον Χριστόν και να γνωρίζουν την ζωή του, και με το να δέχωνται εν Πνεύματι Αγίω θείο φωτισμό ο οποίος θα γίνη πλήρης την ημέρα εκείνη, όταν θα παραβρεθούμε και εμείς μαζί τους, ο Χριστός γίνεται πλέον περιουσία τους και φωτίζουν και εμάς. Διαφωτίζουν τον νου μας, μας αποκαλύπτουν. Όταν έχω κάτι και μου το ζήτησης, θα σου το δώσω. Αν έχω δύο χιτώνες, ο Θεός με υποχρεώνει να σου δώσω τον ένα. Αλλά και αν έχω έναν, σε λυπάμαι και σου τον δίνω και αυτόν και ζητάω άλλον από τον ηγούμενο. Ο άγιος, που έχει τόσο πλούτο από τον φωτισμό του Θεού, δεν θα δώση και σε μας; Μπορεί να μας το αρνηθή αυτό;


Ο θείος φωτισμός είναι το βαθύτερο και το σπουδαιότερο που μπορούμε να ζητήσωμε από τους αγίους. Ό,τι και αν μας λείπη, αποκαθίσταται ή μπορούμε να ζήσωμε χωρίς αυτό. Αλλά χωρίς τον φωτισμό, την γνώσι δηλαδή, δεν μπορούμε να ζήσωμε. Η γνώσις του Θεού συντηρεί τα κύτταρά μας και ενώνει το πνεύμα μας, μας παριστάνει ενώπιον του Θεού και μας σώζει και μας βάζει στην βασιλεία των ουρανών. Η γνώσις ή η άγνοια του Θεού, ή μικρή ή η μεγάλη, μας κάνει ζωντανούς ή νεκρούς. Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος δεν αντέχει να μην εκφράση την αγάπη του με το να μας πλουτίζη με τον θείο φωτισμό, με το να μας διαφωτίζη στο κάθε μας θέμα.

Επί πλέον, οι άγιοι δεν κάνουν κάτι μακριά από εμάς, δεν πηγαίνουν πίσω από εμάς για να παρακαλέσουν τον θεόν, αλλά προσεύχονται μαζί μας. Εφ’ όσον είναι πρόσωπα, όταν γονατίζω εγώ, αυτός που κάθε ημέρα είναι με τον Θεόν, γονατίζει μαζί μου, συν-γονατίζει, συνιδρώνει, συμπάσχει, συναγωνιά με την δική μου παράστασι ενώπιον του Θεού. Μη σας κάνη αυτό εντύπωσι. Αναγώνιος είναι η αγωνία του αγίου, αλλά είναι μία αγωνία, μία συμμετοχή στην ζωή μας. Εφ’ όσον το Πνεύμα κράζει, «αββά ο πατήρ», και αγωνιά μαζί μας, εφ’ όσον ο Πατήρ και η κτίσις αγωνίζονται μαζί μας, δεν θα αγωνισθή ο άγιος που τον φέραμε και τον βάλαμε στο κελλί μας; Και είναι τόσο εύκολη αυτή η πράξις! Κάνεις μια μικρή έπιστράτευσι και υποχρεώνεις όλους τους αγίους να γονατίσουν μαζί σου.

Μα, θα μου πήτε, συναγωνιά ο άγιος; Γιατί; Διότι εμείς είμαστε άνθρωποι ακόμη, φέρομε το σαρκικό αυτό περίβλημα, έχομε την χονδροείδεια του μυαλού μας και της καρδιάς μας και δεν έχομε σταθερότητα στην πορεία μας. Τώρα μπορεί να κλαίω και μετά να γελάω. Τώρα να ζητώ κάτι από τον Θεόν και μετά να αναρωτιέμαι γιατί το ζητώ. Ή τώρα να ζητώ κάτι και μετά να το ξεχνώ. Τώρα να υπόσχωμαι κάτι και μετά να κάνω το αντίθετο. Τώρα να ορκίζωμα; στον Θεόν πως θα μετανοήσω και μετά να περιπίπτω στην ίδια αμαρτία με την δική μου γνώμη και βουλή. Δεν έχω δει τον Θεόν με τα μάτια μου τα σαρκικά, όπως τον θέλω εγώ, δεν μου παρέχει ο Θεός τον εαυτό του, όπως εγώ θα το ήθελα ή το φανταζόμουν, και του εκφράζω τις αφέλειές μου, τα παιδιαρίσματά μου, παίζω μαζί του και τον χάνω μέσα από τα χέρια μου.

Ο άγιος από την μια έχει ενώπιον του την βεβαιότητα του Θεού, την αγάπη του Θεού, όλη· την θεία οικονομία, και μπορεί να την πιάση και να μας την δώση, και από την άλλη έχει εμάς τους ανίδεους και χονδρούς ανθρώπους και δεν ξέρει τι να κάνη μαζί μας. Δεν είναι βέβαιος, αν μετά από μισή ώρα θα μείνωμε πιστοί στην υπόσχεσι που του δίνομε τώρα, αν αύριο θα τον ξανακαλέσωμε για να συν-γονατίση μαζί μας. Εχομε την βούλησί μας και αύριο μπορεί να τον ξεγελάσωμε, και τότε θα αναγκασθή να παραστή κενός ενώπιον του Θεού.

Κάποιος Γέροντας παρακαλούσε την Παναγία για τους υποτακτικούς του και μία ήμερα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν να της λέγη: Πήγαινε, μητέρα μου, και μη με ξεγελάς άλλο· τους βλέπεις ότι είναι αμετανόητοι. Πόσες φορές και οι άγιοι παίρνουν την ίδια απάντησι, όταν εμείς τους ζητάμε και εν συνεχεία τους εγκαταλείπωμε!

Οι άγιοι λοιπόν ενεργούν οι ίδιοι, μεσιτεύουν για μας και μας φωτίζουν, συμπροσεύχονται μαζί μας και συναγωνιούν, συμπάσχουν και συμμετέχουν στην δική μας πάλη. Και όλα αυτά τα κάνουν από μόνοι τους. Εμείς καλούμε τον άγιο, του ζητάμε αυτό που θέλομε, καμιά φορά με πολύ δισταγμό, και ο άγιος αναλαμβάνει το δικό μας υστέρημα να το αναπλήρωση. Προσπαθεί και εμάς να ζωογονή και τον Θεόν να συγκινή. Όπως φέρνεις έναν λογιστή και σου κάνει στο ακέραιο την εργασία, εσύ όμως δεν ξέρεις τι σου έκανε, όπως εμπιστεύεσαι τον γιατρό και σου διανοίγει τα σπλάγχνα, αλλά εσύ δεν πονάς ούτε καταλαβαίνεις τίποτε, έτσι ακριβώς καλείς τον άγιο και όλα τα κάνει μόνος του. Εμείς δεν έχομε τίποτε να κάνωμε· εν συνεχεία πάμε και κοιμόμαστε, ο άγιος όμως συνεχίζει να κάνη την δουλειά του. Άραγε συνεχίζει; Βεβαίως συνεχίζει. Συνεχίζουν οι δαίμονες να μας πειράζουν, και θα σταματήση ο άγιος την δουλειά του;

Οι άγιοι παραβιάζουν ακόμη και τα άδυτα του Θεού και την γνώμη του. Πόσες φορές η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον Θεόν μεταμελούμενον! Ασφαλώς, ουδέποτε μεταμελείται ο Θεός, αλλά το γεγονός αυτό δείχνει το πόσο ακούει τους άγιους του. Ο Θεός αποκαλύπτεται εμφανώς στους άγιους, και εκείνοι τον αποκαλύπτουν και σε μας. Μας μεταφέρουν δηλαδή τα άδηλα και τα κρύφια της γνώσεως του, σύμφωνα με την θεία οικονομία και πρόγνωσι. Οι άγιοι είναι δικοί μας.

Αφού προσκαλέσωμε τόσο απλά τους αγίους, με την εικόνα τους, τα λείψανά τους ή τον νου μας, οι άγιοι γίνονται η ζωντανή συντροφιά μας. Και επειδή ο άγιος είναι αχώριστος από τον Θεόν, το ξέρω ότι μαζί του είναι και ο Θεός. Ακόμη και αν εγώ είμαι μέσα στην αμαρτία, μέσα στην δυσωδία, και δεν μπορή να ενεργήση σε μένα ο Θεός, ακόμη και αν δεν τον νοιώθω, το ξέρω και το πιστεύω ότι μαζί με τον άγιο είναι και ο Θεός.

Επίσης, το ξέρω ότι ο άγιος είναι για μένα μία ευφροσύνη. Πόσες φορές κουβεντιάζαμε για να απαλλαγούμε από το βάρος της μοναξιάς! Πόσες φορές λέμε αηδίες, γιατί είμαστε στενοχωρημένοι και θέλομε να μας φύγη η δυσκολία, ο πειρασμός, η στενοχώρια, ή θέλομε να σπάσωμε τα οχυρά που μας χωρίζουν από τους άλλους! Πόσες φορές έχομε κάποιο σύμπλεγμα μέσα μας από την αμαρτία μας, από την αναπηρία μας, από την μει¬ονεξία μας, και δεν ξέρομε τι να κάνωμε! Τότε βγαίνομε έξω να αναπνεύσωμε αέρα ή πάμε στο κελλί ενός αδελφού μας να του πούμε κάτι. Για την περίπτωσι αυτή οι Πατέρες λένε, αν έλθη ο αδελφός σου και σου πη πως είναι στενοχωρημένος, πέταξε αμέσως το κομποσχοίνι σου, μη τυχόν το δη και καταλάβη ότι προσευχόσουν, και αμέσως πες του: Αδελφέ μου, τί έχεις; Διαφορετικά θα φερθούν οι άγιοι; Αφού έτσι φερόμεθα εμείς, που διατρέχομε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε από τον αδελφό μας στην αμαρτία, δεν θα φερθή ο άγιος, ο οποίος δεν παρασύρεται και μπορεί να διάλυση τα νέφη μας και να γίνη για μας μία πραγματική ευφροσύνη;

«Εγχρονίζει η ευφροσύνη τοις δικαίοις». λέγει η Άγια Γραφή. Η ευφροσύνη γίνεται στοιχείο συνακόλουθο, αδιαλείπτως ενωμένο με τον δίκαιο. Αν η Αγία Γραφή το λέγη αυτό για τους ζώντας δικαίους, οι οποίοι αύριο μπορεί να πέσουν, πόσο μάλλον ισχύει για τους αγίους, οι οποίοι δεν πίπτουν πλέον. Σε αυτούς η ευφροσύνη εγχρονίζει πολύ περισσότερο. Ερχόμενος λοιπόν ο άγιος, έρχεται μαζί με την ευφροσύνη του, με το χαμόγελό του, με τα χαρακτηριστικά του, με τις εμπειρίες του, με την ζωή του• είναι ο ίδιος, έχει τα ίδια μυαλά, ζη όπως όταν ήταν κάτω στην γη. Επομένως, μπορώ πολύ εύκολα να αποκτήσω την ευφροσύνη, που μου είναι τόσο αναγκαία για να προσεύχωμαι άνετα.

