Χαλίλ Γκιμπράν

Ο Χαλίλ Γκιμπράν (Κahlil Gibran) γεννήθηκε στο Μπεχάρι του Λιβάνου το 1883. Καταγόταν από οικογένεια σχετικά εύπορη και καλλιεργημένη. Από πολύ μικρός παρουσίασε ιδιαίτερη επίδοση στη ζωγραφική, την πλαστική και το γράψιμο. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Αύγουστο Ροντέν. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. όπου και πέθανε το 1931.
Οι πρώτες καλλιτεχνικές εργασίες ήταν θεατρικά έργα και πεζοτράγουδα, γραμμένα στα αραβικά. Από τα είκοσι όμως χρόνια του, άρχισε να γράφει αποκλειστικά στα αγγλικά. Το βαθιά ανθρωπιστικό μήνυμα που μεταδίνει, βρήκε ανταπόκριση σε αναρίθμητες ανθρώπινες καρδιές. Χαρακτηριστικό της αγάπης του κοινού είναι ότι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά έργα του, «Ο προφήτης», έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, και μέχρι το 1965 είχαν εκδοθεί πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα στην αγγλική γλώσσα.
Ο Γκιμπράν, χρησιμοποιεί την απαλή φρασεολογία των «Ψαλμών», ωστόσο εκτοξεύει μία ασυγκράτητη λοιδορία όταν απεχθάνεται το σφετερισμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, από τυραννικούς εκκλησιαστικούς και κρατικούς αξιωματούχους. Προκάλεσε μικρή έκπληξη -ή είχε μικρή σημασία- για το πλήθος των οπαδών του Γκιμπράν, ότι εξορίστηκε από την χώρα του και αφορίστηκε από την Εκκλησία του, λόγω των ατρόμητων και κοφτερών επιθέσεών του. Τα εκατομμύρια των οπαδών του, σε δεκάδες γλώσσες, απορροφούν τα γραπτά του σχεδόν σαν προσευχές και ο αφορισμός του, χρησίμευσε για να ενισχύσει και να επαυξήσει τη λογοτεχνική ενορία του.
Αυτοί που έκαψαν τα βιβλία του και οι κληρικοί, έζησαν για να θρηνήσουν τις πράξεις τους. Λίγο πριν από τον θάνατό του το 1931, ίσως όταν ήταν πολύ αδύναμος για να αντισταθεί, ο Γκιμπράν υπέκυψε στις απρόσκλητες βολιδοσκοπήσεις της Εκκλησίας να τον επαναφέρει στον ευθύ δρόμο, μετά τον βιαστικό αφορισμό του. Παρά το γεγονός ότι «Ο αγαπημένος δάσκαλος» επέφερε τη φανερή οργή των θρησκευτικών και κρατικών αρχών, οποιαδήποτε απολογία εκ μέρους του είχε μικρό ενδιαφέρον γι’ αυτόν, γιατί πολύ καιρό από τότε έφτασε σε ένα πνευματικό επίπεδο πολύ πέρα από τη στενόμυαλη παπαγαλία, τον νόμο και το δόγμα.
Το δόγμα του Γκιμπράν, ασχολείται με την καλοσύνη, την αδελφοσύνη και τη φιλανθρωπία και χρειάζονται λίγα λόγια για να μεταδώσει μεγάλες σκέψεις


O «ΤΕΛΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»
Θεέ των χαμένων ψυχών, συ ο χαμένος μέσα στους θεούς τους άλλους, άκουσέ με.
Ευγενικό Πεπρωμένο που εποπτεύεις μας, τα τρελά περιπλανώμενα πνεύματα, άκουσέ με:
Κατοικώ στο επίκεντρο μιας τέλειας ράτσας, εγώ ο υπερατελής.
Εγώ, ένα χάος ανθρώπινο, ένα νεφέλωμα από συγχυσμένα στοιχεία, κινιέμαι ανάμεσα σ’ εντελείς κόσμους -λαούς με τέλειους νόμους κι απαρασάλευτη τάξη. Που έχουν σκέψεις ταξινομημένες, που έχουν όνειρα διευθετημένα και που τα οράματά τους είναι καταγραμμένα και αρχειοθετημένα.
Οι αρετές τους, ω Θεέ, πέρασαν από την μεζούρα κι από την ζυγαριά.
Τα κρίματά τους -κι ακόμα τα απροσμέτρητα όσα ξέφυγαν στην αχλύ του λυκόφωτος που δεν υπάρχει αρετή ή αμαρτία- κι αυτά καλά λογαριασμένα είναι και καταχωρισμένα.
Εδώ, μέρες και νύχτες διανέμονται σε εποχές συμπεριφοράς και κυβερνιούνται από κανόνες άσφαλτης ακρίβειας.
Να φας, να πιεις, να κοιμηθείς, να σκέπεις τη γύμνια σου, και τέλος να «κουράζεσαι εν πρέποντι χρόνω».
Να δουλεύεις, να παίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις και τέλος να πλαγιάζεις, στου ρολογιού τον «ενδεδειγμένον κτύπον».
Να σκέφτεσαι «έτσι», να αισθάνεσαι «τόσο», και τέλος να παύουν σκέψεις και αισθήματα, μόλις κάποιο καθορισμένο αστέρι ανατείλει στον «μεμακρυσμένο» ορίζοντά σου.
Να ληστεύεις, έναν γείτονα, με ένα χαμόγελο.
Να επιδαψιλεύεις δώρα με περίκομψες χειρονομίες.
Να καταστρέφεις μία ψυχή με μία λέξη.
Να καρβουνιάζεις ένα σώμα με μία ανάσα.
Και τέλος, να «νίπτεις τας χείρας σου».
Τελείωσε το έργο σου κι αυτής της μέρας.
Να ερωτεύεσαι σύμφωνα με την «κατεστημένη» τάξη, να διδάσκεις τον καλύτερο εαυτό σου με «προδιαγεγραμμένο» τρόπο, να λατρεύεις τους θεούς «ευαρμόστως», να μηχανορραφείς με τους δαιμόνους «τεχνηέντως», και τέλος να λησμονάς τα πάντα -σάμπως να σου ‘χει πεθάνει η μνήμη.
Να στοχάζεσαι υστερόβουλα, να προμελετάς λελογισμένα, να ευτυχείς αβρά κι αριστοκρατικώς να υποφέρεις· και τέλος να τρυγάς την κούπα «μέχρις ρανίδος» για να μπορείς να την ξαναγεμίσεις.
Αύριο πάλι.
Όλα αυτά, ω Θεέ, που έχουν προβλεπτικά συλληφθεί, που έχουν αποφασιστικά γεννηθεί, που έχουν ακριβόλογα γαλουχηθεί, που έχουν με κανόνες κυβερνηθεί, λογοκρατικά κατευθυνθεί, και που έχουν: σφαχτεί και και θαφτεί σύμφωνα με προκαθορισμένη μέθοδο. Κι ακόμα κι οι σιωπηλοί τους τάφοι, που κείτονται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, είναι μαρκαρισμένοι κι αριθμημένοι.
Ένας τέλειος κόσμος, είναι. Ένας κόσμος ολοκληρωμένης τελειότητας, ένας κόσμος υπέρτατης θαυματουργίας, τ’ ωριμότερο φρούτο στου Θεού τον κήπο, η μεγαλοφυέστερη βούληση του σύμπαντος.
Μα γιατί πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ εδώ, ω Θεέ, εγώ ένας άγουρος σπόρος απ’ ανεκπλήρωτο πάθος, μια τρελοκαταιγίδα που δεν ψάχνει για ανατολή μηδέ για δύση, ένα αποπλανημένο θραύσμα από έναν, που εκρήχτηκε, πλανήτη;
Γιατί βρίσκομαι εδώ, ω Θεέ των χαμένων ψυχών, συ που σαι χαμένος μέσα στους θεούς τους άλλους;
ΤΟ ΣΟΦΟ ΣΚΥΛΙ
Σοφό σκυλί, από γατιών παρέα εμπρός, διαβαίνει
και εντυπωσιάστηκε, να δει που πρόσεχαν σε κάτι!
Στέκει και βλέπει, οι γάτοι μας, ν’ ακούν προσηλωμένοι,
μεγάλο κι επιβλητικό, στη μέση, χοντρογάτη…
Κι έλεγε: «Προσευχή, αδελφοί, και πάλιν, κι επιπλέον,
μηδόλως αμφιβάλλοντες ότι εν τη πάση λέξει,
εκ πλήρους πίστεως ψυχής (δι’ ευλαβών χειλέων),
θέλει εισακούσει, ο ουρανός και ποντικούς θα βρέξει».

Όταν ο σκύλος τ’ άκουσε, ξεράθηκε στα γέλια.
Μόνο, τους είπε φεύγοντας, για να ‘χουν κάποια ωφέλεια:
«Τυφλά κι ανόητα γατιά. Λες και δεν είν’ γραμμένο,
λες και δεν το μαθαίνουμε -στη βίβλο των προγόνων-
πως με ικεσίας προσευχές και πως με πίστης αίνο
(δοξασία),
δεν βρέχει ποντικούς ο Θεός, μα κόκαλα και μόνον».
ΟΙ ΔΥΟ ΣΠΟΥΔΑΣΜΕΝΟΙ
Στην πόλη της Αφκάρ, παλιά, μας λέγει μία ιστορία,
δύο σπουδασμένοι είχαν μίσος μέσα στην ψυχή,
κι ο ένας τον άλλο μείωνε σε κάθε ευκαιρία,
γιατί ο ένας πίστευε σε θεούς κι όχι ο άλλος. Να γιατί.
Μία μέρα συναντήθηκαν στην αγορά κι οι δύο,
κι ανάμεσά στους οπαδούς τους ξέσπασε μία αμάχη,
για την ύπαρξη ή μη -θεών- που τέλος με θυμό
έστρεψε ο ένας τους στον άλλο, φεύγοντας, τη ράχη.
Το βράδυ εκείνο ο άπιστος επήγε στον ναό,
μπρος στον βωμό γονάτισε στους θεούς ζητώντας χάρη,
κι η προσευχή του ανέβαινε στον πιο ψηλό ουρανό,
για το κακό του παρελθόν συγχώρεση να πάρει.
Κι ο σπουδαγμένος, εκείνος ο άλλος ο πιστός στους θεούς,
τον εαυτό του οικτίροντας, την ίδια ώρα εκείνη,
πηγαίνοντας στο σπίτι του (ε, κοντά στη γνώση ο νους),
έκαψε τα βιβλία του. Άπιστος είχε γίνει.
Ο ΚΑΛΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΘΕΟΣ
Ο καλός Θεός και ο κακός Θεός -με διάφορον αγέρα-
ανταμώθηκαν σε κορφή βουνού, την πιο μεγάλη.
Ο καλός Θεός είπε: «Αδελφέ, καλή σου κι άγια μέρα».
Ο κακός Θεός: Δεν άνοιξε στόμα, μιλιά να βγάλει.
Ο καλός Θεός λέει: «Στις κακές σου πάλι! Ποιά η ιστορία;».
«Να», είπ’ ο κακός, «γιατί συχνά με παίρνουνε για σένα,
τ’ όνομά σου, μου δίνουν και την προς εσέ λατρεία,
κι αυτό με κάνει να υποφέρω τρισαπελπισμένα».

Κι ο καλός Θεός: «Μη χολοσκάς για τέτοιες άρες μάρες.
Μήπως, με τ’ όνομά σου εμένα δεν καλούν τα πλήθη;».

Κι ο κακός Θεός φεύγει σκορπώντας χίλιες δυο κατάρες,
για τη βλακεία που, δίδυμη με τους θνητούς, γεννήθη.
ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ
Τρία μυρμήγκια συναπαντήθηκαν πάνω στη μύτη κάποιου, που ήταν ξαπλωμένος και κοιμότανε στον ήλιο. Κι αφού αλληλοχαιρετίστηκαν, καθένα σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής του, στάθηκαν να κουβεντιάσουν.
Το πρώτο μυρμήγκι είπε: «Αυτοί οι λόφοι κι οι πεδιάδες είναι οι πιο γυμνόκαρπες απ’ όσες έχω δει ποτές μου. Έψαχνα ολημερίς για ένα -οποιοδήποτε- σποράκι και δεν βρήκα τίποτα».
Κι είπε το δεύτερο μυρμήγκι: «Κι εγώ τα ίδια, τίποτα δεν βρήκα, κι έφαγα κάθε γωνιά και ξέφωτο. Αυτή ‘ναι θαρρώ, εκείνη που λένε οι συμπατριώτες μου: Μαλακή και κινούμενη γη που σε δαύτη τίποτα δεν ξεφυτρώνει».
Τότε, το τρίτο μυρμήγκι, σήκωσε το κεφάλι του και είπε: «Φίλοι μου, στεκόμαστε αυτή τη στιγμή πάνω στη μύτη του Υπερμύρμηγκα, του πανίσχυρου και άπειρου Μυρμηγκιού, που το σώμα του είναι τόσο μεγάλο που εμείς να μην μπορούμε να το δούμε, που η σκιά του είναι τόση -σ’ απεραντοσύνη- που να μην μπορούμε να τη σχεδιαγραφήσουμε, που η φωνή του είναι τόσο βροντερή που να μην μπορούμε να την ακούσουμε. Κι είναι αυτός, ο πανταχού παρόντας».
Όταν το τρίτο μυρμήγκι μίλησε έτσι, τ’ άλλα μυρμήγκια αλληλοκοιτάχτηκαν και γέλασαν. Την ίδια εκείνη στιγμή ο άνθρωπος κουνήθηκε στον ύπνο του, σήκωσε το χέρι του κι έξυσε τη μύτη του. Και τα τρία μυρμήγκια, γίνηκαν λιώμα.
Η ΒΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Σαν ήμουν στον καιρό της νιότης μου, είχαν πει πως σε κάποια πολιτεία ζούσαν όλοι οι άνθρωποι, μ’ οδηγήτρες τους τις Γραφές. Και είπα: «Θ’ αναζητήσω αυτή την πόλη, να χαρώ την ευλογία της».
Κι ήταν μακριά πολύ. Κι έκανα γερή κουμπάνια για το ταξίδι μου. Και μετά σαράντα μέρες ξεδιάκρινα την πόλη, και στις σαράντα μέρες και μία, σ’ αυτήν μπήκα. Και τι να δω! Το σύνολο από τους κατοίκους της πόλης, ήταν άτομα που δεν είχαν παρά μόνο ένα μάτι κι ένα χέρι. Κι εμβρόντητος μονολόγησα: «Μπορεί σε μία τόσο άγια πόλη οι άνθρωποι να μην έχουν παρά ένα μάτι κι ένα χέρι;».
Τότε πρόσεξα πως κι εκείνοι είχαν μείνει κατάπληχτοι, απορώντας πολύ, για τα δυο μου μάτια και τα δυο μου χέρια. Και καθώς αντάλλαζαν κουβέντες, μεταξύ τους, τους ρώτησα: «Είναι στ’ αλήθεια αυτή η Βλογημένη Πολιτεία, που καθένας ζει μ’ οδηγήτρες του τις Γραφές;».
Και μου απάντησαν: «Ναι, αυτή είναι».
«Και τι συμφορά σας βρήκε», είπα, «τι έγιναν τα δεξιά σας μάτια και τα δεξιά σας χέρια;».
Κι όλος ο λαός μπήκε σε κίνηση. Κι είπανε: «Έλα να δεις».
Και με πήγαν στον ναό, καταμεσής στη πόλη. Και μέσα στον ναό είδα: Έναν σωρό χέρια και μάτια. Σαν φύλλα μαδημένα. Και τότες είπα: «Αλίμονο! Ποιός κουρσευτής πρόσταξε, τέτοια σκληρότητα σε βάρος σας;».
Και, ψίθυρος υψώθηκε σαν κύμα ανάμεσό τους. Κι ένας από τους πρεσβύτερους βγήκε μπροστά από όλους κι είπε: «Είναι αυτοπραξία μας. Ο Θεός μας έκανε κουρσευτές πάνω από το κακό που έβοσκε μέσα μας». Και μ’ οδήγησε μπρος σ’ έναν ψηλό βωμό, κι ολόκληρο το πλήθος ακολουθούσε. Και μου ‘δειξε πάνω στον βωμό μία επιγραφή, σκαλισμένη που έγραφε:
«Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν
καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν
μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν
καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν
μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν».

