Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (7)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’

Ο Ορθόδοξος θεραπευτής

Έχουμε εντοπίσει έως τώρα την αλήθεια ότι ο Χριστιανισμός είναι κυρίως ιατρική

– θεραπευτική επιστήμη. Επιδιώκει την ιατρεία την πνευματική του ανθρώπου.

Αλλά όπως στην ορθή εξάσκηση της ιατρικής επιστήμης απαιτείται ύπαρξη καλού

ιατρού , επιστήμονος ιατρού, το ίδιο συμβαίνει και με την πνευματική 


θεραπευτική επιστήμη. 

Χρειάζεται καλός ιατρός. Αυτός είναι ο επίσκοπος και ο ιερεύς.

Όπως παρατηρήσαμε προηγουμένως οι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται τον ιερέα

ως λειτουργό για να μπορέσουν να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων, τον

αισθάνονται ως εντεταλμένο από τον Θεό, ως υπηρέτη και διάκονο του Θεού για

να εξομολογούνται τις αμαρτίες και να ανακουφίζωνται πνευματικά, ως τον

διάκονο του Θεού που προσκαλείται για να προσευχηθή στον Θεό με σκοπό να

ευλογηθούν οι εργασίες τους κ.λ.π. Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να αρνηθή ότι

δεν θα κάνη και τέτοιο έργο ο ιερεύς. Αλλά συνήθως παρατηρείται ότι ο λαός

θεωρεί τον ιερέα μάλλον σαν…μάγο (ας μου συγχωρεθή η έκφραση αυτή). Γιατί

όταν βλέπουμε την λατρευτική ζωή έξω από την θεραπεία, τότε μάλλον είναι

μαγεία!

Επαναλαμβάνουμε όμως, για να το καταστήσουμε εμφανές, ότι ο ιερεύς

πρωτίστως είναι ιατρός πνευματικός που θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων.

Η λατρεία και τα Μυστήρια πρέπει να ενταχθούν μέσα στην θεραπευτική μέθοδο

και αγωγή.

Ο ιερεύς και ως εξομολόγος είναι κυρίως θεραπευτής. Το μυστήριο της

εξομολογήσεως δεν εξαντλείται σε μια τυπική άφεση, κατά τον δυτικό μάλιστα

τύπο, σαν να είναι ο Θεός οργισμένος και απαιτείται μια εξιλέωση. Είναι κάτι

περισσότερο. Εντάσσεται μέσα στην θεραπευτική αγωγή. Υπάρχουν πολλοί

Χριστιανοί που εξομολογούνται πολλά χρόνια, αλλά δεν θεραπεύονται από τις

αρρώστιες τις πνευματικές. Σ’ αυτό συντελεί η άγνοια τόσο του λαού όσο και των

ποιμένων.

Ο επίσκοπος, ο ιερεύς, ο εξομολόγος είναι άρχοντες του λαού που τον


 καθοδηγούν από την Αίγυπτο στην γη της επαγγελίας ως άλλος Μωϋσής. 

Αυτή η καθοδήγηση απαιτεί κόπο και μόχθο, στέρηση και αγωνία. 

Είναι κυρίως θεραπευτική επιστασία.

Οι άγιοι Πατέρες πολύ επιμένουν σ’ αυτήν την αλήθεια. Σαν παράδειγμα θα

χρησιμοποιήσουμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ο οποίος συνιστά ότι όσοι

θέλουμε να φύγουμε από την Αίγυπτο και τον Φαραώ χρειαζόμαστε μεσίτη «προς

Θεόν και μετά Θεόν», ο οποίος ευρισκόμενος μεταξύ πράξεως και θεωρίας, θα

παρακαλή τον Θεό, «ίνα οι καθοδηγούμενοι την τε θάλασσαν των αμαρτημάτων

περάσωμεν και τον Αμαλήκ των παθών τροπωσώμεθα». Και στην συνέχεια ο

θεοφόρος άγιος διαλαλεί ότι, όσοι στηρίχθηκαν στις δικές τους δυνάμεις και

ισχυρίζονται πως δεν έχουν ανάγκη κανενός οδηγού, απατήθηκαν[1]. 


Και από την διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης 

γνωρίζουμε τι υπέφερε ο Μωϋσής και πως

καθοδηγούσε αυτόν τον σκληροτράχηλο λαό.

Ο πνευματικός αυτός Μωϋσής είναι ιατρός. Άλλωστε όλοι είμαστε άρρωστοι και

έχουμε ανάγκη της θεραπείας και του ιατρού.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μιλώντας σε μοναχούς παρουσιάζει εναργώς

αυτήν την αλήθεια. Τα Μοναστήρια, όπως γνωρίζουμε από την Ορθόδοξη

Παράδοση, είναι κυρίως Νοσοκομεία. Θα μπορούσα καλύτερα να ισχυρισθώ ότι

είναι ιατρικές σχολές. Ως ασθενείς θεραπευόμαστε και εν συνεχεία μαθαίνουμε

τον τρόπο και την μέθοδο της θεραπείας. Γι’ αυτό παλαιά η Εκκλησία ελάμβανε

από τα Μοναστήρια, που είναι ιατρικές σχολές, τους ιερείς για να τους

τοποθετήση στην σκοπιά του επισκόπου.