Ο άγιος όμως δεν είναι μόνον η συντροφιά μας, η ευφροσύνη μας, είναι και «η πανήγυρίς μας εν τοις πρωτοτόκοις», η συμμετοχή μας στον χορό όλων των αγίων. Για να νοιώσωμε αυτή την πραγματικότητα, ας θυμηθούμε το όραμα του προφήτου Δανιήλ το σχετικό με την επικράτησι του Χριστού, της Εκκλησίας και των αγίων. Ο Προφήτης παρουσιάζει με θηρία τα διάφορα έθνη, τα οποία νικώνται από τον Υιόν του Θεού και πίπτουν, τον δε Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί νεφελών και τον Παλαιόν των ημερών καθήμενον επί του θρόνου του για να δικάση την οικουμένη, τα έθνη, τους βασιλείς, τις ψυχές των ανθρώπων. Τα πάντα εξουθενώνονται, δεν μένει τίποτε, δεν αντιστέκεται τίποτε στον Υιόν του ανθρώπου. Σε αυτόν ο Παλαιός των ημερών χαρίζει την αρχή και την τιμή και την βασιλεία. Δηλαδή ο Πατήρ μεταβιβάζει τα δικαιώματά του στον Υιόν, παραδίδει τα πάντα στα χέρια του, μέχρις ότου αποκατασταθούν τα πάντα και ο Υιός τα παραδώση στον Πατέρα.

Άλλος Προφήτης λέγει, «η αρχή επί του ώμου αυτού». Με το ουσιαστικό «αρχή» δεν εννοεί τόσο την εξουσία, όσο την θεότητα· θέλει να δηλώση ότι η ύπαρξις του Υιού, και μάλιστα το είναι του, η δύναμίς του, είναι συνυφασμένη με την θεότητα, και επομένως ο Υιός είναι Θεός. Ο Υιός του ανθρώπου δεν είναι κάποιος άνθρωπος αλλά ο Υιός του Θεού. Η λέξις «αρχή» αποκαλύπτει την θεότητα του Υιού, ήτοι την αΐδιο πρόσληψι των πάντων εν τω Θεώ και τήν βεβαιότητα αυτής της αληθείας, και έτσι νοιώθομε μια ασφάλεια. Ο Υιός του ανθρώπου, ο οποίος ίσταται ανάμεσα στον Παλαιόν των ημερών και στον πεσμένο άνθρωπο, είναι ένας Θεός, μάλλον είναι ο Θεός.

«Αυτώ εδόθη η αρχή και η τιμή». Όλη η προσκύνησις, που απενέμετο στον Γιαχβέ, τώρα απονέμεται στον Υιόν του Θεού. Εμείς οι χριστιανοί, επικαλούμενοι τον Θεόν, εννοούμε τον Χριστόν. Ό,τι και αν κάνωμε, θα πούμε. Χριστέ μου. Και αν πούμε, Θεέ μου, πάλι τον Χριστόν εννοούμε. Το ότι ο Πατήρ έδωσε στον Υιόν όλη την τιμή, σημαίνει ότι τον έκανε και εκείνον βασιλέα, αρχιερέα, προφήτη, διδάσκαλο, τα πάντα. Ο δημιουργός Πατήρ έκανε τον Υιόν εξουσιαστή των πάντων και Κύριον όλων των ψυχών μετέδωσε τον εαυτό του στον Υιόν, μολονότι δεν υπήρξε χρόνος κατά τον οποίον ο Υιός δεν ήταν εν τω Πατρί, και τώρα, σαρκούμενος ο Υιός, ο Πατήρ του μεταδίδει με την άρχιερωσύνη και όλον τον κόσμο, ο οποίος συμβολίζεται με τα θηρία που νικά. Εν συνεχεία του χαρίζει τήν βασιλεία, την καινούργια βασιλεία, την ερχόμενη, την βασιλεία του Θεού, των αγίων, και όχι τα βασίλεια. Αυτά τα διέλυσε ως ατμίδα, καταποντίζοντάς τα στην υπό των βιαίων άνεμων ταρασσομένην θάλασσαν.

Και συνεχίζει ο Προφήτης: Ο Παλαιός των ημερών «έδωκεν το κρίμα τοις αγίοις». Οι προφητείες συνήθως έχουν κάτι ανακόλουθο· πρέπει κανείς να δη το νόημά τους με το πρίσμα της ιστορίας και με το πνεύμα των ιδίων των προφητών. «Το κρίμα σου τω βασιλεί δος», λέγει ο Ψαλμωδός. «Κρίμα» εμείς θα λέγαμε ότι είναι το δίκαιο, η απόδοσις της δικαιοσύ¬νης· κυρίως όμως είναι η δικαίωσις. Αλλά η δικαίωσίς μου είναι η νίκη μου. Αν παραδέχεσαι πως είχα δίκαιο, μου δίνεις την νίκη. Και εδώ το κρίμα έχει την έννοια της νίκης. Ο Παλαιός των ημερών όμως δεν έδωσε την νίκη σε αυτόν που έδωσε την βασιλεία και την τιμή και την αρχή, αλλά την έδωσε «τοις αγίοις». Δηλαδή τώρα όλα τα δικαιώματα του Υιού, την αρχή, την εξουσία, την προφητεία, την αρχιερωσύνη, τα παραδίδει στους αγίους, σε μας τον νέο Ισραήλ.

«Και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι». Πόσο εκφραστική είναι η Πάλαια Διαθήκη! Ανοίγεις τις πύλες, μπαίνεις μέσα και παίρνεις τα πάντα υπό την κατοχή σου. Ο Πατήρ παίρνει τα πάντα από τον Υιόν, με την αγάπη και την αποδοχή του Υιού, και τα παραδίδει στους αγίους. Την βασιλεία που είχε χαρίσει στον Υιόν, την παίρνομε εμείς. Επίσης, την τιμή του Υιού την δίνει σε μας. Άρα οι άγιοι γίνονται φορείς όλων των δυνατοτήτων, όλων των δυνάμεων, Όλων των εξουσιών, όλης της οντότητος, θα λέγαμε, του Χριστού. Εντεύθεν ο Χριστός είναι οι άγιοι και οι άγιοι είναι ο Χριστός, και έτσι έχομε πλέον την πανηγύρι των πρωτοτόκων, την ίδια την Εκκλησία, δηλαδή το σύνολο των αγίων, οι οποίοι λαμβάνουν από τον Θεόν την δικαίωσι και την νίκη. Ο Χριστός ευχαρίστως τους παραχωρεί τα πάντα, μέχρις ότου έλθη η ώρα που και εμείς θα τα παραδώσωμε σε εκείνον και εκείνος θα τα παραδώση στον Πατέρα. Τότε, θα κλείση η ιστορία, για να ανοίξη πια η αιωνιότης, η διαρκής σχέσις Θεού και ανθρώπου.

«Και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι». Οι άγιοι άρπαξαν την βασιλεία, την κέρδισαν, την κατέκτησαν και την κρατούν γερά· την κατέχουν, δεν θα την κατάσχουν, τους την έδωσε ο Πατήρ. Και αν ερμηνεύσουμε τυπολογικά την Παλαιά Διαθήκη, το ανωτέρω χωρίο αναφέρεται στην Εκκλησία, πολύ δε περισσότερο στην βασιλεία των ουρανών. Αυτή η κατοχή δηλαδή είναι πληρέστατη και τελεία στους άγιους, οι οποίοι ήδη θριαμβεύουν στον ουρανό.

Οι άγιοι λοιπόν, τους οποίους προσκαλούμε στο κελλί μας, έχουν την νίκη, την κατοχή της βασιλείας των ουρανών. Επομένως, οι άγιοι είναι για μας η δυνατότητά μας, το περιβάλλον μας μέσα στο οποίο συγχορεύομε και εμείς ενώπιον του πολιού ουρανίου Πατρός και ενώπιον του Υιού του Θεού, ο οποίος μας παρέδωσε τα πάντα και μας έκανε θεούς, διά της προσλήψεως του φυράματός μας.

Άραγε, πώς οι άγιοι γίνονται για μένα η νίκη; Βεβαίως η νίκη υπήρξε ο Χριστός. Αυτός «εξήλθε νικών», αλλά την νίκη την παρέδωσε στους αγίους. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι είναι η νίκη των δύο κόσμων που φέρω μέσα μου. Μέσα μου έχω από την μια τον φρικτό κόσμο των παθών μου, που δεν μπορώ να τον κάνω τίποτε. Δεν μπορώ να βάλω τα χέρια μου και να βγάλω τα πάθη από την καρδιά μου. Δεν μπορώ να διώξω τον λογισμό μου· δεν μπορώ να συγκρατήσω τα λόγια μου, διαρκώς μου ξεφεύγουν. Είμαι όλος εμπαθής, μαύρος, δυσώδης και τερατώδης. Από την άλλη όμως είναι μέσα μου και ο κόσμος των θείων επιθυμιών, ο κόσμος της αγάπης του Θεού, το όνειρό μου να πάω στον ουρανό. Εγώ στέκομαι ενώπιον των αγίων με αυτούς τους δύο κόσμους. Οι άγιοι είναι «η νίκη η νικήσασα τον κόσμον». Ποιός είναι ο κόσμος; Ο κόσμος είναι η αμαρτία, ο σατανάς, είναι όμως και η Εκκλησία, η ίδια η παρουσία του Χριστού. Ο κόσμος είναι αυτοί οι δύο οι κόσμοι, ο Χριστός και η αμαρτία, δηλαδή ο σατανάς, ο οποίος οργιάζει και κυβερνάει τα πάντα -ακόμη και μένα- και τα ρίχνει στην φθορά. Οι άγιοι είναι η νίκη και των δύο αυτών κόσμων. Συγκαλώντας εγώ τους αγίους μου, συμμετέχω στην νίκη του αγίου και επιβάλλω την νίκη αυτή και στον κόσμο.

Οι άγιοι είναι ακόμη η προσκύνησις του Κυρίου, ο οποίος, αφού εκενώθη, εδόθη σε αυτούς και υπάρχει εντός τους. Άλλωστε οι Πατέρες σαφώς λέγουν ότι «επί το πρωτότυπον διαβαίνει η προσκύνησις». Όπως, όταν προσκυνώ την εικόνα ενός αγίου ή το λείψανό του -που πολλώ μάλλον έχει τα στίγματα όχι των αιμάτων, αλλά του Αγίου Πνεύματος διότι αγιάσθηκε-, η προσκύνησις γίνεται στον άγιο, έτσι και η προσκύνησις ενός αγίου, της ζώσης εικόνος του Θεού, μεταβαίνει επί το πρωτότυπον, τον Θεόν.

Ποιός μπορεί να αρνηθή τις Οικουμενικές Συνόδους, την πείρα των Πάτερων; Όσο ανόητος και ψυχρός να είναι, αυτό δεν μπορεί να το κάνη. Δηλαδή μπορεί να πη, δεν σε νοιώθω, Θεέ μου. Αλλά δεν μπορεί να πη, δεν υπάρχεις, διότι δεν μπορεί να είπε ψέματα ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Χρυσόστομος, ο Μέγας Αθανάσιος, ο άγιος Διονύσιος. Κάποιος θα είπε τήν αλήθεια. Ένας μόνον να είπε την αλήθεια, ο Θεός είναι εδώ μπροστά μου.

