Η φτώχεια στον καιρό της αφθονίας

Τα μέτρα για τις ευπαθείς οικονομικά ομάδες του πληθυσμού που ανακοινώθηκαν την περασμένη Πέμπτη φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της φτώχειας και πώς αυτή ορίζεται σήμερα. Βέβαια οι αριθμοί υπήρχαν πάντα ­ αμείλικτοι ­ να μας θυμίζουν ότι η φτώχεια, παρά την ευημερία, είναι εδώ: 300.000 ελληνικές οικογένειες που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι αριθμοί όμως δεν τα λένε όλα και κυρίως δεν μας εξηγούν γιατί, όταν ο πλανήτης μας παράγει περισσότερο πλούτο από ποτέ, παράγει συγχρόνως και τόση εξαθλίωση· και γιατί οι κοινωνίες μας εκτρέφουν αθλιότητα, πολύ μεγαλύτερη και πιο ανυπόφορη από αυτήν που απλώς οι αριθμοί τεκμηριώνουν. Στα ερωτήματα αυτά επιχειρεί απαντήσεις το σημερινό αφιέρωμα.
Σύμφωνα με τη διατύπωση του αμερικανού ανθρωπολόγου Μάρσαλ Σάλινς, η μόνη μέχρι τώρα κοινωνία της αφθονίας, η μόνη δηλαδή ανθρώπινη κοινωνία που δεν γνώριζε τη φτώχεια, ήταν η νεολιθική. Δεν πρόκειται για απλό παραδοξολόγημα. Αν ορίσουμε τη φτώχεια ως μια κατάσταση όπου υπάρχουν μεγάλες παρεκκλίσεις ανάμεσα στις ανάγκες των ατόμων και στη δυνατότητά τους να τις ικανοποιούν, τότε είναι προφανές ότι οι κοινωνίες οι οποίες παράγουν μεν από κοινού λίγο αλλά αυτό που παράγουν τους φθάνει, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν φτωχές. Οι πρωτόγονοι που κυνηγούν μόνον τόσα θηράματα και μαζεύουν μόνον τόσους άγριους καρπούς όσο τους χρειάζεται για να χορτάσουν δεν είναι φτωχοί. Και γι’ αυτό ακριβώς αφού ασχοληθούν ελάχιστες ώρες για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, αφού δηλαδή τελειώσουν τη σύντομη αναγκαία «εργασία» τους, περνούν τον υπόλοιπο «ελεύθερο χρόνο» τους κατά το δοκούν. Ικανοποιώντας λοιπόν όλες τους τις ανάγκες ζουν ως «πλούσιοι».
Η φτώχεια είναι συνεπώς ιστορική κατηγορία. Η στέρηση, η επιβίωση κάτω από το ελάχιστο συντήρησης και η αθλιότητα είναι φαινόμενα και ερωτήματα που δεν είναι δυνατόν να τεθούν έξω από τις κοινωνίες που τα εκτρέφουν. Κάθε κοινωνία δημιουργεί τις δικές της ανάγκες, παράγει τα δικά της στερητικά σύνδρομα και ορίζει τα δικά της ηθικά και κοινωνικά κριτήρια γύρω από τα επιτρεπτά όρια της στέρησης. Και είναι σαφές ότι τα όρια αυτά καθορίζονται ανάμεσα στα άλλα από την έκταση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας αλλά και για τις κυρίαρχες παραστάσεις, για τα αίτια και τους μηχανισμούς που παράγουν, αναπαράγουν, διαιωνίζουν και επιτρέπουν την ανισότητα αυτή.
Ετσι, οι δικές μας ανεπτυγμένες κοινωνίες εμφανίζουν στο σημείο αυτό μια σειρά από γνωρίσματα που τις διαφοροποιούν από όλες τις προηγούμενες. Από τη μια μεριά η ισονομία και η ισοπολιτεία συνεπάγονται την άμεση συγκρισιμότητα όλων των ανθρώπων μεταξύ τους. Ολοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της φαντασιακής συγκρότησης των βιοτικών τους προοπτικών. Οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν ταυτόσημο δικαίωμα να διεκδικούν και να αποκτούν ίσοις όροις πρόσβαση σε όλες τις κοινωνικές αξίες. Και αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον με βάση τα ίδια αφετηριακά κριτήρια.
