Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (9)

Οι τρεις βαθμοί της ιερωσύνης

Από την μελέτη των πηγών, κυρίως δε από την μελέτη των πατερικών έργων,

φαίνεται καθαρά ότι οι βαθμοί της ιερωσύνης (διακόνου, πρεσβυτέρου, 


επισκόπου)

συνδέονται στενώτατα με τους τρεις βασικούς βαθμούς της πνευματικής ζωής.

Αυτό δείχνει ότι όσο θεραπεύονται, τόσο ανέρχονται στην κλίμακα της ιερατικής

Χάριτος και ευλογίας. Τουλάχιστον έτσι οι Πατέρες διδάσκουν. Χρειάζεται να

αναπτύξουμε περισσότερο αυτό το βασικό σημείο μιλώντας για την θεραπευτική

Χάρη της ιερωσύνης.

Έχουμε τονίσει σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι η πνευματική ζωή χωρίζεται σε 


τρία

στάδια, την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Αυτήν την διαίρεση την

συναντούμε σε πολλούς Πατέρας, αλλά έχει σε κάθε έναν διαφορετικά ονόματα.

Π.χ. ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος γράφει ότι τρεις είναι οι τάξεις των ανθρώπων

εκείνων που προκόπτουν στις τελειοποιούς αναβάσεις «καθαρτική, φωτιστική,

μυστική ή εστι και τελειοποιός». Και η μεν καθαρτική είναι των εισαγωγικών, η 


δε

φωτιστική είναι των μέσων και η μυστική των τελείων. Ανερχόμενος δια των

τριών αυτών τάξεων ο Χριστιανός αυξάνεται στην κατά Χριστόν ηλικία. Η

καθαρτική ενέργεια είναι η τήξη της σαρκός, η φυγή από κάθε αμαρτία που

ερεθίζει το πάθος, η μεταμέλεια, τα δάκρυα κ.λ.π. Η φωτιστική είναι η πρώτη

απάθεια που γνώρισμά της είναι η γνώση των όντων, «η θεωρία των λόγων της

κτίσεως» και «η μετουσία του Αγίου Πνεύματος». Έργο της είναι «η κάθαρσις 


του

νοός… η των οφθαλμών της καρδίας νοερά αποκάλυψις… η αποκάλυψις των

μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών». Και «η μυστική και τελειοποιός τάξις»

μυσταγωγεί «τα απόκρυφα μυστήρια του Θεού», τον πληροί δια «της συνουσίας

του Πνεύματος» και τον αποδεικνύει «σοφόν θεολόγον μέσον Εκκλησίας

μεγάλης»[27] κ.λ.π.

Ο άνθρωπος, ζώντας μέσα στην Εκκλησία και βοηθούμενος υπό της θείας 


Χάριτος,

καθαρίζει το παθητικό μέρος της ψυχής, εν συνεχεία ο νους φωτίζεται και

αναβαίνει στην μυστική θεολογία, την μακαρία θέωση.

Τα τρία αυτά στάδια στην θεολογία του αγίου Μαξίμου εκφράζονται ως πρακτική

φιλοσοφία (κάθαρση αρνητική και θετική), φυσική θεωρία (φωτισμός του νου) 


και

μυστική θεολογία (θέωση). Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, αποχωρισθέντες από

όλα τα κτιστά όντα, ανέρχονται στην θεωρία του Θεού, η δε θεωρία φθάνει στον

ύψιστο βαθμό «εν τη θεολογική επιστήμη» ή «τη θεολογική μυσταγωγία» ή «τη

μυστική θεολογία», η οποία λέγεται «άληστος γνώσις»[28].

Έτσι οι άγιοι Πατέρες ζώντες στην θεωρία (θέα Θεού) είναι οι πραγματικοί

θεολόγοι ή μάλλον η πραγματική θεολογία, αφού η θεολογία βρύει από όλη την

ύπαρξη τους.