Τότε μπήκα στο νόημα. Και στρεφόμενος στα πλήθη φώναξα: «Δεν υπάρχει ούτε ένας, άντρας ή γυναίκα, ανάμεσά σας που να έχει δύο μάτια ή δύο χέρια;».
Και μου απάντησαν λέγοντας: «Όχι, ούτε ένας. Δεν υπάρχει ούτε ένας, εκτός από τα παιδιά -τα πολύ μικρά ακόμα για να μπορούν να διαβάσουν τη Γραφή και να καταλάβουν τις εντολές της».
Και μόλις βγήκαμε από τον ναό, εγκατέλειψα αμέσως τη Βλογημένη Πολιτεία. Γιατί δεν ήμουν πολύ μικρός, και γιατί μπορούσα τη Γραφή να τη διαβάσω.
Ο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ
Στην τρομερή σιωπή της νύχτας, καθώς όλα τα ουράνια πράγματα εξαφανίζονταν πίσω από το σφιχτό πέπλο πυκνών νεφών, βάδιζα μόνος και φοβισμένος στην Κοιλάδα των Φαντασμάτων του Θανάτου.
Καθώς έρχονταν τα μεσάνυχτα και τα φαντάσματα πηδούσαν γύρω μου με τις φριχτές, ριγωτές φτερούγες τους, παρατήρησα ένα γιγάντιο φάντασμα να στέκεται μπροστά μου, και να με γοητεύει με την υπνωτική απαίσια όψη του.
Με βροντερή φωνή είπε: «Ο φόβος σου είναι διπλός! Φοβάσαι που με φοβάσαι! Δεν μπορείς να το κρύψεις, γιατί είσαι πιο αδύνατος από τον λεπτό ιστό αράχνης. Ποιό είναι το γήινο όνομά σου;».
Ακούμπησα πάνω σε μία μεγάλη πέτρα, συγκεντρώθηκα από αυτό το ξαφνικό σοκ και με αδύνατη, τρεμάμενη φωνή, απάντησα: «Με λένε Αμπνταλλάχ, που σημαίνει “δούλος του Θεού”».
Για λίγες στιγμές παρέμεινε σιωπηλός με τρομακτική σιωπή. Συνήθισα την όψη του, αλλά συγκλονίστηκα ξανά από τις απόκοσμες σκέψεις του και τα λόγια τού, τις παράξενες πεποιθήσεις και συλλογισμούς.
Είπε δυνατά: «Είναι πολλοί οι δούλοι του Θεού και είναι μεγάλες οι στεναχώριες του Θεού με τους δούλους Του. Γιατί δεν σε ονόμασε ο πατέρας σου “Κύριο των Δαιμόνων”, προσθέτοντας άλλη μία συμφορά στη μεγάλη συμφορά της γης; Προσκολλάσαι με τρόμο στον μικρό κύκλο δώρων από τους προγόνους σου και η δυστυχία σου προκαλείται από το κληροδότημα των γονιών σου, και θα παραμείνεις δούλος του θανάτου ωσπού να γίνεις ένας από τους νεκρούς. Οι τέχνες σου είναι σπάταλες και οι ζωές σου είναι κούφιες. Η πραγματική ζωή δεν σ’ επισκέφτηκε ποτέ, ούτε θα σ’ επισκεφτεί. Ούτε ο απατηλός εαυτός σου θα καταλάβει τον ζωντανό θάνατό σου. Τα παραπλανημένα μάτια σου βλέπουν τους ανθρώπους να τρέμουν μπροστά στην καταιγίδα της ζωής και πιστεύεις πως είναι ζωντανοί, ενώ στην πραγματικότητα είναι νεκροί αφ’ ότου γεννήθηκαν. Δεν υπήρχε κανείς να τους θάψει και η μόνη καλή καριέρα για σένα, είναι νεκροθάφτης, και σαν τέτοιος μπορείς ν’ απαλλάξεις τους λίγους ζωντανούς από τα πτώματα που είναι σωριασμένα στα σπίτια, στα μονοπάτια και στις εκκλησιές».
Διαμαρτυρήθηκα: «Δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω ένα τέτοιο επάγγελμα. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, χρειάζονται τη φροντίδα και τη συντροφιά μου».
Έσκυψε προς εμένα, δείχνοντας τους πλεκτούς μυς του, που φαίνονταν σαν ρίζες δυνατής βαλανιδιάς, γεμάτοι ζωή κι ενέργεια και μούγκρισε: «Δώσε στον καθένα μία τσάπα και μάθε τους να σκάβουν τάφους. Η ζωή σου είναι μόνο μαύρη δυστυχία κρυμμένη πίσω από τοίχους καμωμένους από άσπρο σοβά. Έλα μαζί μας, γιατί εμείς τα Τζίνια είμαστε οι μόνοι κάτοχοι της πραγματικότητας! Το σκάψιμο τάφων φέρνει μία μικρή, αλλά θετική ωφέλεια που προκαλεί την εξαφάνιση των νεκρών πλασμάτων που τρέμουν με τη θύελλα και δεν βαδίζουν ποτέ μαζί της».
Συλλογίστηκε και ρώτησε: «Ποιά είναι η θρησκεία σου;».
Δήλωσα γενναία: «Πιστεύω στον Θεό και τιμώ τους προφήτες Του. Αγαπώ την αρετή κι έχω πίστη στην αιωνιότητα».
Με καταπληκτική σύνεση και πεποίθηση απάντησε: «Αυτά τα κούφια λόγια τοποθετήθηκαν στ’ ανθρώπινα χείλη από προηγούμενες εποχές κι όχι από τη γνώση, και στην πραγματικότητα, πιστεύεις μόνο στον εαυτό σου, κι έχεις πίστη μόνο στην αιωνιότητα των επιθυμιών σου. Ο άνθρωπος λάτρεψε τον δικό του εαυτό από την αρχή της δημιουργίας, αποκαλώντας εκείνο τον εαυτό με κατάλληλους τίτλους, έως τώρα, που χρησιμοποιεί τη λέξη “Θεός” για να εννοήσει εκείνον τον ίδιο εαυτό».
Τότε ο γίγαντας γέλασε δυνατά και οι αντίλαλοι του γέλιου του αντηχούσαν στα κοιλώματα των σπηλιών και είπε χλευαστικά: «Τι παράξενοι είναι εκείνοι που λατρεύουν τον εαυτό τους και η πραγματική ύπαρξή τους είναι μόνο γήινα κουφάρια!».
Σταμάτησε για λίγο, και ‘γω συλλογίστηκα τα λόγια του και μελέτησα το νόημά τους. Είχε γνώσεις πιο παράξενες από τη ζωή, πιο τρομερές από τον θάνατο και βαθύτερες από την αλήθεια. Τότε ρώτησα δειλά: «Έχεις θρησκεία ή θεό;»
«Με λένε “ο τρελός θεός”», είπε, «και γεννήθηκα σ’ όλες τις εποχές και είμαι ο θεός του εαυτού μου. Δεν είμαι σοφός, γιατί η σοφία είναι ιδιότητα των αδυνάτων. Είμαι δυνατός και η γη τραντάζεται κάτω από τα βήματα των ποδιών μου, κι όταν σταματώ, η πορεία των άστρων σταματά μαζί μου. Χλευάζω τους ανθρώπους… Συνοδεύω τους γίγαντες της νύχτας… Ανακατεύομαι με τους μεγάλους βασιλιάδες των τζίνι… Κατέχω τα μυστικά της ύπαρξης και της ανυπαρξίας. Το πρωί βλαστημώ τον ήλιο… Το μεσημέρι καταριέμαι τους ανθρώπους και το βράδυ σκεπάζω τη φύση… Τη νύχτα γονατίζω και λατρεύω τον εαυτό μου. Δεν κοιμάμαι ποτέ, γιατί είμαι ο χρόνος, η θάλασσα και ο εαυτός μου…. Τρώγω ανθρώπινα σώματα για τροφή, πίνω το αίμα τους να καταπνίξω την δίψα μου και χρησιμοποιώ τις τελευταίες πνοές τους για να τραβήξω την ανάσα μου. Αν και απατάς τον εαυτό σου, είσαι αδελφός μου και ζεις όπως εγώ. Φύγε… Υποκριτή! Σύρσου πίσω στη γη και συνέχισε να λατρεύεις τον εαυτό σου ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς!».
Έφυγα τρεκλίζοντας από τη βραχώδη και σπηλαιώδη κοιλάδα με ναρκωτική αμηχανία, και μετά βίας πίστευα τι άκουσαν τα αυτιά μου και τι είδαν τα μάτια μου! Συλλογιζόμουν με θλίψη μερικές από τις αλήθειες που είπε, και περιπλανήθηκα στα χωράφια όλη εκείνη τη νύχτα με μελαγχολικό διαλογισμό.
Βρήκα μία τσάπα και είπα μέσα μου: «Σκάψε βαθιά τους τάφους… Πήγαινε τώρα, και όπου βρίσκεις ένα από τους ζωντανούς νεκρούς, θάψε τον στη γη».
Από εκείνη τη μέρα σκάβω τάφους και θάβω ζωντανούς νεκρούς. Αλλά οι νεκροί είναι πολλοί και είμαι μόνος. Δεν έχω κανέναν να με βοηθήσει…
Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».
Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να ‘ναι τόσο χαρωπό».
Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν’ αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».
Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ’ όπου είχα έρθει.
Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ’ αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».
Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να ‘ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».
Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.
Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».
Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή ‘ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ’ όσα λέει».
Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.
Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».
Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ’ αλλουνού του κόσμου.
ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ
Τρεις άνθρωποι συναντήθηκαν στο τραπέζι ενός καπηλειού. Ένας υφαντής, ένας ξυλουργός, κι ο τρίτος σκαφτιάς.
Είπε ο υφαντής: «Πούλησα σήμερα ένα λεπτοϋφασμένο λινό για σάβανο, δύο φλουριά χρυσά. Ας πιούμε κρασί όσο μας κάνει κέφι».
«Κι εγώ», είπ’ ο ξυλουργός, «πούλησα την καλύτερή μου κάσα. Ας φάμε κι ένα μεγαλόπρεπο ψητό, πίνοντας το κρασί μας».
«Εγώ έσκαψα έναν τάφο μόνο», είπε ο σκαφτιάς, «μα τ’ αφεντικό μου με διπλοπλέρωσε. Ας πάρουμε και γλυκά μελωμένα».
Κι ολοβραδίς το καπηλειό δούλευε μία χαρά γιατί συχνοπαράγγελναν, πότε κρασί, πότε κρέας, πότε γλυκά. Κι ήταν γεμάτοι κέφι. Κι ο κάπελας, τρίβοντας τα χέρια του, ήταν όλο χαμόγελα με τη γυναίκα του, μιας κι η πελατεία ξόδευε αλογάριαστα.
Όταν έφυγαν, το φεγγάρι βρισκόταν ψηλά κ εκείνη ροβόλησαν, με τραγούδια και φωνές, αντάμα. Ο κάπελας κι η γυναίκα του στάθηκαν στην ξώπορτα της ταβέρνας και τους κοίταζαν, όπως μάκραιναν.
«Α!», έκανε η γυναίκα, «τι κύριοι! Ανοιχτοχέρηδες κι ανοιχτόκαρδοι! Να ‘ταν να μας έφερναν, καθημερινά, τέτοια καλοτυχία! Τότες ο γιος μας δεν θα ‘χε ανάγκη να γενεί ταβερνιάρης και να σκληροδουλεύει. Θα μπορούσαμε να τον μορφώσουμε, και θα μπόραγε παπάς, να γίνει»…
Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».
Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».
Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».
Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα ‘ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».
Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».
Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».
Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».
Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.
Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.
Η ΑΛΕΠΟΥ
Κάποια αλεπού: «Θα φάμε μια καμήλα»,
θωρώντας πρωί τη σκιά της, της εμίλα.
Όμως του κάκου κύλησε το πρωί
χωρίς καμήλες -που έψαχνε- να βρει.
Το μεσημέρι πια, σαν είδε τη σκιά της πάλι,
δεν την ηύρε…έτσι μεγάλη
και «βάζοντας την μάχαιρα στη θήκη»…
«Για γεύμα μου», είπε, «αρκεί κι ένα ποντίκι».
Ο ΣΟΦΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Κάποτε βασίλευε, στην μακρινή πόλη του Βίρανι, ένας βασιλιάς που ήταν σοφός και δυνατός συνάμα. Και, για τη δύναμή του τον σκιάζονταν, μα για τη σοφία του τον αγαπούσαν.
Λοιπόν, στην καρδιά της πόλης υπήρχε ένα πηγάδι, που το νερό του ήταν δροσερό και κρυσταλλένιο, κι από αυτό έπιναν όλοι οι κάτοικοι, ακόμα και ο ρήγας κι αυλικοί. Γιατί άλλο από αυτό δεν υπήρχε.
Μια νύχτα που κοιμόταν ολάκαιρη η πόλη, μια μάγισσα τρύπωσε μέσα κι έχυσε εφτά σταγόνες, από παράξενο υγρό, στο πηγάδι και είπε: «Από αυτή την ώρα όποιος από το νερό τούτο πίνει, τρελός θα γίνεται».
Τ’ άλλο πρωινό, όλοι οι κάτοικοι, μ’ εξαίρεση τον ρήγα και τον αυλάρχη του, ήπιαν από το πηγάδι και γίνηκαν τρελοί, ακριβώς σαν που ‘χε προλαλήσει η μάγισσα. Κι όλη τη μέρα εκείνη ο λαός, στα στενορύμια και στις πλατιές αγορές, δεν έκανε κι άλλο πράγμα παρά να σιγοψιθυρίζει -ένας στον άλλο-: «Ο ρήγας είναι τρελός. Ο ρήγας μας κι ο αυλάρχης του χάσαν τα λογικά τους. Σίγουρα δεν μπορούμε να κυβερνιόμαστε από τρελό βασιλιά. Πρέπει να τον ξεθρονίσουμε».
Το ίδιο απόγευμα ο ρήγας διέταξε να γεμίσουν ένα χρυσό κύπελο από το πηγάδι. Κι όταν έφεραν σ’ αυτόν το νερό, ήπιε χορταστικά και το έδωσε και στον αυλάρχη του, να πιει κι εκείνος.
Τότε στην πόλη εκείνη του Βιράνι,
εγίνηκε χαρά πολύ μεγάλη.
Γιατί, ρήγας κι αυλάρχης μάνι μάνι,
τα λογικά τους βρήκανε και πάλι…
ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ
Στην πόλη που γεννήθηκα, μάνα και κόρη ζούσαν, που στον ύπνο τους πότε -πότε νυχτοπερπατούσαν. Μια νύχτα που ησυχία γλυκιά πλάνευε όλη την πλάση, κόρη και μάνα, υπνοβατώντας, ήρθαν κι οι δύο κάτου και, στην ομίχλη που τον κήπο γύρω είχε σκεπάσει, αντάμωσαν στον ύπνο, ως λεν τ’ αδέρφι του θανάτου.
Μίλησ’ η μάνα: «Ω! Πιο φρικτός εχθρός μου, στους ανθρώπους. Εσύ ‘σαι που κατάστρεψες τη θαλλερή μου νιότη. Τ’ ανθί της ζωής σου λίπανες με τους δικούς μου κόπους. Αν άνθρωπο εγώ σκότωνα, εσύ θα ‘σουν η πρώτη».
Κι η κόρη: «Ω μισητή γυναίκα, γριά ξεκουτιασμένη, ο εγωϊσμός σου, εμπόδιο μου, για κάθ’ ελευθερία! Που θέλεις την ζωή μου ηχώ σου -ζωή, συ, μαραμένη. Αν ήτανε να πέθαινες, να λήξει αυτή η ιστορία».
Κείνη την ώρα ξύπνησαν, λάλησε το κοκόρι.
Κι μάνα αγκάλιασε την κόρη και της λέει γλυκά:
«Εσύ είσαι αγαπούλα μου;». Και μ’ όμοια γλύκα η κόρη:
«Ναι, εγώ, χρυσή μανούλα μου», και πάνε αγκαλιαστά.
ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
Κάποτε είπα σ’ ένα σκιάχτρο που έδιωχνε πουλιά: «Στο έρμο χωράφι, θα σε τρώει, κούραση και μαράζι».
Και μου ‘πε: «Τρόμο να σκορπάς είναι χαρά βαθιά, που μοναξιά κι ορθοστασιά ποτές δεν με κουράζει».
Με λίγη σκέψη, ξαναλέω: «Αλήθεια είν’ όλα αυτά. Την έχω γνωρίσει τη χαράν αυτή, κάποτε, εντός μου…».
«Ναι, μ’ άχυρο όσοι γεμιστούν», το σκιάχτρο μού απαντά, «μπορούν να πουν πως γνώρισαν τέτοιες χαρές του κόσμου».
Τότε έφυγα χωρίς να ξέρω εγώ καλά καλά, αν προσβολή μου ή έπαινος, οι λόγοι ήταν εκείνοι. Και, χρόνος πέρασε, ένας, τότε με γοργά φτερά σαν μου ‘ρθαν νέα: Φιλόσοφος, το σκιάχτρο, ότ’ είχε γίνει.
Κι έτυχε πάλι να περάσω εκείθε, μια φορά, κι ήταν το σκιάχτρο -π’ άλλοτες έδιωχνε τα πουλάκια- μα το κεφάλι του είχε γίνει φύλλα και φτερά, και κάτω απ’ το καπέλο του φώλιαζαν δυο κοράκια.
ΤΟ ΜΑΤΙ
Είπε το Μάτι κάποια μέρα:
«Σ’ ομίχλης γαλαζένια αχνάδα
μέσ’ από τις κοιλάδες, πέρα,
θωρώ βουνό. Δείτε ομορφάδα!».

Στ’ Αυτιού τ’ αφούγκρασμα, «κενό»…
Κι αυτό, συμπέρασμα άλλο, βγάνει:
«Μα τι μας λες; Για ποιό βουνό;
Ήχος βουνού σε με δεν φτάνει».

Κι ύστερα μίλησε το Χέρι:
«Να πιάσω ή και ν’ αγγίξω κάτι
μάταια, γυρίζω τόσα μέρη.
Που, το βουνό, που λέει το Μάτι!».

Κι η Μύτη -αφού ‘κανε εισπνοές-
κανοναρχάει και κείνη το «ίσο»:
«Βουνό! Μα που ‘ναι οι μυρουδιές
απ’ τ’ αγεράκι το βουνίσιο;».

Στράφηκε κάπου αλλού το Μάτι,
και να το «κουβεντιάζουν» όλα
πιάσαν. Καθένα λέει και κάτι
σαν την πιο τέλεια…κουτσομπόλα.
Κι είπανε: «Θα ‘χει παραισθήσεις».
Κι αντίς δικά τους να βρουν λάθη,
βγήκε από αυτά η -εύκολη- λύσις:
«Το Μάτι κάτι θα χει πάθει».
ΕΝΑ ΧΟΡΤΑΡΑΚΙ ΕΙΠΕ
«Γιατί με τόσο θόρυβο πέφτεις στο χώμα χάμου!»,
στο φθινοπωρινό το φύλλο, λέει το χορταράκι,
«Τα χειμωνιάτικα σκορπίζεις όλα τα όνειρά μου»
Το φύλλο, μ’ αγανάκτηση του κράζει σε λιγάκι:
«Πλάσμα χαμηλογέννητο -που χαμηλά θα μείνει!
Άμουσο, πράγμα, δύστροπο. Δεν έχεις ζήσει στα ύψη…
Πως θα μπορέσει η κρίση σου τραγούδισμα να κρίνει;
Λοιπόν, τ’ ανάερο θρόισμα, χλευάζεις, δίχως τύψη».

Κι απέ, το φθινοπωρινό φύλλο, στη γη ‘χε πέσει.
Και εκείνη για να το κοιμίσει του ‘χε στρώσει στρώμα,
και σαν ξανάρθε η άνοιξη, ξυπνά στην ίδια θέση:
Σαν χορταράκι, που δειλά ξεπρόβαλε στο χώμα.
Κι όταν ξανάρθε χινοπώρι, στου ύπνου του τα βύθη,
καθώς τα φύλλα -ανάερο χνώτο- γύρουθε σκορπίζει
το χορταράκι, πρώτον ύπνο, μόλις που εκοιμήθη,
πριν το βαθύ της χειμωνιάς, το μούρμουρό του αρχίζει.
Σαν τη χρονιά την περασμένη, που στον ύπνο του εμίλα:
«Αχ, κάνουν τόσο θόρυβο, στο χώμα ως πέφτουν χάμου,
τα φθινοπωρινά τα φύλλα, αχ Θεέ μου, αυτά τα φύλλα.
Τα χειμωνιάτικα σκορπίζουν όλα τα όνειρά μου».

