Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (μέρος γ´)

Οδαλίσκη του Edouard Manet

Μια εταίρα δεν γεννιότανε, γινόταν.
Γράφει η Titania Matina
Προϊόν μιας εποχής στην οποία ο ελληνόφωνος κόσμος του εμπορίου σταδιακά εκχρηματιζόταν, η εταίρα, ως φιγούρα ιστορική, μάλλον πρωτοεμφανίστηκε σ” εκείνη την πόλη στο Δέλτα του Νείλου την οποία ο Ηρόδοτος συνδέει με την ωραία Ροδώπι και μ” έναν κύκλο γυναικών “κάρτα” επαφροδίτων. Πράγματι, δεν είναι απίθανο ο θεσμός να γεννήθηκε στην ελληνικών συμφερόντων πόλη Ναύκρατι, σε ένα κράτος καραβιών όπως προδίδει το τοπωνύμιο. Εκεί όπου πρωτοκυκλοφόρησαν, καθώς φαίνεται, τα πρώτα ελληνικά νομίσματα σαν τις αιγινίτικες “χελώνες”. Και με τα χρήματα αυτά, μια αναδυόμενη και διαρκώς ισχυροποιούμενη τάξη μεταπρατών μπορούσε πλέον να απολαμβάνει εταίρες, “φίλες” δηλαδή, όπως και κάθε άλλο εκλεκτό αγαθό ανταποκρινόταν στα εκλεπτυσμένα της γούστα. Κι έτσι, εγκαταλείφθηκε ο παλαιότερος θεσμός της παλλακείας, που προϋπέθετε να έχει κερδηθεί μόνιμα μια γυναίκα ως “γέρας” και ανταμοιβή σε μάχη, σύμφωνα με τους κώδικες αξιών της προγενέστερα κραταιάς αριστοκρατίας του πολέμου. Τώρα πια, από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι επιθυμητές σεξουαλικές υπηρεσίες μπορούσαν να αγοράζονται ακόμη και τόσο βραχυπρόθεσμα όσο επέβαλλε η σύντομη παραμονή ενός εμπόρου περαστικού από το λιμάνι. Σύμφωνα με τα μέτρα της γενικής συναλλαγματικής ισοδυναμίας, γυναίκες και νομίσματα τίθεντο πλέον σε κυκλοφορία ελεύθερη.
Ωστόσο, πέρα από ιστορική φιγούρα, μια εταίρα ήταν και μια προσωπική ιστορία. Κι από την άποψη αυτή, επίσης δεν γεννιότανε, αλλά γινόταν. Όταν, λοιπόν, ο θεσμός εξαπλώθηκε στον ελληνικό κόσμο, προωθημένος μέσω του δουλεμπορίου και των κραιπαλοκώμων πρακτικών των συμποσίων, υπήρξαν διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εταίρες αναδεικνύονταν, αμείβονταν και ζούσαν. Όπως προκύπτει, δεν ήταν όλες τόσο τυχερές ώστε να καταφέρουν να αποκτήσουν δική τους περιουσία. Όμως, τουλάχιστον, πολλές μπορούσαν να διαβιούν με πολυτέλεια, στηριγμένες στους πόρους που εξασφάλιζαν γι” αυτές οι πλούσιοι θαυμαστές τους. Ως προς το ζήτημα αυτό, σημαντικό ρόλο έπαιζε η φήμη. Μια φήμη που ενισχυόταν όταν μια γυναίκα μπορούσε να λοιδορεί πρόθυμους εραστές, όταν έκρινε γι” αυτούς ότι δεν θα ήταν σε θέση να της προσπορίζουν τα αγαθά που ορεγόταν. Γιατί με τέτοιους περίπου όρους  σκιαγραφείται η νεαρή Θρακιώτισσα, η “φοραδίτσα” που, στην Αθήνα, χλεύαζε τον πόθο του συμποτικού ποιητή Ανακρέοντα από την Τέω της Μικράς Ασίας (fr. 72/Page).
