Μισαλλόδοξοι εχθροί και φίλοι και Αποθεολογικοποίηση

Κάθε ιδεολογία, κάθε κοσμοθεωρία, κάθε προσωπική αντίληψη του κόσμου είναι αδιανόητη χωρίς την ύπαρξη σε αυτήν ενός Εχθρού, ο οποίος συνιστά την απειλή κατά της ζωής, κατά του Καλού. Ο Εχθρός αυτός μπορεί να είναι οτιδήποτε: ο γείτονας, ο ξένος, τμήματα του εαυτού μας που δεν ελέγχουμε. Μπορεί να είναι, κατά περίπτωση, άνθρωπος/οι ή καταστάσεις, ορισμένες ιδέες ή η ύλη και η φύση που αντιστέκεται στον άνθρωπο ή τείνει να τον εξοντώσει.

            Ο εχθρός σε κάθε κοσμοεικόνα κατέχει θέση κατώτερη αλλά όχι τόσο κατώτερη ώστε η ήττα του να θεωρείται περιττή. Συγκεκριμένα ο εχθρός παρουσιάζεται να κυριαρχεί στο παρόν ή σε αυτή τη ζωή, αλλά επειδή είναι εξορισμού φορέας λανθασμένων και βλαβερών-αυτοκαταστροφικών αντιλήψεων αναμένεται η ήττα του, στο μέλλον ή στην επόμενη ζωή, και ο νικηφόρος αγώνας εναντίον του οπωσδήποτε είναι, εκτός από θεμιτός και αναγκαίος, δύσκολος αλλά όχι αδύνατος. Ο εχθρός, με άλλα λόγια είναι ανίκητος ή ισχυρός σε ένα τωρινό Εντεύθεν, αλλά σε ένα μελλοντικό Εκείθεν ή σε ένα Εκείθεν που ορίζεται ως το Είναι στην απόλυτη καθαρότητα και αγνότητά του, είναι ανίσχυρος ή κατατροπώσιμος. Για παράδειγμα, η «εκμετάλλευση» ή η «αμαρτία» είναι ανιχνεύσιμα φαινόμενα και μάλιστα ισχυρά στο τωρινό (ή στο έως τώρα) Εντεύθεν, ωστόσο δεν ανταποκρίνονται στην αληθινή πραγματικότητα του Ανθρώπου και του Κοινωνείν, γι’ αυτό και αφενός είναι διαστρεβλώσεις της αληθινής πραγματικότητας, αφετέρου, όντας διαστρεβλώσεις, δηλαδή κατώτερες καταστάσεις, μπορούν και πρέπει να θεραπευτούν στο άμεσο ή απώτατο μέλλον. Αν ο εχθρός δεν ήταν «παράσιτο» και διαστρέβλωση του Είναι και της πραγματικότητας, τότε η νίκη εναντίον του δεν είναι διόλου αναμενόμενη ή έστω ελπιζόμενη και ο αγώνας εναντίον του αδύνατος ή μάταιος.  
            Η παρουσία του εχθρού-κινδύνου σε μια κοσμοεικόνα/ιδεολογία έχει διπλό αποτέλεσμα. Από τη μία συντελεί ώστε το υποκείμενο να δηλώσει πίστη στις (αληθείς και ωφέλιμες) αρχές και αξίες εκείνες οι οποίες είναι οι αντίθετες από τις (αφύσικες, αναληθείς και βλαβερές) αρχές και τις αξίες του εχθρού και, έτσι, συντελεί στην αποκρυστάλλωση της ταυτότητας του υποκειμένου. Από την άλλη προκαλεί την επίθεση του υποκειμένου κατά του εχθρού, με σκοπό την εξαφάνιση του δεύτερου και την κάθαρση του Είναι από τις βλαβερές και παρασιτικές διαστρεβλώσεις του. Ο αγώνας εναντίον του εχθρού έχει νόημα και δικαιολογείται μόνο εάν αυτός είναι στα μάτια μας εκπρόσωπος (αν είναι άνθρωπος) όλων των κακών που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει αρμονικά και ευτυχισμένα. Ο εχθρός είναι ο κακός και ο κακός είναι ο εχθρός. Η κατατρόπωση του εχθρού όμως βοηθά στην αυτοσυντήρηση του υποκειμένου και στην έμπρακτη επιβεβαίωση της αντικειμενικότητας της ταυτότητάς του, αφού ο εχθρός είναι οντολογικά και ηθικά κατώτερος. Δεν λείπει και η περίπτωση η ανακάλυψη, η εφεύρεση του εχθρού ή η αναγόρευση κάποιου σε εχθρό να αποτελεί πολύ καλή αιτία για επανενεργοποίηση του υποκειμένου, για επανασυγκέντρωση των δικών του δυνάμεων, για ενδυνάμωση και ανακοπή της πορείας προς την παράλυση και τη φθορά.
