Απόδειξη ότι υπάρχει Θεός.


Κανείς βέβαια δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει Θεός, ούτε αυτοί που δέχονται την Αγία Γραφή -εννοώ και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη-, αλλά ούτε και οι περισσότεροι από τους Έλληνες (συγγραφείς). Διότι, όπως είπαμε, η γνώση του Θεού έχει από τη φύση της σπαρεί μέσα μας. Επειδή όμως η κακία του πονηρού επικράτησε πάρα πολύ στη ζωή των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να οδηγήσει ορισμένους στο πλέον παράλογο και χειρότερο απ’ όλα τα κακά βάραθρο της απώλειας: να λένε δηλαδή ότι δεν υπάρχει Θεός· την αφροσύνη τους την περιγράφει ο προφήτης Δαβίδ λέγοντας:
«Είπε ο άφρων με τη σκέψη του· δεν υπάρχει Θεός». Οι μαθητές μάλιστα και απόστολοι του Κυρίου, αφού έγιναν σοφοί από το Πανάγιο Πνεύμα και με τη δύναμη και τη χάρη του έκαναν θεία σημεία, αιχμαλώτισαν τους ανθρώπους με τα δίχτυα των θαυμάτων και τους ανέσυραν από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της θείας γνώσεως.
Το ίδιο και οι διάδοχοι τους στη χάρη και την αξία, οι πατέρες και δάσκαλοι, αφού δέχθηκαν τη φωτιστική χάρη του Αγίου Πνεύματος, φώτιζαν αυτούς που βρίσκονταν στην άγνοια και επανέφεραν στην αλήθεια τους πλανεμένους με τη δύναμη των θαυμάτων και με τα λόγια της χάριτος. Εμείς όμως, οι οποίοι δεν αποκτήσαμε ούτε το χάρισμα των θαυμάτων ούτε αυτό της διδασκαλίας -διότι γίναμε ανάξιοι εξαιτίας της προσκολλήσεώς μας στις ηδονές- ας αναπτύξουμε λίγα από εκείνα που μας έχουν παραδώσει οι ερμηνευτές της θείας χάριτος για το θέμα αυτό, αφού ζητήσουμε τη βοήθεια του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Όλα τα όντα είναι ή κτιστά ή άκτιστα. Εάν βέβαια είναι κτιστά, σίγουρα είναι και μεταβλητά. Διότι, εκείνα τα οποία άρχισαν την ύπαρξή τους με τη μεταβολή, αυτά σίγουρα θα υπόκεινται στη μεταβολή ή με φυσική φθορά ή με θεληματική αλλοίωση. Εάν όμως είναι άκτιστα, σύμφωνα με λογική ακολουθία, θα είναι οπωσδήποτε και αμετάβλητα. Διότι αυτά που έχουν το είναι αντίθετο, αντίθετο έχουν και τον τρόπο υπάρξεως, δηλαδή τις ιδιότητες. Ποιός, λοιπόν, δεν θα συμφωνήσει ότι όλα τα όντα, όσα υποπίπτουν στις αισθήσεις μας, ακόμη και οι άγγελοι, μεταβάλλονται και αλλοιώνονται και με ποικίλους τρόπους κινούνται;
Διότι τα νοητά όντα –εννοώ τους αγγέλους, τις ψυχές και τους δαίμονες- κινούνται προαιρετικά είτε στην πρόοδο του καλού είτε στην απομάκρυνση απ’ αυτό, η οποία άλλοτε αυξάνει κι άλλοτε ελαττώνεται. Τα υπόλοιπα όμως όντα μεταβάλλονται με τη γέννηση, τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, με τη μεταβολή στην ποιότητα και την κίνηση στο χώρο. Όντας λοιπόν μεταβλητά, είναι σίγουρα και κτιστά. Και εφόσον είναι κτιστά, είναι βέβαιο ότι από κάποιον δημιουργήθηκαν. Πρέπει όμως ο δημιουργός να είναι άκτιστος· εάν κι εκείνος δημιουργήθηκε, από κάποιον δημιουργήθηκε, έως ότου φθάσουμε σε κάποιο ον άκτιστο. Όντας λοιπόν άκτιστος ο δημιουργός, οπωσδήποτε είναι και αμετάβλητος. Αυτό το άκτιστο ον τί άλλο θα είναι παρά ο Θεός;
Η συνοχή, η συντήρηση και η διακυβέρνηση της κτίσεως μας διδάσκει ότι υπάρχει Θεός, ο οποίος δημιούργησε σο σύμπαν, το συγκρατεί, το συντηρεί και πάντοτε προνοεί γι’ αυτό. Διότι, πώς είναι δυνατόν αντίθετα στοιχεία της φύσεως, όπως η φωτιά και το νερό, ο αέρας και η γη, εάν δεν τα συνέχει μια πανίσχυρη δύναμη που τα κρατά αδιάσπαστα πάντοτε, να ενώνονται μεταξύ τους για ν’ αποτελέσουν μια αρμονία και να μείνουν αδιάλυτα;
Ποιά δύναμη είναι αυτή που έφερε την τάξη στα ουράνια και τα επίγεια, σε όσα πετούν στον αέρα και όσα είναι μέσα στο νερό, και κυρίως σε όσα υπήρχαν πριν απ’ αυτά, δηλαδή τον ουρανό, τη γη, τον αέρα και στη φύση της φωτιάς και του νερού; Ποιός τα ανέμιξε και τα διαίρεσε; Ποιά δύναμη τα έθεσε σε κίνηση και κατευθύνει την αδιάκοπη και ανεμπόδιστη κίνησή τους; Άραγε δεν είναι ο δημιουργός τους που τους έδωσε τον προορισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο το καθένα κινείται και κατευθύνεται; Ποιός είναι ο δημιουργός τους; Δεν είναι αυτός που τα κατασκεύασε και τα έφερε στην ύπαρξη; Διότι δεν θα θεωρήσουμε ότι η τύχη έχει τέτοια δύναμη. Κι έστω ότι δημιουργήθηκαν από τύχη. Τίνος έργο είναι η τάξη τους; Τίνος έργο είναι η διατήρηση και η διαφύλαξή τους, σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό τους;
Εννοείται κάποιου άλλου και όχι της τύχης. Κι τί είναι αυτό το άλλο παρά ο Θεός;
Advertisements

Γι’ αυτά που είναι δυνατόν να λεχθούν και γι’ αυτά που είναι άρρητα, και για όσα μπορεί να είναι γνωστά και όσα άγνωστα.


Αυτός που θέλει να ομιλεί ή ν’ ακούει για το Θεό πρέπει να γνωρίζει καλά ότι όσα αναφέρονται στο Θεό καθ’ εαυτόν και όσα στο έργο της οικονομίας Του, ούτε όλα αποσιωπώνται ούτε όλα λέγονται· ούτε όλα είναι άγνωστα ούτε όλα γνωστά. Και άλλο είναι αυτό που μπορεί να γίνει γνωστό και άλλο αυτό που μπορεί να λεχθεί, όπως άλλο είναι το να ομιλεί κανείς και άλλο το να γνωρίζει κάτι. Πολλά λοιπόν που αντιλαμβανόμαστε ατελώς με το νου για το Θεό δεν μπορούμε να τα διατυπώσουμε κατάλληλα, αλλά αναγκαζόμαστε με δικές εκφράσεις να ομιλούμε γι’ αυτά που είναι πάνω από μας (θεία)· έτσι αποδίδουμε στο Θεό ύπνο, οργή, αμέλεια, χέρια, πόδια και τα όμοια.
Γνωρίζουμε και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιος, παντοτινός, αδημιούργητος, αμετάβλητος, αναλλοίωτος, απλός, ασύνθετος, ασώματος, αόρατος, αψηλάφητος, απερίγραπτος, άπειρος, απεριόριστος, ακατάληπτος, αχώρητος στο νου, αγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, δημιουργός όλων των κτισμάτων,παντοκράτορας, παντεπόπτης, προνοητής όλων, εξουσιαστής και κριτής.
Γνωρίζουμε επίσης και ομολογούμε ότι ο Θεός είναι ένας, δηλαδή μία ουσία· αποκαλύπτεται και υπάρχει σε τρεις υποστάσεις, εννοώ του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμη ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι σε όλα ένα, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση.
Γνωρίζουμε ακόμη και ομολογούμε ότι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός ο ίδιος, από τη μεγάλη του ευσπλαγχνία και για τη δική μας σωτηρία, με την καλή θέληση του Πατέρα του και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος, συνελήφθη ασπόρως και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος· έγινε απ’αυτήν τέλειος άνθρωπος.
Γνωρίζουμε επίσης ότι ο ίδιος είναι συγχρόνως και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος· έχει δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη· υπάρχει σε δύο φύσεις που έχουν νου, θέληση, ενέργεια και αυτεξούσιο· και για να το πω μ’ ένα λόγο, είναι με δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, που είναι τέλειες όσον αφορά τα γνωρίσματα που αρμόζουν στην καθεμία και αποτελούν μία σύνθετη υπόσταση.
Διότι η Αγία Γραφή και όλη η χορεία των Αγίων μαρτυρεί ότι και πείνασε και δίψασε και κουράστηκε και σταυρώθηκε και δοκίμασε το θάνατο και την ταφή, αλλά αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αναλήφθηκε στους ουρανούς, απ’ όπου ήλθε πάλι σε μας και θα μας έλθει αργότερα.
Αγνοούμε όμως και δεν μπορούμε να πούμε ποιά είναι η ουσία του Θεού ή πώς είναι πανταχού παρών ή πώς γεννήθηκε Θεός από Θεό και έχει εκπορευθεί ή πώς ταπείνωσε τον εαυτό του ο μονογενής Υιός και Θεός και έγινε άνθρωπος από παρθένο, αφού κυοφορήθηκε με άλλο τρόπο πέρα από τον φυσικό, ή πώς περπατούσε πάνω στα νερά χωρίς να βραχούν τα πόδια του. Δεν μπορούμε, λοιπόν, ούτε να πούμε ούτε να εννοήσουμε κάτι άλλο απ’ αυτά που μας έχουν αποκαλυφθεί με Πνεύμα Θεού από τα ιερά λόγια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, τα οποία και έχουν λεχθεί και έχουν αποκαλυφθεί.

