Αγνώστου συγγραφέως: "Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού" (μέρος 7ο)

Για τα υπόλοιπα μέρη πατήστε εδώ

 

«Είμαι Πρίγκιπας. Το όνομά μου είναι… Μετά τον θάνατο της συζύγου μου, εζούσα με το γυιό μου, που ήταν λοχαγός της ανακτορικής φρουράς. Μια μέρα ενώ ετοιμαζόμουν να πάγω εις ένα χορό εις το σπίτι ενός σπουδαίου προσώπου, θύμωσα πολύ με τον υπηρέτη μου και αφού τον εκτύπησα άσχημα εις το κεφάλι, διέταξα να τον στείλουν εις το χωριό του. Αυτά έγιναν από βραδύς, αλλά τα ξημερώματα ο υπηρέτης απέθανε από το κτύπημα που του είχα δώσει.

Το γεγονός αυτό δεν με συνεκίνησε και πολύ. Μετάνοιωσα φυσικά για την παραφορά μου και το κακό που του έκανα, αλλά σε λίγο εξέχασα όλο το συμβάν. Έξη εβδομάδες μετά από το ατύχημα, άρχισα να βλέπω τον υπηρέτη μου να παρουσιάζεται στον ύπνο μου και να με επιπλήττη κάθε νύκτα, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα τις λέξεις: Ασυνείδητε άνθρωπε! Είσαι ένας φονιάς! Όσο περνούσεν ο καιρός, άρχισα να τον βλέπω και όταν ήμουν ξύπνιος και οι εμφανίσεις του εγίνοντο με τον καιρό όλο και πυκνότερες, μέχρις ότου η ταραχή που μου προξενούσαν έγινε κατάστασις εις την ψυχήν μου. Εις το τέλος το θύμά μου αυτό, παρουσιαζόταν μαζί με άλλους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που είχα διαφθείρει ή είχα βλάψει και αδικήσει.

Τώρα με απόπαιρναν όλοι μαζί, χωρίς να σταματούν, ώστε έχασα την ηρεμία μου εντελώς και μαζί μ’ αυτή και τον ύπνο μου και τα πάντα. Άρχισα να αδυνατίζω τόσο, που κόλλησε το δέρμα μου εις τα κόκκαλά μου. Οι γιατροί δεν ημπορούσαν να μου προσφέρουν τίποτε. Επήγα εις το εξωτερικό για να βρω τη θεραπεία, αλλά επέρασαν έξη ολόκληροι μήνες και η κατάστασίς μου δεν εσημείωσε ούτε την παραμικρή βελτίωσι. Τουναντίον δε οι ψυχές, τα πνεύματα, που με ταλαιπωρούσαν, εβασάνιζαν την ψυχή μου σταθερά, όλο και περισσότερο. Μ’ έφεραν σπίτι μου πίσω, περισσότερο νεκρό παρά ζωντανό.

«Η ύπαρξίς μου εβάδιζε μέσα από τρόμους κι απ’ τα βασανιστήρια της πιο φρικτής κολάσεως.

«Έτσι επείσθηκα αποδεικτικά για την πραγματική της Κολάσεως ύπαρξι, αφού ο ίδιος την εζούσα από ζωντανός.

«Ενώ ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασι, ανεγνώρισα εις το βάθος τους, όλες τις αμαρτωλές μου πράξεις. Μετενόησα και εξωμολογήθηκα με πλήρη συντριβή. Ελευθέρωσα όλους τους υπηρέτες και τους σκλάβους μου, έταξα δε να συνθλίψω τον εαυτόν μου για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου, με όσο περισσότερο βασανισμένη ζωή και αν μπορούσα να μεταμορφώσω τον εαυτόν μου σε ζητιάνο. Επεθύμησα, για τις πολλές μου αμαρτίες, να γίνω ο ταπεινότερος δούλος των συνανθρώπων μου και να ζήσω του πρόσκαιρου τούτου βίου, την πιο άσημη μορφή. Μόλις έλαβα τις αποφάσεις αυτές, οι φρικτές οράσεις εξαφανίσθηκαν και αισθάνθηκα ανακούφισι και ευτυχία ανείπωτη, επειδή εγέμισε την ψυχή μου η πληροφορία, ότι ειρήνευσα με τον Δίκαιο Κριτή.

Έτσι στ’ αλήθεια μού εφάνηκε ότι επέρασα από την Κόλασι εις τον Παράδεισο και ότι η Βασιλεία του Θεού μου είχεν αποκαλυφθή κι ακόμη κατάλαβα, πώς αποκαλύπτεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη η Βασιλεία του Θεού, εις τους ανθρώπους. Αμέσως η υγεία μου άρχισε να αναλαμβάνη και σε λίγο ήμουν έτοιμος να πραγματοποιήσω το τάξιμό μου.

«Εγκατέλειψα κρυφά την γενέτειρά μου, με μόνο εφόδιο αυτό το διαβατήριο της αποστρατείας μου και επί δεκαπέντε χρόνια τώρα, έχω σχεδόν γυρίσει όλη την Σιβηρία.

«Πολλές φορές εδούλεψα εργάτης εις τα χωράφια των χωρικών. Άλλοτε συντηρήθηκα από τη ζητιανιά, χορταίνοντας περισσότερο από την ταπείνωσι, παρά από τα ξεροκόμματα που εμάζευα.

«Πόσο μεγάλη ήταν η χαρά και η ευλογία που αισθανόμουν, πόσο δε ανέκφραστη η ειρήνη εις το μυαλό και την καρδιά μου, από όλες αυτές τις θεληματικές στερήσεις, μόνον όποιος πέρασε απ’ την Κόλασι εις τον Παράδεισο με το έλεος του Μεγάλου Πρεσβευτού, του Ιησού Χριστού, μπορεί να το καταλάβη».

