Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (μέρος α΄)

La Grande Odalisque, Jean Auguste Dominique Ingres, 1814, Λούβρο

Γράφει η Titania Matina
Είχε όνομα που παρέπεμπε σε όψη τριαντάφυλλου.
Ροδώπις.
Ήταν εταίρα και ήκμασε στην Αίγυπτο, όταν βασίλευε ο Άμασις (κατὰ Ἄμασιν βασιλεύοντα ἦν ἀκμάζουσα). Με καταγωγή από τη Θράκη (γενεὴν μὲν ἀπὸ Θρηίκης), υπήρξε αρχικά δούλα, μαζί με τον ποιητή Αίσωπο (σύνδουλος Αἰσώπου τοῦ λογοποιοῦ), στην κυριότητα του Ιάδμονα, γιου του Ηφαιστιοπόλεως, από τη Σάμο. Στην Αίγυπτο έφτασε για να εργαστεί (ἀπικομένη… κατ’ ἐργασίην), όταν την έφερε ένας άλλος Σάμιος, ο Ξάνθος, Εκεί όμως, απελευθερώθηκε (ἐλύθη), αφού πλήρωσε σημαντικό χρηματικό ποσό (χρημάτων μεγάλων) γι’ αυτήν ο Χάραξος από τη Μυτιλήνη, γιος του Σκαμανδρώνυμου και αδελφός της ποιήτριας Σαπφούς. Και αφού την απελευθέρωσε, ο ίδιος ο Χάραξος επέστρεψε στη Μυτιλήνη όπου η Σαπφώ τον σατίρισε στα ποιήματά της (πολλὰ κατεκερτόμησε μιν). Η Ροδώπις όμως, ελεύθερη πλέον, παρέμεινε στην Αίγυπτο όπου έγινε πολύ θελκτική (κάρτα ἐπαφρόδιτος γενομένη). Γιατί, με κάποιο τρόπο, οι εταίρες στη Ναύκρατι συνήθιζαν να γίνονται πολύ θελκτικές (φιλέουσι δέ κως ἐν τῇ Ναυκράτι ἐπαφρόδιτοι γίνεσθαι αἱ ἐταῖραι). Κι έγινε τόσο περιλάλητη (κλεινή) ώστε όλοι οι Έλληνες έμαθαν το όνομά της (οἱ πάντες  Ἕλληνες Ῥοδώπιος τὸ οὔνομα ἐξέμαθον).  Έτσι συνέβη και με τη μεταγενέστερη Αρχιδίκη, που την τραγούδησε ολόκληρη η Ελλάδα (ἀοίδιμος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα), αν και η φήμη της κυκλοφόρησε στις αντρικές λέσχες σε μικρότερο βαθμό από τη φήμη της άλλης (ἧσσον γὰρ τῆς ἑτέρης περιλεσχήνευτος). Και πράγματι, σε χρόνια υστερότερα, αρκετοί Έλληνες έφταναν στο σημείο να υποστηρίζουν, εντελώς λανθασμένα, ότι η πυραμίδα του Μυκερίνου, στην Αίγυπτο, ήταν της Ροδώπιος (τὴν δὲ μετεξέτεροί φασι τῶν Ἑλλήνων Ῥοδώπιος ἑταίρης γυναικὸς εἶναι, οὐκ ὀρθῶς λέγοντες). Γιατί η γυναίκα αυτή τελικά απέκτησε τεράστια περιουσία (μεγάλα ἐκτήσατο χρήματα). Και μάλιστα επιθύμησε να αφήσει πίσω της ένα μνημείο της στην Ελλάδα (μνημήιον ἑωυτῆς ἐν τῇ Ἑλλάδι καταλιπέσθαι), που όμοιό του δεν είχε ξαναβρεθεί αλλού κι ούτε είχε ξαναστηθεί ποτέ σε ιερό (μὴ τυγχάνει ἄλλῳ ἐξευρημένον καὶ ἀνακείμενον ἐν ἱρῷ). Έστειλε στους Δελφούς τη δεκάτη ακριβώς της περιουσίας της (τῆς ὧν δεκάτης τῶν χρημάτων ποιησαμένη… ὅσον ἐνεχώρεε ἡ δεκάτη οἷ, ἀπέπεμπε ἐς Δελφούς), ως ανάθημα, τέτοιο όμως που να την θυμίζει (τοῦτο ἀναθεῖναι μνημόσυνον). Κι αυτό το πράγμα που η Ροδώπις έκανε (ποίημα ποιησαμένη) δεν ήταν άλλο παρά πάμπολλες σιδερένιες σούβλες, τόσο μεγάλου μήκους η καθεμία που διαπερνούσε βόδι (ὀβελοὺς βουπόρους πολλοὺς σιδηρέους). Και οι μακριές αναθηματικές σούβλες τοποθετήθηκαν σε σωρό (συννενέαται) πίσω από τον βωμό των Χίων, απέναντι ακριβώς από τον δελφικό ναό του Απόλλωνα.
Αυτή την παρέκβαση, έκτασης δύο παραγράφων (135-136) στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του και στο σημείο όπου γίνεται λόγος για τις πυραμίδες της Αιγύπτου, αφιερώνει ο Ηρόδοτος στην εταίρα Ροδώπι που έζησε το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ., απ’ όσο μπορούμε να συμπεράνουμε από το πλαίσιο που σκιαγραφεί ο ιστορικός. Και σε αυτή την τόσο μικρή αναφορά του σωρεύονται πληροφορίες σχετικά με τη φιγούρα της εταίρας στην ελληνική αρχαιότητα, και μάλιστα σε μια αρκετά πρώιμη φάση της αρχαϊκής περιόδου, που εξάπτουν κάθε φαντασία.
Στο παρασκήνιο λειτουργεί ένα δίκτυο διακίνησης ανθρώπων που προέρχονται από περιοχές περιφερειακές του ελληνικού χώρου, αλλά προορίζονται για την τέρψη αριστοκρατών με εκλεπτυσμένα γούστα, για συμποσιακούς συνδαιτυμόνες ασφαλώς, οι οποίοι εξίσου επιθυμούν τη συντροφιά μιας όμορφης γυναίκας, όσο και ενός κακάσχημου, αλλά χαρισματικού ποιητή. Το δουλεμπορικό δίκτυο έχει ισχυρά ερείσματα στις ιωνικές πόλεις των νησιών του Αιγαίου, εμπλέκει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ηχηρά ονόματα, και απλώνεται μέχρι την Ανατολή προς άγραν πελατείας. Και στα πλοκάμια του πιασμένη η όμορφη γυναίκα παράγει πλούτο για τους αφέντες προαγωγούς της, μέχρι που ένας ευκατάστατος εραστής και προστάτης πληρώνει ακριβά για την απελευθέρωσή της. Κι η πράξη του ως συνέπεια θα έχει το ότι η γυναίκα θα κινείται αυτοβούλως στο εξής, καρπωνόμενη πλήρως και απευθείας τα κέρδη της εργασίας της.  Ο πλούσιος εραστής που απελευθέρωσε μάλλον κινήθηκε με μεγαλοψυχία και αφέλεια, ίσως κι απ’ τον βαθύ του έρωτα –θα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Γιατί για ποιον άλλο λόγο θα τον γελοιοποιούσε, στη συνέχεια, στα έργα της η αδελφή του και ποιήτρια Σαπφώ; Όμως η νεαρή όμορφη γυναίκα κινείται πλέον όχι μονάχα αυτοδύναμα, αλλά και έξυπνα στην Αίγυπτο, καθώς δικτυώνεται με άλλες εταίρες στην πόλη Ναύκρατι, τον πλούσιο ναύσταθμο στα παράλια της Μεσογείου για τον οποίο ξέρουμε ότι είχε εκχωρηθεί πλήρως στα συμφέροντα του ελληνικού εμπορίου από τον ίδιο τον φαραώ Άμασι.
Και η γυναίκα γίνεται πάμπλουτη καθώς εξελίσσεται, όπως και οι υπόλοιπες εταίρες του ίδιου λιμανιού, σε “κάρτα ἐπαφρόδιτον”. Εξεχόντως θελκτική είναι η σημασία που προσφέρεται στα λεξικά, ετούτη όμως η μετάφραση φαίνεται λειψή μπροστά στις μεταφορικές συμπαραδηλώσεις της “αφοσίωσης στην Αφροδίτη”, που ενυπάρχουν στον ηροδότειο όρο. Αφιερώθηκε η Ροδώπις στα έργα της θεάς ίσως με μυητικές τελετουργικές πρακτικές που, σε κάποιες περιπτώσεις απηχούνται στις λογοτεχνικές πηγές ή στα ανασκαφικά ευρήματα από τον κόσμο της αρχαιότητας, του ελληνόφωνου συμπεριλαμβανομένου (χαρακτηριστικές είναι, για παράδειγμα, οι σχετικές υποθέσεις που αφορούν στο ιερό της Αφροδίτης στους Επιζεφύριους Λοκρούς στην Κάτω Ιταλία),.
Κι έτσι, η φήμη της Ροδώπιος δεν περιορίζεται στην αιγυπτιακή Ναύκρατι. Έλληνες έμποροι, χωρίς αμφιβολία, την μεταφέρουν στις λέσχες σε όλη την Ελλάδα, στους χώρους δηλαδή που, όπως προκύπτει από άλλες πηγές (Οδύσσεια σ 329, Επίγραμμα Καλλιμάχου για τον Ηράκλειτο, Παυσανίας 10. 25), στέγαζαν, όμοια σχεδόν με τα συμπόσια, την αντρική κοινωνικότητα σε ολονύκτιες συνευρέσεις, μόνο που δεν εστίαζαν στην οινοποσία και το φαγητό, αλλά στη χαλαρή κουβέντα, στις ήρεμες συζητήσεις, στις εκμυστηρεύσεις κι επίσης στη ζωηρή μυθοπλασία των αντρών. Κι εκεί, στις ελληνικές λέσχες, τόσο μακριά απ’ το έδαφος το αιγυπτιακό, η Ροδώπις τραγουδήθηκε, έγινε ένας θρύλος, τόσο που, ακόμη και για χρόνια πολλά μετά τον θάνατό της, οι Έλληνες την μνημονεύανε, μάλιστα αποδίδοντάς της εσφαλμένα μια ολόκληρη αιγυπτιακή πυραμίδα.
Στα χρόνια της ωριμότητάς της, πάντως, όταν είχε πια συγκεντρώσει τη μυθώδη της περιουσία, η εταίρα προχώρησε ανενδοίαστα σε μια κίνηση σοκ. Αναμετρήθηκε με τους ίδιους τους Δελφούς, που τότε αποτελούσαν ένα από τα πλέον σεμνά και μεγαλύτερα ιερά του γνωστού κόσμου, αλλά και κέντρο που ασκούσε πραγματικά διεθνή –ακόμη και οικονομική– πολιτική. Κι εκεί έστειλε λοιπόν το δικό της ιδιαίτερο ανάθημα για να την μνημονεύει, δαιμόνια μοναδικό στη σύλληψή του, ένα εφεύρημα που όμοιό του δεν είχε ξαναϋπάρξει. Και σαν άλλος νικηφόρος στρατηλάτης επένδυσε σ’ αυτό τη δεκάτη (το ένα δέκατο δηλαδή) της περιουσίας της. Οι στρατηγοί αφιέρωναν στους ναούς τη δεκάτη των λαφύρων που μάζευαν από τους ηττημένους στο πεδίο της μάχης. Η Ροδώπις, με ειρωνική αυθάδεια, αφιέρωσε στους Δελφούς το “ποίημα” –ο Ηρόδοτος το τονίζει αυτό– που απόλυτα της ταίριαζε. Αφιέρωσε τη δεκάτη των έργων και των ημερών της.
Ο πίνακας είναι από εδώ: http://el.wikipedia.org

via

Advertisements

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (μέρος β΄)