Ότι το θείο είναι ακατάληπτο και ότι δεν πρέπει να ερευνά κανείς και να περιεργάζεται αυτά που δεν μας έχουν παραδοθεί από τους αγίους προφήτες και αποστόλους και ευαγγελιστές.


«Τον Θεό ποτέ κανείς δεν τον είδε. Ο μονογενής του Υιός, που βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα του, αυτός μας τον γνώρισε». Το θείο λοιπόν είναι άρρητο και ακατάληπτο. «Διότι κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός· ούτε τον Υιό γνωρίζει κανείς παρά μόνον ο Πατέρας». Και το άγιο Πνεύμα επίσης γνωρίζει τα του Θεού, όπως το πνεύμα του ανθρώπου γνωρίζει τα του ανθρώπου. Και μετά τήν πρώτη εκείνη και μακάρια φύση του Αγίου Πνεύματος κανείς ποτέ δεν γνώρισε το Θεό, παρά μόνον εκείνος στον οποίο ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε· κανένας από τους ανθρώπους δεν τον γνώρισε ούτε από τις υπερκόσμιες δυνάμεις, ακόμη, νομίζω, και αυτά τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ.
Αλλά ο Θεός δεν μας άφησε σε τέλεια άγνοια. Διότι η γνώση της υπάρξεως του Θεού έχει εκ φύσεως δοθεί σε όλους μας. Ακόμη και η ίδια η κτίση και η συνοχή και η διακυβέρνησή της διακηρύσσει το μεγαλείο της φύσεως του Θεού. Μας φανέρωσε, όσο είναι δυνατόν, τη γνώση του εαυτού Του πρώτα με το νόμο και τους προφήτες και έπειτα με τον μονογενή Υιό του, τον Κύριο και Θεό μας, Σωτήρα Ιησού Χριστό.
Όλα, λοιπόν, που μας έχει παραδώσει ο νόμος, οι προφήτες, οι απόστολοι και οι ευαγγελιστές τα αποδεχόμαστε, τα γνωρίζουμε και τα σεβόμαστε και δεν ζητάμε τίποτε περισσότερο απ’ αυτά. Διότι ο Θεός είναι αγαθός και μας παρέχει όλα τα αγαθά. Δεν πέφτει ούτε σε ζήλεια ούτε σε κάποιο άλλο πάθος· διότι ο φθόνος είναι μακριά από τη θεία φύση, η οποία είναι απαθής και μόνη αγαθή. Επειδή λοιπόν γνωρίζει τα πάντα και προνοεί για το συμφέρον του καθένα, αποκάλυψε σε μας αυτό που μας συνέφερε να γνωρίζουμε, ενώ αποσιώπησε αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Ας αρκεσθούμε και μείνουμε σ’ αυτά, χωρίς να μετακινούμε τα αιώνια σύνορα και χωρίς να παραβαίνουμε τη θεία παράδοση.

via

Η Εκκλησιολογία του Ιωάννου Δαμασκηνού στο δογματικό του έργο «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»

Η Εκκλησιολογία του Ιωάννου Δαμασκηνού

στο δογματικό του έργο

«κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως»[1]



Η Εκκλησιολογία των Βυζαντινών θεολόγων όπως παρουσιάζεται μέσα από τα κείμενα τους παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία. Δεν συστηματοποιείται διεξοδικά σε ιδιαίτερο κεφάλαιο αλλά συνυπάρχει οργανικά με τη διδασκαλία τους για την Αγία Τριάδα, τη Χριστολογία και τη δημιουργία του κόσμου. Εκκλησία είναι ολόκληρη η δημιουργία στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος, ο οποίος για να υπάρχει, να ζει, να κινείται και να τελειώνεται πρέπει συνεχώς να μετέχει στην ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτήν την ενότητα και την κοινωνία του ανθρώπου με τη θεία πραγματικότητα πραγματοποιούν τα μυστήρια της Εκκλησίας.

α. Η Εκκλησιολογία του Ιωάννου Δαμασκηνού

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συγγραφέας του 8ου μ.Χ. αιώνα, στο έργο του κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως εκθέτει σύνολη τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας όπως διατυπώθηκε στους προηγούμενους 8 αιώνες.[2] Η Εκκλησιολογία του είναι εμφανής σε ολόκληρο το εν λόγω έργο του, χωρίς να αναφέρει σχεδόν πουθενά τη λέξη Εκκλησία, εκτός από δύο εξαιρέσεις[3], ούτε φυσικά τον όρο Εκκλησιολογία, καθώς ο συγκεκριμένος όρος ενσωματώθηκε πολύ αργότερα στη σύγχρονη επιστήμης της Δογματικής. Η Τριαδολογία του, δηλαδή η διατύπωση του Τριαδικού δόγματος, καθώς και η Χριστολογία του, η διδασκαλία του δηλαδή για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και την ενανθρώπιση του μέσα στην ιστορία, περιέχουν αυτομάτως και Εκκλησιολογία, καθώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, που φανερώνει την Αγία Τριάδα μέσα στην ιστορία, είναι ο δημιουργός του κόσμου και ιδρυτής της Εκκλησίας.[4] Επιπλέον στο εν λόγω έργο του η Εκκλησία ταυτίζεται με ολόκληρη τη δημιουργία. Είναι χαρακτηριστικό πως το 86ο κεφάλαιο του έργου κδοσις κριβς τς όρθοδόξου πίστεως, που επιγράφεται με τον τίτλο Περ τν γίων κα χράντων το Κυρίου μυστηρίων, για να αναπτύξει τα μυστήρια της Εκκλησίας αναφέρεται διεξοδικά στη θεολογική διδασκαλία για τη δημιουργία του κόσμου.[5]

Συγκεκριμένα αναφέρει πως ο Θεός δημιούργησε ολόκληρο τον κόσμο «διὰ τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος» μη μπορώντας να κατέχει μόνος Του το γαθό.[6] Το γαθ και η γαθότητα, δεν είναι απλώς το καλό, αλλά η ίδια η ζωή που χαρίζει ο Θεός, με όλη την ποικιλία της, το εἶναι, την ύπαρξη, το λογικό και γι’ αυτό το αντίθετο του είναι η φθορά και ο θάνατος. Ο Θεός δημιούργησε πρώτα τις νοερές και ουράνιες δυνάμεις, δηλαδή τους αγγέλους, έπειτα τον ορατό και αισθητό κόσμο, δηλαδή τη ζώα και τα φυτά, και κατόπιν τον άνθρωπο που μετέχει και στον νοερό και στον αισθητό κόσμο. «Πάντα μὲν οὖν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ (εν. του Θεού) γενόμενα» σημειώνει ο Ιωάννης, κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος κατὰ τὸ εἶναι», κοινωνούν με την αγαθότητα του Θεού, καθώς έχουν πάρει από αυτόν το εναι, την ύπαρξη και τη ζωή, και συνεχώς ο Θεός τα συντηρε και τα συνέχει με την ενέργεια του για να υπάρχουν και να ζουν. Η αγαθότητα του Θεού εκφράζεται αισθητά και δυναμικά μέσα στην ιστορία με τη δημιουργία του ανθρώπου και της υπόλοιπης κτίσης (ο δημιουργημένος κόσμος στο εν λόγω έργο του Δαμασκηνού αλλά και στα κείμενα των βυζαντινών θεολόγων ονομάζεται κτίση και κτιστό[7]). Η παρουσία του δημιουργημένου ανθρώπου και του υπόλοιπου κόσμου μαρτυρά από μόνη της την αγαθότητα του Θεού. Τα λογικά δημιουργήματα, όμως, μετέχουν στην αγαθότητα του Θεού πολύ περισσότερο από τα υπόλοιπα, γιατί έχουν και το εναι αλλά και το λογικό. Βρίσκονται οκειότερα πρς ατν, καθώς και ο Δημιουργός του κόσμου είναι λογικός, χωρίς βέβαια ποτέ να αίρεται η ριζική διάκριση μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων.[8]

