Αγνώστου συγγραφέως: "Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού" (μέρος 10ο)

Για τα υπόλοιπα μέρη πατήστε εδώ

 

 Όταν έφθασα, εις την αρχή, εζήτησα ολίγες συμβουλές, ύστερα δε από κάμποσην ώρα συνομιλίας του εδιάβασα το χαρτί με τις αμαρτίες μου, που είχα γράψει. Όταν ετελείωσα το διάβασμα, εκείνος μου είπε:

«Παιδί μου, πολλά απ’ αυτά που μου εδιάβασες είναι χωρίς καμμιά αξία, οι συμβουλές μου δε για την εξομολόγησι είναι γενικά οι εξής:


Πρώτον: Δεν είναι ανάγκη να εξομολογήσαι αμαρτήματα για τα οποία άλλοτε μετενόησες, τα εξαγορεύθηκες και επήρες την συγχώρησι. Όταν τα ξαναεξομολογήσαι είναι σαν να θέττεις σε αμφιβολία τη δύναμι του μυστηρίου της θείας Εξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δεν πρέπει να θυμάσαι εις την εξομολόγησι ούτε και να αναφέρης εις αυτήν άλλα τυχόν πρόσωπα που συνέβη να είναι συνδεδεμένα με τις αμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει να εξομολογηθής τα ιδικά σου μόνον αμαρτήματα και να κρίνης τον εαυτό σου μόνον και κανέναν άλλον.


Τρίτον: Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι οι άγιοι Πατέρες μάς απαγορεύουν να αναφέρουμε με όλες τις λεπτομέρειες τα διάφορα αμαρτήματά μας, επειδή είναι καλύτερο να τα ομολογούμε και να τα αναγνωρίζουμε εις τις γενικές τους γραμμές για να αποφεύγεται ο πειρασμός από την επανάληψι των λεπτομερειών και για τον εαυτό μας και για τον πνευματικό.


Τέταρτον: Όταν μετανοής πρέπει να μετανοής ειλικρινά και πραγματικά γιατί είναι γεγονός ότι η μετάνοιά σου αυτή σήμερα είναι αφρόντιστη, χλιαρή και πρόχειρη.


Πέμπτον: Ασχολήθηκες σήμερα με ένα σωρό λεπτομέρειες, ενώ παρέλειψες το κυριώτερο πράγμα, δηλαδή δεν ανέφερες τις πιο βαρειές απ’ όλες τις αμαρτίες, γιατί δεν παραδέχθηκες, ούτε έγραψες εις το χαρτί, ότι δεν αγαπάς τον Θεό, ότι μισείς τον πλησίον σου, ότι δεν πιστεύεις εις τον Λόγον του Θεού, και ότι είσαι γεμάτος από υπερηφάνεια και φιλοδοξία, γεγονότα που αποτελούν την τετραπλή μάζα του κακού και τα οποία είναι η αιτία όλων των άλλων αμαρτημάτων μας. Αυτά είναι οι τέσσαρες κυριώτερες ρίζες, από τις οποίες φυτρώνουν όλα τα άλλα αμαρτήματα εις τα οποία πέφτουμε όλοι».


Η έκπληξίς μου πραγματικά ήταν μεγάλη από όσα άκουσα, γι’ αυτό απευθυνόμενος προς τον φημισμένον αυτόν πνευματικό, του είπα:

«Να με συγχωρήσης, σεβαστέ πάτερ, αλλά πώς είναι δυνατόν να μη αγαπώ τον Θεό, τον Πατέρα όλων μας και Συντηρητή; Σε τί άλλο θα μπορούσα να πιστεύσω, εκτός από τον Λόγο του Θεού, η ευλογία του οποίου αγιάζει τα πάντα; Εγώ θέλω πάντα το καλό του πλησίον μου, ποιόν δε λόγο θα είχα για να τους μισώ; Ως προς την υπερηφάνεια, δεν έχω τίποτα για να υπερηφανευθώ, εκτός απ’ τα αναρίθμητά μου αμαρτήματα. Αλλ’ ακόμη τι καλό έχω επάνω μου για να υπερηφανευτώ; Μήπως τα πλούτη μου ή την υγεία μου; Μόνον αν ήμουν μορφωμένος ή πλούσιος, θα μπορούσα να έχω πέσει σε σφάλματα σαν αυτά που μου ανέφερες».


«Αγαπητέ μου, είναι κρίμα που τόσο λίγο κατάλαβες τι εννοώ με αυτά που είπα. Κοίταξε! Θα διδαχθής πολύ και γρήγορα, επάνω σε όσα σου είπα, εάν διαβάσης αυτές τις σημειώσεις που σου δίνω, τις οποίες και εγώ χρησιμοποιώ εις την εξομολόγησί μου. Διάβασέ τες προσεκτικά και θα καταλάβης εντελώς καθαρά την ακριβή απόδειξι όλων αυτών που σου είπα και τα οποία σε εξέπληξαν».


Μου έδωσε τις σημειώσεις και εγώ άρχισα να τις διαβάζω. Οι σημειώσεις αυτές έχουν ακριβώς ως εξής:

«Εξομολόγησις που οδηγεί τον έσω άνθρωπο σε ταπείνωσι».


«Στρέφοντας τα μάτια μου προσεκτικά εις τον εαυτό μου και παρακολουθώντας την πορεία της εσωτερικής μου καταστάσεως, πιστοποιώ από την πείρα μου, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν, ότι δεν έχω θρησκευτική πίστι και ότι είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια και υλοφοοσύνη. Όλα αυτά τα βρίσκω εις τον εαυτό μου μετά από λεπτομερή εξέτασι των αισθημάτων και της συμπεριφοράς μου.


»1. Δεν αγαπώ τον Θεό. Αν αγαπούσα πραγματικά τον Θεό θα είχα συνεχώς την σκέψι μου εστραμμένη προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος.
Κάθε σκέψις για τον Θεό θα μου έδινε χαρά και αγαλλίασι. Αντιθέτως, όμως, πολύ συχνότερα και πολύ ευκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήϊνα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεό καταντά εργασία επίπονη και ξερή. Εάν αγαπούσα τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν, δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με οδηγούσε σε αδιάσπαστη επικοινωνία με Αυτόν. Όμως, όλως αντίθετα, όχι μόνο δεν ευρίσκω ευχαρίστησι εις την προσευχή μου αλλά χρειάζεται κάθε φορά να καταβάλλω προσπάθεια για να προσευχηθώ. Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και ε!μαι πάντα πρόθυμος να καταπατώ με κάθε ανόητη σκέψι και πράγμα, ακόμη και κατά την ώρα της προσευχής, γεγονότα, που, όπως είναι φυσικόν, μικραίνουν την προσευχή και απομακρύνουν την σκέψιν από αυτήν. Ο καιρός μου περνά αχρησιμοποίητος ή μάλλον χρησιμοποιείται σε μάταιες απασχολήσεις, όταν δε απασχολούμαι με τον Θεόν, όταν θέτω τον εαυτόν μου κάτω από την παρουσία Του, τότε κάθε ώρα μου φαίνεται πως είναι ένας ολόκληρος χρόνος. Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο, το σκέπτεται όλη την ημέρα χωρίς διακοπή, διατηρεί συνεχώς την εικόνα του μέσα εις την καρδιά του, φροντίζει γι’ αυτό, και σε καμμιά περίπτωσι το αγαπημένο του πρόσωπο δεν φεύγει από την σκέψι του. Εγώ, όμως, ολόκληρη την ημέρα, είναι ζήτημα αν ξεχωρίζω έστω και μιαν ώρα για να βυθισθώ σε εντρύφησι και θεία μελέτη, για να ζωογονήσω την καρδιά μου με την αγάπη μου προς Αυτόν, ενώ με ευκολία και ευχαρίστησι εξοδεύω τις είκοσι τρεις ώρες του ημερονυκτίου σαν μια θερμή προσφορά και θυσία εις τα είδωλα των διαφόρων παθών.

«Ολονένα συζητώ για τιποτένια πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, κι αυτό μου δίνει ευχαρίστησι. Εις τις σκέψεις μου για τον Θεό, είμαι ξηρός, απρόθυμος και αμελής. Κι όταν ακόμη χωρίς να το θέλω, συμβαίνει ώστε άλλοι να με παρακινήσουν σε πνευματική συζήτησι, κοιτάζω να μετατρέψω το θέμα σε κάτι άλλο, πιο ευχάριστο εις τις επιθυμίες μου. Είμαι τρομερά περίεργος για κάθε μοντέρνο, για τα πολιτικά και για χίλια δυο άλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησι εις την αγάπη προς τις κοσμικές γνώσεις, εις την επιστήμη, εις την τέχνη, και θέλω όλο και περισσότερα αγαθά να αποκτήσω. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάνουν πολλήν εντύπωσιν, ούτε ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μου. Όλα αυτά τα παραδέχομαι ότι είναι όχι μόνον ανούσια απασχόλησις για ένα χριστιανό, αλλ’ επί πλέον και ανωφελής.

»Εάν η αγάπη προς τον Θεό είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπε «ει αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», εγώ όχι μόνον δεν τηρώ τας εντολάς Του, αλλ’ ούτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω να κατορθώσω την τήρησί τους. Έτσι είναι απόλυτη αλήθεια, την οποία εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω σ’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεό και τον Χριστόν, έγκειται εις το γεγονός ότι δεν τηρεί τας εντολάς του».

»2. Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, θα ήτο δυνατόν να σκεφθώ και να αποφασίσω να δώσω και την ζωήν μου γι’ αυτόν, εάν θα υπήρχε ανάγκη. Όχι, όμως, αυτό μόνον δεν κάνω, αλλ’ ούτε και την παραμικρή θυσία είμαι διατεθειμένος να υποστώ γι’ αυτόν. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, σύμφωνα με την εντολήν του Ευαγγελίου, οι λύπες του θα ήσαν και δικές μου λύπες και οι χαρές του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπό μου, όπως εις το δικό του. Αντιθέτως, όμως, ευχαριστούμαι να ακούω διάφορα άσχημα πράγματα γι’ αυτόν, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Το κάθε κακό τυχόν που ακούω για τον πλησίον μου, όχι μόνον δεν μου φέρνει στενοχώρια, αλλά μου δίνει ένα είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδας, ν’ ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνον δεν το σκεπάζω με αγάπη, αλλά το διατυμπανίζω όπου μπορώ με εσωτερικήν ικανοποίησι. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τα αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίνουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος, όχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν την ψυχή μου περιφρόνησις και φθόνος για τον πλησίον μου.

»3. Δεν έχω θρησκευτική πίστι. Ούτε εις την αθανασίαν, ούτε εις το Ευαγγέλιο, διότι εάν ήμουν τέλεια πεπεισμένος και επίστευα χωρίς αμφιβολία ότι μετά από τον τάφο ξανοίγεται η αιώνιος ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμουν συνεχώς αυτό, χωρίς ανάπαυλα. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικά και θα εζούσα αυτήν την πρόσκαιρη ζωή σαν ένας ξένος και παρεπίδημος, που έχει πάντα εις τον νου του την φροντίδα να αξιωθή κάποτε να φθάση εις την γλυκεία του πατρίδα. Αντίθετα, όμως, εγώ ούτε καν σκέπτομαι για την αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωή μου σαν να πιστεύω ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπίνης υπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει υποσυνείδητα η σκέψις που συνοψίζεται εις το: ποιός ξέρει και ποιός είδε τα μετά θάνατον;

«Όταν μιλώ για την αθανασία, το μυαλό μου συμφωνεί μ’ εκείνην, ενώ η καρδιά μου πολύ απέχει από του να είναι πεπεισμένη γι’ αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τις πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωή των αισθήσεων. Εάν η διδασκαλία του Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδιά μου με την ανάλογη πίστι, θα είχα καταληφθή απ’ τον Λόγο του Θεού και θα τον εμελετούσα, θάβρισκε δε η αφοσίωσις και η προσοχή την κατοικία της εις την ψυχή μου. Η προσοχή, η ευσπλαγχνία, η αγάπη που κρύπτονται μέσα εις Αυτόν θα με οδηγούσαν εις την χαρά και την ευτυχία της μελέτης του Νόμου του Θεού νύκτα και ημέρα. Εις την μελέτην αυτήν θα εύρισκα τροφή πνευματική, τον επιούσιον άρτον της ψυχής μου και η καρδιά μου θα παρεκινείτο εις την τήρησί του.