              Προκύπτει βέβαια το ερώτημα γιατί ο καθένας να έχει εχθρούς και να είναι μισαλλόδοξος προς τις αντιλήψεις, τα συμφέροντά τους κ.λπ. όταν αυτά έρχονται σε αντίθεση με τα δικά του. Ο λόγος είναι ότι όποιος δεν θεωρεί αντικειμενικό ό,τι θεωρούμε εμείς (ηθικές αξίες ή ανάλυση της πραγματικότητας), με την ύπαρξή του, και μόνον, αμφισβητεί την εγκυρότητα των πεποιθήσεών μας αποδεικνύοντάς τες ως υποκειμενικές, αυθαίρετες και επομένως ως αναποτελεσματικά όπλα στον αγώνα μας για βιολογική και κοινωνική αυτοσυντήρηση. Κάτι τέτοιο όμως προκαλεί την μέγιστη ανησυχία: αν οι απόψεις και η ιδεολογία μας δεν ανταποκρίνονται στη φύση των πραγμάτων, τότε ζούμε στο ψεύδος και οδηγούμαστε, αφού δρούμε βάσει αυτών των ψευδών απόψεων, στην αυτοκαταστροφή. Ο εχθρός είναι κάποιος που δείχνει ότι ζούμε στο ψεύδος. Η μισαλλοδοξία λοιπόν δεν πρέπει να εννοηθεί ούτε ως πρόσφατη εφεύρεση  παρανοϊκών Ναζί ή πανάρχαιο κακό κληρονομικό εξαιτίας των ιερατείων, αλλά ως αυτόματη αντίδραση, ως κάτι διιστορικό και πανανθρώπινο. Εννοείται ότι τα παραπάνω δεν συνεπάγονται αποδοχή της τάδε ή δείνα μορφής μισαλλοδοξίας ή και της ίδιας της μισαλλοδοξίας ως ηθικά αποδεκτής ή ως δίκαιης, αλλά κατανόηση των ριζών της.
            Δεν πρέπει να θεωρηθούν οι παραπάνω αντιλήψεις απόψεις «μανιχαϊστών» ή όσων διαιρούν τον κόσμο σε καλούς και κακούς και σε «μαύρο-άσπρο». Ούτε ότι αυτές είναι προϊόν κάποιας «θεολογικής σκέψης», από την οποία έχουν ξεφύγει κάποιοι ή πρέπει να ξεφύγουμε. Κι εδώ χρειάζονται συγκεκριμένα παραδείγματα. Συνήθως όσοι αρνούνται αυτήν την, «θεολογική σκέψη», όπως την χαρακτηρίζουν, θεωρούν ότι εξαιτίας της εκατομμύρια ανθρώπων εξοντώθηκαν, ως φορείς του κακού, ενώ οι ίδιοι πολεμούν κι έχουν ως εχθρό όχι συγκεκριμένους ανθρώπους αλλά συγκεκριμένες, κακές-επικίνδυνες για την ανθρωπότητα αντιλήψεις. Αυτοί παραβλέπουν δύο πράγματα. Πρώτον ότι και οι θεολογικές κατασκευές τόνιζαν εξαρχής ότι δεν έχουν ως εχθρό συγκεκριμένους ανθρώπους αλλά συγκεκριμένες καταστάσεις (την «αμαρτία»). Δεύτερον ότι οι «εχθροί της θεολογικής σκέψης» είναι αδύνατον να έχουν ως εχθρούς συγκεκριμένες καταστάσεις (την «αλλοτρίωση» ή τον «ρατσισμό») δίχως άμεση σύνδεση με τους υλικούς φορείς των καταστάσεων αυτών. Αναπόφευκτα, δηλαδή, και επειδή οι ιδέες από μόνες τους δεν υπάρχουν παρά πραγματώνονται στη δράση συγκεκριμένων κάθε φορά ανθρώπων, οι τελευταίοι συνιστούν επίσης αυτό που καλείται εχθρός. Δεν μπορείς λ.χ. να πολεμήσεις τον εχθρό φασισμό, αν δεν θεωρήσεις εχθρούς τους φασίστες κι αν δεν επιδιώξεις την εκμηδένιση της κοινωνικής ισχύος και απήχησης των συγκεκριμένων εκφραστών του φασισμού. Εχθρευόμενοι ιδέες οι άνθρωποι εχθρεύονται εμμέσως τους ανθρώπους-φορείς των ιδεών, θέλοντας και μη. Γι’ αυτό και η περίφημη «αποθεολογικοποίηση» των αντιλήψεών μας, την οποία προτάσσουν ως λάβαρο απελευθέρωσης πολλοί και διάφοροι, είναι μια καθαρή αυταπάτη, κάτι πρακτικά αδύνατο. Ακόμη και με την ίδια τους την έχθρα προς την «θεολογική» κοσμοεικόνα αναπόφευκτα οι ίδιοι εχθρεύονται, αντιμάχονται για κοινωνική επικράτηση των ιδεών τους, με τους υπέρμαχους της θεολογικής κοσμοεικόνας. Η έχθρα αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα από την έχθρα λ.χ. των Χριστιανών για την «αμαρτία». Γιατί όπως, στον αγώνα τους κατά της «αμαρτίας» οι Χριστιανοί επιτίθενται έμπρακτα στους φορείς της (σε όσους αρνούνται το Χριστιανισμό, σε όσους προάγουν και διαδίδουν π.χ. τον «πανσεξουαλισμό» και τον «υλισμό», σε όσους προσπαθούν να μειώσουν την απήχηση και υλική/πνευματική επιρροή της Εκκλησίας) κατηγορώντας τους για μύρια δυο πράγματα, ισχυριζόμενοι ταυτοχρόνως ότι τούς αγαπούν κι ότι πολεμούν μόνο τις αντιλήψεις τους, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο λ.χ. οι υπερασπιστές της ελευθεριότητας ή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή της αταξικής κοινωνίας, κατά τον αγώνα τους ενάντια στην παραβίαση των Α.