«Όταν ετελείωσε την ιστορία του αυτή, μου έδωσε την γραμμένη τελευταία του θέλησι για να την στείλω εις τον γυιό του, και την άλλην ημέρα έκλεισε τα μάτια του για πάντα».

«Το αντίγραφό της το έχω μέσα σ’ ένα πορτοφόλι εκεί πάνω, δίπλα εις την Αγία Γραφή. Εάν θέλης μπορείς να το δης».

»Το άνοιξα και άρχισα να διαβάζω ως εξής:

Εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

«Αγαπητό μου παιδί.

«Έχουν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια αφ’ ότου δεν είδες τον πατέρα σου. Αλλ’ αν εσύ δεν είχες νέα του, αυτός εύρισκε κάθε τόσο ευκαιρίες να μαθαίνη ειδήσεις για σένα και να αισθάνεται την αγάπη του πατέρα για το παιδί του.

»Η ίδια αγάπη τον κάνει να σου στείλη, απ’ το κρεβάτι που κοίτεται ετοιμοθάνατος, τις λίγες αυτές γραμμές. Είθε να αποτελέσουν για σένα δίδαγμα σ’ όλη σου τη ζωή!

«Γνωρίζεις πόσο υπέφερα από την αμελή και ασύνετη ζωή μου, αλλά δεν ηξεύρεις πόση ευλογία επήρα από το άγνωστο σε όλους προσκύνημά μου και με πόση χαρά εγέμισαν την ψυχή μου οι καρποί της μετανοίας.

«Πεθαίνω ειρηνικά εις το σπίτι ενός, που εδείχθηκε καλός σ’ εμένα και σε σένα, γιατί η καλωσύνη του προς τον πατέρα σου, πρέπει να συγκινή ένα γυιο εις του οποίου την καρδιά υπάρχει της ευγνωμοσύνης το συναίσθημα. Δείξε σ’ αυτόν την ευγνωμοσύνη με όποιον τρόπο μπορείς.

«Δίδοντάς σου την πατρική ευχή μου σε εξορκίζω, να θυμάσαι πάντα τον Θεό, και να προσέχης την συνείδησί σου. Να είσαι συνετός, καλός και λογικός. να μεταχειρίζεσαι τους κατωτέρους σου φιλικά και με όση περισσότερη καλοκαγαθία μπορείς. Να μη περιφρονής τους ζητιάνους και τους προσκυνητάς, αλλά να θυμάσαι ότι εις την ζητιανιά και εις τα προσκυνήματα, ο πατέρας σου, που πεθαίνει τη στιγμήν αυτή, ευρήκε ειρήνη και η μαρτυρικά βασανισμένη ψυχή του, ευρήκε τη γαλήνη της εμπράκτου μετανοίας.

«Ικετεύω του Θεού την ευλογία για σένα και κλείνω ήρεμα τα μάτια μου, με την ελπίδα της αιωνίου ζωής, που θα μου χαρίση το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Σωτήρος των ανθρώπων.

Ο πατέρας σου».

»Όπως καθόμαστε επάνω εις τον καναπέ κ’ εκουβεντιάζαμε, ερώτησα με την σειρά μου: «Φαντάζομαι πώς ο ξενώνας που διατηρείτε θα σας παρέχη κ’ ένα σωρό φασαρίες. Δεν είναι έτσι»;

«Βεβαίως, επειδή υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που γίνονται προσκυνηταί, γιατί δεν έχουν τι να κάνουν, ή επειδή είναι τεμπέληδες, μερικοί δε απ’ αυτούς κάποτε, κάνουν και καμμιά κλεψιά εις τον δρόμο όταν ημπορέσουν. Έχω ιδή αρκετούς τέτοιους με τα ίδια μου τα μάτια».

«Δεν είναι μεγάλος ο αριθμός των προσκυνητών αυτού του είδους, ήταν η απάντησις. Οι περισσότεροι που συνήντησα ήσαν καλοί προσκυνηταί. Αλλά εμείς καλοδεχόμεθα και τους κακούς με χαρά, με την ελπίδα ότι εις την συναναστροφή με τους καλούς εις τον ξενώνα μας, θα δοθή η ευκαιρία να αλλάξουν τον χαρακτήρα τους και να γίνουν καλοί, έτσι δε το καλό γίνεται διπλό. Ένα σχετικό γεγονός συνέβη λίγο καιρό πριν. Ήταν ένας άνθρωπος που ανήκε εις την κατώτερη μέση τάξι της πόλεώς μας εδώ και είχε καταντήσει τόσον ελεεινός ώστε όπου παρουσιαζόταν τον έδιωχναν, χωρίς να του δίνουν ούτε ένα ξεροκόμματο. Έπινε και εμάλωνε με όλους, το χειρότερο δε έκλεβε ό,τι εύρισκε.

«Μια μέρα ήλθε εις τον ξενώνα μας άθλιος και πεινασμένος ζητώντας λίγο ψωμί και κρασί επειδή το κρασί πολύ το αγαπούσε. Τον εδεχθήκαμε φιλικά και του είπαμε, μείνε εδώ μαζί μας και θα σου δίνουμε όσο κρασί θέλεις, με την συμφωνία, όμως, ότι θα πηγαίνης κατ’ ευθείαν να πέφτης εις το κρεβάτι σου μόλις πίνης. Εάν δεν συμμορφώσης εντελώς με αυτό και αρχίσης τις φασαρίες και τις ανοησίες, όχι μόνον θα σε διώξουμε, αλλά θα σε αναφέρουμε εις την αστυνομία για να σε στείλη εις το άσυλο που κλείνουν τους απατεώνες. Συμφώνησε απόλυτα κ’ έτσι έμεινε κοντά μας.

