Αγνώστου συγγραφέως: Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού (μέρος 4ο)

Για τα υπόλοιπα μέρη πατήστε εδώ

Σε απόστασι δέκα χιλιομετρων πιό πέρα εσταμάτησα για μια νύχτα σ’ ένα χωριό. Εις το πανδοχείο ευρήκα ένα χωρικό απελπιστικά άρρωστο και συνεβούλευσα τους δικούς του να φροντίσουν να τον μεταλάβουν.
Συμφωνήσανε και το επόμενο πρωί έστειλαν να φέρουν τον παπά της ενορίας. Έμεινα κ’ εγώ, επειδή ήθελα να προσκυνήσω τα άχραντα μυστήρια και να προσευχηθώ, όταν αυτά θα βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Εβγήκα έξω και εκάθησα εις το πεζούλι περιμένοντας τον παπά.

Προς μεγάλην μου έκπληξι, όμως, είδα να τρέχη προς το μέρος μου από την πίσω αυλή, η χωριατοπούλα που συνήθιζε να προσεύχεται εις το παρεκκλήσι.

«Πώς ήλθες εδώ»; την ερώτησα.
«Ώρισαν, αλλοίμονο, και την ημέρα των αρραβώνων με τον άνθρωπο που σας είπα κ’ έτσι έφυγα», μου απήντησε και γονατίζοντας μπροστά μου εξακολούθησε λέγοντας:
«Λυπήσου με, πάρε με μαζί σου για να με βάλης σ’ ένα μοναστήρι, ή αλλού πουθενά. Δεν θέλω να παντρευτώ, θέλω να ζήσω σε μοναστήρι για να αφοσιωθώ εις τον Θεό, εις την αρετή και την προσευχή. Εσένα θα σε ακούσουν και θα με δεχθούν σε μοναστήρι».
«Θεέ μου»! είπα έκπληκτος· «πού μπορώ εγώ να σε πάγω; Δεν ηξεύρω ούτε ένα μοναστήρι σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Εκτός τούτου δεν ημπορώ να σε πάρω πουθενά χωρίς διαβατήριο. Πρώτον, δεν θα σε δεχθούνε πουθενά και δεύτερον, είναι αδύνατον εις την σημερινή εποχή να κρυφθής. Θα σε πιάσουν, θα σε στείλουν στο σπίτι σου και θα σε τιμωρήσουν.
»Το καλύτερο που έχεις να κάνης είναι να γυρίσης στο σπίτι σου και να λες τις προσευχές σου εκεί, κι αν δεν θέλης να παντρευθής, να προφασισθής ότι είσαι άρρωστη. Η αγία μήτηρ Κλημεντίνη έκανε το ίδιο, καθώς και η οσία Μαρίνα, προφασίσθηκε ότι ήταν άνδρας, όταν κατέφυγε σ’ ένα ανδρικό μοναστήρι. Υπάρχουν πολλά περιστατικά παρόμοια, και η πράξις αυτή ονομάζεται σωστική πρόφασις».

Όταν συνέβαιναν όλα αυτά και καθόμαστε κουβεντιάζοντας, είδαμε τέσσαρες άνδρες να έρχωνται καλπάζοντας καταπάνω μας, μέσα σ’ ένα αμάξι με δυό άλογα. Έπιασαν την κοπέλλα και την έβαλαν μεσ’ στο αμάξι κι ο ένας από αυτούς έφυγε μαζί της, ενώ οι άλλοι τρεις μού έδεσαν τα χέρια και με ωδήγησαν πίσω στο χωριό, που είχα περάσει το καλοκαίρι. Η μόνη τους απάντησις σε κάθε τι που έλεγα ήταν, «θα σε μάθουμε εμείς ψευτο – άγιε να αποπλανάς τις νέες κοπέλλες».

Την ίδια βραδυά με έφεραν μπροστά εις το δικαστήριο του χωριού, έβαλαν τα πόδια μου στα σίδερα και μ’ έβαλαν μεσ’ στη φυλακή για να γίνη την άλλη ημέρα η δίκη μου. Ο παπάς άκουσε οτι ήμουν στη φυλακή και ήλθε για να με ιδή. Μούφερε και λίγο φαγητό και μ’ επαρηγόρησε λέγοντάς μου ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για μένα και ότι θα εβεβαίωνε σαν πνευματικός, ότι δεν ήμουν άνθρωπος όπως με φαντάζονταν. Κάθησε κάμποσο μαζί μου και έπειτα έφυγε.