H στήλη της πριγκίπισσας Nefertiabet, σήμερα στο Λούβρο

Γράφει η Titania Matina
Είδαμε ότι η ηροδότεια αναφορά (ΙΙ, 135-136) στην εταίρα Ροδώπι και στην ακμή της, κατά το α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. στην ελληνικών συμφερόντων πόλη Ναύκρατι στο Δέλτα του Νείλου, εγγράφεται στο τμήμα εκείνο της Ιστορίηςόπου γίνεται λόγος για τις τρεις μεγάλες αιγυπτιακές πυραμίδες –αυτές τις οποίες η σύγχρονη έρευνα χρονολογεί στην 4η φαραωνική δυναστεία, δηλαδή στην 3η χιλιετία π.Χ. Ο Ηρόδοτος, που επισκέφθηκε την Αίγυπτο γύρω στο 450 π.Χ. –σε τεράστια χρονική απόσταση από την περίοδο ανέγερσης των πυραμίδων και σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατο της Ροδώπιος–, διαβεβαιώνει τους σύγχρονούς του Έλληνες ότι παρασύρονται από τη μεγάλη φήμη αυτής της εταίρας, η οποία είχε διατηρηθεί στις αντρικές λέσχες ανά την Ελλάδα μαζί με τους θρύλους για τη μεγάλη περιουσία της. Αυτής της περιουσίας που, στην πραγματικότητα, της επέτρεψε μεν να αναθέσει ένα πρωτότυπο μνημείο της στους Δελφούς, αλλά λανθασμένα διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να της αποδίδει και την πυραμίδα του Μυκερίνου. Το ενδιαφέρον είναι ότι, λίγες παραγράφους πιο πριν, ο ιστορικός έχει μιλήσει για μια άλλη πυραμίδα, τη μεγαλύτερη όλων, αυτή του Χέοπα, και για τον ρόλο τον οποίο, σύμφωνα με όσα ο ίδιος άκουσε από τους Αιγύπτιους, έπαιξε μια άλλη γυναίκα στην κάλυψη των υπέρογκων εξόδων που είχαν απαιτηθεί για την οικοδόμησή της:
“Έχουν σημειωθεί σε αιγυπτιακή γραφή πάνω στην πυραμίδα οι ποσότητες από το αλατισμένο ζουμί από ραπανάκια, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα που καταναλώθηκαν από τους εργάτες και, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, ο μεταφραστής που μου διάβαζε την επιγραφή έλεγε ότι είχαν ξοδευτεί γι’ αυτό τον σκοπό 1.600 τάλαντα αργύρου. Κι αν αυτά ήταν τόσα, πόσα περισσότερα δαπανήθηκαν σε σίδηρο, απ’ ό,τι φαίνεται, για τα εργαλεία και το σιτάρι και την ένδυση των εργατών; Και μάλιστα για το μεγάλο χρονικό διάστημα οικοδόμησης [20 χρόνια] το οποίο έχω προαναφέρει, καθώς και για το επίσης μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως μου φαίνεται λογικό, κατά το οποίο λιθοτομούσαν [στα αραβικά όρη] και μετέφεραν τις πέτρες από τα λατομεία και έσκαβαν τα θεμέλια;
Όμως ο Χέοπας έφτασε σε τέτοιο σημείο φαυλότητας που, όταν ξέμεινε από πόρους, εγκατέστησε την ίδια του την κόρη σε ένα οίκημα, δίνοντάς της οδηγίες να ζητάει για τον εαυτό της συγκεκριμένη αμοιβή την οποία οι μεταφραστές δεν μου προσδιόρισαν. Κι εκείνη ζητούσε την αμοιβή που της είχε ορίσει ο πατέρας της, όμως είχε επίσης την ιδέα να αφήσει κι η ίδια πίσω της ένα μνημείο δικό της. Κι έτσι ζητούσε από κάθε άντρα που έμπαινε να της αφήνει έναν λίθο οικοδόμησης στο εργοτάξιο. Και μου είπαν ότι η πυραμίδα που βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις χτίστηκε από αυτούς τους λίθους –αυτή που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τη μεγάλη και που κάθε πλευρά της βάσης της έχει μήκος 1,5 πλέθρο.” (ΙΙ, 125-126)
Στην Ιστορίη του Ηρόδοτου, λοιπόν, προκύπτει δέκα μόνο παράγραφοι να χωρίζουν τις αναφορές στην έκδοση δύο γυναικών, τις οποίες ωστόσο η ζωή χώριζε κατά χιλιετίες. Κι έτσι, ενώ κανείς θα μπορούσε εύκολα να αμφισβητήσει σήμερα την αξιοπιστία των πηγών του ιστορικού, ειδικά εκείνων που αφορούσαν στα πεπραγμένα της κόρης του Χέοπα, αναπόφευκτα παρακινείται σε σύγκριση μεταξύ των δύο μορφών, πολύ περισσότερο επειδή οι εθνογραφικές και ανθρωπολογικές αναζητήσεις του Ηρόδοτου εστιάζουν συχνά, και με ιδιαιτέρως ζωηρό ενδιαφέρον, στο κοινωνικό υπόβαθρο της διακίνησης των γυναικών στον αρχαίο κόσμο.
 Εύλογα προκύπτει μια σειρά σκέψεων. Η κόρη του Χέοπα ήταν πριγκίπισσα. Και οπωσδήποτε δεν ήταν εταίρα –εξάλλου, ο ίδιος ο ιστορικός δεν την προσδιορίζει έτσι. Η Ροδώπις ήταν. Κι όμως, διακρίνει κανείς στον Ηρόδοτο μια υποψία απαξίωσης της πρώτης γυναίκας, πράγμα που επ’ ουδενί δεν ισχύει για την δεύτερη.
Γιατί, ακόμη κι αν δεν περνούσε από το χέρι της να αρνηθεί αυτό που της επιβλήθηκε, η κόρη του Χέοπα μοιράστηκε κάτι από τη φαυλότητα του πατέρα της, κάτι από τις επαρμένες επιθυμίες του. Απέκτησε μερίδιο στην ύβρη του να αφήσει πίσω του ένα μνημείο που ξεπερνούσε την ανθρώπινη κλίμακα. Η κόρη αυθαιρέτησε επίσης. Αναβάθμισε τόσο τις απαιτήσεις από τους πελάτες της, διεύρυνε τα κέρδη της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χτίσει τελικά και τη δική της πυραμίδα. Της ταιριάζει εξίσου, λοιπόν, η κατηγορηματική –η αφοριστική σχεδόν– διατύπωση “εἰς τοσοῦτο ἦλθε κακότητος” με την οποία ξεκινάει η μνεία στην περίπτωσή της.  Εν προκειμένω, μάλιστα, η κόρη του Χέοπα λειτούργησε με τρόπο χονδροειδή και ανεπεξέργαστο. Στερημένη από κάθε λογικό μέτρο, από κάθε δυνατότητα νηφάλιας εκτίμησης των πόρων που απαιτούνταν  για την ανέγερση του δικού της μνημείου, ζητούσε από κάθε πελάτη να της αφήνει έναν έτοιμο οικοδομικό λίθο στο εργοτάξιο.
Στον αντίθετο πόλο, εντυπωσιάζει ο λανθάνων θαυμασμός του Ηρόδοτου για τη Ροδώπι, την εταίρα που εργαζόταν παρέχοντας σεξουαλικές υπηρεσίες. Είδαμε μάλιστα ότι ο ιστορικός δεν απομονώνει την περίπτωσή της, αλλά την εντάσσει σ’ ένα σύνολο γυναικών που, κατά το α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αποικία Ναύκρατι. Όλες αυτές οι ἑταῖραι φαίνεται ότι έχουν κερδίσει τον θαυμασμό του –ο Ηρόδοτος μνημονεύει, εξάλλου, θετικά και τη μεταγενέστερη Αρχιδίκη. Στην κρίση του, είναι αξιοθαύμαστες αυτές οι γυναίκες που κατέληγαν, μέσω δουλεμπορίου, στο ελληνικό λιμάνι επί αιγυπτιακού εδάφους. Αυτές που γίνονταν κάρτα ἐπαφρόδιτοι, κατά πάσα πιθανότητα μυούμενες τελετουργικά και ιεροπρακτικά στον έρωτα. Αυτές που μπορούσαν να λειτουργήσουν αυτόνομα, εφόσον έβρισκαν εραστή διατεθειμένο να πληρώσει τα λύτρα τους. Αυτές που η προηγούμενη σκληρή ζωή τους ήταν συνυφασμένη με μια αίσθηση του μέτρου για να αποτιμούν τα πράγματα. Κι έτσι, οι εταίρες σαν την Ροδώπι, εφόσον αποκτούσαν φήμη και πλούτιζαν, μπορούσαν να αφήσουν πίσω τους ένα μνημείο που πραγματικά να τους ταιριάζει. Γι’ αυτό το λόγο και οι τόνοι θαυμασμού του Ηρόδοτου κορυφώνονται όταν εξηγεί το ιδιόμορφο ανάθημα της Ροδώπιος στους Δελφούς, τον διαβόητο σωρό από σιδερένιες σούβλες. Το μνημείο της ήταν μεν προκλητικό, απαιτούσε όμως ευφυία στη σύλληψή του. Ήταν ένα εφεύρημα μοναδικό. Ήταν τοποίημά της, το οποίο, επιπλέον, αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στο ένα δέκατο της περιουσίας της.
Ο Ηρόδοτος κάνει τόσο ελκυστική τη Ροδώπι στα μάτια του αναγνώστη επειδή την εμφανίζει τόσο κομψά προσαρμοσμένη στην ανθρώπινη κλίμακα. Αυτό που ξεκάθαρα υπονοεί στην περίπτωσή της ήταν ότι η εταίρα είχε την αίσθηση του μέτρου, αυτήν που αποτελεί το επίκεντρο της ηροδότειας ηθικής, αλλά και του ηροδότειου μυθογραφικού και ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος. Αυτό που ο ιστορικός δεν λέει – ή μάλλον δεν τονίζει – είναι ότι η κοινωνία στην οποία η Ροδώπις ήκμασε ήτανε πλέον πλήρως μεταπρατική και εκχρηματισμένη κι ότι ο θεσμός της εταίρας μάλλον εμφανίστηκε απόλυτα συναρτημένος με την ακμή του εμπορίου και με την κυκλοφορία νομίσματος, δηλαδή με την κυκλοφορία ενός γενικού συναλλαγματικού ισοδύναμου που επέτρεπε την προσμέτρηση της όποιας αξίας σε διαβαθμισμένες κλίμακες. Αυτό όμως το θέμα θα μας απασχολήσει σε μια επόμενη ευκαιρία.