«Για μιαν ολόκληρη εβδομάδα, εις την αρχή, έπινε όσο ήθελεν η ψυχή του. Αλλ’ επειδή είχε δώσει τις υποσχέσεις που είπαμε και φοβόταν μήπως τον διώξουμε και χάση το κρασί, που το ελάτρευε, επήγαινε πράγματι και έπεφτε εις το κρεβάτι, όταν δε βαρυότανε το κρεβάτι, επήγαινε εις τον μικρό κήπο έξω από την κουζίνα κ’ εξάπλωνε στο χορτάρι, αρκετά ήσυχος. Όταν ήταν νηστικός οι αδελφοί εις τον ξενώνα προσπαθούσαν να τον πείσουν να συνηθίση να επιβάλλεται εις τον εαυτόν του σιγά – σιγά, κάνοντας αρχή κάποτε, επί τέλους.

«Έτσι, χωρίς να το καταλάβη, άρχισε να μετριάζη το ποτό και στο τέλος, πέντε μήνες αργότερα, ενίκησε εντελώς το πάθος κ’ έγινε νηφάλιος. Έπιασε δουλειά και εργάζεται τώρα, χωρίς να γίνεται βάρος και να εξαρτάται από την ελεημοσύνη των άλλων. Προχθές ακριβώς ήλθε να με ιδή και να με ευχαριστήση ακόμη μια φορά.

»Τι τέλεια σοφία, εσκέφθηκα, προπαρασκευάζει η αγάπη! Και είπα: «Ευλογημένο το όνομα του Θεού που πλουτίζει με τόση χαρά το έργο του ξενώνα σας». Έπειτα απ’ αυτή την συνομιλία κοιμηθήκαμε μια έως μιάμιση ώρα κ’ εξυπνήσαμε με τις καμπάνες της εκκλησίας. Ετοιμασθήκαμε κ’ εξεκινήσαμε για την εκκλησία. Μπαίνοντας μέσα, είδαμε ότι η κυρία με τα παιδάκια της ήταν κιόλας εκεί. Εσταθήκαμε κοντά όλοι και παρακολουθήσαμε τον Όρθρο. Εις την Λειτουργία ο οικοδεσπότης με το αγοράκι του προχώρησε μέσ’ στο ιερό, ενώ η κυρία με το κοριτσάκι πλησίασαν εις την αριστερή Πύλη για να μπορέσουν να δουν την υψωσι των Τιμίων Δώρων. Τους έβλεπα γονατισμένους που προσεύχονταν θερμά και εδάκρυσα απ’ αυτό και από την χάρι του Θεού, που διέκρινα ζωγραφισμένη εις τα πρόσωπά τους. Όταν ετελείωσε η εκκλησία, το εκκλησίασμα, ο παπάς, οι ψάλτες, ο νεωκόρος, οι ζητιάνοι, όλοι, επήγαμε μαζί εις την τραπεζαρία. Επάνω από σαράντα μαζεύτηκαν όλοι, με τους αναπήρους και τα παιδιά. Κάθησαν χωρίς εξαίρεσι εις το τραπέζι, εθαύμασα δε την ησυχία που επεκράτησε.
Εζύγωσα τον οικοδεσπότη και του ψιθύρισα:
«Εις τα μοναστήρια διαβάζουν τους βίους των αγίων την ώρα του φαγητού στην τράπεζα, γι’ αυτό δεν θά ‘ταν άσχημο, νομίζω, να εκάνατε και σεις το ίδιο, αφού μάλιστα έχετε τα βιβλία εις την βιβλιοθήκη σας».

«Τι λες, Μαρία, να το εφαρμόσουμε; είπε, γυρίζοντας προς την σύζυγό του. Θα είναι πολύ εποικοδομητικό, θα αρχίσω από το βράδυ να διαβάσω πρώτος, έπειτα εσύ, έπειτα θα παρακαλέσουμε τον παπά, και μετά, με τη σειρά, θα διαβάζουν όλοι οι αδελφοί που γνωρίζουν ανάγνωσι».

»Ο παπάς άρχισε, ενώ έτρωγε, να κουβεντιάζη συγχρόνως. «Μου αρέσει να ακούω, αλλ’ ως προς το διάβασμα, με όλη την αγάπη που σας έχω, θα σας παρακαλέσω να μη με υπολογίζετε. Δεν έχετε ιδέα σε τι δίνη βρίσκομαι όταν είμαι εις το σπίτι, πόσες φασαρίες και δουλειές έχω, την μια συνέχεια της άλλης. Όλη μέρα δεν στέκομαι καθόλου. Πάει καιρός τώρα που έχω ξεχάσει όλα όσα έμαθα εις την ιερατική σχολή».

»Σαν να εκρύωσα όταν άκουσα αυτά, αλλά την ίδια στιγμή η οικοδέσποινα, που εκαθόταν δίπλα μου, μ’ εσκούντισε και μου είπε: «Ο παππούλης τα λέγει αυτά από ταπείνωσι. Συνηθίζει να τα λέγη αλλ’ εις την πραγματικότητα είναι πολύ τακτικός και ενάρετος. Η πρεσβυτέρα του είναι τώρα είκοσι χρόνια πεθαμένη κι αυτός έχει στη ράχη του μια μεγάλη οικογένεια παιδιών και εγγόνων. Παρ’ όλα αυτά, λειτουργεί πολύ συχνά .