Ο άνθρωπος επειδή είναι και αυτεξούσιος, έχει την εξουσία και να ενώνεται συνεχώς με το Δημιουργό Θεό και να διαμένει στο αγαθό, αλλά και να οδηγείται προς την αντίθετη κατεύθυνση που είναι η κακία, η φθορά και ο θάνατος. Η δυνατότητα αυτή του ανθρώπου, μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρη την άλογη δημιουργία. Ο άνθρωπος τελικά διάλεξε τη φθορά και το θάνατο και όχι την υπακοή στην αγαθότητα του Θεού. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση ο Δημιουργός από πλήρη φιλανθρωπία δεν εγκατέλειψε το δημιούργημα του. Επειδή δεν φυλάξαμε την εικόνα και το πνεύμα που μας μετέδωσε : «ἐπειδὴ γὰρ μετέδωκεν ἡμῖν τῆς ἰδίας εἰκόνος καὶ τοῦ ἰδίου πνεύματος[9] καὶ οὐκ ἐφυλάξαμεν» σημειώνει, για να μας καθαρίσει και να μας αφθαρτοποιήσει ο Υιός και Λόγος του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδος (ο οποίος ονομάζεται και Χριστός, αλλά μόνο μετά την ενανθρώπιση[10]) έγινε άνθρωπος και προσέλαβε ο ίδιος τη φθαρτή και αθάνατη φύση μας, εκτός από την αμαρτία : «ὡμοιώθη ἡμῖν κατὰ πάντα γενόμενος ἄνθρωπος χωρὶς ἁμαρτίας καὶ ἡνώθη τῇ ἡμετέρᾳ φύσει».[11] Η αμαρτία δεν είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, αλλά προέρχεται από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, η οποία με τις τραγικές επιλογές της προξενεί τη φθορά και το θάνατο στην ανθρώπινη φύση.[12] Βέβαια, παρότι ο Λόγος προσέλαβε τη φθορά και το θάνατο και αναστήθηκε για να αφθαρτοποιήσει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος εξακολουθεί να πεθαίνει, γιατί καθώς το κακό εισχώρησε μέσα στην ύλη, η οποία ως κτιστή είναι τρεπτή και δυσκίνητη, δεν μπορεί να φύγει εύκολα, αλλά εξίσου δυσκίνητα. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ιωάννης Δαμασκηνός αναπτύσσοντας στο έργο του τις συνέπειες της κτιστότητας των δημιουργημάτων και το γεγονός πως ο θάνατος εφόσον ήρθε δεν μπορεί να φύγει πλέον τόσο εύκολα, παρόλα αυτά προσφέρει και μία ευεργεσία : δεν επιτρέπει στο κακό να είναι αθάνατο.[13]

β. Η ενανθρώπιση και τα μυστήρια του Κυρίου

Η παραπάνω αναφορά του Ιωάννου Δαμασκηνού στη φθορά του ανθρώπου και τη θεραπεία του από το Χριστό, έχει άμεση σχέση με την Εκκλησιολογία του, καθώς γίνεται για να μας εξηγήσει γιατί υπάρχουν τα μυστήρια. Τα μυστήρια της βαπτίσεως (η δεύτερη γέννηση) και της θείας κοινωνίας (η ξένη τροφή) δόθηκαν από το Χριστό για να χαρίζουν στον άνθρωπο τη θεραπεία και τη ζωή τη αφθαρσίας. Τα πάθη της κακίας και του εγωκεντρισμού έφεραν στη ζωή του τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό ο Χριστός από πλήρη φιλανθρωπία σαρκώνεται και χαρίζει με τα μυστήρια του τη ζωή, την αφθαρσία και την ανάσταση.[14]

Η νέα γέννηση και η νέα τροφή που έφερε ο Χριστός είναι το άγιο βάπτισμα και τα τίμια δώρα του, ο άρτος και ο οίνος, τα οποία παραδόθηκαν στο υπερώο της αγίας Σίων κατά το μυστικό δείπνο. Κατά το μυστικό δείπνο καθώς ο Χριστός ένιψε το πόδια των μαθητών του τελείωσε την Παλαιά Διαθήκη και τους παρέδωσε το σύμβολο του βαπτίσματος. Ο Δαμασκηνός συνδυάζει και τη νίψη των ποδιών του Κυρίου με το σύμβολο του βαπτίσματος[15], και όχι μόνο τη βάπτιση του Κυρίου από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Επιπλέον, καθώς έκοψε και μοίρασε τον άρτο, μας παρέδωσε το σώμα του, και καθώς πήρε το ποτήρι με το κρασί και το νερό και το μετέδωσε λέγοντας «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες˙ τοῦτό μού ἐστι τὸ αἷμα τῆς καινῆς διαθήκης», μας παρέδωσε το αίμα του.[16] Όσον αφορά το βάπτισμα μας διευκρινίζει πως συνοδεύεται απαραιτήτως και από τη χρίση με το λάδι, εννοώντας το μυστήριο του χρίσματος. Το λάδι στο βάπτισμα υπογραμμίζει πως χρησιμοποιείται για να μας κάνει χριστούς, να δείξει τη χρίση της ανθρωπότητας από τη θεότητα που πρόσφερε ο Χριστός, και να μας χαρίζει το έλεος του Θεού.[17]

Παραλαμβάνεται ο άρτος και ο οίνος, διευκρινίζει ο Δαμασκηνός, γιατί ο άνθρωπος αποστρέφεται τ μ κατ τη συνήθειαν τετριμμένα. Ο Χριστός πήρε τα συνηθισμένα και τετριμμένα μέσα της φύσεως για να κάνει αυτά που βρίσκονται υπέρ τη φύσεως.[18] Όσον αφορά το βάπτισμα επειδή οι άνθρωποι συνηθίζουν να λούζονται με νερό και να χρίονται με λάδι, συνέδεσε τη χάρη του Πνεύματος με το λάδι και το νερό και τα κατέστησε λουτρό αναγεννήσεως. Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή οι άνθρωποι τρώνε ψωμί και πίνουν νερό και κρασί, προσέλαβε τα συγκεκριμένα υλικά και τα έκανε σώμα και αίμα του, για να πάρουμε τη χάρη του με τα συνηθισμένα φυσικά μέσα.[19]

Το σώμα που μεταλαμβάνουν τα μέλη της εκκλησίας είναι σμα ληθς νωμένον θεότητι, όχι γιατί το σώμα του Χριστού που αναλήφθηκε κατέρχεται το ίδιο στη γη, αλλά γιατί ο ίδιος ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Θεού. Ο Δαμασκηνός τονίζει πως αν κάποιος επιθυμεί να μάθει τον τρόπο της μεταβολής του άρτου και οίνου σε σώμα και αίμα Κυρίου αρκεί να γνωρίζει πως γίνεται με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι υπέρ αρκετό. Όπως με το άγιο Πνεύμα έφτιαξε ο Κύριος από τη Θεοτόκο σάρκα αυτ κα ν αυτ και δεν γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο το έκανε, παρά μόνο πως ο Κύριος αληθινά και πραγματικά έγινε άνθρωπος (αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς), έτσι και ο άρτος και ο οίνος μετατρέπονται σε σώμα και αίμα Χριστού χωρίς να γνωρίζουμε τον τρόπο της μετατροπής. Μας αρκεί να γνωρίζουμε πως πραγματικά μετατρέπονται και μας θεραπεύουν.[20] Εκείνο που τονίζει ιδιαιτέρως στο κείμενο του, είναι πως ο άρτος και ο οίνος δεν είναι απλώς τύπος του σώματος και του αίματος του Κυρίου – μάλιστα αναφέρει το μ γένοιτο για μία τέτοια σκέψη – αλλά το ίδιο το σώμα του Κυρίου θεωμένο. Γι’ αυτό σημειώνει πως ο Χριστός κατά την παράδοση των τιμίων δώρων στο μυστικό δείπνο είπε τούτο μου εστί το σώμα και το αίμα και όχι τούτο μου εστί τύπος του σώματος και τύπος του αίματος μου, όπως επίσης είπε και στους Ιουδαίους «εἰ μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἰοῦ τοῦ ἀνθρώπου, οὐκ ἔχετε ζωὴν αἰώνιον. Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθὴς ἐστι βρῶσις καὶ τὸ αἷμα μου ἀληθὴς ἐστι πόσις» , καθώς και «ὁ τρώγων με ζήσετε».[21]

Άλλωστε τα πάντα μέσα στην εκκλησία είναι αγιασμένα. Ο Ιωάννης τονίζει με έμφαση πως ο τίμιος σταυρός του Κυρίου είναι αγιασμένος, γιατί τον ακούμπησε το άγιο σώμα και το αίμα του Χριστού. «Αὐτὸ μὲν οὖν τὸ τίμιον ξύλον ὡς ἀληθῶς καὶ σεβάσμιον, ἐν ᾧ ἑαυτὸν εἰς θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν Χριστὸς προσενήνοχεν, ὡς ἁγιασθὲν τῇ ἁφῇ τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος εἰκότως προσκυνητέον» θα σημειώσει χαρακτηριστικά.[22] Κάθε φορά που ο άνθρωπος τον προσκυνάει θεραπεύεται και αγιάζεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καρφιά, τη λόγχη, τη φάτνη, τον Γολγοθά, το ζωοποιό τάφο του Χριστού επειδή πέρασε από αυτά ο Χριστός και τα αγίασε.[23]

Ο Ι. Δαμασκηνός καθώς αναφέρεται στα μυστήρια και στη θεραπεία που προσφέρει η μετάληψη του τιμίου σώματος και αίματος του Κυρίου, δηλώνει με έμφαση πως για να διατηρήσει ο άνθρωπος τη θεραπεία των μυστηρίων πρέπει ολόκληρη η ύπαρξη του, ο νους (που είναι το κατ’ εικόνα για τους βυζαντινούς θεολόγους[24]), η καρδιά του, το σώμα του, η βούληση του, να είναι καθαρή και καλοπροαίρετη. Διαφορετικά η μετάληψη του σώματος και του αίματος του Κυρίου δεν συντελεί στην άφεση των αμαρτιών αλλά γίνεται κόλαση και τιμωρία, όπως ακριβώς ο θάνατος του Κυρίου για τους πιστούς έγινε ζωή και αφθαρσία, ενώ για τους αυτούς που τον σκότωσαν έγινε κόλαση και τιμωρία.[25] Το παράδειγμα που αναφέρει από τη ζωή του ίδιου του Κυρίου είναι εύστοχο και χαρακτηριστικό. Η χάρις τους Αγίου Πνεύματος που έχουν τα μυστήρια του Κυρίου, αγιάζει τον άνθρωπο εφόσον ο ίδιος ο άνθρωπος, ως ελεύθερος και αυτεξούσιος, έχει καλοπροαίρετη και καθαρή την ύπαρξη του και όχι μολυσμένη από την αμαρτία, βασική εκδήλωση της οποίας είναι η κακία.

