Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (8)


1. Προϋποθέσεις για την ανάδειξη

ιερέων – θεραπευτών

Την θεραπεία των ασθενών Χριστιανών την απεργάζεται το Πανάγιο Πνεύμα και

γενικότερα η Χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού. Ο ιερεύς είναι υπηρέτης αυτής 


της θεραπείας. Όλη η οργάνωση της Εκκλησίας είναι Θεανθρώπινη. 

Άλλωστε η Χάρη του Θεού εργάζεται μυστικά στον ιερέα και αυτός γνωρίζει από

 την πείρα του την μυστική αυτή ενέργεια της Χάριτος του Θεού.


Αξία της ιερωσύνης
Μεγάλη είναι η αξία της ιερωσύνης. Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι 


«η Ιερωσύνη μεν επί της γης, τάξιν δε επουρανίων έχει ταγμάτων», 

αφού δεν την ίδρυσε άνθρωπος, άγγελος, αρχάγγελος ή άλλη κτιστή δύναμη, 

αλλά «αυτός ο Παράκλητος»[11].


Η «της σεβασμίας ιερωσύνης λατρεία» είναι παρά πάνω από κάθε ψαλμωδία και
προσευχή και διαφέρει από όλες τις άλλες ακολουθίες όσο διαφέρει 


ο ήλιος από τα αστέρια. 

Και αυτό γιατί με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας θυσιάζουμε αυτόν

τον ίδιο τον Μονογενή που εσφάγη για τις δικές μας αμαρτίες[12]. Όταν κανείς
μεταχειρίζεται καλώς «την της θείας και σεβασμίας ιερουργίας φρικτήν
τελεταρχίαν», προσγίνεται ωφέλεια από εδώ «υπέρ πάσαν εργασίαν και
θεωρίαν»[13].
Η αξία της ιερωσύνης, η οποία (ιερωσύνη) έχει την δυνατότητα να θύη τον μόσχο τον σιτευτό, 


οφείλεται στο ότι κυρίως βοηθά τον άνθρωπο να φθάση από το κατ’

εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, να οδηγήση τον άνθρωπο στην θέωση, που είναι
πράγματι η θεραπεία του ανθρώπου, ή μάλλον για να εκφρασθούμε καλύτερα,
φανερώνει την θεραπεία του ανθρώπου.
Οι Πατέρες συγκρίνοντας την ιερωσύνη με πολλά άλλα έργα την θεωρούν
μεγαλύτερα, διότι οι άλλες ανθρώπινες εξουσίες βοηθούν τον άνθρωπο 


να λύση τα επίγεια πράγματα, ενώ η ιερωσύνη τον οδηγεί στην θέωση. 

Γι’ αυτό η «Ιερωσύνη και βασιλείας εστίν υψηλοτέρα» 

αφού η ιερωσύνη «τα θεία, η δε, (βασιλεία) τα

επίγεια διέπει πράγματα»[14].
Βέβαια, όπως έχουμε τονίσει, η ιερωσύνη των ποιμένων 


είναι κυρίως ιερωσύνη του Χριστού. 

Οι ιερείς φέρουν αυτήν την Χάρη επάνω τους γι’ αυτό και έχουν την

δυνατότητα να συγχωρούν και να θεραπεύουν τις αμαρτίες των ανθρώπων.
Αυτά τα λίγα σχετικά με την αξία της ιερωσύνης, αφού δεν είναι σκοπός των
λεγομένων στο κεφάλαιο αυτό να τονίσουμε την μεγάλη αξία αυτού του έργου.
Κλήση και χειροτονία των Αποστόλων
Ο Κύριος καλεί τους καταλλήλους γι’ αυτό το έργο και τους δίδει την ιερωσύνη
Του. Έτσι οι πρώτοι επίσκοποι είναι οι Απόστολοι. Ο Κύριος τους κάλεσε στο
αποστολικό αξίωμα, τους είχε μαζί Του τρία ολόκληρα χρόνια, τους έδωσε στην
συνέχεια το Πανάγιο Πνεύμα για να συγχωρούν αμαρτίες και τους έστειλε να
κηρύξουν εις «πάντα τα έθνη» και να καθοδηγήσουν ανθρώπους. 