«Τίποτε εις τον κόσμον αυτόν δεν θάταν δυνατό να με αποτρέψη απ’ την εφαρμογή της εις την ζωή μου. Αντιθέτως, όμως, όταν κάθε τόσο διαβάζω ή ακούω τον Λόγο του Θεού, αν η ανάγκη ή η αγάπη προς τη γνώσι με ωθούν προς τούτο, τον παρακολουθώ χωρίς την δέουσα προσοχή και τον ευρίσκω τις περισσότερες φορές καταθλιπτικό ή χωρίς σπουδαίο ενδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εις το τέλος της μελέτης του χωρίς σπουδαία ωφέλεια και πάντα πρόθυμος να τον αλλάξω με ελαφρά αναγνώσματα που μου είναι πολύ ενδιαφέροντα και με ευχαριστούν.

«Είμαι πλήρης από υπερηφάνεια και φιλαυτία. Όλες μου οι ενέργειες το βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εις τον εαυτόν μου, επιθυμώ να το κάνω εμφανές ή να υπερηφανευθώ γι’ αυτό μπροστά σε άλλους ανθρώπους ή να το θαυμάσω μόνος μου εσωτερικώς. Αν και επιδεικνύω μιαν εξωτερική ταπεινοφροσύνη, την αποδίδω σε αποτελεσματικότητα της ιδικής μου δυνάμεως, θεωρώ δε τον εαυτόν μου ή ανώτερον από τους άλλους, ή τουλάχιστον όχι χειρότερό τους. Όταν ανακαλύπτω ένα σφάλμα μου προσπαθώ να το δικαιολογήσω και να το σκεπάσω, λέγοντας: Τι να κάνω; Έτσι είμαι φτιαγμένος, ή δεν πειράζει, κανείς δεν θα με παρεξηγήση, θυμώνω με όσους δεν δείχνουν εκτίμησι προς το πρόσωπό μου και τους πιστεύω ότι είναι άνθρωποι που δεν ημπορούν να εκτιμήσουν την αξία του άλλου. Αγάλλομαι για τα χαρίσματά μου, και όλες μου τις πτώσεις τις θεωρώ εντελώς προσωπικό μου ζήτημα. Ενώ είμαι μεμψίμοιρος, ευρίσκω ευχαρίστησιν εις τις ατυχίες των εχθρών μου. Όταν αγωνίζωμαι για κάτι καλό το κάνω με τον σκοπό ή να κερδίσω επαίνους, ή να δώσω κάποια ελαστικότητα εις τον πνευματικό μου εαυτό, ή να πάρω μια πρόσκαιρη παρηγοριά.

»Με μια λέξι, συνεχώς κατασκευάζω ένα είδωλο του εαυτού μου προς το οποίον αποδίδω αδιάκοπες τις υπηρεσίες μου, φροντίζοντας με κάθε τρόπο για την ευχαρίστησί μου και την καλλιέργεια των παθών και των επιθυμιών μου. Πράττοντας όλα αυτά αναγνωρίζω τον εαυτόν μου να είναι γεμάτος από υπερηφάνεια, από διάφορες σαρκικές επιθυμίες, από απιστίαν, από έλλειψιν αγάπης προς τον Θεό και από κακία προς τον πλησίον μου. Ποιά κατάστασις θα μπορούσε να υπάρξη πιο αμαρτωλή από αυτήν; Η κατάστασις των πνευμάτων του σκότους πρέπει να είναι καλύτερη από την ιδικήν μου. Εκείνα, αν και δεν αγαπούν τον Θεό, αν και μισούν τους ανθρώπους και τροφή τους είναι η υπερηφάνεια, μ’ όλα ταύτα πιστεύουν εις τον Θεό και φρίττουν. Εγώ όμως; Μπορώ να βρεθώ σε χειρότερη κόλασιν απ’ αυτήν που αντιμετωπίζω; Πώς δε δεν θα λάβω την πιο αυστηρή τιμωρία για την ανόητη και απρόσεκτη ζωή μου, την οποίαν αναγνωρίζω ότι ζω»;

Διαβάζοντας όλον αυτόν τον τύπον της εξομολογήσεως που μου έδωσεν ο ιερεύς, τρομοκρατημένος εσκέφθηκα και είπα μέσα μου: «Θεέ και Κύριε! Τι φοβερά αμαρτήματα υπάρχουν κρυμμένα μέσα μου και μέχρι τώρα δεν τα είχα ανακαλύψει!» Η επιθυμία να καθαρισθώ από αυτά με έκαναν να ικετεύσω αυτόν τον μεγάλον εξομολόγο να με διδάξη πώς να γνωρίσω την αιτίαν όλου αυτού του κακού και πώς να θεραπεύσω, απ’ αυτό, τον εαυτόν μου. Έτσι ο άγιος αυτός πνευματικός άρχισε να με καθοδηγή λέγοντας:

«Παιδί μου και αδελφέ μου, η αιτία της ελλείψεως αγάπης προς τον Θεό είναι έλλειψις πίστεως. Η έλλειψις αυτή της πίστεως είναι αιτία της ελλείψεως της πεποιθήσεως και η αιτία του τελευταίου αυτού, είναι η αποτυχία μας ως προς την αναζήτησι της αληθινής και αγίας γνώσεως και η αδιαφορία μας ως προς την αναζήτησι του φωτός του πνεύματος. Με μια λέξι εάν δεν πιστεύης, δεν ημπορείς να αγαπάς. Εάν δεν είσαι πεπεισμένος για κάτι, δεν είναι δυνατόν να πιστεύης. Για να αποκτήσης δε την πεποίθησι που είναι απαραίτητη, πρέπει να λάβης πλήρη και ακριβή γνώσι του θέματος περί του οποίου πρόκειται να πεισθής. Με την αγιαστική μελέτη του λόγου του Θεού και με την απόκτησι πείρας, πρέπει να γεννηθή εις την ψυχή σου μία δίψα, μια ακατάσχετη επιθυμία, κάτι σαν θαύμα, το οποίον θα σου φέρη μιαν ασίγαστη επιθυμία να μάθης, όσο μπορείς πιο πολύ, πιο τέλεια, πιο βαθειά, ό,τι περιβάλλει όλους μας.

»Ένας πνευματικός συγγραφεύς ομιλεί γι’ αυτό ως εξής: «Η αγάπη συνήθως αυξάνεται με τη γνώσι και όσο μεγαλύτερην έκτασι και βάθος έχει η γνώσις, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αγάπη. Όσο δε περισσότερη είναι η προσήλωσις προς την πληρότητα και το κάλλος της θείας φύσεως και της απείρου αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, τόσο περισσότερον η ανθρώπινη καρδιά μαλακώνει και διατίθεται και προσκλίνει, προς την αγάπη του Θεού».

«Φαντάζομαι τώρα πως θα κατάλαβες ότι η αιτία των αμαρτημάτων, τα οποία εδιάβασες προηγουμένως, είναι η αδράνεια της ψυχής μας για σκέψεις επάνω σε πνευματικά πράγματα, αδράνεια που ξηραίνει τα συναισθήματα και την ανάγκη της ψυχής για παρόμοιες πνευματικές εντρυφήσεις. Εάν θέλης να μάθης πώς θα νικήσης αυτήν την αιτία του κακού, φρόντισε να αποκτήσης με όλη σου την δύναμι την φώτισι του πνεύματος, την φώτισι της ψυχής, με επιμελή και αγιαστική μελέτη του λόγου του Θεού, με την μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας, με τις συμβουλές πνευματικών ανθρώπων και με συζητήσεις με άτομα που είναι σοφοί και γεμάτοι από Χριστό. Παιδί μου και αδελφέ μου, πραγματικά, πολλές είναι οι καταστροφές και δυστυχίες που έρχονται επάνω μας εξ αιτίας της αμελείας μας να φροντίζουμε να βρίσκουμε το φως για τις ψυχές μας δια του λόγου της αληθείας. Δεν μελετούμε τον λόγο του Θεού νύκτα και ημέρα, ούτε προσευχόμεθα γι’ αυτό με επιμέλεια και πόθο συνεχή. Εξ αιτίας αυτού, ο εσωτερικός μας άνθρωπος είναι εξηντλημένος, πεινασμένος και άθερμος, τόσον, ώστε δεν έχει την δύναμι να κάνη το αποτελεσματικό βήμα προς την οδό της δικαιοσύνης και της σωτηρίας! Γι’ αυτό, αγαπητέ μου, ας αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε τας μεθόδους αυτάς και, όσον το δυνατόν περισσότερον, ας γεμίζουμε το μυαλό μας με σκέψεις για τα Θεία. Τότε η Αγάπη θα ξεχυθή εις τις καρδιές μας από τα ύψη και θ’ ανάψη μέσα μας σαν μια φλόγα. Ας κάνουμε την προσπάθειαν αυτή μαζί και ας προσευχώμεθα, όσο συχνότερα μπορούμε, επειδή η προσευχή είναι απ’ τις κυριώτερες και ισχυρότερες αιτίες που χαρίζουν αναγέννησι και εσωτερική πνευματική ευεξία. Ας προσευχηθούμε με τα λόγια, Κύριε Ιησού Χριστέ, κάνε μας να σε αγαπήσουμε τόσον, όσο πριν γνωρίσωμε Σένα, αγαπούσαμε την αμαρτία».

Άκουσα όλα αυτά με μεγάλη προσοχή και βαθειά συγκινημένος ερώτησα τον άγιον αυτόν πνευματικό αν θα μου επέτρεπε να μεταλάβω. Έτσι την άλλη μέρα μετά την Αγία Κοινωνία που αξιώθηκα να λάβω, εσκόπευα να φύγω για το Κίεβο, έχοντας εφόδιο μαζί μου τα Άγια Μυστήρια που είχα λάβει. Αλλ’ ο άγιος αυτός άνθρωπος, επειδή θα επήγαινε για ένα διήμερο εις την Λαύρα, με άφησεν εις το ερημητήριό του ώστε εις την αδιατάρακτην εκεί σιωπή να βρω την ευκαιρία να παραδοθώ εις την προσευχή χωρίς κανένα εμπόδιο και επιφύλαξι, πραγματικά δε, επέρασα τις δύο αυτές ημέρες σαν να ήμουν σ’ ένα ουράνιο παράδεισο. Γαλήνη, αν και είμαι ανάξιος, κατέλαβε την ψυχή μου και τέλεια ειρήνη. Η Προσευχή εξεπήγαζεν από την καρδιά μου τόσον εύκολα και ευχάριστα τις δυό αυτές ημέρες, ώστε με έκανε να ξεχνώ τα πάντα και τον εαυτό μου, επειδή εις το μυαλό μου εκυριαρχούσεν ο Ιησούς Χριστός και μόνον.

Όταν ο ιερεύς ήλθε πίσω τον παρεκάλεσα να με συμβουλεύση ποιο μέρος θα ήταν καλύτερο τώρα, για το προσεχές προσκύνημά μου. Μου έδωσε την ευλογία του και μου είπε τις ακόλουθες λέξεις: «Πήγαινε εις το Ποτσαέβ για να προσκυνήσης εκεί το θαυματουργόν αποτύπωμα του ποδιού της Παναχράντου Μητέρας του Θεού, η οποία θα οδηγήση τα διαβήματά σου εις οδόν ειρήνης». Τρεις ημέρες, λοιπόν, μετά ταύτα, σύμφωνα με τις οδηγίες του πνευματικού αυτού, εξεκίνησα για το Ποτσαέβ.