Σε πιθανό ερώτημα κάποιων σχετικά με το πως φαίνεται στη ζωή των ανθρώπων η θεραπεία του αγίου Πνεύματος που χαρίζει η μετάληψη των τιμίων δώρων, ο Δαμασκηνός σπεύδει να απαντήσει πως τα μέλη που μεταλαμβάνουν αποκτούν σύσταση, ενότητα και αρμονία ψυχής και σώματος : «Σῶμά ἐστι καὶ αἷμα Χριστοῦ εἰς σύστασιν τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τε καὶ σώματος χωροῦν». Τα πάθη του ανθρώπου, όπως η κακία, η ζήλεια και ο εγωκεντρισμός με όλες τις επικίνδυνες προεκτάσεις τους, διασπούν την ύπαρξη του και ο αγιασμός των μυστηρίων επαναφέρει σε αυτόν την ηρεμία και τη γαλήνη που εκδηλώνεται εξωτερικά με την ενότητα και την αρμονία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η θεία κοινωνία είναι για τον άνθρωπο «βλάβης παντοδαποῦς ἀμυντήριον» και «ρύπου παντὸς καθαρτήριον». Το φάρμακο που εξαφανίζει αρρώστιες και κάθε είδους αιφνίδια προσβολή και βία.[26]

Τα τίμια δώρα του Κυρίου ονομάζονται επίσης α) μετάληψη, β) κοινωνία και γ) αντίτυπα των μελλόντων. Μετάληψη γιατί με αυτά μεταλαμβάνουμε τη θεότητα του Ιησού. Κοινωνία, γιατί κοινωνούμε μέσω αυτών και με τον Χριστό, καθώς μετέχουμε στη σάρκα και στη θεότητα του, αλλά και μεταξύ μας, καθώς μεταλαμβάνουμε από έναν (τον ίδιο) άρτο και γινόμαστε σύσσωμοι με το Χριστό.[27] Αντίτυπα των μελλόντων γιατί διαμέσου αυτών μετέχουμε τώρα στη θεότητα του Χριστού (όχι γιατί δεν είναι αληθινά σώμα και αίμα του Θεού), ενώ στο μέλλον θα μετέχουμε νοητά, μόνο διά μέσου της θεάς του Θεού.[28]

γ. Η αρχαιότητα των μυστηρίων

Εκκλησία για τον Ιωάννη Δαμασκηνό είναι ολόκληρη η δημιουργία. Τα μυστήρια υπάρχουν μέσα στην ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη, από την αρχή της Δημιουργίας, για να χαρίζουν τη ζωή και τη θεραπεία και όχι μόνο από την Καινή Διαθήκη με την ενανθρώπιση. Άλλωστε και σε όλη την Παλαιά Διαθήκη υπάρχει ο Υιός ως άσαρκος Λόγος. Με την ενανθρώπιση μπαίνουμε σε μία καινούρια φάση, της πλήρους θεραπείας και χάριτος όμως η ενέργεια των μυστηρίων πάντοτε είναι απαραίτητη στην εκκλησία – δημιουργία για να υπάρχουν, να συντηρούνται και να τελειώνονται τα κτίσματα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Δαμασκηνός μας λέγει πως υπάρχουν πολλά είδη βαπτίσματος, τα οποία ξεκινούν από την Παλαιά Διαθήκη και κορυφώνονται στην Καινή με την ενανθρώπιση. Το πρώτο βάπτισμα είναι του κατακλυσμού για τον τερματισμό της αμαρτίας,[29] αναφερόμενος στο περιστατικό του κατακλυσμού του Νώε. Το δεύτερο βάπτισμα είναι αυτό που έγινε στη θάλασσα όταν ο Μωϋσής χτύπησε τη ράβδο, άνοιξαν τα νερά και οι Ισραηλίτες σώθηκαν[30] και το τρίτο βάπτισμα είναι το νομικό βάπτισμα που έκανε κάθε ακάθαρτος Ισραηλίτης.[31] Το τέταρτο βάπτισμα είναι το βάπτισμα του Ιωάννου του Βαπτιστή που είναι εισαγωγικό στο βάπτισμα του Κυρίου.[32] Το πέμπτο βάπτισμα είναι το βάπτισμα που πήρε ο ίδιος ο Χριστός, όχι βέβαια γιατί είχε ανάγκη από κάθαρση, αλλά για να αγιάσει τον βαπτιστή, να αποκαλύψει το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, και να γίνει τύπος και υπογραμμός σε εμάς ως προς το βάπτισμα.[33] Αυτό το βάπτισμα υποσκιάζει όλα τα προηγούμενα γιατί αγιάζει πλήρως τον βαπτιστή, όπως και όλη την ανθρωπότητα, και αποκαλύπτει το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Το βάπτισμα έχει πολύ παλιές ρίζες από την αρχή της δημιουργίας και δεν υπάρχει μόνο από την ώρα που βαπτίστηκε ο Χριστός στον ποταμό Ιορδάνη. Στον Ιορδάνη υπήρξε η κορύφωση του αγιασμού που προσφέρει το βάπτισμα.

Όμως και τα τίμια δώρα βρίσκονται τυπολογικά και συμβολικά στην Παλαιά Διαθήκη (και το σύμβολο στην Αγία Γραφή και στη λοιπή λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι ποτέ κενό περιεχομένου). Με ψωμί και κρασί δεξιώθηκε ο Μελχισεδέκ τον Αβραάμ όταν επέστρεψε από τη σφαγή των αλλοφύλων. Ο Δαμασκηνός τονίζει πως εκείνη η τράπεζα προεικόνιζε τη δική μας μυστική τράπεζα, όπου αγιάζεται ο άρτος και ο οίνος, και ο Μελχισεδέκ είναι ο τύπος και το εικόνισμα του αληθινού αρχιερέα Χριστού.[34]

Άλλωστε και ο ζωοποιός σταυρός του Κυρίου (που επίσης είναι μυστήριο της εκκλησίας) υπάρχει συμβολικά στην Παλαιά Διαθήκη. Το δέντρο της ζωής που φυτεύθηκε στον παράδεισο από το Θεό προτυπώνει τον τίμιο σταυρό[35] (δια μέσου του ξύλου προήλθε ο θάνατος, σημειώνει δεικτικά ο Δαμασκηνό, διαμέσου έπρεπε να χαριστεί η ζωή και η ανάσταση).[36] Το άκρο της ράβδου που προσκύνησε ο Ιακώβ και ευλόγησε τους γιους του Ιωσήφ[37], η ράβδος του Μωυσή που χτύπησε τη θάλασσα σώζοντας τους Ισραηλίτες και κατατροπώνοντας τους στρατιώτες του Φαραώ,[38] η ανύψωση των χεριών του Μωυσή όταν νίκησαν τους Αμαληκίτες,[39] ο βράχος που έτρεξε νερό στην έρημο,[40] η ανύψωση από τον Ααρών της ράβδου του σε σχήμα σταυρού και η σωτηρία από τα θανατηφόρα τσιμπήματα των φιδιών όσων την κοιτούσαν[41] (το φίδι ήταν νεκρό και το ξύλο έσωζε αυτούς που το έβλεπαν, όπως μετά την ενανθρώπιση το ξύλο που σταυρώθηκε ο Χριστός σώζει αυτούς που το πιστεύουν[42]) είναι προτυπώσεις και συμβολισμοί του σταυρού.