Ο δικαστής ήλθε αργά το βράδυ κ’ εσταμάτησε εις το σπίτι του αντιπροσώπου του, όπου έμαθε το κάθε τι που είχε συμβή. Διέταξε τους χωρικούς να έλθουν όλοι μαζί στο σπίτι που με μετέφεραν και που εχρησιμοποιείτο για δικαστήριο. Εμπήκαμε μέσα και περιμέναμε. Ήλθε τέλος και ο δικαστής, εμπήκε μέσα κ’ εκάθησε εις την έδρα του, φορώντας το καπέλλο στο κεφάλι του. «Λοιπόν, Επιφάνιε», εφώναξε, «επήρε τίποτα μαζί της η κόρη σου φεύγοντας από το σπίτι»; «Όχι, κύριε δικαστά, δεν επήρε τίποτα» ήταν η απάντησις. «Έκανε κανένα κακό μόνη της ή μαζί μ’ αυτόν εδώ τον ανόητο, αφ’ ότου απέδρασε από το σπίτι»; «Τίποτα». «Τότε, λοιπόν, η απόφασίς μου η δίκαστική πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είναι η εξής: Κάνε εσύ τους λογαριασμούς σου με την κόρη σου, και ως προς τον φίλο μας εδώ, εγώ θα του διδάξω αύριο το μάθημα που του χρειάζεται και θα τον διώξω από το χωριό με αυστηρή διαταγή να μην ξαναεμφανισθή εις τα όριά του. Αυτό είναι που εγώ από μέρος μου θα πράξω».

Λέγοντας αυτά, κατέβηκε κάτω από την έδρα κ’ επήγε να κοιμηθή, ενώ εμένα με εκλείδωσαν στη φυλακή. Ενωρίς το πρωί δυό χωροφύλακες με εξυλοκόπησαν και με έβγαλαν έξω από το χωριό. Εδοξολόγησα τον Θεό γιατί αξίωσε εμένα τον ανάξιο, να υποφέρω άδικα για το όνομά του. Αυτό μ’ επαρηγόρησε και έδωσε περισσότερη θερμότητα και δύναμι, εις την ακατάπαυστη νοερά προσευχή μου. Τίποτ’ από όλα όσα έπαθα δεν εστάθη ικανό να με κάνη να αισθανθώ ότι ήμουν ένας παραπεταμένος άνθρωπος. Μου εφαίνοντο όλα αυτά σαν να συνέβαιναν σε κάποιον άλλον και πως εγώ απλώς τα παρατηρούσα. Ακόμη και το μαστίγωμα, το υπέφερα χωρίς κόπο.

Η «Προσευχή» έφερνε γλυκύτητα εις την καρδιά μου και μ’ έκανε αδιάφορο για ο,τιδήποτε μου συνέβαινε.

Δυο – τρία χιλιόμετρα πιο πέρα συνήντησα τη μητέρα της κοπέλλας που ερχόταν από ένα παζάρι φορτωμένη με ψώνια. Βλέποντάς με, μου είπε, ότι ο υποψήφιος γαμβρός της απέσυρε την μήνυσι εναντίον μου. «Βλέπεις ανησύχησε επειδή έφυγε η Όλγα», προσέθεσε, και μούδωσε λίγο ψωμί και μερικά γλυκά, φεύγοντας. Ο καιρός ήταν καλός και ξηρός και δεν επιθυμούσα να περάσω την νύχτα σε χωριό. Έτσι, λοιπόν, προχώρησα μέσα εις το δάσος, όπου βρήκα μια κατάλληλη γωνιά σ’ ένα ψηλό αχυρένιο φράχτη και εκοιμήθηκα το βράδυ αυτό. Την νύχτα «ονειρεύτηκα, ότι εβάδιζα διαβάζοντας το κεφάλαιο, του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, απ΄ την «Φιλοκαλία».

Ξαφνικά ο Πνευματικός μου οδηγός μ’ έφθασε και μου είπε, «μη διαβάζης εκείνο αλλά αυτό εδώ» και μούδειξε το 35ον κεφάλαιο του αγίου Ιωάννου του Καρπαθίου. «Ο αληθινός διδάσκαλος υποτάσσεται πολλές φορές εις την χλεύη και υφίσταται ταλαιπωρίες προς χάριν των πνευματικών του παιδιών». Μετά μου εσημείωσε στο 41ον κεφάλαιο τα λόγια, «αυτοί που δίνουν τον εαυτόν τους εντελώς ιδιαίτερα στην προσευχή, γίνονται πολλές φορές ο στόχος σφοδρών και τρομερών πειρασμών». Έπειτα, μου είπε: «Έχε θάρρος και μην απογοητεύεσαι. Θυμήσου του Αποστόλου τα λόγια «μείζων εστί ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω. Τώρα έχεις αποκτήσει την πείρα της αληθείας. Κανένας πειρασμός δεν είναι μεγαλύτερος από τη δύναμι του ανθρώπου, και ο Θεός χορηγεί επί πλέον λύτρωσι από τους κινδύνους των πειρασμών.

»Η πεποίθησις εις αυτή την θεία βοήθεια έχει δυναμώσει αγίους ανθρώπους αφωσιωμένους στην «Προσευχή» και τους έχει κάνει να αποκτήσουν μεγαλύτερο ζήλο και θερμότερη δραστηριότητα, για να αφιερώσουν όχι μόνον την ζωή τους εις την αδιάλειπτη προσευχή, αλλά επίσης, με αγάπη από μέσα από την καρδιά τους, να την αποκαλύψουν και να την διδάξουν και εις τους άλλους, ανάλογα με τις διάφορες περιστάσεις.

» Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης, ομιλεί σχετικά και λέγει, ότι «δεν οφείλουμε μόνον, σύμφωνα με την βουλή του Θεού να προσευχώμεθα ακατάπαυστα εις το όνομα του Ιησού Χριστού, αλλ’ ότι έχουμε υποχρέωσι να την φανερώνουμε και να την διδάσκουμε εις τους συνανθρώπους μας, εις τον κάθε ένα, είτε ρασοφόρος είναι αυτός, είτε κοσμικός, μορφωμένος ή απλός, άνδρας ή γυναίκα. Ακόμη και σε παιδιά πρέπει να την διδάσκουμε και να εμπνέουμε σ’ όλους ζήλο γι’ αυτού του είδους την Προσευχή.

Με τον ίδιο τρόπο ο πατήρ Κάλλιστος Τηλικούδης ομιλεί γράφοντας, ότι ο κάθε ένας, δεν φθάνει μόνον να κατευθύνη τις σκέψεις του προς τον Θεό με την εσωτερική προσευχή και με την Θεωρία και να κατευθύνη την ψυχή του προς τα ύψη μόνο για τον εαυτόν του, αλλά χρειάζεται να σημειώνη το κάθε τι για να χρησιμοποιηθή έτσι αυτό κι από τους άλλους, όπως και η Γραφή λέγει: «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά. Εξαιρετικά σ’ αυτή την περίστασι, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι απαραίτητο να αποφύγη κανείς τους αυτοεπαίνους έχοντας υπ’ όψιν του, ότι ο σπόρος της θείας διδασκαλίας δεν σπέρνεται ποτέ επάνω εις τον άνεμο.»»

Εξύπνησα μ’ ένα συναίσθημα μεγάλης χαράς εις την καρδιά μου και με δύναμι εις την ψυχήν μου και εξηκολούθησα έτσι τον δρόμο μου. Κάμποσο καιρό ύστερα, κάτι άλλο μου συνέβη και θα σας το διηγηθώ, αν θέλετε.

Μιά μερα, ήταν η 24η Μαρτίου, για να είμαι ακριβής, και αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κοινωνήσω την επομένη, εορτή του Ευαγγελισμού.

Ερώτησα αν η εκκλησία ήταν μακρυά και έμαθα πως ήταν σε τριάντα χιλιόμετρα απόστασι. Περπάτησα, λοιπόν, το υπόλοιπο της ημέρας και όλη τη νύκτα που ακολούθησε, με το σκοπό να φθάσω εγκαίρως για τον όρθρο. Ο καιρός ήτο όσο χειρότερος μπορούσε να γίνη, εχιόνιζε κ’ έβρεχε και ο δυνατος αέρας ήταν παγωμένος. Έπρεπε να περάσω κ’ ένα ποτάμι, μόλις δε έφθασα εις το μέσον του, έσπασε ο πάγος κάτω από τα πόδια μου και εβυθίστηκα μέχρι τη μέση εις το νερό. Έφθασα βρεγμένος όπως ήμουν, πρόφθασα εις τον όρθρον, εστάθηκα μέχρι το τέλος της λειτουργίας και με τη χάρι του Θεού εκοινώνησα. Θέλοντας να περάσω την ημέρα με ησυχία και χωρίς να χαλάσω την πνευματική μου αυτή ευτυχία, παρεκάλεσα τον νεωκόρο να μου επιτρέψη να μείνω εις το δωματιάκι του μέχρι το άλλο πρωΐ. Δεν ημπορώ να εκφράσω πόσο ευτυχισμένος ήμουν αυτή την ημέρα και πόση ήταν η πλημμύρα της χαράς της καρδιάς μου. Έπεσα εις το σανιδένιο κρεβάτι του ψυχρού αυτού δωματίου, κ’ ενόμιζα πως ευρισκόμουν εις τους κόλπους του Αβραάμ.

Η «Προσευχή» ήταν πολύ ενεργητική. Η αγάπη του Ιησού Χριστού και της Παναγίας φαινόταν σαν να επλημμύριζε την καρδιά μου, με κύματα γλυκύτητος και σαν να εγέμιζε την ψυχή μου με παρηγοριά και θρίαμβο συγχρόνως.