Τα πρώτα εκατό χιλιόμετρα που εβάδισα δεν ήσαν και τόσον ευχάριστα γιατί ο δρόμος διεκόπτετο από χάνια και εβραϊκά χωριά, σπανίως δε κανείς συναντούσε καμμιά χριστιανική κατοικία. Τέλος, κοντά σε μια αγροικία, διέκρινα ένα ρωσικό χριστιανικό χάνι και κατευθύνθηκα προς αυτό για να ανεφοδιασθώ με ψωμί και ντόπιο παξιμάδι, που μου ετελείωναν. Είδα τον νοικοκύρη, ένα γέρο αλλά καλοβαστούμενον άνθρωπο, που έμαθα έπειτα ότι κατήγετο απ’ την ίδια περιοχή που καταγόμουν και εγώ, το Ορλόβσκυ. Μόλις εμπήκα μέσα, η πρώτη ερώτησις του ξενοδόχου προς εμένα ήταν: «Ποιά θρησκεία ακολουθείς»; «Είμαι χριστιανός ορθόδοξος» απήντησα. «Ορθόδοξος»; μου είπε, μόλις το άκουσε. «Σεις οι ορθόδοξοι είσθε με τα λόγια μόνο ορθόδοξοι· εις την πραγματικότητα, όμως, είθε εθνικοί. Την ξεύρω καλά την θρησκεία σας. Ένας παπάς γραμματισμένος κάποτε με έπεισε και έγινα κ’ εγώ ορθόδοξος, αλλά παρέμεινα μόνον έξη μήνες, γιατί έπειτα ξαναγύρισα εις την θρησκευτική μου κοινότητα. Το να γίνη κανείς ορθόδοξος είναι ανωφελές. Οι αναγνώσται σας εις τις ακολουθίες διαβάζουν κατά τρόπον που κανείς δεν ημπορεί να καταλάβη τίποτα».

»Η ψαλμωδία επίσης δεν είναι καλύτερη απ’ τα τραγούδια της ταβέρνας. Ο λαός στέκεται εις τις ακολουθίες, ανάμικτα άνδρες και γυναίκες και το πλείστον κουβεντιάζουν, μετακινούνται, κοιτάζουν από δω κι από κει, γενικά δε, δεν ημπορεί κανείς να βρη ησυχία και γαλήνη μέσα εκεί για να προσευχηθή. Τί είδος λατρείας είναι αυτή; Αντί για λατρεία, νομίζω πως καταντά αμαρτία. Εμείς είμεθα αφωσιωμένοι εις τον Θεό την ώρα της λατρείας. Ο καθένας ακούει καθαρά όλα όσα διαβάζονται σ’ αυτή, δεν ξεφεύγει από κανένα ούτε η παραμική λέξις, η ψαλμωδία είναι κατανυκτική, ο λαός στέκει ήσυχα, χωριστά οι άνδρες απ’ τις γυναίκες κι ο καθένας γενικά ξεύρει τι πρέπει να κάνη και πώς να δείξη τον απαιτούμενο σεβασμό και την συμμόρφωσι σε ό,τι η Εκκλησία διατάζει. Όταν συμβαίνη να μπαίνη κανείς σε μια απ’ τις δικές μας εκκλησίες αισθάνεται ότι αληθινά μπαίνει για να λατρεύση τον Θεό, ενώ εις τις ιδικές σας δεν διακρίνει κανείς εάν έχη πάει εις την εκκλησία ή στην αγορά».

Απ’ όσα είπεν ο ξενοδόχος αντελήφθηκα ότι ήταν φανατικός «Παλαιόδοξος» σχισματικός, «Ρασκόλνικος», όπως συνήθως ονομάζονται αυτοί. Ο άνθρωπος αυτός μίλησε με τόσην ευλογοφάνεια, που αμέσως κατάλαβα ότι θα ήταν ματαιοπονία να συζητήσω μαζί του και να τον πείσω. Εσκέφθηκα ότι είναι αδύνατο να μεταστραφούν οι Ρασκόλνικοι αυτοί εις την αληθινήν Εκκλησίαν, αν δεν διορθωθούν εις την τελευταίαν ορισμένα πράγματα απ’ αυτά που ανέφερεν ο φανατικός αυτός άνθρωπος. Οι Παλαιόδοξοι αυτοί σχισματικοί δεν γνωρίζουν τίποτε από εσωτερική ζωή, αναπαύονται σε εξωτερικά μόνο πράγματα, εις τα οποία εμείς οι ορθόδοξοι δεν δίνουμε και πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Εσκέφθηκα να φύγω απ’ το ξενοδοχείο και ετοιμαζόμουν γι’ αυτό, όταν προς μεγάλην μου έκπληξιν, είδα μέσα από μιαν ανοιγμένη πόρτα σ’ ένα δωμάτιο, έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε για Ρώσος. ‘Ηταν ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι και εδιάβαζε κάποιο βιβλίο. Μου ένευσε και με ερώτησε να μάθη ποιος ήμουν. Του απήντησα κ’ εκείνος άρχισε να μου λέη: «Άκουσε, φίλε μου. Δεν θα συμφωνούσες να περιποιηθής καμμιάν εβδομάδα έναν άρρωστον άνθρωπο, σαν κ’ εμένα, μέχρις ότου γίνω λίγο καλύτερα; Είμαι Έλληνας μοναχός απ’ το Όρος του Άθω και ήλθα εις την Ρωσία να συλλέξω μερικά χρήματα για διάφορες ανάγκες του μοναστηριού μου. Δυστυχώς, όμως, τώρα εις την επιστροφή μου, αρρώστησα και δεν ημπορώ καθόλου να περπατήσω από πόνους εις τα πόδια μου, κοίτομαι δε έρημος και άρρωστος εις αυτό εδώ το πανδοχείο. Μη μου αρνηθής την υπηρεσίαν αυτήν, άνθρωπε του Θεού, κ’ εγώ θα σε ανταμείψω».

«Δεν είναι ανάγκη να με ανταμείψετε, του απήντησα, θα σας εξυπηρετήσω με χαρά όσο καλύτερα μπορώ για την αγάπη του Θεού». Έτσι έμεινα μαζί του, άκουσα δε από το στόμα του πάρα πολλά πράγματα που αφορούν εις την σωτηρία των ψυχών μας. Μου μίλησε για το Άγιον Όρος του Άθω, για τους πολλούς του ασκητάς, τους ερημίτας, τους αναχωρητάς. Είχε μαζί του ένα αντίτυπο της «Φιλοκαλίας» εις την ελληνική γλώσσα και ένα βιβλίο γραμμένο από τον άγιον Ισαάκ τον Σύρο. Εδιαβάζαμε μαζί και παραβάλαμε με το ελληνικό κείμενο την Σλαυονική μετάφρασι που έκανε ο Παΐσιος Βελινόφσκυ. Ο Έλλην αυτός μοναχός, συγκρίνοντας κείμενο και μετάφρασιν, ομολόγησε χωρίς επιφύλαξι, ότι είναι απίστευτη η ακρίβεια και η τελειότης της μεταφράσεως την οποίαν επέτυχεν ο Παΐσιος.

Παρετήρησα ότι προσηύχετο συνεχώς με την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, και επειδή μιλούσε τέλεια τα ρωσικά, εσκέφθηκα να του κάνω μερικές ερωτήσεις για το ζήτημα αυτό. Πράγματι, μου απήντησεν εις όλες μου τις ερωτήσεις και παρακολουθώντας προσεκτικά έμαθα εις το θέμα αυτό πολλά ωφέλιμα πράγματα. Ορισμένα μάλιστα απ’ αυτά τα έγραψα, όπως π.χ. αυτό που είπε για την εξοχότητα και το μεγαλείο της προσευχής του Ιησού. «Ακόμη και ο απλός τύπος της νοεράς αυτής προσευχής, είπε, δείχνει πόσο μεγάλο πράγμα είναι. Αποτελείται από δυo μέρη.

Το πρώτο μέρος «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού», οδηγεί τις σκέψεις μας εις την ζωή του Χριστού κι όπως οι άγιοι Πατέρες λένε, αυτό το πρώτο μέρος είναι όλο το Ευαγγέλιο σε συντομία.

Το δεύτερο μέρος, «Ελέησόν με τον αμαρτωλόν», μας υπενθυμίζει το γεγονός της αμαρτωλότητος και αδυναμίας μας, πρέπει δε να ομολογηθή, ότι η επιθυμία και η παράκλησις μιας πτωχής αμαρτωλής και ταπεινής ψυχής δεν θα μπορούσε να εκφραστή με καλύτερες, σοφώτερες και εκφραστικώτερες λέξεις από το «Ελέησόν με». Κανένας άλλος τύπος λέξεων δεν θα μπορούσε να είναι τόσο πλήρης και τόσον ικανοποιητικός. Οι εκφράσεις συγχώρησέ με, απομάκρυνε τα αμαρτήματα από πάνω μου, καθάρισέ με απ’ τα παραπτώματά μου, σβήσε τα διάφορα σφάλματά μου, εκφράζουν μόνο μιαν αίτησι που σκοπόν έχει κυρίως να λυτρώση απ’ την τιμωρία η οποία είναι ο φόβος της δειλής και άθερμης ψυχής.

Το «Ελέησόν με», όμως, δηλώνει όχι μόνο την επιθυμία για την συγγνώμη, που γεννάται άλλως τε από φόβο, αλλ’ είναι η ειλικρινής κραυγή της αγάπης του παιδιού που θέτει την ελπίδα του εις το έλεος τού Θεού και πατέρα και αναγνωρίζει ταπεινά ότι ευρίσκεται σε αδυναμία να νικήση το θέλημά του και να κρατήση σε μιαν αυστηρήν επιτήρησι τον εαυτόν του. Είναι κραυγή, ελέους, δηλαδή, φωνή για χάρι, που θα φέρη σαν δώρο Θεού την δύναμι απ’ αυτόν, η οποία θα μας ικανώνη να αντιστεκώμεθα εις τους πειρασμούς και να υπερνικούμε τις αμαρτωλές μας κλίσεις.

Είναι, τα λόγια αυτά, «ελέησον με», σαν ένας απένταρος οφειλέτης που παρακαλεί θερμά τον δανειστή του όχι μόνο να του χαρίση το χρέος του αλλά να λυπηθή επί πλέον την μεγάλη του φτώχεια και ανέχεια και να του δώση ελεημοσύνη. Είναι σαν να λέμε: Εύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησε τα αμαρτήματά μου και βοήθησέ με να κάνω πάντα το καλό. Βάλε εις την ψυχήν μου δύναμι και ορμή για να τηρώ τα προστάγματά σου. Δώρησέ μου την Χάρι Σου, για να συγχωρήση τα παραπτώματά μου και να οδηγήση το μυαλό μου, την καρδιά και την θέλησή μου προς Εσένα και μόνο».

Τα λόγια αυτά εκέντησαν την προσοχή μου και θαυμάζοντας την σοφία τους, ευχαρίστησα τον μοναχό αυτό για μια τέτοια διδασκαλία που μου εχάρισεν, εκείνος δε εξηκολούθησε λέγοντας:
«Εάν θέλης, μου είπε, ενώ εγώ εσκεπτόμουν μέσα μου πως θάναι κανένας σοφός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ελλάδος, θα εξακολουθήσω να σου μιλήσω για τον διαφορετικό τόνο με τον οποίο λέγεται η Προσευχή του Ιησού. Συμβαίνει να έχω ακούσει πολλούς θεοφοβούμενους χριστιανούς να εφορμόζουν προφέροντας την προφορική αυτή προσευχή του Χριστού, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Εκκλησίας και την Παράδοσι. Την χρησιμοποιούν και ιδιαιτέρως και εις την κοινή λατρεία μέσα εις τον ναό. Εάν κανείς τούς παρακολουθήση προσεκτικά και φιλικά θα αντιληφθή ότι ο τόνος της φωνής με την οποία λένε την προσευχή αυτή διαφέρει από τον ένα εις τον άλλο. Δηλαδή άλλοι τονίζουν την πρώτη λέξι της προσευχής λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ», τις άλλες δε λέξεις τις προφέρουν σε χαμηλότερο τόνο. Άλλοι αρχίζουν την Προσευχή με χαμηλή φωνή, τονίζουν περισσότερο την λέξι Ιησού κ΄ εξακολουθούν τα υπόλοιπα σε χαμηλό τόνον, όπως άρχισαν. Άλλοι πάλι αρχίζουν χαμηλά την Προσευχή και προχωρούν τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις «Ελέησόν με», ενώ η φωνή τους έχει κάτι το εκστατικό, και άλλοι, τέλος, λένε όλη την Προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», τονίζοντας μόνο τις λέξεις «Υιέ του Θεού».
 
