Ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Ἐπιστήμης – 3/3

Μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του διατηρεῖ τά πάντα, ὅλα τά ὑποστατικά ἰδιώματα ὅσα εἶχε ὁ ἄνθρωπος πρό τοῦ θανάτου του. Μετά θάνατον, ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ καί τήν προσωπικότητά του, καί τόν λόγο του, καί τό αὐτεξούσιό του, καί τήν μνήμη του, πλήρως, ὡς καί τά συναισθήματά του. Αὐτό, τό γνωρίζομε ἀπό τήν ἴδια τήν μαρτυρία ὅλων ὅσων ἐνεφανίσθησαν μετά θάνατον εἰς τούς ζῶντες καί ἀπεκάλυψαν τήν κατάστασιν τῆς ψυχῆς τους πέραν τοῦ τάφου. Πῶς ἐμφανίζονται εἰς τούς ζῶντες ἀνθρώπους οἱ κεκοιμημένοι ἅγιοι καί διαλέγονται μαζί τους; Ποιός ὁμιλεῖ, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ ἁγίου εἶναι εἰς τόν τάφον; Ἀσφαλῶς, ἡ ψυχή τοῦ ἁγίου, ἡ ὁποία συνεχίζει νά παράγη λόγον. Ἀλλά, αὐτό τό γνωρίζομε καί ἀπό μαρτυρίες κάποιων ζώντων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, κατά παραχώρησιν Θεοῦ, εἶχαν ἐξωσωματική ἐμπειρία, κατά τήν ὁποία «βγῆκαν» πρός στιγμήν ἀπό τό σῶμα τους, γεγονός πού μαρτυρεῖ γιά τό αὐθυπόστατο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἡ ψυχή ἐξέρχεται τοῦ σώματος. Πράγματι, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού «βγῆκαν» πρός στιγμήν ἀπό τό σῶμα τους, πού πέθαναν δηλ. γιά λίγο, καί εἶδαν τό σῶμα τους νεκρό, ὅπως τό ἔβλεπαν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω τους. Καί, μετά ἀπό λίγο, ἐπανῆλθαν, «μπῆκαν» εἰς τό σῶμα τους, τό ὁποῖο ἔκειτο νεκρό, καί συνέχισαν νά ζοῦν. Πῶς, μέ ποιά δύναμι, ἀνεστήθη τό σῶμα τους καί ζωοποιήθηκε, ἀφοῦ πρίν λίγο ἔκειτο νεκρό; Ἀσφαλῶς, μέ τήν ζωοποιό δύναμι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πῆρε ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά εἰσέλθη πάλιν εἰς τό σῶμα καί νά τό ζωοποιήση. Θά ἐρωτήση, ὅμως, κάποιος, «πῶς, μέ ποιό ὄργανο, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἔβλεπαν τό σῶμα τους, ὅταν ἡ ψυχή τους εἶχε χωρισθῆ ἀπό τό σῶμα τους;» Καί ἀπαντοῦμε ἐμεῖς, «ἀσφαλῶς μέ τόν νοῦν, μέ τήν ψυχή τους».
Εἰς τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν καταγραφῆ μαρτυρίες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ‘εἶδαν’, ἔζησαν, τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν καί σήμερα, ζῶντες. Καί, ἐδῶ, πάλι, πρόκειται γιά μία πραγματικότητα, κατά τήν ὁποία, νομίζω, ὁ ἄγγελος τοῦ ἀνθρώπου παίρνει τήν ψυχή του, τήν στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος κοιμᾶται, καί τήν πηγαίνει εἰς τόν τόπο τοῦ Παραδείσου ἤ τῆς Κολάσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκτήση ἐμπειρία περί τῆς ἀληθείας τῶν καταστάσεων αὐτῶν. Μετά, ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρει εἰς τό σῶμα τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, καί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξυπνήση, διηγεῖται πράγματα ὄχι τοῦ κόσμου τούτου. Αὐτά, ἀσφαλῶς δέν ἦταν τῆς φαντασίας του. Κατά τό χρονικό διάστημα μιᾶς τέτοιας ἐμπειρίας, νομίζω, ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δέν πεθαίνει, ἀλλά συντηρεῖται εἰς τήν ζωή ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄν καί ἔχη βγῆ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό σῶμα του, μέχρις ὅτου ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρη τήν ψυχή εἰς τό σῶμα.