Εις το διάστημα της νύκτας επιάσανε φοβεροί ρευματικοί πόνοι τα πόδια μου και αυτό με έκανε να θυμηθώ σοβαρά ότι ήταν μουσκεμένα από την προηγούμενη μέρα. Δεν έδωσα σημασία εις το πράγμα, μόνον όσο δυνατώτερο πόνο αισθανόμουν, τόσο περισσότερο έλεγα την «Προσευχή», εις την καρδιά μου μέσα. Το πρωΐ όταν, ηθέλησα να σηκωθώ, αντελήφθηκα ότι δεν ημπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου καθόλου. Είχανε εντελώς παραλύσει και τα αισθανόμουν αδύνατα σαν κλωστές. Ο νεωκόρος με έσυρε από το κρεβάτι με δύναμι, για να με ξαπλώση κατά γης, όπου έμεινα ακίνητος για δυο ημέρες. Την τρίτην ημέρα ο νεωκόρος μ’ έβγαλε έξω κι από το δωμάτιο, λέγοντάς μου: «Υπόθεσε πως πεθαίνεις εδώ, τι φασαρία έχει να γίνη»! Με πολύ μεγάλη δυσκολία εσύρθηκα σιγά – σιγά χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια και έφθασα μέχρι τα σκαλιά της εκκλησίας. Εξάπλωσα εκεί σε μιάν άκρη και έμεινα δυό μερες. Οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν δεν έδιναν καμμιά σημασία ούτε σ’ εμένα ούτε στις ικεσίες μου. Εις το τέλος ένας χωρικός μ’ επλησίασε, εκάθησε κοντά μου και μου εμίλησεν. Έπειτα από λίγο, εις την συνομιλία, με ερώτησε: «Τι θα μου δώσης για να σε θεραπεύσω; και εγώ κάποτε είχα την ίδια ακριβώς αρρώστια με σένα, γι’ αυτό ξεύρω και την θεραπεύω».
«Δεν έχω τίποτα να σου δώσω», απήντησα.
«Μα τι έχεις στο σακκίδιό σου»;
«Λίγο παξιμάδι και μερικά βιβλία».
«Ωραία! Τι θάλεγες να εργασθής για μένα ένα καλοκαίρι και να σε θεραπεύσω»;
«Όπως βλέπεις δεν ημπορώ να εργασθώ μ’ ένα χέρι, όπως είμαι, επειδή το άλλο μου χέρι είναι παράλυτο».
«Τι, λοιπόν, μπορείς να κάνης»;
«Δυστυχώς, τίποτα, εκτός από το να διαβάζω και να γράφω».
«Α! ώστε γράφεις; Τότε να διδάξης γραφή εις το παιδάκι μου. Ξεύρει και διαβάζει λίγο, αλλά θέλω να μάθη να γράφη· κοστίζουν όμως πολύ τα μαθήματα και δυστυχώς για να μάθη να γράφη πρέπει να πληρώσω είκοσι ρούβλια, ποσόν που είναι βαρύ για μένα».

Συμφώνησα κ’ εγώ, με τη βοήθεια δε του νεωκόρου με μετέφερε εις το μέρος που κατοικούσε και μ’ ετοποθέτησε σ’ ένα μικρό δωματιάκι εις την πίσω αυλή του σπιτιού του.

Έπειτα άρχισε την θεραπεία με την εξής μέθοδο: Εμάζεψε από τα διαμερίσματα, απ΄ τις αυλές και απ΄ όπου άλλου μπορούσε κ’ εγέμισε ένα κουβά από κάθε είδους μισοφαγωμένα κόκκαλα ζώων, πουλιών, και άλλα. Τα έπλυνε, τα κομμάτιασε με μια πέτρα και τα έβαλε σ’ ένα πήλινο δοχείο. Τα εσκέπασε μ’ ένα σκέπασμα που είχε μιά τρυπούλα εις το επάνω μέρος, αναποδογύρισε το δοχείο και το έβαλε σ’ ένα άλλο δοχείο θαμμένο εις το έδαφος. Εσκέπασε με λάσπη το επάνω μέρος του δοχείου, που ήταν βυθισμένο μεσ’ στη γη και βάζοντας ένα σωρό ξύλα από πάνω, έβαλε φωτιά και την εκράτησε αναμμένη επί εικοσιτέσσερεις ώρες, λέγοντας: «Θα πάρουμε μερικά υπολείμματα σαν απόσταγμα από τα κόκκαλα». Την άλλην ημέρα όταν έβγαλε από το χώμα το ένα δοχείο, μέσα του είχε κατασταλάξει, εκατό δράμια περίπου, πυκνόρευστο υγρό που είχε μείνει από όσον είχεν εξατμισθή σιγά-σιγά από την τρύπα του σκεπάσματος του άλλου δοχείου.

Το υγρό αυτό ήταν σαν κόκκινο λάδι και μύριζε δυνατά σαν ωμό κρέας. Ως προς τα κόκκαλα μέσα εις το δοχείο, είχαν γίνει κάτασπρα, καθαρά και διαφανή σαν σεντέφι.

Άλειφα με αυτή την ύλη τα πόδια μου και τα έδενα, πέντε φορές την ημέρα.

Και ω του θαύματος! Ύστερα από 24 ώρες μπορούσα να κουνώ τα δάχτυλα, μετά δε από μιά μέρα ακόμη, μπορούσα και τα πόδια μου να μετακινώ. Την πέμπτην ημέρα εστάθηκα ορθός και με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού περπάτησα ένα μέτρο. Με δυό λόγια σε διάστημα μιας εβδομάδος τα πόδια μου έγιναν γερά όπως πρώτα. Ευχαρίστησα τον Θεό, και εσκέφθηκα πολύ για την μυστηριώδη δύναμι που δίνει πολλές φορές σε παραπεταμένα πράγματα. Ξερά και μισοφαγωμένα κόκκαλα, λίγο πριν γίνουν στάχτη, είχαν τόση ζωτική δύναμι, χρώμα, μυρουδιά και ευεργετική ενέργεια σε ανθρώπινο σώμα, ώστε έδωσαν και εις το δικό μου σώμα ζωή, που ήταν μισοπεθαμένο.