»Όταν τα άκουσα αυτά, ήλθε εις τον νου μου αυτό που γράφει ο Νικήτας ο Στηθάτος εις την «Φιλοκαλία». Η φύσις των πραγμάτων κρίνεται με την εσωτερική διάθεσι της ψυχής», δηλαδή, ο άνθρωπος σχηματίζει γνώμη για το ποιόν του γείτονά του, από το ποιόν του εαυτού του. Έπειτα προχωρεί ο όσιος, λέγοντας: «Αυτός που κατώρθωσε την πραγματική προσευχή και απέκτησε την αγάπη, δεν διακρίνει τις διαφορές μεταξύ των πραγμάτων. Δεν διακρίνει τον δίκαιο από τον αμαρτωλό, αλλά αγαπά με τον ίδιο τρόπο όλους τους ανθρώπους και δεν κατακρίνει κανένα, όπως ο Θεός ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους».
«Εσιωπήσαμε πάλι. Απέναντί μου εκαθόταν ένας από τους ζητιάνους τού ξενώνος που ήταν εντελώς τυφλός. Ο οικοδεσπότης τον επεριποιείτο μόνος του, του έκοβε το ψωμί, του έδινε νερό και του εκαθάριζε το ψάρι απ’ τα κόκκαλα.

«Παρατηρούσα τον ζητιάνο αυτόν με προσοχή και είδα ότι εκρατούσε το στόμα του ανοιχτό κάπως, ενώ η γλώσσα του μέσα, συνεχώς εκινείτο σαν να έτρεμε. Σίγουρα, εσκέφθηκα, θα προσεύχεται και εξακολούθησα να τον κοιτάζω. Ακριβώς εις το τέλος του φαγητού μια γυναίκα αρρώστησε ξαφνικά και άρχισε το βογγητό. Το ανδρόγυνο την έβαλαν εις το δικό τους το κρεβάτι και η κυρία την εφρόντιζε η ίδια ενώ ο κύριος έστειλε το αμάξι του εις την πόλι να φέρη γρήγορα τον γιατρό. Ο παπάς έφερε τα Άχραντα Μυστήρια και εμείς όλοι επήγαμε να ησυχάσουμε.

»Αισθανόμουν μια δίψα να προσευχηθώ, μιαν επιτακτικήν ανάγκη να αφήσω την ψυχή μου να αναλυθή σε προσευχή, επειδή δεν είχα μείνει μόνος για 48 ολόκληρες ώρες. Αισθάνθηκα σαν να υπήρχε μέσ’ στην καρδιά μου ένα κύμα αίματος που προσπαθούσε να ξεσπάση και να ξεχυθή σε όλα μου τα μέλη. Προσπαθώντας να το κρατήσω, μου προξενούσε έναν ισχυρό πόνο εις την καρδιά, ένα πόνο που για να γλυκαθή εχρειαζόταν ησυχία, σιωπή και προσευχή. Τότε, λοιπόν, κατάλαβα γιατί αυτοί που εφαρμόζουν την εσωτερική αυτοενεργούσα προσευχή αποφεύγουν την επικοινωνία με τους ανθρώπους και πηγαίνουν σε μοναχικά μέρη. Κατενόησα ακόμη γιατί εις την κατάστασι της ιεράς ησυχίας και η πιο επωφελής πνευματική συζήτησις ονομάζεται ανώφελη, εάν είναι μεγάλη, ακριβώς όπως ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος λέγει: «Η καλή συνομιλία είναι ασήμι, αλλ’ η σιωπή είναι χρυσάφι».

»Όπως τα εσκεπτόμουν όλα αυτά, προχώρησα προς τον ξενώνα. Όλοι μετά το γεύμα αναπαύονταν. Ανέβηκα κ’ εγώ επάνω στη σοφίτα, όπου εξεκουράστηκα και προσευχήθηκα.
»Όταν εξύπνησαν αυτοί εις τον ξενώνα, ευρήκα τον τυφλό τον επήρα κ’ επήγαμε εις τον κήπο της κουζίνας, όπου εκαθήσαμε κι αρχίσαμε την κουβέντα.
«Πες μου, σε παρακαλώ, του είπα, χρησιμοποιείς την Προσευχή του Ιησού Χριστού, για την ψυχή σου;
«Είναι τώρα πολύς καιρός που την λέγω, χωρίς ούτε στιγμή να σταματήσω».
«Μπορείς να μου πης ποιό είναι άραγε το κυριότερο αίσθημα που σου αφήνει»;
«Το αίσθημα ότι δεν ημπορώ να ζω χωρίς να την λέγω μέρα και νύκτα».
«Πώς το εφανέρωσε αυτό σε σένα ο Θεός; Πες μου, πες μου, το κάθε τι, αγαπητέ μου αδελφέ».
«Λοιπόν, συνέβη ως εξής: Εις αυτήν εδώ την περιοχή που ανήκω, είχα το επάγγελμα του ράπτου κ’ εζούσα απ’ αυτό. Επήγαινα σε διάφορα χωριά και έρραβα ρούχα για τους χωρικούς. Κάποτε συνέβη να μείνω κάπου για αρκετό διάστημα, για να ράψω σε μιαν οικογένεια σ’ ένα χωριό. Κάποια μέρα, μίαν άγια ημέρα, είδα πως εις το εικονοστάσι του σπιτιού μαζί με τις εικόνες υπήρχαν και τρία βιβλία. Ερώτησα, φυσικά, ποιος εις το σπίτι εγνώριζεν ανάγνωσι. Κανένας, μου απήντησαν, αυτά τα βιβλία, μας τα άφησε ένας θείος μας, που ήξευρε να γράφη και να διαβάζη. Επήρα ένα απ’ αυτά τα βιβλία, το άνοιξα αμέσως, θυμάμαι δε σαν να είναι τώρα, εδιάβασα πάνω – κάτω τα ακόλουθα: Αδιάλειπτη προσευχή είναι η επίκλησις του ονόματος του Θεού πάντοτε κι όταν κανείς κάθεται κι όταν συνομιλή κι όταν περπατή κι όταν τρώγη, όταν, ο,τιδήποτε κι αν κάνη, παντού και πάντοτε, προφέρη με τα χείλη του ή νοερά, του Θεού το όνομα.