Θεολόγος υπήρξε ο Μέγας Μωϋσής, ο οποίος, κατά τον άγιο Μάξιμο τον

Ομολογητή, αφού έπηξε την σκηνή του έξω της παρεμβολής, «τουτέστιν την

γνώμην και την διάνοιαν ιδρυσάμενος έξω των ορωμένων, προσκυνείν τον Θεόν

άρχεται». Θεολόγοι ανεδείχθησαν και οι τρεις πρόκριτοι των Μαθητών επάνω 


στο

όρος Θαβώρ που αξιώθηκαν να δουν το Φως της τρισηλίου θεότητος. Θεολόγος

επίσης υπήρξε ο μέγας Παύλος ο οποίος ανέβη μέχρι τρίτου ουρανού, και εξηγεί

πάλι ο άγιος Μάξιμος ότι οι τρεις ουρανοί αντιστοιχούν στους τρεις βαθμούς της

μυστικής αναβάσεως του ανθρώπου, δηλαδή την πρακτική φιλοσοφία, την 


φυσική

θεωρία και την θεολογικήν μυσταγωγία[29].

Έγινε αυτή η παρουσίαση της πατερικής διδασκαλίας για να προχωρήσουμε σε

συσχετισμούς προς το θέμα που μας απασχολεί σ’αυτό το κεφάλαιο. Ο ίδιος 


ιερός

Πατήρ (ο άγιος Μάξιμος) συνδέει τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής με τους

τρεις βαθμούς της ιερωσύνης. Γράφει: «Διακόνου λόγον επέχει ο προς τους


 ιερούς

αγώνας αλείφων τον νουν και τους εμπαθείς λογισμούς απελαύνων απ’ αυτού.

Πρεσβυτέρου δε, ο εις την γνώσιν των όντων φωτίζων και την ψευδώνυμον 


γνώσιν

εξαφανίζων. Επισκόπου δε, ο τω αγίω μύρω τελειών της γνώσεως και

προσκυνήσεως της Αγίας Τριάδος»[30].

Αντί άλλης ερμηνείας θα θέλαμε να παραθέσουμε την ερμηνεία που κάνει ο 


άγιος

Νικόδημος, ο αγιορείτης, αφού αυτή είναι η βάση της Εκκλησίας, ότι ο άγιος

ερμηνεύει άλλον άγιο και δια των αγίων εκφράζει την εμπειρία της η Εκκλησία.

Γράφει ο άγιος Νικόδημος: «ο θεοφόρος Μάξιμος θέλει, ότι του διακόνου είναι

ίδιον το να καθαίρη τους άλλους από των παθών και των κακών λογισμών δια της

ηθικής∙ του Ιερέως, το να φωτίζη τους άλλους δια των λόγων της φυσικής

θεωρίας των όντων∙ και του Επισκόπου το να τελειοί τους άλλους δια των λόγων

της θεολογίας… ώστε ο αρχιερεύς δεν πρέπει να είναι μόνον ηθικός και φυσικός

ήγουν θεωρητικός φιλόσοφος, αλλά και θεολόγος, ως ανώτερος ων του 


διακόνου

και του Πρεσβυτέρου»[31].

Πρέπει να σημειωθή ότι η σύνθεση των τριών βαθμών της ιερωσύνης με τα τρία

στάδια της πνευματικής ζωής αναφέρεται στα συγγράμματα του αγίου Διονυσίου

του Αεροπαγίτου, στα οποία φαίνεται η παράδοση της Εκκλησίας. Και αν 


θεωρηθή

ότι τα συγγράμματα αυτά παρουσιάζουν την τάξη της Εκκλησίας των πρώτων

αιώνων, φαίνεται καθαρά ότι τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής αντιστοιχούν

προς τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης. Θα ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα


αυτό

για να φανή αυτή η σύνδεση.

Είναι γνωστό ότι στο «Περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας» σύγγραμμα του αγίου

Διονυσίου του Αεροπαγίτου περιγράφονται τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής

ονομαζόμενα κάθαρση, φωτισμός, τελείωση. Η τελείωση ισοδυναμεί με την 


θέωση.

Έτσι ονομάζονται «η μεν των ιεραρχών τάξις, τελειωτική και τελεσιουργός∙ η δε

των ιερέων φωτιστική και φωταγωγός∙ η δε των λειτουργών (διακόνων)

καθαρτική και διακριτική»[32]. Το έργο των Κληρικών είναι τελετουργικό, αλλά

παράλληλα αγιαστικό και τελειοποιό, αφού τα Μυστήρια αναπτύσσουν πνευματικά

τον άνθρωπο. Δηλαδή οι ιερές τελετές δεν γίνονται τυπικά, αλλά καθαίρουν,

φωτίζουν και τελειοποιούν (θεοποιούν) τον άνθρωπο.