Ἐπιστήμη, λοιπόν, ἐφ᾽ ὅσον δέν δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ζεῖ σάν αὐθυπόστατο κτίσμα μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ σώματος, δέν μπορεῖ νά δεχθῆ σάν πηγή τῶν νοημάτων καί τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου κάτι ἄλλο ἔξω ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι καταδικασμένη νά ἔχη ἐσφαλμένη εἰκόνα καί ἀντίληψι περί τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ζωή εἰς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ὀφείλεται εἰς τήν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς του. Ἐάν ἡ ψυχή ἀποχωρισθῆ ἀπό τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, πρᾶγμα πού συμβαίνει κατά τήν στιγμήν τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, τότε τό σῶμα νεκροῦται, πεθαίνει. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε ἄνθρωπο, ἐπανέφερε τήν ψυχή εἰς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καί τό σῶμα ἀνεστήθη. Ἡ Ἐπιστήμη δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύση πῶς γίνεται μία ἀνάστασις ἑνός νεκροῦ σώματος, ἀφοῦ δέν δέχεται ὕπαρξι ψυχῆς εἰς τόν ἄνθρωπο, οὔτε τήν ὕπαρξι αὐθυποστάτου ψυχῆς μετά τόν βιολογικό θάνατο ἑνός ἀνθρώπου. Ἀναστάσεις, ὅμως, νεκρῶν σωμάτων εἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονός μέσα εἰς τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ψυχή, λοιπόν, ζωοποιεῖ καί συντηρεῖ ζωντανό τό σῶμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια ἡ ψυχή ζωοποιεῖται ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλ., ζωή τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ζωή τοῦ σώματος εἶναι ἡ ψυχή. Ὅταν ἀπομακρύνεται ἤ παύη ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γεγονός πού συμβαίνει ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνη, τότε ἀρρωσταίνει ἡ ψυχή καί νεκρώνεται. Ὅταν ἡ ψυχή ἐγκαταλείψη τό σῶμα, τότε τό σῶμα πεθαίνει. Αὐτά συμβαίνουν εἰς τόν ἄνθρωπο.
Σέ κάποιο σημεῖο μίλησα γιά κατευθυνομένη Ἐπιστήμη. Ναί, αὐτό, σήμερα, εἶναι γεγονός, εἰς ὅσους γνωρίζουν τήν πραγματική κατάστασι εἰς τούς χώρους τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Σήμερα, ἡ κατευθυνομένη Ἐπιστήμη διαπράττει, ἐν τῇ ἀγνοίᾳ της, τήν μεγαλύτερη ἀδικία εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου, παρά τίς ἐπιστημονικές ἐπιτεύξεις καί προόδους της, ἀκριβῶς διότι τόν ἀντιμετωπίζει καί παρουσιάζει σάν «φυσικόν ζῶον», καί ὄχι σάν «ζῶον….τῇ νεύσει πρός τόν Θεόν θεούμενον», κατά τήν γνωστήν ρῆσιν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ii . Ἡ σημερινή Ἐπιστήμη, ἐν τῇ ἀγνοίᾳ της, δέν διανοεῖται τό πόσο φωτίζεται καί ἀποκαλύπτεται τό μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου, καί τί νέες δυνατότητες ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν φωτισθῆ καί ἐλλαμφθῆ ἀπό τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Καί δέν μπορεῖ, ἡ σημερινή Ἐπιστήμη, νά τό διανοῆται, διότι, ἄν καί κινῆται εἰς τόν χῶρο τῆς παρατηρήσεως καί τοῦ πειράματος, δηλ. τῆς ἐμπειρικῆς ἐρεύνης, ὅμως ἀδυνατεῖ νά ἀνιχνεύση καί συλλάβη τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων, ἐπειδή ἡ Ἐπιστήμη κινεῖται ἀποκλειστικά εἰς τόν χῶρο τοῦ ἐπιστητοῦ, τοῦ κτιστοῦ, ἐνῶ οἱ ἅγιοι κινοῦνται, καί εἰς τόν χῶρο τοῦ κτιστοῦ, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, ἀλλά καί εἰς τόν χῶρο τοῦ ἀκτίστου, δηλ. μετέχουν καί εἰς τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες γίνονται ἀντιληπτές μόνον εἰς ὅσους μετέχουν εἰς τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
   Ἀναφερόμενοι, τώρα, εἰς τό θέμα τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», ἔχομε νά ποῦμε, ὅτι, ὄχι μόνο μεταξύ τῶν ἰατρῶν ἔχομε διάστασι ἀπόψεων ὡς πρός τό ἄν «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι καί βιολογικά νεκρός, ἀλλά, δυστυχῶς, καί μέσα εἰς τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχομε διάστασι ἀπόψεων εἰς τό ἴδιο θέμα. Εἰς τήν πρᾶξι, εἰς τήν ἰατρική πρακτική, ἔχει ἐπικρατήσει ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» νά θεωρῆται βιολογικά νεκρός. Γι᾽ αὐτό καί τοῦ παίρνουν τά ζωτικά ὄργανα γιά μεταμόσχευσι. Ὅμως, ἐρωτοῦμε, ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι ἕνας νεκρός, ἤ ἕνας βαρειά ἀσθενής, ὁ ὁποῖος πορεύεται πρός τόν θάνατο;
Μέσα εἰς τήν Ἐκκλησία, κάποιοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι βιολογικά νεκρός, ἐνῶ, ἄλλοι, ὅτι εἶναι ἕνας βαρειά ἀσθενής πορευόμενος πρός τόν θάνατο. Τό θέμα αὐτό δέν ἔχει ἀκόμη τελεσιδικήσει μέσα εἰς τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἄν καί κάποιοι, ἐδῶ καί χρόνια, προσπαθοῦν νά ἐπιβάλουν de facto τήν ἄποψι ὅτι ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι βιολογικά νεκρός, νά ἐμφανίσουν καί καταξιώσουν δηλ. τόν «ἐγκεφαλικά νεκρό» σάν βιολογικά νεκρό.