Ιδιαιτέρως εκλεκτική και σχολαστική στο ζήτημα της φήμης της εμφανίζεται και μια άλλη όμορφη γυνίκα, τη συνάντηση της οποίας με τον Σωκράτη καταγράφει στα Απομνημονεύματα (3.11) ο Ξενοφώντας. Είχε βρεθεί στην πόλη της Αθήνας “κάνοντας παρέα με όποιον την έπειθε”, γιατί “η ομορφιά της ήταν ανώτερη από κάθε λεκτική περιγραφή.” Γι” αυτό τον λόγο ίσως, συνήθιζε να καλεί στο σπίτι της ζωγράφους, για να απαθανατίζουν τα κάλλη της. Σε μια τέτοια περίσταση την πέτυχε και μια αντροπαρέα, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ο Σωκράτης. Όμως με ευφυή λεπτότητα, εκείνος κατάφερε να ροκανίσει τις βεβαιότητές της, φέρνοντάς την ενώπιον των περιορισμών που έβαζε στη ματαιοδοξία της μια κοινωνία εξεχόντως ανδροκρατική. Στο επιτυχημένο κυνήγι του πλούτου και των εραστών, η επίδειξη δεν έφτανε. Ούτε καν η εξέχουσα ομορφιά της. Αναγκαστικά, στο παιχνίδι έπρεπε να μπουν άλλες και συνθετότερες τέχνες της γοητείας.
Στο πλούσιο σπίτι αυτής της γυναίκας, λοιπόν, και ενώ εκείνη ποζάρει σε ζωγράφο, περιστοιχιζόμενη από τη μητέρα της και τις υπηρέτριές της, όλες ντυμένες με μεγάλη πολυτέλεια, διαμείβεται ο εξής διάλογος:
“Άραγε, άνδρες, πρέπει εμείς να χρωστάμε χάρη σ” αυτήν, που μας έδειξε την ομορφιά της ή αυτή σ” εμάς, που την παρατηρήσαμε; Μήπως, αν είναι η επίδειξη πιο ωφέλιμη για αυτήν, πρέπει αυτή να μας ευχαριστήσει, παρά εμείς εκείνην αν είναι ωφέλιμο για εμάς το θέαμα;” Κι όταν κάποιος είπε ότι σωστά είχε τεθεί το ζήτημα, ο Σωκράτης συνέχισε: “Αυτή, λοιπόν, έχει ήδη κερδίσει τον έπαινό μας και θα ωφεληθεί ακόμη περισσότερο όταν την αναφέρουμε και σε άλλους. Γιατί επιθυμούμε πια ν” αγγίξουμε όσα είδαμε κι είναι να φεύγουμε από εδώ ερεθισμένοι, γιατί, φεύγοντας, θα νοιώθουμε πόθο γι” αυτήν. Κι έτσι, είναι φυσικό εμείς να την λατρεύουμε κι αυτή να γίνεται αποδέκτης της λατρείας.”
Κι εκείνη απάντησε: “Μα τον Δία, αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε πρέπει εγώ να σας χρωστώ ευγνωμοσύνη που με είδατε.”
Στη συνέχεια, ο Σωκράτης την ρωτάει αν έχει περιουσία οποιασδήποτε μορφής, χωράφι, σπίτι που να αποφέρει εισοδήματα ή, τουλάχιστον, δούλους τεχνίτες. Κι, όταν εκείνη απαντάει πως όχι, παρά κερδίζει τη ζωή της απ” τους φίλους της, ο Σωκράτης τής υποδεικνύει ότι πρέπει να εξασφαλίζει το απόκτημα των φίλων –όντως πολυτιμότερο από οποιοδήποτε κοπάδι πό πρόβατα, κατσίκια ή βόδια– χρησιμοποιώντας την κατάλληλη επινόηση (μηχανήν) που να την κάνει αποτελεσματική σαν τις αράχνες, οι οποίες κυνηγούν την τροφή τους υφαίνοντας λεπτούς ιστούς, ώστε να μπορούν να καταβροχθίζουν οτιδήποτε πέσει μέσα. Η σημειολογία του κυνηγιού (θηράσειν) αναπτύσσεται με λεπτομέρειες περισσότερες, με το επιχείρημα ότι, ακόμη και για το πιο μικρό άγρευμα, όπως για έναν λαγό, οι άνθρωποι σκαρφίζονται