«Όπως εδιάβασα το κομμάτι αυτό άρχισα να σκέπτωμαι πόσο απλό και εύκολο θα ήταν για μένα να το εφαρμόσω και άρχισα το είδος αυτό της προσευχής σαν ένα ψίθυρο την ώρα που έρραβα. Μου άρεσε αληθινά! Διάφοροι συνάδελφοί μου που το αντελήφθησαν άρχισαν να με κοροϊδεύουν. Είσαι μάγος και ψιθυρίζεις συνεχώς, κι όλο μουρμουρίζεις; μου έλεγαν. Έτσι για να αποφεύγω τα σχόλια, εσταμάτησα να προφέρω του Θεού το όνομα με τα χείλη και το έλεγα με τη γλώσσα ασίγαστα ημέρα και νύκτα, επειδή με επλημμύριζε με αγαλλίασι. Έπειτα είχα το ατύχημα να χάσω το φως μου από γλαύκωμα, αρρώστια κληρονομική της οικογενείας μου κ’ επειδή ήμουν πολύ πτωχός με έβαλαν σε ένα άσυλο εις το Τομπόλσκ, την πρωτεύουσα της περιοχής αυτής. Εκεί πηγαίνω τώρα. Από εδώ είμαι περαστικός, περιμένοντας να μου δώση ο φιλόξενος οικοδεσπότης που εγνωρίσατε, ένα αμάξι για να ταξειδεύσω άνετα.

«Ποιό ήταν το όνομα του βιβλίου; Μήπως το θυμάσαι; Μήπως ήταν η «Φιλοκαλία»»;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ηξεύρω. Δυστυχώς δεν εκοίταξα καθόλου να ιδώ τον τίτλο του».
»Έφερα την «Φιλοκαλία», άνοιξα εις το κεφάλαιο, «Περί Προσευχής» κ’ εδιάβασα απ’ αυτό ένα κομμάτι, γραμμένο απ’ τον αγιώτατο Κάλλιστο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
«Αυτά είναι! Τα ίδια λόγια! φώναξε ο τυφλός. Διάβασε, εξακολούθησε το διάβασμα, αδελφέ μου».
»Όταν έφθασα σ’ ένα σημείο που έγραφε «ο καθένας οφείλει να προσεύχεται με την καρδιά του» ο τυφλός άρχισε τις ερωτήσεις «τί σημαίνει αυτό; πώς κατορθώνεται εκείνο»; και άλλα.
»Του εξήγησα ότι όλη η διδασκαλία για την Προσευχή της καρδιάς παρέχεται από το βιβλίο της «Φιλοκαλίας», αυτός δε με παρεκάλεσε θερμά να του διαβάσω απ’ αυτό όλα εκείνα που πραγματεύονται για το εξαίρετο είδος αυτής της Προσευχής.
«Θα σου διαβάσω κάθε τι που έχει σχέσι μ’ αυτή, του υποσχέθηκα. Πότε, όμως, φεύγεις για το Τομπόλσκ»;
Ακριβώς αύριο, απήντησε.
«Πολύ ωραία, λοιπόν, αύριο αναχωρώ και εγώ. Θα φύγουμε μαζί και εις τον δρόμο θα σου διαβάσω για την προσευχή της καρδιάς, θα σου δείξω δε και τον τρόπο για να την αποκτήσης».
«Ναι, αλλά το αμάξι»; ερώτησε. ‘Τι πειράζει; Το Τομπόλσκ από εδώ είναι 160 χιλιόμετρα, θα βαδίσουμε σιγά – σιγά οι δυό μας μόνοι και θα διαβάζουμε ή θα συζητούμε γι’ αυτό που επιθυμείς να μάθης». Συμφωνήσαμε, λοιπόν, εντελώς.

»Το βράδυ ήλθε ο ίδιος ο κύριος του ξενώνος και μας εκάλεσε να προσέλθουμε για το δείπνο, μετά δε ταύτα εγώ του ανεκοίνωσα την απόφασί μας να αναχωρήσουμε μαζί με τον τυφλό, για να εντρυφήσουμε εις την Προσευχή και την «Φιλοκαλία».
«Ακούγοντας αυτά ο οικοδεσπότης είπε: «Και εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η «Φιλοκαλία». Έγραψα δε ήδη κ’ έδωσα και τα χρήματα να μου στείλουν ένα αντίτυπο απ’ την Πετρούπολι. Ελπίζω πως αύριο θα το λάβω εις το γραφείο μου».

»Εξεκινήσαμε, λοιπόν, το πρωί, όπως είχαμε σχεδιάσει, αφού ευχαριστήσαμε για την τόσο στοργική περίθαλψι, αυτούς που μας εφιλοξένησαν.

