Αγνώστου συγγραφέως: "Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού" (μέρος 5ο)

Για τα υπόλοιπα μέρη πατήστε εδώ

Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ επήγα να ιδώ τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά:
«Πηγαίνω εις την Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή».
«Ο Θεός να ευλογήση το ταξείδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πης τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από πού έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξείδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς και για την ζωή σου προτού γίνης προσκυνητής».
«Γιατί όχι; Με μεγάλην ευχαρίστησι», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήση πολλήν ώρα. Εγεννήθηκα σ’ ενα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας εμείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κ’ εγώ δύο. Μας ανέθρεψεν ο παππούς μας, που ήταν ένας καλός και πλούσιος γέρος, ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου εις τα μισά ενός δρόμου.

Χάρις εις την καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξειδιώται τον προτιμούσαν κ’ εσταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, επερνούσε τον περισσότερον καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου. Τις Κυριακές και τις γιορτές επηγαίναμε μαζί εις την εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζη την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα.

Όταν ο αδελφός μου εμεγάλωσε, άρχισε να πίνη. Μιά φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυό ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ’ έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλισα και πέφτοντας εκτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε εις την πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ εις την γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό εχρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή.

Με εδίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς ό,τι εδιάβαζε αυτός, έμαθα σιγά – σιγά και ύστερα από κάμποσο χρονικό διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διώρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά εις το πανδοχείο μας.

Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκη. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κ’ έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μιά μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεος σου έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνη άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ’ όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε εκάναμε προσευχές και εις το σπίτι.

Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτέ ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε: «Το σπίτι μας δεν έχει πια οικοδέσποινα και αυτό είναι άσχημο πράγμα. Ο αδελφός σου είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς». Εγώ ήμουν αντίθετος εις την σκέψι του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Ευρήκε μιά καλή κοπέλλα είκοσι χρόνων, κ’ επαντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαρειά.

Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με εκάλεσε και με απεχαιρέτησε, λέγοντας: «Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσης ποτέ άνθρωπο και πάνω απ΄ όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μάς δίνει. Μόνον σ’ αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά εις την εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κ’ εμένα εις τις προσευχές σας. Να και τα χρήματα μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψης άσκοπα ούτε ένα από αυτά, φρόντισε να μη σου κυριεύσουν την ψυχή και δώσε μερικά εις τους φτωχούς και εις την Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον εκηδεύσαμε σεμνά.

Αλλ’ ο αδελφός μου, με εφθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου εμεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρώτρυνε τόσο εις το μίσος του εναντίον μου, ώστε εσχεδίαζε να με σκοτώση. Τελικά δεν μ’ εσκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μιά νύχτα ενώ κοιμώμαστε, μη έχοντας πελάτες εις το πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μεσ’ στο οποίο είχαμε τα λεπτά, τα επήρε από το μπαούλο κ’ έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξαπλώθηκε σ’ όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατωρθώσαμε εγώ κ’ η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μεσ’ στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατώρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς εβλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται, είπαμε ο ένας εις τον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που εσώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, εις τις συμφορές που μας ευρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήση κανένα ίχνος. Αργότερα εμάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε εκόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι.

Εμείναμε γυμνοί και κατεστραμμένοι, σχεδόν ζητιάνοι. Εδανειστήκαμε μερικά χρήματα, εφτιάξαμε μια μικρή καλύβα και αρχίσαμε να ζούμε όπως οι ακτήμονες χωρικοί. Η γυναίκα μου ήταν προκομμένη κι άρχισε να πλέκη, να υφαίνη και να ράβη. Είχε πολλή δουλειά κ’ έτσι συντηρούσε υποφερτά τον εαυτό της κ εμένα. Εγώ με την πάθησι του χεριού μου δεν ημπορούσα ούτε σκέτα ξυλοπάπουτσα να φτιάχνω.

Έτσι εκαθόμουνα δίπλα της όταν εδούλευε και της εδιάβαζα κομμάτια από την Αγία Γραφή. Άκουγε πάντα με προσοχή και ευλάβεια και μερικές φορές έκλαιγε. Όταν ερωτούσα γιατί έκλεγε, λέγοντάς της, ότι ο Θεός μάς εχάρισε το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή, αυτή μου απαντούσε: «Συγκινούμαι τόσο πολ.ύ από την ανάγνωσι της Αγ. Γραφής»!