»Τώρα τι συμβαίνει; Η Προσευχή είναι εις όλες τις περιπτώσεις η ίδια και μία. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν μία και την αυτή πίστι. Η γνώσις είναι κοινή σε όλους. Πιστεύουν, δηλαδή, ότι η υπέρτατη αυτή προσευχή των προσευχών, περιλαμβάνει δύο πράγματα: το όνομα «Κύριε Ιησού» και την επίκλησι προς Αυτόν. Αυτό το ξεύρουν καλά όλοι. Γιατί, όμως, δεν την λένε όλοι κατά τον ίδιο τρόπο και δεν την τονίζουν με τον ίδιο τόνο; Γιατί η κάθε ψυχή συμβαίνει να τονίζη διαφορετικές λέξεις εις την Προσευχήν αυτή και δεν τονίζουν όλοι εις το ίδιο μέρος, τις ίδιες λέξεις; Πολλοί λένε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα κάποιας συνηθείας, την οποίαν απεκόμισαν αντιγράφοντας άλλους ανθρώπους. Άλλοι παραδέχονται ότι αυτό εξαρτάται από την κατανόησι των λέξεων και ανταποκρίνεται σε ατομική αντίληψι, τέλος δε άλλοι πιστεύουν ότι αυτό έχει σχέσι με το ζήτημα της ευκολίας ή δυσκολίας την οποίαν έχει κάθε άτομον ως προς την προφορά των διαφόρων λέξεων. Εγώ, όμως, φροντίζω να βρω κάτι υψηλότερο, κάτι άγνωστο όχι μόνον εις τον ακροατή αλλά και εις αυτόν που προσεύχεται. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι αυτό που κινεί αόρατα τον τόνο είναι το Άγιον Πνεύμα το οποίον εντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις, μέσα εις εκείνους οι οποίοι δεν ξεύρουν πώς και για ποιό πράγμα πρέπει να προσεύχονται; Εάν ο κάθε ένας προσεύχεται εις το όνομα του Ιησού Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο Απόστολος, το Άγιον αυτό Πνεύμα, που εργάζεται μυστικά μέσα εις την ψυχήν αυτού που προσεύχεται και του χαρίζει την προσευχή, είναι δυνατόν επίσης να εμπιστευθή το αγαθοποιό του χάρισμα, παρά το γεγονός της ελλείψεως εκ μέρους του ανθρώπου αναλόγου δυνάμεως.

»Εις τον ένα, το Άγιον Πνεύμα παρέχει το χάρισμα του φόβου του Θεού, εις τον άλλον, την αγάπη, εις τον τρίτον σταθερότητα πίστεως, εις άλλον ταπείνωσιν κ.ο.κ. Εφ’ όσον έτσι έχει το πράγμα, αυτός ο οποίος έχει λάβει το χάρισμα της τιμής και δοξολογίας προς την δύναμι του Παντοδυνάμου, εις τις προσευχές του, ασφαλώς θα τονίζη με ιδιαίτερη θέρμη την λέξι Κύριε, επειδή είναι φυσικόν να αισθάνεται περισσότερο την δύναμι και το μεγαλείο του Πλάστου του Σύμπαντος. Αυτός που έχει λάβει την μυστική έκχυσι της αγάπης εις την καρδιά του, ρίχνεται εις την έκστασιν και γεμίζει από ευτυχία προφέροντας τις λέξεις «Ιησού Χριστέ», ακριβώς όπως κάποτε με έναν ορισμένο μοναχό, ο οποίος δεν ημπορούσε να ακούση το όνομα Ιησού και εις τις καθημερινές ακόμη ομιλίες, χωρίς να αισθανθή ένα κύμα αγάπης και ευτυχίας να εκχύνεται από την καρδιά του.

»Ο ακλόνητος προς την θεότητα του Χριστού και το ομοούσιόν Του προς τον Πατέρα, γεμίζει με λαύρα πίστεως όταν λέη τις λέξεις «Υιέ του Θεού». Αυτός που έχει λάβει το δώρο της ταπεινοφροσύνης και γνωρίζει βαθειά τις αδυναμίες του, με τις λέξεις «Ελέησόν με», αισθάνεται την αμαρτωλότητά του και οι πάρα πάνω λέξεις που προφέρει, συντρίβουν κυριολεκτικά την καρδιά του, χωρίς να του βγάζουν την ελπίδα ότι η απέχθεια του Θεού για τα αμαρτήματα δεν είναι μεγαλύτερα από την αγάπη Του προς τον αμαρτωλό. Αυτές είναι οι σκέψεις μου επάνω εις το ζήτημα των διαφόρων τόνων φωνής, με τους οποίους οι διάφοροι άνθρωποι λέγουν την Προσευχήν, εις το όνομα του Ιησού. Έτσι, λοιπόν, από τον τρόπο που ακούει κανείς να λέγεται η Προσευχή μπορεί να καταλάβη με τι χάρισμα είναι προικισμένος από τον Θεόν εκείνος που την λέει.

«Ένας αριθμός ανθρώπων με έχουν ερωτήσει και για το εξής ζήτημα: Γιατί δεν παρουσιάζονται ενωμένα όλα αυτά τα σημεία των κρυμμένων πνευματικών χαρισμάτων; Επειδή όχι μόνον μία, αλλά κάθε λέξις της Προσευχής θα μπορούσε να λεχθή με ένα και τον ίδιο τόνο, εις την ερώτησιν αυτή συνήθως απαντώ ως εξής: Εφ’ όσον η χάρις του Θεού διανέμει τα χαρίσματα με σοφία εις τον κάθε άνθρωπο σύμφωνα με την δύναμί του, όπως το βλέπουμε και εις την Αγία Γραφή, ποιος μπορεί με το περιωρισμένο του μυαλό να μπη και να ερωτήση το μυστήριο που διέπει τη διανομή της χάριτος αυτής; Δεν είναι ο πηλός απόλυτα εις την διάθεσι του κεραμοποιού που φτιάχνει με αυτόν, αυτό το αντικείμενον ή το άλλο»;

Έμεινα πέντε ημέρες κοντά εις τον Έλληνα αυτόν Πνευματικόν οδηγό ο οποίος, εν τω μεταξύ, άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα, ως προς την υγεία του. Οι ημέρες αυτές υπήρξαν τόσον ωφέλιμες για την ψυχή μου ώστε δεν κατάλαβα καθόλου πώς επέρασαν, επειδή μέσα εις αυτό το μικρό δωμάτιο σε σιωπηλή απομόνωσι δεν ασχολούμεθα με τίποτε άλλο παρά με την νοερά προσευχή εις το όνομα του Ιησού και δεν ωμιλούσαμε παρά μόνο γι’ αυτήν.

Μια μέρα ένας άλλος προσκυνητής ήλθε να μας έπισκεφθή. Παρεπονείτο πολύ πικρά για τους Εβραίους, τους οποίους και κατηγορούσε. Είχε περάσει από τα χωριά τους και είχε πολύ δυσαρεστηθή από τις κοροϊδίες που του έκαναν και από την έχθρα που του έδειξαν. Ήτο τόσο πολύ εναντίον τους, ώστε τους καταριόταν κ’ επί πλέον έλεγε ότι ήσαν ανάξιοι και να ζουν λόγω της επιμονής των εις την απιστίαν. Τέλος προσέθεσε ότι η δυσαρέσκειά του ήτο τόσο μεγάλη, ώστε εφοβείτο ότι δεν θα μπορούσε να επιβληθή εις τον εαυτόν του.

«Δεν έχεις δίκιο, φίλε μου, του είπε ο πνευματικός αυτός οδηγός, να βρίζης και να καταριέσαι τους Εβραίους κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός τους έχει πλάσει κι αυτούς όπως έπλασε κ’ εσένα κ’ εμένα. Έπρεπε να λυπηθής γι’ αυτά που έκαναν και όχι να τους καταριέσαι. Θα ήτο καλύτερο να προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Πίστευσέ με. Η απέχθεια που αισθάνεσαι γι’ αυτούς προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είσαι θεμελιωμένος εις την αγάπη του Θεού και δεν έχεις την ασφάλεια της εσωτερικής προσευχής, γι’ αυτό δεν έχεις και εσωτερική γαλήνη. Θα σου διαβάσω ένα κομμάτι από τους αγίους Πατέρας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, που είναι γραμμένο από τον όσιο Μάρκο τον ασκητή. Άκουσε τι λέει: «Η ψυχή η οποία είναι εσωτερικά ενωμένη με τον Θεό γίνεται με το μέγεθος της χαράς της σαν ένα απλό και καλόκαρδο παιδί. Δεν καταδικάζει κανέναν, ούτε ειδωλολάτρη, ούτε Εβραίο, ούτε αμαρτωλόν, αλλά τους βλέπει όλους με καθαρό μάτι, παίρνει χαρά απ’ όλα τα πλάσματα και θέλει όλους, αμαρτωλούς, Εβραίους, ειδωλολάτρας, να δοξάζουν τον Θεό».

»Ο Μέγας Μακάριος ο Αιγύπτιος, λέει επίσης, για τον πνευματικώτατον εσωτερικά άνθρωπο, τα εξής: «Αυτός που έφθασε εις ανωτέραν πνευματικότητα φλέγεται από τόσο μεγάλην αγάπη ώστε εάν ήτο δυνατόν θα ήθελε τον κάθε ένα να κατοική μέσα εις την καρδιά του, ασχέτως αν αυτός είναι καλός ή κακός». Βλέπεις, αγαπητέ αδελφέ, πώς σκέπτονται και διδάσκουν γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες; Σε συμβουλεύω, λοιπόν, να εγκαταλείψης την δυσαρέσκειά σου, να περιβάλης τα πάντα με καλωσύνη και αγάπη, όπως τα περιβάλει η παντογνωστική Πρόνοια του Θεού, όταν δε ενοχληθής από κάποιον, να μη κατηγορής αυτόν, αλλά να τα βάλης με τον εαυτόν σου, που έχει έλλειψιν υπομονής και ταπεινοφροσύνης».

Τέλος, μετά παρέλευσιν μιας εβδομάδος και πλέον, ο ασθενής αυτός Πνευματικός οδηγός έγινε καλά κ’ εγώ ετοιμάσθηκα να αναχωρήσω. Τον ευχαρίστησα εγκάρδια για την ευλογημένην αυτή διδασκαλία που μου έδωσε, και του εφίλησα το χέρι χαιρετώντας τον. Αυτός εσκέπτετο να επιστρέψη εις το Άγιον Όρος, ενώ εγώ εξακολούθησα την εφαρμογήν του σχεδίου μου, δηλαδή την αναχώρησί μου για το Ποτσαέβ. Δεν είχα προχωρήσει περισσότερο από πενήντα χιλιόμετρα όταν με έφθασεν ένας στρατιώτης, τον οποίον ερώτησα πού επήγαινε. Μου είπεν ότι επέστρεφε εις το μέρος όπου είχε γεννηθή, εις την περιοχή του Καμενέτς Ποντόλσκ.

Προχωρήσαμε μαζί περίπου πέντε χιλιόμετρα σιωπηλοί, όταν παρετήρησα ότι κάπου – κάπου ανεστεναζε πολύ βαθειά, σαν κάποια μεγάλη θλίψις να επίεζε τα στήθη του, ενώ εγίνετο συγχρόνως όλο και πιο μελαγχολικός. Τον ερώτησα γιατί ήτο τόσο λυπημένος κ’ εκείνος μου είπε:

«Καλέ μου φίλε, αφού κατάλαβες την λύπη μου, εάν με βεβαιώσης σε ό,τι έχεις ιερόν ότι δεν θα πης τίποτε ποτέ σε κανένα, θα σου πω όλη την ζωή μου, επειδή άλλως τε είμαι πολύ κοντά εις τον θάνατό μου».