δ. Η ευθύνη του ανθρώπου

Δεν αρκεί όμως μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού να προσλάβει τη φύση μας, και να μας ανακαινίσει, ένα έργο στο οποίο δεν μετέχει ο κάθε άνθρωπος προσωπικά – όλοι απέκτησαν το φάρμακο της θεραπείας και της ζωής, (όπως δεν μετέχει ο κάθε άνθρωπος προσωπικά και στην αρρώστια που έφερε το προπατορικό αμάρτημα) –, αλλά είναι απαραίτητο και ο κάθε άνθρωπος προσωπικά που θέλει να φτάσει το μέτρο της τελειότητας, να προσπαθήσει ελεύθερα και αυτεξούσια να καθαρισθεί και να αφθαρτοποιηθεί. Για να συμβεί αυτό πρέπει να γεννηθεί με δεύτερη γέννηση, «δευτέραν γέννησιν γεννηθῆναι», και να τραφεί με τροφή ξένη προς αυτόν, «τραφῆναι τροφὴν ξένην», έτσι ώστε η τροφή να μην έχει σχέση με την αμαρτία και τη φθορά. Κάθε ίχνος μαγείας εξαφανίζεται αμέσως. Όπως τα παιδιά κληρονομούν τη φύση του πατέρα τους, παρόμοια όλο το ανθρώπινο γένος κληρονόμησε τη φύση του προπάτορα Αδάμ, η οποία αρρώστησε και οδηγήθηκε στη φθορά. Η αμαρτία απλώθηκε με πολλούς τρόπους στη ζωή του ανθρώπου, τονίζει ο Δαμασκηνός και γέμισε τη ζωή του με κάθε είδους κακία.[43] Καθώς ο Χριστός, ξένος ολότελα προς τη φθορά, προσέλαβε από πλήρη φιλανθρωπία την ανθρώπινη φύση και τη θεράπευσε με μια σειρά ιστορικών πράξεων, όπως της σαρκώσεως – έγινε άνθρωπος –, του βαπτίσματος με το νερό – θεράπευσε και την άλογη δημιουργία – του πάθους και της Αναστάσεως – πέρασε και από το θάνατο για να τον νικήσει με την Ανάσταση –, ο κάθε άνθρωπος για να γίνει κληρονόμος της καινούριας φύσεως, πρέπει με την ελευθερία που του χαρίζει το λογικό και το αυτεξούσιο, και να γεννηθεί με δεύτερη γέννηση, αυτή του βαπτίσματος, που δεν θα έχει τα στοιχεία της φθοράς, αλλά και να τραφεί, με πραγματική τροφή, για να ζήσει τη νέα ζωή, τροφή κατάλληλη στη νέα γέννηση.[44] Δεν αρκεί μονάχα η απαρχή της ημετέρας φύσεως «ἐν μετοχῇ γενέσθαι τοῦ κρείττονος»,[45] που συντελέστηκε με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως από το Χριστό, αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος να μετέχει με την ελευθερία που του χαρίζει το λογικό και το αυτεξούσιο σε δεύτερη γέννηση, και με τροφή, κατάλληλη στη νέα γέννηση, συνεχώς να τρέφεται έτσι ώστε να γίνει θέσει αυτό που ο Κύριος είναι φύσει.[46]

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο που αφιερώνει για το βάπτισμα γράφει πως το βάπτισμα παρέχει όμοια σε όλους τους ανθρώπους την άφεση των αμαρτιών, όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος παρέχεται κατά την αναλογία της πίστεως και της προκαθάρσεως. Με το βάπτισμα όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, γίνεται μόνο απαρχή του Αγίου Πνεύματος και η αρχή μίας άλλης ζωής γεμάτη φωτισμό.[47] Χρειάζεται απαραιτήτως ο συνεχής προσωπικός αγώνας του κάθε ανθρώπου για να καρπώνεται τη θεραπεία που χάρισε η ενανθρώπιση και να αντιστρατεύεται την κακία, τη φθορά και το θάνατο.[48] Γι’ αυτό πολύ σωστά ο Δαμασκηνός καθώς αναφέρεται στον αγιασμό που προσφέρει το μυστήριο του βαπτίσματος τονίζει πως ο άνθρωπος είναι απαραίτητο με όλες τις δυνάμεις του κρατά καθαρό τον εαυτό του από τα βρώμικα έργα ώστε να μην ξαναγίνει δούλος της αμαρτίας. Όπως τα έργα χωρίς την πίστη είναι νεκρά, έτσι ακριβώς και η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή.[49]

ε. Η ενότητα των μυστηρίων

Τα μυστήρια της Εκκλησίας φανερώνουν τη χάρη και τη θεραπεία του Αγίου Πνεύματος και έχουν μεταξύ τους πλήρη οργανική ενότητα. Το βάπτισμα συνδέεται άμεσα με τον σταυρικό θάνατο του Κύριου καθώς αυτόν ακριβώς φανερώνει. Οι τρεις καταδύσεις του βαπτίσματος σημαίνουν τις τρεις μέρες που έμεινε στον τάφο ο Κύριος και γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να μετέχει στο μυστήριο του βαπτίσματος μόνο μία φορά, όπως μόνο μία φορά πέθανε ο Κύριος. Τα σημαντικά γεγονότα (όπως είναι η γέννηση και ο θάνατος) συμβαίνουν μόνο μία φορά στη ζωή του ανθρώπου.[50]

Η ενότητα των μυστηρίων και η απτή ιστορική τους παρουσία φαίνεται από το γεγονός πως ο Ιωάννης περιγράφει μόνο τα μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας. Όπως πρώτα γεννάται ο άνθρωπος και κατόπιν τρέφεται και συντηρείται στη ζωή, έτσι και το βάπτισμα, ως ένταξη στην εκκλησία και αναγέννηση στη νέα ζωή και η θεία ευχαριστία, ως συνεχή τροφή αθανασίας, εκ των πραγμάτων είναι τα μυστήρια που αναγεννούν τον άνθρωπο και τον συνέχουν. Τα υπόλοιπα μυστήρια όπως το ευχέλαιο, ο γάμος, η εξομολόγηση, η χειροτονία ως μυστήρια που επίσης τροφοδοτούν τη ζωή και θεραπεύουν τον άνθρωπο, δεν μπορούν να συμβούν αν δεν προηγηθεί εκ των πραγμάτων η βάπτιση και η θεία ευχαριστία. Γι’ αυτό και δεν αναφέρονται καθόλου στο δογματικό του έργο κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως καθώς είναι οργανικά ενταγμένα μέσα στο ενιαίο θεραπευτικό σώμα της Εκκλησίας.

στ. Εκκλησία και εσχατολογία

Δεν γνωρίζουμε μόνο την εσχατολογία της Εκκλησίας, δηλαδή τη συνεχή πορεία της προς τα έσχατα, αλλά και την προέλευση της. Η Εκκλησία δεν υπάρχει μόνο από την πρώτη μέρα της δημιουργίας αλλά προ καταβολής κόσμου, καθώς ολόκληρη η Εκκλησία (λογικά όντα και υπόλοιπο κόσμος), υπάρχει από πάντοτε στην βούληση του Τριαδικού Θεού, ως προορισμός, εικόνα, θέλημα και παράδειγμα. Ο Δαμασκηνός σημειώνει πως ολόκληρη η δημιουργία υπήρχε από πάντα με άχρονο τρόπο στην άχρονη βούληση του Θεού, ως προορισμός, εικόνα και παράδειγμα και γι’ αυτό σημειώνει στο έργο του κδοσις κριβς τς όρθοδόξου Πίστεως, πως ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν να συμβούν καθώς τα σκέφτηκε με άχρονο τρόπο, και τα πάντα γίνονται κατά την άχρονη θέληση του, η οποία είναι προορισμός, εικόνα και παράδειγμα.[51]

Η άκτιστη βούληση του Τριαδικού Θεού, η οποία είναι άτρεπτη και δεν δέχεται μεταπτώσεις και αλλαγές (όπως αντιθέτως συμβαίνει με τη βούληση του ανθρώπου που είναι κτιστή) από πάντοτε επιθυμούσε τα κτίσματα που ήθελε να δημιουργήσει, και ως άτρεπτη δεν είναι δυνατόν ποτέ να αλλάξει γνώμη και να τα απαρνηθεί. Έτσι η δημιουργία δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει γιατί η βούληση του Θεού είναι άτρεπτη, δεν μεταβάλλεται, και εδώ ακριβώς φαίνεται η εσχατολογία της Εκκλησίας (ο όρος εσχατολογία, όπως και όρος Εκκλησιολογία δεν υπάρχει στα δογματικά κείμενα του Δαμασκηνού, καθώς ενσωματώθηκε πολύ αργότερα στην επιστήμη της Δογματικής). Η δημιουργία πάντοτε θα υπάρχει και θα πορεύεται προς τα έσχατα, καθώς ο Θεός ως άτρεπτος δεν θα σταματήσει ποτέ να της χαρίζει το είναι.[52] Για να υπάρξει όμως το ευ είναι σε αυτήν την πορεία χρειάζεται η ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και γνωρίζουμε πως η πτώση έφερε στασιμότητα στην πρόοδο και την τελείωση του ανθρώπου, παρότι ο Θεός πάντοτε παρέχει το είναι και τη ζωή. Γι’ αυτό η Εκκλησία μετά την ενανθρώπιση και την Ανάσταση του Κυρίου μπαίνει σε μία καινούρια φάση σχετικά με την πορεία της προς τα έσχατα. Ο Δαμασκηνός συνδέει την τέλεια πορεία που δεν υποκύπτει στο θάνατο με την Ανάσταση του Κυρίου σημειώνοντας πως «αὐτὸς δὲ ὁ Κύριος ἀπαρχὴ τῆς τελείας καὶ μηκέτι θανάτῳ ὑποπιπτούσης ἀναστάσεως γέγονε».[53] Η Ανάσταση χαρίζει την πλήρη ζωή και την πορεία προς τα έσχατα. Βέβαια η ανάσταση του ανθρώπου, ως συνεχή ζωή από τον Τριαδικό Θεό, ήταν ούτως ή άλλως γεγονός, εφόσον μετά το θάνατο ο άνθρωπος ζει, αν και έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της υπάρξεως του, το σώμα, γιατί ο Θεός δεν σταματά ποτέ να του παρέχει το είναι και τη ζωή. Μετά την Ανάσταση όμως του Χριστού, καθώς, όπως σημειώσαμε μπαίνουμε σε μία καινούρια φάση του έργου της θείας οικονομίας, είμαστε απολύτως βέβαιοι πως δεν θα αναστηθούν μόνο οι ψυχές των ανθρώπων, αλλά και τα σώματα γιατί ο Χριστός ανέστησε την πλήρη φύση του ανθρώπου, και του σώματος και της ψυχής του.