Ο ΤΡΕΛΟΣ
Με ρωτάς πως γίνηκα τρελός. Να το πως: Μια μέρα, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί, ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πως όλες μου οι μάσκες είχαν κλεφτεί -κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και που είχα φθείρει μες σ’ εφτά ζωές. Τότες έτρεξ’ αμασκοφόρετος μες’ από τους ανθρωπόβριθους δρόμους κραυγάζοντας: «Κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες!».
Άντρες, γυναίκες με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους, σκαγμένοι από μένα. Κι όταν έφτασα στην αγορά, ένας νιος σκαρφαλωμένος σε μία στέγη φώναξε: «Είναι τρελός».
Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρίσω. Ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο κι η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο, και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα. Και σάμπως σε έκσταση, φώναξα: «Ευλογημένοι, ευλογημένοι οι κλέφτες που ‘κλεψαν τις μάσκες μου». Έτσι γίνηκα τρελός.
Και βρήκα και τα δυο τους: Λεφτεριά και σιγουριά, μέσα στην τρέλα μου.
Τη λεφτεριά της μοναξιάς, τη σιγουριά της ακαταληψίας, γιατί όποιοι μας καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.
Μα, ας μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου. Ακόμη κι ένας κλέφτης φυλακωμένος, είναι ασφαλισμένος από έναν άλλο κλέφτη.
ΠΟΛΕΜΟΣ
Μια νυχτιά γινόταν συμπόσιο στο παλάτι κι ήρθε κάποιος και ρίχτηκε γονατιστός μπρος στα πόδια του πρίγκιπα, κι όλοι οι συμποσιαστές τον κοίταζαν. Κι είδαν βγαλμένο το ένα του μάτι κι από την άδεια κόγχη έτρεχε αίμα.
Κι ο πρίγκηπας τον ρώτησε: «Τί σου συνέβει;».
Κι αποκρίθηκε ο άνθρωπος: «Αχ, πρίγκιπά μου, είμαι κλέφτης -επαγγελματίας- κι απόψε τη νύχτα, επειδή δεν είχε φεγγαρόφωτο, καθώς πήγα να κλέψω το μαγαζί του σαράφη κι όπως πήδηξα από ένα παράθυρο, από λάθος μου, έπεσα στο μαγαζί του υφαντή, και μέσα στο σκοτάδι χτυπώντας πάνω στον αργαλειό του, έβγαλα το μάτι μου. Και τώρα, ω πρίγκιπά μου, ζητώ δικαιοσύνη για το κακό που ο υφαντής έκανε σε μένα».
Τότε ο πρίγκιπας έστειλε και φέραν τον υφαντή και διέταξε να του βγάλουν το ένα μάτι.
«Ω πρίγκιπά μου», είπε ο υφαντής, «δίκαιη η προσταγή σου. Σωστό να μου βγάλουν το ένα μου μάτι. Όμως αλίμονο, μου είναι απαραίτητα και τα δύο μάτια για να μπορώ να βλέπω και τις δύο όψεις του πανιού που υφαίνω. Μα έχω έναν γείτονα, μπαλωματή, που έχει και αυτός δύο μάτια, και που -δύο- δεν είναι απαραίτητα στο επάγγελμά του».
Τότε ο πρίγκηπας έστειλε, για τον μπαλωματή. Κι αυτός ήρθε. Και έβγαλαν το ένα από του μπαλωματή τα μάτια.
Κι η δικαιοσύνη αποδόθηκε.
Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ’ έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.
Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ’ αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ’ έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».
Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να ‘σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».
Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».
Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».
Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ’ αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».
Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».
Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».
Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».
Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ’ όλα τα λουλούδια του κήπου.
Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.
Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».
Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».
Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».
Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.
Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».
Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ’ αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν’ ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ’ έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».
Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ’ αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».
Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».
Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ’ ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.
Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΟΥ
Ήταν αυτή η μέρα του χρόνου που η μητέρα μου μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο, Αυτή τη μέρα, πριν ένα τέταρτο του αιώνα, η μεγάλη σιωπή μ’ έβαλε στην αγκαλιά της ύπαρξης, γεμάτης θρήνους, δάκρυα και συγκρούσεις.
Είκοσι πέντε φορές γύρισα γύρω από τον φλογερό ήλιο, και περισσότερες φορές το φεγγάρι περικύκλωσε τη μικρότητά μου. Κι όμως, δεν έμαθα τα μυστικά του φωτός, ούτε καταλαβαίνω το μυστήριο του σκοταδιού.
Ταξίδεψα αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια με τη γη, τον ήλιο και τους πλανήτες, μέσα στο Υπέρτατο Άπειρο. Κι όμως η ψυχή μου λαχταρά για κατανόηση του Αιώνιου Νόμου, όπως η κούφια σπηλιά αντιλαλεί τον ήχο των κυμάτων της θάλασσας, αλλά ποτέ δεν γεμίζει.
Η ζωή υπάρχει με την ύπαρξη του ουράνιου συστήματος, αλλά δεν αντιλαμβάνεται την απεριόριστη δύναμη του στερεώματος. Και η ψυχή τραγουδά τον αίνο της άμπωτης και της παλίρροιας, μιας ουράνιας μελωδίας, αλλά δεν πιάνει το νόημά της.
Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, το χέρι του Χρόνου κατέγραψε την ύπαρξή μου, και είμαι ζωντανή σελίδα στο βιβλίο του Σύμπαντος. Και όμως, είμαι τώρα ένα τίποτε. Μόνο μία αόριστη λέξη με νόημα σύνταξης, που κάποτε συμβολίζει τίποτε και κάποτε πολλά πράγματα.
Διαλογισμοί και αναμνήσεις, αυτή τη μέρα κάθε χρόνο, γεμίζουν την ψυχή μου και σταματούν την πορεία της ζωής. Φανερώνοντας σε μένα τα φαντάσματα σπαταλημένων νυχτών και παρασέρνοντάς τα, όπως ο μεγάλος άνεμος σκορπίζει το λεπτό σύννεφο από τον ορίζοντα. Και χάνονται στη σκοτεινή γωνιά της καλύβας μου, όπως το μουρμουρητό του στενού ρυακιού πρέπει να χαθεί στη μακρινή και πλατιά κοιλάδα.
Αυτή τη μέρα κάθε χρόνο, τα πνεύματα που έπλασαν την ψυχή μου, μ’ επισκέπτονται απ’ όλη την αιωνιότητα και μαζεύονται γύρω μου, ψάλλοντας τους λυπηρούς ύμνους των αναμνήσεων. Αλλά υποχωρούν γρήγορα και εξαφανίζονται πίσω από τα ορατά αντικείμενα, σαν κοπάδι πουλιά που πέφτουν σ’ ένα έρημο αλώνι οπού δεν βρίσκουν σπόρους. Πετούν γύρω με απογοήτευση και φεύγουν γρήγορα για καλύτερο μέρος.
Αυτή τη μέρα συλλογίζομαι το παρελθόν, που ο σκοπός του με προβληματίζει στο νου και με συγχύζει στην καρδιά, και το κοιτάζω όπως κοιτάζω μέσα στο θαμπό καθρέπτη οπού βλέπω μόνο θανατερές όψεις πάνω στα περασμένα χρόνια. Καθώς κοιτάζω ξανά, βλέπω τον εαυτό μου να κοιτάζει το λυπηρό εαυτό μου, και ρωτώ τη Λύπη, αλλά τη βρίσκω μουγκή. Η Λύπη, αν μπορούσε να μιλήσει, θα ήταν γλυκύτερη από τη Χαρά του τραγουδιού.
Στα είκοσι πέντε χρόνια της ζωής μου αγάπησα πολλά πράγματα, και συχνά αγάπησα εκείνο που οι άνθρωποι μισούσαν, και σιχαινόμουν εκείνο που οι άνθρωποι αγαπούσαν. Κι εκείνο που αγαπούσα όταν ήμουν παιδί, το αγαπώ ακόμη, και θα συνεχίσω να το αγαπώ για πάντα. Η δύναμη ν’ αγαπάς είναι το μεγαλύτερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, γιατί δεν μπορεί να παρθεί ποτέ από τον ευλογημένο που αγαπά.
Αγαπώ τον θάνατο και του δίνω γλυκά ονόματα και τον παινεύω με στοργικά λόγια μυστικά και στα πλήθη υβριστικών ακροατών. Αν και δεν απαρνήθηκα τη μεγάλη μου πίστη στον θάνατο, ερωτεύτηκα επίσης βαθιά τη Ζωή, γιατί η ζωή και ο θάνατος είναι ίσοι σε μένα σε γοητεία, γλύκα κι έλξη, κι ένωσαν τα χέρια τους για να καλλιεργήσουν μέσα μου τις λαχτάρες μου και στοργές μου, και για να μοιραστούν μαζί μου τη δυστυχία μου.
Αγαπώ την ελευθερία, και η αγάπη μου για την αληθινή Ελευθερία μεγάλωσε μαζί με τις αυξανόμενες γνώσεις μου για την παράδοση των ανθρώπων στη σκλαβιά, την καταπίεση και την τυραννία. Και για την υποταγή τους στα φρικτά είδωλα που στήθηκαν από τις περασμένες εποχές και γυαλίστηκαν από τα καμμένα χείλη των σκλάβων.
Γιατί αγαπώ εκείνους τους σκλάβους με την αγάπη μου για Ελευθερία, γιατί φίλησαν τυφλά τα σαγόνια άγριων θηρίων με ήρεμη και μακάρια άγνοια, χωρίς να αισθανθούν το φαρμάκι χαμογελαστών οχιών και χωρίς να ξέρουν ότι έσκαψαν τον τάφο τους με τα δάχτυλά τους.
Η αγάπη μου για λευτεριά είναι η μεγαλύτερη αγάπη μου, γιατί βρήκα πως είναι μία όμορφη κόρη, αδυνατισμένη από τη μοναξιά και μαραμένη από την ερημιά, ωσπού έγινε σαν φάντασμα που πλανιέται ανάμεσα στα σπίτια αγνώριστη και ανεπιθύμητη. Σταματώντας στην άκρη των δρόμων και καλώντας τους οδοιπόρους που δεν έδιναν προσοχή.
Αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια, αγάπησα την ευτυχία όπως όλοι οι άνθρωποι αγαπούν την ευτυχία. Ήμουν σε συνεχή αναζήτηση αυτής, αλλά δεν την βρήκα στον δρόμο του ανθρώπου. Ούτε παρατήρησα τ’ αποτυπώματα των βημάτων της πάνω στην άμμο μπροστά στα παλάτια του ανθρώπου. Ούτε άκουσα την ηχώ της φωνής της, από τα παραθύρια των ναών του ανθρώπου.
Αναζήτησα την ευτυχία στη μοναξιά μου και καθώς πλησίαζα σ’ αυτή, άκουσα την ψυχή μου να ψιθυρίζει στην Καρδιά μου, λέγοντας: «Η ευτυχία που ζητάς είναι μία παρθένα, που γεννήθηκε και ανατράφηκε στα βάθη της καρδιάς και δεν ξεπροβάλλει από τον τόπο της γέννησής της». Κι όταν άνοιξα την καρδιά μου για να τη βρω, ανακάλυψα στη θέση της μόνο τον καθρέφτη της, την κούνια της και το φόρεμά της, αλλά η ευτυχία δεν ήταν εκεί.
Αγαπώ τους ανθρώπους και αγαπώ εξίσου και τα τρία ανθρώπινα είδη… Εκείνον που βλαστημά τη ζωή, εκείνον που την ευλογεί, κι εκείνον που στοχάζεται γι’ αυτήν. Αγαπώ τον πρώτο για την δυστυχία του, τον δεύτερο για την γενναιοδωρία του και τον τρίτο για την αντίληψή του και την γαλήνη του.
Έτσι με την αγάπη, είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν στην ανυπαρξία, κι έτσι γρήγορα έτρεξαν οι μέρες και οι νύχτες, πέφτοντας από τον δρόμο της ζωής μου και φτερουγίζοντας μακριά σαν τα ετοιμοθάνατα φύλλα των δέντρων, μπροστά στους ανέμους του φθινόπωρου.
Σήμερα, σταμάτησα στον δρόμο μου σαν τον κουρασμένο ταξιδιώτη που δεν έφτασε στον προορισμό του, αλλά ζητεί να εξακριβώσει τη θέση του. Κοιτάζω προς κάθε κατεύθυνση, αλλά δεν βρίσκω ίχνος του παρελθόντος μου όπου θα μπορούσα να δείξω και να πω: «Αυτό, είναι δικό μου!».
Ούτε μπορώ να δρέψω καρπούς από τις εποχές των χρόνων μου, γιατί οι αποθήκες μου έχουν μόνο αυτές τις περγαμηνές πάνω στις οποίες γράφει το μελάνι, κι αυτές τις ζωγραφιές πάνω στις οποίες εμφανίζονται απλές γραμμές και χρώματα. Μ’ αυτά τα χαρτιά και αυτές τις εικόνες, κατόρθωσα μόνο να τυλίξω και να θάψω την αγάπη μου, τις σκέψεις μου και τα όνειρά μου, όπως ο σπορέας θάβει τους σπόρους στην καρδιά της γης.
Αλλά όταν ο σπορέας σπέρνει τους σπόρους στην καρδιά της γης, γυρίζει σπίτι του το βράδυ, ελπίζοντας και περιμένοντας τη μέρα του θερισμού. Αλλά εγώ έσπειρα τους εσωτερικούς σπόρους της καρδιάς μου στην απελπισία, και η ελπίδα καθώς και η αναμονή, είναι μάταιες.
Και τώρα, εφ’ όσον έκανα τα είκοσι πέντε ταξίδια μου γύρω από τον ήλιο, κοιτάζω το παρελθόν πίσω από το βαθύ πέπλο των αναστεναγμών και θλίψεων, και το σιωπηλό μέλλον φωτίζεται για μένα μόνο από την άθλια λάμπα του παρελθόντος.
Κοιτάζω το σύμπαν από το φεγγίτη της καλύβας μου, και βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και ακούω τις φωνές τους ν’ ανεβαίνουν στο διάστημα και ακούω τα βήματά τους να πέφτουν στις πέτρες. Και διακρίνω τις αποκαλύψεις του πνεύματός τους, τις δονήσεις των επιθυμιών τους και τους παλμούς της καρδιάς τους.
Και βλέπω τα παιδιά να τρέχουν, να γελούν, να παίζουν και να κλαίνε. Και παρατηρώ τους νεαρούς να βαδίζουν με το κεφάλι τους σηκωμένο ψηλά, σαν να διαβάζουν και να τραγουδούν την Κασήντα της Νιότης ανάμεσα στις άκρες των ματιών τους, των πλαισιωμένων με τις αστραφτερές ακτίνες του ηλίου.
Και βλέπω τις κοπέλες, που βαδίζουν χαριτωμένα και κουνιούνται σαν τρυφερά κλαδιά, και χαμογελούν σαν λουλούδια, και κοιτάζουν τους νεαρούς πίσω από τα τρεμουλιαστά μάτια της αγάπης.
Και βλέπω τους μεγάλους να βαδίζουν με σκυμμένη πλάτη, ακουμπώντας πάνω στο μπαστούνι τους, κοιτάζοντας τη γη σαν ν’ αναζητούν εκεί έναν θησαυρό που χάθηκε στα νιάτα τους. Παρατηρώ αυτές τις εικόνες, και τα φαντάσματα να κινούνται και να σέρνονται στα μονοπάτια και τους δρόμους της πόλης.
Ύστερα κοιτάζω πέρα από την πόλη και συλλογίζομαι την ερημιά, τη σεβαστή ομορφιά της και την ομιλούσα σιωπή της. Τους λοφίσκους της, τις κοιλάδες της και τα ψηλά δέντρα. Τα ευωδιαστά λουλούδια της, τα ζωηρά ρυάκια της και τα πουλιά που κελαηδούν.
Έπειτα κοιτάζω πέρα από τον ωκεανό και βλέπω τον απέραντο ουρανό με τ’ αστραφτερά του άστρα. Τους ήλιους, τα φεγγάρια του και τους πλανήτες του. Τις γιγάντιες δυνάμεις του και τα μυριάδες στοιχεία του να συμμορφώνονται αλάνθαστα μ’ έναν μεγάλο νόμο, που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.
Αυτά σκέπτομαι μέσα στους τοίχους μου, ξεχνώντας τα είκοσι πέντε χρόνια μου κι όλα τα χρόνια που ‘ρθαν πριν από αυτά και όλους τους μελλοντικούς αιώνες.
Αυτή τη στιγμή η δική μου ύπαρξη κι όλα γύρω μου, φαίνονται σαν τον αδύνατο αναστεναγμό ενός μικρού παιδιού, που τρέμει στη βαθιά και αιώνια κενότητα ενός υπέρτατου και απεριόριστου χρόνου.
Αλλά αυτή η ασήμαντη οντότητα…αυτός ο εαυτός που είμαι εγώ, και του οποίου την κίνηση και βοή ακούω συνεχώς, τώρα σηκώνει δυναμωμένες φτερούγες προς το πλατύ στερέωμα, απλώνοντας χέρια προς όλες τις κατευθύνσεις, ταλαντευόμενος και τρέμοντας αυτή τη μέρα που μ’ έφερε στη ζωή, κι έφερε ζωή μέσα μου. Και τότε μία δυνατή φωνή υψώνεται από τα Άγια των Αγίων μέσα μου, λέγοντας:
«Ειρήνη σε σένα, Ζωή! Ειρήνη σε σένα Ξύπνημα! Ειρήνη σε σένα Αποκάλυψη!
Ειρήνη σε σένα, Ημέρα, που καταβροχθίζεις το σκοτάδι της γης με το λαμπερό φως σου!
Ειρήνη σε σένα Νύχτα, που μέσα στο σκοτάδι σου λάμπουν τα φώτα τ’ ουρανού!
Ειρήνη σε σας, Εποχές του Έτους!
Ειρήνη σε σένα, Άνοιξη, που φέρνεις τη νιότη στη γη ξανά!
Ειρήνη σε σένα, Καλοκαίρι, που αναγγέλεις τη δόξα του ήλιου!
Ειρήνη σε σένα, Φθινόπωρο, που δίνεις με χαρά τους καρπούς του μόχθου και τη σοδειά του κόπου!
Ειρήνη σε σένα, Χειμώνα, που η μανία σου και η καταιγίδα σου, φέρνουν ξανά στη φύση την υπνωτική δύναμή της!

Ειρήνη σε σας, Χρόνια, που φανερώνετε ό,τι κρύβουν τα χρόνια!
Ειρήνη σε σας, Αιώνες, που χτίζετε ό,τι κατέστρεψαν οι αιώνες.
Ειρήνη σε σένα, Χρόνε, που μας οδηγείς στην πληρότητα του Θανάτου!
Ειρήνη σε σένα, Καρδιά, που πάλλεις ήσυχα ενώ κολυμπάς στα δάκρυα!
Ειρήνη σε σας, Χείλη, που λέτε χαρούμενα λόγια του σαλλαάμ, ενώ γεύεστε τη χολή και το ξύδι της ζωής!
Ειρήνη σε σένα, Ψυχή, που κατευθύνεις το τιμόνι της ζωής και του θανάτου, όταν κρύβεται από μας, πίσω απ’ το παραπέτασμα του ήλιου!».