Τον εβεβαίωσα σαν χριστιανός ότι δεν θάλεγα ούτε το παραμικρό σε οποιονδήποτε και ότι θα ήμουν πολύ ευτυχής να του παράσχω όσο περισσότερες και καλύτερες συμβουλές θα μπορούσα.

«Λοιπόν, άρχισε να διηγήται, ήμουν στρατιώτης και υπηρέτησα σ’ ένα μέρος, περίπου πέντε χρόνια, οπότε η εργασία εκεί έγινε εξαιρετικά σκληρή, συχνά δε μ’ ετιμωρούσαν για αμέλεια, που άρχισε να με καταλαμβάνη και το πιοτό, που συνήθισα να πίνω. Εμπήκε τότε εις το κεφάλι μου να δραπετεύσω, δεν άργησα δε να πραγματοποιήσω την σκέψι μου αυτή κ’ έγινα λιποτάκτης. Από τότε έχουν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα έξη χρόνια εκρυβόμουνα όπως ημπορούσα κ’ έκλεβα διάφορα πράγματα από αποθήκες, μπακάλικα και αγροικίες. Έκλεβα και άλογα, εφρόντιζα δε να πουλώ τα διάφορα κλοπιμαία με διαφόρους τρόπους. Ό,τι χρήματα έπαιρνα τα έπινα, γενικά δε έκανα μια πολύ άσωτη ζωή και διέπραττα κάθε είδος αμαρτίας. Εις την αρχή επήγαινα καλά, έπειτα, όμως, επειδή δεν είχα χαρτιά και ταυτότητα για να ταξειδεύω, μ’ επιάσανε και μ’ εβάλανε εις την φυλακή. Τέλος κατώρθωσα να δραπετεύσω από εκεί, για μεγάλη μου δε τύχην συναντήθηκα μετά με ένα στρατιώτη που είχεν απολυθή από τον στρατό κ’ επήγαινε σπίτι του σε μια μακρυνή διοικητική περιοχή. Εφαινόταν άρρωστος, γιατί περπατούσε με δυσκολία, με παρεκάλεσε δε να τον βοηθήσω μέχρι το πλησιέστερο χωριό όπου θάβρισκε ένα μέρος για να ησυχάση. Τον εβοήθησα και εφθάσαμε εκεί που επιθυμούσε. Ο αστυνομικός διευθυντής μου επέτρεψε να μείνουμε σε μια χόρτινη καλύβα, όπου ξαπλωθήκαμε για ν’ αναπαυθούμε την νύκτα αυτή. Όταν εξύπνησα το πρωί, εκοίταξα τον σύντροφό μου αλλά ήταν ακίνητος και ξυλιασμένος. Ήταν νεκρός. Μόλις το αντελήφθηκα αυτό, έσπευσα να τον ψάξω για να βρω τα χαρτιά του και προ παντός το χαρτί της απολύσεώς του. Το επήρα μαζί με τα λίγα χρήματα που είχε και εξαφανίσθηκα μέσα σ’ ένα κοντινό δάσος, ενώ όλοι κοιμώνταν ακόμη.

»Τα χαρτιά ευτυχώς συνέπεσε να είχαν τέτοια χρονολογία και ηλικία, που να μπορώ να τα χρησιμοποιήσω εύκολα. Ευχαριστήθηκα πολύ για την επιτυχία μου αυτή, επειδή θα μπορούσα τώρα, έχοντας χαρτιά, να ταξειδεύω παντού. Έτσι επήγα μέχρι τα βάθη του Αστραχάν. Εκεί απεφάσισα να παραμείνω και έπιασα δουλειά εργάτου σε ένα ζωέμπορο, ηλικιωμένον άνθρωπο εγκατεστημένον εκεί.

»Εζούσεν ο άνθρωπος αυτός με την κόρη του, που ήταν χήρα. Μετά ένα έτος ζωής κοντά του ενυμφεύθηκα την χήρα κόρη του, έπειτα δε από λίγο καιρό ο γέρος απέθανε. Δυστυχώς δεν ημπορέσαμε να συνεχίσουμε την επιχείρησι, κ’ εγώ άρχισα πάλι να πίνω. Η γυναίκα μου έκανε κι αυτή το ίδιο. Σε διάστημα ενός χρόνου εσπαταλήσαμε όσα μας είχεν άφησει ο γέρος πεθερός μου. Μετά από λίγο καιρό η σύζυγός μου αρρώστησε βαρειά και πέθανε. Τότε εγώ επούλησα ό,τι είχε απομείνει, τα έφαγα και έμεινα χωρίς πεντάρα. Άρχισα να πεινώ, οπότε ξαναγύρισα εις την παλιά μου τέχνη. Τώρα, όμως, έκανα τον κλεπταποδόχο, γιατί είχα πια χαρτιά και ταυτότητα. Με το ξαναγύρισμα εις το αμαρτωλό επάγγελμα, ξαναβρήκα και την παλιά μου αμαρτωλή ζωή. Οι επιτυχίες μου αυτές διήρκεσαν ένα χρόνο. Αργότερα, όμως, δεν επήγαν και τόσο καλά τα πράγματα. Έκλεψα ένα γέρικο άλογο από ένα ακτήμονα χωριάτη, ένα Μπόμπιλο, όπως τους λέμε, και το επούλησα για λίγα λεπτά.

»Με τα χρήματα που επήρα ήπια αρκετά σε μια μπυραρία κ’ ύστερα μου ήλθε η ιδέα να πάω σε ένα γειτονικό χωριό, όπου γινόταν ένας γάμος, με το σκοπό να επιδοθώ σε κλοπές, όταν μετά την διασκέδασι θα έπεφταν όλοι εις τον ύπνο. Πριν ακόμη δύση ο ήλιος εμπήκα μέσα σ’ ένα κοντινό δάσος για να νυκτώση. Εξάπλωσα εκεί κάπου για να περάση η ώρα, αλλά μ’ επήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω. Εις τον ύπνο μου αυτόν είδα ένα όνειρο. Είδα ότι εκαθόμουν σ’ ένα πλατύ και ωραίο χλοερό μέρος. Ξαφνικά παρετήρησα ότι ένα φοβερό σύννεφο άρχισε να ανεβαίνη εις τον ουρανό. Σε λίγο εξέφυγε μια τόσο τρομερή βροντή κεραυνού από το σύννεφο αυτό, ώστε εσείστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου κ’ έτρεμε. Εγώ ενόμισα σαν κάποιος να με αναποδογύρισε και να με εκύλισε κάμποσες φορές επάνω εις το έδαφος. Έπειτα, το σύννεφο αυτό, εφάνηκε σαν να κατεβαίνη προς τα κάτω χαμηλά κι από μέσα επρόβαλλε σε λίγο η μορφή του πατέρα μου, που είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια. Ήταν, εις την ζωή του, ο πατέρας μου, ένας εξαίρετος άνθρωπος κ’ είχεν υπηρετήσει τριάντα ολόκληρα χρόνια ως εκκλησιαστικός επίτροπος εις το χωριό μας.

«Προχώρησε προς το μέρος μου με μια έκφρασι γεμάτη θυμό και αγανάκτησι που με έκαναν να με κυριεύση μεγάλος φόβος. Γύρω εκεί είδα ακόμα, διάφορους σωρούς από ποικίλα πράγματα που είχα κατά διάφορες εποχές κλέψει. Η θέα τους μ’ ετρομοκράτησεν ακόμη περισσότερο. Συγχρόνως εφάνηκε κι ο παππούς μου να έρχεται προς το μέρος μου, να δείχνη τον πρώτο σωρό και να λέη:

«Τι είναι αυτό; Τώρα θα το πληρώσης»! Τότε ξαφνικά το έδαφος εβούλιαξε κάμποσο γύρω μου κι άρχισε να με πιέζη απ’ όλες τις πλευρές, τόσο σκληρά, ώστε δεν ημπορούσα να υποφέρω τον πόνο και την λιποψυχία που με κατέλαβαν. Εφώναξα: «Λυπήσου με». Αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έπειτα, για δεύτερη φορά, ο παππούς μου δείχνοντάς μου έναν άλλο σωρό επανέλαβε λέγοντας: «Τι είναι αυτό; Δώστε του μια σκληρότερη πληρωμή». Τότε αισθάνθηκα τόσο βίαιο και μαρτυρικό πόνο κι αγωνία που δεν ημπορούν να συγκριθούν με τίποτε παρόμοιο εις την γη.

«Τέλος ο παππούς μου έφερε κοντά μου το άλογο, που είχα κλέψει την προηγούμενη βραδυά. Και μου φώναξε: «Κι αυτό εδώ τι είναι; Βασανίσου, λοιπόν, τώρα όσο πιο σκληρότερα παίρνει»!

«Αποτέλεσμα των λόγων αυτών ήτο ένας τόσο σκληρός, τραχύς κ’ εξαντλητικός πόνος, που είναι αδύνατον να περιγραφή. Ήταν σαν κάποιος να μου έβγαζε τους τένοντας απ’ τις σάρκες μου, πράγμα που με έκανε να κόβεται η αναπνοή μου, απ’ τον πόνο που ακολουθούσε. Αισθάνθηκα ότι δεν θα άντεχα πλέον κι ότι θα έμενα πια αναίσθητος εις τον λάκκον αυτό αλλά το άλογο την ίδια στιγμή μου έδωσε ένα λάκτισμα εις το μάγουλο, οπότε εξύπνησα τρέμοντας και σπαρταρώντας απ’ τον φόβο σαν το ψάρι.

«Εν τω μεταξύ είχεν όχι μόνον ξημερώσει αλλ’ είχε βγη και ο ήλιος δυο κοντάρια ψηλά εις τον ουρανό. Αυτόματα έκανα μια ακούσια κίνησι, πιάνοντας το μάγουλό μου, και είδα ότι ήτο πληγωμένο κ’ έτρεχεν αίμα από την πληγή. Όλα τα μέρη επίσης του σώματός μου, που είχα δη εις τον ύπνο μου πως είχαν υποφέρει, τα αισθανόμουν σκληρά και πονεμένα σαν να τα είχαν τρυπήσει χιλιάδες βελόνες. Ευρισκόμουν σε κατάστασι τέτοιου τρόμου που δεν ημπορούσα να σηκωθώ. Το κτυπημένο μάγουλό μου έκανε αρκετό καιρό να περάση κι ακόμα μέχρι τώρα μπορείς να δης το σημάδι που άφησε. Να, κοίταξέ το, δεν υπήρχε πριν από το περιστατικό αυτό.

«Έτσι μετά από το τρομακτικό αυτό όνειρο με κατελάμβαναν συχνά τύψεις και τρόμος Μόνον που το θυμόμουν έτρεμα και η αγωνία κατελάμβανε την ψυχή και την καρδιά μου. Δεν ήξευρα τι να κάνω, πώς να εύρισκα κάποια γαλήνη να ηρεμούσα. Το χειρότερο, όμως, όσο περνούσεν ο καιρός τόσον εμεγάλωνε κι ο φόβος μου κ’ η ταραχή. Άρχισα να αισθάνωμαι ένα φόβο για τους ανθρώπους, γιατί με κατελάμβανε μια ντροπή για όσα είχα κάμει, νομίζοντας πως όλοι εγνώριζαν το ελεεινό μου παρελθόν. Δεν ημπορούσα πια ούτε να φάω ούτε να κοιμηθώ από αυτή την συνεχή οδύνη της ψυχής μου. Είχα καταντήσει σαν ένα σκιάχτρο. Εσκέφθηκα να παραδοθώ εις την αστυνομία και να ομολογήσω όλες τις κλοπές και τις απάτες μου. Ενόμιζα ότι ο Θεός θα με συγχωρούσε αν ελάβαινα τις ανάλογες τιμωρίες. Δεν είχα το θάρρος, όμως, να το κάμω γιατί φοβώμουν τις ταλαιπωρίες της φυλακής. Έχασα ύστερα απ’ όλα αυτά κάθε είδος υπομονής και παρηγοριάς και εσκέφθηκα να αυτοκτονήσω, αλλ’ έπειτα είδα ότι θα ήταν περιττή η αυτοκτονία γιατί όσο περνούν οι ημέρες όλο και χάνω δυνάμεις, πιστεύω δε πως η ζωή που μου μένει είναι λίγη, επειδή οπωσδήποτε, έτσι όπως πάω, θα πεθάνω. Τώρα πηγαίνω εις το χωριό μου να ιδώ έναν ανεψιό μου και εκεί να πεθάνω εις το μέρος που εγεννήθηκα. Έχω έξη μήνες που ταξειδεύω, κάθε μέρα δε που περνά, με κάνει και περισσότερο αξιολύπητο. Τι λες εσύ, φίλε μου, για όλα αυτά; Τι πρέπει να κάνω; Αλήθεια! Είναι αδύνατο πια να υποφέρω περισσότερο»!