Τους κατέστησε αλιείς και κήρυκες του Ευαγγελίου. 

Αυτή η εκλογή και αποστολή είναι εκείνη που

τους κατέστησε Αποστόλους. Δεν έχουμε μαρτυρία στην Αγία Γραφή ότι ο Κύριος
χρησιμοποίησε ειδική τελετή για την μετάδοση της ιερατικής διακονίας στους
Αποστόλους. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι «ο Κύριος ων αυτός ο
ιδρυτής των μυστηρίων δεν εδεσμεύετο υπ’ αυτών, αλλ’ ηδύνατο να παραγάγη
όπερ ταύτα επιφέρουσιν αποτέλεσμα δι’ απλής εκφράσεως 


της θελήσεώς του»[15].

Το γεγονός πάντως είναι ότι η κλήση των δώδεκα Αποστόλων το χάρισμα να
συγχωρούν αμαρτίες και η έλευση του Παρακλήτου την ημέρα της Πεντηκοστής
τους κατέστησε ποιμένες στον λαό του Θεού.
Έχουμε πάντως και την περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος δεν ήταν
μαθητής του Χριστού, όσο ζούσε ο Χριστός. Αλλά και εκείνος εκλήθη στο
αποστολικό αξίωμα. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του Απόστολο Ιησού Χριστού:
«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού κατ’ επιταγήν Θεού Σωτήρος ημών 


και Κυρίου Ιησού Χριστού…» 

(Α’ Τιμ. α’, 1). Μάλιστα γράφει αλλού: «λογίζομαι γαρ μηδέν

υστερηκέναι των υπερλίαν αποστόλων» (Β’ Κορ. ια’, 5). Σε άλλο σημείο ο ίδιος ο
Απόστολος γράφει: «Και χάριν έχω τω ενδυναμώσαντί με 


Χριστώ Ιησού τω Κυρίω

ημών, ότι πιστόν με ηγήσατο, θέμενος εις διακονίαν…» (Α’ Τιμ. α’, 12). 


Έχει δε την βεβαιότητα ότι είναι μάρτυς 

της Αναστάσεως του Χριστού, γιατί είδε τον

αναστάντα Χριστό όταν πορευόταν προς την Δαμασκό. Γι’ αυτό, καταγράφοντας
τις εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού, τολμά να ισχυρισθή «έσχατον δε πάντων
ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί» (Α’ Κορ. ιε’, 8). Συγκαταλέγει τον εαυτό του
στους μάρτυρες της Αναστάσεως.
Η εμφάνιση του Χριστού στον Απόστολο Παύλο και η κλήση του στο αποστολικό
αξίωμα είναι χειροτονία του Αποστόλου. Έδωσε και σ’αυτό την ιερωσύνη Του ο
Χριστός.
Γράφει ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Εις τον Απόστολον Παύλον οι
Προφήται της ενορίας (Α’ Κορ. 14, 29) είναι μαζί με τους Αποστόλους 


(Α’ Κορ. 15,

5-8) εκείνοι που έφθασαν εις την θέωσιν, δηλ. εις την θέσιν του Χριστού εν τη
δόξη της Αγίας Τριάδος. Αυτό τονίζει σαφώς ο Παύλος όταν δια το μυστήριον του
Χριστού γράφει ότι «ετέραις γενεαίς ουκ εγνωρίσθη τοις υιοίς των ανθρώπων ως
νυν απεκαλύφθη τοις αγίοις αποστόλοις αυτού και προφήταις εν πνεύματι…»
(Εφεσ. 3,5). Εντός του πλαισίου τούτου πρέπει να ερμηνευθή το εισαγωγικόν εις
την απαρίθμησιν των μελών του σώματος του Χριστού ρητόν «είτε δοξάζεται εν
μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α’ Κορ. 12, 26). Δηλαδή το δοξασμένον μέλος
είναι του θεούμενον, που έφθασεν εις την θέωσιν και έγινεν από τον Θεόν
προφήτης. Δια τούτο εις την απαρίθμησιν των μελών του σώματος του Χριστού ο
Παύλος αρχίζει με τους αποστόλους και προφήτας εις την κορυφήν και καταλήγει
εις τους έχοντας «γένη γλωσσών» (Α’ Κορ. 12, 28), που ήσαν τα είδη νοεράς
λατρείας (Εφες. 5, 19-20). Ο προφητεύων δια τον Παύλον είναι 


ο ερμηνεύων την Παλαιάν Διαθήκην – Καινή Διαθήκη δεν υπήρχε ακόμη – 

βάσει της εμπειρίας της νοεράς ευχής που λέγεται «γένη γλωσσών», 

ενώ ο Προφήτης είναι ο φθάσας εις την θέωσιν. 

