Γνωστικά κεφάλαια

Φωτίζεται ό νούς πού ανέβη στό ύψος της γνωστικής θεωρίας, μελετώντας αυτούς τους λόγους. Σκοτίζεται όμως πάλι, όταν κυλισθή σε πάθος.
1. Είναι ανάγκη νά γνωρίζη ό γνωστικός πότε ό νους του ευρίσκεται στον χώρο τών νοημάτων, πότε στον χώρο των λογισμών καί πότε στον χώρο της αισθήσεως. Καί σ’ αυτόν τόν τελευταίον, αν είναι σε πράγματα τού καιρού, ή σε παράκαιρα μάλλον.
2. «Όταν ό νους δεν ευρίσκεται σε νοήματα, ευρίσκεται οπωσδήποτε σε λογισμούς. «Όταν ευρίσκεται σε λογισμούς, δεν ευρίσκεται σε νοήματα. «Όταν ευρίσκεται με τήν αίσθησι ευρίσκεται με όλα.
3. Με τό νόημα, ό νους περνάει στά νοητά. Με τόν λογισμό, τό λογικό περνάει στά λογικά. Ή αίσθησις μέσω της φαντασίας περνάει στά πρακτικά.
4. «Όταν ό νους συμμαζεύεται στον εαυτό του, δεν θεωρεί τίποτε ούτε από τά αισθητά, ούτε από τά λογικά, αλλά μόνον γυμνά νοερά πνεύματα καί θεϊκές λάμψεις, πού αναβλύζουν ειρήνη καί χαρά.
5. «Άλλο είναι τό περιεχόμενο τού πράγματος, άλλο ή έννοιά του καί άλλο εκείνο πού γίνεται αντιληπτό με τήν αίσθησιν. Τό πρώτο είναι ουσία, τό δεύτερο συμβεβηκός, τό τρίτο είναι ή διαφορά τού υποκειμένου.
6. Ό νους, καθώς ανοίγεται σε πολλούς δρόμους, γίνεται αχόρταστος. «Όταν συμμαζεύεται σε ενα μόνο, στον δρόμο της προσευχής, πρίν από την τελειότητα στενοχωρείται καί παρακαλεί μ’ επιμονή αυτόν, στον όποιον ανήκει ν’ αφεθή καί νά πάη σ’ εκείνα από τά όποια ήρθε.
7. Ό νους, ενώ προέρχεται από ψηλά, δέν θά επιστρέψη πάλι εκεί, αν δέν καταφρόνηση τελείως τά κάτω με την ασχολία στά θεία.
8. «Αν δέν μπορής νά κάνης τήν ψυχή σου νά περιορισθή στους λογισμούς πού τήν αφορούν, τουλάχιστον ανάγκασε τό σώμα σου νά μονάζη, σκεπτόμενος πάντοτε τήν αθλιότητα του.
Γιατί έτσι, μέ τόν καιρό καί μέ τό έλεος τοϋ Θεού, θά μπορέσης νά επιστρέψης στό αρχικό αξίωμα της θείας ευγενείας.
9. Ό πρακτικός εύκολα μπορεί νά υποτάξει τόν νου του στην προσευχή, ενώ ό θεωρητικός τήν προσευχή στον νοϋ. Ό πρώτος μέ τό νά συμμαζεύη τήν αίσθησιν από τά φαινόμενα σχήματα, ό δεύτερος μέ τό νά μεταφέρη τήν ψυχή προς τους κρυμμένους μέσα στά σχήματα λόγους. Ό πρώτος κάνει τόν νου του νά αγνοή τους λόγους τών σωμάτων, ενώ ό δεύτερος τόν κάνει νά κατανοή τους λόγους τών ασωμάτων. Ασώματα είναι οι λόγοι τών σωμάτων, οι ιδιότητες καί οι ουσίες τους.