»Μας συνώδευσαν και οι δύο, ένα χιλιόμετρο απόστασι περίπου και μας κατευώδωσαν από εκεί κι ο δικαστής και η κυρία του.

»Προχωρούσαμε δέκα έως δώδεκα χιλιόμετρα την ημέρα. Τον υπόλοιπο χρόνο εκαθόμαστε κάπου κ’ εδιαβάζαμε. Του εδιάβασα απ’ την «Φιλοκαλία» όλα όσα είναι γραμμένα για την Προσευχή της καρδιάς, με την σειρά την οποία μου έδειξε κάποτε ο μακαρίτης ο πνευματικός μου οδηγός, αρχίζοντας από τον Νικηφόρο τον μονάζοντα και τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη.

»Με πόση προσοχή και προθυμία άκουγε, ενώ η χαρά είχε ξεχυθή εις το πρόσωπό του! Έπειτα άρχισε να μου υποβάλλη τέτοιες ερωτήσεις που δύσκολα μπορούσα να βρίσκω να του δίνω τις κατάλληλες απαντήσεις. Όταν εδιαβάσαμε τα απαραίτητα απ’ την «Φιλοκαλία», με παρεκάλεσε με επιμονή να του δείξω τον τρόπο με τον οποίο ο νους συναντάται με την καρδιά και σταλάζει μέσα της το θείο όνομα του Ιησού Χριστού, που φέρνει την ανείπωτη χαρά της επιτυχίας της εσωτερικής Προσευχής.

Του τα εξήγησα, λοιπόν, ως εξής: «Τώρα εσύ επειδή είσαι τυφλός δεν ημπορείς να ιδής τίποτα. Όμως ασφαλώς μπορείς με τη μνήμη και με τη φαντασία σου να σχηματίσης εις το μυαλό σου μιαν εικόνα, μια παράστασι ενός ανθρώπου, ενός ζώου, ενός δένδρου, ενός σπιτιού, όπως τα είχες ιδή εις το παρελθόν όταν είχες την όρασί σου. Δεν ημπορείς, λοιπόν, να σχηματίσης πλήρη εικόνα των χεριών σου, των ποδιών σου, όπως όταν θα είχες υγιά την όρασί σου»;
«Βεβαιότατα, μπορώ», απήντησε.
«Φαντάσου, λοιπόν, την εικόνα της καρδιάς σου, κατά τον ίδιον τρόπο, γύρισε τα άφωτα, έστω, μάτια σου προς αυτήν και κράτησε την εικόνα της αυτή, όσο δυνατώτερα και καθαρώτερα μπορείς. Τα αυτιά σου θα ακροώνται όσο περισσότερο μπορούν ένα – ένα τους κτύπους της. Όταν το επιτύχης αυτό, άρχισε πάλι την προσπάθεια να συνηθίσης να προσκομίζης τα λόγια της Προσευχής με τον κάθε ένα κτύπο. Έτσι εις τον πρώτο κτύπο πες με το μυαλό σου: «Κύριε», εις τον δεύτερο, Ιησού , εις τον τρίτο, Χριστέ , εις τον τέταρτο, ελέησόν , εις τον πέμπτο, «με».
«Αυτό δεν θα σταματάς να το επαναλαμβάνης συνεχώς και θα το οικειοποιηθής εύκολα, επειδή έχεις ήδη κατορθώσει να βάλης τα θεμέλια και να κτίσης τον πρώτον όροφο του παλατιού της εγκάρδιας προσευχής.
«Το δεύτερο στάδιό της είναι, όπως σου είπα ήδη, η προσαρμογή της εις την αναπνοή σου, όπως οι άγιοι Πατέρες μας εδίδαξαν.
«Σύμφωνα με την δεύτερη και υψηλήν αυτή περίοδο, θα εισπνέης λέγοντας εις το μυαλό σου: «Κύριε Ιησού Χριστέ» και με την εκπνοή θα συμπληρώνης λέγοντας νοερά «ελέησόν με». Ενέργησε αυτό όσο πιο συχνά μπορείς και θα αισθανθής ύστερα από κάμποσο χρόνο ένα ευχάριστο πόνο εις την καρδιά σου και μια θερμότητα να σε καταλαμβάνη. Τότε με τη χάρι του Θεού θα μπης μέσ’ στη χαρά τής «αυτοενεργούσης προσευχής της καρδιάς»! Τότε όμως πρέπει να προσέχης και να ασφαλίζης τον εαυτό σου από τον κίνδυνο των διαφόρων οραμάτων που θα σου παρουσιασθούν.

Μη παρασύρεσαι και μη παραδέχεσαι κανένα απ’ αυτά, επειδή οι άγιοι Πατέρες επιμένουν αφάνταστα εις το γεγονός, ότι πρέπει η εσωτερική προσευχή να κρατηθή μακρυά κ’ ελεύθερη απ’ τα οράματα, επειδή αυτά είναι πολύ επισφαλή και ρίχνουν την ψυχή σε τρομερούς πειρασμούς και κινδύνους».

