Τρελλό νερό που μας χρειάζεται…

Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως τα μισούνε κιόλας τα δικά τους, μισούνε κι όποιον τα αγαπά και τα κρατά. Τυχαίνει να βρεθεί στο τραμ μια μοντέρνα, και κοντά της να κάθεται καμμιά χωριατοπούλα με το τσεμπέρι, κ’ η κακομοίρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αυτή που γέννησε τον Θανάση Διάκο και τον Νικηταρά, και κοιτάζει την άλλη που χλιμιντρά και ξετινάζει τα κίτρινα μαλλιά της, κ’ είναι ένα κανάτι μπογιατισμένο, χωρίς ψυχή, χωρίς πόνο, χωρίς αγνή χαρά, χωρίς τίποτα. Ναι, μπροστά σ’ αυτά τα ξόανα κάθεται η Ελλάδα, η αληθινή κ’ η βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σαν νά ‘ναι φταίχτρα!
Αλλά πάμε και παραπέρα: Στις εκκλησιές, και κει μοντερνισμός, και μάλιστα πιο σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, όλοι κοιτάζουνε ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον στον μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιούς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες και σπανές, αγίους χαμογελαστούς, με κείνο το φαρισαϊκό μειδίαμα που έχουνε οι μοντέρνοι θεατρίνοι, αδιάφοροι για την Ορθοδοξία, νεωτεριστές που δεν θέλουνε το ράσο που φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μήτε το καμηλαύχι, μήτε το τυπικό της εκκλησίας, μήτε την κατανυκτική ψαλμωδία της, γιατί τους κάνει να νοιώσουνε το χάλι που βρίσκεται η ψυχή τους. Άξεστοι κι αμόρφωτοι από αληθινή θρησκευτική γνώση, μιλάνε ολοένα για νεωτερισμούς, για μεγάφωνα, για «αιθούσας διαλέξεων», για «ορατόρια», για «αλτάρια»  κλπ. Κοντά τους στέκονται και κάποιοι μουσικοσυνθέτες που «ενορχηστρώνουν» τους εκκλησιαστικούς ύμνους μας, χωρίς να έχουνε ιδέα τι είναι εκκλησία, τι είναι ο πνευματικός της χαρακτήρας, τι είναι η ελληνική ψυχή, και με επιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικές χωρίς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες με υστερικά ξεφωνητά από κάποια γυναικάρια και με χοντροφωνάρες, ξένες για τ’ αυτιά μας, ξένες για την καρδιά μας, ξένες για την ψυχή μας, και οι ίδιες ανούσιες και βλακώδεις για κάθε άνθρωπο που δεν τον έχει παραλύσει η ψευτιά.
Όλοι αυτοί έχουνε την ιδέα πως είναι οι κλειδοκράτορες «της προόδου και της ζωής του έθνους», ενώ εμείς είμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στο βράχο της παράδοσης, «εχθροί της προόδου», «στοιχεία άχρηστα και πεθαμένα για την μεγάλην αποστολήν του έθνους μας».

Αυτό με κάνει να θυμηθώ τον ανατολίτικο μύθο που είπα στην αρχή: «Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκιος, κ’ είχε έναν βεζύρη, που ήτανε κι αυτός καλός και δίκιος, κ’ ήτανε κι αστρολόγος. Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νοιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο. Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: “Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κ’ εμείς, γιατί αλλοιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη;”. Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κ’ έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια, και το νερό ήτανε νερό τρελλό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καϋμένοι τι τους γίνεται, κ’ είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο.

 Μα ο σουλτάνος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τά ’βλεπε ανάποδα, και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη, και φωνάζανε πως τους αδικούνε, και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτάνος στο βεζύρη: “Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσανε τα φρένα τους, και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί και να μας σκοτώσουνε επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κ’ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς, και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε”. Έτσι κ’ έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίνανε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».
Θαρρώ πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς, όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της παράδοσης. Μα θα πίνουμε απ’ αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ’ οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσισθούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ’ αθάνατο νερό μας, από «το ύδωρ το ζων».
…ακολουθεί
Κόντογλου Φώτης, Το τρελλό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος, από το «Ευλογημένο καταφύγιο», εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ
πηγή

via

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s