Σύμφωνα, ὅμως, μέ ὅσα ἤδη εἴπαμε, ἕνας βαρειά ἀσθενής μέ κατεστραμμένο ἐγκέφαλο, ἀλλά μέ καρδιά πού πάλλει, ἔστω μέ τήν βοήθεια ἑνός ἀναπνευστῆρα,δένμπορεῖ νά εἶναι νεκρός. Ἕνας Χριστιανός Ὀρθόδοξος, κληρικός ἤ λαϊκός, πού ἔχει βιώσει ἐμπειρικά, διά τῆς προσευχῆς, τήν ὕπαρξι τῆς νοερῆς, τῆς πνευματικῆς του, καρδιᾶς, δέν εἶναι δυνατόν ποτέ νά δεχθῆ ὅτι ἕνας ἀσθενής, ὅπως ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός», εἶναι βιολογικά νεκρός. Γι᾽ αὐτόν, ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» εἶναι ἕνας βαρειά ἀσθενής καίὄχιἕνας βιολογικά νεκρός ἄνθρωπος. Αὐτήν τήν θέσι εἶχαν καί οἱ τρεῖς ἅγιοι Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, Σωφρόνιος, Πορφύριος καί Παΐσιος.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό, παραθέτομε, αὐτούσια, καί τήν βαρύνουσα γνώμη ἑνός ἄλλου ἁγίου Γέροντος γιά τόν «ἐγκεφαλικό θάνατο», πού ἤξερε τί ἔλεγε σχετικά μέ τό θέμα αὐτό, καί τοῦ ὁποίου τό ὄνομα δέν ἔχει εὐλογία νά ἀποκαλυφθῆ. Εἰς τά λεγόμενά του, πού παρατίθενται εἰς τήν συνέχεια, ἡ λέξις «νοῦς», πού χρησιμοποιεῖ, ἔχει τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου.
Εἶπε, λοιπόν, αὐτός ὁ Γέρων:
[(Ἐρωτᾶ:) Ὁ ἄνθρωπος μέ ὑγιῆ ἐγκέφαλο καί «νεκρό» νοῦ εἶναι νεκρός; (Καί ἀπαντᾶ:) Βιολογικά, ὄχι. Εἶναι, ὅμως, νεκρός πνευματικά. (Καί ἐρωτᾶ πάλι:) Καί ἀντιστρόφως: Ὁ ἄνθρωπος μέ νεκρό ἐγκέφαλο καί ὑγιῆ νοῦ εἶναι νεκρός; (Καί ἀπαντᾶ:) Οὔτε βιολογικά, οὔτε πνευματικά. Πνευματικά, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διά τῆς μετανοίας καί τοῦ ἁγιασμοῦ, εἶναι ἀναγεννημένος καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος μπορεῖ νά κάνη πράγματα ὑπερφυσικά, κι ἄς ἔχη νεκρό ἐγκέφαλο. Ἁπλᾶ, πάσχει ἀπό μία βαρειά ἀναπηρία στόν ἐγκέφαλο. (Καί συνεχίζει:) Ὑπάρχουν «ἐγκεφαλικά νεκροί» ἄνθρωποι πού ἐπανῆλθαν. Ὁπότε, μποροῦμε νά ὀνομάσουμε τήν κατάστασι αὐτή τῆς ἀναπηρίας τοῦ ἐγκεφάλου «βαρειά ἀσθένεια τοῦ ἐγκεφάλου», ἤ «ἀκρωτηριασμό τοῦ ἐγκεφάλου». Ὅταν ἀπαιτῆται νά κοπῆ ἕνα χέρι ἤ ἕνα πόδι σέ κάποιον ἄνθρωπο, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος, μετά τήν ἀποκοπή τοῦ μέλους του, εἶναι βιολογικά νεκρός. Ἔτσι συμβαίνει καί στήν περίπτωσι ἑνός «νεκροῦ ἐγκεφάλου» (μυαλοῦ) λόγῳ μιᾶς «βαρειᾶς ἀναπηρίας τοῦ ἐγκεφάλου», ἤ μιᾶς «βαρειᾶς ἀσθένειας τοῦ ἐγκεφάλου», ὅπως εἶναι ἡ περίπτωσι τοῦ «ἐγκεφαλικά νεκροῦ». Δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι βιολογικά νεκρός. Ἁπλᾶ, ἀσθενεῖ βαρειά, ἤ ἔχει νεκρωθῆ ἕνα ὄργανο τοῦ σώματός του, δηλ. ὁ ἐγκέφαλος. Τό μυαλό εὑρίσκεται σέ τέτοιο σημεῖο πού δέν μπορεῖ νά ἀκρωτηριασθῆ, ὅπως τό πόδι, τό χέρι, κλπ. Ὑποθετικά, ἄν μπορούσαμε νά ἀφαιρέσουμε, νά ρουφήξουμε, τό μυαλό ἀπό τό κρανίο καί ὁ ἄνθρωπος νά εἶχε μηχανική ὑποστήριξι τῆς ἀναπνοῆς του, ὥστε νά λειτουργῆ ἡ καρδιά του, πάλι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνοςδένθά ἦταν βιολογικά νεκρός.
Ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» ἔχει, ἤ βαρειά ἀσθένεια τοῦ ἐγκεφάλου, ἤ «νεκρό ἐγκέφαλο», πού δέν εἶναι σωστός ὁ ὅρος «νεκρός ἐγκέφαλος», γι᾽ αὐτό καί τόν βάζω σέ εἰσαγωγικά. Τό ὅτι ἔχει «νεκρό ἐγκέφαλο», ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι εἶναι βιολογικά νεκρός, ἤ ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνη ὑπερφυσικά πράγματα, κι ἄς εἶναι στήν κατάστασι πού εἶναι. Καί τοῦτο, διότι σέ κάθε ἄνθρωπο, ὁ νοῦς κινεῖ τόν ἐγκέφαλο καί ὁ ἐγκέφαλος τό σῶμα. Ὅμως, ὁ νοῦς δέν βρίσκεται στόν ἐγκέφαλο, οὔτε κινεῖται ἀπό τόν ἐγκέφαλο. Ὁ νοῦς, ἡ νοερή καρδιά, βρίσκονται κοντά στόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς καί δέν εἶναι «νεκρά». Μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὅπως ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός», μπορεῖ νά κάνη πράγματα πού δέν μπορεῖ νά κάνη κάποιος ἄλλος μέ ὑγιῆ ἐγκέφαλο καί ἄρρωστο ἀπό πάθη νοῦ. Ἄν γινόταν μεταμόσχευσις μυαλοῦ ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, ὁ μεταμοσχευμένος ἄνθρωποςδένθά εἶχε τήν ἐξυπνάδα ἤ τήν ἠλιθιότητα τοῦ καινούργιου μυαλοῦ. Διότι,ὁ δικός τουνοῦςθά κινοῦσε τό νέο μυαλό.
Ὁ σκληρός δίσκος, λοιπόν, τοῦ ὑπολογιστῆ ‘ἄνθρωπος’ εἶναι ὁ νοῦς, ἡ νοερή καρδιά του. Ὅ,τι ἀποθηκεύει ἐκεῖ, αὐτά δίνει στόν ἐγκέφαλό του, στόν ἐπεξεργαστή του. Ὅ,τι, διά τῆς μετανοίας, σβύνει ἐκεῖ, δέν ἐπανέρχεται. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, διά τῆς μετανοίας καί τοῦ ἁγιασμοῦ, νά σβύση ἐντελῶς τήν ψυχική ἀρρώστεια του ἀπό τόν νοῦ του, ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι. Στούς ἁγίους, τό μόνο πού εἶχε ὁ σκληρός δίσκος τους, ἤ μᾶλλον, τό μόνο πού ἀπέμεινε στόν σκληρό δίσκο τους μετά ἀπό τήν εἰλικρινῆ μετάνοιά τους, ἦταν ἡ ἐνέργεια τῆς Χάριτος. Καί, ἡ νοερή καρδιά τους ἔλεγε μόνο τήν ‘εὐχή’, εἴτε κοιμόντουσαν, εἴτε ἦταν ξύπνιοι, εἴτε ἐργαζόντουσαν.
Συμπέρασμα: Ὑπάρχουν τεσσάρων κατηγοριῶν ἄνθρωποι. Ἄνθρωποι μέ ὑγιῆ νοῦ καί ὑγιῆ ἐγκέφαλο, ἄνθρωποι μέ ἄρρωστο νοῦ, ἀπό ἁμαρτίες καί πάθη, ἀλλά μέ ὑγιῆ ἐγκέφαλο, ἄνθρωποι μέ ὑγιῆ νοῦ καί ἄρρωστο ἐγκέφαλο, καί ἄνθρωποι μέ ἄρρωστο νοῦ καί ἄρρωστο ἐγκέφαλο. Τούς «ἐγκεφαλικά νεκρούς», πού εἶναι ἄνθρωποι μέ ὑγιῆ νοῦ ἀλλά ἄρρωστο ἐγκέφαλο, οἱ ἐπιστήμονες καί κάποιοι ἄνθρωποι, δυστυχῶς, καί θλίβομαι πού τό λέω, δυστυχῶς ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, τούς θεωροῦν βιολογικά νεκρούς. Αὐτό εἶναι ἕνα ἔγκλημα εἰδεχθές! Εἶναι δολοφονία ἐν ψυχρῷ! Τί νά πῶ!…, ἔλεγε καί τόνιζε μέ ἔμφασι καί λύπη ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Γέροντας.