»Ο τυφλός εφάνηκε σαν να ερρούφηξε κυριολεκτικά όλα αυτά που του είπα και άρχισε να τα εφαρμόζη όπως τα άκουσε αμέσως περισσότερο όμως τις νύχτες, όταν διακόπταμε για πολλές ώρες την πορεία. Πέντε ημρες αργότερα άρχισε να αισθάνεται γλυκεία θερμότητα εις την καρδιά του και άρρητη ευτυχία, επήρε δε πλέον η υπόλοιπη ταλαιπωρημένη ζωή του, περιεχόμενο και ανείπωτη παρηγοριά εις την Προσευχή την ασίγαστη, που τον έκανε να καίγεται κυριολεκτικά απ’ την αγάπη προς τον γλυκύτατον Ιησού. Από καιρό σε καιρό έβλεπε φως, αν και δεν ημπορούσε να το προσδιορίση επακριβώς. Μερικές φορές όταν ο τυφλός έκανε την είσοδο εις την καρδιά του, του εφαινόταν πως έβλεπε κάτι σαν φλόγα που την επυρπολούσε, βγαίνοντας δε απ’ έξω απ’ αυτήν, τον επλημμύριζε με φως. Με το φως αυτής της φλόγας ημπορούσε να βλέπη απομεμακρυσμένα πράγματα κι αφανή γεγονότα. Άλλη μια φορά του συνέβη το εξής: Περπατούσαμε μέσ’ από ένα δάσος. Είμεθα και οι δυό σιωπηλοί, δοσμένοι ολότελα εις την Προσευχή, όταν ξαφνικά μου είπε:
«Τί κρίμα! Η εκκλησία καίγεται εκεί. Το καμπαναριό της έπεσε κάτω συντρίμμι φοβερό»!
«Σταμάτησε το απατηλό όραμα, του είπα. Είναι του πειρασμού. Πρέπει αυτές τις φαντασίες να τις αποδιώχνης αμέσως. Πώς ημπορείς να βλέπης πράγματα που συμβαίνουν εις την πόλι, από την οποία απέχουμε δέκα τρία ολόκληρα χιλιόμετρα»;

»Με υπήκουσε και προχώρησε εις την Προσευχή. Το βραδάκι εφθάσαμε στην πόλι και είδαμε εις την πραγματικότητα αρκετά σπίτια καμμένα και ένα ξύλινο κωδωνοστάσιο πεσμένο. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος και εθαύμαζαν όλοι το συμβάν του καμπαναριού, που έπεσε χωρίς να προξενήση πουθενά την παραμικρότερη ζημιά. Ερώτησα πότε συνέβη η πυρκαϊά και είδα ότι έγινε ακριβώς την ώρα που την είδε ο τυφλός, όταν είμεθα ακόμη στο δάσος.

Αρχίσαμε οι δυό μας να συζητούμε γι’ αυτό:
«Είχες την γνώμη ότι το όραμα ήταν απατηλό, μου είπε, αλλ’ όμως, ό,τι είδα, συνέβη εις την πραγματικότητα. Πώς ημπορώ να μη δοξάζω με δάκρυα τ’ όνομα του Κυρίου Ιησού, που εκχύνει την Χάρι του σ’ ανθρώπους μωρούς και τυφλούς και αμαρτωλούς, σαν κ’ εμένα; Σε ευχαριστώ και σένα θερμά, που με εδίδαξες την προσευχή της ενεργείας της καρδίας».

«Λάτρευε τον Κύριον Ιησού, του είπα και Αυτόν ευχαρίστησε με όλο σου το είναι. Αλλά προσπάθησε να μη θεωρής το όραμά σου σαν απ’ ευθείας ενέργεια της Χάριτος του Θεού, επειδή γεγονότα σαν αυτό που είδες είναι δυνατόν να συμβαίνουν σύμφωνα και με τους φυσικούς νόμους.

Η ψυχή του ανθρώπου δεν δεσμεύεται απ’ την ύλη ή τον χώρο. Ημπορεί πολλές φορές να δη και μέσα στο σκοτάδι και να διακρίνη γεγονότα που συμβαίνουν μακρυά, αλλά δεν πρέπει να τα περιβάλλουμε όλα αυτά με πίστι ότι είναι αποτελέσματα χριστιανικής αρετής και θείας Χάριτος. Οι δυνάμεις που έχουμε μέσα μας, ατονούν και εξαφανίζονται κάτω από το παχυλό βάρος των υλικών μας σωμάτων, των υλικών σκέψεών μας και φροντίδων. Αλλ’ όταν αυτοσυγκεντρούμεθα, και απομακρυνώμεθα από κάθε τι που μας περιβάλλει και γινώμεθα πιο τέλειοι, σαν εξαϋλωμένοι, η ψυχή τότε επανέρχεται εις τον πραγματικό της εαυτό και εργάζεται με αδέσμευτες όλες μας τις δυνάμεις. Έτσι, ό,τι συνέβη σε σένα προηγουμένως, δεν είναι κάτι το υπερφυσικό.

Άκουσα κάποτε από τον μακαρίτη τον Πνευματικό μου οδηγό που έλεγε, ότι ακόμη και άνθρωποι, χωρίς να έχουν μπη εις τα βασίλεια της προσευχής της καρδιάς, συμβαίνει πολλές φορές να κατέχουν την ικανότητα αυτή, ή συμβαίνει να την αποκτούν κατά το διάστημα μιας αρρώστιας που οι δυνάμεις του σώματος υποχωρούν αφήνοντας ελευθερία κινήσεως εις τις διάφορες ικανότητες της ψυχής. Τότε μέσα στο σκοτάδι, διακρίνουν πνεύματα ανθρώπων που ευρίσκονται μακρυά, επικοινωνούν με ψυχές που ευρίσκονται εις τον άλλο κόσμο και άλλοτε διαβάζουν εις των συνανθρώπων των τιςσκέψεις. Αλλ’ αυτό που προέρχεται κατ’ ευθείαν απ’ του Θεού τη Χάρι εις την περίπτωσιν της εσωτερικής προσευχής, είναι το γέμισμα της καρδιάς από γλυκύτητα και ευφροσύνη, τις οποίες «ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι», επειδή δεν υπάρχει εις την γην κάτι ανάλογο δια να συγκριθούν, αντίθετα δε όλες οι χαρές της γης υστερούν, όσο κι αν παραβληθούν με την πνευματικήν αυτή γλυκύτητα και ευφροσύνη».