Οι άγιοι είναι και το μέλλον μου, η βασιλεία των ουρανών. Επειδή, οι άγιοι «κατέσχον την βασιλείαν», σημαίνει ότι τώρα αυτοί κυριαρχούν, αυτοί έχουν τα κλειδιά, για να ανοίξη η θύρα της βασιλείας, αυτοί έχουν τους θρόνους. Επομένως, έχοντας μαζί μου τον άγιό μου ή τους άγιους μου, κατέχω το μέλλον, εισέρχομαι στο μέλλον, στην βασιλεία των ουρανών, που θέλω να πάω. Η εσχατολογία μου δεν είναι κάποια θεωρία, κάποια φιλοσοφία, είναι μία αλήθεια. Με τους αγίους εισέρχομαι στον κόσμο τον οποίο επιθυμούσα μέχρι προ μιας στιγμής ή, καλύτερα, έχω το μέλλον μου έδώ, διότι το μέλλον μου είναι οι άγιοι.

Οι άγιοι είναι επίσης η παρρησία μου. Όταν τόσο δικαιωματικά, τόσο εξουσιαστικά εισέρχωμαι με τον άγιο στην βασιλεία των ουρανών, ο άγιος είναι για μένα η παρρησία μου. Επειδή αυτός είναι μέσα, αρπάζει και μένα. Λέμε στην λειτουργία μας, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων: «Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των προπατορων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών». Γιατί; Διότι αυτοί μπήκαν στην βασιλεία των ουρανών.

Εφ’ όσον λοιπόν οι άγιοι είναι το μέλλον μου, και εφ’ όσον εγώ είμαι μέλος του σώματος του Χριστού, οι άγιοι αυτοί είναι η οικογένειά μου και η τιμή μου. Μπαίνοντας και εγώ στον χορό τους, γίνομαι οικείος του Θεού. Από εκεί που ήμουν ένας απλός άνθρωπος, ένας οικογενής, γεννημένος σε ένα σπίτι, δούλος ή υιός, γίνομαι ο οικείος, ο σύμφυτος, ο φίλος, ο υιός του Θεού. Τί άλλο μπορώ να επιθυμήσω; Τί άλλο θα ήθελα να έχω και δεν το παίρνω καλώντας μπροστά μου τους αγίους; Και όλα αυτά μου τα δίνει ο άγιος, χωρίς εγώ να τα επιδιώκω, χωρίς να αναλογίζωμαι τι θέλω. Όλα τα τακτοποιεί ο άγιος. Όπως πάω στον δικηγόρο μου και εκείνος τακτοποιεί την υπόθεσί μου και μου στέλνει την απόφασι, έτσι ακριβώς και οι άγιοι ρυθμίζουν τα πάντα. Εγώ, αφού τον επικαλέσθηκα, πάω και κοιμάμαι· εκείνος όμως, ενώ εγώ κοιμάμαι, συνεχίζει την πορεία του και μου ετοιμάζει τα πάντα.

Συχνά παρουσιάζουν τους ασκητάς να προσεύχωνται μέσα σε μια σπηλιά μπροστά σε μια εικόνα, κατά κανόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κάποιος άγιος προσερχόμενος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας είχε πάρα πολλούς σαρκικούς πειρασμούς. Μα τί έπαθα, αναρωτιόταν. Εγώ προσεύχομαι στην Παναγία, και ο σατανάς συνεχώς με πειράζει. Πότε θα σταματήση; Τότε παρουσιάζεται ο σατανάς και του λέγει: Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φταις. Μην προσκυνάς αυτή την εικόνα, και εγώ δεν θα σε πολεμήσω άλλη φορά. Του είπε την αλήθεια. Ο σατανάς στις υποσχέσεις του είναι πιο τίμιος από εμάς. Οι άγιοι εξόρκιζαν τον σατανά και έλεγε την αλήθεια. Εμείς, και να μας εξορκίζουν, δεν την λέμε.

Δέχθηκε ο σατανάς να φύγη, αρκεί ο μοναχός να σταματούσε να προσκυνά την εικόνα, διότι η προσκύνησις, το άνοιγμα των χειρών μπροστά σε εκείνη την εικόνα, ήταν η τελεία επιτυχία. Αν, σκέφθηκε ο σατανάς, σταματήση να προσκυνά την εικόνα, τότε δεν χρειάζεται να τον πειράζω εγώ. Μόνος του θα χάση την βασιλεία, την παρρησία, και θα πέση σε απομόνωσι, θα ξεφύγη από τα χέρια του Θεού και θα παύση να είναι κάτω από το εκχυνόμενο αίμα του Χριστού, και κάτω από το Άγιον Πνεύμα που τον βρέχει και τον σκεπάζει.

Εχομε λοιπόν μαζί μας τον Θεόν, την Αγία Γραφή, δηλαδή όλη την ιστορία της Εκκλησίας και όλη την οικονομία του Θεού, έχομε τους αγίους, πιθανόν και τα έργα των χειρών μας. Ποιός απομένει να μπη στο κελλί μας; Αυτός που κατά κανόνα λείπει είναι ο εαυτός μας, και κυρίως ο νους μας, διότι τριγυρίζει. Το πρόβλημα τώρα είναι να βάλωμε μέσα εκεί και τον εαυτό μας. Οι άγιοι έρχονται, ο Θεός έρχεται, όλοι υπακούουν στον «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένον» άνθρωπο, δεν υπακούει μόνον ο ίδιος στον εαυτό του ούτε και στην προσκλη¬σι του Θεού. Γι’ αυτό, το μεγάλο πρόβλημα στην αγρυπνία μας είναι η παρουσία του ιδίου του εαυτού μας. Προφανώς, αυτή επιτυγχάνεται διά της προσευχής.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 482-494)

via

Οι τρόποι προσευχής του μοναχού στο κελλί, και η σχέσις του με τον Γέροντά του

Μοναχισμός νήψις και ησυχία

Η προσευχή είναι η παράστασις του ιδίου του νου μου ενώπιον του Θεού, διότι το σώμα μου ίσως να συμμετέχη, αλλά η πραγματική μου οντότητα είναι ο νους μου. Αυτός χρειάζεται να παραστή ενώπιον του Θεού, αφού αυτός με ζωογονεί. Το μεγάλο πρόβλημα είναι το αν θα δεχθή να ταπεινωθή και να παραστή ενώπιον του Θεού. Έχω λοιπόν τον νου μου, το ηγεμονικό μου, το οποίο πρέπει να μιλήση στον Θεόν. Ως επί το πλείστον, αγαπάμε να παριστάμεθα ενώπιον του ιδίου του εαυτού μας, γι’ αυτό καλούμε τις δυνάμεις μας ως στρατιωτικές φρουρές να συμπαρίστανται στις δικές μας εντολές, στις δικές μας προθέσεις, στα δικά μας όνειρα. Τώρα όμως πρέπει να συγκεντρωθή ο νους μου και να σταθή ενώπιον του Θεού, ενώπιον αυτών των αγίων. Είναι αρκετό να μην κάνη τίποτε άλλο ο νους μου, μόνο να μείνη συγκεντρωμένος στον εαυτό του και ευχόμενος χωρίς καμία σκέψι· αυτό φθάνει. Τα υπόλοιπα τα κάνει ο Θεός, οι άγιοι.


Ας δούμε τώρα πως γίνεται η ευχή. Η ευχή γίνεται με πολλούς τρόπους. Ο κάθε άνθρωπος, ανάλογα με τον χαρακτήρα του, βρίσκει τον δικό του τρόπο, ο οποίος σιγά-σιγά αλλάζει. Σήμερα διαπιστώνω ότι είναι ωραία να λέω την ευχή με το στόμα. Αύριο ανακαλύπτω ότι είναι πιο ωραία με την γλώσσα. Κουνάω την γλώσσα λέγοντας, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέη¬σόν με τον αμαρτωλόν», και ο νους μου πάει στην γλώσσα. Κάποιος άλλος ανακαλύπτει ότι είναι πιο ωραία να λέη την ευχή με τον φάρυγγα, να κουνά τα όργανα του ψάρυγγος και ο νους του να πηγαίνη εκεί. Ο άλλος συνταυτίζει τους κτύπους της κάρδιας με την ευχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα βάλωμε τον νου μας στην καρδιά, δεν θα χρησιμοποιήσωμε τόσο τεχνικά μέσα. Σημασία έχει να βρούμε τον τρόπο που μας ταιριάζει σήμερα, και αύριο ο Χριστός θα μας δώση άλλον τρόπο, ή θα τον ανακαλύψωμε από μόνοι μας. Το αύριο μπορεί να είναι μετά από έναν μήνα, μετά από πέντε χρόνια, μπορεί και μετά από είκοσι χρόνια. Αλλά για σκεφθήτε, είκοσι χρόνια έναν αγώνα μαζί με τον Χριστόν, μία συνοδοιπορία μαζί με τον Χριστόν!

Κατά την διάρκεια της ευχής προσέχω να μην μπη τίποτε στον νου μου. Όπως, όταν κάνω έναν κύκλο, δεν διασπάται από τίποτε, έτσι ακριβώς πρέπει να γίνεται και με τον νου μου. Λέγοντας την ευχή, να είναι σαν να κάνω ένα κυκλικό σχήμα, που συνεχώς επιστρέφει στον εαυτό του και δεν πάει πουθενά αλλού. Και αν ακόμη παρουσιασθή ο Χριστός και μου πη, μπράβο παιδί μου, ήλθα να σε ευλογήσω, να του πω: Χριστέ μου, φύγε, εμένα τώρα με νοιάζει ο νους μου να είναι σε εκείνα που λέω. Πολύ περισσότερο δεν θα ασχοληθώ με κάτι ωραίο, που θα έλθη στον νου μου, με μια ευσεβή σκέψι ή απόφασι. Δεν θα επιτρέψω να γίνη τέτοια διάσπασις, διότι η ευχή είναι μία συνεχής ένωσις με τον Χριστόν. Ο Χριστός πάει και κολλάει ακριβώς επάνω στον νου. Όπως, όταν βάζω κάπου μέλι, η μέλισσα πάει μόνη της εκεί, δεν την βάζω εγώ, το ίδιο συμβαίνει και με την ευχή: εγώ βάζω τον νου μου στα λόγια της ευχής, και μόνο του το Άγιον Πνεύμα πάει και κολλάει επάνω στον νου. Έτσι γίνεται η θέωσίς μας, απλά απλά, χωρίς να καταλαβαίνωμε εμείς, και σιγά-σιγά βλέπομε τα αποτελέσματα, ανακαλύπτομε δηλαδή τις εμπειρίες, τις χαρές, τις απολαύσεις, τις εντρυφήσεις, τις ευφρόσυνες. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνομε την πλήρη εξασφάλισι της κοινωνίας του Θεού. Υπάρχει άλλος τρόπος, πιο απλός, που μπορεί να μας εξασφάλιση τον Θεόν;

Όταν κανείς ζη έτσι την νύκτα, την ημέρα δεν έχει όρεξι ούτε για συζητήσεις ούτε για αντιδράσεις• και εάν του πης, πετάει ο γάιδαρος, επειδή θα λέη την ευχή, θα συμφωνήση μαζί σου. Ποιός δεν ξέρει ότι δεν πετάει ο γάιδαρος; Επειδή όμως ο νους του είναι στον Χριστόν, και συ είσαι μέσα στον Χριστόν, για να δείξη την ενότητα μαζί σου, δεν αρνείται τον λόγο σου. Προσευχόμενοι δε συνεχώς, τα λόγια της προσευχής και ο νους μας γίνονται πυρ και εσχάρα, και ακουμπάει επάνω η θυσία του εαυτού μας, το θέλημά μας, τα όνειρά μας, οι πόθοι μας, και ανεβαίνει ο καπνός• ανεβαίνει επάνω στον Χριστόν, και οσφραίνεται ο Χριστός την θυσία και ευφραίνεται, διότι το τέκνο του είναι μαζί του.