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έχει αφιερώσει αρκετές σελίδες του δογματικού του έργου κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως για την ανάσταση του ανθρώπου. Το σημείο που τονίζει με έμφαση στο κείμενο του είναι πως η ανάσταση των νεκρών στην οποία πιστεύουμε δεν είναι ανάσταση μόνο των ψυχών, αλλά κυρίως ανάσταση σωμάτων. Εφόσον ο θάνατος, σημειώνει είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, «εἰ γὰρ θάνατον ὁρίζονται χωρισμὸν ψυχῆς ἀπὸ σώματος», η ανάσταση είναι η νέα συνάφεια της ψυχής από το σώμα, «ἀνάστασίς ἐστι πάντως συνάφεια πάλιν ψυχῆς καὶ σώματος καὶ δεύτερα τοῦ διαλυθέντος καὶ πεσόντος ζῴου στάσις», για να συμπληρώσει πως το ίδιο το σώμα που φθείρεται και διαλύεται, αυτό το ίδιο ακριβώς θα αναστηθεί άφθαρτο.[54] Δεν αδυνατεί αυτός που έφτιαξε το σώμα από το χώμα και πάλι να το αναστήσει μετά την επιστροφή του στη γη.[55]

Ο Δαμασκηνός κατά την πάγια τακτική του που ήδη σημειώσαμε αναφέρεται στην Αγία Γραφή, και μάλιστα εκτενώς και στην Παλαιά Διαθήκη, για να δείξει στον αναγνώστη του πως υπάρχει ανάσταση σωμάτων. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στον Μωυσή. Ο Θεός είπε στο Μωυσή πως είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, όχι ο Θεός των νεκρών αλλά των ζώντων[56] για να σχολιάσει ο ίδιος ο Ιωάννης πως οι ψυχές τους ζουν στα χέρια του Θεού ενώ τα σώματα θα ξαναζήσουν με την ανάσταση.[57] Επιπλέον αναφέρεται στον Ησαΐα που γράφει «Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις»[58] για να σημειώσει πως στα μνημεία δεν τοποθετούνται οι ψυχές αλλά τα σώματα : «Δῆλον δε, ὡς οὐχ αἱ ψυχαὶ ἐν τοῖς μνημείοις τίθενται, ἀλλὰ τὰ σώματα».[59] Αναφέρει πολλά ανάλογα χαρακτηριστικά παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη για να περάσει στην Καινή και να σημειώσει με έμφαση πως ο Χριστός όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τα έργα του φανέρωσε την ανάσταση των σωμάτων. Ανέστησε τον Λάζαρο που έμεινε τέσσερις μέρες στον τάφο. Δεν ανέστησε ο Χριστός, τονίζει, μόνο την ψυχή του Λαζάρου, αλλά το ίδιο σώμα του που βρίσκονταν στον τάφο με την ψυχή του.[60]

Η εκκλησία με κορυφαίο ολόκληρο τον άνθρωπο, σώμα και ψυχή, πορεύεται προς τα έσχατα, τα οποία είναι ατελεύτητα καθώς ο Θεός δεν παύει ποτέ να χαρίζει το είναι και τη ζωή. Για τη βυζαντινή θεολογία, η οποία εκπροσωπείται πλήρως στο δογματικό έργο του Ι. Δαμασκηνού, δεν μπορεί να νοηθεί πορεία προς τα έσχατα, χωρίς τη ζωοποίηση που χαρίζει ο Τριαδικός Θεός και την Ανάσταση του Κυρίου.

Σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν γίνεται προφανές πως διατυπώνεται η Εκκλησιολογία στους Βυζαντινούς συγγραφείς. Οι σημερινοί τρεις τομείς στους οποίους χωρίζεται η επιστήμη της Δογματικής : Τριαδολογία, Χριστολογία και Εκκλησιολογία ή αλλιώς δύο η Θεολογία (που περιλαμβάνει την Τριαδολογία) και η Οικονομία (που περιλαμβάνει τη Χριστολογία και την Εκκλησιολογία) προήλθαν από καθαρά συστηματικούς επιστημονικούς λόγους. Στα κείμενα των Βυζαντινών θεολόγων η Εκκλησιολογία έχει άμεση σχέση με ολόκληρη τη δημιουργία, την Αγία Τριάδα και τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, ο οποίος φανερώνει την Αγ. Τριάδα στην ιστορία. Η Εκκλησία που εκφράζεται μέσω των μυστηρίων της είναι ολόκληρη η δημιουργία, στην οποία φανερώνεται η Αγία Τριάδα που δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Εκκλησία υπάρχει προ καταβολής κόσμου καθώς ολόκληρη η δημιουργία βρίσκεται από πάντα στην άκτιστη βούληση του Θεού και όχι σε πραγματωμένη κατάσταση. Μέσα στην ιστορία επίσης η εκκλησία και τα μυστήρια της υπάρχουν από την αρχή της δημιουργίας, όπως περιγράφεται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς ο Λόγος συνέχει τη δημιουργία όχι μόνο στην Καινή Διαθήκη ως ένσαρκος αλλά και στην Παλαιά ως άσαρκος. Βέβαια στην ιστορική της διαδρομή η Εκκλησία αναγκάστηκε να διασαφηνίσει τα όρια της σε συγκεκριμένα πλαίσια – κάποιους μάλιστα τους χαρακτήρισε πολύ σωστά ως αιρετικούς και τους θεώρησε εκτός των ιστορικών ορίων της – όμως αυτό η εκκλησία το έκανε μόνο για αμυντικούς λόγους έναντι σκληρών και επικίνδυνων αιρέσεων.[61] Η ίδια εκκλησία όταν εκφράζει ζωντανά τη διδασκαλία της μέσω της λατρείας, των κειμένων και όλων των δημιουργικών της έργων, σημειώνει έντονα τα πραγματικά της όρια που αγκαλιάζουν ολόκληρη τη δημιουργία, όπως περιγράφονται τόσο χαρακτηριστικά στο κατεξοχήν δογματικό έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως.