via

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (μέρος γ´)

Οδαλίσκη του Edouard Manet

Μια εταίρα δεν γεννιότανε, γινόταν.
Γράφει η Titania Matina
Προϊόν μιας εποχής στην οποία ο ελληνόφωνος κόσμος του εμπορίου σταδιακά εκχρηματιζόταν, η εταίρα, ως φιγούρα ιστορική, μάλλον πρωτοεμφανίστηκε σ” εκείνη την πόλη στο Δέλτα του Νείλου την οποία ο Ηρόδοτος συνδέει με την ωραία Ροδώπι και μ” έναν κύκλο γυναικών “κάρτα” επαφροδίτων. Πράγματι, δεν είναι απίθανο ο θεσμός να γεννήθηκε στην ελληνικών συμφερόντων πόλη Ναύκρατι, σε ένα κράτος καραβιών όπως προδίδει το τοπωνύμιο. Εκεί όπου πρωτοκυκλοφόρησαν, καθώς φαίνεται, τα πρώτα ελληνικά νομίσματα σαν τις αιγινίτικες “χελώνες”. Και με τα χρήματα αυτά, μια αναδυόμενη και διαρκώς ισχυροποιούμενη τάξη μεταπρατών μπορούσε πλέον να απολαμβάνει εταίρες, “φίλες” δηλαδή, όπως και κάθε άλλο εκλεκτό αγαθό ανταποκρινόταν στα εκλεπτυσμένα της γούστα. Κι έτσι, εγκαταλείφθηκε ο παλαιότερος θεσμός της παλλακείας, που προϋπέθετε να έχει κερδηθεί μόνιμα μια γυναίκα ως “γέρας” και ανταμοιβή σε μάχη, σύμφωνα με τους κώδικες αξιών της προγενέστερα κραταιάς αριστοκρατίας του πολέμου. Τώρα πια, από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι επιθυμητές σεξουαλικές υπηρεσίες μπορούσαν να αγοράζονται ακόμη και τόσο βραχυπρόθεσμα όσο επέβαλλε η σύντομη παραμονή ενός εμπόρου περαστικού από το λιμάνι. Σύμφωνα με τα μέτρα της γενικής συναλλαγματικής ισοδυναμίας, γυναίκες και νομίσματα τίθεντο πλέον σε κυκλοφορία ελεύθερη.
Ωστόσο, πέρα από ιστορική φιγούρα, μια εταίρα ήταν και μια προσωπική ιστορία. Κι από την άποψη αυτή, επίσης δεν γεννιότανε, αλλά γινόταν. Όταν, λοιπόν, ο θεσμός εξαπλώθηκε στον ελληνικό κόσμο, προωθημένος μέσω του δουλεμπορίου και των κραιπαλοκώμων πρακτικών των συμποσίων, υπήρξαν διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εταίρες αναδεικνύονταν, αμείβονταν και ζούσαν. Όπως προκύπτει, δεν ήταν όλες τόσο τυχερές ώστε να καταφέρουν να αποκτήσουν δική τους περιουσία. Όμως, τουλάχιστον, πολλές μπορούσαν να διαβιούν με πολυτέλεια, στηριγμένες στους πόρους που εξασφάλιζαν γι” αυτές οι πλούσιοι θαυμαστές τους. Ως προς το ζήτημα αυτό, σημαντικό ρόλο έπαιζε η φήμη. Μια φήμη που ενισχυόταν όταν μια γυναίκα μπορούσε να λοιδορεί πρόθυμους εραστές, όταν έκρινε γι” αυτούς ότι δεν θα ήταν σε θέση να της προσπορίζουν τα αγαθά που ορεγόταν. Γιατί με τέτοιους περίπου όρους  σκιαγραφείται η νεαρή Θρακιώτισσα, η “φοραδίτσα” που, στην Αθήνα, χλεύαζε τον πόθο του συμποτικού ποιητή Ανακρέοντα από την Τέω της Μικράς Ασίας (fr. 72/Page).
Ιδιαιτέρως εκλεκτική και σχολαστική στο ζήτημα της φήμης της εμφανίζεται και μια άλλη όμορφη γυνίκα, τη συνάντηση της οποίας με τον Σωκράτη καταγράφει στα Απομνημονεύματα (3.11) ο Ξενοφώντας. Είχε βρεθεί στην πόλη της Αθήνας “κάνοντας παρέα με όποιον την έπειθε”, γιατί “η ομορφιά της ήταν ανώτερη από κάθε λεκτική περιγραφή.” Γι” αυτό τον λόγο ίσως, συνήθιζε να καλεί στο σπίτι της ζωγράφους, για να απαθανατίζουν τα κάλλη της. Σε μια τέτοια περίσταση την πέτυχε και μια αντροπαρέα, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ο Σωκράτης. Όμως με ευφυή λεπτότητα, εκείνος κατάφερε να ροκανίσει τις βεβαιότητές της, φέρνοντάς την ενώπιον των περιορισμών που έβαζε στη ματαιοδοξία της μια κοινωνία εξεχόντως ανδροκρατική. Στο επιτυχημένο κυνήγι του πλούτου και των εραστών, η επίδειξη δεν έφτανε. Ούτε καν η εξέχουσα ομορφιά της. Αναγκαστικά, στο παιχνίδι έπρεπε να μπουν άλλες και συνθετότερες τέχνες της γοητείας.
Στο πλούσιο σπίτι αυτής της γυναίκας, λοιπόν, και ενώ εκείνη ποζάρει σε ζωγράφο, περιστοιχιζόμενη από τη μητέρα της και τις υπηρέτριές της, όλες ντυμένες με μεγάλη πολυτέλεια, διαμείβεται ο εξής διάλογος:
“Άραγε, άνδρες, πρέπει εμείς να χρωστάμε χάρη σ” αυτήν, που μας έδειξε την ομορφιά της ή αυτή σ” εμάς, που την παρατηρήσαμε; Μήπως, αν είναι η επίδειξη πιο ωφέλιμη για αυτήν, πρέπει αυτή να μας ευχαριστήσει, παρά εμείς εκείνην αν είναι ωφέλιμο για εμάς το θέαμα;” Κι όταν κάποιος είπε ότι σωστά είχε τεθεί το ζήτημα, ο Σωκράτης συνέχισε: “Αυτή, λοιπόν, έχει ήδη κερδίσει τον έπαινό μας και θα ωφεληθεί ακόμη περισσότερο όταν την αναφέρουμε και σε άλλους. Γιατί επιθυμούμε πια ν” αγγίξουμε όσα είδαμε κι είναι να φεύγουμε από εδώ ερεθισμένοι, γιατί, φεύγοντας, θα νοιώθουμε πόθο γι” αυτήν. Κι έτσι, είναι φυσικό εμείς να την λατρεύουμε κι αυτή να γίνεται αποδέκτης της λατρείας.”
Κι εκείνη απάντησε: “Μα τον Δία, αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε πρέπει εγώ να σας χρωστώ ευγνωμοσύνη που με είδατε.”
Στη συνέχεια, ο Σωκράτης την ρωτάει αν έχει περιουσία οποιασδήποτε μορφής, χωράφι, σπίτι που να αποφέρει εισοδήματα ή, τουλάχιστον, δούλους τεχνίτες. Κι, όταν εκείνη απαντάει πως όχι, παρά κερδίζει τη ζωή της απ” τους φίλους της, ο Σωκράτης τής υποδεικνύει ότι πρέπει να εξασφαλίζει το απόκτημα των φίλων –όντως πολυτιμότερο από οποιοδήποτε κοπάδι πό πρόβατα, κατσίκια ή βόδια– χρησιμοποιώντας την κατάλληλη επινόηση (μηχανήν) που να την κάνει αποτελεσματική σαν τις αράχνες, οι οποίες κυνηγούν την τροφή τους υφαίνοντας λεπτούς ιστούς, ώστε να μπορούν να καταβροχθίζουν οτιδήποτε πέσει μέσα. Η σημειολογία του κυνηγιού (θηράσειν) αναπτύσσεται με λεπτομέρειες περισσότερες, με το επιχείρημα ότι, ακόμη και για το πιο μικρό άγρευμα, όπως για έναν λαγό, οι άνθρωποι σκαρφίζονται τεχνάσματα ποικίλα (τεχνάζουσι πολλά), εφοδιάζονται με ειδικά σκυλιά ή πουλιά και στήνουν επιδέξιες παγίδες. “Έτσι κάπως μπορείς να ενεργήσεις κι εσύ” –προτείνει ο Σωκράτης– “αν, αντί για σκύλο, αποκτήσεις κάποιον που θα εντοπίζει, ιχνηλατώντας για χάρη σου, εκείνους που αγαπούν την ομορφιά και είναι πλούσιοι κι αυτός θα μηχανεύεται πώς να τους ρίχνει στα δίχτυα σου…. Δίχτυα που τα έχεις όμορφα πλεγμένα στο σώμα σου και στην ψυχή σου, με την οποία θα μάθεις με ποιο βλέμμα μπορείς να ευχαριστείς και με ποια λόγια να ευφραίνεις… και να αγαπάς όχι μονάχα τρυφερά, μα και με ευμένεια… με λόγια και με έργα.” Κι όταν η γυναίκα διαπιστώνει ότι η ίδια δεν κατέχει τέτοιες τεχνικές και του ζητάει να της τις μάθει, παρακαλώντας τον να την επισκέπτεται συχνότερα, εκείνος την αιφνιδιάζει:
»Μα, δεν μου είναι εύκολο να βρω καιρό γιατί είμαι απασχολημένος με πολλές προσωπικές και δημόσιες υποθέσεις. Κι έχω και φίλες που, μέρα νύχτα, δεν με αφήνουνε να τις εγκαταλείπω, γιατί μαθαίνουν από μένα φίλτρα μαγικά και μαγικές επωδούς.” “Ξέρεις και τέτοια;” –ρώτησε η γυναίκα. “Μα, γιατί νομίζεις “ –είπε εκείνος – “ότι δεν φεύγουνε ποτέ από κοντά μου ο Απολλόδωρος κι ο Αντισθένης; Και για ποιον άλλον λόγο έρχονται σε μένα από τη Θήβα ο Κέβης κι ο Σιμίας; Μάθε καλά, λοιπόν, ότι αυτά δεν γίνονται χωρίς ποικίλα φίλτρα, τραγούδια μαγικά και επικλήσεις στον μαντικό τροχό της ίυγγας.” “Βρες μου μια ίυγγα” –ζήτησε εκείνη. “Μα τον Δία! –απάντησε ο Σωκράτης – δεν θέλω εσύ να ασκείς την έλξη πάνω μου, αλλά εγώ σε σένα.” “Τότε, θα έρχομαι εγώ” –υποσχέθηκε εκείνη– “μονάχα να με δέχεσαι.” “Θα σε δέχομαι”  –της είπε εκείνος– “εκτός κι αν έχω σπίτι άλλην, πιο επιθυμητή από σένα.”
Μα, τι θα είχε, τελικά, μια εταίρα να μάθει απ” τον Σωκράτη;
Τις πιο μυστηριακές τεχνικές της θέλξεως, αυτές που αποκαλύπτει ο πλατωνικός διάλογος Μένων (80a): Να απορεί και να κάνει και τους άλλους να απορούν και, με τη συζήτηση, να “φαρμάττει” και να “κατεπᾴδει” μέχρι που να γεμίζει τον συνομιλητή με το ιερό δέος της στιγμής εκείνης που δεν αφήνει πέρασμα κι οδό διαφυγής (απορία). Τέχνη που μοιάζει μ” εκείνην που κατέχει το σαλάχι (τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ) που πάντοτε ναρκώνει από κοντά όποιον το αγγίζει (τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ). Τέχνη που εκπορθεί την ψυχή και τον λόγο, καθώς δεν αφήνει περιθώρια στον άλλο να αντιγυρίσει φθόγγο (ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅ,τι ἀποκρίνωμαί σοι). Τέχνη, εντέλει, που μονάχα ένας μάγος (γόης) θα μπορούσε να εφαρμόζει.
Μια εταίρα στην Αθήνα, πλήρως εξαρτημένη καθώς ήτανε από τις απαιτητικές συνθήκες διεξαγωγής των συμποσίων, έπρεπε να χειρίζεται σε όλη τους τη γκάμα τα πιο σπουδαία κόλπα.
Κόλπα της γοητείας.