Από την άλλη μεριά είναι γεγονός ότι οι αξιωματικά πλέον δημοκρατικές κοινωνίες μας γίνονται ολοένα πιο πλούσιες, παράγουν ολοένα και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες όλων των ειδών και απελευθερώνουν μέσω της πάγκοινης θέασης του πλούτου τα εξ ορισμού πλέον ακαθήλωτα φαντασιακά των ατόμων. Οι ανάγκες και οι στερήσεις είναι πολύ πιο ανυπόφορες όταν δεν είναι γενικές. Οσο πιο άνισες, πιο διαστρωματωμένες και πιο πολωμένες είναι οι κοινωνίες τόσο και διευρύνεται το εύρος των αναγκών που ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να απαιτεί να ικανοποιήσει. Μέσα στον περιρρέοντα πλούτο λοιπόν η φτώχεια αναδεικνύεται στο ύψιστο κοινωνικό και ηθικό σκάνδαλο, στην πιο άμεση έκφραση των δυσαρμονιών και αθλιοτήτων της κοινωνίας μας. Πριν καν να μιλήσει κανείς για «κοινωνική δικαιοσύνη» και «κοινωνική επιείκεια» η πραγματικότητα και το θέαμα μιας αυξανόμενης φτώχειας η οποία γειτνιάζει με μιαν επίσης αυξανόμενη αφθονία είναι λοιπόν από κάθε άποψη αποκρουστικό και απαράδεκτο.
Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά οι κοινωνίες υποχρεώνονται να ορίσουν και να μετρήσουν τη φτώχεια. Ως «επιτρεπτά όρια της φτώχειας» (δίχως βέβαια να προσδιορίζεται το ηθικό ή λογικό κριτήριο του επιτρεπτού) ορίζονται τα ατομικά εισοδήματα που βρίσκονται κάτω από το ήμισυ του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος μιας χώρας. Ακόμα λοιπόν και αν το ηθικό και ποιοτικό αυτό σκάνδαλο ορίζεται ποσοτικά, είναι γεγονός ότι ακόμα και έτσι το ζήτημα της φτώχειας μπαίνει στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Κανείς πια δεν δικαιούται να μη βλέπει και να μη γνωρίζει. Οι κοινωνίες μας εκτρέφουν αθλιότητα, πολύ μεγαλύτερη και πιο ανυπόφορη από αυτήν που απλώς τεκμηριώνουν οι αριθμοί. Κάτι πρέπει να γίνει.
Πέρα λοιπόν από το ζήτημα της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ολοένα και πιο άδικης κατανομής του πλούτου και άσχετα από το ζήτημα του αναλφαβητισμού και της ανεργίας, η απόλυτη στέρηση, η φτώχεια και η αθλιότητα είναι προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν αμέσως. Η κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, η καθολική εκπαίδευση ακόμα και η πλήρης απασχόληση είναι ζητήματα που αναφέρονται στη θεμελιακή δομή της κοινωνίας. Και με αυτήν την έννοια εντάσσονται στο πλαίσιο ενός πολιτικού και οικονομικού προγραμματισμού, ο οποίος πάντα ιεραρχεί και διαπραγματεύεται. Η αθλιότητα όμως δεν μπορεί να περιμένει. Οι σημερινοί φτωχοί δεν είναι απλώς στερημένοι. Βρίσκονται αποκλεισμένοι από τον κόσμο που τους περιβάλλει, αιχμάλωτοι ενός αξεπέραστου περιθωρίου, ακυρωμένοι ως προς τις θεμελιώδεις λειτουργίες τους ως ελεύθερων ανθρώπων. Η επιβίωση και ενίσχυσή τους δεν είναι λοιπόν καν αντικείμενο μιας «κοινωνικής πολιτικής», η οποία όλο και πιο πολύ εμφανίζεται υποχρεωμένη να συνυπολογίζει μια σειρά από συγκρουόμενες παραμέτρους και αντιτιθέμενα συμφέροντα. Η προστασία των φτωχών από την απόλυτη εξαθλίωση βρίσκεται πριν από την ιεράρχηση των συλλογικών αναγκών, πριν από την κοινωνική ευαισθησία και πριν από τις οποιεσδήποτε άλλες επιλογές. Ασχέτως λοιπόν από το ερώτημα για τα αίτια της φτώχειας, ανεξάρτητα από το κατά πόσον το φαινόμενο αυτό είναι δυνατόν να εξαλειφθεί στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνιών και πέρα από τα μέτρα που είναι δυνατόν να ληφθούν έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός των εξαθλιωμένων, η συνύπαρξη του τερατώδους πλούτου με την απόλυτη και αυξανόμενη αθλιότητα είναι απολύτως απαράδεκτη. Καμία μελλοντική προσδοκία δεν δικαιώνει την ανοχή ενός φρικαλέου παρόντος. Οσες κοινωνίες είναι έστω και στοιχειωδώς ανεπτυγμένες δεν είναι δυνατόν να ανέχονται την εξαθλίωση των κοινωνιών. Πριν καν να περιφρονήσει ή να φοβηθεί τη φτώχεια, ο πλούτος οφείλει να την ντρέπεται. Και να δρα αναλόγως.
 Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα, 08-04-2001
Αναδημοσίευση: www.e-keimena.gr
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s