Άρα, η προσευχή είναι η αληθής παράστασις του είναι μας, και ιδιαίτερα του νου μας, ενώπιον του Θεού, διότι ο νους ακούει, ο νους ορά, ο νους αποκαλύπτει τα βαθύτερα της θελήσεώς μας· ο νους πάει εκεί που θέλομε εμείς. Είναι ψέμα ότι δεν μπορούμε να φέρνωμε το μυαλό μας εκεί που θέλομε· εξαπατάμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Απλούστατα, ο νους ξέρει τι θέλομε στο βάθος της καρδιάς μας και πάει εκεί που θέλομε εμείς. Γι’ αυτό τελικώς εγκαταλειπόμεθα στις πορείες του νου, τις οποίες έχει ήδη προετοιμάσει η ίδια μας η καρδιά.

Μπορώ όμως να μιλώ στον Θεόν έχοντας τον νου μου μέσα μου και μη αφήνοντάς τον να πηγαίνη πουθενά. Εάν ο νους μου δεν καταλαβαίνη τον Θεόν, δεν νοιώθη τους αγίους, δεν εχη την πείρα ότι ο Θεός απαντάει, ή ακόμη και δεν πιστεύη στον Θεόν, τουλάχιστον μπορεί να άκούη τα λόγια που λέει το στόμα μου ή και ο ίδιος και να πιστεύη όχι σε αυτά που λέει, αλλά ότι τα λέει. Λέγω, «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω άμαρτωλώ». Ο νους μου το ακούει. Ας κλείσω λοιπόν τον νου μου σε αυτά τα λόγια.

Μα, δεν πιστεύω. Ποιός Θεός είναι αυτός στον οποίο λέγω το «ιλάσθητί μοι»; Τίποτε να μη σε νοιάζει. Κλείσε τον νου σου εσύ, βάλ’ τον να παρακολουθή αυτά που λέγει το στόμα σου. Ή άφησε τον νου σου να μιλά, αν σου είναι πιο εύκολο αυτό. Χρησιμοποίησε άλλοτε τον ένα τρόπο, άλλοτε τον άλλον, όπως σου διδάσκει η πείρα και ο νους. Εν τέλει, ο νους μπορεί να άγαπήση τα λόγια αυτά, έστω και αν εσύ δεν τα πιστεύης. Όπως ακριβώς αγαπάμε τα πάθη μας, ακόμη και αν δεν τα θέλωμε, όπως αγαπά κάποιος το τσιγάρο, έστω και αν του δημιουργη καρκίνο, ή αγαπά την αμαρτία, έστω και αν ξέρη ότι τον οδηγεί στην κόλασι, έτσι ακριβώς και ο νους μαθαίνει και αγαπάει τα λόγια αυτά. Επειδή τα ρήματα αυτά, λεγόμενα εσωτερικώς ή εξωτερικώς, είναι δικά μας, είναι εύκολο να τα παρακολουθή ο νους. Δεν υπάρχει καμία δυσκολία, διότι από εμάς εξέρχονται, είναι δική μας περιουσία.

Βεβαίως, στον Θεόν μπορούμε να πούμε ό,τι θέλομε, μπορούμε να του πούμε τιτιβίσματα. Είναι όμως καλό να του λέμε λέξεις που τις καταλαβαίνομε ή που έχουν κάποιο νόημα. Αν θέλετε, ας μην του λέμε πάρα πολλές λέξεις. Ας επαναλαμβάνουμε τις ίδιες, για να μην κουράζεται ο νους παρακολουθώντας διαφορετικά νοήματα. Ας έχωμε μία μικρή προσευχούλα από δύο, τρεις, τέσσερις, το πολύ πέντε λέξεις, και ας επαναλαμβάνωμε συνεχώς τις ίδιες. Έτσι, ο νους συνηθίζει να παρακολουθή αυτές τις λέξεις. Ας διαλέξωμε λέξεις που μας συγκινούν ή μας βοηθούν, που μας χαριτώνουν ή μας δίνουν Θεόν. Ας δούμε ποιές μας ενώνουν περισσότερο, ποιές συντρίβουν την καρδιά μας, ποιές μας δίνουν χαρά, συγκίνησι, ποιές τελικώς μας κάνουν και φεύγομε ήρεμοι και γαλήνιοι.

Αλλά γιατί να ψάχνωμε να βρούμε ποιές λέξεις ταιριάζουν σε μας; Είναι βέβαιο ότι οσαδήποτε βήματα και όσες πορείες και όσα ψαξίματα και αν κάνωμε, θα καταλήξωμε σε αυτά που κατέληξαν οι άγιοι. Αν με επισκεφθης και εγώ θέλω να σου εκφράσω την αγάπη μου, πιθανόν να σκεφθώ πως να σου την εκφράσω, τι να σου πω. Τελικώς όμως θα σου πω αυτό που λένε όλοι: σε αγαπώ. Ας πούμε λοιπόν τα ίδια λόγια που έλεγαν όλοι οι άγιοι, διότι αυτοί είχαν ανακαλύψει τον τρόπο, για να εκφράσουν την αγάπη τους προς τον Θεόν. Παρ’ όλα αυτά, αν θέλωμε, ας δοκιμάσωμε, ας κάνωμε πολλές δοκιμές. Στο τέλος θα καταλήξωμε στο ίδιο συμπέρασμα, που κατέληξαν όλοι οι άγιοι από την αποστολική εποχή μέχρι την σημερινή, στην ευχή.

Ας αφήσωμε λοιπόν τον εαυτό μας να λέγη το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», που είναι πληρέστατη προσευχή. Η δοξολογία υπάρχει ήθη από την πρώτη λέξι της ευχής. Η ευχαριστία υπάρχει και στην πρώτη και στην δεύτερη, σε όλες τις λέξεις. Η ικεσία υπάρχει, η εξομολόγησις υπάρχει, τα πάντα υπάρχουν. Ό,τι θέλω, ό,τι επιθυμώ, το συμπεριλαμβάνει η ευχή του Ιησού. Η ευχή είναι συγκεφαλαίωση όλων των βιωμάτων και των πόθων μου, όλου του παρελθόντος μου και του μέλλοντός μου, όλης της οικονομίας και της αγάπης του Θεού· είναι η παρουσία του ιδίου του Θεού, διότι ο Θεός ποτέ δεν χωρίζεται από το όνομά του. Εφ’ όσον το όνομά του υπάρχει στην ευχή και το προφέρω με το στόμα μου, την διάνοιά μου, τον νου ή την καρδιά μου, εκεί δεν υπάρχει η εικόνα του Θεού, αλλά, εν τω μέσω των εικόνων που έχω στο κελλί μου, υπάρχει ο ίδιος ο Θεός.

Η ευχή δηλαδή είναι εν τέλει αγώνας θεϊκός• δεν τον κάνομε στην ουσία εμείς, τον κάνει ο Θεός. Είναι αγώνας θεϊκός με τήν έννοια όχι τι ταιριάζει στον Θεόν· ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε, τα πάντα είναι «άπρεπα», ανάρμοστα ενώπιόν Του, ακόμη και οι αρχάγγελοι και τα σεραφίμ και τα χερουβίμ. Το ζήτημα όμως είναι ότι μπαίνει ο Θεός, και έτσι ο αγώνας δεν γίνεται από μένα, αλλά από τον ίδιον τον Θεόν. Με την ευχή εξασφαλίζω τον Θεόν. Εγώ κάνω την δουλειά μου, και ο Θεός αγωνίζεται και προχωράει. Δεν έχω καμία αμφιβολία για την τελική επιτυχία, διότι κατά κάποιον τρόπο καταργείται ο δικός μου παράγοντας -παραμένει μόνον η θέλησίς μου με το να παρακολουθή τα λόγια που λέγω-, και ο Θεός ενεργεί απόλυτα. Όλη η οικονομία του Θεού, όλοι οι πόθοι μας, η ρασοφορία και η βάπτισίς μας, η κουρά μας και όλα τα αιτήματά μας δεν έχουν κανέναν άλλον σκοπό, παρά μόνον αυτόν.

Εάν εμείς οι μοναχοί δεν ήλθαμε γι’ αυτό στο μοναστήρι, για ποιόν άλλον λόγο ήλθαμε; Εάν δεν ήλθαμε για να κράζωμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», με τον τρόπο που λέμε τώρα, πέστε μου: γιατί ήλθαμε; Τί άλλο μπορεί να δώση υπόστασι σε αυτά που ζητάει η καρδιά μας; Εάν δεν ήλθαμε γι’ αυτό, πράγματι αποτύχαμε, εξέστημεν των φρενών. Βρισκόμαστε όμως εδώ γι’ αυτόν τον λόγο. Η ευχή είναι το μόνο που μπορεί να μας διατηρή στον χώρο αυτό. Όποιος δεν κάνει την προσευχή αυτή, μην αμφιβάλλετε ότι δεν θα μπόρεση να επιβίωση στο μοναστήρι, δεν θα μπόρεση ποτέ να νοιώση ενωμένος με τους άλλους, να νοιώση ότι αγαπάει και ότι τον αγαπούν, ότι υπάρχει Θεός. Δεν θα νοιώση τίποτε στην ζωή του, τα πάντα θα είναι ψευδή και στιγμιαία, διότι αυτό αποτελεί το κεφάλαιο των επιθυμιών μας, την συμπερίληψι, το συνείναι όλων εκείνων για τα οποία έχομε έλθει.

Αν θέλωμε να εχωμε τον Θεόν μέσα στις ψυχές μας, ας κοιτάξωμε να τον χορτάσωμε σήμερα, που είναι τόσο εύκολο και τόσο άνετο να τον έχωμε. Ας φροντίσωμε να τρυγήσωμε ό,τι μπορούμε από τον Θεόν, χρησιμοποιώντας σήμερα την πνευματική μας σχέσι με τον Γέροντα, ασκώντας αύριο την προσευχή, αίροντας μεθαύριο την μοναξιά μας, μετανοώντας αντιμεθαύριο για την αμαρτία μας ή απολαμβάνοντας τον πνευματικό πλούτο μας. Και προπάντων -διότι το θέμα μας δεν είναι η προσευχή, είναι η σχέσις μας με τον Γέροντα- για να μπορέσωμε να χορτάσωμε και να τρυγήσωμε τον Γέροντα, πρέπει να ευχώμαστε. Δεν έχομε στην ουσία τίποτε να πούμε με τον Γέροντα, παρά μόνον αυτό που ζούμε την ώρα της προσευχής. Διαφορετικά, μένομε μακριά του και μένει μακριά μας.