via

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (1ο μέρος του δ´ μέρους)

Diego Velázquez, Venus au mirroir
Γράφει η Titania Matina 
            Εάν επρόκειτο για κινηματογραφική ηρωίδα, μάλλον θα βούρκωνε με δάκρυα διαμαντένια, όπως ήταν εκείνα τα περίφημα στις Αναμνήσεις μιας Γκέισας. Κι αν ήτανε σε μυθιστόρημα αστικό, θα ξεπερνούσε ίσως στον σκληρό νατουραλισμό κι αυτήν ακόμη τη Nana του Émile Zola. Όμως στη Νέαιρα ποτέ δεν επικέντρωσαν οι προβολείς της Τέχνης. Ούτε και την γνωρίζουμε μέσα απ” τις χάρες ή και τα ευφυολογήματα της αφήγησης. Μαθαίνουμε γι” αυτήν από μια δίκη.
            Ο μακροσκελής δικανικός λόγος που την αφορά αποδίδεται συνήθως στον Δημοσθένη, αν κι η νεώτερη έρευνα αμφισβητεί την πατρότητά του. Όμως, όπως και να’χει κι όποιος κι αν ήτανε ο δικηγόρος που ανέλαβε να οργανώσει τις καταγγελίες των μηνυτών της (ενός κάποιου Απολλοδώρου, γιου τραπεζίτη, και του γαμπρού του Θεομνήστου), το γεγονός παραμένει. Ο Κατά Νεαίρας λόγος αραδιάζει μια σειρά από κατηγορίες εις βάρος μιας γυναίκας που, αν και ξένη και εταίρα, προέβη, μαζί με τον Αθηναίο εραστή και προαγωγό της Στέφανο, σε μια σειρά πράξεων εξαπάτησης του αθηναϊκού δήμου: παράνομα τον παντρεύτηκε κι έτσι παράνομα απέκτησε τα δικαώματα της Αθηναίας, παράνομα αναγνώρισε τα νόθα παιδιά της, παράνομα εξαπάτησε και νύμφευσε με Αθηναίο πολίτη την κόρη της Φανώ, την οποία είχε ήδη αρχίσει να εκδίδει, παράνομα άφησε  την Φανώ να υποδυθεί ρόλο ιερό για την πόλη των Αθηνών στη γιορτή των Ανθεστηρίων, παράνομα προσβάλε, στη βαθύτερη ουσία της, μια απ” τις πιο ιερές τελετουργίες της πόλης.
            Στη δίκη της Νεαίρας παρέστησαν ως μάρτυρες κατηγορίας πάμπολλοι  Αθηναίοι πολίτες. Όλοι τους σκιαγράφησαν τις δραστηριότητές της σε άλλες πόλεις και στην ίδια την Αθήνα. Όλοι ήταν ευϋπόληπτοι. Κι οι περισσότεροι την είχαν οι ίδιοι απολαύσει. Τώρα, που η φημισμένη ερωμένη είχε πλέον γεράσει, όλοι ζητούσαν την καταδίκη της. Το κατηγορητήριο ξεκίνησε με αναφορά στην παιδική της ηλικία, τότε που η Νέαιρα ήταν στην Κόρινθο, δούλη της Νικαρέτης, επίσης εταίρας. Αφήνω το ίδιο το κείμενο να μιλήσει, ανεπεξέργαστα και χωρίς φτιασιδώματα:
“Η Νικαρέτη, απελεύθερη του Χαρισίου απ” την Ηλεία και γυναίκα του Ιππία, του μάγειρά του, αγόρασε επτά πολύ μικρά κορίτσια. Ήτανε, πράγματι, δαιμόνια και μπορούσε να διακρίνει αν ένα μικρό κοριτσάκι θα γίνει κάποτε όμορφη κοπέλα. Και, καθώς τα ήξερε αυτά, ανάθρεψε κι εκπαίδευσε τις μικρές με τρόπο που ήξερε πολύ καλά, αφού αυτή ήτανε η τέχνη του βιοπορισμού της. Τις έλεγε κόρες της, για να τις παρουσιάζει ως ελεύθερες και να ζητάει μεγαλύτερη αμοιβή απ” όσους τις πλησίαζαν. Τις εκμεταλλεύτηκε όσο ακόμη ήτανε μικρές, για να τις πουλήσει στη συνέχεια και τις επτά. Επρόκειτο για την Άντεια, την Στρατόλα, την Αριστόκλεια, τη Μετάνειρα, την Φίλα, την Ισθμιάδα κι αυτή εδώ την Νέαιρα. Αν θελήσετε στη συνέχεια να μάθετε κι αν μείνει χρόνος στην αγόρευσή μου, μπορώ να σας πω ποιος αγόρασε την καθεμία τους από τη Νικαρέτη και πώς αυτές εντέλει απελευθερώθηκαν απ” τους αγοραστές τους. Προς το παρόν, παραμένω στην περίοδο, κατά την οποία η Νέαιρα ανήκε στη Νικαρέτη που πουλούσε το σώμα της μικρής σε όποιον την πλησίαζε.
Κάποια στιγμή, ο σοφός Λυσίας έγινε εραστής της Μετάνειρας και θέλησε, εκτός από τα άλλα έξοδα που έκανε για χάρη της, να μυήσει τη μικρή στα Μυστήρια. Γιατί καταλάβαινε ότι όλα τα άλλα χρήματα που έδινε κατέληγαν στη Νικαρέτη, ενώ τα έξοδα που θα έκανε για τα Μυστήρια θα ήταν τα μόνα που θα ωφελούσαν εξ ολοκλήρου το κορίτσι. Είπε λοιπόν, στη Νικαρέτη να φέρει τη Μετάνειρα στην Αθήνα για τα Μυστήρια, με την υπόσχεση ότι θα την μυούσε ο ίδιος. Όταν οι γυναίκες έφτασαν, ο Λυσίας δεν τις έβαλε στο σπίτι του, από σεβασμό προς τη σύζυγό του, που ήταν κόρη του Βραχύλλου, αλλά και από σεβασμό προς την ηλικιωμένη μητέρα του που ζούσε μαζί τους. Εγκατέστησε όμως τις ξένες στο σπίτι του φίλου του, του Φιλόστρατου από τον Κολωνό που ήταν ακόμη πολύ νέος. Μαζί τους ήρθε και η Νέαιρα που είχε ήδη ως εργασία της την εκμετάλλευση του σώματός της, μολονότι ήταν ακόμα πολύ μικρή και δεν είχε φτάσει σε ηλικία γάμου. Καλώ τον Φιλόστρατο ως μάρτυρα ότι λέω την αλήθεια, ότι η Νέαιρα ανήκε στη Νικαρέτη που την συνόδευε και πουλούσε το σώμα της σε όποιον ήταν πρόθυμος να δώσει χρήματα.”
– Ακολουθεί η μαρτυρία του Φιλόστρατου, γιου του Διονυσίου, από τον Κολωνό, ο οποίος βεβαιώνει   το μακρυνό παρελθόν της Νεαίρας, εφόσον και οι τρεις γυναίκες έμειναν στο σπίτι του όταν ήρθαν για τα Μυστήρια στην Αθήνα από την Κόρινθο όπου ζούσαν κανονικά, κατόπιν επιθυμίας του Λυσία, γιου του Κέφαλου και στενού του φίλου.
“Λίγο αργότερα, την ίδια περίοδο, η Νέαιρα συνόδευσε τον Σίμο από τη Θεσσαλία, που είχε έρθει στην Αθήνα για τα Μεγάλα Παναθήναια. Μαζί τους ήτανε κι η Νικαρέτη. Πήγαν και έμειναν στο σπίτι του Κτήσιππου, γιου του Γλαυκωνίδη, από τον δήμο των Κυδαντιδών. Κι αυτή εδώ η Νέαιρα έπινε και δειπνούσε μαζί με πολλούς άντρες, όπως θα έκανε μια εταίρα. Καλώ ως μάρτυρες που θα αποδείξουν την αλήθεια των λόγων μου τον Ευφίλητο του Σίμωνα από την Αιξωνή και τον Αριστόδημο του Κριτόδημου απ” την Αλωπεκή.”
– Οι μάρτυρες παρίστανται και βεβαιώνουν τη συγκεκριμένη καταγγελία ως αληθή.
“Στην Κόρινθο πλέον, μετά από αυτά, η Νέαιρα ασκούσε φανερά το επάγγελμά της και, μάλιστα, ήταν διάσημη. Ανάμεσα στους άλλους εραστές της, που την είχαν επ” αμοβή, ήταν κι ο ποιητής Ξενοκλείδης και ο ηθοποιός Ίππαρχος.”
– Καταθέτει ως μάρτυρας ο Ίππαρχος, γιατί ο Ξενοκλείδης αδυνατεί να παραστεί στη δίκη λόγω συγκεκριμένου νομικού κωλύματος. Ο Ίππαρχος βεβαιώνει ότι, στην Κόρινθο, είχε γνωρίσει τη Νέαιρα ως εταίρα που πληρωνόταν και ότι συμμετείχε μαζί της σε συμπόσια, μαζί και με τον Ξενοκλείδη.
“Στη συνέχεια, η Νέαιρα απέκτησε δυο εραστές, τον Τιμανορίδα από την Κόρινθο και τον Ευκράτη από τη Λευκάδα. Κι επειδή η Νικαρέτη ζούσε πολυτελώς κι είχε μεγάλες απαιτήσεις και είχε και την αξίωση να της πληρώνουν σε καθημερινή βάση τα υπέρογκα έξοδα του σπιτιού της, αυτοί οι δύο άντρες προτίμησαν να αγοράσουν τελικά τη Νέαιρα για να είναι δούλα δική τους, έναντι του ποσού των τριάντα μνων σύμφωνα με τους νόμους της πόλης της Κορίνθου. Την είχαν λοιπόν και την χρησιμοποιούσαν για μεγάλο διάστημα.  Όταν όμως έφτασαν στο σημείο να παντρευτούν, της είπαν ότι δεν θα ήθελαν να βλέπουν αυτήν που είχε κάποτε υπάρξει ερωμένη τους να ασκεί το επάγγελμά της στην Κόρινθο κι ούτε και θα τους άρεσε να την αφήσουν να πέσει στα χέρια κανενός πορνοβοσκού. Αν, λοιπόν, ήθελε να εξαγοράσει την ελευθερία της, θα το δέχονταν ευχαρίστως. Και μάλιστα, θα δέχονταν να πραγματοποιηθεί η εξαγορά με πόσό μικρότερο από τα χρήματα που είχαν δώσει εκείνοι για να την αγοράσουν από τη Νικαρέτη. Γιατί ήθελαν να την βλέπουν να είναι καλά. Της είπαν λοιπόν ότι, προκειμένου να βρει την ελευθερία της, θα της χάριζαν χίλιες δραχμές, από πεντακόσιες ο καθένας. Κι έτσι, όρισαν σε είκοσι μνες το ποσό της απελευθέρωσης.
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια του Ευκράτη και του Τιμανορίδα, η Νέαιρα κάλεσε στην Κόρινθο άλλους εραστές της, ανάμεσά τους και τον Φρυνίωνα από την Παιανία, γιο του Δήμωνα και αδερφό του Δημοχάρη, ο οποίος, κύριοι δικαστές, όπως θα θυμούνται οι γεροντότεροι ανάμεσά σας, ζούσε μέσα στην ασέλγεια και την πολυτέλεια. Όταν λοιπόν έφτασε ο Φρυνίων, η Νέαιρα τού μετέφερε τις προτάσεις του Ευκράτη και του Τιμανορίδα. Έδωσε στον Φρυνίωνα ένα ποσό που η ίδια είχε ήδη συγκεντρώσει κάνοντας έρανο από άλλους εραστές της και του ζήτησε να συμπληρώσει εκείνος τα υπόλοιπα χρήματα, προκειμένου να πληρωθούν οι είκοσι μνες για την απελευθέρωσή της. Ο Φρυνίων την άκουσε ικανοποιημένος. Πήρε τα χρήματα του εράνου, συμπλήρωσε κι ο ίδιος τα υπόλοιπα και τα έδωσε στον Ευκράτη και τον Τιμαρονίδα για την απελευθέρωση της Νεαίρας και υπό τον όρο, βέβαια, εκείνη να μην ξαναεργαστεί ποτέ στην Κόρινθο. Για να αποδειχτεί η αλήθεια των λόγων μου, καλώ ως μάρτυρα τον Φίλαγρο από την Μελίτη, που ήταν παρών σ” εκείνες τις δοσοληψίες.”
– Ο Φίλαγρος καταθέτει ότι βρισκόταν στην Κόρινθο όταν ο Φρυνίων πλήρωσε τον Ευκράτη και τον Τιμανορίδα για την απελευθέρωση της Νεαίρας και ότι, στη συνέχεια, ο Φρυνίων έφυγε για την Αθήνα, παίρνοντας μαζί του τη Νέαιρα.
[η συνέχεια της υπόθεσης στο επόμενο μέρος του δ´ μέρους]