Έτσι το έργο των διακόνων, των πρεσβυτέρων και των ιεραρχών συνδέεται με 


την

πνευματική ωρίμανση των Χριστιανών. Συγκεκριμένα. Κατά την ακολουθία του

αγίου Βαπτίσματος, όπως την εκθέτει ο άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και

πιστεύουμε ότι εκφράζει την τάξη των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας, οι 


διάκονοι

απαλλάσσουν τον προς το Βάπτισμα φερόμενο από τα ρούχα του, και αυτό

φανερώνει την θέση τους μέσα στην Εκκλησία που είναι καθαρτική, οι ιερείς

χρίουν όλο το σώμα του ανθρώπου και αυτό φανερώνει την θέση τους μέσα στην

Εκκλησία που είναι φωτιστική, και οι επίσκοποι τελειοποιούν τους ανθρώπους με

το να τους βαπτίζουν και αυτό δείχνει την θέση τους μέσα στην Εκκλησία που

είναι τελειωτική[33]. Η ιεραρχική τάξη που τελειοποιεί τους Χριστιανούς

τελετουργεί «τα τελεσιουργά της ιεραρχίας εκκρίτως», μυεί «τας επιστήμας των

ιερών εκφαντορικώς» και διδάσκει «τας αναλόγους αυτών και ιεράς έξεις τε και

δυνάμεις». Η τάξη των ιερέων χειραγωγεί «επί τας θείας των τελετουργών

εποψίας», αλλά αναπέμπει προς τον ιεράρχη «τους της επιστήμης των

θεωρηθεισών ιερουργιών εφιεμένους». Αυτό σημαίνει ότι ο ιερεύς, με την


 ευλογία

του επισκόπου, φωτίζει τους Χριστιανούς, αλλά στέλλει προς τον ιεράρχη αυτούς

που επιθυμούν την τελείωση, επειδή είναι ο πλέον κατάλληλος για το έργο αυτό.

Και η τάξη των λειτουργών, δηλαδή των διακόνων, πριν οδηγηθούν προς τους

ιερείς, «αποκαθαίρει τους προσιόντας, αμιγείς αυτούς αποτελούσα των εναντίων,

και προς ιερουργικήν εποψίαν και κοινωνίαν επιτηδείως»[34].

Είναι πολύ σημαντικό ότι, κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αεροπαγίτη, οι ιεράρχες 


όχι

μόνον τελειοποιούν, αλλά φωτίζουν και καθαίρουν τον λαό, οι ιερείς εκτός του 


ότι

φωτίζουν, γνωρίζουν και μπορούν να καθαίρουν, ενώ οι διάκονοι μόνον 


γνωρίζουν

να καθαίρουν. Οι κατώτεροι είναι αδύνατον να μεταπηδήσουν στα ανώτερα έργα.

«Αι μεν γαρ ήττους επί τα κρείττω μεταπηδάν αδυνατούσι»[35]. Επομένως είναι

αυστηρό το έργο κάθε τάξεως μέσα στην Εκκλησία. Η κάθε τάξη έχει την δική 


της

επιστήμη και γνώση της πνευματικής ζωής. Νομίζω πως πρέπει να παρατεθή ένα

χαρακτηριστικό χωρίο του αγίου που συνοψίζει όλη αυτή την διδασκαλία περί 


του

έργου των τριών τάξεων: «Η δε ιερουργών διακόσμησις εν μεν τη δυνάμει τη

πρώτη δια των τελετών αποκαθαίρει τους ατελέστους∙ εν τη μέση δε, φωταγωγεί

τους καθαρθέντας∙ εν εσχάτη δε και ακροτάτη των ιερουργών δυνάμεων

αποτελειοί τους των θείω φωτί κεκοινωνηκότας εν ταις των θεωρηθεισών

ελλάμψεων επιστημονικαίς τελειώσεσιν»[36].