Ο Γέροντας δεν είναι για μας ένας άνθρωπος- είναι «το μυστήριον το αποκεκρυμμένον». Δεν τον βλέπομε κατά σάρκα, διότι ήλθαμε για να ζούμε πνευματικά και όχι σαρκικά. Ο απόστολος Παύλος κατηγορούσε τους Κορινθίους, διότι έλεγαν ότι «κατά σάρκα περιπατεί». Δεν έχετε το δικαίωμα, τους έλεγε, να σκέπτεσθε ότι είναι δυνατόν η σχέσις μας να είναι σαρκική. «Εν σαρκί περιπατούντες, ου κατά σάρκα πολιτευόμεθα», δεν ζούμε κατά σάρκα. Σαν σάρκες πορευόμεθα, αλλά είμεθα θεοί, Χριστός επί της γης· η σχέσις μας είναι θεοφόρος και θεηγόρος. Μόνον όταν η σχέσις εμού, του αποστόλου Παύλου, και σου είναι αρραβώνας με την μία παρθένο, την Εκκλησία, μπορώ εγώ να είμαι απόστολός σας και η σχέσις μας να είναι αληθινή.

Τί μεγάλη ντροπή, να βλεπωμε τον Γέροντα κατά σάρκα! Αφού δεν δεχόμαστε να στρατευώμεθα για πλούτο, για δόξες, θα δεχώμαστε να στρατευώμεθα με ανθρώπους; Ή είναι ο Γέροντας αυτό το πνευματικό μυστήριο, το σημείο συναφής ουρανού και γης, ή όχι. Εάν δεν έρχεσαι στον Γέροντα με τέτοια ζωή, με τέτοια σπορά και θερισμό, με τέτοιες εμπειρίες, εάν δεν έρχεσαι μετά από τέτοιες νύκτες, δεν σημαίνει αυτό ότι για σένα ο Γέροντας είναι απλώς ένας άνθρωπος ή ένας πατέρας ή ένα πρόσωπο αγαπητό; Τότε κατά σάρκα είμεθα στρα¬τευμένοι, κατά σάρκα βλέπομε τον Γέροντα, κατά σάρκα περι¬πατούμε μαζί του, κατά σάρκα θέλομε να μας βλέπη και εκείνος. Τότε δεν είμαστε πνευματικά τέκνα αλλά σαρκικά, έστω και αν μας γέννησε ένας άλλος πατέρας και μια άλλη μητέρα.

Πόσο λυπούμε μερικές φορές τον Γέροντα, όταν πάμε να τον δούμε! Τον ζητάμε, καμιά φορά και βιαστικά, και νομίζει ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Μας καλεί και του λέμε πράγματα απλά, ταπεινά, χαμερπή, για τις σχέσεις μας με τους άλλους, για λόγους που μας είπαν. Και τότε αναρωτιέται: Τί παιδιά είναι αυτά, δεν γεμίζει από τίποτε το μυαλό τους; Δεν γεμίζει από τίποτε η καρδιά τους; Γιατί με προσβάλλουν τόσο πολύ; Δεν έχουν να μου πουν τίποτε για τον Θεόν, ούτε από την μελέτη τους, ούτε από την προσευχή τους, ούτε από την αγρυπνία τους; Τίποτε απολύτως και με απασχολούν με αυτά τα πράγματα; Πότε θα πούμε για τον Θεόν; Όταν θα πεθάνωμε; Στον άδη δεν υπάρχει μετάνοια, και κανείς δεν μνημονεύει τον Θεόν. Εδώ θα τον μνημονεύσωμε, εδώ θα παλέψωμε μαζί του, για να τον κάνωμε ολόκληρον δικό μας. Σε αυτή την πάλη με τον Θεόν χρειάζεται ο Γέροντας, για να μας βοηθήση.

Κάποιος νέος, καλομαθημένο πλάσμα, κακομοιριασμένο, αρρωστιάρικο, παράξενο, ήθελε να έλθη στο Άγιον Όρος, αλλά αναρωτιόταν: Πώς να πάω να ζήσω εκεί, να στρυμωχθώ; Πήγε σε έναν ερημίτη για να τον συμβουλευθή και, όταν εκείνος τον ρώτησε γιατί πάει, του είπε ότι βρήκε Γέροντα καλό. «Βρήκες Γέροντα; Μη λογαριάζης τίποτε, σήκω να πας», του απαντά ο ερημίτης. «Πήγαινε και δουλώσου σε αυτόν, για να γίνη πατέρας σου, και άφησέ τον να σου κάνη ό,τι θέλει. Αν χρειασθή, θα σε στείλη πίσω στον κόσμο. Αν όχι, θα σε θάψη εκεί, θα σε ανεβάση στον ουρανό». Είχε δίκαιο εκείνος ο ερημίτης.

Όταν λοιπόν λέμε Γέροντα, εννοούμε αυτό το μυστήριο. Δεν πρέπει να τον ντροπιάζωμε ούτε να τον υποτιμούμε ή να τον εξευτελίζωμε βλέποντάς τον διαφορετικά. Ο Γέροντας είναι ο αστράγαλος· ενώνει την πατούσα, που ακουμπάει στο χώμα, με την καρδιά, που πάει στον ουρανό. Μόνον αν υπάρχη μια τέτοια σχέσις, μπορώ να πω ότι είναι δυνατόν ο Γέροντας να είναι Γέροντας μου. Και μόνον αν προσεύχωμαι, έχω Γέροντα. Τότε μπορώ να δοξολογήσω και εγώ με τα θηρία και με τους λόγγους και με τις νάπες και με τα όρη και με τα πάντα τον Θεόν. Όταν δεν προσεύχωμαι, δεν έχω Γέροντα. Αλλά και αν δεν έχω Γέροντα, δεν προσεύχομαι μέσα στο μοναστήρι μου.

Άραγε, είναι δυνατόν να προσεύχωμαι, να αγρυπνώ, και η αγρυπνία μου να μην είναι αληθινή; Βεβαίως, εάν δεν υπάρχη, πρώτον, πλήρης διάλογος με τον Γέροντα. Δεν μπορείς εσύ, ο μοναχός, να αγρυπνής, χωρίς εγώ, ο Γέροντας, να ξέρω τι κάνεις και τι λες και τι γίνεται μέσα σου. Εάν, λόγου χάριν, πης στον Γέροντα ότι μπορείς να κάνης τέσσερις ώρες αγρυπνίας και σου δώση την ευλογία, αλλά εσύ ταλαιπωρήσαι όλη την νύκτα, κουράζεσαι, σπάνε τα νεύρα σου, τα βάζης και με τους άλλους, αυτό είναι ανευλόγητο, είναι σατανικό, διότι δεν το γνώριζε. Σημαίνει ότι τον ξεγέλασες. Ως Γέροντας μπορεί να ξέρω ότι με ξεγέλασες. Εν τούτοις, δεν θα σου το πω· θα σου μιλήσω σύμφωνα με αυτό που μου λες. Αυτό που μου είπες, αυτό είναι για μένα το αληθινό. Μου είπες ότι μπορείς να αγρυπνής τέσσερις ώρες. Εάν δεν μπορής και σπάη ο οργανισμός σου, αυτά είναι θυσία στον Βάαλ και όχι, στον άληθινόν Θεόν. Αυτό είναι εγωισμός. Ή το κριτήριο της ασκήσεως και της αγρυπνίας μας είναι η προσωπική σχέσις με τον Γέροντα ή είναι ο διάβολος, το θέλημα του διαβόλου. Τότε ξεπερνάμε τα όρια, πέφτομε σε μία κατάστασι φρενίτιδος, δαιμονιώδη, και το πιθανώτερο είναι να γίνωμε δαιμονόπληκτοι, ενώ έχομε την εντύπωσι ότι εξασκούμε αγιότητα, τελειότητα, πνευματικότητα.

Η αρετή από την κακία μόλις ξεχωρίζουν πλάι- πλάι είναι, σαν αγαπημένα αδελφάκια! Επίσης, οι άγγελοι και οι σατανάδες! Όλοι είναι πνεύματα και εύκολα μπορούμε να τους μπερδεύωμε και να νομίζωμε ότι ο άγγελος είναι σατανάς και ο σατανάς άγγελος· ο άγιος ότι είναι αμαρτωλός και ο αμαρτωλός ότι είναι άγιος. Πολλώ μάλλον μπορεί να γίνη κακό, όταν πρόκειται να κρίνωμε τον εαυτό μας, διότι τον κρίνομε κατά την καρδιά μας, κατά την βούλησί μας. Εάν θέλω να αποδείξω ότι αυτό που κάνω είναι σωστό, το αποδεικνύω με χίλια δύο επιχειρήματα. Δεν υπάρχει πιο ισχυρό πράγμα από το θέλημα ενός ανθρώπου.

Γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν η αγρυπνία μας, και ιδιαίτερα η προσευχή μας, να είναι άγνωστη στον Γέροντα. Είναι προτιμότερο τίποτε να μην κάνωμε, παρά να τα αγνοή. Δεν είναι δυνατόν να προτρέχωμε, να τον προλαμβάνωμε και μετά να μας κυνηγά, για να δη τι κάναμε. Πρέπει να υπάρχη πλήρης διάλογος, να καθώμαστε ψυχή με ψυχή και να τα λέμε, εφ’ όσον βεβαίως υπάρχει προσευχή. Εάν δεν θα υπάρχη προσευχή, θα βλεπώμαστε, αλλά θα εφαρμόζεται το «γέλα με να σε γελώ, να περνάμε τον καιρό». Θα περνούν τα χρόνια μας, θα γερνάμε και θα έχωμε την ελπίδα ότι ίσως ο Θεός να μας σώση. θα ρωτάμε τον Γέροντα: Γέροντα, θα σωθώ; Ναι, παιδί μου, θα μας απαντά, θα σωθής. Εάν μας πη, δεν θα σωθής, μπορεί να τα εγκαταλείψουμε όλα.