Αυτό μοιάζει σαν μιά υποθήκη της μελλοντικής αναστάσεως των σωμάτων. Πόσο θα ήθελα να πω, αυτό που έπαθα και είδα, σ’ αυτόν τον δασοφύλακα που συνήντησα άλλοτε και που είχε αμφιβολίες για την ανάστασι όλων των νεκρών.

Αφού καλυτέρευσα αρκετά από την αρρώστια μου, άρχισα να διδάσκω το παιδί. Αντί για τη συνηθισμενη αντιγραφή τον έβαλα και έγραφε την «Προσευχή του Ιησού» στην αρχή. Όπως την αντέγραφε πολλές φορές τον εδίδαξα πώς να την γράφη καλλιγραφικά. Το παιδί ήταν πολύ απησχολημένο εις το διάστημα της ημέρας επειδή εργαζότανε σ’ ένα μεγάλο κτήμα εκεί κοντά, μπορούσε δε να έρχεται σ’ εμένα μόνον όταν ο επιστάτης του κτήματος κοιμώτανε, δηλαδή, από τα βαθειά χαράματα μέχρι τη Λειτουργία. Ήταν ένα έξυπνο παιδί και άρχισε να μαθαίνη πολύ καλο γράψιμο. Ο μισθωτής του τον είδε που έγραφε και τον ερώτησε ποιος τον εδίδαξε. «Ένας προσκυνητής με ένα χέρι, που μένει σ’ ένα μικρό σπιτάκι μας», είπε το παιδί.

Ο επιστάτης, που ήταν Πολωνός, ενδιαφέρθηκε και ήλθε να μου ρίξη μια ματιά. Με βρήκε να διαβάζω την «Φιλοκαλία» και άρχισε να με ρωτά τι ήταν αυτό που εδιάβαζα. «Α!» είπε, «αυτό είναι η «Φιλοκαλία», το έχω ξαναδή αυτό το βιβλίο εις το σπίτι των εφημερίων μας όταν ήμουν εις την Βίλνα. Πάντως μου είπαν ότι γράφει παράξενα πράγματα, σχήματα και σοφίσματα, σχετικά με την προσευχή, γραμμένα από Έλληνας μοναχούς. Είναι σαν αυτά που γράφουν οι φανατικοί εις τας Ινδίας και εις την Μποχάρα, που κάθονται κάτω και κάνουν εκπνοή κατά ένα ιδιότυπο τρόπο, προσπαθώντας να δημιουργήσουν κάτι σαν γαργάλισμα εις την καρδιά τους και με ηλιθιότητα πιστεύουν ότι αυτό το σωματικό αίσθημα είναι προσευχή, το θεωρούν δε δώρο του Θεού. Αυτό που είναι αναγκαίο είναι ο κάθε άνθρωπος να εκπληρώνη το καθήκον της προσευχής προς τον Θεόν απλά, να λέγη δηλαδή ορθός το «Πάτερ ημών», όπως μας το εδίδαξεν ο Χριστός.

«Αυτό είναι αρκετό για όλη την ημέρα και όχι η επανάληψίς του κάθε λίγο και λιγάκι. Η επανάληψις αυτή, πολλές φορές κάνει τον άνθρωπο τρελλό, εκτός που προξενεί και καρδιακές παθήσεις».

«Μη σκέπτεσαι έτσι γι’ αυτό το άγιο βιβλίο, αγαπητέ μου», του απήντησα. «Δεν είναι γραμμένο από απλούς Έλληνας καλογήρους, αλλά από μεγάλους και αγίους ανθρώπους, παλαιών χρόνων, τους οποίους τιμά για αγίους και η δική σας, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αυτοί είναι: ο άγιος Αντώνιος ο μέγας, ο άγιος Μακάριος ο μέγας, ο Μάρκος ο πνευματικός αθλητής, ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος και πολλοί άλλοι. Απ΄ αυτούς οι μοναχοί των Ινδιών και της Μποχάρα έμαθαν την μέθοδο «της καρδιάς», την εσωτερική δηλαδή προσευχή, με την διαφορά ότι διέστρεψαν πολλά, κατά την εφαρμογή αυτών που εδιδάχθησαν, όπως και ο Γέροντάς μου μου εξήγησε. Εις την «Φιλοκαλία» η διδασκαλία για την εφαρμογή της προσευχής της καρδιάς, είναι παρμένη από τον Λόγο του Θεού, από την Αγία Γραφή εις την οποίαν ο Χριστός μάς επρόσταξε να λέμε το «Πάτερ ημών», όπως μας εδίδαξεν επίσης και την ασίγαστη προσευχή της καρδιάς.