Εκτελούσαμε όσα ο παππούς μας, μας είχε παραγγείλει, ενηστεύαμε συχνά, κάθε πρωί ελέγαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και την νύκτα εκάναμε εκατό μετάνοιες ο καθένας, για να αποφύγουμε το πέσιμό μας σε πειρασμό. Έτσι εζήσαμε ήρεμα δυό ολόκληρα χρόνια. Αλλά αυτό που είναι εκπληκτικό, είναι το γεγονός, ότι αν και δεν καταλαβαίναμε, επειδή δεν είχαμε ακούσει τίποτε για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, παρά προσευχόμεθα με το στόμα μόνον και με τις μετάνοιες χωρίς βαθύτερη σκέψι, σαν κούκλες που κάνουν παιγνίδια, παρ’ όλα αυτά, η επιθυμία για γνήσια προσευχή υπήρχε μέσα μας και οι μακρές προσευχές που τις ελέγαμε χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, δεν μας εκούραζαν, αλλά πραγματικά μας άρεσαν.

Η καθαρή αλήθεια είναι, όπως ένας διδάσκαλος μού είπε κάποτε, ότι η μυστική Προσευχή πάντοτε κρύβεται μέσα εις την ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει αυτό, αλλ’ αυτή εργάζεται κατά τρόπο μυστηριώδη μέσα εις την ψυχή και προτρέπει σε εκδήλωσι, ανάλογα με του κάθε ανθρώπου την γνώσι και την δύναμι.

Ύστερα από δυο χρόνια που εζήσαμε έτσι, η σύζυγός μου αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Την εκοινωνήσαμε και την ενάτην ημέρα της αρρώστιας απέθανε. Τώρα ήμουν ολομόναχος εις τον κόσμον. Δεν ημπορούσα να κάμω καμμιά εργασία κ’ έπρεπε συγχρόνως να ζήσω· μά και η ζητιανιά μού φαινόταν ασυνείδητο πράγμα. Εκτός αυτού είχα τόση λύπη για το θάνατο της γυναίκας μου, ώστε δεν ήξευρα τί να κάμω. Όταν επήγαινα μέσα στην καλύβα κ’ έβλεπα τα ρούχα της, επνιγόμουν εις τα δάκρυα τόσο, που δυό – τρείς φορές, έπεσα κάτω αναίσθητος. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν ημπορούσα πιά να ζήσω εις το μέρος αυτό. Επούλησα την καλύβα μου για είκοσι ρούβλια και έδωσα τα λίγα ρούχα της γυναίκας μου εις τους φτωχούς. Επειδή ήμουν ανάπηρος, οι αρχές του τόπου μου δώσανε ένα διαβατήριο, το οποίον με ελευθέρωνε από κάθε δημόσια υποχρέωσι και έτσι παίρνοντας μαζί μου την Αγία Γραφή άρχισα τα ταξείδια χωρίς να ενδιαφέρωμαι πού πηγαίνω.

Έπειτα από λίγο καιρό άρχισα να σκέπτωμαι πού θα ημπορούσα να πάγω και είπα με τον εαυτόν μου: Πρώτα απ΄ όλα θα πάγω εις το Κίεβο. Θα προσκυνήσω εκεί τα μέρη αυτών που ευαρεστήσανε το Θεό και θα τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν στα βάσανά μου.

Κάνοντας τις σκέψεις αυτές, άρχισα να αισθάνωμαι καλύτερα κ’ εγέμισε η ψυχή μου από ανακούφισι, αρχίζοντας το ταξείδι μου για το Κίεβο. Από τότε, δέκα τρία ολόκληρα χρόνια έχω περάσει ταξειδεύοντας από τόπο σε τόπο, κ’ έχω προσκυνήσει σε πάμπολλες εκκλησίες και σε μοναστήρια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω περπατήσει περισσότερο μέσα σε λειβάδια και στέππες. Δεν ηξεύρω αν ο Θεός θα ευδοκήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ. Εάν αυτό είναι η θέλησί Του, τα αμαρτωλά μου κόκκαλα θα αναπαυθούν εκεί.

«Και πόσων χρόνων είσαι τώρα»;
«Τριάντα τριών».
«Ώστε, αγαπητέ μου αδελφέ, έχεις φθάσει την ηλικία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»!
————————————————————–
πηγή: Ανωνύμου, «Οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού», μεταφρ. Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος Καρανικόλα, εκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελίδες 107-124. 
Advertisements