via

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (2ο μέρος του δ´ μέρους)

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (λεπτομέρεια)
Γράφει η Titania Matina 
            Είδαμε ότι ο Κατά Νεαίρας λόγος περιέχει το κατηγορητήριο που διατυπώθηκε, ενώπιον του αθηναϊκού δικαστηρίου, εις βάρος της εταίρας Νεαίρας, γύρω στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. Και είχαμε ήδη την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ένα μεγάλο μέρος του, που αφορούσε στις δραστηριότητες αυτής της γυναίκας: από την παιδική της ηλικία, όταν πρωτοάρχισε να εργάζεται ως εταίρα στην Κόρινθο, έως το σημείο που εγκατέλειψε αυτή την πόλη, κατ” απαίτησιν των παλαιότερων εραστών και κυρίων της που τώρα της επέτρεπαν να εξαγοράσει την ελευθερία της. Σε αυτή τη φάση, το μεγαλύτερο μέρος των λύτρων της το πλήρωσε ο έκλυτος και διαβόητος Φρυνίων από την Αθήνα. Ήταν αυτός που εισήγαγε πλήρως πια τη Νέαιρα στα συμπόσια της Αττικής.
            Ο κατήγορος συνεχίζει να εξηγεί:
“Όταν, λοιπόν, έφτασε με τη Νέαιρα ο Φρυνίων στην Αθήνα, ζούσε μαζί της με ασέλγεια ολοφάνερη. Αυτή τον ακολουθούσε στα συμπόσια και οπουδήποτε μπορούσε να πιεί και να οργιάσει μαζί του. Κι ο Φρυνίων συνουσιαζόταν δημόσια μαζί της  οπουδήποτε και κομψευόταν κιόλας, μπροστά σε όσους τον έβλεπαν, γι” αυτές του τις εκστάσεις. Πήρε μαζί του τη Νέαιρα σε πολλά γλέντια. Την πήγε και στη γιορτή που διοργάνωσε ο Χαβρίας από την Αιξωνή όταν, επί άρχοντος Σωκρατίδου, νίκησε στις αρματοδρομίες των Πυθίων με το τέθριππο το οποίο είχε αγοράσει από τους γιους του Μίτυος από το Άργος. Όταν, λοιπόν, ο Χαβρίας επέστρεψε από τους Δελφούς, έκανε επινίκιο γλέντι στην Κωλιάδα. Εκεί, πολλοί συνευρέθηκαν με τη μεθυσμένη Νέαιρα, όση ώρα ο Φρυνίων κοιμόταν. Ανάμεσά τους ήτανε κι οι οικιακοί δούλοι του Χαβρία που σέρβιραν στο τραπέζι. Για την αλήθεια αυτών των λόγων μου, καλώ τους παριστάμενους αυτόπτες μάρτυρες σ” εκείνο το γλέντι: τον Χιωνίδη από την Ξυπετή και τον Ευθετίωνα από τον δήμο Κυδαθηναίων.”
– Ακολουθεί η μαρτυρία του Χιωνίδη από την Ξυπετή και του Ευθετίωνα από τον δήμο Κυδαθηναίων ότι, στο επινίκιο δείπνο του Χαβρία στην Κωλιάδα, είχαν παραβρεθεί και ο Φρυνίων με τη Νέαιρα κι ότι, εκεί, πολλοί μέσα στη νύχτα σηκώθηκαν και πήγαν στη Νέαιρα, ανάμεσά τους και οι ίδιοι, αλλά και οι οικιακοί δούλοι του Χαβρία.
“Επειδή, όμως, ο Φρυνίων συνεχώς προπηλάκιζε με ασέλγεια τη Νέαιρα και δεν την αγαπούσε, όπως εκείνη ήλπιζε, κι ούτε και πραγματοποιούσε τις επιθυμίες της, εκείνη μάζεψε τα πράγματά της από το σπίτι του, ρούχα και χρυσαφικά δηλαδή και δύο υπηρέτριές της, τη Θράττα και την Κοκκαλίνη, και δραπέτευσε στα Μέγαρα. Ήταν εκείνη η χρονιά που άρχοντας στην Αθήνα ήτανε ο Αστείος, η περίοδος δηλαδή, κύριοι δικαστές, που πολεμούσατε για δεύτερη φορά εναντίον των Λακεδαιμονίων. Η Νέαιρα έμεινε στα Μέγαρα και την επόμενη χρονιά, όταν άρχοντας εδώ έγινε ο Αλκισθένης. Σ” αυτήν την πόλη, ωστόσο, δεν της απέφερε πολλά χρήματα η εργασία της με την εκμετάλλευση του σώματός της και δεν μπορούσε να συντηρεί το σπίτι της. Γιατί και η ίδια ήταν πολυέξοδη και οι Μεγαρείς μικρόνοες και τσιγγούνηδες. Κι ούτε και πολλοί ξένοι επισκέπτονταν την πόλη, καθώς εσείς εμποδίζατε, λόγω της ηγεμονίας σας στη θάλασσα, το εμπόριο στα Μέγαρα που ήταν πόλη συμμαχική των Λακεδαιμονίων. Κι από την άλλη, η Νέαιρα δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο, λόγω των ένορκων δεσμεύσεων που είχαν συνοδεύσει την απελευθέρωσή της από τον Ευκράτη και τον Τιμανορίδα.
Όταν όμως έγινε η μάχη στα Λεύκτρα μεταξύ Σπαρτιατών και Θηβαίων, τότε πήγε από την Αθήνα στα Μέγαρα ο Στέφανος και άρχισε να συζεί μαζί της, αφού ήταν εταίρα. Του διηγήθηκε όλη τη ζωή της και την αλαζονεία του Φρυνίωνα. Έδωσε, μάλιστα, στον Στέφανο όλα τα πολύτιμα που είχε πάρει από εκείνον και του εξήγησε ότι η ίδια θα προτιμούσε να ζει στην Αθήνα, αλλά φοβόταν τον παλιό εραστή της γιατί το ένιωθε ότι τον είχε βλάψει και εξοργίσει. Επειδή γνώριζε, λοιπόν, τον βίαιο χαρακτήρα του Φρυνίωνα κι είχε επίσης αντιληφθεί ότι ο Στέφανος ήταν μάλλον ήπιος, ζήτησε από τον δεύτερο να την προστατεύσει. Κι αυτός την ξεσήκωνε, στα Μέγαρα, και την έκανε να αναθαρρήσει, λέγοντάς της ότι, αν τολμούσε να την αγγίξει ο Φρυίων, θα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Της υποσχέθηκε επίσης ότι θα την έπαιρνε γυναίκα του κι ότι θα ενέγραφε τα παιδιά της στη φρατρία του σαν να ήταν δικά του παιδιά, για να τα κάνει Αθηναίους πολίτες κι ότι δεν θα άφηνε κανέναν να την βλάψει.
Κι έτσι, επέστρεψε από τα Μέγαρα ο Στέφανος στην Αθήνα, παίρνοντας μαζί του τη Νέαιρα και τα τρία παιδιά της, τον Πρόξενο, τον Αριστίωνα κι ένα κορίτσι, που τώρα ονομάζεται Φανώ. Την εγκατέστησε μαζί με τα παιδιά σ” ένα σπιτάκι που έχει στην περιοχή του Ψιθυριστή Ερμή, ανάμεσα στο σπίτι του Δωρόθεου από την Ελευσίνα και στο σπίτι του Κλεινόμαχου, εκείνο που πρόσφατα αγόρασε ο Σπίνθαρος για επτά μνες. Αυτή ήταν όλη κι όλη η περιουσία του Στέφανου. Έφερε, λοιπόν, μαζί του τη Νέαιρα και την εγκατέστησε, για δύο λόγους. Καταρχάς, για να έχει δωρεάν μια ωραία εταίρα. Κατά δεύτερον, για να την βάζει να συντηρεί το σπίτι του ασκώντας το επάγγελμά της. Εξάλλου, ο ίδιος δεν διέθετε άλλους πόρους εκτός ίσως από τις απολαβές που είχε κάθε φορά που κατέθετε συκοφαντικές καταγγελίες εναντίον πολιτών.
Ο Φρυνίων, βεβαίως, έμαθε ότι η Νέαιρα βρισκόταν στην Αθήνα στο σπίτι του Στέφανου και πήγε εκεί, μαζί με νεαρούς φίλους του, και την άρπαξε. Και τότε, ο Στέφανος, θέλοντας να την πάρει από τον Φρυνίωνα, την διεκδίκησε ως απελεύθερη διά της νομικής οδού, καταθέτοντας για χάρη της εγγύηση στον άρχοντα πολέμαρχο. Καλώ ως μάρτυρα για την επιβεβαίωση των λόγων μου τον Αιήτη από τον δήμο των Κειριαδών, που τότε ήταν άρχοντας πολέμαρχος.”
– Παρίσταται ο Αιήτης και βεβαιώνει ότι, όταν ήταν άρχων πολέμαρχος, ο Φρυνίων, ο αδελφός του Δημοχάρη, υποχρέωσε τον Στέφανο από τον δήμο των Ερυιαδών να καταθέσει εγγύηση για την κατηγορουμένη Νεαίρα. Εκτός από τον Στέφανο, ως εγγυητές έδρασαν και ο Γλαυκέτης από την Κηφισιά κι ο Αριστοκράτης από το Φάληρο.
“Η Νέαιρα, λοιπόν, καλύφθηκε από την καταβολή αυτών των εγγυήσεων κι επέστρεψε στο σπίτι του Στέφανου. Συνέχισε, βεβαίως, να ασκεί το επάγγελμά της, ζητώντας τώρα πια περισσότερα χρήματα από όποιον την ζητούσε, γιατί τώρα είχε και νομική κάλυψη για τη συγκατοίκησή της με έναν άντρα. Ο Στέφανος, πάλι, όποτε ανακάλυπτε για κάποιον εραστή της ότι ήταν πλούσιος, τον κλείδωνε μέσα στο σπίτι, εκβιάζοντάς τον ότι θα τον καταγγείλει για μοιχεία, προκειμένου να αποσπά περισσότερα χρήματα. Γιατί ούτε ο Στέφανος, ούτε η Νέαιρα είχαν περιουσία ώστε να αντεπεξέρχονται στα καθημερινά τους έξοδα, που ήταν πολλά, αφού έπρεπε να συντηρούν και τα τρία παιδιά της, καθώς και δύο υπηρέτριες και έναν υπηρέτη. Εξάλλου, η Νέαιρα ήτανε μαθημένη στην καλοπέραση που, μέχρι τότε, της εξασφάλιζαν οι διάφοροι προστάτες της. Και την εποχή εκείνη, ο Στέφανος δεν ήτανε ακόμη ρήτορας, αλλά ένας απλός συκοφάντης, από αυτούς που κάθονται πλάι στο βήμα στην αγορά και κάνουν σαματά ή που πληρώνονται για να κατηγορούν άλλους πολίτες είτε καταθέτοντας οι ίδιοι μηνύσεις είτε εμφανιζόμενοι ως μάρτυρες σε υποθέσεις άλλων μηνυτών…..
Ωστόσο, ο Φρυνίων δεν έμενε άπραγος. Έκανε μήνυση στον Στέφανο, κατηγορώντας τον ότι του πήρε τη Νέαιρα σαν να ήταν ελεύθερη και ότι είχε δεχτεί στο σπίτι του τα πράγματα που εκείνη είχε κλέψει όταν έφευγε από το δικό του σπίτι. Τότε, οι φίλοι των δύο αντρών πρότειναν να λυθεί η διένεξή τους με διαιτησία. Διαιτητής του Φρυνίωνα ανέλαβε ο Σάτυρος από την Αλωπεκή, αδελφός του Λακεδαιμόνιου, ενώ ο Σαυρίας από τα Λάμπτρα ορίστηκε για να ενεργήσει για λογαριασμό του Στέφανου. Ως κοινά αποδεκτό διαιτητή επέλεξαν τον Διογείτονα από τις Αχαρνές. Διαβουλεύτηκαν, λοιπόν, οι διαιτητές στο ιερό, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές και τα έργα της γυναίκας κι αποφάνθηκαν για λύση κοινά αποδεκτή. Η γυναίκα θα απελευθερωνόταν και θα ήταν πια κυρία του εαυτού της. Θα έδινε πίσω στον Φρυνίωνα όσα τού είχε υπεξαιρέσει, δηλαδή τα χρυσαφικά και τις υπηρέτριες, και θα κρατούσε μόνο τα ρούχα που είχαν φτιαχτεί για προσωπική της χρήση. Και στο εξής, θα ζούσε με τους δύο άντρες εναλλάξ, μέρα παρά μέρα. Κι αν ο Φρυνίων και ο Στέφανος κατέληγαν ποτέ στο μέλλον σε άλλη κοινά αποδεκτή απόφαση, αυτή θα ήταν έγκυρη. Στο μεταξύ όμως θα αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο ως φίλοι και δεν θα κρατούσαν κακία μεταξύ τους. Αυτή ήταν η τελική συναινετική απόφαση της διαιτησίας για τη σχέση του Φρυνίωνα και του Στέφανου με τη Νέαιρα. Κάλεσε, σε παρακαλώ, ως μάρτυρες εκείνους τους διαιτητές.”
– Οι μάρτυρες παρίστανται και βεβαιώνουν την πράξη και το περιεχόμενο εκείνης της διαιτησίας.
“Όταν, λοιπόν, οι διαιτητές τακτοποίησαν με αυτόν τον τρόπο το θέμα, έγινε αυτό που, κατά τη γνώμη μου, συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, κυρίως όταν πρόκειται για εταίρες. Ο Φρυνίων και ο Στέφανος αντήλλασσαν επισκέψεις ο ένας στο σπίτι του άλλου, ανάλογα με το πού έμενε κάθε μέρα η Νέαιρα. Κι αυτή έτρωγε κι έπινε μαζί τους ως εταίρα. Καλώ ως μάρτυρες ότι λέω την αλήθεια τον Εύβουλο από την Προβόλινθο, τον Διοπείθη από τη Μελίτη και τον Κτήσωνα από τον Κεραμεικό, οι οποίοι συναναστρέφονταν τους δύο άντρες.”
– Παρίστανται οι μάρτυρες και βεβαιώνουν.
Ο Κατά Νεαίρας λόγος συνεχίζεται επί μακρόν, με κατηγορίες που διατυπώνονται πλέον εις βάρος και του ίδιου του Στέφανου, αλλά και της κόρης της Νέαιρας που, αν και εκδιδόμενη από τη μητέρα της, κατάφερε να εξαπατήσει για την ταυτότητα και την αγνότητά της έναν Αθηναίο πολίτη, ώστε να την παντρευτεί, και μάλιστα πολίτη που λειτούργησε ως άρχων βασιλεύς στα Ανθεστήρια. Υπό το βάρος της σωρείας των καταγγελιών, φαίνεται ότι η καταδικαστική απόφαση στην υπόθεση ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Ο Στέφανος θα έπρεπε να πληρώσει μεγάλο χρηματικό πρόστιμο στην πόλη για παραβίαση του νόμου περί γάμου και για εξαπάτηση της πόλης. Η δε Νέαιρα και τα παιδιά της θα πουλιούνταν εκ νέου ως δούλοι.
Στη δίκη της, η Νέαιρα μάλλον δεν είχε έναν δαιμόνιο δικηγόρο για να οργανώσει την υπεράσπισή της σαν εκείνον τον Υπερείδη, που, κατά τα γραφόμενα του Αθήναιου (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ 59), είχε την λαμπρή έμπνευση να γυμνώσει αιφνιδιαστικά μπροστά στους δικαστές την εκπάγλου καλλονής κατηγορουμένη Φρύνη και να πετύχει την πανηγυρική της αθώωση, όταν εκείνη η εταίρα είχε συρθεί στο δικαστήριο. Εξάλλου, στην περίπτωση της Νεαίρας, ελάχιστα θα είχαν απομείνει από την έσχατη υπερασπιστική γραμμή την οποία η αθηναϊκή κοινωνία θα ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει σε μιαν εταίρα. Το σώμα της θα είχε πια γεράσει.