(Καί συνεχίζει:) Ὁ στόχος τῆς ζωῆς μας πρέπει νά εἶναι ἕνας: ‘Ὑγιής νοῦς’, ‘ὑγιής νοῦς’, ‘ὑγιής νοῦς’! Αὐτός καί μόνο. Καί, ὑγιής νοῦς, ὑγιής νοερή καρδιά, εἶναι ὁ νοῦς ὁ ἀπηλλαγμένος ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες. Εἶναι ὁ νοῦς ὁ ἁγιασμένος. Ὁ νοῦς πού ὀφείλει νά ἔχη ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὁ κάθε Χριστιανός.
Οἱ ἄνθρωποι μέ ἄρρωστο νοῦ καί ὑγιῆ ἐγκέφαλο εἶναι πνευματικά νεκροί. Οἱ ἄνθρωποι μέ ὑγιῆ νοῦ καί ἄρρωστο ἐγκέφαλο εἶναι πνευματικά ἀναγεννημένοι (διά τῆς μετανοίας καί τοῦ ἁγιασμοῦ) καί βιολογικά ζωντανοί. Νοῦς νεκρός = ἄνθρωπος πνευματικά νεκρός. Ἐγκέφαλος νεκρός (τοῦ «ἐγκεφαλικά νεκροῦ») = ἄνθρωπος βιολογικά ζωντανός. Ὅπως ὁ χωλός, ὅπως ὁ τυφλός, ὅπως ὁ διανοητικά καθυστερημένος, ἔτσι εἶναι καί ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός». Ἁπλᾶ, εἶναι πολύ βαρύτερη ἡ ἀσθένειά του, διότι βρίσκεται στό «λεπτό» ὄργανο τοῦ σώματος πού λέγεται «ἐγκέφαλος». Ὁ «ἐγκεφαλικά νεκρός» φαίνεται νεκρός, ἀλλάδένεἶναι νεκρός. Κάποιοι, θεωροῦν τόν «ἐγκεφαλικά νεκρό» βιολογικά νεκρό.Μεγάλη ἀπάτη!Τό ὑποστηρίζουν αὐτό, εἴτε ἀπό ἄγνοια, εἴτε ἀπό σκοπιμότητα. Στόν «ἐγκεφαλικά νεκρό» νοσεῖ ἕνα ὄργανο, ὁ ἐγκέφαλος. Αὐτό νοσεῖ καί στόν διανοητικά ἀσθενῆ-καθυστερημένο. Μόνο πού στόν «ἐγκεφαλικά νεκρό» εἶναι πιό βαρειά ἡ ἀσθένεια καί ἔχει νεκρωθῆ σχεδόν ἐντελῶς τό ὄργανο «ἐγκέφαλος». Ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναιζωντανότατος].
Αὐτά εἶπε ἐκεῖνος ὁ ἅγιος Γέρων γιά τούς «ἐγκεφαλικά νεκρούς», μετά λόγου γνώσεως καί ἀληθείας. «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω».




Συνεχίζομε, τώρα, μέ τά ἰδικά μας:
   Σήμερα, συμβαίνει καί κάτι ἄλλο εἰς τόν χῶρο τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Ἐπειδή ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη ἐξευρέσεως ζωτικῶν ὀργάνων γιά μεταμόσχευσι καί ἐπειδή τά διατιθέμενα ὄργανα εἶναι λίγα σέ σχέσι μέ τά ἀπαιτούμενα, καταβάλλεται ἐρευνητική προσπάθεια νά παρασκευασθοῦν εἰς τό ἐργαστήριο ζωτικά ὄργανα ἀπό βλαστοκύτταρα, ὥστε νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀνάγκη τῶν μεταμοσχεύσεων ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικά νεκρούς» ἀσθενεῖς. Ἐδῶ, ὅμως, τίθεται ἕνα ἄλλο βιοηθικό δίλημμα, διότι ὡς μία πηγή τέτοιων βλαστοκυττάρων θεωρεῖται τό «ζυγωτό», ἡ βλαστοκύστη, δηλ. ἕνα γονιμοποιημένο ἀνθρώπινο ὡάριο ἡλικίας κάποιων ὡρῶν ἤ ἡμερῶν. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἐν δυνάμει ἄνθρωπος, ἔχον ἀνθρωπίνη ψυχή, διότι τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τήν δημιουργεῖ ὁ Θεός κατά τήν στιγμή τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε, πάλι τίθεται θέμα ἀνθρωπίνου φόνου. Βλέπομε, δηλ., ὅτι σήμερα σέ κάθε πεδίο ἐφαρμογῆς τῆς σύγχρονης ἰατρικῆς ἐπιστήμης, τίθεται θέμα βιοηθικῆς δεοντολογίας, θέμα τό ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέσι μέ τήν ἀνθρωπολογία. Ἄν κάποιος ἔχη ἐσφαλμένη ἀνθρωπολογία, σέ ἐσφαλμένο συμπέρασμα ἀσφαλῶς θά καταλήξη.