Δ. (το περιεχόμενο των οποίων ορίζουν αυτοί, δικαιωματικά και αποκλειστικά) ή στην «καπιταλιστική αλλοτρίωση» επιτίθενται έμπρακτα και προσωπικά στους παραβάτες της (σε όσους παραβιάζουν ή υποτίθεται ότι παραβιάζουν τα Α.Δ.) και τους φορείς της «αλλοτρίωσης» κατηγορώντας τους για μύρια δυο πράγματα και προσπαθώντας να μειώσουν την υλική/πνευματική επιρροή των συγκεκριμένων ανθρώπων και ομάδων ανθρώπων επί της κοινωνίας, ισχυριζόμενοι ταυτοχρόνως ότι δεν έχουν τίποτε προσωπικό εναντίον τους. Γιατί η αλλοτρίωση ή η παραβίαση των Α.Δ. ή η αμαρτία δεν υπάρχουν από μόνες τους, αλλά προκαλούνται από συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι είναι ο εκάστοτε εχθρός, που πρέπει είτε, σπανιότερα, να εξοντωθεί φυσικά, είτε, συνήθως, να χάσει την δυνατότητα του (βλαβερού) επηρεασμού της κοινωνίας με τις «ανήθικες», «αντικοινωνικές» ή «απάνθρωπες» ιδέες και πρακτικές του ή, ακόμη (πράγμα που θα σήμαινε την απόλυτη νίκη μας), την ειλικρινή μεταστροφή του υπέρ των δικών μας απόψεων. Όμως μόνο μικρή είναι η διαφορά ανάμεσα στην (σπανιότερη) φυσική εξόντωση και στον κοινωνικό εκμηδενισμό-καταστροφή της κοινωνικής ισχύος και επιρροής. Κι αυτό γιατί ο κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς βιολογικό άτομο, αλλά κοινωνικό ον, με κοινωνική θέση, ισχύ και συμφέροντα. Ένας εχθρός ο οποίος έχει γίνει, χάρη στις προσπάθειές μας, περίγελος της κοινωνίας (ή του κοινού μας κύκλου) και περιθωριακός, δεν διαφέρει και πολύ από έναν νεκρό εχθρό, από την ανόργανη ύλη. Η πιο ουμανιστική μορφή μισαλλοδοξίας είναι να πιστεύουμε ότι ο εχθρός μπορεί να μεταπειστεί και να προσηλυτιστεί με ατράνταχτα λογικά επιχειρήματα υπέρ της ιδεολογίας μας γινόμενος πιστός θεράπων της.
            Οι (πλουραλιστές, μεταμοντέρνοι, υποστηρικτές των Α.Δ.) εχθροί τέτοιων απόψεων, βέβαια, ισχυρίζονται ότι η διάκριση φίλου-εχθρού δεν υπάρχει στη δική τους κοσμοεικόνα. Ότι επίσης επιδιώκουν το κοινό καλό, τον πλουραλισμό ή την ανοχή σε έναν κόσμο όπου υπάρχει θέση για όλους. Στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο με το να αντιτίθενται στην αντίληψη για την ύπαρξη διάκρισης εχθρού-φίλου σε κάθε κοσμοεικόνα, αυτομάτως ανακηρύσσουν εχθρό τους όποιον διακηρύσσει ως αληθινή και υπαρκτή τέτοια διάκριση. Ακόμη κι αν ήθελαν, λοιπόν, είναι αδύνατο να ξεφύγουν από τον τρόπο σκέψης τον οποίο απαξιωτικά χαρακτηρίζουν θεολογικό ή μανιχαϊστικό. Επιπλέον μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο ίδιος ο χαρακτηρισμός «θεολογική» γι’ αυτόν τον τρόπο σκέψης μέσα σε κάθε κοσμοεικόνα είναι λανθασμένος, γιατί προϋποθέτει την αποδοχή της χρονικής ή της αιτιακής προτεραιότητας των θεολογικών ή θρησκευτικών αντιλήψεων, από τις οποίες δήθεν, σύμφωνα με τους θύραθεν «αποθεολογικοποιητές», ξεπήδησε το κακό της θεολογικής σκέψης, το οποίο ακόμη κατατυραννά τις, εκκοσμικευμένες πλέον, δυτικές κοινωνίες. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου σίγουρο. Ήδη στον 19ο αι. αλλά και στο α’ μισό του 20ού αι. από τη μία οι ρομαντικοί αντιδραστικοί υποστήριζαν ότι οι θύραθεν ιδεολογίες είναι εκκοσμίκευση των θρησκευτικών, θέλοντας να καταδείξουν την απαξία τους, ως κακέκτυπων των «αληθινών» (δηλ. θρησκευτικών) ιδεολογικών, ενώ, από την άλλη, οι αριστεροί επαναστάτες υποστήριζαν ότι οι θρησκευτικοί μύθοι και θρησκείες (π.χ. το Δωδεκάθεο) είναι αντανάκλαση και «μεταφορά στα ουράνια» των συγκεκριμένων ιστορικών και οικονομικών επίγειων συνθηκών (μυκηναϊκή βασιλεία). Ούτε η μία άποψη ούτε η άλλη είναι σωστές. Σωστότερη θα ήταν η υπόθεση ότι τόσο η «θεολογική» όσο και η «θύραθεν» σκέψη και κοσμοεικόνα, στις διάφορες παραλλαγές τους, είναι τμήματα ενός κοινού τρόπου σκέψης, πανανθρώπινου, του οποίου η προέλευση ανάγεται στην ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου.

            Εξαιτίας της εχθρότητας ο κάθε ένας προσπαθεί να μειώσει την κοσμοαντίληψη του εχθρού του, εμφανίζοντάς την αγοραία, ανήθικη και ανούσια.