[1] Μελέτη που δημοσιεύθηκε επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Κρήτης Απόστολος Τίτος, περίοδος Γ΄ τεύχος 8, Δεκέμβριος 2007, σελ. 145 – 160.
[2] Το συγκεκριμένο έργο ήδη από την εποχή που ζούσε ο Δαμασκηνός είχε αρχίσει να μεταφράζεται και σε άλλες γλώσσες. Μέχρι τον 12ο αιώνα είχε μεταφραστεί στα Συριακά, Αραβικά, Αρμενικά, Παλιά Βουλγαρικά ή Σλαβονικά, Γεωργιανά, και Λατινικά. Μάλιστα η λατινική μετάφραση έγινε το 1150, υπό την καθοδήγηση του Πάπα Ευγενίου Γ΄, εκατό χρόνια μετά το Σχίσμα των δύο Εκκλησίων, γεγονός που δείχνει την απήχηση και τη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου δογματικού έργου.
Γεωργίου Φλορόφσκυ, Οι βυζαντινοί πατέρες του έκτου, εβδόμου και ογδόου αιώνα. Μετάφραση Παναγιώτου Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 406˙ Bonifatius Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, ΙΙ, Berlin – New York 1973, σελ. 43. Βλ. επίσης για το θέμα των μεταφράσεων του συγκεκριμένου έργου του Ι. Δαμασκηνού J. de Ghellink, L’ entrée de Jean de Damas dans le monde literraire occidentale, στο Byzantinische Zaitschtift 21 (1912), σελ. 448 – 457.
[3] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II (Bonifatius kotter, Die schriften des Johannes von Damaskos ΙΙ˙ Berlin, New York 1973) 896 σελ. 22˙ 1322 – 23 σελ. 38.
[4] Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας την Εκκλησιολογία στη δογματική τους διδασκαλία. Βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Β΄, (έκθεση της ορθόδοξης πίστης), εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 354 – 356.
[5] Στο κεφάλαιο του για τα μυστήρια έχει ακριβώς τις ίδιες αναφορές περί δημιουργίας του κόσμου που υπάρχουν και στο εξειδικευμένο κεφάλαιο του με τον τίτλο Περὶ δημιουργίας, το οποίο περιγράφει γιατί ο Θεός δημιούργησε εκ του μη όντος τον κόσμο. Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II 16 2 – 8. Η ίδια αυτή ακριβώς αναφορά δεν είναι καθόλου τυχαία. Τα μυστήρια της Εκκλησίας ζωοποιούν και συνέχουν ολόκληρη τη δημιουργία. Ο Νίκος Ματσούκας υποστηρίζει την άποψη πως τα μυστήρια της Εκκλησίας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να περιοριστούν στον κλειστό αριθμό εφτά ακριβώς επειδή «δημιουργία, απολύτρωση, Εκκλησία και μυστήρια αποτελούν τις δραματικές φάσεις του ενιαίου έργου της θείας οικονομίας», Βλ. Νίκου Ματσούκα, Ι. Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή σχόλια, Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 488 (παραπομπή 84) : «καταφαίνεται η στενή σχέση της διδασκαλίας για τα μυστήρια με η διδασκαλία για τη δημιουργία από το μηδέν και για την πτώση και το έργο της σωτηρίας. Και αυτό συμβαίνει γιατί δημιουργία, απολύτρωση, Εκκλησία και μυστήρια αποτελούν τις δραματικές φάσεις του ενιαίου έργου της θείας οικονομίας (η υπογράμμιση είναι δική μας). Γι’ αυτό τα μυστήρια ούτε μόνο επτά είναι ούτε αποτελούν μεμονωμένες τελετές μέσα στην Εκκλησία, αλλά οργανικές εκφάνσεις του μυστηρίου της δημιουργίας και της απολυτρώσεως. Άλλωστε παρακάτω ο Δαμασκηνός τη μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα του Κυρίου συσχετίζει προς τη θεία δημιουργική ενέργεια». Πρβλ. Επίσης για το θέμα Νίκου Ματσούκα, Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων, δημοσιευμένο στο  Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων καὶ ἄλλα μελετήματα, εκδ. Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 14 – 16˙ Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Β΄, (έκθεση της ορθόδοξης πίστης), εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 471 – 474.
[6] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II 86 2 – 5, σελ. 191. 
[7] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 80 3 – 7, σελ. 178 – 179: «Φύσεως μεν ἐστι τὸ ἀγένητον καὶ τὸ γενητόν δι’ ἐνὸς τοῦ νυ γραφόμενον, ὅπερ δηλοὶ τὸ ἄκτιστον καὶ κτιστόν˙ τὸ δε ἀγέννητον καὶ γεννητόν οὐ φύσεως, ἀλλ’ ὑποστάσεως ἥτοι τὸ γεννηθῆναι καὶ τὸ μὴ γεννηθῆναι, ὅπερ διά τῶν δύο νυ ἐκφαίρεται. Ἔστι οὖν ἠ μεν θεία φύσις ἀγένητος ἥτοι ἄκτιστος, πάντα δε τὰ μετὰ τὴν θείαν φύσιν γενητά ἥτοι κτιστά».
[8] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B. kotter, ΙΙ, 86 5 – 14 , σελ. 191 : «Τούτου χάριν ἐποίησε πρῶτον μὲν τὰς νοερὰς καὶ οὐρανίους δυνάμεις, εἶτα τὸν οὐρανὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον, εἶτα ἐκ νοεροῦ καὶ αἰσθητοῦ τὸν ἄνθρωπον. Πάντα μὲν οὖν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γενόμενα κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος κατὰ τὸ εἶναι (αὐτὸς γὰρ ἐστι τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι, ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ εἰσι τὰ ὄντα, οὐ μόνον ὅτι αὐτὸς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι αὐτὰ παρήγαγεν, ἀλλ’ ὅτι ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γενόμενα συντηρεῖ καὶ συνέχει), ἐκ περισσοῦ δὲ τὰ ζῷα (κατὰ τε γὰρ τὸ εἶναι καὶ κατὰ τὸ ζωῆς μετέχειν κοινωνοῦσι τοῦ άγαθοῦ), τὰ δὲ λογικὰ καὶ κατὰ τὰ προειρημένα μὲν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ λογικὸν, καὶ ταῦτα μᾶλλον˙ οἰκειότερα γὰρ πὼς εἰσι πρὸς αὐτὸν, εἰ καὶ πάντων ὑπέρκειται ἀσυγκρίτως».
[9] Ο Ι. Δαμασκηνός σε πολλά σημεία του έργου του Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τονίζει πως το κατ’ εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι ο νους. Ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού ακριβώς γιατί έχει νου. Πρβλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B. kotter, ΙΙ, 62 16 – 23, σελ. 157 – 158 : «Ἀναλαμβάνει τοίνυν ὅλον τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ τούτου κάλλιστον ὑπὸ ἀρρωστίαν πεσὸν, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται. Νοῦς δὲ ἄσοφος ἐστερημένος τε γνώσεως οὐκ ἄν εἴη ποτέ˙ εἰ γὰρ ἀνενέργητος καὶ ἀκίνητος, καὶ ἀνύπαρκτος πάντως. Τὸ κατ’ εἰκόνα ἀνακαινίσαι βουλόμενος ὁ Θεὸς Λόγος γέγονεν ἄνθρωπος. Τί δὲ τὸ κατ’ εἰκόνα, εἰ μὴ ὁ νοῦς; Τὸ κρεῖττον οὖν παρεὶς τὸ χεῖρον ἀνέλαβε; Νοῦς γὰρ ἐν μεταιχμίῳ ἐστὶ Θεοῦ καὶ σαρκὸς, τῆς μὲν ὡς σύνοικος, τοῦ Θεοῦ δὲ ὡς εἰκὼν. Νοῦς οὖν νοΐ μίγνυται, καὶ μεσιτεύει νοῦς Θεοῦ καθαρότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι˙»˙ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B. kotter, ΙΙ, 77 9 – 12, σελ. 175 : « Ἐνηνθρώπησε δὲ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα, ἐφ’ ὅπερ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον, πάλιν αὐτῷ χαρίσηται˙ ἐποίησε γὰρ αὐτὸν κατ’ εἰκόνα ἑαυτοῦ νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον καὶ καθ’ ὁμοιότητα ἤτοι ἐν ἀρεταῖς τέλειον ὡς ἐφικτὸν ἀνθρώπου φύσει˙…». Βέβαια ο νους είναι δεμένος με ολόκληρη την υπόλοιπη ύπαρξη του ανθρώπου και γι’ αυτό ο Δαμασκηνός πολύ σωστά σημειώνει την έκφραση «τῆς ἰδίας εἰκόνος καὶ τοἰδίου πνεύματος». «Πνεύμα», στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το νοητό στοιχείο του ανθρώπου, αυτό που αποκαλούμε η ψυχή, ηγεμονικό μέρους του οποίου είναι ο νους. Από το νου ξεκινά η προσβολή ή η θεραπεία της υπάρξεως μας.
[10] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 79 5 – 7, σελ. 177 : «Ἡμεῖς δὲ Χριστὸν γεγενῆσθαί τε καὶ κεκλῆσθαι φαμεν τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀφ’ οὖ ἐν τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Ἀειπαρθένου ἐσκήνωσε καὶ σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο καὶ ἐχρίσθη ἡ σὰρξ τῇ θεότητι˙».
[11] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 15 – 25, σελ. 191 – 192.
[12] Βλ. Γεωργίου Μαρτζέλου, Η ενανθρώπιση του Λόγου κατά τον αγ. Ιωάννη Δαμασκηνό και η σημασία της για τη θεολογία του, http://users. auth. gr/martzelo (το 74ο άρθρο) καθώς και υπό δημοσίευση στο Θεολογία 77,2 (2006), σελ. 7
[13] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 27 – 30 : σελ. 182 – 183.