Έτσι μιλώντας σε μοναχούς ο άγιος δεν διστάζει να πη ότι «ημείς άπαντες πτωχοί

και επιδεείς υπάρχοντες…». Στην συνέχεια ο άγιος λέγει πως όλοι εμείς που

βρισκόμαστε στα κελλιά είμαστε τραυματίες και κατεχόμεθα από διάφορες

ασθένειες, γι’ αυτό δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να κράζουμε μέρα και νύκτα

τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων για να θεραπεύση τις τετραυματισμένες

μας καρδιές και να μας δώση την υγεία την πνευματική. Γράφει ο άγιος: «Ου

μόνον δε, (πένητες και γυμνοί) αλλά και τραυματίαι, 


ποικίλαις κατεχόμενοι νόσοις

και ως εν διαφόροις ξένωσι και γηρωκομείοις εν αυτοίς τοις κελλίοις και

μοναστηρίοις ημών ελεεινώς ανακεκλιμένοι όντες και περιπατούντες ποσώς,

βοώμεν και θρηνούμεν και κλαίομεν και αυτόν προσκαλούμεθα 


τον ιατρόν ψυχών τε και σωμάτων – 

όσοι δηλαδή της αλγηδόνος των τραυμάτων ή των παθών

ελάβομεν αίσθησιν, επειδή περ εισί και ως φρενήρεις τινές, μηδέ ότι τίποτε

ασθενούσιν ειδότες ή ότι κατέχονται υπό τινος πάθους -, ίνα ελθών ιάσηται ημών

τας τετραυματισμένας καρδίας και δω την υγιείαν ταις ψυχαίς ημών, κειμένας

υπό την κλίνην της αμαρτίας και του θανάτου, επειδή άπαντες ημάρτομεν, κατά

τον θείον Απόστολον, και δεόμεθα του ελέους αυτού και της χάριτος»[2].

Παραθέσαμε όλο αυτό το κείμενο γιατί φαίνεται καθαρά η αποστολή του

μοναχισμού και της Εκκλησίας, καθώς και το έργο των ποιμένων. Είναι κυρίως

έργο θεραπευτικό. Είμαστε άρρωστοι στην κλίνη της αμαρτίας και του θανάτου.

Όσοι δεν αισθάνονται αυτήν την αλήθεια είναι «φρενήρεις». 


Οι Χριστιανοί λοιπόν

που δεν παραμένουν στην Εκκλησία για να θεραπευθούν ή που αισθάνονται πως

είναι υγιείς, είναι φρενήρεις.

Ο ιερεύς, κατά τον ίδιο Πατέρα, (Συμεών τον Νέο Θεολόγο) είναι ιατρός. 


Έρχεται κάποιος στον «πνευματικόν ιατρόν άρρωστος, 

κεκαρωμένος τω πάθει, τεταραγμένος όλος τον νουν…»[3]. 

Ο «επιστήμων ιατρός», «ο φιλάνθρωπος και

συμπαθής ιατρός, κατανοεί του αδελφού την ασθένειαν, του πάθους την

φλεγμονήν, τον όγκον, ορά τον νοσούντα όλον του θανάτου γινόμενον». 


Και στην συνέχεια περιγράφει τον τρόπο της προσελεύσεως του ασθενούς 

και τον τρόπο θεραπείας από τον πνευματικό και επιστήμονα ιατρό[4].

Μνημονεύσαμε προηγουμένως δυο βασικές εικόνες που χαρακτηρίζουν 


το έργο του ποιμένος. 

Ότι είναι ο Μωϋσής που καθοδηγεί τα πνευματικά του παιδιά και

συγχρόνως είναι ο επιστήμων και συμπαθής ιατρός. Τις δυο αυτές ιδιότητες

περικλείει σ’ ένα ποίημά του ο άγιος Συμεών, περιγράφοντας 


την ιατρεία την δική του από τον πνευματικό του πατέρα, 

τον προσωπικό του Μωϋσή. Προσαρμόζει

στην ζωή του την πορεία του Ισραηλιτικού λαού και την καθοδήγηση από τον

Μωϋσή. Γράφει:

«Κατήλθε γαρ και εύρε με δούλον και παροικούντα

και είπε∙ Δεύρο, τέκνον μου, προς Θεόν σε απάξω!»

Ζήτησε από τον δικό του Μωϋσή τις «διαβεβαιώσεις» ότι μπορούσε να κάνη ένα

τέτοιο έργο.

«Εγγύτερόν με ήγαγεν, ενηγκαλίσατό με

και πάλιν κατεφίλησε φιλήματι αγίω

και αυτός όλος εμύρισεν οσμήν αθανασίας.

Επίστευσα, ηγάπησα ακολουθήσαι τούτω

Και δούλος επεπόθησα τούτου μόνου γενέσθαι…

Εκράτησέ μου της χειρός προπορευόμενός μου

Και ούτως απηρξάμεθα την οδόν, διανύειν».