ΟΙ ΕΦΤΑ ΕΑΥΤΟΙ
Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος, οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβεντιάζαν:
Πρώτος εαυτός: «Eδώ, σ’ αυτόν τον τρελόν μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά να ανανεώνω τον πόνο του τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του τη νύχτα. Δεν αντέxω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα».
Δεύτερος εαυτός: «Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από την δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό είναι να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου. Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του. Εγώ θά ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην αποσταμένη μου ύπαρξη».
Τρίτος εαυτός: «Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ είμαι ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του -που θα’ πρεπε σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτον».
Τέταρτος εαυτός: «Εγώ ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δεν μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή. Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός, ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης, να μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτον».
Πέμπτος εαυτός: «Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων -κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα. Εγώ θα ‘πρεπε κι όχι εσείς, να επαναστατήσω».
Έκτος εαυτός: «Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές· εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτον».
Έβδομος εαυτός: «Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμία. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής. Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;».
Όταν ο έβδομος εαυτός, μίλησε έτσι, οι άλλοι έξι εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια -και καθώς η νύχτα πύκνωνε-, ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μία χαρούμενη εγκαρτέρηση.
Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας. Σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, όλα.
ΑΓΑΠΗ
Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, μ’ όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μ’ όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν τον βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί, όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Η αγάπη δεν δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της, και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Και μην πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία. Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΛΥΠΗ
Όταν είσαι χαρούμενος, κοίταξε βαθιά μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι μονάχα εκείνο που σου έχει δώσει λύπη είναι εκείνο που σου δίνει τη χαρά. Όταν είσαι λυπημένος, κοίταξε ξανά μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι πραγματικά κλαις για εκείνο που υπήρξε η χαρά σου. Τα δύο αυτά είναι αχώριστα. Έρχονται πάντα μαζί, κι όταν το ένα κάθεται μόνο του δίπλα σου στο τραπέζι, θυμήσου, ότι το άλλο κοιμάται στο κρεβάτι σου.
ΦΙΛΙΑ
Είναι ο φίλος σας κάτι που θα ‘πρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε; Καλύτερα να γυρεύετε τον φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί το έργο του φίλου, είναι να εκπληρώνει τις ανάγκες σας, όχι να γεμίσει το κενό σας.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Αν θέλετε πραγματικά ν’ αντικρύσετε την ψυχή του θανάτου, ανοίξτε την καρδιά σας ολάκερη στο σώμα της ζωής. Στο βάθος των ελπίδων και των πόθων σας, υπάρχει η σιωπηλή γνώση για το υπερπέραν. Να εμπιστεύεστε τα όνειρα, γιατί σ’ αυτά είναι κρυμμένη η πύλη προς την αιωνιότητα. Γιατί, τι άλλο είναι ο θάνατος εκτός από το να σταθείς γυμνός μέσα στον άνεμο και να λιώσεις μέσα στον ήλιο; Μονάχα όταν πιείτε από το ποτάμι της σιωπής, θα μπορέσετε να πραγματικά να τραγουδήσετε. Και όταν η γη γυρέψει τα μέλη σας, τότε μόνο θα χορέψετε πραγματικά.
ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Δεν είναι η θρησκεία όλες οι πράξεις και όλες οι σκέψεις, και αυτό που δεν είναι ούτε ούτε πράξη ούτε σκέψη, αλλά μία απορία και μία έκπληξη, που αναβλύζει πάντοτε μέσα στην ψυχή, ακόμα και όταν τα χέρια σμιλεύουν την πέτρα ή δουλεύουν τον αργαλειό;
Ποιός μπορεί να χωρίσει την πίστη του από τις πράξεις του, ή τις πεποιθήσεις του από τις ασχολίες του;
Η καθημερινή σας ζωή, είναι ο ναός σας και η θρησκεία σας. Όταν μπαίνετε σ΄αυτήν, πάρτε μαζί σας όλο τον εαυτό σας. Κι αν θέλετε να γνωρίσετε τον Θεό, μην ενεργείτε σαν να προσπαθείτε να λύσετε αινίγματα. Καλύτερα κοιτάξτε γύρω σας και θα δείτε τον Θεό να παίζει με τα παιδιά σας. Κοιτάξτε και στο διάστημα. Θα δείτε τον Θεό να περπατάει μέσα στο σύννεφο, ν’ απλώνει τα χέρια του με την αστραπή και να κατεβαίνει με την βροχή.
ΔΟΣΙΜΟ
Όλα όσα έχεις, κάποια μέρα θα δοθούν. Γι’ αυτό δώσε τώρα, ώστε ο καιρός της προσφοράς να είναι δικός σου, κι όχι των κληρονόμων σου.
Πολλές φορές λες: «Θα ήθελα να δώσω, αλλά μόνο σ’ αυτούς που αξίζουν».
Τα δέντρα του περιβολιού σου δεν μιλούν έτσι, ούτε τα κοπάδια στο λιβάδι σου.
Και ποιός είσαι εσύ που θα ‘πρεπε οι άνθρωποι να ανοίξουν το στήθος τους και να ξεσκεπάσουν την περηφάνια τους, για να μπορείς να δεις την αξία τους γυμνή και την περηφάνια τους αντρόπιαστη;
Δες εσύ πρώτα αν εσύ ο ίδιος είσαι άξιος να γίνεις δότης, και όργανο δοσίματος. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι η ζωή που δίνει στη ζωή -ενώ εσύ, που ονομάζεις τον εαυτό σου δότη, δεν είσαι παρά ένας μάρτυρας.
Και σεις αποδέκτες -και είστε όλοι σας αποδέκτες- μη δέχεστε φορτίο ευγνωμοσύνης, για να μη βάλετε δεσμά πάνω στον εαυτό σας και σ’ αυτόν που δίνει.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Τι άλλο είναι η προσευχή εκτός από επέκταση του εαυτού σας στο ζωντανό αιθέρα; Κι αν σας φέρνει παρηγοριά να ξεχύνετε το σκοτάδι σας στο διάστημα, θα σας έφερνε επίσης χαρά αν ξεχύνατε στο διάστημα το γλυκοχάραμα της καρδιά σας.
Όταν προσεύχεστε, υψώνεστε και συναντάτε στον αέρα εκείνους που προσεύχονται την ίδια εκείνη ώρα και τους οποίους δεν μπορείτε να συναντήσετε, παρά μόνο στην προσευχή. Γι’ αυτό η επίσκεψη σας σ’ αυτόν τον αόρατο ναό ας μη γίνετε για άλλο σκοπό, εκτός από την έκσταση και τη γλυκιά επικοινωνία.
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ
Όπως ο άγιος και ο δίκαιος δεν μπορεί να υψωθεί πάνω πάνω από το πιο ψηλό σημείο που βρίσκεται στον καθένα από σας, έτσι και ο πονηρός κι ο αδύνατος δεν μπορούν να πέσουν πιόο χαμηλά από το χαμηλότερο σημείο που βρίσκεται πάλι μέσα στον καθένα σας. Κι όπως το ένα μόνο φύλλο δεν κιτρινίζει παρά μονάχα με τη βουβή γνώση όλου του δέντρου, έτσι και ο παραβάτης δεν μπορεί να κάνει αδίκημα χωρίς την κρυφή θέληση όλων σας.
Κι όταν κάποιος από σας πέφτει, το πέσιμό του είναι για εκείνους που ακολουθούν μία προφύλαξη ενάντια στην πέτρα οπού μπορούν να σκουντουφλήσουν. Ναι, και το πέσιμό του είναι και απ’ αυτούς που είναι μπροστά του, που μ’ όλο που είχαν πιο γρήγορο και και πιο σίγουρο βήμα, ωστόσο δεν έβγαλαν το πέτρινο εμπόδιο από το δρόμο.
Και θα πω ακόμα, παρ΄όλο που η λέξη μπορεί να είναι βαριά για την καρδιά σας: Ο δολοφονημένος δεν είναι χωρίς ευθύνη για τον θάνατό του, κι ο ληστεμένος φταίει κι ο ίδιος για το λήστεμά του. Οι δίκαιοι δεν είναι αθώοι για τις πράξεις των πονηρών, κι εκείνος με τα καθαρά χέρια δεν είναι ανεύθυνος για τις πράξεις του κακούργου. Ναι, ο ένοχος είναι πολλές φορές το θύμα το κακοποιημένου. Κι ακόμα πιο συχνά, ο καταδικασμένος είναι εκείνος που κουβαλά το φορτίο για λογαριασμό των αθώων και των ακατάκριτων.
Δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε τον δίκαιο από τον άδικο και τον καλό από τον πονηρό. Γιατί και οι δύο στέκονται μαζί μπροστά στο πρόσωπο του ήλιου καθώς η μαύρη και η άσπρη κλωστή υφαίνονται μαζί. Κι όταν η μαύρη κλωστή σπάζει, ο υφαντουργός θα προσέξει όλο το ύφασμα και θα εξετάσει επίσης και τον αργαλειό.Αν κάποιος από εσάς φέρει μπροστά στη δικαιοσύνη την άπιστη σύζυγο, θα πρέπει επίσης να ζυγίσει την καρδιά του συζύγου της στη ζυγαριά, και να μετρήσει την ψυχή του με μέτρα. Και αυτός που θα καταδίκαζε σε μαστίγωμα τον αδικητή, θα πρέπει να ερευνήσει και την ψυχή του αδικημένου.
Αν κάποιος από σας θα ήθελε να τιμωρήσει στο όνομα της δικαιοσύνης και να κατεβάσει το τσεκούρι πάνω στο κακό δέντρο, θα πρέπει να κοιτάξει και τις ρίζες του. Και τότε αληθινά θα δει ότι οι ρίζες του καλού και του κακού, του καρποφόρου και του άκαρπου, είναι τυλιγμένες όλες μαζί στη σιωπηλή καρδιά της γης.
Κι εσείς δικαστές που θέλετε να είστε δίκαιοι, τι κρίση θα βγάλετε γι’ αυτόν που αν και είναι τίμιος στα χέρια είναι όμως κλέφτης στη σκέψη;
Και ποιά ποινή θα βάζατε σ’ αυτόν που σκοτώνει την σάρκα, αλλά δολοφονείται ο ίδιος στην ψυχή;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνον που στην πράξη είναι δόλιος και καταπιεστής, αλλά που είναι κι ο ίδιος αδικημένος και εξευτελισμένος;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνους που οι τύψεις τους, είναι κιόλας πολύ μεγαλύτερες από τα αδικήματά τους;
Δεν είναι οι τύψεις η δικαιοσύνη που απονέμει ο ίδιος εκείνος νόμος που εσείς θέλετε να υπηρετείτε;
Δεν μπορείτε όμως να βάλετε τύψεις στην καρδιά του αθώου, ούτε να τις αφαιρέσετε από την καρδιά του ενόχου. Απρόσκλητος οι τύψεις θα καλούν μέσα στη νύχτα, έτσι που οι άνθρωποι να ξυπνούν και να αντικρύζουν τον εαυτό τους.
Κι εσείς που θέλετε να κατανοήσετε τη δικαιοσύνη, πως θα το μπορέσετε, παρά μόνο αν αντικρύσετε όλες τις πράξεις στο πιο δυνατό φως; Μόνο τότε θα καταλάβετε, ότι αυτοί που στέκονται όρθιοι και αυτοί που έχουν πέσει δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που στέκεται στο μισοσκόταδο, ανάμεσα στη νύχτα του πυγμαίου εαυτού του και τη μέρα του θείου εαυτού του. Και ότι ο γωνιόλιθος του ναού δεν βρίσκεται ψηλότερα από τον πιο χαμηλό λίθο στα θεμέλιά του.


Πηγή: Αποσπάσματα από τα βιβλία του Χαλίλ Γκιμπράν, «Ο τρελός» (Εκδόσεις Μπουκουμάνη 1976, μετάφραση Σταύρος Μελισσηνός), «Τα μυστικά της καρδιάς» (Εκδόσεις Βουλούκου 1985, μετάφραση Κ. Δόλκας) και «Ο προφήτης» (Εκδόσεις Μπουκουμάνη 1974, μετάφραση Ευάγγελος Γράψας).
Advertisements

Το Εγώ ως εμπόδιο στο δρόμο προς την αυτογνωσία

Υπάρχουν μόνο δύο δυσκολίες στο μονοπάτι του διαλογισμού: Η μία είναι το«εγώ». Είσαι συνεχώς προετοιμασμένος απ΄ την κοινωνία, απ΄ την οικογένεια, απ΄ το σχολείο, απ΄ την εκκλησία, απ΄ τον καθένα γύρω σου, για να είσαι εγωιστής. Ακόμα και η σύγχρονη ψυχολογία είναι βασισμένη στην ενδυνάμωση τού «εγώ».

Ολόκληρη η ιδέα τής σύγχρονης ψυχολογίας και τής σύγχρονης εκπαίδευσης είναι, ότι ο άνθρωπος αν δεν έχει πολύ δυνατό «εγώ», δεν θα είναι ικανός να αγωνιστεί στη ζωή, όπου υπάρχει πολύ μεγάλος ανταγωνισμός κι ότι αν είσαι αγνός και αληθινός άνθρωπος, ο καθένας μπορεί να σε σπρώξει στην άκρη και πάντοτε θα είσαι παραγκωνισμένος.

Χρειάζεσαι ένα ατσάλινο, ένα πολύ ισχυρό «εγώ», για να πολεμήσεις μέσα σ΄ αυτόν τον ανταγωνιστικό κόσμο. Μόνο τότε μπορείς να πετύχεις. Σ΄ οποιοδήποτε πεδίο -σπουδές, επάγγελμα, πολιτική, αθλητισμός, οικογένεια-χρειάζεσαι μία πολύ κατηγορηματική προσωπικότητα. Ολόκληρη η κοινωνία που φτιάξαμε είναι προσαρμοσμένη στο να περάσει και να εμφυτέψει στα παιδιά αυτή την κατηγορηματική προσωπικότητα.

Απ΄ τα πρώτα χρόνια τής ζωής τού παιδιού τού λέμε: «Γίνε ο πρώτος στην τάξη σου». Έτσι, όταν το παιδί είναι πρώτο στην τάξη του, όλοι το επαινούν. Αυτό που κάνεις είναι να ταΐζεις το «εγώ» του απ΄ την αρχή-αρχή. Του δίνεις συγκεκριμένες φιλοδοξίες: «Μπορείς να γίνεις σπουδαίος, πλούσιος, διάσημος,πρόεδρος της χώρας σου, μπορείς να γίνεις, πρωθυπουργός». Το ταξίδι του στη ζωή αρχίζει μ΄ αυτές τις ιδέες και καθώς πετυχαίνει τούς στόχους που του έβαλες, το «εγώ» του γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο.

Με κάθε τρόπο, το «εγώ» είναι η μεγαλύτερη αρρώστεια, που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο. Αν είσαι επιτυχημένος το «εγώ» σου γιγαντώνεται. Αυτός είναι ένας κίνδυνος, γιατί τότε -στον δρόμο προς την αυτογνωσία σου- θα πρέπει να μετακινήσεις ένα μεγάλο βράχο, που σου κλείνει το δρόμο. Ή αν έχεις μικρό«εγώ», αν δεν τα έχεις καταφέρει, αν έχεις αποδειχθεί αποτυχημένος, τότε το«εγώ» σου θα γίνει πληγή, θα σε πονάει και θα σου δημιουργήσει σύμπλεγμα κατωτερότητας -πράγμα, που επίσης θα σού επιφέρει πρόβλημα.

Στην κοιλιά τής μητέρας και κατά την εγκυμοσύνη, κάθε παιδί βρίσκεται σε βαθιά μακαριότητα. Φυσικά δεν έχει επίγνωση των γεγονότων που συμβαίνουν έξω απ΄ την κοιλιά που το προστατεύει, δεν ξέρει τίποτε γι΄ αυτά. Είναι τόσο πολύ ενωμένο με τη μακαριότητα, που δεν υπάρχει περιθώριο για να υπάρχει ο «γνώστης». Η μακαριότητα είναι η ίδια του η ύπαρξη, οπότε δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ανάμεσα στο «γνώστη» και στο γνωστό, δηλαδή ανάμεσα στον «παρατηρητή» και στο παρατηρούμενο. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο το βρέφος δεν έχει επίγνωση ούτε της μακαριότητάς του. Αποκτάς επίγνωση και γίνεσαι παρατηρητής, μόνο όταν έχεις χάσει κάτι.

Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζεις κάτι, χωρίς πρώτα να το έχεις χάσει, επειδή όταν δεν το έχεις χάσει, είσαι εντελώς ένα μαζί του. Δεν υπάρχει απόσταση. Ο«παρατηρητής» και το παρατηρούμενο είναι ένα. Ο «γνώστης» και το γνωστό είναι ένα.

Κάθε παιδί κατά την εγκυμοσύνη βρίσκεται σε μία κατάσταση βαθιάς μακαριότητας.Οι ψυχολόγοι συμφωνούν μ΄ αυτό. Έτσι όλη η θρησκευτική αναζήτηση, που θ΄ αποκτήσει το παιδί στη ζωή του ως ενήλικας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας τρόπος, για να ξαναβρεί την κοιλιά της μητέρας του, για να ξαναβρεί την χαμένη μακαριότητα. Η θρησκευτική σου αναζήτηση είναι μία προσπάθεια για να ξαναβρείς τη μακαριότητα που έχασες, απ΄ την κοιλιά τής μητέρας σου. Έτσι αυτό που ψάχνεις στην αναζήτηση για το θεό είναι ένωση, το να κάνεις αυτή την ύπαρξή σου μία ένωση με την κοιλιά.

Το κάθε παιδί κατά την εγκυμοσύνη, είναι απόλυτα συντονισμένο με την μητέρα και τον συντονισμό αυτό δεν τον χάνει ποτέ. Αν η μητέρα είναι υγιής, είναι υγιές και το παιδί. Αν η μητέρα είναι άρρωστη, είναι άρρωστο και το παιδί. Αν η μητέρα είναι λυπημένη, είναι λυπημένο και το παιδί. Αν η μητέρα είναι ευτυχισμένη, είναι ευτυχισμένο και το παιδί. Αν η μητέρα χορεύει, χορεύει και το παιδί. Αν η μητέρα κάθεται σιωπηλά, κάθεται και το παιδί. Το παιδί δεν έχει αποκτήσει ακόμα δικά του όρια. Αυτή είναι η καθαρή μακαριότητα και για να την βρει κάποιος, πρέπει πρώτα να την χάσει.

Το σοκ τής γέννησης είναι τεράστιο. Το παιδί γεννιέται και ξαφνικά πετάγεται απ΄ το κέντρο του. Ξαφνικά ξεριζώνεται απ΄ την γη, ξεριζώνεται απ΄ την κοιλιά της μητέρας του. Χάνει το λιμάνι του και δεν ξέρει πλέον ποιος είναι. Δεν υπήρχε λόγος να ξέρει, όταν ήταν ενωμένο με την μητέρα του. Δεν χρειαζόταν να το ξέρει, επειδή δεν υπήρχε διαχωρισμός. Δεν υπήρχε το «εσύ», οπότε δεν είχε ποτέ τεθεί το ζήτημα «εγώ». Η πραγματικότητα ήταν τότε αδιαχώριστη, καθαρή αντβάιτα(ένωση), καθαρή μη δυαδικότητα.

Απ΄ την στιγμή, όμως, που γεννιέται ένα παιδί, κόβεται ο ομφάλιος λώρος κι αρχίζει ν΄ αναπνέει από μόνο του. Ξαφνικά ολόκληρη η ύπαρξη γίνεται μία μοναδική αποστολή, το να γνωρίσει ποιος «είναι».Τώρα αρχίζει ν΄ αποκτά επίγνωση των ορίων του, τού σώματός του, των αναγκών του. Άλλοτε είναι ευτυχισμένο,άλλοτε δεν είναι, άλλοτε είναι ικανοποιημένο, άλλοτε δεν είναι. Μερικές φορές πεινάει και κλαίει και η μητέρα δεν είναι κοντά, μερικές φορές είναι στο στήθος τής μητέρας και απολαμβάνει την χαμένη ενότητα με την μητέρα του.

Τώρα όμως, υπάρχουν πολλές διαθέσεις και πολλά κλίματα και έχει αρχίσει και αισθάνεται τον διαχωρισμό του. Το διαζύγιο συνέβη, ο γάμος έσπασε. Ήταν απολύτως παντρεμένο με τη μητέρα του, από δω και στο εξής θα είναι για πάντα διαχωρισμένο από εκείνη. Και τώρα πρέπει να βρει ποιος είναι. Σ΄ ολόκληρη τη ζωή του εξακολουθεί ο καθένας από εμάς, ν΄ ανακαλύψει ποιος είναι. Αυτό είναι και το ποιο θεμελιώδες ερώτημα τού κάθε ανθρώπου.

Αρχικά το παιδί αποκτά την επίγνωση τού «δικό μου», ύστερα τού «εμένα»,έπειτα τού «εσύ» και μετά τού «εγώ». Αυτή είναι η διαδικασία, με αυτή ακριβώς τη διάταξη. Πρώτα αποκτά επίγνωση τού «δικό μου». «Αυτό το παιχνίδι είναι δικό μου, αυτή η μητέρα είναι δική μου». Παρατήρησέ το, επειδή αυτή είναι η δομή σου, επειδή αυτή είναι η δομή τού «εγώ». Έτσι αρχίζει να κατέχει. Πρώτα μπαίνει ο κτήτορας, η κτητικότητα είναι κάτι πολύ βασικό. Και με την κτητικότητα αρχίζει η κόλαση. Παρατήρησε τα μικρά παιδιά. Ζηλεύουν πολύ, είναι πολύ κτητικά, κάθε παιδί προσπαθεί ν΄ αρπάξει τα πάντα απ΄ τ΄ άλλα παιδιά και προσπαθεί να προστατέψει τα δικά του παιχνίδια. Και θα δεις παιδιά, που είναι πολύ βίαια, σχεδόν αδιάφορα για τις ανάγκες των άλλων. Αν ένα παιδί παίζει με το παιχνίδι του κι έρθει ένα άλλο παιδί, μπορεί να δεις έναν Αδόλφο Χίτλερ, ένα Τζέκινς Χαν, έναν Τουρκοεμάδα. Θα πιαστεί απ΄ το παιχνίδι του, είναι έτοιμο να τσακωθεί, είναι έτοιμο να χτυπηθεί. Είναι ζήτημα περιοχής, είναι ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας.

Η κτητικότητα μπαίνει πρώτη. Αυτό είναι το βασικό πρωταρχικό δηλητήριο. Και το παιδί αρχίζει να λέει: «Αυτό είναι δικό μου». Απ΄ τη στιγμή που μπαίνει το δικό μου, γίνεσαι ανταγωνιστικός με τον καθένα. Απ΄ τη στιγμή που μπαίνει το δικό μου, η ζωή σου θα μεταβληθεί σ΄ ένα πεδίο ανταγωνισμού, σ΄ ένα αγώνα, μία διαμάχη βίας και επιθετικότητας.

Το επόμενο βήμα μετά τού «δικό μου» είναι το «εμένα». Όταν έχεις να διεκδικήσεις κάτι σαν να είναι δικό σου, ξαφνικά μέσα απ΄ αυτή τη διεκδίκηση,εμφανίζεται η ιδέα, ότι τώρα είσαι το κέντρο των κτήσεών σου. Οι κτήσεις γίνονται η εδαφική σου περιοχή και μέσα απ΄ αυτές τις κτήσεις εμφανίζεται η καινούργια ιδέα: «Εμένα». Απ΄ τη στιγμή που έχεις εγκατασταθείς στο«εμένα», μπορείς να δεις καθαρά πως έχεις ένα όριο και πως αυτά που βρίσκονται έξω απ΄ το όριο είναι «εσύ». Ο άλλος γίνεται ξεκάθαρος. Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να διαλύονται.

Στο σύμπαν όλα είναι ένα, όλα είναι μία ενότητα, τίποτα δεν είναι διαχωρισμένο. Το κάθε τι συνδέεται με κάθε τι άλλο. Υπάρχει μία πανέμορφη κι αρμονική σύνδεση. Είσαι συνδεδεμένος με τα ποτάμια, είσαι συνδεδεμένος με τα δέντρα, είσαι συνδεδεμένος με τη γη, με τα βουνά, είσαι συνδεδεμένος με τ΄ αστέρια. Αντιστοίχως τ΄ αστέρια είναι συνδεδεμένα με σένα, είναι συνδεδεμένα με τα δέντρα, με τα ποτάμια, με τα βουνά. Τα πάντα αλληλοσυνδέονται. Τίποτα δεν μπορεί να είναι διαχωρισμένο στη Φύση. Ο χωρισμός δεν είναι εφικτός. Απλά έχεις την ψευδαίσθηση τού διαχωρισμού, που απέκτησες μετά την γέννα σου. Κάθε στιγμή αναπνέεις, εισπνέεις, εκπνέεις. Συνεχώς υπάρχει μία γέφυρα με την ύπαρξη. Τρως, μέρος απ΄ το όλο μπαίνει μέσα σου, αφοδεύεις, γίνεται κοπριά. Το μήλο απ΄ το δέντρο θα γίνει μέρος τού σώματός σου κι ένα μέρος απ΄ το σώμα σου θα γίνει λίπασμα, θα γίνει τροφή για το δέντρο. Ένα συνεχές πάρε-δώσε. Δεν σταματάει ούτε μία στιγμή, όταν σταματήσει είσαι νεκρός.