Η πρώτη μέθοδος υποτίμησης του Εχθρού είναι η άποψη ότι οι αγώνες και οι αντιπαραθέσεις του τελευταίου υπέρ κάποιων αξιών και ιδεωδών ήταν και είναι αγοραίες, «για το πάπλωμα», για την εξουσία. Όμως όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος φανατισμός, εκεί είναι πιθανότερο να υπάρχει και η μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η ακατάσχετη συνωμοσιολογία, η άποψη πως οι διαφορετικοί από εμάς άνθρωποι κάνουν ό,τι κάνουν επειδή συνειδητά πασχίζουν για ισχύ, δηλαδή ότι (ξέρουν πως) μάς κοροϊδεύουν, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί κάτι τέτοιο – ακόμη κι όταν η συμπεριφορά ή ο χαρακτήρας του Εχθρού είναι αντίθετος προς ό,τι προσδοκάται από την εκ μέρους του διακήρυξη πίστης στις τάδε αρχές και ηθική. Στην πραγματικότητα η επιδίωξη της ισχύος συμβαίνει υπό τις εξής συνθήκες. Α) τις περισσότερες φορές η ισχύς επιδιώκεται ασυνείδητα, όταν το υποκείμενο πιστεύει ειλικρινά στις «αντικειμενικές αρχές» του, δεν έχει συναίσθηση ότι αγωνίζεται για ισχύ, και αγωνίζεται για την κοινωνική επικράτησή τους: αποτέλεσμα είναι ο αγώνας για εκμηδένιση της κοινωνικής ισχύος των φορέων των ανταγωνιστικών αρχών-ιδεών, ο οποίος αυτομάτως συνεπάγεται αγώνα για έμμεση ενίσχυση του φορέα των «σωστών» αρχών˙ β) όχι σπάνια το υποκείμενο έχει πλήρη συνείδηση ότι αποκομίζει/επιδιώκει κοινωνική ισχύ, αλλά το θεωρεί σωστό καθώς και δευτερεύον, διότι ο αγώνας του είναι υπέρ των σωστών ιδεών˙ γ) σπανιότερα ο αγώνας για ισχύ γίνεται με πλήρη συνείδηση του υποκειμένου ότι κοροϊδεύει την κοινωνία. Τότε υπάρχει η συνωμοσία, ο καυγάς για το πάπλωμα κ.λπ. Το συμπέρασμά λοιπόν, ότι η φασαρία που προκαλεί ο Εχθρός είναι και ήταν (πάντοτε;) αγοραία είναι αβάσιμο, είναι όμως ένας επιτυχημένος τρόπος κατασυκοφάντησής του.

Δεύτερη μέθοδος επίθεσης στον Εχθρό είναι η κριτική στην ηθική του. Η κριτική μιας ηθικής και πρακτικής μπορεί να γίνει είτε βάσει των αρχών της ίδιας είτε από τη σκοπιά μιας άλλης ηθικής. Ο φορέας της διαφορετικής ηθικής θεωρεί «αυτονόητο» πως η ηθική του ανταποκρίνεται στη φύση των πραγμάτων ή είναι (προφανώς βάσει κάποιων κριτηρίων) ανώτερη. Όμως η επιλογή των κριτηρίων ούτε αντικειμενική είναι (αφού την κάνει ένα υποκείμενο) ούτε λογικά βασισμένη. Λ.χ. το «πραγματιστικό» κριτήριο της μη βίας, βάσει του οποίου κρίνεται η αλήθεια ή η αξία του καυγά τον οποίον προκαλεί ο Εχθρός χάριν των δικών του ηθικών αξιών, δεν είναι αντικειμενικό. Αν αυτή καθεαυτή η μη βία είναι «το» Κριτήριο της (Μίας) ηθικολογίας, τότε λ.χ. η βίαιη αντίσταση κατά των Ναζί είναι πράξη ανήθικη.
Η τρίτη μέθοδος υποτίμησης του Εχθρού είναι η παρουσίαση όσων αυτός θεωρεί σοβαρά και άξια αγώνα ως πραγμάτων μη σοβαρών και ανάξιων αγώνα. Τι είναι σοβαρό, όμως, είναι τελείως υποκειμενικό. Ακόμη και η αξία της ζωής (πόσοι δεν έχουν νοιώσει ότι η ζωή δεν αξίζει, σε διάφορες στιγμές της ζωής τους;). Βασικό μέλημα της Α ηθικολογίας είναι να πείσει (τον φορέα της και τους ακροατές της) ότι η Β εχθρική ηθικολογία είναι ανούσια, γιατί δεν ανταποκρίνεται στη φύση των πραγμάτων. Η σημαντικότερη επιδίωξη κάθε ηθικολογίας είναι να αποδείξει ότι οι αντίπαλες ηθικολογίες όχι μόνο είναι ψευδείς, αλλά οι φορείς τους είναι (τις περισσότερες φορές) συνειδητά κακοί, υποκριτές κ.λπ. Παραγνωρίζεται πάντοτε, φυσικά, ότι η φύση των πραγμάτων δεν είναι κάτι συμφωνημένο, αλλά ό,τι για τον ένα είναι τελείως γελοίο για τον άλλον είναι τελείως σοβαρό. Γιατί αν λ.χ. θεωρηθεί ότι το μεγάλο πνεύμα των Ιμαλαΐων (ή οι μαρξιστικές τάξεις ή οτιδήποτε άλλο) υπάρχει και επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων, ο καυγάς για αυτό το Πνεύμα δεν είναι διόλου γελοίος ή ανούσιος. Έτσι, κάθε προσπάθεια αντικειμενικοποίησης του πορίσματος για το γελοίο ή το σοβαρό μιας συζήτησης ή καυγά στερείται νοήματος, αφού νόημα έχει μόνο από μια ορισμένη σκοπιά.