Επομένως, η προσευχή προϋποθέτει τον πλήρη διάλογο με τον Γέροντα. Δεν ισχύει το δικό μας: το ξέρει ο Γέροντας, το κατάλαβε ο Γέροντας, το είπα στον Γέροντα· αλλοίμονο, ο Γέρον¬τας δεν το νοιώθει; Αυτά είναι παραμύθια, δικαιολογίες, απομακρύνσεις από τον Θεόν. Ο Θεός λέγει: Λέγε συ πρώτος τας ανομίας σου. Εσύ θα πης την αμαρτία σου, τον λογισμό σου, την μέριμνά σου. Και αν ακόμη τον Γέροντά σου τον πάρη ο ύπνος, εσύ θα πης ό,τι έχεις. Έπαιρνε τον άγιο ο ύπνος, και ο υποτακτικός συνέχιζε να λέγη ό,τι είχε να πη. Εάν εσύ είχες αναστροφή με το Πνεύμα το Άγιον, το Πνεύμα το λαλούν εκάστω θα μερίση στον Γέροντα το κομμάτι που πρέπει να σου δώση και θα σου πη. Εάν εσύ δεν έζησες με το Άγιον Πνεύμα, το Πνεύμα το Άγιον είναι ανύπαρκτο στην ζωή σου και δεν θα πη τίποτε στον Γέροντα. Τότε ο Γέροντας θα σου χαμογελάση, το πολύ πολύ να σου εκφράση και την αγάπη του, ή να σε επί¬πληξη εάν δεν σε αγαπά, όπως το νοιώθομε εμείς οι άνθρωποι, και θα ζήσωμε και εμείς καλά και ο Θεός ακόμη πιο καλά. Αλλά δεν βγάζομε κάτι έτσι. Το θέμα είναι να υπάρχη πλήρης διάλογος· όχι να τα πηροφορήται όο Γέροντας από αλλού ή να τα διαισθάνεται, όχι να χρειάζεται να του το πη ο Θεός ή έστω η ψυχολογική του διαίσθησις ή η πείρα. Αυτά είναι του αιώνος τούτου, του παρόντος, του απατεώνος· δεν χρειάζονται για μας.

Ο διάλογός μας είναι κοινωνία, και κοινωνία σημαίνει λόγος και διάλογος.

Δεύτερον, η αληθινή προσευχή και η αληθινή σχέσις με τον Γέροντα προϋποθέτει πλήρη υπακοή ή, σε περίπτωσι που δεν υπάρχει πλήρης υπακοή, πλήρης υποταγή σε όλες τις λεπτομέρειες. Η υποταγή μας κρατάει συνδεδεμένους· δίνει το δικαίωμα σε σένα να μιλάς και σε μένα, τον Γέροντα, να σου απευθύνωμαι. Εάν δεν υποτάσσεσαι, η υποχρέωσίς μου, βάσει των κανόνων της Εκκλησίας, είναι να σε αποβάλω από την αδελφότητα, για να γλυτώση το ποίμνιο, να γλυτώσω και εγώ από το χασομέρι που μου κάνεις. Ο μη υποτασσόμενος είναι το πλέον βδελυρό πράγμα, το πλέον εγωπαθές, το πλέον δαιμονιώδες, το πλέον επικίνδυνο, γι’ αυτό πρέπει να εκλείψη από το μοναστήρι. Για να έχωμε όμως το δικαίωμα, εγώ να σε ακούω και να σου μιλώ και συ να μου μιλάς, πρέπει να υπάρχη υπακοή, δηλαδή ελευθερία. Διαφορετικά, η σχέσις μας δεν είναι κατά πνεύμα αλλά κατά σάρκα, και τότε απλώς οικονομούμεθα. Η οικονομία όμως μπορεί να διαρκέση μία ημέρα, έναν χρόνο, δυό χρόνια· δεν είναι για πάντα. Επί πλέον, ή υπακοή χρειάζεται να γίνεται μέχρις αίματος, όπως λέγει και ο από¬στολος Παύλος. Όταν δεν υπάρχη υπακοή, δεν υπάρχει δόσι¬μο της καρδιάς και του νου μας.

Τρίτον, η αληθινή προσευχή και η αληθινή σχέσις με τον Γέροντα προϋποθέτει πλήρη συμφωνία με τον Γέροντα. Χωρίς αυτήν, και αν ακόμη υποτασσώμεθα, τα πράγματα είναι προβληματικά. Εάν υπάρχη διάλογος και υπακοή και δεν υπάρχη συμφωνία, γίνεται συζήτησις για να ξεκαθαρίσωμε αν θα παραμείνης ή αν θα φύγης. Διότι, εφ’ όσον δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία, σημαίνει ότι εσύ κρατάς τις ιδέες σου, την γνώσι σου, την επιθυμία σου, τον λογισμό σου, σημαίνει ότι δεν υπάρχει εσώτερη κοινωνία. Κάποιος κρίκος είναι σπασμένος, οπότε δεν μπορούμε να δεθούμε. Τότε πρέπει ή να λείψη ο Γέροντας από την ζωή σου, αλλά κατά τους κανόνες της Εκκλησίας και όχι κατά την δική σου βούλησι ή την παρανομία, ή να συμφωνήσης με τον Γέροντα.

Ενίοτε αυτό είναι μαρτυρικό, αλλά αξίζει ένα τέτοιο μαρτύριο, αν θέλωμε να γίνωμε μάρτυρες του Χριστού, να καταταγούμε στον χορό των αγίων μαρτύρων, ακόμη και των μεγαλο¬μαρτύρων διότι, όπως έλεγαν οι παλαιοί όσιοι της Εκκλησίας μας, στους εσχάτους χρόνους το παραμικρό, που θα κάνουν οι άνθρωποι, θα έχη μεγαλύτερη άξια από τα κατορθώματα των αγίων της παλαιάς εποχής. Εάν αυτοί γίνονταν μάρτυρες κατά την συνείδησι, εμείς θα γίνωμε μεγαλομάρτυρες. Όμως αυτό δεν πετυχαίνεται με το να κάνωμε υποταγή, γιατί υποταγή κάνει και ο άνδρας στην γυναίκα και η γυναίκα στον άνδρα, και ο στρατιώτης και ο υπάλληλος και ο καθηγητής και ο σκουπιδιάρης και τα μυρμήγκια και η άψυχος κτίσις, αλλά με το να συμφωνούμε, έστω και με αίμα. Τότε είμαι ένας πραγματικός μεγαλομάρτυς. Διαφορετικά, όσα αναφέραμε προηγουμένως περί αγίων, περί προσευχής, περί ευλάβειας, περί συγκινήσεως, περί δακρύων, δεν ισχύουν, διότι επιδέχονται ποικίλες ερμηνείες• συνήθως γίνονται σύμφωνα με την δική μας ευαισθησία και όχι με την κρίσι του Γέροντος. Ο Γέροντας είναι πάνω από όλα αυτά. Αυτά χωρίς εκείνον δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Όπως ένα εκατομμύριο λαϊκοί δεν μπορούν να κάνουν λειτουργία χωρίς ιερέα, κάτι παρόμοιο συμβαίνει και εδώ. Τίποτε από όσα λέγαμε προηγουμένως δεν ισχύει, χωρίς αύτη την πλήρη σχέσι με τον Γέροντα. Ο οίκος μας μένει ακατοίκητος, χωρίς ένοικο, χωρίς κυβερνήτη, και εν τέλει αφήνεται έρημος.

Αξίζει να αναφέρωμε εδώ ένα γεγονός από την ζωή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου. Ο άγιος ήταν ένας πρωτοπόρος άνθρωπος· συμμετείχε σε όλους τους δογματικούς και κανονικούς αγώνες της Εκκλησίας και απέκτησε όλες τις πρώτες μοναστικές εμπειρίες της Εκκλησίας μας. Σε μεγάλη ηλικία πήγε με μερικούς άλλους μοναχούς στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, για να του ζητήση βοήθεια για την σωτηρία της Εκκλησίας. Ο Ιουστινιανός τον δέχθηκε με πολλή αγάπη, διότι είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν συγκάλεσε τους συμβούλους του, για να συζητήσουν το θέμα και να δώσουν την απάντησι και την βοήθεια που ήθελε ο άγιος για την Εκκλησία.

Ενώ ο Ιουστινιανός άρχισε να συζητή με ενδιαφέρον την υπόθεσι, οι μοναχοί βλέπουν τον Γέροντά τους να απομακρύνεται. Κατάλαβαν ότι ήταν η ώρα να τελεσθη η ακολουθία της τρίτης Ώρας. Υπήρχε η συνήθεια οι Ώρες να γίνωνται στην ώρα τους, ακόμη και στο χωράφι ή οπουδήποτε αλλού. Ο άγιος Σάββας έκρινε ότι, αν στο χωράφι, όπου κουράζονταν πολύ, οι Ώρες έπρεπε να γίνωνται στην ώρα τους, πόσο μάλλον στο παλάτι.

Αυτή η στάσις φάνηκε ότι δεν ήταν τόσο ευγενική, και τότε ο πλέον εγγύς άνθρωπος του αγίου του λέγει: Άγιέ μου, τί κάνεις; Ο βασιλιάς για μας παλεύει. Και εκείνος του απάντη¬σε: «Εκείνοι, τέκνον, το ίδιον ποιούσιν· ποιήσωμεν και ημείς το ημέτερον». Ο βασιλιάς κάλεσε τους αυλικούς του και κάνει το αρμόδιο σε αυτόν, για να βοηθήση την Εκκλησία. Και εμείς πρέπει να κάνωμε το δικό μας, την Ώρα.

Ερχόμαστε στο μοναστήρι, για να κάνωμε «το ημέτερον». Ο καθένας σαν μία πολύτιμη πέτρα, σαν ένα διαμάντι στο κοινό δακτυλίδι, γύρω από τον Γέροντα, το κεντρικό διαμάντι -μπορεί να είναι και σκουριά-, να κάνωμε το δικό μας, «το ημέτερον». Κάποιος ίσως να είναι πιο λαμπερός, άλλος λιγώτερο, αλλά όλοι μας ας παριστάμεθα ενώπιον του Θεού. Αν άλλα φώτα είναι ισχυρότερα και άλλα αγενέστερα, ή και σβησμένα, αν η αίθουσα λαμπυρίζη από το φως, τα σβησμένα φώτα δέχονται φως από τα αναμμένα.

Αν θέλωμε να δίνωμε χαρά στον Γέροντα, και αν θέλωμε να ξέρωμε ότι ο Θεός είναι μαζί μας, ας κάνωμε αυτό που είναι δικό μας. Ας βάζωμε τον Θεόν μέσα μας. Ας μη μας νοιάζει τι κάνει ο άλλος. Όταν κοιτάζωμε τι κάνει ο άλλος, πάντα αστοχούμε, όχι μόνον εμείς. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, οποιοσδήποτε μοναχός, κοσμικός, λαϊκός, ακόμη και άγιος, εάν ρίξη το βλέμμα του στο τι κάνουν οι άλλοι, θα αστοχήση, θα χάση τον Θεόν. Αφ’ ης στιγμής όμως εμείς ιστάμεθα ενώπιον του Θεού με αυτόν τον τρόπο, επιτελώντας την δική μας λειτουργία, από της στιγμής εκείνης τα πάντα είναι τακτοποιημένα, διευθετισμένα, διότι ο οικήτωρ της ψυχής μας, της ζωής μας, του ύπνου μας, της αγρυπνίας μας, του κελλιού μας, του μοναστηριού μας, είναι ο ίδιος ο Θεός.

Άραγε, όταν λείψη ο Γέροντας από την ζωή μας, τί θα κάνω¬με; Όταν κανείς είναι στον κόσμο, μπορεί να διάλεξη οιονδήποτε Γέροντα. Καμιά φορά μπορεί να κάνη και χρόνια να τον διάλεξη. Τα χρόνια αυτά δεν σημαίνει πως θα είναι χωρίς καθοδήγησι, θα συνέχιση να ζη ομαλά, όμορφα και πνευματικά την ζωή του, όπως προηγουμένως, όταν ζούσε ο Γέροντάς του. Εάν είναι στο μοναστήρι, τα πράγματα είναι πιο απλά.