Τι είναι θάνατος; Ο διαχωρισμός είναι θάνατος. Το να βρίσκεσαι σε ενότητα με το όλον, σημαίνει πως είσαι ζωντανός. Το να βρίσκεσαι έξω απ΄ την ενότητα διαχωρισμένος απ΄ το όλον, σημαίνει πως είσαι νεκρός. Έτσι, όσο περισσότερο θα σκέπτεσαι«είμαι διαχωρισμένος, είμαι ξεχωριστός απ΄ το όλον, είμαι αυτόνομος», τόσο λιγότερο ευαίσθητος γίνεσαι και περισσότερο πεθαμένος, εκτός πραγματικότητας,βαρετός και καθυστερημένος. Όσο περισσότερο αισθάνεσαι συνδεδεμένος, τόσο περισσότερο ολόκληρη η ύπαρξη είναι μέρος σου κι εσύ είσαι μέρος ολόκληρης τής ύπαρξης, ενωμένος με το όλον. Απ΄ την στιγμή που αντιληφθείς, πως είμαστε μέλος ο ένας τού άλλου, τότε ξαφνικά αλλάζει η οπτική σου. Τότε τα δέντρα δεν είναι κάτι ξένο, είναι ένα κομμάτι σου, που προετοιμάζει τροφή για σένα. Τα πάντα είναι ένας ατελείωτος, ενωμένος ωκεανός.

Όταν εισπνέεις παίρνεις το οξυγόνο μέσα σου, όταν εκπνέεις δίνεις διοξείδιο τού άνθρακα. Τα δέντρα εισπνέουν το διοξείδιο τού άνθρακα και εκπνέουν οξυγόνο.Μπορείς να το δεις. Υπάρχει μία διαρκής επικοινωνία. Είμαστε συντονισμένοι.Η πραγματικότητα είναι μία ενότητα και με την ιδέα τού «εμένα», τού «εσύ», τού«εγώ», βγαίνεις εκτός πραγματικότητας. Κι απ΄ την στιγμή που μπαίνει μέσα σου αυτή η λανθασμένη αντίληψη, τότε ολόκληρη η ύπαρξη αναποδογυρίζεται. Και τότε αρχίζει η τρέλα, αρχίζει η αρρώστεια…

Αρχικά το «εμένα», ύστερα το «εσύ» κι έπειτα σαν αντανάκλαση εμφανίζεται το«εγώ». Το «εγώ» είναι η πιο αποκρυσταλλωμένη μορφή κτητικότητας. Απ΄ την στιγμή που έχεις ξεστομίσει το «εγώ», έχεις κάνει ιεροσυλία… Απ΄ την στιγμή,που έχεις πει «εγώ», έχεις διαπράξει ύβρη, έχεις αποσπαστεί συνειδητά και εντελώς απ΄ την ύπαρξη. Δεν έχεις αποσπαστεί πραγματικά, γιατί αλλιώς θα πέθαινες, αλλά οι ιδέες σου, ο νου σου, η αντίληψή σου έχουν αποσπαστεί ολοκληρωτικά από την ύπαρξη. Από δω και στο εξής θα βρίσκεσαι σε μία διαρκή διαμάχη με την πραγματικότητα. Θα πολεμάς με τις ίδιες σου τις ρίζες, θα πολεμάς με τον ίδιο σου τον εαυτό…

«Δικό μου», «εμένα», «εσύ», εγώ». Αυτή είναι η παγίδα. Κι αυτή η παγίδα δημιουργεί, δυστυχία, νεύρωση, τρέλα, αρρώστεια.

Τώρα το πρόβλημα είναι, ότι το παιδί πρέπει να περάσει μέσα απ΄ αυτό, επειδή δεν ξέρει ποιος είναι και κανείς δεν πρόκειται να τού μάθει. Χρειάζεται ένα είδος ταυτότητας. Μπορεί να είναι ψεύτικη ταυτότητα, αλλά είναι καλύτερη απ΄ τη μη ταυτότητα. Χρειάζεται κάποια ταυτότητα. Χρειάζεται να ξέρει, ότι είναι κάποιος, οπότε δημιουργείται ένα ψεύτικο κέντρο.

Το «εγώ» δεν είναι το πραγματικό σου κέντρο. Είναι ένα ψεύτικο κέντρο, που έχει κατασκευαστεί από σένα. Δεν έχει καμμία σχέση με το αληθινό σου κέντρο. Το αληθινό σου κέντρο είναι κέντρο των πάντων. Ο αληθινός σου εαυτός είναι εαυτός των πάντων, ενωμένος με το παν. Στο κέντρο ολόκληρη η ύπαρξη είναι ένα, όπως ακριβώς στην πηγή τού φωτός, στον ήλιο, εκεί όλες οι ακτίνες του είναι ένα. Όσο πιο μακρυά πηγαίνουν, τόσο περισσότερο απομακρύνονται η μία απ΄ την άλλη.

Υπάρχει μία ανάγκη επειδή το παιδί γεννιέται χωρίς κανένα όριο, χωρίς καμμιά ιδέα τού ποιος ή τι είναι. Είναι μία ανάγκη για επιβίωση. Πως θα επιβιώσει;Πρέπει να τού δοθεί μία καταγωγή, μία θρησκεία, ένα όνομα, μία ιδέα για το ποιος είναι. Αυτή η ιδέα έρχεται απ΄ έξω. Κάποιος λέει πως είσαι όμορφος, ότι είσαι έξυπνος, πως είσαι δυνατός. Έτσι μαζεύεις αυτά που λένε οι άλλοι για σένα σε μία συγκεκριμένη εικόνα. Εσύ είσαι αυτό που σου είπαν οι άλλοι.

Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο.Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνοθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου,ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;

Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.

* * *
Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο τού Όσσο: Διαλογισμός:Ταξίδι στο εδώ και τώρα, έκδ. Ρέμπελ.

Πέστε μου σας παρακαλώ ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που τα πιστεύουν αυτά!!!

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!!! ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΑΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΝΙΝ! [ΦΩΤΟ]

Κάποιοι κάτοικοι του Μπενίν, σοκαρίστηκαν όταν μια γυναίκα γέννησε ένα άλογο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας στην εκκλησία, όταν οι πιστοί στην εκκλησία είδαν ένα άλογο αντί να κλαίει ένα μωρό.

Ο Γενικός Επίσκοπος της Εκκλησίας, Ευαγγελιστής Πλούτος Silva, ο οποίος αφηγήθηκε το άσχημο περιστατικό στους δημοσιογράφους, είπε οτι μια γυναίκα που αρνήθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητά της, ουρλιάζοντας κατά τη διάρκεια της προσευχής, άρχισε να αιμορραγεί πριν από την γέννηση του αλόγου.

Ο Επίσκοπος Πλούτος είπε ακόμη ότι τα μέλη της εκκλησίας ήταν συγκλονισμένοι όταν η γυναίκα γέννησε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά τη διάρκεια της προσευχής υπήρχε μια γυναίκα με ένα θέμα και ότι κάτι εμπόδιζε τη μήτρα της.

«Δεν μπορώ να το αγγίξω και δεν ξέρω αν το άλογο ήταν ήδη νεκρό ή όχι.

Δεν μπορώ να περιγράψω αυτό που είδα. Έχουμε δει ότι οι άνθρωποι κάνουν εμετό πολλά πράγματα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μας, αλλά όχι αυτό το είδος του πράγματος.

Τελικά οι άνθρωποι από ότι φαίνεται πιό πολλά πιστεύουν παρά γνωρίζουν. Είναι απορίας άξιον πόσο εξωπραγματική ειναι ώρες – ώρες η αφέλεια τους

atheatignosi.blogspot.gr

woman who delivers horse
woman delivers frog

woman delivers monkey
woman gives birth to goat

Ο Χαρδαβέλας δεν αφήνει τον Σπύρο Καρατζαφέρη να δοξαστεί…..

  === ….ΠΗΓΕ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗ ΓΙΑ ΨΑΡΕΜΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ…!!!
  === Ο άσπονδος ενδοπασοκοκός εχθρός του Σπύρου Καρατζαφέρη, ο εξωγήινος Κώστας Χαρδαβέλας, για άλλη μια φορά, βγήκε μπροστά και έδειξε, το ποιος την έχει πιο μεγάλη, την είδηση. Έτσι, με ένα απλό μικρό ταξίδι, πετυχαίνει το ακατόρθωτο και κάνει σκόνη τους Βαξεβάνη, Αρβανίτη, Καρατζαφέρη και τους 80 νέους αρχιδοσυντάκτες-κατασκευαστές πλαστών ειδήσεων της πρώην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και φροντίζει για τη δημοσιοκαφρική μας ενημέρωση, μέσα από τις στήλες του newsbomb.gr:
  === «Ο γιος μου είναι ο διάβολος. Βγάζει φωτιές από το στόμα…» (Σπουδαία τα λάχανα — Και τι έγινε??? Εδώ ο Πάγκαλος βγάζει πορδές απ΄ τον κώλο, αλλά κανένας δεν το κάνει πρώτο θέμα…..)
=== Μητέρα ισχυρίζεται ότι ο τεσσάρων εβδομάδων γιος της είναι δαιμονισμένος, καθώς βγάζει φωτιές από το στόμα και περπατά σαν ενήλικος, χωρίς να χρειάζεται βοήθεια.
  === Η Ana Feria Santos, 28 ετών από την πόλη Λόρικα, κοντά στην ακτή της Καραϊβικής, διαδίδει στην τοπική κοινωνία τους φόβους της ότι το παιδί της είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος.
  === Η μητέρα μιλώντας σε ραδιοφωνικό σταθμό ανέφερε πως: » Περπατά σαν ενήλικας, κρύβεται κάτω από το κρεβάτι, μέσα σε μια βαλίτσα, στο πλυντήριο ή το ψυγείο».
  === Οι γείτονες είναι πεπεισμένοι ότι το παιδί έχει κυριευτεί από κάποιο σατανικό πνεύμα, για αυτό και πετούν πέτρες »στο σπίτι που στεγάζει το διάβολο.»
  === Οι γιατροί, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πιστεύουν τις εικασίες της οικογένειας και έχουν ξεκινήσει έρευνες για να διαπιστώσουν αν το παιδί έχει κακοποιηθεί.
Πηγή μαλακίας:  newsbomb.gr
ΜΠΑΡΜΠΑΝΙΚΟΣ:
Αδιευκρίνιστο παραμένει, το αν ο Χαρδαβέλας έχει σχέσεις με τη μαμά του διαβολόπαιδου, ή αν η ειδησάρα του προέκυψε δια της θεάς τύχης.
Οι παλιοί και αρχαίοι σαν και μένα, σίγουρα θα θυμούνται το ανέκδοτο με τη προχουντική ΑΚΡΟΠΟΛΗ. Από τις πολλές μαλακίες που έβαζε κάθε μέρα η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, λέγαμε αστειευόμενοι, πως αν τη βάζαμε πάνω από τον ανδρισμό μας, θα τον μεγάλωνε αυτομάτως, διότι είχε το ταλέντο (καλή ώρα σαν τον Χαρδαβέλα) να κάνει το τόσο, τόοοοοοοοσο!!!
Προσωπικά τον συμβουλεύω να επισκεφθεί τον Θάνο Ασκητή δια τα περαιτέρω. Δεν είναι ντροπή να κόψει κάποια πράματα σε τέτοια ηλικία….

tsoutsouneros

Αρετή, Κακία, Τύχη

Ploutarchos Αναπόσπαστο τμήμα τής γνήσιας ελληνικής ηθικής παράδοσης και τής πάλαι ποτέ ελληνότροπης σχολικής διδασκαλίας αποτελούσε επί αιώνες ο περίφημος μύθος τού ημίθεου Ηρακλή και των δρόμων τής Αρετής και τής Κακίας.
Σύμφωνα με αυτόν τον διδακτικότατο μύθο, ο φημισμένος Έλληνας ήρωας, πριν αρχίσει την επιτέλεση των διακεκριμένων άθλων του, οι οποίοι ήταν πολύ περισσότεροι από τους δώδεκα γνωστότερους, βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο οδούς: τής Αρετής και τής Κακίας. Τότε τού ζητήθηκε να ξεπεράσει το δίλημμα και να επιλέξει την μία από τις δύο ηθικές οδούς. Η Κακία τού υποσχέθηκε έναν δρόμο γεμάτο πλούτη, ηδονές και εξουσία, χωρίς κόπους, καταπονήσεις και εργασία, ενώ η Αρετή τού υπέδειξε τον δρόμο των αδιάκοπων αγώνων, τής συνεχούς εργασίας και των μεγάλων εμπειριών, τον δρόμο που με ευκολία δεν προσφέρει τίποτε σε κανέναν. Ο δρόμος τής Κακίας, διασχίζοντας την χλιδή και την πολυτέλεια, οδηγούσε στο άγνωστο, ενώ ο δρόμος τής Αρετής, περνώντας μέσα από δοκιμασίες και πόνους, κατέληγε στην θέωση.

Ο Ηρακλής, επιθυμώντας να φανεί αντάξιος των ευγενών προγόνων του και όντας γνήσιος εκφραστής των ύψιστων ιδεωδών τού ελληνικού έθνους, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο τής Αρετής, θέτοντας ως τελικό σκοπό τής επίπονης πορείας του την πολυπόθητη θέωση, πρόθυμος να αντιμετωπίσει τις μεγάλες δυσκολίες και τους πολλούς πειρασμούς, τους πόνους και τις θλίψεις. Ο ίδιος μύθος – ως αλληγορικός ή συμβολικός λόγος – μάς βεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επάξια οδηγήθηκε στην θέωση, κατέστη «ημίθεος» ή «Θεός κατά χάριν», εισήλθε στα ουράνια δώματα, στον μακάριο Οίκο των Ολύμπιων Θεών και απόλαυσε την θεϊκή ευδαιμονία.
Ο μακραίωνος και πολύπλευρος φιλοσοφικός στοχασμός των Ελλήνων επανειλημμένα αναρωτήθηκε εάν η τελική επιλογή και η μετέπειτα πορεία τού ημίθεου Ηρακλή υπήρξε θέμα απλής τύχης ή θέμα σαφούς και ξεκάθαρης προαίρεσης τού ήρωα, εάν δηλαδή ο ένδοξος Έλληνας εκούσια και υπεύθυνα επέλεξε ή εάν ακούσια και ανεύθυνα ακολούθησε τον δρόμο τής Αρετής, καθώς κ’ εάν – κάτω από διαφορετικές συνθήκες, γεννήματα τής Τύχης – ο Ηρακλής θα επέλεγε την οδό τής Κακίας, με όλα τα συνεφελκόμενά της. Αν και είναι αρκετοί εκείνοι οι στοχαστές, οι οποίοι αποδίδουν κυρίως στην Τύχη τις ενέργειες τού Ηρακλή, οι σπουδαιότεροι φιλόσοφοι αποδέχονται ότι ο Ηρακλής έδρασε ακολουθώντας την προαίρεσή του, η οποία αποδείχτηκε «καλή και αγαθή».
Τόσο, λοιπόν, το αντιθετικό ζεύγος Αρετής και Κακίας, όσο και ο παράγοντας Τύχη, αποτελούσε πάντοτε αντικείμενο σοβαρής και επισταμένης διερεύνησης τής ελληνικής – και όχι μόνον αυτής – ηθικής φιλοσοφίας, όπως και τού υγιούς τμήματος τής ελληνικής κοινωνίας, που «μετά κόπων και βασάνων» διασώζει, καλλιεργεί και αναπτύσσει τις αξίες και τα ιδανικά τού πολυτιμότερου πολιτισμού τής Οικουμένης. Στο παρόν βιβλίο θα παρακολουθήσουμε τις θέσεις και τις απόψεις τού σοφού Πλουτάρχου γιά την Αρετή, την Κακία και την Τύχη. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τις τρεις έννοιες, αλλά και δυνάμεις, μέσα από πραγματικά γεγονότα, μέσα από την δράση ευρέως γνωστών ιστορικών προσώπων και μέσα από αληθινά παραδείγματα τού ελληνο-ρωμαϊκού βίου, καταδεικνύοντας – μεταξύ άλλων – ότι η εσωτερική πάλη τού ανθρώπου, ο οποίος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην οδό τής Αρετής και στην οδό τής Κακίας, ήταν χαρακτηριστικό πολλών προσωπικοτήτων τού καθημερινού βίου, και όχι μόνον μυθολογικό θέμα ή αντικείμενο τής θεωρητικής διδασκαλίας των φιλοσόφων, όπως αφελώς διαδίδεται από μία πληθώρα προβεβλημένων «διανοουμένων». Από την άλλη πλευρά, πάλι κατά την γνώμη τού Πλουτάρχου, η Τύχη, αν και συχνότατα αποτελούσε την πιό βολική δικαιολογία γιά τις ενέργειες των κακοπροαίρετων, των ράθυμων, των πονηρών και των παράσιτων, δεν ήταν πάντοτε, ίσως ποτέ, μία βασική αιτία ή ένας κύριος ρυθμιστικός παράγοντας τής δράσης και τής αντίδρασης των ανθρώπων.
Στην «ταλαπείρια» εποχή μας, η οποία επιδεικτικά και προς δική της φθορά και καταστροφή και καταισχύνη αγνοεί ότι «το αγαθό και το ευχάριστο έχουν διαφορετική φύση μεταξύ τους» (Πλάτων, Φίληβος, 60b), καθώς και ότι «συμφέρον είναι ο τι οδηγεί στο αγαθό» (Πλάτων, Όροι, 414e), η Αρετή και η Κακία, όταν «κατά τύχη» εντοπιστούν, δεν αναγνωρίζονται ως μεταξύ τους παντελώς αντίθετες έννοιες και ως αντίρροπες δυνάμεις, ενώ η Τύχη – μοναδική αιτία όσων συμβαίνουν στην ζωή των ηλίθιων όντων – ύπουλα και υστερόβουλα χρησιμοποιείται γιά να δικαιολογήσει τις ανθρώπινες ενέργειες, όπως ακριβώς συμβαίνει στον βίο των περισσότερων ζώων, και μάλιστα των άγριων θηρίων, ο οποίος φαίνεται να αποτελεί προσιτό υπόδειγμα και ικανοποιητικό πρότυπο των σύγχρονων «απελευθερωμένων και εκσυγχρονισμένων» κοινωνιών.
Αθανάσιος Τσακνάκης στο 24grammata.com
Πλούταρχος
Ο Πλούταρχος (περ. 45 – περ. 120 μ.Χ.) καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια της Χαιρώνειας της Βοιωτίας, όπου γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Φοίτησε στην Ακαδημία της Αθήνας και ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Αλεξάνδρεια, στη Μικρά Ασία και την Ιταλία. Επισκέφθηκε τουλάχιστον δύο φορές τη Ρώμη, όπου συνδέθηκε με κύκλους του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος.
Έχαιρε μεγάλου σεβασμού και τιμήθηκε με διάφορα δημόσια αξιώματα. Επί «πολλάς πυθιάδας», τουλάχιστον είκοσι χρόνια, διετέλεσε πρωθιερέας του μαντείου των Δελφών.
Ploutarchos1 Έμεινε γνωστός ως ο μεγάλος βιογράφος της αρχαιότητας, χάρη στους πενήντα (από τους οποίους σώζονται οι 48) «Βίους Παραλλήλους επιφανών Ελλήνων και Ρωμαίων«. Το έργο του περιλαμβάνει επιπλέον περίπου διακόσια (σώζονται 78) κείμενα ποικίλης θεματολογίας, δοκίμια, ομιλίες και διαλόγους, στο σύνολο των οποίων δόθηκε, όχι απολύτως εύστοχα, ο τίτλος «Ηθικά».
Η επίδραση που άσκησε το έργο του Πλούταρχου ήταν τεράστια. Έχει γραφτεί ότι μέσα από αυτό έχουμε όλοι οι μεταγενέστεροι γνωρίσει την ελληνική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Ειδικά μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα η διάδοσή του στους μορφωμένους ευρωπαϊκούς κύκλους δεν απείχε εκείνης της Βίβλου.
Στους θαυμαστές του και σ` εκείνους που άντλησαν από αυτό κατά τους τελευταίους αιώνες συγκαταλέγονται, ενδεικτικά, ο Έρασμος, που μετέφρασε στα λατινικά και αφιέρωσε στον Ερρίκο Η΄ το «Πως αν τις διακρίνοιε τον κόλακα του φίλου»· ο Μονταίν, που εμπνεύστηκε τις «Δοκιμές» του από τα «Ηθικά»· ο Σαίξπηρ, που βάσισε στους «Βίους» τις ρωμαϊκές τραγωδίες του· ο Ρουσσώ και ο Γκαίτε, που κατέτασσαν τον Πλούταρχο στους αγαπημένους τους συγγραφείς· ο Μπετόβεν, που τον εκτιμούσε όσο και τον Όμηρο και αναζήτησε στο έργο του στήριγμα όταν έχανε την ακοή του· ο Έμερσον και οι υπερβατιστές· ο Καβάφης, στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», στους «Αλεξανδρινούς βασιλείς» κ.α., ενώ οι «Παράλληλοι Βίοι» ήταν το αγαπημένο ανάγνωσμα του Ναπολέοντα.
Η μελέτη του Πλούταρχου εγκαταλείφθηκε κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως επειδή το έργο του αποδεικνυόταν αναξιόπιστο για την ιστορική ανασύνθεση του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος. Εντούτοις ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ιστορική ακρίβεια, όσο για το χαρακτήρα και την ψυχολογία των ηρώων του, καθώς και για την ηθική διάσταση των πράξεών τους. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα το ενδιαφέρον για το έργο του Πλούταρχου ώς έναν βαθμό αναζωπυρώθηκε, ωστόσο περιορίστηκε κυρίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

via

Η Απιστία στην ερωτική ζωή

Υπολογίζεται ότι 25-50% των γυναικών και 50-65% των ανδρών έχουν σε κάποια φάση της ζωής τους τουλάχιστον μία παράλληλη σχέση, ενώ είναι παντρεμένοι. Ωστόσο, δεν είναι πάντα ξεκάθαροι στους ενδιαφερόμενους οι λόγοι για τους οποίους ένα άτομο απατά τον σύντροφό του. Τι λέει η επιστήμη;