»Αυτός είπε, «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου», «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», «Μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν». Έτσι οι άγιοι Πατέρες αποδεικνύοντας με την ζωή τους τα λόγια του Προφητάνακτος και ψαλμωδού Δαυίδ «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος», μας τα εξηγούν συγχρόνως ως εξής: Ο χριστιανός οφείλει να χρησιμοποιή κάθε δυνατή ευκαιρία ώστε να ζητή και να ευρίσκη απόλαυσι εις την προσευχή και χωρίς διακοπή να φροντίζη να βρίσκη παρηγοριά σ’ αυτήν, επίσης δε να μην αναπαύεται λέγοντας απλώς το «Πάτερ ημών» μια φορά την ημέρα.

«Άκουσε να σου διαβάσω πώς αυτοί οι Άγιοι επιτιμούν αυτούς που δεν προσπαθούν να φθάσουν και ν’ ανεβούν τα σκαλοπάτια της προσευχής της καρδιάς. Γράφουν, ότι για τρεις λόγους αυτό είναι κακό, πρώτον, γιατί αυτοί που πιστεύουν έτσι, είναι αντίθετοι με την Θεόπνευστον Αγία Γραφή, δεύτερον, διότι δεν θέτουν εμπρός τους μίαν υψηλότερη και τελειότερη κατάστασι της ψυχής που αποκτάται με τον χρόνο και με προσπάθεια, αλλ’ ικανοποιούνται με μόνη την εξωτερική αρετή, χωρίς να μπορούν να αισθανθούν την πείνα και την δίψα για την αλήθεια και έτσι χάνουν την μεγάλη ευλογία και την χαρά του Κυρίου, και τρίτον, διότι αφίνοντας το μυαλό τους να ασχολήται με τόν εαυτόν τους και τις καθημερινές εξωτερικές αρετές, συχνά κινδυνεύουν από τον πειρασμό της υπερηφάνειας, που όταν απατηλά τους νικήση, χάνουν τα πάντα».

«Είναι περίφημο αυτό που μου εδιάβασες», είπεν ο επιστάτης, «αλλά νομίζω και δύσκολο για μας τους μικρούς και κοινούς λαϊκούς σαν και μένα». Λοιπόν, θα σου διαβάσω κάτι απλούστερο που λέγει, πώς, άνθρωποι με καλή διάθεσι παρ’ ότι ζουν μέσα εις τον κόσμον, μπορούν να μάθουν τον τρόπο να προσεύχωνται χωρίς διακοπή».

Ευρήκα και του εδιάβασα από την «Φιλοκαλία» τον λόγο του Συμεών του Νέου Θεολόγου προς Γεώργιον τον Νέον, αυτό δε τον ευχαρίστησε πολύ και μου είπε: «Δώσε μου το βιβλίο αυτό να του ρίξω μιά ματιά την ώρα της αναπαύσεώς μου, μέχρις ότου βρω ευκαιρία και το διαβάσω με προσοχή». «θα σου το δώσω ευχαρίστως για 24 ώρες», απήντησα, «αλλά όχι για περισσότερο, γιατί το διαβάζω κάθε μέρα και δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς αυτό».

«Καλά, λοιπόν, τότε αντίγραψέ μου αυτό το κομμάτι που μου εδιάβασες και εγώ θα σε πληρώσω για τον κόπο σου». «Δεν θέλω πληρωμή», είπα, «θα το γράψω αυτό για σένα και για την αγάπη του Χριστού, με την ελπίδα ότι ο Θεός θα σου δώση την επιθυμία για νοερά Προσευχή».

Αμέσως και με ευχαρίστησιν, αντέγραψα το κομμάτι από τον Λόγο που είχα διαβάσει. Το εδιάβασε και εις την σύζυγό του και ευχαριστήθηκαν και οι δυό πολύ. Τέλος αποφασίσαμε να στέλνουν όταν θέλουν να με καλούν να πηγαίνω και να τους διαβάζω από την «Φιλοκαλία», τις ώρες που αναπαύονταν και έπιναν τσάι. Μιά φορά μ’ εκράτησαν σε γεύμα. Η γυναίκα του επιστάτη, μιά πολύ καλή μεσόκοπη κυρία, καθόταν μαζί μας εις το τραπέζι τρώγοντας τηγανισμενο ψάρι, όταν, δυστυχώς, ένα κόκκαλο εκάθησε μέσ’ στον λαιμό της. Δεν ημπορούσαμε με τίποτε να την ανακουφίσουμε και εστάθη αδύνατον να την απαλλάξουμε από το κόκκαλο. Πονούσε τόσο πολύ ο λαιμός της, ώστε μετα από δυο ώρες αναγκάστηκε να πέση στο κρεβάτι. Έστειλαν να φωνάξουν τον γιατρό που έμενε τριάντα πέντε χιλιόμετρα μακρυά απ΄ εκεί, αλλ’ επειδή άρχιζε να βραδυάζη, εγώ απεχώρησα, εις το καλύβι μου, πολύ λυπημένος για την κυρία. Την νύκτα, ενώ εκοιμώμουν μάλλον ελαφρά, άκουσα του Πνευματικού μου οδηγού τη φωνή. Δεν είδα τίποτε, μόνον άκουσα που μου έλεγε: «Ο άνθρωπος, εις το μέρος του οποίου ζης, σ’ εθεράπευσε, γιατί όμως εσύ δεν βοηθείς την σύζυγό του; Ο Θεός έδωσεν εντολή να αγαπάμε τον πλησίον μας».