Ακούοντας όλην αυτή τη φοβερή και αληθινή ιστορία με κομμένη την αναπνοή μου, εδοξολόγησα του Θεού τη σοφία και την αγαθότητα που ενεργεί με τόσο ποικίλους και θαυμαστούς τρόπους για να φέρη τους αμαρτωλούς σε συναίσθησι. Του είπα, λοιπόν: «Αδελφέ μου, έπρεπε τις ώρες του φόβου, και του τρόμου και της αγωνίας σου, να προσηύχεσο θερμά προς τον Θεό. Αυτό θα ήτο η μεγάλη και αποτελεσματική θεραπεία των δεινών σου».

«Αλήθεια! Εις την ζωή μου, είπεν, εσκέφθηκα ότι θα ήταν καταστροφή για μένα να τολμήσω να προσευχηθώ απ’ ευθείας προς τον Θεό».

«Όχι, αδελφέ μου, όχι! Ο Σατανάς έβαλε εις το μυαλό σου τον φόβο και τις σκέψεις αυτές για την προσευχή. Αγαπητέ μου, δεν υπάρχει εις το έλεος του Θεού όριο και πραγματικά λυπάται ο Θεός όταν δεν συναισθάνωνται οι άνθρωποι και δεν καταλαβαίνουν να ζητήσουν το έλεός Του, για να τους συγχωρήση Εκείνος, όλες τις αμαρτίες τους.

»Ο Θεός συγχωρεί χωρίς όριο αυτούς που μετανοούν. Δεν ηξεύρουν οι δυστυχείς άνθρωποι να προσευχηθούν, δεν ηξεύρουν να πουν ούτε την προσευχή του Ιησού, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εσύ θα κάνης άριστα ν’ αρχίσης να λες αυτή την προσευχή χωρίς διακοπή».

«Α! Μάλιστα, την ξεύρω αυτή την Προσευχή. Την έλεγα μερικές φορές που συνέβαινε να έχω ανάγκη από περισσότερο θάρρος, όταν επρόκειτο να κάνω κάποια κλεψιά».

«Άκουσε, λοιπόν. Ο Θεός δεν σε κατέστρεψε όταν επήγαινες να κάνης κάτι κακό κ’ έλεγες την Προσευχήν αυτή. Πώς θα μπορούσε να προβή εις την καταστροφή σου αφού η Προσευχή αυτή περιέχει τη λέξι του ελέους; Ο Σατανάς εφρόντισε να σε κάνη να μη την λες καθόλου, πρέπει δε να γνωρίζης ότι, άσχετα με τις σκέψεις που έρχονται εις το μυαλό σου, αν επιμείνης να λες την νοερά Προσευχή του Χριστού θα λυτρωθής πολύ γρήγορα από τους τρόμους και τα άλλα βάσανά σου κ’ η γαλήνη του Θεού θα βασιλεύση μέσα εις την ψυχή σου. Θα γίνης αφωσιωμένος του Θεού άνθρωπος και θ’ απαλλαγής απ’ όλες τις αμαρτωλές σου συνήθειες και τα πάθη. Σε βεβαιώνω γι’ αυτό, γιατί έχω ιδή πραγματικά θαύματα εις την ζωή μου από την Προσευχήν εκείνη».

Μετά απ’ αυτά, του διηγήθηκα διάφορα περιστατικά, που έδειχναν την εξαίσια δύναμι που η Προσευχή του Ιησού είχε φέρει σε διάφορους αμαρτωλούς. Τέλος τον έπεισα να έλθη μαζί μου εις την Παναγία του Ποτσαέβ, το καταφύγιο των αμαρτωλών, για να εξομολογηθή εκεί και να κοινωνήση πριν φθάση εις το χωριό του.

Ο στρατιώτης μου, άκουσε όλα όσα του είπα με πολλή προσοχή, όπως τουλάχιστο κατάλαβα, και με χαρά συμφώνησεν απόλυτα. Πήγαμε μαζί μέχρι το Ποτσαέβ χωρίς να μιλή ο ένας προς τον άλλο, επειδή ελέγαμε νοερά την προσευχή του Ιησού σ’ όλο το διάστημα. Μιαν ολόκληρην ημέρα εβαδίσαμε έτσι. Την επομένην αισθάνθηκε, όπως μου είπε, πολύ καλύτερα και για πρώτη φορά άρχισε να κυριαρχή η ηρεμία μέσα του, που ποτέ άλλοτε δεν την είχε αισθανθή. Την τρίτην ημέρα εφθάσαμεν εις το Ποτσαέβ και τον συνεβούλευσα να μη διακόψη την Προσευχήν ούτε κατά το διάστημα της ημέρας, ούτε την νύκτα, όταν ήταν ξύπνιος, τον εβεβαίωσα δε ακόμη ότι το Πανάγιον Όνομα του Ιησού, που ο αόρατος εχθρός δεν ημπορεί να το υποφέρη, θα τον ενδυνάμωνε για να σωθή. Εις αυτό το σημείο του εδιάβασα ένα κομμάτι από την «Φιλοκαλία» που έλεγεν ότι αν και οφείλουμε να λέμε πάντοτε την Προσευχή του Ιησού, είναι πολύ πιο απαραίτητο να την λέμε όταν προπαρασκευαζώμεθα για την Αγία Κοινωνία.

Έκαμε όπως του είπα και του εδιάβασα και εξωμολογήθηκε, κι ο πνευματικός του επέτρεψε να κοινωνήση. Μετά ταύτα από καιρού εις καιρόν οι παλαιές αμαρτωλές τάσεις και σκέψεις τον ενωχλούσαν, αλλά τις ενικούσεν εύκολα λέγοντας την Προσευχήν αυτή. Την Κυριακή για να σηκωθή πρωί και να προφθάση εις τον Όρθρο, έπεσε να κοιμηθή ενωρίτερα από βρα5ύς με την νοερά Προσευχή εις τα χείλη. Εγώ έμεινα αργότερα και μ’ ένα ισχνό φως εδιάβαζα απ’ την «Φιλοκαλία».

Είχε περάσει καμμιά ώρα όταν αντελήφθηκα πως τον είχε πάρει πια ο ύπνος. Ξαφνικά, όμως, είκοσι πέντε λεπτά περίπου αργότερα, έδωσε ένα τίναγμα κ’ εσηκώθηκεν ορθός, επήδησε κάτω απ’ το κρεβάτι και έτρεξε κατ’ επάνω μου με δάκρυα εις τα μάτια και λόγια ευτυχίας εις τα χείλη και μου είπεν: «Ω, αδελφέ μου. Τι είδαν τα μάτια μου. Πόσον ήρεμος και ευτυχής είμαι τώρα. Πιστεύω πια τέλεια, ότι ο Θεός επιθυμεί ζωηρά την σωτηρία των αμαρτωλών και προς αυτούς κατευθύνεται η θεία Του στοργή. Δόξα σοι, Θεέ μου, δόξα νάχη το Όνομά Σου».

Ετρόμαξα και εχάρηκα συγχρόνως, τον ερώτησα δε να μου πη τι ακριβώς του είχε συμβή.

«Μόλις μ’ επήρεν ο ύπνος, μου είπεν, είδα πως ήμουν εις αυτό το χλοερό λιβάδι που υπέφερα τα μαρτύρια. Εις την αρχήν ετρομοκρατήθηκα αλλά είδα τώρα αντί για το σύννεφο, ένα λαμπρόν ήλιο να ανατέλλη και ένα λαμπρότατο φως να φωτίζη γλυκά το λιβάδι. Τώρα υπήρχαν ακόμη μέσα εις το λιβάδι κόκκινα τριαντάφυλλα κι άλλα όμορφα λουλούδια. Ξαφνικά πάλι παρουσιάστηκεν ο παππούς μου και μ’ εκοίταξε με τόσο γλυκό βλέμμα, που ποτέ πριν δεν με είχε κοιτάξει άνθρωπος. Με εχαιρέτησε και μου είπε: «Πήγαινε εις το Ζιτομίρ εις την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Θα σε προστατεύσουν εκεί εις την εκκλησία. Κάθησε, λοιπόν, εκεί μέχρι το τέλος της ζωής σου και προσεύχου χωρίς ποτέ να σταματήσης κι ο Θεός θα είναι μαζί σου». Αυτά μου είπε, κι αμέσως με έσταύρωσε με το σημείον του σταυρού κ’ εξαφανίστηκε. Δεν ημπορώ να εκφράσω πόσον ευτυχής είμαι τώρα. Αισθάνομαι σαν να ελαφρώθηκα από ένα φοβερό βάρος που είχα εις την ψυχή μου.

Τώρα μου φαίνεται πως ημπορώ να πετάξω μέχρι τον ουρανό. την στιγμή που εξύπνησα, τώρα πριν λίγες στιγμές, αισθάνθηκα τέτοια ειρήνη, εις την καρδιά και το μυαλό μου, που ποτέ πριν δεν είχα εις την ζωή μου αισθανθή. Τώρα τι πρέπει να κάνω; Δεν πρέπει να φύγω αμέσως για το Ζιτομίρ, όπως μου είπεν ο παππούς μου; Θα φύγω, λοιπόν, αμέσως αφού εξασφάλισα την εσωτερική μου γαλήνη με την νοερά προσευχή».

«Μα, αδελφέ μου, στάσου, του είπα, ακόμη είναι νύκτα. Πώς ημπορείς αμέσως να ξεκινήσης, νύκτα καιρό; Κάθησε μέχρι το πρωί να πάμε εις τον Όρθρο να προσευχηθούμε κ’ έπειτα φεύγεις, με του Θεού την δύναμι».

Έτσι, μετά απ’ αυτήν την συνομιλία, δεν εκοιμηθήκαμε πια, αλλά πήγαμε εις την εκκλησία όπου κατά τη διάρκεια του Όρθρου, προσευχηθήκαμε με δάκρυα εις τα μάτια κι όπως με εβεβαίωσεν αισθανόταν άρρητη γαλήνη και προώδευε ειρηνικά εις την Προσευχή του Ιησού. Μετά την θεία Λειτουργίαν εκοινώνησε κ’ έπειτα έφαγε λίγο κ’ εξεκίνησε για το Ζιτομίρ. Τον συνώδευσα μέχρι το δρόμο, που αρχίζει για την πόλιν αυτή και τον κατευώδωσα με χριστιανική χαρά και αγάπη.