Δέκα λόγοι που οι άντρες απατούν τις γυναίκες τους

  1. Είναι εθισμένοι στο σεξ
  2. Θέλουν να κάνουν τη γυναίκα τους να ζηλέψει
  3. Θέλουν να νιώσουν κοντά σε κάποια άλλη γυναίκα, να έχουν την επιβεβαίωση ότι μπορούν να το κάνουν
  4. Φόβος ότι δεν μπορούν να προσελκύσουν άλλες γυναίκες
  5. Θέλουν να ξαναερωτευτούν
  6. το στυλ τους είναι να ερωτεύονται συνέχεια και να φλερτάρουν
  7. Ο πατέρας τους, τους προσέφερε αρνητικό μοντέλο στον τομέα των σχέσεων
  8. Έχουν ανάγκη να φέρουν μια άλλη γυναικεία παρουσία σε έναν κατεστραμμένο γάμο
  9. Το κάνουν κατά λάθος, χωρίς να το έχουν προμελετήσει
  10. Πρόκειται για μια παλιά τους αγάπη, που επανέρχεται

love Δέκα λόγοι που οι γυναίκες απατούν τους άντρες τους
Οι γυναίκες έχουν παράλληλες σχέσεις ουσιαστικά για τους ίδιους λόγους που και οι άντρες έχουν παράλληλες σχέσεις:

  1. Μερικές γυναίκες επιθυμούν καλό και πολύ σεξ, το οποίο δεν έχουν στο γάμο τους
  2. Κάποιες γυναίκες είχαν εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού στην εφηβική τους ηλικία και εξαιτίας αυτού εξακολουθούν να είναι μπερδεμένες στον σεξουαλικό τομέα και στην ενήλικη τους ζωή
  3. Τα ΜΜΕ δίνουν μεγάλη έμφαση στο σεξ και τη σημασία τους
  4. Χρειάζονται επιβεβαίωση και να αισθανθούν ότι είναι ‘θηλυκές’ και σεξουαλικές
  5. Βαριούνται στο γάμο τους, αισθάνονται μοναξιά, θέλουν άλλες εμπειρίες-τα οποία είναι φυσιολογικά, αλλά όταν συμβαίνουν στο έπακρο οδηγούν σε παράλληλη σχέση
  6. Πολλές γυναίκες αισθάνονται ότι έχουν πάρει συγκεκριμένους ρόλους (μαμά, εργαζόμενη, κλπ) και έχουν χάσει τη θηλυκότητά τους και τη γυναικεία τους υπόσταση
  7. Κάποιες γυναίκες έχουν συζύγους εθισμένους στην εργασία τους, οι οποίοι δεν είναι ποτέ σπίτι ή δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι-το αποτέλεσμα είναι ότι οι γυναίκες αυτές αναζητούν διαθέσιμους άντρες, οι οποίοι θα τους αφιερώσουν χρόνο
  8. Κάποιες γυναίκες βλέπουν ότι ο άντρας τους έχει άλλα χόμπι (αθλητικά, γυμναστήριο, φίλους, κλπ) και βρίσκουν και αυτές ένα φλερτ ή μία παράλληλη σχέση για να διασκεδάσουν
  9. Όταν ο άντρας δε κάνει κομπλιμέντα στη γυναίκα του (ιδίως αν είναι όμορφη) ή δε της δίνει σημασία, αυτή πολύ εύκολα μπορεί να τα αναζητήσει αλλού
  10. Βαριέται με τον ίδιο άνθρωπο, εστιάζει στα ελαττώματά του και θέλει κάποιον άλλον

Unfaithful-Relationship Τα μπλοκαρίσματα που οδηγούν σε παράλληλη σχέση

Η παράλληλη σχέση δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά στον τομέα δημιουργίας μονογαμικής σχέσης, δηλαδή υπάρχει κάποιο μπλοκάρισμα:
1. Ο ή η σύζυγος δεν είναι το σημαντικότερο πρόσωπο για τον σύντροφο που κάνει παράλληλη σχέση. Για να διατηρηθεί η μονογαμική σχέση, θα πρέπει οι δυο σύντροφοι να αισθάνονται ότι το άλλο άτομο είναι μοναδικό και αναντικατάστατο.
Αντίθετα, ο εραστής/ερωμένη γίνεται ξαφνικά το ‘σημαντικότερο’ πρόσωπο, που καλύπτει όλες του τις ανάγκες.
2. Ο ή η σύζυγος δεν νιώθει το άλλο μέλος της σχέσης ως τον καλύτερο φίλο του ή την καλύτερη φίλη του, δεν έχει ένα υγιές πάρε-δώσε μαζί του.
Αντίθετα, ο εραστής/ερωμένη γίνεται ξαφνικά ο κολλητός ή η κολλητή, το άτομο που καταλαβαίνει απόλυτα και έχει την καλύτερη επικοινωνία.
3. Ο ή η σύζυγος δεν βλέπει το άλλο μέλος ως αληθινό άτομο, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, με αποτέλεσμα να βλέπει μόνο τα στραβά του άλλου.
Αντίθετα, ο εραστής/ερωμένη γίνεται ξαφνικά το ‘τέλειο’ άτομο με το οποίο αξίζει να ζει κανείς και με κανέναν άλλον.
4. Ο ή η σύζυγος δεν θεωρεί ότι το άτομο που επέλεξε να παντρευτεί του/της καλύπτει όλες τις σεξουαλικές ανάγκες και έχει παράπονα ή προβλήματα στον τομέα αυτό.
Αντίθετα, ο εραστής/ερωμένη γίνεται ξαφνικά το άτομο με το οποίο έχει την καλύτερη σεξουαλική χημεία.
Η παράλληλη σχέση συμβαίνει όταν οι παραπάνω τομείς έχουν κάποιο πρόβλημα και το άτομο θέλει να αποδράσει από τους ρόλους της σχέσης πίστης και αφοσίωσης. Με ψυχολογική αφέλεια βάζει τον σύζυγο ή τη σύζυγο στο ρόλο του ατόμου που έχει τις χίλιες δυο ατέλειες (ξεχνώντας προφανώς ότι και όταν τον παντρεύτηκε τις είχε, αλλά δεν τους έδωσε σημασία τότε), και τον εραστή ή την ερωμένη στο ρόλο του τέλειου ατόμου (αλλά και πάλι, κάνει ότι έκανε την αρχή του γάμου: αγνοεί τα ελαττώματα του εραστή ή της ερωμένης και βλέπει μονόπλευρα μόνο τα θετικά).
Είκοσι στοιχεία που δείχνουν ότι ο/η σύντροφος σας έχει παράλληλη σχέση
Συνήθως τα στοιχεία ότι ο/η σύζυγος έχει μία παράλληλη σχέση είναι εμφανή, όμως η γυναίκα ή ο άντρας εθελοτυφλούν και δεν τα αναγνωρίζουν:
1) Έλλειψη συναισθηματικού μοιράσματος
2) Έλλειψη σεξουαλικής ζωής ή ρουτινιάρικη σεξουαλική ζωή
3) Δεν υπάρχει χρόνος που το ζευγάρι είναι μόνο του
4) Το ζευγάρι δεν κάνει διακοπές μαζί (είτε γιατί ο σύζυγος εργάζεται σκληρά, είτε για κάποιο φαινομενικά ατράνταχτο λόγο)
5) Συχνοί καυγάδες
6) Ξαφνικά αγοράζει ακριβό άρωμα
7) Ξαφνικά αγοράζει ακριβά εσώρουχα (και δεν τα φοράει!)
8) Εξαφανίζεται από τη δουλειά και το κινητό είναι κλειστό-λέει ότι είχε μια σημαντική συνάντηση, ότι το κινητό δεν έπιανε, ότι τελείωσε η μπαταρία
9) Ο σύζυγος ή η σύζυγος έχει στα ρούχα του μια ξένη μυρωδιά αρώματος του αντίθετου φύλου
10) Ξαφνικά θέλει να πηγαίνει κινηματογράφο ή σε άλλες εκδηλώσεις μόνος του ή μόνη της
11) Ξαφνικά υπάρχουν εργασιακές υποχρεώσεις εκτός πόλης ή πράγματα που θέλει να κάνει ο σύζυγος ή η σύζυγος με άτομα του ίδιου φύλου
12) Nέα CD ή μικροπράγματα (πχ μαξιλαράκι ή κορνίζα) που έχουν ρομαντικό μήνυμα
13) Χρήματα που ‘εξαφανίζονται’ από τον κοινό λογαριασμό χωρίς εξήγηση. Περίεργες χρεώσεις σε πιστωτικές κάρτες
14) Ξαφνική φιλία του συζύγου ή της συζύγου με άτομο του αντίθετου φύλου στο γραφείο. Το άτομο αυτό αναφέρεται διαρκώς στις οικογενειακές συζητήσεις
15) Πολλές φορές κάποιος καλεί και λέει ‘λάθος νούμερο’ ή δεν απαντάει
16) Ο/η σύζυγος κρύβει το κινητό του, γράφει συνέχεια μηνύματα ή μιλάει κρυφά αργά το βράδυ (και βρίσκει δικαιολογίες για το ποιος ήταν)
17) Ξαφνική αλλαγή σε μαλλιά, ρούχα, στυλ
18) Επιθυμία να μένει κανείς μόνος του
19) Ξαφνικά φτάνει στο ιδανικό σωματικό βάρος, πολύ σωματική άσκηση, καλλίγραμο σώμα
20) Απώλεια ενδιαφέροντος για τον/την σύζυγο και αδιαφορία
Τα στάδια της απιστίας
Στάδιο 1: Ανάπτυξη ισχυρού συναισθηματικού δεσμού. Σε αυτό το στάδιο γίνονται πολλές συζητήσεις και εξομολογήσεις. Σε αυτή τη φάση οι δύο άνθρωποι γνωρίζονται, μαθαίνουν ο ένας για τον άλλον, δημιουργείται η ‘σπίθα’.
Στάδιο 2: Η γνωριμία παραμένει μυστικό. Δεν λέτε στον/στη σύζυγο ή σε φίλους ότι σας ελκύει συναισθηματικά αυτό το άτομο. Το ότι το κρατάτε μυστικό και η φαντασία σας (για το τι μπορεί να συμβεί) ρίχνουν λάδι στη φωτιά.
Στάδιο 3: Βρίσκετε δικαιολογίες (ψώνια, γυμναστήριο, πολύ δουλειά) για να είστε με το άλλο άτομο. Μπορεί και να παραμυθιάζετε τον εαυτό σας ότι δεν τρέχει τίποτα, είναι απλώς ένα φιλικό πρόσωπο, ένας/μία συνάδελφος.
Στάδιο 4: Σεξουαλική σχέση.
Παιδιά και παράλληλες σχέσεις
Τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο από όλους όταν οι γονείς τους έχουν μια παράλληλη σχέση, ακόμα και όταν οι γονείς καταφέρουν να το κρατήσουν μυστικό. Στη διάρκεια της παράλληλης σχέσης, τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι οι γονείς τους δεν είναι συναισθηματικά ‘εκεί’, ότι το μυαλό τους και η συναισθηματική τους ενέργεια είναι αλλού, και όχι στην οικογένεια.
Τα παιδιά αισθάνονται παραμέληση και απόρριψη, με αποτέλεσμα να έχουν έντονο άγχος και να γίνονται επιθετικά. Αισθάνονται θυμό και πιστεύουν ότι τα ίδια έκαναν κάτι και προκάλεσαν αυτή τη συμπεριφορά στους γονείς τους.
Συναισθηματική Απιστία
Η απιστία δεν είναι αποκλειστικά σεξουαλική: μπορεί να είναι συναισθηματική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτού του είδους η απιστία είναι καλύτερη. Και αυτή η απιστία είναι πρόβλημα, γιατί σπαταλά συναισθηματική ενέργεια και δεν εντοπίζει το πρόβλημα που υπάρχει στη σχέση.
Συναισθηματική απιστία είναι:
  • Όταν κανείς φλερτάρει συνέχεια ‘αθώα’ με άτομα του αντίθετου φύλου
  • Όταν συζητάει όλα του τα ζητήματα/προβλήματα με μέλος του αντίθετου φύλου και δε συζητά τίποτα με τον/τη σύζυγο
  • Όταν συζητάει για πολύ προσωπικά ζητήματα με μέλος του αντίθετου φύλου και όχι με τον/τη σύζυγο
  • Αισθάνεται την ανάγκη να είναι περισσότερο χρόνο με μέλος του αντίθετου φύλου και όχι με τον/τη σύζυγο
  • Και το κρύβει από τον/τη σύζυγο
  • Ονειρεύεται πώς θα ήταν αν είχε σχέση με τον κολλητό της με την κολλητή του
Τα λάθη που οδηγούν στη συναισθηματική απιστία είναι:
  • Το ζευγάρι ξοδεύει πολύ συναισθηματική ενέργεια με ανθρώπους έξω από το γάμο: συναδέλφους, συγγενείς, φίλους
  • Όταν το ζευγάρι κρατά συναισθηματική απόσταση μεταξύ του (δε θέλουν να χρειάζονται τον/τη σύντροφό τους ή να εξαρτώνται από αυτόν)
  • Όταν το ζευγάρι δε σκέφτεται πώς το παρελθόν του καθενός επηρεάζει το παρόν τους
  • Όταν το ζευγάρι έχει κόντρες και δεν ξέρουν ποιος είναι υπεύθυνος για τι
  • Όταν το ζευγάρι δεν αφιερώνει χρόνο ο ένας στον άλλον
  • Όταν δεν έχει καλή σεξουαλική ζωή
  • Όταν αποφεύγει να μιλήσει μεταξύ του για τα προβλήματά του
Λίζα Βάρβογλη, Ph.D. Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

sciencearchives

Η Διατροφή του Παιδιού

 

Απαντήσεις σε συνηθισμένους προβληματισμούς των γονιών.
Ο ύπνος και το φαγητό είναι ίσως οι μεγαλύτερες έγνοιες για τις νέες μητέρες. Και μπορεί, σταδιακά, τα μικρά παιδιά να κοιμούνται ευκολότερα και χωρίς διακοπές, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το φαγητό, που πολλές φορές γίνεται δυσκολότερη υπόθεση από ότι φανταζόμαστε. Ας δούμε πώς μπορούμε να αποφύγουμε τους πιο κοινούς… «σκοπέλους» στη διατροφή των μικρών μας, αλλά και τις απαντήσεις σε μικρά καθημερινά διλήμματα.

Αβγό και ψάρι: Τι γίνεται όταν δεν τα τρώνε;
Η λίστα με τις ευεργετικές ιδιότητες και των δύο αυτών τροφών δεν μοιάζει να έχει τέλος, αλλά το αστέρι μας δεν δείχνει να το εκτιμάει αυτό ιδιαίτερα, αποφεύγοντας τα διαρκώς. Μπορούμε, όμως, να πούμε οριστικά «αντίο» στο αβγό ή το ψάρι, χωρίς να στερήσουμε από τον οργανισμό τους πολύτιμα θρεπτικά στοιχεία;

Ο Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος Χάρης Καλλέργης κάνει ένα σημαντικό διαχωρισμό ανάμεσα στις δύο αυτές τροφές. Όπως εξηγεί: «Το ψάρι αποτελεί μια απαραίτητη και αναντικατάστατη τροφή λόγω των ω-3 λιπαρών οξέων που περιέχει. Τα ω-3 είναι χρήσιμα για την καρδιά και τα αγγεία του παιδιού και απαραίτητα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του. Όσο για το αβγό, σήμερα, δεν αποτελεί απαραίτητη τροφή, αρκεί το μικρό μας να παίρνει πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας από άλλες διατροφικές πηγές».

Ποια λύση προτείνει ο ειδικός; Πολύτιμα ω-3 λιπαρά έχουν και οι ξηροί καρποί, ενώ στην ανάγκη τα ιχθυέλαια μπορούν να χορηγηθούν και μέσω σκευασμάτων. Βέβαια, πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας να τρώνε ψάρι. Σε ότι αφορά το αβγό, ένα παιδί μπορεί να προσλάβει τις απαραίτητες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών και από το γάλα, τα γαλακτοκομικά, το κρέας, το ψάρι κλπ.

Πλήρες πρωινό: Από πότε;
Έχουμε ακούσει και διαβάσει χιλιάδες φορές ότι το πρώτο γεύμα της μέρας είναι και το πιο πολύτιμο. Σίγουρα, όμως, πολλές μητέρες έχουν αναρωτηθεί σε ποια ηλικία το πρωινό γάλα στο μπιμπερό μπορεί να αρχίσει να συνοδεύεται από ένα πρωινό γεύμα; Τη χρονική στιγμή, τις περισσότερες φορές, την «ορίζει» το κάθε παιδί. Όσο νωρίτερα υιοθετήσει αυτή τη συνήθεια, τόσο καλύτερα. Ως ενδεικτική ηλικία θα μπορούσαμε να θέσουμε τα 2-2,5 χρόνια. Δίπλα, λοιπόν, στο γάλα σταδιακά θα πρέπει να συμπεριλάβουμε γάλα, ψωμί ή φρυγανιές, καθώς και άλλα δημητριακά (κατά προτίμηση, ολικής άλεσης), φρούτα ή φυσικούς χυμούς. Αν, μάλιστα, το παιδί δεν είναι υπέρβαρο, μπορούμε να προσθέσουμε στο πρωινό του μέλι ή σπιτική μαρμελάδα. Αν το παιδί αρνείται να καταναλώσει μια τροφή, δεν το πιέζουμε, αφήνουμε να μεσολαβήσει λίγο χρονικό διάστημα και προσπαθούμε πάλι.