Μελετώντας όλη την διδασκαλία του αγίου Διονυσίου μπορούμε να 


συμπεράνουμε

ότι κάθε τάξη της ιερωσύνης έχει ανάλογη πνευματική ζωή. Η κάθαρση, ο

φωτισμός και η τελείωση (θέωση) συνδέονται στενώτατα με τους τρεις βαθμούς

της ιερωσύνης, δηλαδή του διακόνου, ιερέως και επισκόπου αντίστοιχα. Έτσι ο

διάκονος αφού έχει έργο να καθαίρη τον λαό του Κυρίου από τα πάθη, 


απαραίτητη

προϋπόθεση για να χειροτονηθή είναι να βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως,


 να

ζη δηλαδή την πρακτική φιλοσοφία. Ο πρεσβύτερος, αφού έργο έχει να φωτίζη

τους άλλους, για να χειροτονηθή, σύμφωνα με τις πατερικές διδασκαλίες, πρέπει

να βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού του νου, που είναι ένας βαθμός θεωρίας,

να έχη δηλαδή αδιάλειπτη μνήμη Θεού δια της ευχής, να γνωρίζη την νοερά

εργασία και να θεωρή τους λόγους των όντων σε όλη την κτίση και την Αγία

Γραφή. Ο επίσκοπος, αφού βασικό του έργου είναι να τελειοί τον λαό δια των

λόγων της θεολογίας, πρέπει να βιώνη την μυστική θεολογία, να ζη την κοινωνία

με τον Θεό. Να βρίσκεται στην χορεία των «Προφητών που έχουν στενή σχέση 


με

τον Θεό, μυούνται τα θεία και μυσταγωγούν τον λόγο της αληθείας στον λαό.

Ο τρόπος με τον οποίο χειροτονείται ο διάκονος, ο ιερεύς και ο επίσκοπος 


δείχνει

και την πνευματική κατάσταση του δεχομένου τις ενέργειές και το έργο κάθε

τάξεως. Δεν χειροτονούνται ανεξάρτητα από την πνευματική τους κατάσταση,

γιατί πως μπορούν να βοηθήσουν τον λαό, αν δεν έχουν προσωπική πείρα του

έργου που πρόκειται να επιτελέσουν;[37]

Ειδικά ο επίσκοπος, που μεταδίδει την Χάρη στους Χριστιανούς για να καταστούν

πραγματικοί διάκονοι και ιερείς, είναι «ο υπό Θεού κινούμενος εις πάσας τας

ιεραρχικάς αγιαστείας»[38]. Μάλιστα ο Μωϋσής δεν οδήγησε ούτε τον αδελφό


 του

τον Ααρών «εις ιερατικήν τελείωσιν», «άχρις ου θεόθεν εις τούτο κινηθείς, υπό

τελετάρχη Θεώ, την ιερατική τελείωσιν ιεραρχικώς ετελεσιούργησεν»[39].

Γι’ αυτό ειδικά ο επίσκοπος, κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη που 