Είναι ακριβώς η μεταγενέστερα πατερική διάκρισις μεταξύ

θεολογούντος και θεολόγου. 


Όλοι από τον Απόστολον μέχρι τον προφητεύοντα και

τον διερμηνεύοντα είχαν «τα γένη γλωσσών», δηλ. τα διάφορα είδη νοεράς
λατρείας του Αγίου Πνεύματος, εις την καρδίαν, και ως εκ τούτου είναι θεόκλητα
μέλη του σώματος του Χριστού και ναοί του Αγίου Πνεύματος. Διαφέρουν ως
Θεόκλητοι από τους ιδιώτας (Α’ Κορ. 14, 16), που δεν έλαβαν ακόμη 


το χρίσμα της επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος 

προσευχομένου αδιαλείπτως εις την καρδίαν

των και επομένως δεν είχον γίνει ακόμη ναοί του Αγίου Πνεύματος. Ήσαν
φαίνεται βαπτισμένοι δι’ ύδατος εις άφεσιν αμαρτιών, αλλά όχι βαπτισμένοι
Πνεύματι, δηλ. κεχρισμένοι. Πιθανόν το μυστήριον του χρίσματος εγένετο εις
επιβεβαίωσιν της ελεύσεως του προσευχομένου Αγίου Πνεύματος 


και δια τούτο εις τα λατινικά να λέγεται confirmation.


Πάντως οι θεούμενοι Απόστολοι και Προφήται και οι φωτισμένοι διδάσκαλοι,
δυνάμεις, χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών (Α’ Κορ.
12, 28) αποτελούσαν φαίνεται τον κεχρισμένον κλήρον και το βασίλειον
ιεράτευμα, όπως φαίνεται από την ακολουθίαν του Αγίου Μύρου. 


Οι ιδιώται, όπως μαρτυρούν οι Πατέρες, ήσαν οι λαϊκοί. 

Το «ους έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία»

 (Α’ Κορ. 12, 28) 

σημαίνει σαφώς επίσκεψιν του Αγίου Πνεύματος με θέωσιν αποστόλων

και προφητών και με φωτισμόν των υπολοίπων, και όχι μόνον με τελετουργικήν
πράξιν»[16].
Βασική προϋπόθεση για την χειροτονία
Οι Απόστολοι είναι βέβαιο πως μετέδωσαν αυτήν την ιερωσύνη του Χριστού με
συγκεκριμένο Μυστήριο, το λεγόμενο Μυστήριο της Ιερωσύνης, η δε Εκκλησία
κανόνισε και τις προϋποθέσεις τις κανονικές προκειμένου να λάβη κανείς την
μεγάλη αυτή Χάρη και να εξασκήση το ύψιστο αυτό υπούργημα.
Μια τέτοια χειροτονία είναι η χειροτονία των διακόνων στην πρώτη Εκκλησία των
Ιεροσολύμων. Αφού εξέλεξαν τους επτά διακόνους, 


γράφει το βιβλίο των Πράξεων,

«έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι αυτοίς τα χείρας» (Πράξ.
στ’, 6). Έχουμε εδώ τοποθέτηση των χειρών και προσευχή. 


Ο ιερός Χρυσόστομος

αναλύοντας αυτήν την περικοπή γράφει ότι «ου γαρ λέγει πως, αλλ’ απλώς, ότι
εχειροτονήθησαν δια προσευχής∙ τούτο γαρ η χειροτονία εστίν. Η χειρ επίκειται
του ανδρός, το δε παν ο Θεός εργάζεται…»[17].
Εκείνο που πρέπει να σημειωθή στην περίπτωση αυτή είναι 


ότι εξελέγησαν από το

πλήθος των Χριστιανών της πρώτης Εκκλησίας. 