10. «Οταν ελευθέρωσης τόν νου σου από τήν ηδυπάθεια των σωμάτων, τών πραγμάτων καί τών φαγητών, τότε οποιοδήποτε δώρο κάνεις στον Θεό, θά σου λογαριασθή καθαρό. Ώς ανταπόδοση θά λάβης ν’ ανοίξουν τά μάτια της καρδίας σου γιά νά μελετάς καθαρά τους λόγους τοϋ Θεοϋ πού είναι γραμμένοι εκεί, πού θά φανούν πιό γλυκοί από μέλι καί κηρήθρα (Ψαλμ. Ι 18, 103) στό νοητό λάρυγγα σου, από την γλυκύτητα πού βγαίνει άπ’ αυτούς.
11. Δεν θά μπόρεσης νά κάνης τόν νου σου ανώτερο άπό τήν επιθυμία των σωμάτων, των πραγμάτων καί των όχι απαραίτητων φαγητών, εκτός αν τόν εισαγάγης στην καθαρή χώρα των δικαίων, οπότε θά αναπήδηση ή μνήμη τού θανάτου καί ή μνήμη τού Θεού καί θά σβήση άπό τήν γήινη καρδιά κάθε βλάστημα επιθυμίας.
12. Τίποτε άλλο δέν είναι πιό φοβερό άπό τήν μνήμη τού θανάτου, ούτε πιό θαυμάσιο άπό τήν μνήμη τού Θεού. Ή πρώτη προξενεί σωτήρια λύπη, ενώ ή άλλη χαρίζει ευφροσύνη, όπως λέει ό Προφήτης «Έμνήσθην τού Θεού καί ηυφράνθην» (Ψαλμ. 76, 4). Καί ό σοφός λέει: «»Έχε στό νου σου τά τελευταία σου, καί δέν θ’ άμαρτήσης». Είναι αδύνατο νά κάνη κάποιος κτήμα του τό δεύτερο, αν δέν λάβη προηγουμένως πείρα της πικρίας τού πρώτου.
13. «Έως ότου ό νους αντικρύση τήν δόξα τού Θεού με ακάλυπτο πρόσωπον, δέ μπορεί ή ψυχή νά λέη με συναίσθησι: «Εγώ θά νιώσω αγαλλίασι εξαιτίας τού Κυρίου, θά ευφρανθώ γιά τήν σωτηρία πού θά μου στείλη». Γιατί τό κάλυμμα της φιλαυτίας της σκεπάζει τήν καρδιά, γιά νά μήν της φανερωθούν τά θεμέλια της οικουμένης, τά όποια είναι οι λόγοι τών δημιουργημάτων. Τό κάλυμμα αυτό δέν αφαιρείται άπό τήν καρδιά χωρίς θεληματικούς καί αθέλητους κόπους.
14. Ούτε μετά τήν φυγή άπό τήν Αίγυπτο, ή οποία είναι ή έμπρακτη αμαρτία, ούτε μετά τήν διάβασι της Ερυθράς Θαλάσσης, ή οποία είναι ή δουλεία στά αισθητά, άλλα μετά τήν διαμονή στην έρημο, πού βρίσκεται ανάμεσα στά ενεργήματα καί τά κινήματα της κακίας, μπορεί ό οδηγός τού Ισραήλ νά κατασκοπεύη τήν γη της επαγγελίας, ή οποία είναι ή απάθεια, αποστέλλοντας ώς κατασκόπους τήν οπτική καί τήν θεωρητική του δύναμιν.
15. Εκείνοι που κάθονται στην έρημο, δηλαδή στην απραξία των παθών, εξ ακοής μόνο μαθαίνουν τά αγαθά της μακαρίας εκείνης γης της επαγγελίας. Εκείνοι πού τά κατασκόπευσαν, πήραν κάποια απλή ιδέα μέ τήν θεωρία των ορατών. Εκείνοι, όμως πού κατηξιώθησαν νά μπουν σ’ αυτήν εχόρτασαν
μέ όλη τήν αίσθηση των από όσα ρέουν σάν μέλι καί γάλα άπ’ αυτήν, δηλαδή άπό τους λόγους της πρώτης καί της δευτέρας θεωρίας.