εκφράζει

την παράδοση της Εκκλησίας, είναι ο επιστήμων της πνευματικής ζωής, ο

θεόπτης, που απέκτησε πείρα προσωπική της θεώσεως. Γι’ αυτό «η θεία των

ιεραρχών τάξις πρώτη μεν έστι των θεοπτικών τάξεων, ακροτάτη δε και εσχάτη

πάλιν η αυτή»[40]. Ο ιεράρχης είναι καρπός της θεώσεως, δηλαδή ο ίδιος 


θεώθηκε

και βοηθά τον Χριστιανό στην πορεία για την κατά Χάριν θέωσή του. «Αυτόν τε

τον ιεράρχην, ως η κατ’ αυτόν ουσία, και αναλογία, και τάξις έχει τελεσθήναι

κατά τα θεία, και θεωθήναι, και τοις υποβεβηκόσι μεταδούναι, κατ’ αξίαν 


εκάστω,

της εγγινομένης αυτώ θεόθεν ιεράς θεώσεως»[41]. Εκείνος που αποκαλεί 


κάποιον

ιεράρχη δηλώνει «τον ένθεόν τε και θείον άνδρα, τον πάσης ιεράς επιστήμονα

γνώσεως, εν ω και καθαρώς η κατ’ αυτόν ιεραρχία πάσα τελείται και

γινώσκεται»[42]. Ο ιεράρχης με τις προσωπικές ανατάσεις και νεκρώσεις «το

αναλλοίωτον ίσχει τα νοερά της θεοειδούς έξεως»[43]. Έτσι ο ιεράρχης, ως

καρπός της καθάρσεως και του φωτισμού, είναι ο ένθεος άνδρας, ο οποίος έχει

φθάσει στην τελείωση (την θέωση) και επομένως κατευθύνεται προσωπικά από


 τον

Θεό. Αυτός είναι «το στόμα της αληθείας» και ο «εις τύπον και τόπον» του

Χριστού καθήμενος.

Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να παρουσιάσουμε ένα 


χαρακτηριστικό

χωρίο του αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου σύμφωνα με το οποίο οι θεουργικές

ακτίνες περνούν στους πλέον θεομόρφους, οι οποίοι ως διαφανείς, είναι οι

κατάλληλοι για την διάδοση και την μετοχή του Φωτός. Αυτοί δε που βλέπουν


 τον

Θεό έχουν έργο να δείξουν στους ιερείς «αφθόνως εν συμμετρία τη κατ’

αυτούς…τας προς αυτών ιερώς εποπτευθέντα θεία θεάματα». Επίσης το να

μυήσουν στα ιεραρχικά είναι έργο «των μετ’ επιστήμης τελειωτικής τα θεία της

κατ’ αυτούς ιεραρχίας άπαντα καλώς μυηθέντων» αυτών που έχουν προσλάβει

«την τελεσιουργόν του μυήσαι δύναμιν»[44]. Αυτό σημαίνει ότι μόνον ύστερα 


από

προσωπική τελείωση μπορεί κάποιος να ανέλθη σε υψηλότερη θέση και την

υψηλότερη θέση κατέχει ο ένθεος, εκείνος που γνώρισε εκ πείρας τον Θεό.

Αυτά ήταν τα πραγματικά προσόντα των Χριστιανών για να ανέλθουν στην

ιερωσύνη. Έπρεπε να περάσουν τα τρία αυτά στάδια για να βεβαιωθή και να

πιστοποιηθή αν θεραπεύθηκαν και αν μπορούν να θεραπεύσουν τον λαό του 


Κυρίου.

Από αυτά ακριβώς φαίνεται ότι επίσκοπος, πρεσβύτερος και διάκονος δεν είναι

μόνο λειτουργικά πρόσωπα, προοριζόμενα να τελούν τα Μυστήρια, αλλά είναι

πνευματικοί ιατροί που βοηθούν τον λαό να καθαίρεται, να εξαγιάζεται και να

προχωρή στην κοινωνία με τον Θεό. Και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος 


γράφει

ότι μπορεί να προχωρήση ο άνθρωπος στο να λειτουργή «εν καθαρά καρδίας

συνειδήσει τη καθαρά και Αγία και αχράντω Τριάδι», εάν είδε τον Χριστό, εάν

έλαβε το Πνεύμα, «και προσηνέχθη τω Πατρί δια τούτων των δύο»[45].

Με αυτόν τον τρόπο η είσοδος στην ιερωσύνη είναι καθαρά κλήση Θεού. Και 


αυτή

ακριβώς η κλήση δεν είναι μια αφηρημένη αίσθηση ότι καλείται ο υποψήφιος 


από

τον Θεό να υπηρετήση τον λαό του Κυρίου, αλλά είναι η βεβαιότητα δια της 


δικής

του μεταμορφώσεως ότι μπορεί να ποιμάνη τον λαό και, οπωσδήποτε, 


διαποίμανση

του λαού είναι πρωτίστως η θεραπεία του λαού. Γιατί χωρίς θεραπεία δεν μπορεί ο

άνθρωπος να φθάση τον Θεό, να δη τον Θεό και αυτή η θέα να γίνη φως που θα

τον φωτίζη και όχι φωτιά που θα τον κατακαίη. «Και ει κληθείς εισήλθες εις την

υπερκόσμιον της θείας ιερωσύνης χάριν…»[46]. Αν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται

αυτήν την κλήση άνωθεν, δηλαδή αν δεν έχη θεραπευθή, τότε «βαρύ το φορτίον

άγαν, ως βασιζόμενον παρ’ αξίαν και υπέρ δύναμιν»[47].