Διέθεταν μερικά προσόντα. Το βασικό προσόν ήταν ότι είχαν Πνεύμα Άγιο. 

Προκειμένου για την εκλογή του

Στεφάνου λέγουν οι Πράξεις των Αποστόλων ότι «εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα
πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. στ’, 5). 


Έτσι δεν έλαβε μόνο την ώρα της χειροτονίας Άγιο Πνεύμα, 

αλλά είχε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος.

Ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι είχε την Χάρη του Παναγίου
Πνεύματος «από του λουτρού», από του ιερού Βαπτίσματος. 


Δεν αρκεί μόνον αυτή η Χάρη, αλλά χρειάζεται και η χειροτονία: 

«ότι ουκ αρκεί μόνη η χάρις, αλλά δει και της χειροτονίας∙ 

ώστε προσθήκη Πνεύματος εγένετο»[18]. Επίσης παρατηρεί

ότι ο Στέφανος έλαβε περισσοτέρα Χάρη από τους άλλους διακόνους. 


«Ει γαρ και η χειροτονία κοινή, 

αλλ’ όμως ούτος επεσπάσατο χάριν πλείονα»[19]. Αυτή η

περισσότερη λήψη του Παναγίου Πνεύματος οφείλεται στην μεγαλύτερη
καθαρότητα του Στεφάνου και την ύπαρξη του Παναγίου Πνεύματος μέσα του.
Και αυτό δηλοί αναμφιβόλως ότι οι υποψήφιοι για να αναλάβουν αυτό το μεγάλο
υπούργημα της ιερωσύνης, δεν περιμένουν απλώς την ημέρα της χειροτονίας
τους να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, 


αλλά πρέπει προηγουμένως να έχουν Άγιο Πνεύμα.

Η Εκκλησία προσέχει πολύ σ’αυτό το σημείο. Το βλέπουμε και στις επιστολές του
Αποστόλου Παύλου, τις λεγόμενες ποιμαντικές. Στον Τιμόθεο γράφει ο μέγας
Απόστολος: «υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοι ανυποκρίτου πίστεως, 


ήτις ενώκησε

πρώτον εν τη μάμμη σου Λωΐδι και τη μητρί σου Ευνίκη, πέπεισμαι δε ότι και εν
σοι» (Β’ Τιμ. α’, 5). 


Ξέρουμε δε καλά ότι η πίστη δεν είναι αφηρημένη διδασκαλία,

αλλά είναι «νόησις και όρασις καρδίας», είναι η ζωή του Αγίου Πνεύματος μέσα
στην ψυχή μας.
Στον μαθητή του Τιμόθεο τον οποίο χειροτόνησε ο ίδιος επίσκοπο γράφει: «Μη
αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των
χειρών του πρεσβυτερίου» (Α’ Τιμ. δ’, 14). Και αλλού γράφει: «Ταύτην την
παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατά τας προαγούσας επί σε
προφητείας» (Α’ Τιμ. α’, 18). Ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Το αξίωμα της
ιερωσύνης, και διδασκαλίας, και της προστασίας λαού, με το να ήναι μεγάλον και
υψηλόν, δια τούτο χρειάζεται να ψηφισθή άνωθεν από τον Θεόν εκείνος, οπού
μέλλει να δεχθή τούτο∙ τούτου χάριν και οι παλαιοί ιερείς, 


και Αρχιερείς εγίνοντο

από θεϊκάς προφητείας, τουτέστιν από το Άγιον Πνεύμα»[20].
Απαιτείται πολλή προετοιμασία και πολλές προϋποθέσεις για την ανάδειξη ιερέων
και επισκόπων στο μεγάλο αυτό αξίωμα. Ο Απόστολος προτρέπει «ει τις εστιν
ανέγκλητος» (Τιτ. α’, 6) να καλήται να γίνη πρεσβύτερος και επίσκοπος. Γι’ αυτό
και συνιστά: «Μη νεόφυτον» (Α’ Τιμ. γ’, 6). 