            Από την άλλη Φίλος είναι αυτός ο οποίος συμμερίζεται τις δικές μας αντιλήψεις και τα δικά μας συμφέροντα, θεωρώντας τα δικά του. Αυτό σημαίνει διάφορα πράγματα: από τα πιο απλά («μας αρέσει η ίδια μουσική») ώς τα πιο σύνθετα («έχουμε τον ίδιο εχθρό»). Η κοινότητα ενδιαφερόντων συνεπάγεται άλλοτε την έχθρα και άλλοτε τη φιλία, ανάλογα με το αν το κοινό ενδιαφέρον-επιθυμητό αντικείμενο προσφέρεται ή πρέπει να προσφέρεται άπλετα σε όλους (π.χ. μουσική) ή μόνο σε έναν (π.χ. έρωτας για το ίδιο άτομο). Η φιλία μπορεί να είναι πρόσκαιρη ή παντοτινή, ανάλογα με το αν τα συμφέροντα, ο εχθρός και τα ενδιαφέροντα είναι πρόσκαιρα ή παντοτινά. Η φιλία συνεπώς δεν είναι ανιδιοτελής, ακόμη κι αν δεν υπάρχει εχθρός αλλά μόνο κοινά ενδιαφέροντα. Γιατί ο φίλος επιβεβαιώνει, με την παρουσία του, την αντικειμενικότητα και ορθότητα των δικών μας γούστων και αντιλήψεων για τον κόσμο: όσους περισσότερους ανθρώπους με όμοιες με τη δική μας αντιλήψεις βλέπουμε, τόσο περισσότερο παγιώνεται η εντύπωση ότι αυτές οι αντιλήψεις, οι δικές μας, είναι οι φυσικές, οι ορθές, οι αντικειμενικές. Η πρόσκαιρη φιλία λόγω συμφερόντων όχι σπάνια καταλήγει σε φιλία ειλικρινή, ώστε επειδή ο φίλος μάς γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού/της ταυτότητάς μας, να δίνεται η εσφαλμένη εντύπωση ότι, ακόμη κι αν ο φίλος φέρεται εχθρικά προς εμάς («έχει αλλάξει»), δεν μπορούμε λόγω ανιδιοτέλειας να τον αποκρούσουμε, ενώ απλώς τον χρειαζόμαστε ως φίλο-αυτεπιβεβαίωσή μας και ενδεχόμενη ρήξη θα συνιστούσε πλήγμα προς αυτήν.
            Τὸ πόσο στενὰ συνδεδεμένη εἶναι ἡ κοινωνικὴ ὕπαρξη τῆς φιλίας μὲ τὴν ὕπαρξη, κοινωνικά, τῆς ἔχθρας φαίνεται ἀπὸ τὶς ρίζες τόσο τῆς ἐχθρότητας ὅσο καὶ τῆς φιλίας: ἡ ἐχθρότητα πρὸς κάποιον ἢ πρὸς κάτι ὁδηγεῖ στὴ σύναψη φιλικῶν-συμμαχικῶν σχέσεων μὲ ὅσους τρέφουν τὰ ἴδια αἰσθήματα πρὸς τὸ ἀντικείμενο ἢ ὑποκείμενο τῆς ἔχθρας. Ἀντίστροφα, ἡ φιλία τοῦ Α μὲ τὸν Β ἐνέχει πάντα τὴν ἐχθρότητα πρὸς ὅ,τι εἶναι ἀντίθετο στὰ ἰδανικά της. Ὁ ἐνάντιος στὰ ἰδανικὰ τῶν Α καὶ Β, Γ, αὐτομάτως αἰσθάνεται τὴν ἐχθρότητα τῶν Α-Β καὶ τὴν ἀνταποδίδει ἀναλόγως. Ἡ ἐχθρότητα ὁδηγεῖ σὲ ἀναζήτηση φίλων-συμμάχων, ἐνῶ ἡ φιλία εἶναι, ἐκτὸς ἄλλων, ρητὰ (μαχητικὰ) ἢ ἄρρητα-ἔμμεσα ἐναντίωση, δηλαδὴ ἐχθρότητα, πρὸς ὅ,τι συνιστᾶ ἄρνηση τῆς οὐσίας της, εἴτε αὐτὴ ἡ οὐσία εἶναι τὰ κοινὰ συμφέροντα εἴτε τὰ κοινὰ γοῦστα (τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν στὴν κοινότητα συμφερόντων) εἴτε (στὴν ρητὴ-μαχητικὴ ἐκδοχή της) ἡ κοινὴ ἀπέχθεια πρὸς ἕναν/κάτι τρίτο. Ἡ φιλία ἀναγκαστικὰ χαράσσει ὅρια ἐναντι τῶν τρίτων ἀκόμη κι ἂν δὲν ἔχει τὴν πρόθεση γιὰ κάτι τέτοιο: γνώρισμα τῆς φιλίας εἶναι, ἀναγκαστικά, ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ γίνεσαι φίλος μὲ τὸν πρῶτο τυχόντα ποὺ συναντᾶς, καὶ ὅτι δὲν παρέχεις στὸν πρῶτο τυχόντα τὰ δικαιώματα ποὺ παρέχεις στοὺς φίλους σου (ὅπως κι ὅτι ὑπάρχει ἱεραρχία στὴ φιλία). Τὰ χαρασσόμενα αὐτὰ ὅρια μαζὶ μὲ τὴν ἄρνηση παροχῆς τῶν δικαιωμάτων (ποὺ ἡ φιλία συνεπάγεται) στὸν μὴ-φίλο ὁδηγοῦν στὴν ψυχικὴ ἀπόσταση καὶ στὴ δυνατότητα τῆς ἔχθρας τόσο ἀπὸ τοὺς τρίτους μὴ-φίλους ὅσο καὶ πρὸς αὐτούς.