Είναι καλύτερα ένα παιδί να τρώει ότι θέλει ή να μένει νηστικό;
Πόσες φορές δεν έχουμε απελπιστεί μπροστά σε ένα πιάτο γεμάτο φαγητό που το μικρό μας αρνείται πεισματικά να φάει γιατί προτιμάει κάποιο γλυκό ή πατάτες τηγανητές; Και όσο η υπομονή μας δοκιμάζεται, τόσο φλερτάρουμε με την ιδέα να το αφήσουμε νηστικό για ένα γεύμα ώστε να φάει το φαγητό του αργότερα. Η συγκεκριμένη στρατηγική, όμως, αποδεικνύεται λανθασμένη, όπως εξηγεί ο ειδικός. Αν το παιδί αρνείται πεισματικά να καταναλώσει μια τροφή, δεν το πιέζουμε, αφήνουμε να μεσολαβήσει λίγο χρονικό διάστημα και προσπαθούμε πάλι. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα παιδιά αλλάζουν συνήθειες καθημερινά. Είναι σημαντικό να τα καθοδηγήσουμε διατροφικά, ώστε να τρώνε από όλες τις ομάδες των τροφών. Δύο φορές την εβδομάδα απαραιτήτως ψάρι, μία φορά πουλερικά, δύο φορές κόκκινο κρέας και τις υπόλοιπες μέρες όσπρια και λαδερά.

Η Διατροφή του Παιδιού
Άλλα παιδιά μπορεί να περάσουν ακόμα και μία ώρα συντροφιά με το καλαμάκι του γάλακτος και άλλα να ανοίγουν το ψυγείο και να το πίνουν σαν νερό. Τι από τα δύο είναι λίγο και τι πολύ; Η ημερήσια συνιστώμενη ποσότητα ασβεστίου είναι τουλάχιστον 800 mg. Δύο έως τρία ποτήρια γάλα ή γιαούρτι καθημερινά καλύπτουν τις ανάγκες ενός παιδιά, καθώς ασβέστιο περιέχουν και άλλες τροφές, εξηγεί ο Χάρης Καλλέργης τονίζοντας ωστόσο πως η υπερκατανάλωση γάλακτος ανεβάζει τη χοληστερίνη και οδηγεί σε παιδική παχυσαρκία. Όπως τονίζει, το γάλα είναι τροφή, όχι νερό. Αν, λοιπόν, δούμε ότι το παρακάνει ή ότι χορταίνει με το γάλα και δεν τρώει το κανονικό φαγητό του, μάλλον θα πρέπει να βάλουμε φρένο ακολουθώντας το σοφό «παν μέτρον άριστον».

Τα άπαχα γαλακτοκομικά είναι ενδεδειγμένα για εκείνα;
Δεν είναι λίγες οι έρευνες που ενοχοποιούν τα γαλακτοκομικά για την παιδική παχυσαρκία. Μπορούμε, όμως, να δίνουμε στα παιδιά άπαχα γαλακτοκομικά; Καλύπτουν όλες τις ανάγκες τους; Τα εντελώς άπαχα απαγορεύονται αυστηρά. Τα ημιαποβουτυρωμένα, ωστόσο, επιβάλλονται για λόγους πρόληψης της χοληστερίνης και της παιδικής παχυσαρκίας. Οι Παιδιατρικές Εταιρείες της Ευρώπης συνιστούν ότι από την ηλικία 2 ετών και πάνω, όλα τα παιδιά πρέπει να καταναλώνουν ημιαποβουτυρωμένα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Αν ένα παιδί δεν φάει γλυκό ως τα δύο του χρόνια, έχει λιγότερες πιθανότητες να παχύνει μεγαλώνοντας;
Σίγουρα θα έχετε ξανακούσει την παραπάνω θεωρία. Όσο λιγότερα γλυκά τρώνε τα μικρά μας στην αρχή της ζωής τους, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος της παχυσαρκίας αργότερα. Όμως, η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει κάποια βάση; Γεγονός, σύμφωνα με τον ειδικό, είναι ότι κάθε παιδί διαμορφώνει συνεχώς τις διατροφικές του συνήθειες. Σε αυτό το πλαίσιο είναι λογικό αν το μικρό μας τρώει συχνά αλμυρές τροφές, να τις συνηθίσει και συνεπώς να έχει πολλές πιθανότητες να γίνει υπερτασικό στο μέλλον. Αν σε ένα παιδί δίνουμε κάθε τόσο γλυκίσματα, θα μάθει στις γλυκές γεύσεις και θα έχει αυξημένες πιθανότητες να γίνει ένας παχύσαρκος ενήλικας. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όσο και αν εκείνα το απαιτούν, να μην ενδίδουμε, άσχετα με το αν έχουν παραπάνω κιλά ή όχι. Η «ανάγκη» σε γλυκό μπορεί να «αντιμετωπιστεί» με την κατανάλωση ενός φρούτου, που έχει τη δική του ζάχαρη, τη φρουκτόζη. Ένα γλυκό την εβδομάδα μπορεί να καταναλωθεί είτε το παιδί είναι υπέρβαρο, είτε όχι, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι και αναγκαίο.

ΠΗΓΗ 

Η Μαρία, Θεοτόκος και Παναγία

Το παρόν άρθρο γράφτηκε ως απάντηση στους προτεστάντες περί του προσώπου της Παρθένου Μαρίας. Για το αειπάρθενο έχουμε αναφερθεί εδώ. Τώρα θα ασχοληθούμε με το χαρακτηριστικό της ως «Θεοτόκος» και ως «Παναγία», και με τις απορρέουσες ιδιότητες αυτών των χαρακτηρισμών. Θα παραθέσουμε ορισμένες μαρτυρίες από την αρχαία Εκκλησία, και θα δούμε τι αναφέρει η ίδια η Αγία Γραφή.
1. Τι σημαίνει «Θεοτόκος»;

Ας δούμε τι αναφέρουν οι άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και πιο συγκεκριμένα ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Αναφέρει λοιπόν… «Κηρύττουμε μάλιστα ότι η αγία Παρθένος είναι κυριολεκτικά και αληθινά Θεοτόκος· όπως δηλαδή αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτήν είναι αληθινός Θεός, και αυτή που γέννησε με σάρκα τον αληθινό Θεό είναι πραγματική Θεοτόκος. Διότι ισχυριζόμαστε ότι γέννησε το Θεό, όχι με την έννοια ότι η θεότητα του Λόγου έχει την αρχή της απ’ αυτήν, αλλά ότι ο ίδιος ο Θεός Λόγος, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνια και έξω από το χρόνο και υπάρχει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα άχρονα και αΐδια, αυτός ο ίδιος τις έσχατες ημέρες για τη δική μας σωτηρία κατοίκησε μέσα στα σπλάγχνα της και χωρίς μεταβολή σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ’ αυτήν… Διότι ο ίδιος ο Λόγος έγινε άνθρωπος, επειδή η Παρθένος τον κυοφόρησε· και προήλθε Θεός μετά την πρόσληψη, καθώς η σάρκα θεώθηκε αμέσως μόλις την προσέλαβε και δημιουργήθηκε, ώστε συγχρόνως να γίνουν και τα τρία, η πρόσληψη, η ύπαρξη και η θέωση της σάρκας από τον Λόγο. Έτσι νοείται και λέγεται Θεοτόκος η αγία Παρθένος, όχι μόνον εξαιτίας της φύσεως του Λόγου, αλλά και εξαιτίας της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, που η σύλληψη και η ύπαρξή τους έγινε με θαυμαστό τρόπο συγχρόνως». (Κεφάλαιο 55, Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού).
Λέγεται Θεοτόκος, επειδή ακριβώς κυοφόρησε μέσα της τον Λόγο του Θεού. Δεν γέννησε βέβαια τον Λόγο σαν να μην υπήρχε πιο πριν, αλλά με την έννοια ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος μέσα στα σπλάχνα της. Ο Ιωάννης το περιγράφει πολύ όμορφα αυτό το Μυστήριο της ευσεβείας, αναφέροντας… « Εν αρχή ητο ο Λόγος, και ο Λόγος ητο παρά τω θεώ, και Θεός ητο ο Λόγος…και ο Λόγος έγινε σάρξ» (κεφ. 1, 1.14)
Εάν δεν μπορούμε να την δεχτούμε ως Θεοτόκο, μήπως δεν δεχόμαστε και την θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού;

2. Το χαρακτηριστικό της ως «Θεοτόκος» υπήρχε πολύ πριν την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431
Ο άγιος Νικόδημος στο Πηδάλιο, αναφέρει ότι ως Θεοτόκο την ονόμαζαν πολύ νωρίτερα από το 431 μ Χ όπου αποφασίστηκε και συνοδικά να καλείται Θεοτόκος η Μαρία. Συγκεκριμένα, αναφέρει τον Ωριγένη και την συμμαρτυρία του Σωκράτη του ιστορικού, την μαρτυρία του Κύριλλου Αλεξανδρείας ότι ο Μ. Αθανάσιος την ονόμαζε Θεοτόκο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, κ.ά.

Η σύνοδος της Αντιοχείας το 324/325 μ Χ στην εγκύκλια επιστολή της, αποκαλεί την Μαρία Θεοτόκο. Στην πατρολογία του Στ. Παπαδόπουλου, στον Β΄ τόμο και σελ. 89, διαβάζουμε… «Η επιστολή, την οποία επικύρωσε η σύνοδος, αποτελεί σπουδαιότατο θεολογικό κείμενο, προετοίμασε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στην Νίκαια μετά από λίγους μήνες, εξηγεί  πώς και γιατί ο Υιός είναι «φύσει» και όχι «θέσει» γέννημα του Πατέρα, ξεπερνάει την ωριγενιστική και αρειανική αντίληψη ότι ο Υιός είναι «θελήσει» γέννημα, επιμένει στο «άτρεπτον» του Υιού και πλήν άλλων ονομάζει την Μαρία Θεοτόκο».
 
Ο Στ. Παπαδόπουλος, αναφέρει ακόμα για τον Μέγα Αθανάσιο (+ 373) τα εξής:
 
«Είναι απόλυτα σαφές στον Αθανάσιο ότι, για να σωθεί ο άνθρωπος, έπρεπε ο Χριστός να είναι συγχρόνως και αληθινός Θεός (γι’  αυτό ονόμαζε Θεοτόκο την Παρθένο Μαρία…». (Β΄ τόμος σελ. 287).
 
Και για τον Γρηγόριο τον Θεολόγο (+390) αναφέρει τα εξής:
 
«Η ένωση των δύο φύσεων έγινε με την επέμβαση του Αγίου Πνεύματος («θεϊκώς μεν ότι χωρίς ανδρός»), αλλά η Παρθένος Μαρία εκύησε σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους, φυσιολογικά και πραγματικά, δηλαδή αναπτύχθηκε στους κόλπους της ο Θεάνθρωπος,ώστε ορθά να θεωρείται και να ονομάζεται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία»

 
«ει τις ουν Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της Θεότητος… φύσεις μεν γαρ δύο, Θεός και άνθρωπος». (Επιστολή 101, 16). (Β τόμος σελ. 509).
 
Επομένως, η διακήρυξη της Γ΄ Οικουμενικής συνόδου… « τον μεν Χριστόν ένα καθ’ υπόσταση εδογμάτισεν, τέλειον θεόν τον αυτόν, τέλειον άνθρωπον τον αυτόν, ουκ άλλον, και άλλον, αλλ’ ένα Υιόν, τον αυτόν, άνω μεν εκ Πατρός αμήτορα, κάτω δε εκ μητρός απάτορα, την δε αειπάρθενον αυτού Μητέρα, κυρίως και αληθώς Θεοτόκον καλείσθαι παρέδωκεν, ως κυρίως, και αληθώς τον Θεόν Λόγον Σαρκί γενήσασα..» (Πηδάλιο, σελ. 168), στηρίζεται και στην Αγία Γραφή αλλά και στην πρότερη παράδοση.

3. Τι σημαίνει Παναγία;
Οι προτεστάντες είναι ιδιαίτερα αρνητικοί ως προς αυτόν τον χαρακτηρισμό. Και αν κάποιοι από αυτούς την δέχονται ως Θεοτόκο (όχι όλοι), παρόλα αυτά δεν την δέχονται ως Παναγία. Πολλές φορές φέρουν ως επιχείρημα ότι δεν υπάρχει στην Αγία Γραφή ο όρος «παναγία», και ότι ο ίδιος ο Θεός αποκαλεί τον εαυτό του Άγιο και όχι Πανάγιο. Το ότι δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή ο συγκεκριμένος όρος, αυτό δεν λέει κάτι. Ούτε ο όρος «Αγία Τριάδα» υπάρχει στην Αγία Γραφή. Τι θα πούμε, ότι δεν ισχύει το τριαδικό δόγμα; Μη γένοιτο. Περιλαμβάνεται περιληπτικά στην Γραφή.
 
Εδώ πρέπει να πούμε ότι για μας τους Ορθόδοξους, παναγία σημαίνει πιο άγια από όλους τους αγίους και όχι πιο άγια από τον Θεό. Θα σας παραθέσω ορισμένα εδάφια από την Αγία Γραφή, για να δείτε ότι όταν αναφέρει η ίδια η Γραφή επίθετα στον υπερθετικό βαθμό, ακόμα και τότε μιλάει με την σχετική έννοια.

«Επτά ημέρας θέλεις κάμνει εξιλέωσιν υπέρ του θυσιαστηρίου και θέλεις αγιάζει αυτό· και θέλει είσθαι θυσιαστήριον αγιώτατον· παν το εγγίζον το θυσιαστήριον θέλει είσθαι άγιον». (Έξοδος 29. 37)
«…το θυσιαστήριον του ολοκαυτώματος μετά πάντων των σκευών αυτού και τον νιπτήρα και την βάσιν αυτού. Και θέλεις αγιάσει αυτά, διά να ήναι αγιώτατα· παν το εγγίζον αυτά θέλει είσθαι άγιον». (Έξοδος 30, 28-29)
Ενώ ο Ιεζεκιήλ, ονομάζει την γη ΑΓΙΩΤΑΤΗ:
«Και αύτη η αφιερωθείσα μερίς της γης θέλει είσθαι εις αυτούς αγιωτάτη, πλησίον του ορίου των Λευϊτών». (Κεφ. 48, 12).

Όταν αυτά τα διαβάζει ένας Προτεστάντης στην Αγία Γραφή, θα καταλάβει αμέσως ότι το «αγιώτατον» αναφέρεται στο θυσιαστήριο και φυσικά δεν εννοεί ότι είναι αγιότερο του Αγίου Θεού. Το «αγιώτατα» επίσης αναφέρονται σε όλα όσα θα αγιάσει ο Μωυσής κατά το τυπικό της Παλαιάς Διαθήκης. Για το  » αγιωτάτη», δεν θα τολμήσει ποτέ να πει ότι είναι ανώτερο του Αγίου Θεού. Όταν ακούσει τους ορθοδόξους να την αποκαλούν Παναγία, θα τους κατακρίνει.
 
Όλα αυτά, παρόλο που είναι στον υπερθετικό βαθμό, είναι σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ομοειδή τους. Έτσι, και το «παναγία», είναι σε σχέση πάντα με τους υπόλοιπους αγίους, και όχι με τον Άγιο Θεό.
 
Οι πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν και διαφορετικά, στον υπερθετικό βαθμό!

 
Λ.χ.,  ο Νύσσης και ως «παγκάλλιστη», «παμμάκαιρα», «Πασών παρθένων υπερτάτη», «Μήτηρ Πάναγνος» κτλ. Μήπως την βάζει πιο πάνω από τον Θεό; Μη γένοιτο!!

 
4. Περί Σωτηρίας
Στην ορθόδοξη εκκλησία, λέμε πολλές φορές το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσων  ημάς». Και ως επιχείρημα, στην προσπάθειά τους να μας αποδείξουν λάθος, φέρουν το χωρίο: «Και δεν υπάρχει διαμέσου κανενός άλλου η σωτηρία· επειδή, ούτε άλλο όνομα είναι δοσμένο κάτω από τον ουρανό ανάμεσα στους ανθρώπους, διαμέσου τού οποίου πρέπει να σωθούμε.» (Πράξεις Αποστόλων 4:12),

Συμφωνούμε απόλυτα. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ Σωτήρας, Εκείνος που πέθανε για μας, είναι μόνο ο Χριστός. Όμως, και εδώ τα λόγια έχουν σχετική σημασία. Δεν εννοούμε ότι απορρίπτουμε τον Χριστό και ζητάμε την ΑΠΟΛΥΤΗ λύτρωση από την Μαρία. Όπως ακριβώς, και ο Παύλος όταν λέει «να σώσει», δεν εννοεί ότι παίρνει τη θέση του Χριστού. Εκεί, οι Προτεστάντες καταλαβαίνουν ότι μιλάει για ΣΧΕΤΙΚΗ σωτηρία. Όταν όμως ακούνε ότι η Παναγία σώζει, αμέσως μιλάνε για θεοποίηση της Μαρίας. Πόσο λάθος κάνουν. Διαφορετικά, ας τολμήσουν να πουν ότι και ο απ. Παύλος είναι θεός επειδή… σώζει!
 
Γράφει ο απ. Παύλος… « εις πάντας έγινα τα πάντα, δια να ΣΩΣΩ παντί τρόπω τινάς» (Α΄ Κορινθίους θ, 22)
 
Εδώ μιλάει ΣΧΕΤΙΚΑ, και εννοεί να κερδίσει ψυχές για τον Χριστό. Να τις οδηγήσει στον Χριστό ώστε να σωθούν από τον Χριστό.
 
Ή όταν γράφει…  «ίσως κινήσω εις ζηλοτυπίαν αυτούς  οίτινες είναι σάρξ μου, και ΣΩΣΩ τινάς εξ αυτών» (Ρωμαίους, ια 14).
 
Πάλι μιλάει σχετικά. Επομένως, και εμείς όταν λέμε στην Παναγία «σώσε μας», δεν εννοούμε ότι είναι Θεός, αλλά μιλάμε πάντα σχετικά.
 
Τι θα πούμε; Ότι ο απ. Παύλος μπορούσε να πει για τον εαυτό του ότι «σώζει» και δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και εμείς για την Παναγία, που υπηρέτησε στο σχέδιο της σωτηρίας μας ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ από τον απ Παύλο, μιας και έγινε το σκεύος δια του οποίου κυοφορήθηκε ο Λόγος του Θεού;
 
Αγαπητοί Προτεστάντες, να κρίνετε με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά. Αν εμείς θεοποιούμε την Μαρία, το ίδιο έκανε και ο απ. Παύλος για τον εαυτό του. Αν όμως μιλούσε ΣΧΕΤΙΚΑ, τότε και εμείς ΣΧΕΤΙΚΑ μιλάμε.
 
Ο Στ. Παπαδόπουλος, σχολιάζοντας απόσπασμα του Ειρηναίου, λέει:
 
«Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αιτία σωτηρίας» για ολόκληρη την ανθρωπότητα (Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική. (Α Τόμος, σελ. 298).\
 
5. Περί μεσιτείας
Η Πίστη της αρχαίας Εκκλησίας είναι ότι όλοι οι άγιοι μεσιτεύουν. Οι Προτεστάντες μας φέρουν ως επιχείρημα αυτό που γράφει ο απ. Παύλος στον Τιμόθεο… «Διότι είναι εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός,» Α΄Τιμοθ.2:5.
 
Ας προσέξουμε ότι εδώ, η μεσιτεία του Χριστού είναι μεταξύ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Οι μεσιτείες των αγίων είναι μεταξύ του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.
 
Στην Αγία Γραφή, αναφέρονται μεσιτείες των αγίων…
 
Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, λοιπόν, αναφέρεται δύο φορές η μεσιτεία των αγίων.
«Και έκραξαν μετά φωνής μεγάλης, λέγοντες: Έως πότε, ω Δέσποτα άγιε και αληθινέ, δεν κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών από των κατοικούντων επί της γης; Και εδόθησαν εις έκαστον στολαί λευκαί, και ερρέθη προς αυτούς να αναπαυθώσιν έτι ολίγον καιρόν, εωσού συμπληρωθώσι και οι σύνδουλοι αυτών και οι αδελφοί αυτών οι μέλλοντες να φονευθώσιν ως και αυτοί». (Αποκάλυψη 6, 10-11)
 
Απευθύνονται στο Δέσποτα, στον Χριστό δηλαδή. Και του ζητάνε να αποδώσει δικαιοσύνη. Και η απάντηση που παίρνουν είναι να περιμένουν μέχρι να συμπληρωθούν και οι υπόλοιποι που θα μαρτυρήσουν για τον Χριστό, που σημαίνει ότι μεσίτευαν και για αυτούς.
 
Ένα ακόμα σημείο είναι το σημείο όπου ο άγγελος προσφέρει ως λατρεία το θυμίαμα και τις προσευχές (μεσιτείες) των αγίων… «Και ήλθεν άλλος άγγελος και εστάθη έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, κρατών θυμιατήριον χρυσούν, και εδόθησαν εις αυτόν θυμιάματα πολλά, διά να προσφέρη με τας προσευχάς πάντων των αγίων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου». (Αποκάλυψη 8, 3).
 