via

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες (μέρος ε´)

Ο λεγόμενος Θρόνος
Γράφει η Titania Matina 
            Οι δραστηριότητες της Νικαρέτης στην Κόρινθο, έτσι όπως τις είδαμε να περιγράφονται λεπτομερώς στονΚατά Νεαίρας (18-32) δικανικό λόγο, ρίχνουν άπλετο φως στο θέμα του εμπορίου γυναικών κατά την περίοδο της κλασσικής αρχαιότητας. Επρόκειτο για πλέγμα δοσοληψιών που δούλευε σαν καλολαδωμένη μηχανή. Στην περίπτωση της Νικαρέτης, μια έμπειρη εταίρα, με φιλοδοξίες και προγραμματισμό και –πάνω απ” όλα– με μάτι που έκοβε, αγόραζε μικρές δούλες και τις εκπαίδευε η ίδια, παίρνοντάς τις μαζί της στα συμπόσια. έτσι ώστε να αποκομίζει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος από την εκμετάλλευσή τους, μέχρι που τελικά να τις πουλήσει σε νέους αφέντες και να πετύχει πλήρη απόσβεση –και με το παραπάνω, φυσικά– όσων εξόδων είχε κάνει γι” αυτές.
            Ωστόσο, στην πόλη της Κορίνθου και στην τομή δύο αξόνων διακίνησης αγαθών –από στεριά σε στεριά μέσω Ισθμού κι από θάλασσα σε θάλασσα μέσω Διόλκου–, το μοντέλο που εφάρμοζε η Νικαρέτη δεν αποτελούσε τη μοναδική εκδοχή. Η διακίνηση κοριτσιών απέφερε εξαιρετικά μεγάλα οφέλη για να αφήνεται αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Το θέμα ήταν σοβαρό και λειτουργούσε ως κράχτης για την πόλη ολόκληρη. Προσείλκυε το ενδιαφέρον των ταξιδευτών. Γινόταν, τελικά, κρατική υπόθεση. Κι η πόλις-κράτος διέθετε το κατάλληλο θεσμικό οικοδόμημα για να την πλαισιώσει. Επρόκειτο για το ιερό της Ουρανίας Αφροδίτης, στο οποίο άντρες και γυναίκες μπορούσαν να αφιερώνουν δούλες για να υπηρετούν τη θεά. Το θέμα το εξηγεί ο Στράβων (VIII, 6. 20), γεωγράφος του 1ου π.Χ. αιώνα. Μνημονεύει –με αρκετή δόση υπερβολής– άλλες εποχές που το ιερό είχε πλούτο αμύθητο και πάνω από χίλιες ιερόδουλες, έτσι ώστε εύκολα έσερνε καραβοκύρηδες στην οικονομική καταστροφή και δικαιολογούσε το ρητό “δεν μπορούν όλοι να πλεύσουν στην Κόρινθο”».