»Ο τυφλός φίλος μου με άκουγε με πολλή προσοχή και έγινε ακόμη πιο ταπεινός. Η προσευχή ανδρώθηκε μέσ’ στην καρδιά του και τον εγέμιζε με αγαλλίασι. Εχαιρόμουν μέσ’ απ’ την ψυχή μου και ευχαρίστησα με την καρδιά μου τον Θεό που ευδόκησε να γνωρίσω ένα τόσον ευλογημένο δούλο Του.

»Εφθάσαμε τέλος εις το Τομπόλσκ. Ωδήγησα τον τυφλό εις το άσυλο και φεύγοντας τον εχαιρέτησα με τον ασπασμό της χριστιανικής αγάπης.

»Περιπλανήθηκα ένα περίπου μήνα χωρίς να βιάζωμαι για τίποτα, έχοντας βαθειά συναίσθησι τού τρόπου με τον οποίο το αγαθόν υπάρχει, ζη, διδάσκει, και παρακινεί τους ανθρώπους να το υιοθετήσουν. Εδιάβασα πολλά από την «Φιλοκαλία» κι εβεβαιώθηκα απ’ αυτή, ότι όλα ήσαν σωστά όσα είχα πη εις τον τυφλό. Η προθυμία υπέκαψε και τον ιδικό μου ζήλο, για ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον Θεό. Η προσευχή της καρδιάς μου, μου έδινε τόσην ανακούφισι ώστε αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε ευτυχέστερο πλάσμα από εμένα εις την γη και διαλογιζόμουν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ευτυχία, εις την Βασιλεία των Ουρανών. Η αγαλλίασις αυτή δεν περιωριζόταν μόνον εις την ψυχή μου μέσα, αλλά και όλον τον άλλο κόσμο γύρω μου τον έβλεπα ότι ήταν βουτηγμένος εις την ομορφιά και την ευφροσύνη. Το κάθε τι μου προξενούσε αυθόρμητες ευχαριστίες προς τον Θεόν.

Τους ανθρώπους, τα δένδρα, τα φυτά, τα ζώα, όλα τα θεωρούσα σαν συγγενικά μου πλάσματα, και διέβλεπα μέσα σ’ αυτά την μαγεία της μυστηριώδους δυνάμεως του Θεού. Μερικές φορές η χαρά μ’ έκανε να νομίζω ότι δεν περπατούσα, αλλ’ επετούσα. Άλλοτε συγκέντρωνα τις σκέψεις μου εις τον εαυτόν μου και εθαύμαζα την λεπτομέρεια, την σκοπιμότητα, την τελειότητα και την σοφία με την οποίαν επλάσθηκαν για να εργάζωνται, όλα τα διάφορα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Τέλος η πολλή μου χαρά με έκανε να θεωρώ τον εαυτό μου σαν κυρίαρχο όλου του κόσμου. Σ’ αυτές τις καταστάσεις της πνευματικής ευτυχίας, ευχόμουν να έλθη ο θάνατος, για να μετατεθώ απ’ την ευτυχία της γης, αμέσως εις την ευφροσύνη των ουρανών και να προσκυνήσω το «υποπόδιον των ποδών του Κυρίου», μαζί με τα πνεύματα εκείνων που ελεήθηκαν απ’ Αυτόν.

»Παρ’ ότι εφαινόμουν ότι έπλεα σε πελάγη πνευματικής ευτυχίας χαρισμένης απ’ του Θεού την συγκατάβασι, όμως, κάπου – κάπου αισθανόμουν ένα είδος σαν φόβο και σεισμό εις την καρδιά μου. Εσκεπτόμουν ότι κάποια καινούργια φασαρία ή ατυχία θα έπεφτε επάνω μου, όπως τότε μ’ αυτή την χωριατοπούλα που της εδίδαξα την Προσευχή του Ιησού Χριστού. Τέτοια σύννεφα σκέψεων ετριγυρνούσαν εις το μυαλό μου και εθυμήθηκα τα λόγια του Ιωάννου του Καρπαθίου που λένε: «Ο διδάσκαλ,ος πρέπει συχνά να ταπεινώνεται και να υποφέρη ατυχήματα και πειρασμούς, για να διδάσκωνται τα πνευματικά του παιδιά».

Επολέμησα αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις και προσευχήθηκα αυτή την φορά με θέρμη πρωτοφανή. Η Προσευχή απόδιωξε όλες αυτές τις ανησυχίες και καταλαμβάνοντας πάλι την καρδιά μου με έκανε να πω εις τον εαυτό μου, «γενηθήτω το θέλημα του Θεού —είμαι έτοιμος για τις αδυναμίες μου και την υπερηφάνεια που υποβόσκει μέσα μου να υποφέρω ο,τιδήποτε στείλη ο Χριστός σ’ εμένα», γιατί και αυτοί εις τους οποίους είχα την ευκαιρία να διδάξω το μυστικό της εισόδου εις την καρδιά καθώς και την εσωτερική προσευχή, πολύ πριν με συναντήσουν, είχαν προπαρασκευασθή απ’ την απ’ ευθείας μυστική του Θεού διδασκαλία.

————————————————————–
πηγή: Ανωνύμου, «Οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού», μεταφρ. Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος Καρανικόλα, εκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελίδες 107-124.  
Advertisements