Τό θέμα τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» ἤ τῶν μεταμοσχεύσεων ζωτικῶν ὀργάνων, μερικοί τό συσχετίζουν μέ τό θέμα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Εἴτε τό θέλομε, εἴτε ὄχι, μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων γίνονται. Διερωτῶνται, ὅμως, μερικοί: Μήπως ἐκεῖνος πού δέχεται ἕνα ζωτικό ὄργανο, μία καρδιά π.χ., ἀλλάζει καί πρόσωπο ἤ ἐπηρεάζεται ἡ προσωπικότητά του; Ἐπ᾽ αὐτοῦ, δέν ἔχομε ἐπιστημονικές μελέτες πού νά ἔχουν ἐρευνήσει αὐτό τό θέμα, ἤ ἐγώ ἀγνοῶ ἄν ὑπάρχουν, ὅμως, σύμφωνα μέ τά προηγούμενα, ἐφ᾽ ὅσον τό κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου δέν εὑρίσκεται μέσα εἰς τήν φυσική του καρδιά, ἀλλά εἰς τόν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς, δέν πρέπει νά ὑπάρχη πρόβλημα τέτοιο.
Κατά τήν δεκαετία τοῦ ᾽70, εἰς τίς ΗΠΑ, ἔλαβε χώρα ἕνα ἐγχείρημα μεταμοσχεύσεως κεφαλῆς ἀπό πίθηκο σέ πίθηκο, μέ προοπτική νά ἀνοιγῆ ὁ δρόμος γιά νά ἐπιχειρηθῆ κάποτε κάτι ἀνάλογο σέ ἄνθρωπο. Μέ ἀφορμή ἐκεῖνο τό ἐγχείρημα, ὁ τότε ἐπιφανής νευροεπιστήμων Steven Rose ἔκανε τά ἀκόλουθα ἀξιόλογα, ἀλλά ἀρνητικά, γιά τήν ἐφαρμογή ἑνός τέτοιου ἐγχειρήματος σέ ἄνθρωπο, σχόλια, ἀναφερόμενος εἰς τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Εἶπε, συγκεκριμένα:
«Ὁ ἐγκέφαλος καί τό σῶμα ἑνός ἀνθρώπου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι καί αὐτός ἕνα ὄργανο τοῦ σώματος…. Ἕνας ἀπομονωμένος (ἀποκομμένος) ἐγκέφαλος ἀπό τό σῶμα εἰς τό ὁποῖο ἀνήκειδένεἶναι πλέον τό πρόσωπο εἰς τό ὁποῖο ἀνῆκε.Τό πρόσωποεἶναι ἐκεῖνο πού ἔχει συνείδησι.Δένεἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού ἔχει συνείδησι.Τό πρόσωποεἶναι ἐκεῖνο πού ἔχει νοῦν (mind).Δένἔχει ὁ ἐγκέφαλος νοῦν.Τό πρόσωποεἶναι πού ἔχει συναισθήματα. Ὁ ἐγκέφαλοςδένἔχει συναισθήματα.Δέναἰσθάνεται.Τό πρόσωποαἰσθάνεται. Μεταμοσχεύοντας ἕναν ἐγκέφαλο ἀπό ἕνα σῶμα σέ ἕνα ἄλλο εἶναι ἕνα ἐγχείρημα πού δέν ἔχει ἔννοια, διότι ὅλη ἡ προϊστορία, ἡ ζωή καί ἡ ἀνάπτυξις αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι συνδεδεμένη μέ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο καί σῶμα. Τά νευρικά κύτταρα αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου ἔχουν ἀναπτυχθῆ σέ σχέσι μόνο μέ τό συγκεκριμένο πρόσωπο καί μοῦ εἶναι δύσκολο νά φαντασθῶ πῶς θά μποροῦσαν νά ἀντιδράσουν σέ ἕνα ἐντελῶς καινούργιο περιβάλλον (ἄλλο δηλ. σῶμα)……. Δέν νομίζω, ὅτι ὁποιοσδήποτε νευροχειρουργός, ἤ νευροεπιστήμων, ἤ ψυχίατρος, ἤ ψυχολόγος, σήμερα, θά ἀντιμετώπιζε σοβαρά ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο (μεταμοσχεύσεως δηλ. ἀνθρωπίνης κεφαλῆς)».