Όμως, ζώντες εν σαρκί, έχομε τις αδυναμίες και τα προβλήματά μας· είναι δυνατόν να μη συμφωνούμε με τον προταθέντα Γέροντα. Τότε τί θα κάνωμε; Θα υψώσωμε έναν άλλον στην ζωή μας; Έτσι το κοινόβιο διαλύεται ή εγώ χωρίζομαι. Είναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά να χωρισθώ από το κοινόβιο. Η ανθρωπινή φύσις μας έχει πολλές ατέλειες, και μια από τις ατέλειες είναι και η ανωτέρω. Αλλά, όταν συγκρούωνται οι εσωτερικές δυνάμεις μας, δεν βάζομε μπροστά την καρδιά μας, βάζομε τον νου, διότι ο νους είναι ο ηγεμών. Ο νους είναι ο θεοφορούμενος, ο θεοφορών. Ο νους μπορεί να προσευχηθη, και στην προσευχή αυτή συμμετέχει όλο το είναι, η ψυχή, το σώμα, η καρδιά μας, τα σπλάγχνα μας, οι πνεύμονές μας. Όταν λοιπόν λείψη ο Γέροντας, εμείς θα κρατήσωμε «την νύκτα» που είχαμε με τον δικό μας Γέροντα, και θα βάλωμε στην ζωή μας τον νέο Γέροντα.

Εάν εμείς θα είμαστε τίμιοι ενώπιον του Θεού και δεν θα υποκύπτωμε σε κανένα πρόβλημα, σε καμία επιθυμία, τότε ο Θεός θα εμβάλη στην καρδιά μας τον Γέροντα, θα τον φωτίση. Εάν δεν μπορή να γίνη αυτό, ο Θεός θα οικονομήση κάτι θα βρη: Ή θα φύγη ο Γέροντας, ή θα φύγης εσύ από την ζωή, ή θα σού δώση κάποιον άλλον. Με κάτι άλλο θα σε προφυλάξη. Αλλά πρέπει να τον βάλης τον καινούργιο Γέροντα στην καρδιά σου. Εσύ θα κάνης το κάθε τι, και προπάντων θα συνεχίζης να έχης την μυστική ζωή της αγρυπνίας. Εάν εσύ θα ασχολήσαι με την νοερά προσευχή, με την αγρυπνία, με την μελέτη της Γραφής, τότε ο νέος Γέροντας θα μπη φυσιολογικά μέσα σου. Πώς μπαίνει μέσα μας ο Χριστός, που ούτε τον βλέπομε ούτε τον ακούμε; Μας το βεβαιώνει η Εκκλησία, μας το λέγει ο ίδιος ο Χριστός, μας το λέγει το Πνεύμα το Άγιον, μας το λένε οι άγιοι. Εάν μπορή και μπαίνη ο ίδιος ο Χριστός, «ο αχώρητος παντί», δεν μπορεί να βάλη τον Γέροντα μέσα στην καρδιά μας; Τί υπήρχε ανάμεσα σε πολλούς υποτακτικούς και στον Γέροντά τους και τον έβαλαν στην καρδιά τους, ενώ είχαν τον πνευματικό τους που τους δίδαξε τον Χριστόν; Έκαναν κανέναν αγώνα, καμιά προσπάθεια; Φυσιολογικά τα έφερε ο Θεός, και γνωρίσθηκαν. Οι αλλοδαποί μάλιστα υποτάσσονται σε έναν κόσμο, ο οποίος είναι τόσο διαφορετικός στην ιστορία τους, στην ζωή τους, στην παράδοσί τους. Ο Θεός τα ρυθμίζει όλα.

Αυτό που έχει σημασία έδώ δεν είναι ο Γέροντας αυτός καθ’ εαυτόν, δεν σταματάει εκεί ο Θεός. Ο Θεός κάθε φορά που θέλει να έλθη σε επαφή με τον άνθρωπο, διάλεγα κάτι. Όπως ο κεραυνός διάλεγα αυτό το δένδρο και πέφτει εκεί, έτσι και ο Χριστός διαλέγει αυτόν τον άγιο, αυτόν τον άνθρωπο, αυτόν τον αμαρτωλό, αυτό το σκαμνί, αυτό το ιλαστήριο, αυτό το θυσιαστήριο, αυτό το Ευαγγέλιο, αυτή την νύκτα όχι την άλλη, όχι τότε που νόμιζα εγώ, και κοιτάζει που θα καθίση. Αυτός που επαναπαύεται έπη των πτερύγων των αγγέλων, αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο την γη, αυτός κάνει σήμερα θρόνο και κατοικητήριο και υποπόδιό του αυτόν, εκείνον, τον άλλον.

Όταν θα ζητάμε τον Θεόν μέσα στην νύκτα, ο Θεός θα πάη στον καινούργιο Γέροντα, και αυτός θα μας προσέξη, και θα τον προσέξωμε. Όπως ο Θεός κάνει μια γυναίκα και προσέχει εκείνον τον άνδρα, και του προτείνει να παντρευθούν -πού τον ήξερε εκείνη; Πώς τον αγάπησε; Ο Θεός την ήρμοσε με τον άνδρα-, έτσι ακριβώς και εδώ, ο Θεός θα σε αρμόση με τον Γέροντα, εφ’ όσον εσύ επιδιώκεις τον Θεόν. Ο καινούργιος Γέροντας θα είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στην ζωή σου. Ο πρώτος θα έχη τον θρόνο του, τον Θεόν του. Ο καινούργιος θα είναι το πρόσωπο στο οποίο θα κατεβαίνη η Παναγία Τριάς. Αν ο Χριστός δεν θελήση να πάη στον Γέροντα και θελήση να πάη κάπου αλλού -κοιτάει ποιός είναι για σένα το μυστικό σημάδι που θα σε ενώση μαζί Του-, «είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον».

Ποιά η σχέσις νυκτός και ημέρας για τον μοναχό; Η μοναστική ζωή είναι εξ ολοκλήρου βουτηγμένη μέσα στην νύκτα και ένα μέρος της έχει τις προβολές και τους κλάδους στην ημέρα. Σε ένα κοινόβιο η ζωή της ημέρας στρέφεται κυρίως γύρω από τους αδελφούς, το διακόνημα, την κοινωνία. Η νύκτα όμως είναι βαθιά ριζωμένη στον Θεόν. Όσο δε περισσότερο καταφέρνει ο μοναχός να ζη και κατά την διάρκεια της ημέρας την ησυχία, την γαλήνη και την αίσθησι της παρουσίας του Θεού, τόσο περισσότερο κερδίζει και την ημέρα του. Προφανώς, ούτε το διακόνημα ούτε η κοινωνική σχέσις του μπορεί να διακόψη την πνευματική σχέσι με τον Θεόν, αν ο μοναχός ορθώς τοποθετή και ενεργή τα πάντα. Εάν αυτή είναι η πνευματική ζωή του μοναχού, τότε και η σχέσις του με τον Γέροντα θα είναι αληθινή.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 494-511)

via

Λόγος περί Νήψεως – Ερμηνεία στον άγιο Ησύχιο (1/11)

Το παρόν απόσπασμα είναι οι πρώτες σελίδες από ένα εξαιρετικό βιβλίο. Λέγεται «Λόγος Περί Νήψεως» και είναι υπομνηματισμός του γέροντος Αιμιλανού Σιμωνοπετρίτου στο «Λόγος περί νήψεως και ησυχίας χωρισμένος σε 203 κεφάλαια» του αγίου Ησύχιου. Όλος ο λόγος του αγίου Ησύχιου βρίσκεται εδώ:


Το βιβλίο λέγεται: ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΝΗΨΕΩΣ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΗΣΥΧΙΟ. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ. 

Νήψις εστι μέθοδος πνευματική

Ο λόγος αρχίζει με την λέξη νήψις, η οποία δεν είναι αόριστη έννοια αλλά ενέργεια ή, καλύτερα, η ενέργεια, η δουλειά της ζωής μας, η αποστολική κλήσις μας, η πράξις και η ζωή μας, θα λέγαμε δε και η αναπνοή μας, που μας την εξασφαλίζει η μοναστηριακή ατμόσφαιρα. Όπως αν σταματήσουμε να αναπνέουμε, ο ζωτικός αέρας θα παύσει να εισέρχεται μέσα μας και θα πεθάνουμε, έτσι και αν μας λείψει έστω και για μια στιγμή η νήψις, θα σταματήσει η είσοδος στην ύπαρξή μας του ζωαρχικού ανέμου, του Αγίου Πνεύματος. Μη έχοντας όμως το Άγιο Πνεύμα, θα βρεθούμε σε μία ατμόσφαιρα αποπνικτική, μη χαρισματική, χωρίς χαρά, χωρίς άνεση και ειρήνη. δεν θα νοιώθουμε βεβαιότητα στη ζωή μας, ούτε ο Θεός θα ακούει την προσευχή μας. Η νήψις δηλαδή μας δίδει την δυνατότητα να έχωμε τον Θεό.

Η λέξη νήψις παράγεται από το ρήμα νήφω, που σημαίνει παρατηρώ προσεκτικά, αγρυπνώ. Η ψυχή μου δεν κοιμάται, αλλά ζωηρώς παρακολουθεί. Η αρχική όμως έννοια του ρήματος είναι δεν πίνω οίνο. Όχι μόνον δεν πίνω, αλλά η εγκράτειά μου και η εγκαρτέρησις μου φθάνουν μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε να μην δέχομαι τίποτε στον οργανισμό μου. νηστεύω διαρκώς για έναν και μοναδικό λόγο, για την παρακολούθηση κάποιου. Επομένως, αγρυπνητικώς παρατηρώ κάποιον και συμμετέχω στις κινήσεις του, για να είμαι ενήμερος ανά πάσα στιγμή των ενεργειών του. Η λέξη νήψις λοιπόν έχει την έννοια της αδιαλείπτου αγρυπνίας, που είναι καθαρή ενέργεια του νου.

Μέθοδος πνευματική. Στην καθημερινή μας ζωή, μέθοδος είναι ο τρόπος, η οδός, το σύστημα που ακολουθούμε, για να πετύχουμε κάτι. παράγεται δε από το ρήμα μεθοδεύω, που σημαίνει οδεύω μετά από κάποιον, παίρνω κάποιον κατά πόδας – εν προκειμένω τον ίδιο τον Θεό- τον ακολουθώ, τον παρακολουθώ. Άρα, η λέξις μέθοδος δεν έχει τυχαίως τοποθετηθεί εδώ. Αποδίδει την ακριβή έννοια του ουσιαστικού νήψις, ότι δηλαδή είναι η πράξις που δεν την κάνω μόνος μου, αλλά παρακολουθώντας κάποιον άλλον. Ο άνθρωπος επομένως που δεν μπορεί να αισθάνεται τον συνάνθρωπό του, να τον χαίρεται, να τον ακολουθεί, να συμπορεύεται μαζί του, ο ακοινώνητος, ο κοινωνικός ανυπόστατος, ο μονωτικός – όχι ο άνθρωπος της πνευματικής αλλά της ψυχικής μονώσεως – είναι ανίκανος να κάνει νήψη. Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία μας κατέστησε τον μοναχισμό κοινωνία, της οποίας υπέρτατη μορφή είναι η κατά μόνας μετά του Κυρίου ερημιτική ζωή, με τον οποίο συνυπάρχει όλη η Εκκλησία.