            Ἡ στενὴ συσχέτιση τῆς φιλίας μὲ τὴν ἔχθρα φαίνεται καὶ στὴν περίπτωση ἄρνησης ἀποδοχῆς τῆς πρόσκλησης γιὰ φιλία. Ἡ ἀπόρριψη φαντάζει ὡς δήλωση ἐχθρότητας ἐκ μέρους τοῦ προσκαλούντα εἰδικὰ ἐφόσον ὁ προσκαλὼν θεωροῦσε τὴν φιλία μὲ τὸν ἄλλο ζωτικὴ γιὰ τὸν ἴδιο. Ἐπίσης τὸ ἴδιο φαίνεται μὲ τὴν ψυχρὴ φιλία μεταξὺ δυὸ ἀντιπάλων, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται συχνὰ ἀπὸ δημόσιες φιλοφρονήσεις καὶ ἀστεϊσμούς, καὶ ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ «κατάσταση μὴ-πολέμου» ἀλλὰ ταυτόχρονα συνιστᾶ ἔκφραση τῆς ὑπόσχεσης καθενὸς ἀντιπάλου γιὰ μὴν ἀναμιχθεῖ στὶς ὑποθέσεις τοῦ ἄλλου ἀντιπάλου καὶ γιὰ νὰ ἀφεθοῦν ἀνέγγιχτα, ὅπως εἶναι, ὅσα θέματα ὀξύνουν ἢ ἀναζωπυρώνουν τὴ σύγκρουση.
            Οἱ φίλοι πρέπει νὰ τονίζουν τὰ ἀμοιβαῖα ἀγαθὰ τῆς φιλίας ἢ τὴν ἐξαιτίας της βλάβη ἑνὸς τρίτου, κοινοῦ ἐχθροῦ. Συχνὰ ἡ φιλία θεωρεῖται ὡς πλήρης φιλία, δηλαδὴ ὡς κατάσταση στὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει διόλου, οὔτε δυνάμει, τὸ αἴσθημα τῆς ἀπόστασης-ψυχικῆς ἀποσύνδεσης. Ὡστόσο ἀνὰ πάσα στιγμὴ (καὶ) τὰ δύο μέρη ποὺ συνάπτουν φιλικὸ δεσμὸ ἐλέγχουν ἢ παρακολουθοῦν ἐὰν τὸ ἄλλο μέρος δρᾶ καὶ σκέφτεται σύμφωνα μὲ τὰ συμφωνημένα, σύμφωνα μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς φιλίας. Ὑπάρχει ἕνα, διαφορετικὸ γιὰ τὸν καθένα, ὅριο ἀνοχῆς στὴν μὴ τήρηση τῶν συμφωνημένων προϋποθέσεων τῆς φιλίας πέρα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ φιλία μετατρέπεται στὴν καταγγελία τῆς φιλίας καὶ ἐνδεχομενικὰ σὲ ἔχθρα.
            Τὸ πόσο θίγεται ἡ φιλία ἀπὸ τὴν ἔχθρα κι, ἑπομένως, πόσο ἀλληλένδετες εἶναι ὡς καταστάσεις φαίνεται κι ἀπὸ μιὰ βασική, ἀπαραίτητη συνθήκη σύναψης φιλίας: μπορεῖ νὰ δεχτῶ ὅτι ὁ φίλος μου δὲν ἔχει ὡς φίλους ὅλους τους δικούς μου φίλους, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ δεχτῶ ἀπὸ τὸν φίλο μου νὰ ἔχει γιὰ φίλους τοὺς ἐχθρούς μου ἢ κάποιους ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου. Ἐὰν ὁ φίλος εἶναι ταυτόχρονα φίλος μὲ τὸν ἐχθρό μου, τότε ἰσχύει ἡ γνωστὴ ρήση ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ ὑπηρετεῖς δυὸ κυρίους.
            Τὰ παραπάνω, ποὺ δείχνουν τὴν ἀπευθείας συσχέτιση μεταξὺ τῆς φιλίας καὶ τῆς ἔχθρας, ἀναφέρονται ἐνάντια στὴν ἄποψη ὅτι εἶναι δυνατὴ μιὰ κατάσταση πραγμάτων στὴν ὁποία θὰ ὑπῆρχε μόνον φιλία καὶ ὄχι ἔχθρα ἢ, ἀντίθετα, μόνον ἔχθρα καὶ ὄχι φιλία. Ἐπίσης ἀναφέρονται ἐνάντια στὴν ἠθικιστικῶν προϋποθέσεων ἄποψη ὅτι ἡ φιλία εἶναι καλὴ καὶ ἁγνὴ ἐνῶ ἡ ἔχθρα, ὡς τὸ ἀντίθετό της καὶ τὸ ἀπολύτως ἄσχετο μαζί της, εἶναι τὸ κακό.
            Ἡ διάκριση μεταξὺ ἰδιωτικῆς, μεταξὺ ἀτόμων, καὶ δημόσιας, συλλογικῆς, ἔχθρας εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἀποφυγὴ συχνότατων παρεξηγήσεων. Χωρὶς τὴ διάκριση αὐτὴν λ.χ. τὸ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν θὰ ἀναφερόταν καὶ στὴν ἰδιωτικὴ καὶ στὴ δημόσια ἐχθρότητα. Ἀλλὰ ἂν ἀναφερόταν καὶ στὴν δημόσια, συλλογικὴ ἔχθρα, τότε θὰ ἦταν παράδοξο ἢ ἂντιφατικὸ ἢ ἀσυνεπὲς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ χριστιανοὶ τοῦ Μεσαίωνα, δυτικοὶ καὶ ἀνατολικοί, παρ’ ὅλο ποὺ ἀγαποῦσαν τοὺς ἐχθρούς τους, Ἄραβες μουσουλμάνους, δὲν παρέδωσαν στοὺς Ἄραβες τὴν Εὐρώπη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρευόμενους τοὺς ἴδιους. Ἔτσι, προκύπτει ὅτι ἡ δημόσια, συλλογικὴ ἔχθρα δὲν ἐμπεριέχει (ἀπαραίτητα) τὸ προσωπικὸ μίσος, ἀντιπάθεια κ.λπ. μεταξὺ δύο ἰδιωτῶν, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει τὴ στάση τοῦ προσωπικοῦ ἐχθροῦ.