Αὐτά εἶπε τότε αὐτός ὁ ὡς φαίνεται φωτισμένος ἀπό τόν Θεό ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος, μέσα ἀπό τήν ἰδική μας προοπτική, νομίζω, εἶχε δίκιο σ᾽ αὐτά πού εἶπε. Ἄν καί δέν ὥρισε τί εἶναι κατ᾽ αὐτόν τό «πρόσωπο», ἀπεφάνθη σωστά, νομίζω, ὅταν εἶπε ὅτι τόπρόσωποεἶναι ὁ φορέας τῆς συνειδήσεως, τῆς διανοίας καί τῶν συναισθημάτων, καί ὅτι τό πρόσωποδένἑδράζεται εἰς τόν ἐγκέφαλο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα ἁπλό ὄργανο τοῦ σώματος, ὅπως εἶναι καί ἡ φυσική καρδιά.
Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ προβληματισμοῦ, συμβαίνει σήμερα, κάποιοι σοβαροί ἐπιστήμονες νά ἀμφιβάλλουν ὡς πρός τήν ἰσχύ τοῦ ὑπάρχοντος ἐπιστημονικοῦ ἀνθρωπολογικοῦ μοντέλου. ῎Ηδη, π.χ., ἕνας νομπελίστας, ὁ John Ecless, δυσκολεύεται νά δεχθῆ, ὅτι π.χ. τό αὐτεξούσιο, τό ὁποῖο, κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, δέν ὑπόκειται σέ νομοτέλεια, εἶναι προϊόν μόνον βιοχημικῶν διεργασιῶν εἰς τόν χῶρο τοῦ ἐγκεφάλου, ὅπως ὑποστηρίζει σήμερα ἡ Ἐπιστήμη. Αὐτά, καί ἀρκετά παρόμοια περιστατικά, δηλώνουν τό ἀδιέξοδο εἰς τό ὁποῖο περιέρχεται ἡ Ἐπιστήμη ὅλο καί περισσότερο, εἰς τό ἀνθρωπολογικό ζήτημα, ὅταν προσπαθῆ νά εἰσχωρήση σέ πεδία πού εἶναι ἔξω ἀπό τίς γνωσεολογικές της δυνατότητες, καί τά ὁποῖα μᾶς καθιστᾶ ὅλο καί περισσότερο ὑπευθύνους ὡς πρός τήν συμβολή μας, ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἰς τήν προστασία καί προβολή τῆς ἀληθείας περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τό ὁποῖο σήμερα βάλλεται πανταχόθεν.
πό μία πρόχειρη ματιά στό Διαδίκτυο iii, θά σᾶς μεταφέρω τί εἰκόνα ἀπεκόμισα ἀπό τήν πεποίθησι πού ἐπικρατεῖ εἰς τόν ἐπιστημονικό χῶρο, αὐτήν τήν περίοδο, περί τῆς σχέσεως μεταξύ ἐγκεφάλου καί ἀνθρωπίνου προσώπου. Νά μήν ξεχνᾶμε, ὅμως, ὅτι, εἰς τόν χῶρο τῆς Ἐπιστήμης, τό πρόσωπο δέν τό ἐννοοῦν ὅπως τό ἐννοοῦμε ἐμεῖς εἰς τήν Ἐκκλησία. Εἰς τόν ἐπιστημονικό χῶρο, λοιπόν συνεχίζουν νά θεωροῦντόνἐγκέφαλοὡς τό κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ (center of the self), ὡς τό κέντρο δηλ. τοῦ προσώπου, ἤ, διαφορετικά, ὅτι τό πρόσωποἑδράζεταιεἰς τόν ἐγκέφαλο. Καί, ἔχουν ἄρχισει νά ὁμιλοῦν γιά μία νέα προοπτική περί τοῦ προσώπου πού ἀνοίγεται εἰς τούς ἐρευνητές, καί ἡ ὁποία, λένε, συμπυκνώνεται εἰς τήν φρᾶσι: «Ἐσύ, εἶσαι ὁ ἐγκέφαλός σου» (!) (“You are your brain”). Καταλαβαίνετε, τί συνέπειες ἔχει μία τέτοια θεώρησι.
Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Πάλι θεοποιοῦν τόν ἄνθρωπο, τώρα ὅμως μέ ἀφορμή τήν σημερινή γνῶσι περί τοῦ ἐγκεφάλου καί τίς ὑποσχόμενες προοπτικές εἰς τόν τομέα τῆς ἐξερευνήσεώς του καί τίς ἐπακολουθοῦσες πρακτικές ἐφαρμογές.
Σέ ἕνα πρόσφατο συμπόσιο πού ἔλαβε χώρα μέ τόν τίτλο «Ἡ προσωπικότης σέ μία νευροβιολογική ἐποχή»iv, ἐτέθη ὁ ἑξῆς προβληματισμός: «Φαίνεται, ὅτι ἔχομε μάθει περισσότερα γιά τόν ἐγκέφαλο κατά τήν τελευταία δεκαετία ἀπ᾽ ὅ,τι κατά τίς παρελθοῦσες χιλιετίες τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας. Ἡ ἀνάπτυξις, ὅμως, τῶν νέων ἐπιστημῶν γιά τήν ἔρευνα τοῦ ἐγκεφάλου, σέ ποιό βαθμό, ἄραγε, μᾶς ἔχει ὁδηγήσει εἰς τήν βαθύτερη κατανόησι τοῦ τί εἶναι ἡ προσωπικότης; Μήπως κινούμεθα πρός μία ριζική ἀνακατάταξι τῆς κατανοήσεως τῆς Ψυχολογίας, ὡς ἐπιστήμης, ἐπάνω σέ ἕναν καινούργιον ἄξονα, ἐκεῖνον ‘ἀπό τήν ψυχή πρός τόν ἐγκέφαλο’, καί τήν ἀνατολή ἑνός ἀνθρωπίνου προσώπου πού θά καθορίζεται ἀποκλειστικά ἀπό τόν νευρικό ἱστό;»v. 