Οι κοσμικοί άνθρωποι αποτελούν κοινωνία, αλλά έχουν το τρεχαλητό και την μέριμνα του κόσμου. Κυνηγούν τα φθαρτά, τα μάταια, την καθημερινότητα, η οποία χάνεται μόλις περάσει το σήμερα, που είναι ένα τώρα. το δέ τώρα, πριν προφέρεις το τελευταίο του γράμμα, ήδη έχει παρέλθει. Ο κόσμος, «το σχήμα του κόσμου», κατά κάποιον τρόπο προπορεύεται εκείνου το οποίο νοεί ο άνθρωπος, και επομένως η πορεία του είναι φευγαλέα.

Αντίθετα η νήψις, η εγρήγορση του νοός, είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία του πνεύματός μας, το κυνηγητό και η παρακολούθηση του Αγίου Πνεύματος, ό,τι ανώτερο έχει χαρίσει στην ανθρώπινη ύπαρξη ο Θεός. Ο νους μας, το πνεύμα μας, το νοερό συστατικό μας εγγίζει προς τον Θεό και μας ενώνει μαζί Του.

Άρα μέθοδος πνευματική σημαίνει συνεργασία του πνεύματός μου με το Άγιο Πνεύμα, οπότε το πνεύμα μου, το βαθύτερο είναι της υπάρξεώς μου δεν είναι δυνατόν να μετέχει άλλων ενεργειών.

Η νήψις λοιπόν μας τοποθετεί ενώπιον της ζωής του Θεού, μας κάνει μετόχους του Αγίου Πνεύματος, του γενεσιουργού της υπάρξεώς μας, διότι η ζωή άρχισε από τότε που θέλησε το Πνεύμα το Άγιον.

Πως άρχισε;

Σε κάποια έκτακτη και μοναδική στιγμή της ιστορίας, ο ουράνιος Πατήρ θέλησε και δημιούργησε τον υλικό κόσμο. Προϋπάρχοντος του υλικού αυτού κόσμου, κατασκευάζει εν συνεχεία το ανθρώπινο σώμα εν συνεργασία με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, και εμφυσά σε αυτό «πνοήν ζωής». Έτσι το δημιούργημα του Θεού καθίσταται «εις ψυχήν ζώσαν». Τότε ο Θεός έπαυσε πλέον να πνέει μόνον επάνω από αβύσσους και να περνά μέσα από κτιστά και υλικά στοιχεία και ζώα. εσκήνωσε σε ένα μοναδικό και ύψιστο ον, το οποίο έγινε ο βασιλιάς και ο λόγος της κτίσεως. λόγος δε της κτίσεώς του, της δημιουργίας του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Από την ώρα αυτή γίνεται πια αναπόφευκτη η συγκυρία, η συμπόρευσις, η ένωσις του ανθρώπου μετά του Θεού, και δεν είναι δυνατόν να νοηθεί ο άνθρωπος, η εικών του αόρατου Θεού, χωρίς το Άγιο Πνεύμα.

Επομένως το Άγιο Πνεύμα, ως ένα εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδας, συνεργεί στην γέννηση του κάθε ανθρώπου. Μαζί με τον Πατέρα και τον Υιόν δίδει στην μητρική γαστέρα το υλικό που προσλαμβάνει από τον πατέρα και την μητέρα, και το συλληφθέν έμβρυο είναι σαρξ, χους. Χουν γεννάει ο άνθρωπος. Σε αυτόν τον χουν οι γονείς δίνουν όλα τα ιδιώματα και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, δίνουν τον εαυτό τους, την εικόνα της σαρκός τους.

Ό,τι λοιπόν έκανε ο ουράνιος Πατήρ στον πρώτο άνθρωπο, το ίδιο κάνει και κατά τη γέννηση του κάθε ανθρώπου, με την διαφορά ότι τότε δημιούργησε πρώτα τον χουν και κατόπιν του ενεφύσησε το Πνεύμα το Άγιον, ενώ τώρα το Άγιο Πνεύμα εισέρχεται στον άνθρωπο άμα τη συλλήψει. Από την πρώτη δηλαδή στιγμή το έμβρυο έχει ζωή και είναι άνθρωπος, διότι λαμβάνει το εμφύσημα του Αγίου Πνεύματος. έχει το ηγεμονικό, αποτελεί πλήρη εικόνα της θεότητος και μέχρι την τελευταία του στιγμή φέρει αδιαλείπτως και αδιαπτώτως τα στοιχεία της θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Υπάρχει δε εσωτερική κοινωνία της ανθρωπίνης και της θείας φύσεως εν τω ανθρώπω, όπως και εν τω Χριστώ.

Συνεπώς κατά τη γέννησή του καθενός μας υφίστανται ταυτόχρονα αφ’ ενός μεν οι θεϊκές ενέργειες, αφ’ ετέρου δε η σύμπραξη του ανθρώπου σύμφωνα με το πρωταρχικό ρήμα και βούλημα της θεότητος «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Ο άνδρας και η γυναίκα, ο ένας άνθρωπος, η μία σάρκα -«έσονται εις σάρκαν μίαν»-κοινωνούν με το Άγιο Πνεύμα, και ο παντουργικός Λόγος τα συμ-φέρει όλα μαζί, τα συνεισβάλλει όλα στα σπλάχνα της γυναικός, και έτσι έχουμε ολόκληρον τον άνθρωπο, Θεόν και άνθρωπο. Ο νέος δε υπό Θεού πλασθείς και για τον Θεό πεπλασμένος άνθρωπος ενδύεται με την βάπτισή του την θεότητα, την χαρισματική ζωή, οπότε το Άγιο Πνεύμα γίνεται ο κλήρος της υπάρξεώς του. Έκτοτε βάλλεται αδιαλείπτως έσωθεν από το Πνεύμα το Άγιον και εκβάλλει αφ’ εαυτού του τους σπινθήρες, το φως της θεότητος. Έτσι ο χους της γης γίνεται με την νήψι σπινθηροβόλος ζωή.

Νήψις επομένως είναι η μέθεξις του Αγίου Πνεύματος, το κατ’ εξοχήν έργο και κατόρθωμα ημών των μοναχών ως Αποστόλων. Διότι ποιος είναι απόστολος και ποιο το έργο του; Απόστολος είναι αυτός που είδε και εκλήθη από τον Θεόν, που ενεργείται από τον Θεό και με αυτή την θεοφορία του μεταδίδει τον Θεό στους άλλους. Αυτό ακριβώς είναι και το έργο της μοναχικής πολιτείας.

Άρα, η νήψις είναι μια εσωτερική κοινωνία, ένας εσωτερικός οργασμός με τον Θεό, που μπορεί να επιτελείται καθημερινώς μέσα μας, όταν εμείς δεν είμαστε απασχολημένοι με την ματαιότητα ή την συμβατικότητά μας, με το ψέμα της ζωής. Η νήψις ως μέθοδος πνευματική, είναι το μυστήριο με το οποίο προχωράει μέσα μου ο Θεός, προχωρώ κι εγώ μέσα στον Θεό. Τότε το Πνεύμα το Άγιο, ως ζωοποιό σπέρμα, εισέρχεται με αδιαλείπτους κινήσεις μέσα στην μήτρα της καρδιάς μου, και εκεί γεννιέται το «πνεύμα σωτηρίας», όπως λέγει ο Προφήτης.

Επίσης, η φράσις μέθοδος πνευματική μας υπενθυμίζει την ύπαρξη του πονηρού πνεύματος , το οποίο πέθανε άπαξ δια παντός την στιγμή που απομακρύνθηκε από τον Θεόν, γι’ αυτό γεννά και προσφέρει τις ψυχές μας στον θάνατο. Το πονηρό πνεύμα δεν έχει βέβαια δικαιώματα στα πλάσματα του Θεού, αλλά ενεδρεύει, καραδοκεί, ώστε, μόλις του επιτρέψει ο Θεός, να επιτεθεί.

Εν τούτοις, δεν δίνει μόνο ο Θεός άδεια στο πονηρό πνεύμα, όπως έκανε στην περίπτωση του Ιώβ. το προσκαλεί και το δικό μας πνεύμα. Η ζωή της αδιαφορίας, του «δε βαριέσαι», το κατρακύλισμα στην καθημερινότητα, προ πάντων όμως η ζωή της αμαρτίας και της ανομίας, είναι μία πρόσκλησις του πονηρού πνεύματος. Γι’ αυτό στην άσκηση της νήψεως υπάρχει κατ’ εξοχήν η ενέργεια του ενεδρεύοντος πονηρού πνεύματος. Επειδή όμως το πονηρό πνεύμα δεν είναι εγκάθεδρο στον άνθρωπο, είναι δυνατόν να αποδιωχθεί από εκείνον που λειτουργεί πνευματικά στο θυσιαστήριο της καρδιάς του. Παρ’ όλα αυτά, δεν παύει να πέφτει ακάθεκτα επάνω του. Γι’ αυτό η μέθοδος αυτή είναι ένας πνευματικός πόλεμος. Τότε εμείς, ιστάμενοι μεταξύ διαφόρων πνευμάτων, οφείλουμε να διαλέγουμε πάντα μονόπλευρα την στροφή μας προς το Άγιο Πνεύμα, εάν βέβαια θέλουμε να είμαστε νικητές, διότι, όσο λεπτή είναι η μέθοδος της νήψεως, τόσο είναι και επικίνδυνη.

Ασφαλώς το πονηρό πνεύμα δεν μπορεί να μπαινοβγαίνει στο βάθος του πνεύματός μας, αλλά, όταν το πνεύμα μας είναι απασχολημένο με κάτι άλλο, το Άγιο Πνεύμα παραμένει ανενέργητο. Συμβαίνει δηλαδή εδώ ό,τι και στις ανθρώπινες σχέσεις. Όταν κάποιος με παρατηρεί με πολλή αγάπη αλλά εγώ κοιτάζω αλλού και δεν έχω καμία κοινωνία μαζί του, αυτός δεν μπορεί να με κάνει μέτοχο της αγάπης του. Μπορεί μόνο να περιμένει με το χέρι υψωμένο, ώστε μόλις του ρίξω το βλέμμα μου, αμέσως εκείνο να με προσκαλέσει και να έχω κοινωνία μαζί του. Αλλά πόσες φορές μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να το κάνουμε αυτό; Το Πνεύμα το Άγιο όμως το κάνει. παραμένει σε αυτή την θέση ίσως και σε όλη μας τη ζωή, περιμένοντας κάποτε να ελκύσει τα όμματα της καρδίας μας.

via

**** **** **** ****