            Οι Δειπνοσοφισταί του Αθήναιου (XIII, 573 d) μνημονεύουν τις ιερόδουλες της Κορίνθου, τσιτάροντας ένα επίγραμμα του Σιμωνίδη στο ιερό της Αφροδίτης, το οποίο απέδιδε τη σωτηρία της πόλης αυτής, όταν ο Ξέρξης κατέβαινε στην Ελλάδα, στις επικλήσεις τους:
“Γυναίκες που αφοσιώθηκαν στην Κύπριδα για να προσευχηθούν για τους γενναίους μαχητές της πόλης. Γιατί η θεά δεν θέλησε να παραδοθεί η ακρόπολις των Ελλήνων στους Πέρσες τοξότες.”
            Στη συνέχεια της αφήγησής τους, οι Δειπνοσοφισταί (ΧΙΙΙ, 574 c-e) τοποθετούν το ζήτημα των αφιερωμάτων στο ιερό της Αφροδίτης σε περισσότερο εύλογη κλίμακα κι αφήνουν να αντιληφθούμε σε ποιες περιστάσεις η αριστοκρατία της Κορίνθου έκανε αυτού του είδους τα αναθήματα. Αναφέρουν το τάμα του αθλητή Ξενοφώντα, πριν κατέβη στους Ολυμπιακούς αγώνες το 464 π.Χ. Στο επινίκιο δείπνο του, τραγουδήθηκε προς τιμήν του σκόλιον, συμποτικό δηλαδή τραγούδι, το οποίο είχε συνθέσει ο Πίνδαρος (fr. 122/ Snell) και που περιελάμβανε σειρά στροφών κι αντιστροφών συνοδευόμενων από χορική όρχηση. Τρία από τα σωζόμενα χωρία αναφέρονταν άμεσα στις γυναίκες του ναού.
Η κεντρική επωδός περιέκλειε επίκληση στην Αφροδίτη:
“Κύπριδα, εδώ στο άλσος των φοράδων σου, ο Ξενοφών οδήγησε
αγέλη από μπούτια εκατό, χαρά γεμάτος που εκπλήρωσες τις προσευχές του.”
Μια επόμενη επωδός υποδείκνυε στις πενήντα αναθηματικές κόρες του Ξενοφώντα να συνοδεύσουν με τις χορευτικές κινήσεις τους το τραγούδι του ποιητή:
“Μα νοιώθω αμήχανος, ποιαν άραγε αρχή να βρω στο σκόλιό μου,
τέτοιαν που να ευφράνει τους αφέντες του Ισθμού
και που, κατάλληλα, να τηνε συνοδεύσουνε χορεύοντας ετούτες οι κοινές γυναίκες;”
Και τέλος, μια στροφή επαινούσε τις ιερόδουλες ως εξής:
“Κοπέλες που, στην πλούσια Κόρινθο, πολλούς φιλοξενείτε,
εσείς θεραπαινίδες τής Πειθούς,
έτσι που θυμιατίζετε ξανθές σταλαγματιές από χλωρό λιβάνι,
η σκέψη σας διαρκώς πετάει στην Ουράνια Αφροδίτη,
εκείνην που επιθυμία για έρωτα γεννά,
εκείνην, κόρες, που από ψηλά σάς δικαιώνει
στις θελκτικές σας κλίνες να θερίζετε καρπούς τής τρυφερής σας νιότης,
κάνοντας την ανάγκη μιαν απόλυτη ομορφιά.”
            Η Κόρινθος μάλλον δεν ήταν η μόνη πόλη του ελληνόφωνου κόσμου που είχε ιερόδουλες. Έχουμε ήδη δει ότι ένας τέτοιος κύκλος γυναικών ίσως υπονοείται και στην αφήγηση του Ηροδότου σχετικά με τη δράση της εταίρας Ροδώπιος στην ελληνικών συμφερόντων Ναύκρατιν στο Δέλτα του Νείλου (“φιλέουσι δέ κως ἐν τῇ Ναυκράτι ἐπαφρόδιτοι γίνεσθαι αἱ ἐταῖραι”, ΙΙ, 135). Και δεν φαίνεται αβάσιμη η υπόθεση ότι τα ναυτικά περάσματα και τα λιμάνια θα είχαν πολλά να ωφεληθούν  επενδύοντας σε φαντασιώσεις  “ιερογαμίας,,” σ” έναν ερωτισμό δηλαδή που φερόταν να τελεί –ως άκρως μυστηριακός και τελετουργικός– υπό την αιγίδα της Αφροδίτης της ίδιας.
            Ο Στράβων (VI, 2. 5) καταγράφει ανάλογες μνήμες για το ύψωμα του Έρυκα στη Σικελία, στον ναυτικό δρόμο δηλαδή των πλούσιων ελληνικών αποικιών της Δύσης προς την Καρχηδόνα. Και τοποθετεί εκεί ένα σημαντικό ιερό της Αφροδίτης. Σε άλλες εποχές –λέει–, το ιερό ήταν γεμάτο ιερόδουλες, τις οποίες ανέθεταν είτε οι ντόπιοι είτε και ξένοι επισκέπτες. Στις μέρες του, ωστόσο, ο τόπος είχε περιπέσει σε μαρασμό, συμπαρασύροντας στην παρακμή του και τον αριθμό των “ιερών σωμάτων.” Η λατρεία της Ερυκίνης Αφροδίτης παρατηρούνταν πλέον στη Ρώμη, κοντά στην Κολλίνη Πύλη, όπου υπήρχε ναός της θεάς με αξιόλογη στοά: οἰκεῖται δὲ καὶ ὁ Ἔρυξ λόφος ὑψηλός, ἱερὸν ἔχων Ἀφροδίτης τιμώμενον διαφερόντως ἱεροδούλων γυναικῶν πλῆρες τὸ παλαιόν, ἃς ἀνέθεσαν κατ᾽ εὐχὴν οἵ τ᾽ ἐκ τῆς Σικελίας καὶ ἔξωθεν πολλοί· νυνὶ δ᾽ ὥσπερ αὐτὴ ἡ κατοικία λιπανδρεῖ καὶ τῶν ἱερῶν σωμάτων ἐκλέλοιπε τὸ πλῆθος. ἀφίδρυμα δ᾽ ἐστὶ καὶ ἐν Ῥώμηι τῆς θεοῦ ταύτης τὸ πρὸ τῆς πύλης τῆς Κολλίνης ἱερὸν Ἀφροδίτης Ἐρυκίνης λεγόμενον, ἔχον καὶ νεὼν καὶ στοὰν περικειμένην ἀξιόλογον.
            Παραμένουμε στην ευρύτερη περιοχή. Μετακινούμαστε όμως, τώρα, στο κατώτερο άκρο της Καλαβρίας –με άλλα λόγια πολύ κοντά στον πορθμό που χωρίζει αυτήν τη χερσόνησο από τη Σικελία. Εκεί υπήρχε άλλη μια σημαντική ελληνική αποικία, που πάντα διοικείτο από τα συμφέροντα μιας αριστοκρατίας του εμπορίου. Ήταν οι Επιζεφύριοι Λοκροί. Για την πόλη αυτή –και συγκεκριμένα για τη θέση Centocamere/Marasà (εκτός του οικισμού και σε άμεση γειτνίαση με τις παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις μιας αγοράς για διερχόμενους εμπόρους)– ισχυρές αρχαιολογικές ενδείξεις παραπέμπουν στη λειτουργία ενός ιωνικού ναού της Αφροδίτης με ιερόδουλες. Ήδη από τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα, ο ναός περιελάμβανε στοά σε σχήμα U, η οποία ανακατασκευάστηκε τον επόμενο αιώνα για να γίνει περισσότερο ευρύχωρη και να μείνει σε χρήση μέχρι τα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. ΟΙ 370 βόθροι βρέθηκαν στα δάπεδά της να περιέχουν υπολείμματα γευμάτων, αλλά και θραύσματα αναθηματικών προς την Αφροδίτη σκύφων και πήλινων ειδωλίων, με απεικονίσεις ανδρών ξαπλωμένων σε ανάκλιντρα, εύγλωττα μαρτυρούν τον χαρακτήρα της. Η στοά του ναού αποτελείτο από μια σειρά αιθουσών συμποσίων.