Και μετά από μεγάλη πορεία, κατά την οποία κατόρθωσε διαπρεσβειών του

πνευματικού του πατρός να αντιμετωπίση και να απαλλαγή από την δουλεία των

παθών, παρακαλεί ο άγιος Συμεών τον γέροντά του:

«Άγωμεν, έφην, κύριε, ου χωρισθήσομαί σου,

ου παραβώ σου εντολήν, αλλά πάσας φυλάξω»[5].

Αλλά, για να είναι κανείς ορθόδοξος θεραπευτής και να ιατρεύη τις πνευματικές

ασθένειες των πνευματικών παιδιών του, πρέπει ο ίδιος προηγουμένως να έχη

κατά το δυνατόν θεραπευθή. Να ίσταται «μέσος πράξεως και θεωρίας».

Πως μπορεί κανείς να θεραπεύση, αν προηγουμένως δεν έχη θεραπευθή 


ή αν δεν έχει γευθή την αρχή της θεραπείας; 

Γι’ αυτό ο άγιος Συμεών κατηγορεί εκείνους

που νομίζουν πως είναι πνευματικοί χωρίς προηγουμένως να έχουν λάβει το Άγιο

Πνεύμα ή εκείνους που επείγονται στο να δέχωνται «λογισμούς αλλοτρίους» και

τολμούν να καταλάβουν ηγουμενίες και αρχές και «προς μητροπόλεις και

επισκοπάς του ποιμαίνειν τον του Κυρίου λαόν… δια μυρίων μεθόδων αναιδώς»

επιδίδονται, χωρίς προηγουμένως να δουν τον νυμφίον 


«ένδον του νυμφώνος» και

χωρίς να γίνουν «υιοί φωτός και υιοί ημέρας»[6].

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει εκείνο το κλασσικό: «Καθαρθήναι δει

πρώτον, είτα καθάραι∙ σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι∙ γενέσθαι φως και φωτίσαι∙

εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους∙ αγιασθήναι και αγιάσαι…»[7].

Στους περιφήμους λόγους περί της Ιερωσύνης ο ιερός Χρυσόστομος, 


ο οποίος έχει αποκληθή επιστήμων της Ιερωσύνης, 

δικαιολογώντας την άρνησή του να δεχθή

να γίνη επίσκοπος, γράφει ότι γνωρίζει την ψυχή του την ασθενή και μικρά,


 καθώς επίσης το μέγεθος και την δυσκολία του ποιμαίνειν λαόν: 

«Οίδα την εμαυτού ψυχήν, την ασθενή ταύτην και μικράν∙ 

οίδα της διακονίας εκείνης το μέγεθος και

την πολλήν του πράγματος δυσκολίαν»[8].

Στην συζήτησή του με τον Βασίλειο ζητά να μη αμφιβάλη καθόλου για τα

λεγόμενα, ότι δηλαδή ενώ αγαπά τον Χριστό, 


φοβάται μήπως τον εξοργήση με την

ανάληψη πνευματικής διακονίας, αφού «άχρηστόν με προς την διακονίαν η της

ψυχής ασθένεια καθίστησι»[9]. Είχε την αίσθηση, λόγω μεγάλης καθαρότητος

λογισμών και αισθημάτων, ότι τον καθιστά άχρηστον η ασθένεια της ψυχής για

την μεγάλη αυτή διακονία. Γιατί πράγματι, όπως θα παρατηρηθή πιο κάτω, τα

ανίατα πάθη δεν αφήνουν τον ιερέα να βοηθήση στην θεραπεία των πνευματικών

του παιδιών.

Αν ο θεραπευτής δεν έχη προηγουμένως θεραπευθή είναι «αγελαίος», «…απλώς

ανθρώπους αγελαίους λαβόντες εφιστάσι πράγμασι τοιούτοις»[10].

Όλα αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως υποδηλούν την μεγάλη αλήθεια 


ότι οι ιερείς που θέλουν να θεραπεύουν τα νοσήματα του λαού 

πρέπει οι ίδιοι να έχουν προηγουμένως θεραπευθή 

από αυτά τα νοσήματα ή τουλάχιστον να άρχισαν να

θεραπεύωνται και ακόμη να αισθάνωνται την αξία και την δυνατότητα της

θεραπείας.

Σ’ αυτά τα πλαίσια θα ενταχθούν και τα αμέσως λεχθησόμενα. Οφείλουμε να

δώσουμε την βεβαίωση ότι δεν προτιθέμεθα να κάνουμε διαπραγμάτευση της

ιερωσύνης και των ιερέων. Δεν έχουμε σκοπό να αναπτύξουμε την αξία και το

μεγαλείο της ιερωσύνης, αλλά να δούμε το μεγάλο αυτό 


και υπεύθυνο αξίωμα από την σκοπιά αυτή. 

Ότι δηλαδή είναι θεραπευτική επιστήμη και ότι κυρίως

θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων. Αν σε μερικά σημεία φαίνεται ότι

προχωρούμε στον τονισμό της αξίας της ιερωσύνης, 


το κάνουμε μόνο και μόνο για

να δούμε αυτήν την πλευρά που θέλουμε εδώ κυρίως να τονίσουμε.

Advertisements