«Να την βοηθήσω με ευχαρίστησι, αλλά πώς»; απήντησα, «δεν ηξεύρω κανένα τρόπο».
«Λοιπόν αυτό που πρέπει να κάνης είναι το εξής: Η γυναίκα αυτή από μικρό κοριτσάκι απεχθάνεται το λάδι. Όχι μόνον η γεύσις του την ενοχλεί, αλλά και η μυρωδιά του ακόμη την αρρωσταίνει. Δώσε της να πιη μια κουταλιά και θα της προξενήση εμετό. Η βία του εμετού θα βγάλη το κόκκαλο, το λάδι θα μαλακώση την πληγή εις τον λαιμό κ’ έτσι όλα θα περάσουν».
«Και πώς θα μπορέσω να της δώσω το λάδι, αφού τόσο πολύ το απεχθάνεται; Τι να κάνω αν δεν θελήση να το πιη»;
«Πες εις τον σύζυγό της να της κρατήση το κεφάλι και να της ρίξης ξαφνικά το λάδι μεσ’ στο στόμα της, εν ανάγκη δε χρησιμοποίησε και βία».
Εσηκώθηκα κ’ επήγα στον επιστάτη λέγοντάς του, το κάθε τι όπως μου συνέβη.
«Τί μπορεί να κάνη το λάδι τώρα; είπε. Αυτή είναι σε κακή κατάσταση παραμιλάει και ο λαιμός της είναι πρησμένος».
«Καλά, ας δοκιμάσουμε», είπα, «πάντως και αν δεν έχη κανένα αποτέλεσμα το λάδι, δεν θα βλάψη όμως και σε τίποτα».

Έρριξε λίγο, μέσα σ’ ένα ποτήρι του κρασιού και κατώρθωσε με διάφορα μέσα να την κάνη να το καταπιή. Αμέσως ενοχλήθηκε και σε λίγα λεπτά με εμετό εβγήκε το κόκκαλο μαζί με λίγο αίμα. Απαλλάχθηκε έτσι από το βάρος και έπεσε σε βαθύν ύπνο. Το πρωί που επήγα να ρωτήσω πώς πάει, την ευρήκα να πίνη το τσάϊ της ήσυχα. Και αυτή και ο άνδρας της ήσαν γεμάτοι ενθουσιασμό για τον τρόπο της θεραπείας, και περισσότερο, γεμάτοι από έκπληξι που η απέχθειά της για το λάδι μου είχεν ανακοινωθή σε όνειρο, επειδή κανείς άλλος, εκτός απ΄ αυτούς, εγνώριζεν αυτήν την λεπτομέρεια. Ακριβώς την ώραν αυτήν έφθασε κι ο γιατρός και ο επιστάτης του είπε όλα τα συμβάντα, καθώς και εγώ, για τον τρόπο της θεραπείας των ποδιών μου.

Ο γιατρός τα άκουσε όλα και έπειτα είπε: «Ούτε η μια περίπτωσις ούτε η άλλη είναι τόσο σπουδαίες, ώστε να θαυμάζη κανείς, επειδή η ίδια φυσική δύναμις ενήργησε και τις δυό φορές. Πάντως όμως θα το σημειώσω αυτό», προσέθεσε κ’ έβγαλε το μολύβι και έγραψε κάτι σχετικό εις το σημειωματάριό του. Ύστερα απ΄ αυτά, διαδόθηκε το γεγονός γρήγορα και με θεωρούσαν σ’ όλη την γύρω περιοχή πως ήμουν, άλλοι, προφήτης, άλλοι γιατρός και άλλοι, μάγος. Άρχισε έτσι μια ατελείωτη ουρά από επισκέπτες από όλα τα γύρω μέρη, που έρχονταν να μου πουν όλες τις υποθέσεις τους και τις διάφορες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Μου έφερναν δώρα, μου συμπεριεφέροντο με σεβασμό και εφρόντιζαν για την καλή διαβίωσί μου. Υπέφερα όλα αυτά για μια εβδομάδα και έπειτα, από το φόβο μήπως πέσω εις την παγίδα της κενοδοξίας και από τον φόβο άλλων κινδύνων, εγκατέλειψα το μέρος αυτό, κρυφά την νύκτα.