            Αναπαραστάσεις γυναικών –άλλων από την ίδια την Αφροδίτη– δεν βρέθηκαν στον ίδιο τον ναό των Επιζεφυρίων Λοκρών. Έχει ενδιαφέρον, όμως, ότι, στη βάση τεχνοτροπικών αναλογιών, η αρχαιολογική έρευνα τού αποδίδει ένα μαρμάρινο βωμό που, στις τρεις πλευρές του, διακοσμείται με ανάγλυφες αναπαραστάσεις. Πρόκειται για τον λεγόμενο Θρόνο Ludovisi, που πήρε το όνομά του από τη γνωστή ρωμαϊκή οικογένεια Παπών και συλλεκτών έργων Τέχνης, στα χέρια της οποίας κατέληξε. Ο “Θρόνος” χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και είχε μάλλον υπάρξει προϊόν σύλησης του ιερού στον ναό της Αφροδίτης των Λοκρών, ήδη από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Η κεντρική αναπαράσταση εικονίζει τη μυθική ανάδυση της θεάς από τη θάλασσα, με δύο γυναικείες μορφές (ίσως τις Ώρες) να την υποδέχονται. Στις πλαϊνές του πλευρές εικονίζονται συμμετρικά δύο γυναίκες να κάθονται βολικά πάνω σε μαξιλάρια. Η μία είναι μια όμορφη γυμνή αυλητρίδα, που κάθεται με σταυρωμένα σκέλη. Η άλλη είναι μια νεαρή και λεπτοκαμωμένη γυναίκα, που είναι όμως ντυμένη και κάθεται πιο κόσμια γιατί ασφαλώς προέρχεται από την τάξη των αστών. Αυτή καίει θυμίαμα.
            Αν λοιπόν ο “θρόνος” αυτός προερχόταν από την Αφροδίτη στους Επιζεφύριους Λοκρούς, σε ποια συμπεράσματα μπορεί να οδηγήσει η διακόσμησή του; Το θέμα της αυλητρίδας θα ήταν αναμενόμενο. Ευνόητα θα παρέπεμπε σε γυναίκα που υπηρετούσε τα συμπόσια στον ναό. Όμως, πώς εξηγείται η παρουσία μιας γυναίκας από την τάξη των αστών; Η συνηθισμένη απάντηση είναι ότι οι ευϋπόληπτες γυναίκες των Λοκρών επίσης επισκέπτονταν το ιερό της Αφροδίτης, ειδικά πριν τον γάμο τους, για να ζητήσουν τις αναπαραγωγικές ευλογίες της θεάς. Είναι όμως αυτή η μόνη δυνατή απάντηση στο ερώτημα;
            Επιστρέφω στον κυρίως ελλαδικό χώρο αναζητώντας άλλη πιθανότητα. Στο πολύ μεγάλο λιμάνι και πέρασμα, που, μέχρι τώρα, δεν έχω συζητήσει επαρκώς: στην Πειραϊκή ακτογραμμή της Αττικής και στο ιερό της Αφροδίτης Κωλιάδος Άκρας (στο ακρωτήρι του σημερινού Αγίου Κοσμά). Ο Κατά Νεαίρας (33) λόγος δείχνει ότι το ιερό αυτό επέλεξε ο Χαβρίας ο Αιξωνέας, για να τελέσει το –πέρα από κάθε αμφισβήτηση– οργιώδες επινίκιο γλέντι του, μετά τη νίκη του στις αρματοδρομίες των Πυθικών αγώνων. Ήταν το γλέντι, στο οποίο διαβόητα συμμετείχε η Νέαιρα ως εταίρα. Η θέση της Κωλιάδος είναι όμως γνωστή κι από την κωμωδία. Η Λυσιστράτη (1-3) του Αριστοφάνη εκφράζει δυσαρέσκεια για τον χώρο. Έχει καλέσει σε κρυφή μάζωξη τις γυναίκες της Αθήνας, για να τους θέσει προβληματισμούς για το θέμα του πολέμου. Θέλει να τους προτείνει να εκβιάσουν τους άντρες τους με σεξουαλική αποχή, προκειμένου να τους πιέσουν και να φέρουν την ειρήνη. Κι όμως, οι Αθηναίες σύζυγοι καθυστερούν να έρθουν, ενώ “αν προσκαλούνταν σε καμια γιορτή του Βάκχου/ ή του Πανός ή της Γενετυλλίδας στην Κωλιάδα, θα κάνανε το αδιαχώρητο απ” τα τύμπανα” (1-3). Με μια πρώτη ματιά, η αναφορά της Γενετυλλίδος Κωλιάδος παραπέμπει σε γιορτή σχετική με τις γυναικείες αναπαραγωγικές ικανότητες, αλλά το όλο πλαίσιο αυτών των στίχων της κωμωδίας μοιάζει να αποπνέει κάτι έντονα έκλυτο. Το πράγμα υπογραμμίζεται ζωηρότερα στις αριστοφανικές Νεφέλες (41-55)όπου ο Στρεψιάδης γκρινιάζει στον γιο του που –φτωχός κι απλοϊκός αγρότης αυτός– πήγε και παντρεύτηκε γυναίκα αριστοκράτισσα, πολυέξοδη και –προπάντων–  φιλήδονη:
“Κοιμήσου εσύ, μα να το ξέρεις ότι
τα χρέη όλα τούτα κάποτε στην κεφαλή σου θα ξεσπάσουν.
Άει στα κομμάτια η προξενήτρα που μου ’βαλε στο νου τη μάνα σου να πάρω.
Που μια χαρά εγώ ζούσα στους αγρούς
χωρίς λουσίματα, ξυρίσματα, κι όπως μου ερχόταν βολικά,
ζωή γεμάτη από μελίσσια, πρόβατα και μούργες.
Και πήγα και παντρεύτηκα του Μεγακλή του γιου του Μεγακλή
την ανιψιά, εγώ χωριάτης μια πρωτευουσιάνα,
μια καλομαθημένη κομψευάμενη, μια κυρία.
Τη μέρα που την πήρα, καθώς έπεφτα μαζί της στο κρεβάτι,
εγώ μύριζα μούστο, ξεροτύρι, μαλλιά, αφθονία.
Κι εκείνη μοσχοβόλαγε αρώματα, κρόκο, γλωσσοπιπιλίσματα,
έξοδα, απληστία, Κωλιάδα και Γεννετυλλίδα Αφροδίτη.
Δεν θα πω, βέβαια, πως ήτανε τεμπέλα. Άψογα τηνε δούλευε του αργαλειού τη σπάθα.
Κι εγώ, ετούτο το ιμάτιο δείχνοντας,
έβρισκα αφορμή και έλεγα «Μωρέ γυναίκα, όλο διασπαθίζεις».”
            Να συνοψίσω, λοιπόν, ως εξής. Ο Κατά Νεαίρας λόγος υποδεικνύει ότι σε ένα ιερό της Αφροδίτης, όπως στην Κωλιάδα της Αττικής ή και σε εκείνο των Επιζεφυρίων Λοκρών, σύχναζαν εταίρες που συνόδευαν αριστοκρατικά συμπόσια. Ίσως δεν ήταν πραγματικά έγκλειστες στους ναούς αυτούς, αλλά οπωσδήποτε τους χρησιμοποιούσαν ως σημεία αναφοράς. Η αριστοφανική κωμωδία, όμως, προεκτείνει το φιλήδονο αυτών των χώρων και προς την κατεύθυνση των εκλεκτών γυναικών των αστών. Ήξεραν οι γυναίκες της αριστοκρατίας από αισθήσεις “μύρου, κρόκου, καταγλωττισμάτων,” όπως τις περιγράφει ο Αριστοφάνης;
Οι εταίρες, ενδεχομένως, τους τις μάθαιναν.
Για το ιερό στους Επιζεφύριους Λοκρούς:
Claude Rolley [1994], Η Ελληνική Γλυπτική, μτφρ. Ελένη Δημητρακοπούλου, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2006, τ. Ι, σσ. 455-456
και
Rebecca Schindler (2007), “Aphrodite and the colonization of Locri Epizephyrii,” Electronic Antiquity – Communicating the Classics 11: http://scholar.lib.vt.edu/ejournals/ElAnt/V11N1/schindler.html

via