Συχνά γίνεται λόγος για την αποστολική παράδοση και την αποστολική διαδοχή

και υπονοείται ότι αυτό ήταν διαδοχή χειροτονιών. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να

αρνηθή και αυτήν την πραγματικότητα. Αλλά δεν μπορεί συγχρόνως να

αμφισβητήση το γεγονός ότι η αποστολική διαδοχή δεν ήταν απλώς μια σειρά

χειροτονιών, αλλά παράδοση της όλης ζωής της Εκκλησίας. Οι Απόστολοι και

έπειτα οι Πατέρες δεν μετέδιδαν απλώς την Χάρη της ιερωσύνης, αλλά μετέδιδαν

τον Χριστό και όλη τη ζωή του Χριστού. Γεννούσαν. Γι’ αυτό ο επίσκοπος είχε και

έχει το χάρισμα της αληθείας. Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης παρατηρεί: 


«Το

θεμέλιον της αποστολικής παραδόσεως και διαδοχής δεν ήτο αύτη η επίθεσις των

χειρών, αλλά η συνοδεύουσα αυτήν μετάδοσις από γενεάν εις γενεάν της

παραδόσεως της θεραπείας του φωτισμού και της θεώσεως. Η ενοριακή Σύνοδος

και η επαρχιακή Σύνοδος ωργανώθησαν δια την ενότητα των αληθινών

θεραπευτών, δια τον αποκλεισμόν από τον κλήρον των κομπογιαννιτών

ψευδοπροφητών, που υπεκρίνοντο κατοχήν χαρισμάτων και δια την διαφύλαξιν 


του

ποιμνίου από τους κομπογιαννίτας αιρετικούς. Το σπουδαιότερον μέρος της

χειροτονίας ήτο η εκλογή και η εξέτασις του υποψηφίου»[48].

Αυτή ήταν η βάση της Εκκλησίας. Ιδίως για την εκλογή του επισκόπου υπήρχε

βασική αρχή να εκλέγεται από τις τάξεις των μοναχών, γιατί ο μοναχισμός είναι η

ιατρική σχολή από όπου μπορούσαν να βγαίνουν οι επιστήμονες ιατροί, ικανοί να

θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων.

Ο επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ γράφει ότι «ένα από τα είκοσι

«κυρίαρχα» μοναστήρια (πιθανόν υπονοεί την ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του

αγίου Όρους) έχει από μόνο του αναδείξει 26 Πατριάρχες και 144 Επισκόπους.

Αυτό δίνει μια κάποια ιδέα για την σημασία του Άθωνα στην Ορθόδοξη

Εκκλησία»[49].

Και ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο προοίμιο του «Συμβουλευτικού

εγχειριδίου», παρουσιάζοντας αυτήν την αγία συνήθεια της Εκκλησίας, γράφει: 


«Ω

πόσον ευτυχείς και χρυσοί αιώνες υπήρξαν εκείνοι, καθ’ ους επολιτεύετο εις την

Αγίαν του Χριστού Εκκλησίαν μια εξαίρετος και καλλίστη συνήθεια, το να

εκλέγωνται δηλαδή από του σεμνού τάγματος των Μοναχών, όλοι εκείνοι, (εκτός

ολίγων τινών, οίτινες δια το υπερβάλλον της αρετής, εκ λαϊκών αμέσως 


ανέβησαν

εις προεδρίαν λαών∙) όσοι έμελλον να αναβώσιν εις τους υπεροχικούς θρόνους

της αρχιερωσύνης και να εγχειρισθώσι προστασίαν ψυχών. Καθώς τοιαύτην τινά

συνήθειαν εκκλησιαστικήν, αναφέρουσι μεν και τα πρακτικά της εν τη αγία Σοφία

συνόδου∙ όπου ο Καισαρείας, και ο Χαλκηδόνος είπον προς τον τοποτηρητήν του

πάπα Ιωάννου ταύτα∙ «Εν τη Ανατολή είτις μη μοναχός εγένετο, ου γίνεται

επίσκοπος, ή πατριάρχης»[50].