Μετά από τα γεγονότα αυτά με τον φίλο μου, άρχισα να σκέπτωμαι για τον εαυτό μου. Πού θα πήγαινα τώρα; Τέλος απεφάσισα να πάω πάλιν εις το Κίεβο. Η σοφή διδασκαλία του πνευματικού που με εξωμολόγησε με ετραβούσε προς τα εκεί, αλλ’ επί πλέον μένοντας λίγο εις το μέρος αυτό θα είχα ίσως κάποια ευκαιρία να βρω κανέναν ευσεβή και φιλάνθρωπο να με βοηθήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ, ή τουλάχιστον εις το Άγιον Όρος του Άθω. Έμεινα, λοιπόν, άλλη μιαν εβδομάδα εις το Ποτσαέβ χρησιμοποιώντας τον χρόνο μου αυτόν σε αναμνήσεις και συλλογισμούς όλων αυτών τα οποία είχα ιδή και είχα συναντήσει εις το διάστημα του τελευταίου ταξειδιού μου. Επί πλέον έγραψα και σημειώσεις πολλών και διαφόρων ωφελίμων πραγμάτων. Έπειτα ετοιμάστηκα για το ταξείδι, επήρα το σακκίδιό μου, κ’ επήγα εις την εκκλησία για ν’ αφιερώσω το ταξείδι μου αυτό εις την Μητέρα του Χριστού. Όταν ετελείωσεν η Λειτουργία είπα τις ιδιαίτερές μου προσευχές κ’ ετοιμαζόμουν ν’ αναχωρήσω, όταν καθ’ όν χρόνον ευρισκόμουν έξω απ’ την εκκλησία, ένας άγνωστος μπαίνοντας μέσα μ’ ερώτησε πού θα μπορούσε ν’ αγοράση μια λαμπάδα. Τον οδήγησα σύμφωνα με την ερώτησί του. Δεν ήταν πλούσια ντυμένος, αλλά τα ρούχα του ήταν πολύ καθαρά κ’ ευπρεπή.

Επήγα κ’ επροσκύνησα το άγιον αποτύπωμα του ποδιού της Παναγίας, προσευχήθηκα κάμποσην ώραν κ’ εξεκίνησα. Είχα αρκετά προχωρήσει όταν εις τον δρόμο μου είδα σ’ ένα σπίτι ένα ανοιχτό παράθυρο όπου παρετήρησα πως εστέκετο κ’ εδιάβαζε ο άνθρωπος που με είχε ερωτήσει στην εκκλησία για την λαμπάδα. Όπως επερνούσα δίπλα του, έβγαλα το καπέλλο μου και τον εχαιρέτησα, εκείνος δε αντιχαιρετώντας με μιαν υπόκλισι και κάνοντάς μου νεύμα να πάω μέσα, μου είπεν:
«Αν δεν απατώμαι είσαι προσκυνητής· δεν είναι έτσι»;
«Μάλιστα», απήντησα.
Όταν εμπήκα μέσα, ηθέλησε να μ’ ερωτήση ποιος ήμουν και πού επήγαινα. Του τα είπα όλα χωρίς να του κρύψω τίποτα. Μου προσέφερεν ωραίο τσάϊ κι άρχισε να μου μιλή: «Άκουσε, περιστέρι μου, μου είπε, σε συμβουλεύω να πας να προσκυνήσης εις το μοναστήρι του Σολοβέσκυ. Υπάρχει εκεί μια πολύ απομεμονωμένη και ήσυχη Σκήτη, που ονομάζεται Ανζέρσκυ. Είναι σαν ένας δεύτερος Άθως, δέχονται δε τον καθένα εκεί, με καλωσύνη και στοργή. Η δοκιμασία για τους δοκίμους για το μοναχικό σχήμα, συνίσταται σε διάβασμα, κατά σειράν, του Ψαλτηρίου, τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο. Σκοπεύω να πάω και εγώ για να προσκυνήσω, επειδή τόχω τάξει να πάω μια φορά με τα πόδια. Δεν τολμώ, όμως, να ταξειδεύσω έτσι μονάχος, επειδή ο δρόμος είναι πολύ ερημικός. Τι θάλεγες να πηγαίναμε παρέα οι δυό μας; Εγώ θα έχω χρήματα και θ’ αγοράζω τρόφιμα και για τους δυό μας εις το διάστημα του ταξειδιού. Έχω κι ακόμη μια πρότασιν. Εις τον δρόμο θα βαδίζουμε σε απόστασιν ολίγων μέτρων ο ένας από τον άλλον, για να μπορούμε έτσι να προσευχώμεθα νοερά ή θάχουμε από ένα μικρό βιβλίο να διαβάζουμε, ή τέλος θα απασχολούμε το μυαλό μας με ιερές και πνευματικές σκέψεις. Σκέψου το αυτό, αδελφέ μου, και μη μου αρνηθής την παρέα αυτή, που θα είναι ωφέλιμη πνευματικά και για τους δυο μας».

Όταν άκουσα την ανεπάντεχην εκείνη πρόσκλησι την επίστευσα ότι ήταν σημείο της Παναγίας εις την οποίαν είχα αφιερώσει το ταξείδι μου αυτό. Χωρίς περισσότερη σκέψι συμφώνησα αμέσως. Έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την επομένην. Περπατήσαμε τρεις ολόκληρες ήμερες ο ένας πίσω από τον άλλο, σύμφωνα με την επιθυμία του πνευματικού φίλου. Εκείνος εδιάβαζεν ένα βιβλίο σ’ όλο το διάστημα χωρίς να το αποχωρισθή απ’ τα χέρια του, ούτε νύκτα ούτε ημέρα. Μερικές φορές έκλεινε το βιβλίο για να παραδίδεται σε θείες και ιερές σκέψεις. Το πρώτο βράδυ έσταματήσαμε σ’ ένα μέρος για να φάμε. Την ώρα που ετρώγαμε, ο σύντροφός μου και πάλιν είχεν ανοικτό το βιβλίο εμπρός του και έρριχνε ματιές μέσα του. Είδα και εγώ το βιβλίο και αντελήφθην ότι ήταν Ευαγγέλιο. Τότε του είπα: «Επιτρέπεται να σε ερωτήσω γιατί ούτε μια στιγμή δεν αφήνεις το Ευαγγέλιον από το χέρι σου, μέρα και νύκτα; Γιατί συνεχώς το βαστάς και τόχεις μαζί σου»;
«Διότι, απήντησεν, απ’ αυτό και μόνον απ’ αυτό, διδάσκομαι συνεχώς».
«Και τι διδάσκεσαι ακριβώς»; συνέχισα.
«Την χριστιανική ζωή, αυτή που συνοψίζεται εις την προσευχή. Θεωρώ ότι η προσευχή είναι το πιο ενδιαφέρον και το πιο απαραίτητο πράγμα για την σωτηρία και το πρώτο καθήκον για τον κάθε χριστιανό. Η προσευχή είναι το πρώτο βήμα εις την αφωσιωμένην εις τον Θεό ζωή. Είναι το στέμμα της. Για τον λόγο δε αυτόν το Ευαγγέλιο ορίζει την αδιάλειπτη προσευχή. Οι διάφορες πράξεις ευσέβειας έχουν η κάθε μια τον καιρό της, αλλά όσον άφορα εις την προσευχή, εκείνη έχει ιδικό της τον κάθε είδους χρόνο. Χωρίς προσευχή κανείς δεν ημπορεί να πράξη κανένα καλό και χωρίς το Ευαγγέλιο κανείς δεν ημπορεί να μάθη τέλεια αυτό που είναι σχετικό με την προσευχή. Όλοι όσοι εγεύθηκαν της σωτηρίας με τον τρόπο της εσωτερικής πνευματικής ζωής, οι άγιοι διάκονοι του Λόγου του Θεού οι ερημίται και οι ασκηταί κι όλοι οι θεοφοβούμενοι χριστιανοί, εδιδάχθησαν από την συνεχή και αλάνθαστην απασχόλησιν με τα βάθη του θείου Λόγου και από την αγιαστικήν ανάγνωσι του αγίου Ευαγγελίου. Οι πλείστοι απ’ αυτούς είχαν το Ευαγγέλιο συνεχώς εις τα χέρια τους και η διδασκαλία του για την σωτηρία, τους επότισε με το δίδαγμα που συνοψίζεται εις το: κάθησε κάτω εις την σιωπή του κελλιού σου και διάβαζε και ξαναδιάβαζε συνεχώς το άγιον Ευαγγέλιο. Αυτός είναι ο λόγος που και εγώ όπως αυτοί δεν το αποχωρίζομαι ποτέ από τα χέρια μου».

Ευφράνθηκα πραγματικά με τα τόσο λογικά πράγματα που άκουσα από τον άνθρωπον αυτό και με την πρόοδο που αντελήφθηκα πως είχεν εις την προσευχή. Τον ερώτησα σε ποιό απ’ τα τέσσερα Ευαγγέλια ευρήκε την διδασκαλία περί της προσευχής. «Και εις τους τέσσερεις Ευαγγελιστάς, απήντησεν, σε κάθε λέξι όλης της Καινής Διαθήκης, διαβάζοντάς την με την σειρά. Έχω που διαβάζω πολύν καιρό και φροντίζω να εμβαθύνω εις την έννοιαν, αλλ’ έχω ακόμη καταλάβει ότι υπάρχει κάποια προοδευτική γραμμή, κάποια αλυσίδα, εις την διδασκαλία περί προσευχής, που αρχίζει από τον πρώτον Ευαγγελιστή και προχωρεί συστηματικά μέσα σε πλαίσια μιας ωρισμένης σειράς. Επί παραδείγματι εις την αρχή – αρχή, τίθεται η προσέγγισις, η εισαγωγή, όπως θα ελέγαμε, εις την διδασκαλία περί προσευχής και ακολουθεί ο τύπος, δηλαδή η εξωτερίκευσίς της με λόγια.

Έπειτα έχουμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις υπό τις οποίες προσφέρεται η προσευχή, έχουμε τον τρόπο της διδασκαλίας της, διάφορα παραδείγματα γι’ αυτήν, και τέλος την μυστικιστική διδασκαλία περί εσωτερικής, πνευματικής και αδιαλείπτου προσευχής, εις το ευλογημένον όνομα του Ιησού. Η προσευχή αυτή αποτελεί το υψηλότερον είδος προσευχής που είναι πολύ καλυτέρας μορφής από τον συνηθισμένο τύπο. Ακολουθούν τα περί αναγκαιότητος του είδους της νοεράς προσευχής, οι ευλογημένοι καρποί της κ.λ.π. Μ’ ένα λόγο ευρίσκεται εις το Ιερόν Ευαγγέλιον πλήρης και λεπτομερής γνώσις για την εφαρμογή της προσευχής, με σύστημα και συνέπεια απ’ την αρχήν ως το τέλος».

Ακούοντας αυτά, απεφάσισα να τον ερωτήσω να μου δείξη όσα μου είπε με περισσότερην ακρίβεια. Του είπα, λοιπόν: «Επειδή ενδιαφέρομαι να ακούω και να μιλώ για την προσευχή, περισσότερον από ο,τιδήποτε άλλο εις αυτόν τον κόσμο, θα ήμουν πολύ ευτυχής εάν θα μπορούσα να μάθω από σένα με λεπτομέρειες αν είναι δυνατόν, την μυστικήν αυτήν αλυσίδα της διδασκαλίας περί προσευχής. Για την αγάπη του Θεού, σε ικετεύω δίδαξέ μου την απ’ το άγιον Ευαγγέλιο».

Συνεφώνησε με την παράκλησί μου και είπε: «Άνοιξε το Ευαγγέλιό σου, κοίταξέ το και σημείωσε ό,τι θα σου πω». Μου έδωσεν ένα μολύβι και εξακολούθησε: «Λάβε την καλωσύνη και άρχισε να κρατής σημειώσεις, προσέθεσε. Άνοιξε το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Ματθαίου πρώτα και διάβασε εις το έκτο κεφάλαιον από τον έκτο στίχο μέχρι τον ένατο. Βλέπεις ότι εδώ έχουμε την προπαρασκευή ή την εισαγωγή που μας διδάσκει να μη κάνουμε την προσευχή προς χάριν της ματαιοδοξίας και κατά επιδεικτικό τρόπον, αλλά να την αρχίζουμε σε μοναχικό μέρος και ήσυχο, και να προσευχώμεθα μόνον για την συγχώρησι των αμαρτιών μας και την καλή μας επικοινωνία με τον Θεό κι όχι να την μετατρέπουμε σ’ ένα σωρό ανωφελή αιτήματα για κοσμικές επιδιώξεις, όπως κάνουν οι εθνικοί».