            Ἡ παρεξήγηση ὅτι ἡ φιλία μεταξὺ δυὸ ἀτόμων εἶναι τὸ ὕψιστο κοινωνικὸ ἀγαθὸ αἴρεται ἂν σκεφτοῦμε ὅτι κατά βάση δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὴν κοινωνία νὰ ὑφίσταται φιλία ἐντὸς αὐτῆς ἡ ὁποία νὰ παραβιάζει τοὺς κοινωνικοὺς κανόνες. Ἡ φιλία καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια μεταξὺ ἐγκληματιῶν καὶ παρανόμων καταδικάζεται ἀπὸ τὴν κοινωνία, τόσο θεσμικὰ ὅσο καὶ (στὶς περισσότερες φορὲς) ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς κοινωνίας, κι αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη νόμων, οἱ ὁποῖοι καταδικάζουν ὄχι μόνο τὸν παράνομο/ἐγκληματία ἀλλὰ καὶ τὸν φίλο-συνεργάτη ὁ ὁποῖος τὸν ὑποθάλπτει, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιβραβεύουν τοὺς πληροφοριοδότες-μάρτυρες μὲ ἄρση τῆς ποινῆς/προστασία ἐὰν προδώσουν τοὺς ἐγκληματίες φίλους τους.
            Μιὰ ἄλλη γνωστὴ παρεξήγηση γιὰ τὸ δίπολο φιλία-ἔχθρα ἀφορᾶ τὴν ὑποτιθέμενη ἐξήγησή τους μὲ βάση τὸ βαθμὸ ὁμοιότητας καὶ ἀνομοιότητας, ἀντίστοιχα, μεταξὺ δυὸ ὑποκειμένων. Ὅπως προσπάθησα νὰ δείξω στὸ ἄρθρο «Βία-Ἐπιθετικότητα-Ἰσχύς», ἡ ὁμοιότητα καθεαυτὴ δὲν ἐγγυᾶται ὁπωσδήποτε τὴν σύσταση ἢ τὴν ὕπαρξη μιᾶς φιλίας. Ὁμοιότητα μπορεῖ νὰ ὑπάρχει στοὺς (κοινοὺς) στόχους δύο ὑποκειμένων, ἐὰν ὅμως οἱ στόχοι αὐτοὶ εἶναι ἐκπληρώσιμοι μόνον ἀντιθετικά, δηλαδὴ εἴτε ὁ μόνον Α ἐκπληρώνει τὸν Χ σκοπὸ (εἰς βάρος τῆς προσπάθειας τοῦ Β) εἴτε μόνον  ὁ  Β ἐκπληρώνει τὸν Χ σκοπό (εἰς βάρος τῆς προσπάθειας τοῦ Α), καὶ γενικότερα ἐὰν τὸ σκοπούμενο ἀντικείμενο εἶναι μοναδικό, μὴ ἐπιδεχόμενο μοίρασματος, τότε ἡ ὁμοιότητα δὲν ὁδηγεῖ στὴ φιλία ἀλλὰ στὴν ἔχθρα. Ἐπίσης εἶναι δυνατὸν ἡ ὁμοιότητα τῶν Α καὶ Β ὑποκειμένων στὰ χ, ψ, ζ ζητὴματα νὰ συνυπάρχει μὲ τὴν ἀνομοιότητά τους στὰ α, β, γ ζητήματα, καὶ οἱ Α καὶ Β (ἢ ἕνας μόνο ἀπὸ αὐτοὺς) νὰ ἀποδίδει μεγαλύτερη σημασία στὰ α, β, γ ζητήματα ἀπ’ ὅ,τι στὰ χ, ψ, ζ. Τότε πάλι ἡ ὁμοιότητα ὡς τέτοια δὲν συνιστᾶ ἀπαραιτήτως λόγο σύναψης φιλίας. Ἡ ἐπίκληση, συχνὰ ἐκ μέρους τρίτων, τῶν ὁμοιοτήτων μεταξὺ τῶν Α καὶ Β καὶ ἡ ἔκκληση πρὸς αὐτοὺς νὰ θυμηθοῦν τὶς ὁμοιότητες ὄχι σπάνια μπορεῖ, λοιπόν, νὰ ἐπιφέρει τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ὅπως λέει ὁ Ρ. Ζιράρ γιὰ τὴν περίπτωση αὐτήν, ὅσο πιὸ πολὺ ὁμοιάζουν δυὸ ὑποκείμενα, τόσο περισσότερο ἀντιμάχονται. Τὸ δίπολο φιλία-ἔχθρα δὲν ταυτίζεται, λοιπόν, ἀπαραίτητα μὲ τὸ δίπολο ὁμοιότητα-ἀνομοιότητα. Αὐτὸ τὸ ἀξίωμα ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν περίπτωση τῆς ἔχθρας καὶ τῆς ἀνομοιότητας. Ἡ ἀνομοιότητα δὲν ἐπιφέρει ἀπαραίτητα τὴν ἔχθρα, ἀντιθέτως μποροῦμε νὰ βροῦμε δυὸ περιπτώσεις στὶς ὁποῖες συνεπάγεται εἴτε τὴν φιλία εἴτε τὴν ἀδιάφορη ἀνοχή: ὅταν ἡ ἀνομοιότητα ὁδηγεῖ σὲ αἰσθήματα γοητείας ἀπὸ τὸ ἄγνωστο-παράξενο τὸ ὁποῖο ἐμπεριέχεται στὸν φορέα της ἀνομοιότητας, εἶναι δυνατὴ ἡ φιλικὴ προσέγγιση. Ἀνοχή, δηλαδὴ μὴ ἐχθρότητα καὶ οὐτερότητα ὡς πρὸς τὴν φιλία προκαλεῖ ἡ ἀνομοιότητα ὅταν ὁ ἀνόμοιος δὲν προκαλεῖ αἰσθήματα ἀπειλῆς γιὰ τὴν (κοινωνικοβιολογικὴ) αὐτοσυντήρησή μας, γιὰ τὴν διατήρηση ἢ κοινωνικὴ ἐπιβεβαίωσή της. Μπορεῖ νὰ τὸν ἀποδεχτοῦμε, τότε, δίχως νὰ ἔχουμε διάθεση γιὰ σύναψη φιλίας.