τεχνάσματα ποικίλα (τεχνάζουσι πολλά), εφοδιάζονται με ειδικά σκυλιά ή πουλιά και στήνουν επιδέξιες παγίδες. “Έτσι κάπως μπορείς να ενεργήσεις κι εσύ” –προτείνει ο Σωκράτης– “αν, αντί για σκύλο, αποκτήσεις κάποιον που θα εντοπίζει, ιχνηλατώντας για χάρη σου, εκείνους που αγαπούν την ομορφιά και είναι πλούσιοι κι αυτός θα μηχανεύεται πώς να τους ρίχνει στα δίχτυα σου…. Δίχτυα που τα έχεις όμορφα πλεγμένα στο σώμα σου και στην ψυχή σου, με την οποία θα μάθεις με ποιο βλέμμα μπορείς να ευχαριστείς και με ποια λόγια να ευφραίνεις… και να αγαπάς όχι μονάχα τρυφερά, μα και με ευμένεια… με λόγια και με έργα.” Κι όταν η γυναίκα διαπιστώνει ότι η ίδια δεν κατέχει τέτοιες τεχνικές και του ζητάει να της τις μάθει, παρακαλώντας τον να την επισκέπτεται συχνότερα, εκείνος την αιφνιδιάζει:
»Μα, δεν μου είναι εύκολο να βρω καιρό γιατί είμαι απασχολημένος με πολλές προσωπικές και δημόσιες υποθέσεις. Κι έχω και φίλες που, μέρα νύχτα, δεν με αφήνουνε να τις εγκαταλείπω, γιατί μαθαίνουν από μένα φίλτρα μαγικά και μαγικές επωδούς.” “Ξέρεις και τέτοια;” –ρώτησε η γυναίκα. “Μα, γιατί νομίζεις “ –είπε εκείνος – “ότι δεν φεύγουνε ποτέ από κοντά μου ο Απολλόδωρος κι ο Αντισθένης; Και για ποιον άλλον λόγο έρχονται σε μένα από τη Θήβα ο Κέβης κι ο Σιμίας; Μάθε καλά, λοιπόν, ότι αυτά δεν γίνονται χωρίς ποικίλα φίλτρα, τραγούδια μαγικά και επικλήσεις στον μαντικό τροχό της ίυγγας.” “Βρες μου μια ίυγγα” –ζήτησε εκείνη. “Μα τον Δία! –απάντησε ο Σωκράτης – δεν θέλω εσύ να ασκείς την έλξη πάνω μου, αλλά εγώ σε σένα.” “Τότε, θα έρχομαι εγώ” –υποσχέθηκε εκείνη– “μονάχα να με δέχεσαι.” “Θα σε δέχομαι”  –της είπε εκείνος– “εκτός κι αν έχω σπίτι άλλην, πιο επιθυμητή από σένα.”
Μα, τι θα είχε, τελικά, μια εταίρα να μάθει απ” τον Σωκράτη;
Τις πιο μυστηριακές τεχνικές της θέλξεως, αυτές που αποκαλύπτει ο πλατωνικός διάλογος Μένων (80a): Να απορεί και να κάνει και τους άλλους να απορούν και, με τη συζήτηση, να “φαρμάττει” και να “κατεπᾴδει” μέχρι που να γεμίζει τον συνομιλητή με το ιερό δέος της στιγμής εκείνης που δεν αφήνει πέρασμα κι οδό διαφυγής (απορία). Τέχνη που μοιάζει μ” εκείνην που κατέχει το σαλάχι (τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ) που πάντοτε ναρκώνει από κοντά όποιον το αγγίζει (τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ). Τέχνη που εκπορθεί την ψυχή και τον λόγο, καθώς δεν αφήνει περιθώρια στον άλλο να αντιγυρίσει φθόγγο (ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαί σοι). Τέχνη, εντέλει, που μονάχα ένας μάγος (γόης) θα μπορούσε να εφαρμόζει.
Μια εταίρα στην Αθήνα, πλήρως εξαρτημένη καθώς ήτανε από τις απαιτητικές συνθήκες διεξαγωγής των συμποσίων, έπρεπε να χειρίζεται σε όλη τους τη γκάμα τα πιο σπουδαία κόλπα.
Κόλπα της γοητείας.

via

Advertisements