Η επίκληση των αγίων, όπως την κάνει η εκκλησία, είναι αποστολική παράδοση.
Στην εκκλησιαστική ιστορία του Β. Στεφανίδη αναφέρεται: «Οι χριστιανοί ετίμων προς τούτοις τα λείψανα των μαρτύρων και επεκαλούντο την παρά τω θεώ μεσιτειαν αυτών. Ο Ιππόλυτος επεκαλείτο τους τρείς παίδας (Εις Δανιήλ 2, 30) οι δε επισκέπται των κατακομβών κατά την εποχήν ταύτην επεκαλούντο τους εκεί ενταφιασμένους μάρτυρας δι’ εγκεχαραγμένων επί των τοίχων ευχών και δεήσεων, σωζομένων μέχρι σήμερον. Οι μάρτυρες είναι οι πρώτοι άγιοι της εκκλησίας». (σελ 120).
 
Ο απ Παύλος, σε πολλές επιστολές του, ζητάει τις προσευχές των αδερφών. Τι είναι αυτό; Δεν είναι μεσολάβηση- μεσιτεία του εκάστου αδελφού προς τον Χριστό υπέρ του απ Παύλου; Εάν μπορούν οι άγιοι στην γη, δεν μπορούν οι άγιοι που ως νικητές κάθονται στον θρόνο του Χριστού;
 
«Όστις νικά, θέλω δώσει εις αυτόν να καθίσει μετ’ εμού εν τω θρόνω μου, καθώς και εγώ ενίκησα και εκάθησα μετά του Πατρός μου εν τω θρόνω αυτού». (Αποκάλυψη 3,21).
 
Σε αυτό το σημείο θα μας πουν, ότι ο απ Παύλος ζητάει τις προσευχές των ζωντανών και όχι των νεκρών. Όμως, για τον Θεό ΠΑΝΤΕΣ είναι ζώντες, κατά τα λόγια του Ιησού στην απάντησή του στους Σαδδουκαίους. Δεν λογίζονται ως νεκροί, αλλά ως ζώντες κοντά στον Θεό.
 
Τέλος, θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα και από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων που αναφέρει στην  Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχηση: «Μετά μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους, πρώτα τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, τους μάρτυρες, για να δεχτεί ο Θεός, με τις προσευχές και τις πρεσβείες τους, και τη δική μας δέηση. Μετά ευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αγίους πατέρες και επισκόπους, και γενικά για όλους εκείνους από εμάς που έχουν κοιμηθεί. Το κάνουμε αυτό γιατί πιστεύουμε ότι έχουν μεγάλη ωφέλεια οι ψυχές εκείνων, για τους οποίους γίνεται η δέηση, τη στιγμή της τόσο φρικτής και αγίας θυσίας που τώρα προσφέρεται». (Γ. Μαυρομάτη, Κατηχήσεις του αγίου Κύριλλου, Β΄ Τόμος, σελίδα 560).

 
6. Βασίλισσα του ουρανού
Οι Προτεστάντες, αφού δεν κατανοούν τους όρους που αποδίδονται στην Μαρία πάντα με την σχετική έννοια, προχωρούν σε μεγαλύτερη ασέβεια, παραλληλίζοντάς την με την Αστάρτη την βασίλισσα του ουρανού, όπως αναφέρει ο Ιερεμίας.
 
Αν προσέξετε, ο Ιερεμίας αναφέρεται σε ΛΑΤΡΕΙΑ. Οι Ισραηλίτες είχαν απορρίψει τον αληθινό θεό και λάτρευαν άλλους ψεύτικους θεούς. Ανάμεσα σε αυτούς, ήταν και η θεά Αστάρτη, ή αλλιώς η βασίλισσα του ουρανού.
 
«Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· σεις είδετε πάντα τα κακά τα οποία επέφερα επί την Ιερουσαλήμ και επί πάσας τας πόλεις του Ιούδα, και ιδού, αύται έρημοι την σήμερον και δεν υπάρχει ο κατοικών εν αυταίς, εξ αιτίας της κακίας αυτών, την οποίαν έπραξαν διά να με παροργίσωσιν, υπάγοντες να θυμιάζωσι και να λατρεύωσιν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνώρισαν αυτοί, σεις, ουδέ οι πατέρες σας…  Και πάντες οι άνδρες οι γνωρίζοντες ότι αι γυναίκες αυτών εθυμίαζον εις άλλους θεούς, και πάσαι αι γυναίκες αι παρεστώσαι, σύναξις μεγάλη, και πας ο λαός οι κατοικούντες εν τη γη της Αιγύπτου, εν Παθρώς, απεκρίθησαν προς τον Ιερεμίαν, λέγοντες, Περί του λόγου, τον οποίον ελάλησας προς ημάς εν ονόματι Κυρίου, δεν θέλομεν σου ακούσει· αλλά θέλομεν εξάπαντος κάμνει παν πράγμα εξερχόμενον εκ του στόματος ημών, διά να θυμιάζωμεν εις την βασίλισσαν του ουρανού και να κάμνωμεν σπονδάς εις αυτήν, καθώς εκάμνομεν, ημείς και οι πατέρες ημών, οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών, εν ταις πόλεσι του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ· και εχορταίνομεν άρτον και διεκείμεθα καλώς και κακόν δεν εβλέπομεν. (Ιερεμίας μδ 2-3. 15-17).
 
Είναι φανερό, ότι μιλάει για ΛΑΤΡΕΙΑ. Καμία σχέση με την ΤΙΜΗ προς τους αγίους και φυσικά προς το πρόσωπο που τόσο πολύ τίμησε ο Θεός, ώστε να γίνει η Πύλη που έφερε στην γη τον Βασιλιά, τον Κύριο των πάντων. « Η Πύλη αύτη θέλει είσθαι κεκλεισμένη, δεν θέλει ανοιχθεί, και άνθρωπος δεν θέλει εισέλθει δια αυτής· διότι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ εισήλθε δι’  αυτής, δια τούτο θέλει είσθαι κεκλεισμένη» (Ιεζεκιήλ μδ΄ 2).
 
Όμως, αφού οι Προτεστάντες επιμένουν να διαστρεβλώνουν τις έννοιες της Αγίας Γραφής (π.χ. τον παραλληλισμό της Αστάρτης με την Μαρία μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιούνται οι όροι «Βασίλισσα του ουρανού» ασχέτως ότι σε άλλο αναφέρεται το ένα και σε τελείως διαφορετικό το άλλο (μήπως λατρεύουμε την Θεοτόκο;), θα τους δείξουμε από την Αγία Γραφή και με την απλή λογική, ότι ΟΝΤΩΣ η Μαρία είναι η Βασίλισσα του ουρανού, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ (καθώς πάντα αναφέρεται σε σχέση με τον Ιησού Χριστό).
 
Έχουμε λοιπόν:
Ο Χριστός, είναι ο Βασιλιάς των Βασιλέων και ο Κύριος των Κυρίων, όπως αναφέρεται στην Αποκάλυψη (Κεφ. ιθ: 16).
 
Εκείνη που τον γέννησε, τι είναι; «Βασίλισσα»!! Εκτός, και αν δεν πιστεύουμε στο Μυστήριο της ευσεβείας κατά το οποίο «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α΄ Τιμοθέου, γ΄ 16).
 
Μάλιστα, ο ίδιος ο Γαβριήλ κατά τον ευαγγελισμό της Παναγίας αναφέρει ότι θα γεννήσει η Μαρία Εκείνον που θα βασιλεύει ΑΙΩΝΙΑ.
 
«…και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκο του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος» (Λουκάς  α΄ 33).
 
Στον Κύριο εδόθη πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης, όπως αναφέρεται στον Ματθαίο.
 
Επομένως, εφόσον ο Χριστός είναι ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ, και εκείνη που αξιώθηκε να τον φέρει κατά σάρκα, είναι ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ.
Παρατηρούμε, ότι ενώ για τον Κύριο είναι ΟΛΑ ΑΠΟΛΥΤΑ, για την Μαρία ΟΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ.
 
Ο Ιησούς είναι που δίνει αξία σε όλους, ακόμα και στην Μαρία.
 
7. Επίλογος
Ας συνετιστούν οι προτεστάντες από το περιστατικό στο γάμο της Κανά, που και ενώ τέλειωσε το κρασί, και ενώ ο Κύριος είπε στην Μαρία «Τι είναι μεταξύ εμού και σού, γύναι; Δεν ήλθε έτι η ώρα μου», δείχνοντας την διαφορά που έχει από την Μαρία ως Υιός και Λόγος του Θεού που γνωρίζει κάθε ανάγκη, και ενώ της λέει καθαρά ότι δεν ήρθε ακόμα η ώρα Του, παρόλα αυτά, αμέσως μετά (και ενώ δεν ήταν η ώρα), την ακούει τελικά και της κάνει την χάρη!!
Ας συνετιστούν όμως και από τα λόγια της ίδιας της Μαρίας που καταγράφτηκαν από τον Θεόπνευστο Λουκά, «ιδού, από του νυν θέλουσι με μακαρίζει πάσαι αι γενεαί» (Λουκάς α, 48). Και ο λόγος; Επειδή επέβλεψε ο Κύριος στην ταπείνωση της δούλης του, και αποφάσισε δια αυτής να στείλει στη γη τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.
 
Πόσοι στην Αγία Γραφή είπαν ότι θα τους μακαρίζουν ΠΑΣΑΙ αι γενεαί; Μόνο η Παναγία.
 
Άλλωστε, είναι πάλι γραμμένο στην Αγία Γραφή, κάτι που αφορά ΟΛΟΥΣ τους αγίους, και που το είπε ο Θεός δια του προφήτη στον Ηλιεί τον ιερέα: «.. τους δοξάζοντάς με θέλω δοξάσει» (Α Σαμουήλ, β 30).
 
Ποιοι δοξάζουν τον Θεό με την ζωή τους; Οι άγιοι. Αν ο θεός τιμάει τους αγίους Του, και τους δοξάζει μάλιστα, ποιος είσαι εσύ και εγώ που δεν θα τους τιμήσουμε; Μήπως είμαστε παραπάνω από τον Θεό;

Πηγή

«Νικήστε» τις ιώσεις – Συμβουλές για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος

Ποιος είναι επιρρεπής στις ιώσεις; Σχεδόν όλοι. Είναι πολύ πιο συνηθισμένο όταν ζείτε ή εργάζεστε και κινείστε σε πολυσύχναστα μέρη. Μάλιστα τα παιδιά…μεταδίδουν γρήγορα το κρυολόγημα στους δασκάλους τους. Δείτε πώς μπορείτε να τις αποτρέψετε.

Γιατί κρυολογούμε;
Οι ιοί που προκαλούν τις ιώσεις και τα κρυολογήματα μεταλλάσσονται διαρκώς. Και κάθε αλλαγή στο εξωτερικό περιβάλλον –υγρασία, ξηρότητα, θερμοκρασία, συχνότητα μολύνσεων- μεταβάλλει τις πιθανότητες μετάδοσης.

Πώς μπορείτε να καταπολεμήσετε το κρυολόγημα;
Με το να έχετε ένα ανοσοποιητικό σύστημα που «κινείται» τόσο γρήγορα και τόσο ικανά όσο οι ιοί του κρυολογήματος – με το να ανανεώνεται και να αναγεννάται διαρκώς για να καταπολεμά τις νέες προκλήσεις.

Ενισχύστε το ανοσοποιητικό σας
Κινηθείτε: Οι άνθρωποι που περπατάνε μία ώρα και πλέον κάθε μέρα παρουσιάζουν το μισό αριθμό κρυολογημάτων. Επιπλέον, η έντασή τους φαίνεται να μειώνεται στο μισό. Σε αυτές τις μελέτες, η συνολική μείωση στην ενδεχόμενη βλάβη από το κρυολόγημα ήταν 75%. Πώς περιορίζει η σωματική δραστηριότητα τα κρυολογήματα; Το σώμα είναι μια γιγάντια, ψυχολογικά εξελιγμένη μονάδα επεξεργασίας πληροφοριών. Το πώς βοηθά τον επαναπρογραμματισμό ενός τέτοιου σύνθετου συστήματος η άσκηση μπορούμε μόνο να το μαντέψουμε.

Φαίνεται ότι η αυξημένη σωματική δραστηριότητα αυξάνει άμεσα τη δραστηριότητα των ανοσοποιητικών κυττάρων και, μέσω της αυξημένης ροής αίματος, μεταφέρει αυτά τα κύτταρα στα μέρη όπου είναι πιο χρήσιμα. Επίσης, η άσκηση εκθέτει τους ανθρώπους σε διαφορετικούς πληθυσμούς ιών του κρυολογήματος – δίνοντας έτσι στον οργανισμό τη δυνατότητα να τους καταπολεμήσει σε καλύτερες συνθήκες. 

Κοιμηθείτε καλά: Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι ακόμα και μια σχετικά μικρή έλλειψη ύπνου μας καθιστά πιο επιρρεπής σε κρυολογήματα και άλλες μολύνσεις. Γιατί η έλλειψη ύπνου επιδεινώνει την αναγέννηση του ανοσοποιητικού;

Μεγάλο μέρος της διαδικασίας μάθησης πραγματοποιείται στη διάρκεια του ύπνου – και όχι μόνο η γνώση που κατανοούμε συνειδητά. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται επίσης πληροφορίες σχετικά με το ανοσοποιητικό όσο ξεκουράζεσαι, τις μεταβάλλει και τις συνοψίζει. Τέλος, ο ύπνος επιτρέπει στα κύτταρα να αναγεννηθούν και να ανασχηματιστούν.

Μείνετε μακριά από τον καπνό και το αλκοόλ: Ο καπνός κάνει τρομακτικά πράγματα στο ανοσοποιητικό – αρκεί να δείτε τα ποσοστά καρκίνου. Φράσσει τα ιγμόρεια, που στη συνέχεια μπορεί να μετατραπούν σε περιοχές ανάπτυξης ιών. Οι μικρές δόσεις αλκοόλ ωφελούν το ανοσοποιητικό θετικά σε κάποια θέματα, αλλά δε φαίνεται να ισχύει το ίδιο για τα κρυολογήματα.

Ρυθμίστε το βιολογικό σας ρολόι: Όλοι μας έχουμε διαφορετικούς χρόνους σχετικής επιρρέπειας στους ιούς μέσα στο 24ωρο. Αυτό σημαίνει ότι η τακτική δραστηριότητα –το φαγητό, η κίνηση, η ξεκούραση σε καθορισμένες ώρες- βοηθούν συνολικά το ανοσοποιητικό.

Πλένετε τακτικά τα χέρια σας: Πρέπει οπωσδήποτε να το κάνετε α) πριν και μετά τα γεύματα, β) μετά τη χειραψία ή αφού έχετε αγγίξει κάποιο παιδί και γ) όταν ξυπνάτε και πριν πάτε για ύπνο. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να χρησιμοποιήσετε σαπούνι με βάση το οινόπνευμα. Τα νοσοκομεία προτιμούν αυτήν την εκδοχή, γιατί είναι πιο γρήγορη και σκοτώνει μεγαλύτερες ομάδες βακτηρίων και ιών.

Όμως, α) τα καθαριστικά με οινόπνευμα ή άλλα χημικά μπορεί να κάνουν πιο ανθεκτικά κάποια παθογενή βακτήρια, β) επιβαρύνετε το περιβάλλον με περισσότερα χημικά και γ) το πλύσιμο με ζεστό νερό και απλό σαπούνι αρκεί και είναι πολύ πιο ευχάριστο, ειδικά όταν ετοιμάζεστε για το γεύμα σας.

Βγείτε έξω στο ύπαιθρο και πάρτε μαζί σας και τα παιδιά σας: Στα παιδιά η μεταγενέστερη εμφάνιση άσθματος και άλλων αυτοάνοσων παθήσεων μειώνεται με τη μεγαλύτερη έκθεση στη φύση και τους αναρίθμητους ιούς της. Η κηπουρική σάς επιτρέπει να βλέπετε τα φυτά σας να μεγαλώνουν, σας εμπλέκει σε ένα είδος σωματικής δραστηριότητας που ενισχύει το ανοσοποιητικό, σας βγάζει έξω στη φύση, κάτι που βελτιώνει τη διάθεση, και μπορεί να αυξήσει την επιθυμία των παιδιών για πιο φυσικές τροφές, που επίσης ενισχύει το ανοσοποιητικό. 

Καταναλώνετε τροφές όπως τις δίνει η φύση, κυρίως φρούτα, λαχανικά και βότανα: Η κατανάλωση περισσότερων ειδών μαναβικής και η μεταφορά τους στο έντερο μάλλον αλλάζει τους πληθυσμούς ιών και βακτηρίων έτσι ώστε να αποτρέπονται τα κρυολογήματα. Παρέχουν επίσης απαραίτητες ουσίες για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και μπορεί να επηρεάζουν άμεσα, μέσω των μικροRNA, την ανοσοποιητική λειτουργία.

Κοινωνικοποιηθείτε: Οι άνθρωποι με ισχυρά κοινωνικά δίκτυα φαίνεται πως κρυολογούν λιγότερο – εικάζεται επειδή έτσι μειώνεται η αντίδρασή τους στο στρες. Κατά κάποιο περίεργο τρόπο, η ανοσία ενός φίλου μπορεί να γίνει και δική σας. Τα βακτήρια θα είναι πάντα παρόντα – στον αέρα, στο χώμα, στα δάχτυλά σας. Αυτό που σώζει εσάς κι ολόκληρη την ανθρωπότητα από τις πανδημίες είναι ένα δραστήριο, γρήγορο και ευέλικτο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ζώντας έναν υγιεινό τρόπο ζωής –με το σωστό φαγητό και την επαρκή δραστηριότητα, ξεκούραση και κοινωνικοποίηση- μπορείτε να κάνετε πιο δυνατό και αποτελεσματικό αυτό το σύστημα.

ΠΗΓΗ 

Εσείς τι θα κάνατε; – Η κοινωνική διαβάθμιση ως κριτήριο ανθρωπιάς

«Ψάρεψα» το ακόλουθο βίντεο στο YouTube. Όταν το είδα, δεν είμαι σίγουρος αν έμεινα «έκπληκτος» ή αν «έπεσα απ’ τα σύννεφα». Το βέβαιο είναι, ότι μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση.
Πικρή, γιατί δυστυχώς η σημερινή -«ανεπτυγμένη»- κοινωνία γίνεται όλο και πιο απρόσωπη.
Γλυκιά, γιατί ακόμη και στο χάος της μάζας, μπορεί ακόμη να υπάρχει ένα αμυδρό φως ελπίδας.
Με λίγα λόγια η ιστορία: Με αφορμή ένα περιστατικό, κατά το οποίο, μία γυναίκα που κατέρρευσε σε αίθουσα αναμονής αμερικανικού νοσοκομείου, πέθανε αβοήθητη, μπροστά στα μάτια παριστάμενων -επισκεπτών και προσωπικού-, οι οποίοι χρειάστηκαν 45′ μέχρι να «ευαισθητοποιηθούν» και να ενδιαφερθούν γι’ αυτήν (όταν ήταν πλέον αργά), η εκπομπή «Εσείς τι θα κάνατε;» (What Would You Do?), έστησε ένα παρόμοιο σκηνικό, αυτή τη φορά με έναν ηθοποιό, ο οποίος υποτίθεται ότι κατέρρεε ξαφνικά στο πεζοδρόμιο.
Η εκπομπή, για να μετρήσει τις αντιδράσεις των περαστικών, έκανε το πείραμα πιο ενδιαφέρον, βάζοντας κατά σειρά, στην θέση των «λιπόθυμων», μια καλοντυμένη γυναίκα, έναν άστεγο κι έναν…μεθυσμένο άστεγο

Είναι τραγικό και συνάμα ειρωνικό: Ο μοναδικός άνθρωπος -και μάλιστα άστεγος και με κινητικά προβλήματα- που έδειξε ενδιαφέρον, εκεί που οι υπόλοιποι επέδειξαν αδιαφορία και κυνισμό, θέλει να βοηθήσει, αλλά δεν μπορεί, γιατί δεν έχει…τηλέφωνο. Και ουσιαστικά, το όλο θέμα, δεν είναι τίποτε άλλο, από μια απλή κλήση στο νοσοκομείο…