Δηλ., ἐπεξηγοῦμε ἐμεῖς,«ἑνός ἀνθρωπίνου προσώπου πού θά καθορίζεται ἀπό τόν ἐγκέφαλο καί τίς νευρικές του συνάψεις;»
Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἐπιστήμη ἀποκλίνει, ὅλο καί περισσότερο, πρός μία καθαρά ὑλιστική θεώρησι περί τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ τείνει νά συσχετίση ἄμεσα τήν ὑπόστασι τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου μόνο μέ τήν ὕπαρξι καί λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου του. Ἡ Ἐπιστήμη, ὑποστηρίζει, ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει μέν ὑπόστασι, ἀλλά σέ σχέσι μόνο μέ τό σῶμα καί ὅτι οἱ ἐκφάνσεις αὐτοῦ τοῦ προσώπου εἶναι προβολή καί ἔκφρασις κάποιων διεργασιῶν εἰς τόν χῶρο τοῦ ἐγκεφάλου. Γιά τήν Ἐπιστήμη, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο δέν ὑφίσταται ὡς αὐθυπόστατη ὀντότης, οὔτε ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν ζωῇ, οὔτε μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Γιά τήν Ἐπιστήμη, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἐξαφανίζεται μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἤ ὅταν ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου καταστῆ ἀναντίστρεπτα ἀνενεργός. Ἡ Ἐπιστήμη δέν δέχεται ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει νοερή ὑπόστασι καί νοερή οὐσία, οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν σχέσι μέ τόν ἐγκέφαλο, καί ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ζεῖ καί μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ σώματος. Γιατί, τότε, μᾶς ἐκπλήσσει τό γεγονός, ὅτι οἱ περισσότεροι γιατροί τόν «ἐγκεφαλικά νεκρό» τόν θεωροῦν βιολογικά νεκρό, ἀφοῦ ἡ Ἐπιστήμη ὑποστηρίζει ὅτι χωρίς ἐνεργό ἐγκέφαλο τό πρόσωπο τοῦ «ἐγκεφαλικά νεκροῦ» ἔχει ἐξαφανισθῆ, ὅτι δηλ. δέν ὑφίσταται πλέον ὡς ἄνθρωπος;
Κλείνω τήν ὁμιλία μου μέ ἕνα συμπέρασμα, πάλι τοῦ κ. Ἠλία Κουρούμαλη:
«Μετά ἀπό πολλά χρόνια στόν χῶρο τῆς ἐπιστήμης, εἶμαι σχεδόν πεπεισμένος, ὅτι, τελικῶς, ὁ ὁρίζοντας αὐτῶν πού πολύ πρόσφατα χαρακτηρίσθηκαν ὡς παλαιᾶς κοπῆς ἄνθρωποι, καί πού ἀνάβουν, χωρίς πολλή γνώση, τό καντήλι τους, εἶναι ἀπείρως εὐρύτερος ἀπό τόν ὁρίζοντα πολλῶν ἐπιστημόνων, κατόχων βραβείου Νόμπελ, πού αὐτοβούλως ἀπαρνοῦνται τήν ἐντός τους εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».
Δαμασκηνός μοναχός Ἁγιορείτης 

[i] Βλέπε: ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΛΛΑΓΗΣ, Ὀρθόδοξος Ἀκαδημία Κρήτης, Κολυμπάρι, Ἰαν.-Μάρτ. 2004, σελ. 723.

xx

[ii] Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁρίζει τόν ἄνθρωπον ὡς ἑξῆς: «῎Ανθρωπός ἐστι ζῶον ἐνθάδε οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί τέλος τοῦ μυστηρίου τῇ νεύσει πρός τόν Θεόν θεούμενον».
[iv]Personhood in a Neurobiological Age (http://www.somatosphere.net/search/label/personhood).
[v] (It seems that we have learned more about the brain in the last decade than over the previous millennia of human history. But to what extent are developments in the ‘new brain sciences’ leading to a mutation in our understanding of selfhood? Are we in the midst of a move from ‘soul to brain’, a radical restructuring of our understanding of human ‘psychology’ and the rise of a ‘neuronal self’?).

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΘΕΟΔΡΟΜΙΑ(ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΜΑΡΤΙΟΣ 2012)

via

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s