Ακόμη μιά φορά, λοιπόν, ξεκίνησα από την μοναχική διαμονή μου, αλλά αισθανόμουν ελεύθερος σαν να είχε φύγει από επάνω μου ένα μεγάλο βάρος. Η προσευχή με ανεκούφιζε όλο και περισσότερο και μερικές φορές η καρδιά μου γέμιζε με άπειρη αγάπη για τον Χριστό, με την απόλαυσι δε της Προσευχής, αισθανόμουν ρεύματα ανακουφίσεως και αγάπης να διατρέχουν όλη μου την ύπαρξι. Το όνομα του Ιησού Χριστού ήτο τόσο πολύ τυπωμένο μεσ’ στο μυαλό μου ώστε όπως εδιάβαζα το Ευαγγέλιο, ενόμιζα πως τα διάφορα γεγονότα που εξιστορούσε, εκτυλίγονταν εμπρός εις τα ίδια μου τα μάτια. με έπιαναν δάκρυα χαράς και μερικές φορές η ευτυχία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε ήταν αδύνατο να την εκφράσω με λόγια.

Πολλές φορές συνέβαινε ώστε, για δυό – τρεις ημέρες συνέχεια, να μην συναντώ ούτε σπίτι ούτε άνθρωπο και έχοντας εις την ψυχή μου το αίσθημα της μονώσεως, ενόμιζα πως ήμουν εις την γη επάνω μόνος και ταλαίπωρος αμαρτωλός, μπροστά εις τον Θεό που τόσον αγαπά τους ανθρώπους.

Αυτό το αίσθημα της μοναξιάς μ’ εγέμιζε παρηγοριά και με έκανε να αισθάνωμαι την απόλαυσι της Προσευχής πολύ βαθύτερη, παρ’ ό,τι εάν θα ήμουν μαζί με άλλους ανθρώπους.

Τέλος έφθασα εις το Ιρκούτσκ. Μετά την προσευχή μου μπροστά εις τα λείψανα του αγίου Ιννοκεντίου, άρχισα να συλλογίζωμαι για ποιό άλλο προσκύνημα έπρεπε τώρα να ξαναρχίσω. Δεν ήθελα να μείνω εκεί για πολύ, επειδή η πόλις ήταν αρκετά μεγάλη και θορυβώδης. Περπατούσα σκεπτικός σε έναν από τους δρόμους της πόλεως όταν συναντήθηκα τυχαίως με ένα ντόπιον έμπορο.

«Είσαι προσκυνητης»; με ερώτησε, και προσθέτοντας, «γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου»; μ’ επήρε μαζί του εις την πλούσια κατοικία του και άρχισε να μ’ ερωτά για την ζωή και τα σχέδιά μου. Του διηγήθηκα για τα ταξείδια μου και όταν ετελείωσα μου είπε: «Πρέπει να μην παράλειψης ένα ταξείδι εις την Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχουν τόσα προσκυνήματα ιερά και μοναδικά εις τον κόσμο».

«Θα ήμουν εξαιρετικά ευτυχής αν μπορούσα να πάγω, αλλά με τί χρήματα»; απήντησα. «Μπορώ να περπατώ όσο ευρίσκομαι εις την στεριά αλλά όταν φθάσω σε θάλασσα πρέπει να πληρώσω, γιατί ταξείδι με πλοίο δεν γίνεται χωρίς λεπτά».

«Θα ήθελες να σου εξοικονομήσω εγώ χρήματα για ένα τέτοιο ταξείδι; Πέρσι μόλις, εφρόντισα και έστειλα έναν άλλο προσκυνητή σαν και σένα εις τα Ιεροσόλυμα», μου είπεν ο έμπορος.

Έπεσα εις τα πόδια του, ενώ εκείνος προχώρησε λέγοντας: «Θα σου δώσω ένα γράμμα για τον γυιό μου που μένει εις την Οδησσό. Έχει εμπορικές συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολι και θα βρη οπωσδήποτε πλοίο για κει. Έπειτα απ΄ εκεί, διάφοροι γνωστοί του πράκτορες θα σε βάλουν σε άλλο πλοίο για την Παλαιστίνη».

Με κατέλαβε άπλετη χαρά εις το άκουσμα αυτών των λόγων και ευχαρίστησα τον καλό μου φίλο για την τόση του καλωσύνη. Ακόμη περισσότερο, ευχαρίστησα τον Θεό για την τόσο πλούσια πατρική του αγάπη και την φροντίδα του για μένα, έναν ταλαίπωρον αμαρτωλό, ένα πλάσμα που δεν είναι ικανό να κάνη καλό, ούτε εις τον εαυτόν του ούτε σε άλλον και που τρώει ανάξια το ψωμί του, ζητώντας το απ΄ τους άλλους.
Έμεινα τρεις ημέρες εις το σπίτι του ευγενικού αυτού εμπόρου.
Όπως μου είχεν υποσχεθή, έγραψε το γράμμα για το παιδί του και εγώ το επήρα με πρόθεσι ν’ αρχίσω το ταξείδι μου για την Οδησσό, που θα ήταν η αφετηρία για την Ιερουσαλήμ. Αλλά δεν ήξευρα αν μέχρι τέλους θα εγίνετο ίλεως ο Κύριος και αν θα με αξίωνε να προσκυνήσω τον ζωοποιό Του τάφο.
Advertisements