Βέβαια σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας τα πράγματα δεν ήταν τόσο «ρόδινα».

Υπήρχαν περιπτώσεις που χανόταν αυτή η αλήθεια και τότε ο λαός βρισκόταν στο

σκότος της αγνοίας. Δεν γνώριζαν ότι υπάρχει θεραπεία και πως γίνεται η

θεραπεία, γιατί δεν υπήρχαν άνθρωποι να διδάξουν τον τρόπο της θεραπείας. 


Ήδη

τον τέταρτο αιώνα ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης παρουσιάζει την διαφορά των

παλαιών ποιμένων από τους ποιμένες της εποχής του. Τότε οι ποιμένες, γράφει,

απέθνησκαν για τα πρόβατα, τώρα αυτοί οι ίδιοι σφάζουν τα πρόβατα. Και στην

συνέχεια γράφει χαρακτηριστικά: «Πάλαι μεν, οι φιλάρετοι προς την ιερωσύνην

προήγοντο, νυν δε, οι φιλάργυροι∙ τότε, οι το πράγμα φεύγοντες δια το μέγεθος

της αρχής, νυν δε, οι τούτω επιτρέχοντες μεθ’ ηδονής∙ τότε, οι ακτημοσύνη

εκουσίω εναβρυνόμενοι, νυν δε, οι πλεονεξία εκουσίως χρηματιζόμενοι∙ τότε οι

προ οφθαλμών έχοντες το θείον δικαστήριον, νυν δε, οι μηδέ εις έννοιαν τούτο

λαμβάνοντες∙ τότε, οι τύπτεσθαι, νυν δε, οι τύπτειν έτοιμοι∙ και τι δει τα πολλά

λέγειν; μεταπεπτωκέναι λοιπόν το αξίωμα έδοξεν από ιερωσύνης εις τυραννίδα∙

από ταπεινοφροσύνης, εις υπερηφανείαν∙ από νηστείας, εις τρυφήν∙ από

οικονομίας, εις δεσποτείαν∙ ου γαρ ως οικονόμοι αξιούσιν διοικείν, αλλ’ ως

δεσπότας σφετερίζεσθαι…»[51].

Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης που ενδιέτριψε στο θέμα αυτό γράφει για 


την

απώλεια της Ορθοδόξου αυτής Παραδόσεως: «Με την πάροδον του χρόνου, 


όμως,

δεν ευρίσκοντο πάντοτε και παντού θεούμενοι ή και φωτισμένοι δι’ εκλογήν και

χειροτονίαν εις επισκόπους και πρεσβυτέρους. Και αν υπήρχον, δεν τους ήθελον

πάντοτε οι εκλέκτορες. Πολλάς φοράς επροτιμώντο οι απλώς ηθικοί και καλοί,

αλλά χωρίς να είναι κάτοχοι της παραδοσιακής θεραπευτικής αγωγής του

φωτισμού και της θεώσεως. Εμφανίζονται δηλαδή επίσκοποι, που εις προτέραν

εποχήν θα ήσαν απλώς λαϊκοί, αφού δεν είχον το Άγιον Πνεύμα προσευχόμενον

μέσα εις την καρδίαν των αδιαλείπτως. Έτσι εξηγεί τα πράγματα ο Άγιος Συμεών

ο Νέος Θεολόγος.

Ο Άγιος Συμεών προεκάλεσεν επανάστασιν κατά της καταστάσεως που

περιέγραψε, με αποτέλεσμα να επανέλθη εις το κέντρον της Ορθοδοξίας η

θεραπευτική αποστολή της Εκκλησίας και να καταλάβη πάλιν την Ιεραρχίαν ο

Πατερικός ησυχασμός, όπως προβλέπει ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Υπό την

ηγεσίαν του πατερικού ησυχασμού η Εκκλησία και το έθνος επέζησαν μετά την

διάλυσιν της αυτοκρατορίας, διότι η πατερική θεραπευτική αγωγή, που

περιεγράψαμεν έδωσε την δύναμιν να ανθέξουν εις τους σκληρούς χρόνους της

Αραβοκρατίας, της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας…

Ως θεούμενοι δηλαδή και θεραπευταί οι προφήται, ήσαν ως ομάδες ιατρών

νοσοκομείου, όπου μεταξύ των ο εις εξελέγετο πρόεδρος, χωρίς τούτο να 


σημαίνη

οιανδήποτε ανισότητα. Το ίδιον συνέβη με τους Αποστόλους μεταξύ των οποίων 


ο

Πέτρος ήτο πρώτος, αν και εις τας συνάξεις των Αποστόλων εις Ιεροσόλυμα

προήδρευε ο Ιάκωβος, ως επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας.