16. Δέν σταυρώθηκε ακόμη μαζί μέ τον Χριστό εκείνος πού εξακολουθεί νά έχη φυσικές κινήσεις στή σάρκα του, ούτε έχει ταφή μαζί Του εκείνος πού σέρνει μαζί του κακές ψυχικές ενθυμήσεις. Πώς λοιπόν νά αναστηθή αυτός μαζί μέ τον Χριστό γιά νά ζήση τήν καινούργια ζωή; (Ρωμ. στ’, 4-6).
17. Επειδή τρείς είναι οι πιό περιεκτικές αρετές της ψυχής, ή νηστεία, ή προσευχή καί ή σιωπή, είναι ανάγκη εκείνος πού πρόκειται νά σταματήση τήν προσευχή, νά αναπαύεται σέ κάποια φυσική θεωρία• εκείνος πού πρόκειται νά λύση τήν σιωπή, νά ασχοληθή σέ κάποια ηθική ομιλία κι εκείνος πού θά καταλύση τήν νηστεία, νά λάβη κάποια τροφή πού επιτρέπεται.
18. «Οσον ό νους ευρίσκεται στά θεία, διατηρεί τήν θεία ομοίωσι, παραμένοντας αγαθός καί ευσπλαχνικός. «Όταν όμως ευρεθή στά αισθητά, αν μέν κατεβαίνη προς αυτά στον καιρό καί μέ τόν τρόπο πού πρέπει, δίνοντας καί παίρνοντας εμπειρία, επιστρέφει πάλι στον εαυτό του ξαναβρίσκοντας τήν ευρρωστία του. «Αν όμως κατεβαίνη σέ ακατάλληλον καιρό καί χωρίς ανάγκη, τότε θά ευρεθή σάν κάποιος στρατηγός απερίσκεπτος πού χάνει στη μάχη την περισσότερη δύναμί του.
19. Ό παράδεισος της απαθείας, πού είναι κρυμμένος μέσα μας, είναι εικόνα τού Παραδείσου πού μέλλει νά υποδεχθή τους ενάρετους. Άλλα θά ευρεθούν έξω άπό αυτόν όλοι όσοι δέν μπόρεσαν νά μπουν στον παράδεισο πού περιέχεται μέσα μας.
20. Ό αισθητός ήλιος κρατάει τίς ακτίνες του έξω από κλειστά σπίτια. Ό νοητός όμως ήλιος δέν θά ρίξη τίς γλυκές του ακτίνες στην ψυχή, ή οποία τόν περιμένει, αν δέν έχει κλειστές τίς αισθήσεις γιά τά ορατά.
21. Γνωστικός είναι αυτός πού ενεργεί με μεγαλοσύνη τίς καταβάσεις του στά αισθητά, καί μέ ταπείνωσι τίς αναβάσεις της ψυχής του στά νοητά.
22. Ή μέλισσα γυρίζοντας στά λιβάδια, ευρίσκει εκεί άπό που θά συγκέντρωση τό μέλι• ή ψυχή, περιδιαβάζοντας τους ποικίλους αιώνες, από εκεί χύνει τήν γλυκύτητα στη διάνοια.
23. Τό ελάφι πού έφαγε φίδια τρέχει στίς πηγές γιά νά σβήση τό κάψιμο τού δηλητηρίου. Ή ψυχή πού πληγώθηκε άπό θεϊκά βέλη, έχει ακατάπαυστον έρωτα προς τόν Θεόν πού τήν επλήγωσε.
24. Στή μοναχική ζωή γεννώνται «ψιλοί» λογισμοί, ενώ στην έγγαμη ζωή γεννώνται καί πρόσθετοι λογισμοί. Στήν πολυσχιδή όμως ψυχή, οι λογισμοί εκδιώκονται• τήν πλησιάζουν μόνον ασώματοι νόες καί της αποκαλύπτουν τους λόγους περί προνοίας καί κρίσεως, σάν κάποια θεμέλια τής γης.