Μη νεόφυτον γιατί πρέπει να έχη πείρα

πνευματική προηγουμένως, να έχη αξιοποιήσει το βασιλικό αξίωμα με το άγιο
Βάπτισμα, να έχη καθαρθή, όπως θα δούμε πιο κάτω, και ύστερα να προχωρήση
στην χειροτονία.
Μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι πρέπει να έχη περισσοτέρα προσοχή


και δύναμη πνευματική και από αυτούς τους ερημίτες. 

Γιατί αν οι ερημίτες, που είναι

απηλλαγμένοι «και πόλεως, και αγοράς, και των εκείθεν», δεν ενθαρρύνωνται
στην ασφάλεια, πόση περισσότερη δύναμη και βία χρειάζεται να εξασκήση ο
ιερωμένος, ώστε να μπορέση «παντός εξαρπάσαι μολυσμού την ψυχήν, 


και ασινές το πνευματικόν τηρήσαι κάλλος». 

Γι’ αυτό και βεβαιοί ότι στους ιερωμένους που

ζουν στον κόσμο χρειάζεται περισσοτέρα καθαρότης από τους μοναχούς[21].
Το θέμα αυτό της διαφυλάξεως της καθαρότητος της ιερωσύνης θα μας
απασχολήση σε άλλη παράγραφο. 


Εδώ θέλουμε πιο πολύ να τονίσουμε τα προσόντα

που πρέπει να έχη ο Χριστιανός προκειμένου να χειροτονηθή ιερεύς. Γιατί, αν ο
ίδιος δεν έχη θεραπευθή, πως θα μπορέση να θεραπεύση τους ασθενείς και
αρρώστους πνευματικά;
Η προπαρασκευή για την ιερωσύνη είναι από τις δεσπόζουσες θέσεις 


στα έργα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. 

Όποιος δεν εγκατέλειψε τον κόσμο και δεν

αξιώθηκε να λάβη το Πνεύμα το Άγιο, όπως οι θείοι Απόστολοι, όποιος δεν έχει
υποστή την κάθαρση και την έλλαμψη και δεν αξιώθηκε «θεωρίας φωτός του
απροσίτου»,
«ιερωσύνην και ψυχών προστασίαν
καταδέξασθαι ή άρξαι μη τολμήση!»[22].
Την ίδια διδασκαλία συναντούμε και στον όσιο Θεόγνωστο. Ο ιερεύς, λέγει, εάν
δεν «εχρηματίσθη υπό του Αγίου Πνεύματος» να είναι μεσίτης Θεού και
ανθρώπων, να «μη κατατολμά ριψοκινδύνως της των θείων φρικτής 


και πανάγνου ιεροτελεστίας»[23], εννοώντας την θεία Ευχαριστία.


Επικειμένης της χειροτονίας οι Πατέρες έφευγαν στα όρη, 


όπως το βλέπουμε στην ζωή και την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του 

Θεολόγου. 

Γράφοντας στον «απολογητικόν της εις Πόντον φυγής» 

και δικαιολογώντας την ενέργειά του,

λέγει ότι δεν μπορεί κανείς να αναλάβη διαποίμανση λογικού ποιμνίου, εάν
προηγουμένως δεν έγινε «ναός θεού ζώντος και ζων κατοικητήριον Χριστού εν
πνεύματι», εάν δεν έχη περάσει «έργω και θεωρία» όλες τις ονομασίες και
δυνάμεις του Χριστού, εάν δεν έχη μάθει την του 


«Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην», 

εάν είναι νήπιος ακόμη «τρεφόμενος γάλακτι»[24].

Βέβαια από τους αγίους Πατέρας δεν αγνοείται η πραγματικότητα ότι πολλοί
χειροτονούνται χωρίς να έχουν τα πραγματικά αυτά προσόντα, χωρίς να έχουν
προηγουμένως καθαρθή και θεραπευθή. 


Γι’ αυτό πολλές από τις χειροτονίες «ουκ

από της θείας γίνονται χάριτος, αλλά και από της των ανθρώπων σπουδής»[25].
Και βέβαια είναι γνωστή η Χρυσοστομική ρήση ότι ο Θεός δεν χειροτονεί όλους,
αλλά δια πάντων ενεργεί. «Πάντας ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δ’
ενεργεί»[26]


56. Οι τρεις βαθμοί της ιερωσύνης