Έπειτα διάβασε λίγο πιο κάτω εις το ίδιο κεφάλαιο από τον ένατο μέχρι τον δέκατο στίχο. «Μας δίδεται εδώ ο τύπος της προσευχής, δηλαδή ο τύπος του περιεχομένου και των λέξεων με τις οποίες πρέπει να εκφραζώμεθα κατά την προσευχή. Με μεγάλη σοφία ευρίσκονται εδώ συγκεντρωμένα όλα τα καλά όσα χρειάζονται και όσα είναι επιθυμητά εις την ζωή μας. Συνέχεια, προχώρησε και διάβασε τους στίχους δεκατέσσερα και δεκαπέντε, του ίδιου κεφαλαίου και θα βρης εκεί τους όρους υπό τους οποίους η προσευχή καθίσταται αποτελεσματική, επειδή εάν δεν συγχωρήσουμε αυτούς που μας έβλαψαν, ο Θεός δεν θα συγχωρήση τα δικά μας αμαρτήματα. Τώρα πέρασε εις το έβδομο κεφάλαιο και θα ιδής εκεί εις τον έβδομο και τον δωδέκατο στίχο, πώς να επιτύχης εις την προσευχή, πώς να γίνης επίμονος εις την ελπίδα από τις εκφράσεις που οδηγούν εις αυτό και λένε —αιτείτε, ζητείτε, κρούετε. Αυτές οι ισχυρές εκφράσεις δίνουν το χρώμα της συχνότητος της προσευχής και της αναγκαιότητος της τακτικής εφαρμογής της, εις τρόπον ώστε η δύναμις της προσευχής να μη συμβαίνη μόνο να μας παρακολουθή, αλλ’ ακόμη περισσότερο να προπορεύεται πολλές φορές εις την ζωή μας. Αυτό αποτελεί την κυριωτέραν αξία της προσευχής, θα ιδής δε ένα παράδειγμα γι’ αυτό εις το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο του Ευαγγελιστού Μάρκου εις τους στίχους τριάντα δύο μέχρι σαράντα, όπου ο ίδιος ο Χριστός επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις της προσευχής συχνά. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις το ενδέκατο κεφάλαιο, στίχος ένα έως πέντε, δίνει ένα παρόμοιο παράδειγμα προσευχής που επαναλαμβάνεται εις την Παραβολή του Φίλου του Μεσονυκτίου (Λουκ. 11,5—14).

«Αλλά και η σταθερά παράκλησις της παραβολής της Επιμόνου Χήρας, όπως διατυπώνεται εις το δέκατον όγδοο κεφάλαιο, στίχος ένας έως οκτώ, διδάσκει καθαρά την προτροπή του Χριστού που λέει ότι πρέπει να προσευχώμεθα πάντοτε, σε κάθε περίπτωσι και σε κάθε μέρος και να μη παραλείπουμε και να παραμελούμε το καθήκον αυτό. Μετά από αυτήν την λεπτομερή διδασκαλία, μας δίδεται, εις το Ευαγγέλιο του Ιωάννου, η ουσιώδης και κεντρική διδασκαλία για την μυστικήν εσωτερική προσευχή της καρδιάς. Εις την αρχή μάς φανερώνεται εις την εμβριθή διήγησι της συνομιλίας του Χριστού με την Σαμαρείτιδα, όπου αποκαλύπτεται η εσωτερική προσκύνησις του Θεού, εν πνεύματι και αληθεία, την οποίαν ο Θεός επιθυμεί και η οποία είναι η ασίγαστη αληθινή προσευχή που μοιάζει σαν το τρεχούμενο νερό το «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 4, 5—25). Πάρα κάτω, εις το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, στίχος τέσσερα έως οκτώ, μας εικονίζεται ακόμα τελειότερα η δύναμις, η ισχύς και η αναγκαιότης της εσωτερικής προσευχής που είναι η παρουσία του πνεύματος του Χριστού σαν μια ασίγαστη ενθύμησι του Θεού.

«Τελικά διάβασε τους στίχους είκοσι τρία μέχρι είκοσι πέντε του δεκάτου έκτου κεφαλαίου του ίδιου Ευαγγελιστού, θα διακρίνης δε εκεί, ότι η προσευχή εις το όνομα του Ιησού Χριστού, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όταν επαναλαμβάνεται συχνά έχει μεγίστη δύναμι και ανοίγει πολύ εύκολα την καρδιά για να την ευλογήση. Αυτό γίνεται αντιληπτό πολύ καθαρά εις την περίπτωσι των Αποστόλων, οι οποίοι είχαν ένα χρόνο κοντά εις τον Χριστό και είχαν ήδη απ’ Αυτόν διδαχθή την Κυριακή προσευχή, δηλαδή το «Πάτερ ημών», απ’ τους οποίους φυσικά το μαθαίνουμε και εμείς. Εις το τέλος, όμως, της επιγείου Του ζωής ο Χριστός απεκάλυψεν εις αυτούς το μυστήριο που ακόμη οι προσευχές τους εστερούντο. Έπρεπε, λοιπόν, η προσευχή τους να κάνη ακόμη ένα βήμα προόδου, γι’ αυτό είπε προς αυτούς «έως άρτι ούκ ητήσατε ουδέν εντω ονόματί μου. Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν». Έτσι συνέβησαν τα πράγματα με τους αποστόλους. Από τότε δε που έμαθαν πια οι μαθηταί να χρησιμοποιούν την προσευχή που απηυθύνετο εις το όνομα του Ιησού Χριστού, πόσα θαυμαστά και εξαίσια έργα δεν έκαμαν και πόσο θαυμαστό φως δεν έχυσαν για την κατανόησί τους. Είδες, λοιπόν, τώρα την αλυσίδα, την πληρότητα της διδασκαλίας για την προσευχή που είναι τοποθετημένη με τέτοια σοφία εις το Άγιον Ευαγγέλιο; Τώρα εάν από το Ευαγγέλιο προχωρήσης ακόμη διαβάζοντας τις Επιστολές των Αποστόλων θα ιδής εκεί επίσης την ίδια προοδευτική διδασκαλία για την προσευχή.

»Εάν συνεχίσω να σου αναφέρω τα διάφορα χωρία που ομιλούν για την προσευχή, όπως έκανα με τα Ευαγγέλια, θα βεβαιωθής ότι και οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν το ίδιο πράγμα, δηλαδή την επιμελή και συνεχή εξάσκησι της προσευχής την οποίαν εφήρμοζαν οι πρώτοι χριστιανοί που ήσαν, εξαιρετικά φωτισμένοι, εξ αιτίας της πολλής τους πίστεως εις τον Κύριον Ιησούν (Πράξ. 4,31,). Οι καρποί της προσευχής αναφέρονται εδώ, οι καρποί της συνεχούς προσευχής, που είναι η έκχυσις του Αγίου Πνεύματος εις αυτούς που προσεύχονται. Μπορείς να ιδής κάτι παρόμοιο μ’ αυτό εις τους στίχους είκοσι πέντε και είκοσι έξη του δεκάτου έκτου κεφαλαίου.

«Ακολούθησε έπειτα το ίδιο εις την ίδια σειρά εις τις Αποστολικές Επιστολές και θα δής (1). Πόσον αναγκαία είναι η προσευχή εις όλες τις περιστάσεις (Ιακ. 5,13-16) (2). Πώς το Άγιον Πνεύμα μας βοηθεί να προσευχώμεθα (Ιουδ. 20-21 και Ρωμ. 8,26). (3). Πώς όλοι οφείλουμε να προσευχώμεθα «εν πνεύματι» (Εφεσ. 6,18). (4). Πόσον αναγκαίες για την προσευχήν είναι η εσωτερική γαλήνη και ειρήνη(Φιλ. 4,6,7). (5). Πόσον αναγκαίον είναι το να προσευχώμεθα «αδιαλείπτως» (Α’ Θεσ. 5,17). (6). Τελικά ο καθένας παρατηρεί ότι όλοι μας οφείλουμε να προσευχώμεθα όχι μόνον για τον εαυτόν μας αλλά και για όλους τους άλλους συνανθρώπους μας (Α΄ Τιμοθ. 2,1-5).

Διαβάζοντας, λοιπόν, κανείς με προσοχή, τα ιερά κείμενα ευρίσκει αυτά κι ακόμη άλλα σημεία που είναι αποκαλύψεις και κρυμμένη γνώσις του Λόγου του Θεού, οι οποίες, όμως, διαφεύγουν την προσοχή του αναγνώστη που διαβάζει την Αγία Γραφή ξερά ή βιαστικά και χωρίς την ανάλογη προσοχή. Κατάλαβες, λοιπόν, απ’ όσα σου έδειξα, με τι σοφία και πόσο συστηματικά η Καινή Διαθήκη αποκαλύπτει την διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εις το ζήτημα αυτό της προσευχής που μας απασχολεί; Με τι θαυμαστή σειράν έχουν όλα τοποθετηθή εις τους τέσσαρες Ευαγγελιστάς! Εις τον Ευαγγελιστή Ματθαίο βλέπουμε την εισαγωγήν εις την προσευχή, τον ορθό τύπο της προσευχής, τις προϋποθέσεις κ.ο.κ. Εις τον Ευαγγελιστή Μάρκο απαντούμε διάφορα σχετικά παραδείγματα. Εις τον Ευαγγελιστή Λουκά ανάλογες παραβολές. Εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, την κρυφήν εξάσκησι της εσωτερικής προσευχής, αν και το ίδιο αυτό το βρίσκουμε και εις τους άλλους Ευαγγελιστάς είτε σύντομο είτε πεπλατυσμένο. Εις τας Πράξεις των Αποστόλων μας απεικονίζονται η εφαρμογή της προσευχής και τα αποτελέσματά της. Εις τας Αποστολικάς Επιστολάς και την ίδια την Αποκάλυψι βλέπουμε τα αποκτήματα, που είναι αναπόσπαστα με την προσευχή συνδεδεμένα. Τώρα, λοιπόν, θα αντελήφθηκες τον λόγο και το δίκαιο που έχω να κρατώ με τόσην ευφροσύνη, πάντοτε εις τα χέρια μου το Άγιον Ευαγγέλιο, τον μοναδικό διδάσκαλο των οδών της σωτηρίας».

Εις όλο το διάστημα που μου μιλούσε και μου έδειχνε τα σημεία αυτά για την προσευχή, εγώ εσημείωνα εις την ιδική μου Καινή Διαθήκη τα σχετικά αυτά χωρία που ανέφερε, γιατί επίστευσα πραγματικά πως ήταν όσα μούλεγε και μου έδειχνε, μία εξαιρετική καθοδηγητική διδασκαλία. Τον ευχαρίστησα θερμότατα για την πνευματικήν αυτήν υπηρεσία του σ’ εμένα.

Έπειτα προχωρήσαμε άλλες πέντε ημέρες σε σιωπή, αλλά δυστυχώς επληγώθηκε το πόδι του συμπροσκυνητού μου αυτού που ήταν ασυνήθιστος εις την οδοιπορία και ήταν αδύνατο να εξακολουθήση το τάμα του και το ταξείδι του πεζός. Ενοικίασε, λοιπόν, ένα αμάξι με δυό άλογα, με το οποίον εφθάσαμε εδώ, όπου έχουμε σταματήσει τρεις ημέρες τώρα. Με την ευκαιρίαν αυτή ήλθα να σας ιδώ. Θα αναπαυθούμε ολίγες ημέρες και μετά θα ξεκινήσουμε κατ’ ευθείαν για το Ανζέρσκυ, το οποίο πολύ επιθυμώ να επισκεφθώ.

Ο Πνευματικός: Ο φίλος σου είναι πραγματικά ένας θεσπέσιος άνθρωπος. Κρίνοντας απ’ όσα μου είπες, πρέπει να είναι πολύ ευσεβής και μορφωμένος, γι’ αυτό πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσω.

Ο Προσκυνητής: Μένουμε εις το ίδιο μέρος. Θα φροντίσω, λοιπόν, να τον φέρω αύριο. Τώρα επειδή είναι αργά, σας καληνυκτίζω.

————————————————————————

πηγή: Ανωνύμου, «Οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού», μεταφρ. Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος Καρανικόλα, εκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελίδες 165 -204. 
Advertisements