25. Στήν έγγαμη ζωή, τό αρσενικό καί τό θηλυκό δε μπορούν νά βλέπωνται απαθώς. Αυτό συμβαίνει μόνο στή μοναχική ζωή, όπου, χάρι στον Ίησοϋ Χριστόν, δεν αναγνωρίζεται διαφορά αρσενικού καί θηλυκού (Γαλ. 3, 28) λόγω τής θείας ομοιώσεως.
26. Οι λογισμοί δεν προέρχονται ούτε από τό άλογο μέρος τής ψυχής (γιατί δέν υπάρχουν λογισμοί στά άλογα όντα), ούτε από τό νοερό (γιατί ούτε στους Αγγέλους υπάρχουν). Είναι γεννήματα τής λογικής της καί χρησιμοποιούν σάν σκάλα τήν φαντασία. Ανεβαίνουν δηλαδή στον νου από τήν αίσθηση καί τού μεταφέρουν τά σχετικά μέ αυτή, καί κατεβαίνουν από τόν νου στήν αϊσθησι, υποβάλλοντας τά σχετικά μέ τόν νου σ’ αυτήν.
27. Σάν κάποιοι πού ανεβαίνουν από τόν βυθό καί προσπαθούν νά πιασθούν από κάπου γιά νά σωθούν, θά παρουσιασθούν οι πονηροί λογισμοί, όταν ή κακία κινδυνεύει σάν πλοίο νά βυθισθή στον κατακλυσμό των δακρύων.
28. Ανάλογα μέ τήν ποιότητα τής ψυχής, μαζεύονται γύρω από αυτήν οι λογισμοί ή ώς πειρατές νά τήν βυθίσουν, ή ώς κωπηλάτες νά τήν βοηθήσουν όταν κινδυνεύη. Οι πρώτοι τήν τραβούν προς τό πέλαγος των άπρεπων λογισμών, ενώ οι δεύτεροι, προτιμώντας τήν πλησιέστερη ακτή, κάνουν τό πλοίο ν’ αράξη σέ γαλήνιες ακτές.
29. Ή ψυχή πού επιθυμεί νά αποβάλη τόν έβδομο καί τελευταϊον λογισμό τής κενοδοξίας, άν δέν ξεντυθή τους έξι προηγουμένους, δέν θά μπόρεση νά ενδυθή τόν όγδοο, τόν οποίο ό θείος Απόστολος ονομάζει «ούράνιον κατοικητήριον», (Β’ Κορ. 5, 2-4) πού εξαιτίας τών στεναγμών των γίνονται ικανοί νά τό φοροϋν εκείνοι, που γιά χάρι του εγυμνώθησαν από τά υλικά πράγματα.
30. Στήν τελεία προσευχή έρχονται αγγελικοί λογισμοί» στη μέση προσευχή, πνευματικοί• καί στήν εισαγωγική, οι φυσιολογικοί.
31. «Όπως ή καλή ποιότητα τού σπόρου φανερώνεται με τό στάχυ, έτσι καί ή γνησιότητα της θεωρίας φανερώνεται με τήν προσευχή. Τό στάχυ, γιά νά εμποδίζει τά πουλιά πού τρώνε σπόρους, έχει γύρω του σάν δόρατα τά άγανα. Αντίστοιχα, ό προσευχόμενος έχει τους λογισμούς πού φιλοσοφούν τήν ώρα τών πειρασμών γιά νά τους αφανίσουν.
32. «Οσα από τήν ψυχή μπορούμε νά δούμε επειδή συνδέονται με τήν πράξη, ομοιάζουν ασημένια, σάν φτερά περιστεριού. Οι πλάτες της, δηλαδή, όσα δε φαίνονται επειδή συνδέονται με τήν θεωρία, αλλά τά εννοούμε έχουν τήν λάμψι τού χρυσαφιού. Ή ψυχή πού δέν έγινε έτσι ωραία, δέν μπορεί νά πετάξη καί ν’ αναπαυθεί εκεί όπου, όλοι όσοι κατοικούν, έχουν διαρκή ευφροσύνη (Ψαλμ. 86, 7).
 

via

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s