Όταν εμφανίζωνται πλέον ενορίαι χωρίς θεουμένους ή θεούμενον, δηλαδή χωρίς

τους προφήτας του Αποστόλου Παύλου, τότε η Εκκλησία αντιμετώπισε το

πρόβλημα αν είναι σωστόν να χειροτονούνται ως επίσκοποι μη θεούμενοι, αλλ’

ευρισκόμενοι, πάντως εις κατάστασιν φωτισμού. Έναντι της ελλείψεως ταύτης η

Εκκλησία προετίμησε να χειροτονή πρεσβυτέρους ως προεστώτας των ενοριακών

συνάξεων. Έτσι απέκτησαν οι επίσκοποι επιθεωρητικήν ευθύνην έναντι των

ενοριακών προεστώτων πρεσβυτέρων, ως ιατροί επί υγειονομικών κέντρων με

επικεφαλής νοσοκόμους. Αφού δηλαδή η Σύνοδος δεν εύρισκεν αρκετούς 


ιατρούς

δια επισκοποποίησιν εις όλα τα νοσοκομειακά κέντρα, διώρισε νοσοκόμους

πρεσβυτέρους. Το να ονομάση ιατρόν τον νοσοκόμον, δηλαδή επίσκοπόν τον μη

θεούμενον, θα ήτο εκτός πραγματικότητος και θα ωδήγει εις την διάλυσιν του

θεραπευτικού έργου της Εκκλησίας.

Με την πάροδον όμως του χρόνου, εμφανίζονται επίσκοποι και πρεσβύτεροι, που

ούτε φωτισμένοι δεν ήσαν. Έτσι προεκλήθη η επανάστασις του Συμεώνος του 


Νέου

Θεολόγου και η κατάληψις της ιεραρχίας από τους ησυχαστάς, κυρίως από την

εποχήν του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Η διάσωσις της αποστολικής θεραπευτικής αγωγής εις την μεταποστολικήν

εποχήν μέχρι την εμφάνισιν της Φραγκοσύνης και της Τσαρικής και Νεοελληνικής

Ορθοδοξίας επετελέσθη με την συγκέντρωσιν της αποστολικής αυτής

παραδόσεως εις τον μοναχισμόν. Η θεραπευτική δηλαδή αγωγή του φωτισμού 


και

της θεώσεως μετεφέρθη από την κοσμικήν ενορίαν, όπου εξησθένησεν, εις την

μοναστικήν ενορίαν. Συγχρόνως αι Μητροπόλεις και αι επισκοπαί έγιναν

μοναστήρια. Δια τούτο και η Αγία Σοφία ελέγετο και εις την λαϊκήν παράδοσιν το

Μέγα Μοναστήρι. Ο μοναχισμός έγινεν είδος ιατρικής σχολής, όπου εσπούδαζον

την αποστολικήν θεραπευτικήν οι υποψήφιοι επίσκοποι. Παράλληλα το έργον 


κάθε

κοσμικής ενορίας ήτο να μιμηθή την μοναστικήν ενορίαν κατά δύναμιν. Τούτο,

διότι ο φωτισμός και η θέωσις είναι απαραίτητα δια την θεραπείαν όλων των

ανθρώπων, εφ’ όσον όλοι έχουν εσκοτισμένον τον νουν των. Εξ απόψεως

δογματικής ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ κοσμικής και μοναχικής ενορίας

όσον αφορά εις τα προσφερόμενα μυστήρια και εις την ανάγκη θεραπείας. Η

διαφορά έγκειται εις το ποσοστόν και εις την ποιότητα της επιτυχίας της

θεραπείας»[52].

Advertisements