            Παραπάνω, στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, εἶχε γίνει λόγος γιὰ τὴν ἀνομοιότητα ὡς πηγὴ ἔχθρας ἐπειδὴ καὶ μόνη ἡ ὕπαρξη ἀνόμοιας κοσμοθέασης ἀμφισβητεῖ τὴν (φαινομενικὴ) ἀντικειμενικότητα-καθολικότητα τῆς δικῆς μας κοσμοεικόνας. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι κάθε ἀνομοιότητα συνεπάγεται τὴν ἀπειλή, ἀλλὰ δείχνει μὲ ποιὸν τρόπο (ἀμφισβήτηση τῆς καθολικότητας, δηλαδὴ ἀλήθειας, τῆς κοσμοεικόνας μας) προκαλεῖται ἡ ἔχθρα στὴ θέα τῆς ἀνόμοιας κοσμοεικόνας, εἰδικὰ τῆς ριζικῶς ἀνόμοιας κοσμοεικόνας.
            Μιὰ τέτοια ἀμφίσημη ἀντιμετώπιση τῆς ἀνομοιότητας ὡς πρὸς τὸ δίπολο φιλία-ἔχθρα καθιστᾶ περιττὴ τὴν εἰσήγηση τῶν «εἰρηνιστῶν» ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθοῦν οἱ «τεχνητὲς» («ἐπινοημένες») ἀνομοιότητες (δηλ. τὰ ἔθνη κ.λπ.) ὥστε νὰ ἐπικρατήσει ἡ φιλία, ἀφοῦ ἡ ἀνομοιότητα δὲν ἐπιφέρει ἀπαραίτητα τὴν ἔχθρα παρὰ «μόνο» ὅταν ἄλλοι λόγοι ὑφίστανται. Ἐὰν οἱ «φιλειρηνιστὲς» ἀρνοῦνται νὰ προχωρήσουν πέρα ἀπὸ τὸ αἴτημα γιὰ κατάργηση τῆς ἀνομοιότητας, ὁ λόγος εἶναι ὁ φόβος τους ὅτι προσπαθώντας νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ θεραπεύσουν τὶς αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ ἀνομοιότητα ὁδηγεῖ σὲ σύγκρουση θὰ βρεθοῦν μπροστὰ σὲ πέραν τοῦ ἔλλογου διαλόγου κοσμοεικόνες οἱ ὁποῖες υἱοθετοῦνται ἢ ἀπορρίπτονται ἁπλῶς στὴ βάση τοῦ (μὲ τὴν εὑρεία ἔννοια) «γούστου» καὶ οἱ ὁποῖες, συνεπῶς, εἶναι ἄχρηστες ὡς θεμέλιο φιλικῆς προσέγγισης τῶν συλλογικῶν ὑποκειμένων. Φυσικά, ἡ ἴδια αὐθαιρεσία ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα γιὰ τὴν σχέση φιλίας-ἔχθρας καὶ ὁμοιότητας-ἀνομοιότητας χαρακτηρίζει καὶ τοὺς φιλειρηνιστὲς τῆς ὑπεράσπισης τῆς διαφορετικότητας καθὼς καὶ τοὺς φιλοπόλεμους εἴτε τῆς ὑπεράσπισης τοῦ δικαιώματος στὴ διαφορὰ εἴτε τῆς ἀπέχθειας πρὸς τὸ διαφορετικό. 
            Ἡ παρατήρηση γιὰ τὴν κοινὴ ἠθικὴ χροιὰ τῆς φιλίας καὶ τῆς ἔχθρας (δηλαδὴ τὴν ἀπουσία ἠθικῆς ἀνωτερότητας τῆς φιλίας ἔναντι τῆς ἔχθρας) πρέπει νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὴν ἑξῆς: Ἂν δεχτοῦμε ὅτι οἱ ἀνομοιότητες-διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων προκαλοῦν τὴν ἔχθρα καὶ συμπεράνουμε ὅτι θὰ ἐπρεπε νὰ καταργηθεῖ κάθε ἀνομοιότητα (ἢ δήλωση -ὑπερήφανη, ἐννοεῖται- ἀνόμοιας/διαφορετικῆς ταυτότητας) ὥστε νὰ καταργηθεῖ καὶ ἡ ἔχθρα, τὴν ἑπόμενη στιγμὴ τῆς κατάργησης κάθε ἀνομοιότητας θὰ ἐμφανίζονταν στὸ προσκήνιο ἢ θὰ δημιουγοῦνταν νέες ἀνομοιότητες μόνο καὶ μόνο λόγω τῆς ἐξέλιξης τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ ἡ κατάργηση κάθε ἀνομοιότητας θὰ ἦταν διπλὰ λαθεμένη, τόσο ἐπειδὴ δὲν λαμβάνει ὑπόψη τὴν ἀναπόφευκτη διαφοροποίηση συν τῷ χρόνῳ ὅσο κι ἐπειδὴ ὑπερβάλλει ὡς πρὸς τὶς ἠθικὲς ποιότητες τῆς ἔχθρας, τῆς φιλίας καὶ τῆς ἀνομοιότητας.

porta aurea

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s