[14] Βέβαια η συγκεκριμένη διατύπωση για να απολύτως σωστή από δογματικής απόψεως χρειάζεται μία λεπτή διευκρίνιση. Παρότι ο Υιός ενανθρώπησε για να ξαναχαρίσει στον άνθρωπο τη ζωή και την αφθαρσία μετά το προπατορικό αμάρτημα, δεν είναι δογματικά ακριβής η έκφραση πως ο Υιός έγινε άνθρωπος επειδή συνέβηκε το προπατορικό αμάρτημα. Το προπατορικό αμάρτημα είναι όντως ένα σοβαρότατο κεντρικό επεισόδιο στην ιστορία του ανθρώπου και της κτίσης (καθώς ο άνθρωπος με την αμαρτία του παρέσυρε ολόκληρη την άλογη δημιουργία) που περιγράφει πολύ ζωντανά την πτώση του ανθρώπου και το θάνατο, ως φυσικής συνέπειας αυτής της απομακρύνσεως από το Θεό που είναι η ζωή, όμως και αν ακόμα δεν είχε γίνει το προπατορικό πάλι θα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος για να έρθει σε άμεση σχέση ο άκτιστος Θεός με τα κτίσματα έτσι ώστε να παίρνουν και το είναι, τη ζωή, αλλά και τη συνεχή πρόοδο και τελείωση. Βέβαια καθώς η πτώση του ανθρώπου και η ενανθρώπιση του Λόγου, ως αναμφισβήτητα γεγονότα, συμβαίνουν μέσα στην ιστορία, και η ιστορία γράφεται μόνο με συγκεκριμένα γεγονότα και όχι με υποτιθέμενα, κάνουμε πολύ σωστά τη σύνδεση μεταξύ προπατορικού και ενανθρώπισης. Αν δεν υπάρξει όμως η παραπάνω διευκρίνιση, τότε έμμεσα υποστηρίζουμε πως αν δεν είχε συμβεί το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος δεν θα είχε ανάγκη τη ζωοποιό και θεοποιό ενέργεια του Θεού, κάτι που ποτέ δεν μπορεί να συμβεί γιατί η ριζική διαφορά μεταξύ Θεού και κτισμάτων ποτέ δεν αίρεται. Ο άνθρωπος ούτως ή άλλως, και χωρίς προπατορικό αμάρτημα, έχει συνεχώς ανάγκη την ενέργεια του Θεού για να ζει και να τελειώνεται. Βλ. για το θέμα Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Β΄, (έκθεση της ορθόδοξης πίστης), εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 203 : «ο άνθρωπος στον παράδεισο δεν έχασε ένα αγαθό και τώρα πρέπει να γυρίσει στο παρελθόν και να το ξαναβρεί (μια τέτοια άποψη μπορεί να υποστηρίξει κατά πάσα πιθανότητα ένας θρεμμένος με τη σχολαστική φιλοσοφία), αλλά ματαιώθηκε μια μελλοντική απόκτηση ενός αγαθού, και επιβάλλεται να ξαναρχίσει η ίδια πορεία˙ δηλαδή με το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος έχασε, και πρέπει να το ξαναβρεί, ένα μελλοντικό αγαθό. Το προπατορικό αμάρτημα όμως έφερε απλώς μία ρωγμή σε τούτη τη σχέση της μετοχής. Και εξάπαντος η ρωγμή αυτή έπρεπε να αποκατασταθεί. Αλλά πρωταρχική σπουδαιότητα έχει η μετοχή αυτή καθεαυτή και η τελειωτική πορεία. Και δίχως το προπατορικό αμάρτημα υπήρχε η ίδια αναγκαιότητα να γίνει η τελειωτική πορεί, και φυσικά να πλησιάσει ο Θεός τον άνθρωπο. Γι’ αυτό, ενώ οι ανατολικοί πατέρες δεν συζήτησαν τα κίνητρα της ενανθρώπισης έμμεσα προκύπτει πως η ενανθρώπιση είναι ενέργεια του Θεού, ανεξάρτητη από το προπατορικό αμάρτημα». Ο Γεώργιος Μαρτζέλος καθώς αναφέρεται στις θεολογικές προϋποθέσεις του προπατορικού αμαρτήματος, πριν μπει στην ουσία του προπατορικού και της ενανθρωπίσεως σημειώνει χαρακτηριστικά, βλ. Γεωργίου Μαρτζέλου Το προπατορικό αμάρτημα κατά την ορθόδοξη παράδοση, http://users. auth. gr/martzelo (το 80ο άρθρο) καθώς και υπό δημοσίευση στο Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής (Νέα σειρά), Τμήμα Θεολογίας, 14 (2004) σελ. 2 – 3 : «Με άλλα λόγια ο κτιστός κόσμος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, ανεξάρτητα από την κατ’ ενέργειαν σχέση του με το Θεό. Η διακοπή της σχέσης και κοινωνίας του με το Θεό οδηγεί νομοτελειακά στο μηδέν και στο θάνατο. Από την άποψη αυτή και ο άνθρωπος ως κτιστός είναι καθ’ εαυτόν τρεπτός και θνητός. Για να επιτύχει την αθανασία, η οποία αποτελεί φυσική ιδιότητα μόνο του άκτιστου Θεού, πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κοινωνία και σχέση μαζί του. Τόσο ο θάνατος όσο και η αθανασία είναι δύο δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά του, εξαρτώμενες αποκλειστικά από τη σχέση του με το Θεό. Η σχέση του με το Θεό ή η διακοπή της είναι που καθορίζει αν θα οδηγηθεί στην αθανασία ή θα εκπέσει στο θάνατο». Περιγράφοντας την αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή πριν την πτώση, σημειώνει βλ. Γεωργίου Μαρτζέλου Το προπατορικό αμάρτημα κατά την ορθόδοξη παράδοση ο.π. σελ. 4 : «ως κτιστός και τρεπτός που ήταν κατά τη φύση του, δεν ήταν δυνατό να είναι φύσει αθάνατος και απόλυτα τέλειος», για να καταλήξει πιο κάτω λέγοντας : «Κατ’ αυτή λοιπόν την ηθικοπνευματική πορεία από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν» επισυνέβη κατά την ορθόδοξη παράδοση η πτώση του ανθρώπου, η οποία, καίτοι ανέτρεψε το αρχικό σχέδιο του Θεού και συνιστά οπωσδήποτε για τον άνθρωπο ένα τραγικό γεγονός, δεν αποτελεί γι’ αυτήν παρά μόνο ένα επεισόδιο μέσα στην όλη ιστορία της θείας Οικονομίας και τίποτε περισσότερο» βλ. Γεωργίου Μαρτζέλου Το προπατορικό αμάρτημα κατά την ορθόδοξη παράδοση ο.π. σελ. 5 – 6.
[15] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter, ΙΙ, 86 48 – 51, σελ. 193 : «Ἐν τῷ ὑπερῴῳ τοίνυν τῆς ἁγίας καὶ ἐνδόξου Σιὼν τὸ παλαιὸν πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ φαγὼν καὶ πληρώσας τὴν παλαιὰν διαθήκην νίπτει τῶν μαθητῶν τοὺς πόδας, σύμβολον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος παρεχόμενος».
[16] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 51 – 59, σελ. 193.
[17] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 83 99 – 101, σελ. 185.
[18] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 84 – 87, σελ. 194.
[19] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 87 – 93, σελ. 194.
[20] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 94 – 101, 194 – 195 : «Σῶμα ἐστιν ἀληθῶς ἡνωμένον θεότητι, τὸ ἐκ τῆς ἁγίας παρθένου σῶμα, οὐχ ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ἀναληφθὲν ἐξ οὐρανῶν κατέρχεται, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιεῖται εἰς σῶμα καὶ αἷμα θεοῦ. Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ πνεύματος ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας θεοτόκου διὰ πνεύματος ἁγίου ἑαυτῷ καὶ ἐν ἑαυτῷ ὁ κύριος σάρκα ὑπεστήσατο˙ καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ’ ὅτι ὁ λόγος τοῦ θεοῦ ἀληθὴς καὶ ἐνεργὴς ἐστι καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος.»
[21] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 114 – 120 , σελ. 195. Οι συγκεκριμένες αγιογραφικές αναφορές του, μία πάγια τακτική των Πατέρων της Εκκλησίας καθώς βλέπουν σε μία ζωντανή συνέχεια τη ζωή που περιγράφει η Αγία Γραφή και τη μετέπειτα εκκλησιαστική, όπως διατυπώθηκε κατά το Βυζαντινό πολιτισμό, είναι Ἰωάν. 6, 53 – 54, 55 – 56, 58.
[22] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 84 49 – 51, σελ. 188.  
[23] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 84 51 – 60, σελ. 188.
[24] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B. kotter, ΙΙ, 62 16 – 23, σελ. 157 – 158˙ B. kotter, ΙΙ, 77 9 – 12, σελ. 175.
[25] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 108 – 113, σελ. 195 : «Γίνεται τοίνυν τοῖς πίστει ἀξίως μεταλαμβάνουσιν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς φυλακτήριον ψυχῆς τα καὶ σώματος, τοῖς δὲ ἐν ἀπιστίᾳ ἀναξίως μετέχουσιν εἰς κόλασιν καὶ τιμωρίαν, καθάπερ καὶ ὁ τοῦ κυρίου θάνατος τοῖς μὲν πιστεύουσι γέγονε ζωὴ καὶ ἀφθαρσία εἰς ἀπόλαυσιν τῆς αἰωνίου μακαριότητος, τοῖς δὲ ἀπειθοῦσι καὶ τοῖς κυριοκτόνοις εἰς κόλασιν καὶ τιμωρίαν αἰώνιον».
[26] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 143 – 154, σελ. 196 – 197 : «Σῶμά ἐστι καὶ αἷμα Χριστοῦ εἰς σύστασιν τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τε καὶ σώματος χωροῦν, οὐ δαπανώμενον, οὐ φθειρόμενον, οὐκ εἰς ἀφεδρῶνα χωροῦν – μὴ γένοιτο –, ἀλλ’ εἰς τὴν ἡμῶν οὐσίαν τε καὶ συντήρησιν, βλάβης παντοδαποῦς άμυντήριον, ρύπου παντὸς καθαρτήριον –, ἄν μὲν χρυσὸν λάβῃ κίβδηλον, διὰ τῆς κριτικῆς πυρώσεως καθαίρει –, ἵνα μὴ ἐν τῷ μέλλοντι σὺν τῷ κόσμῳκατακριθῶμεν. Καθαίρει γὰρ νόσους καὶ παντοίας ἐπιφοράς, καθὼς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος˙ ‘Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς ἐκρίνομεν, οὐκ ἄν ἐκρινόμεθα. Κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου παιδευθόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν’. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὅ λέγει˙ ‘Ὥστε ὁ μετέχων τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἴματος τοῦ Κυρίου ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει’. Δι’ αὐτοῦ καθαιρόμενοι ἑνούμεθα τῷ σώματι τοῦ Κυρίου καὶ τῷ Πνεύματι αὐτοῦ καὶ γινόμεθα σῶμα Χριστοῦ».
[27] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 167 – 172, σελ. 197.
[28] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 180 – 182, σελ. 198.
[29] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 67, σελ. 184.
[30] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 67 – 68, σελ. 184.
[31] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 69 – 71, σελ. 184.
[32] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 71 – 75, σελ. 184.
[33] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 82 75 – 81, σελ. 184 – 185.
[34] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 135 – 138, σελ. 196.
[35] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84, 74 – 75, σελ. 189˙ Γένεσις 2,9.
[36] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84, 75 – 76, σελ. 189.
[37] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84, 76 – 78, σελ. 189.
[38] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84 78 – 80, σελ. 189.
[39] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84 80 – 81, σελ. 189.
[40] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84 81 – 82, σελ. 189.
[41] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84 82 – 83, σελ. 189.
[42] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 84 83 – 85, σελ. 189.
[43] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 45 16 – 19, σελ. 107.
[44] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter ΙΙ, 86 25 – 33, σελ. 192.
[45] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter, ΙΙ, 86 26 – 27, σελ. 192.
[46] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter, ΙΙ, 86 33 – 35, σελ. 192.
[47] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, kotter, ΙΙ, 82 53 – 57, σελ. 184 : «Νῦν μὲν οὖν διὰ τοῦ βαπτίσματος τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαμβάνομεν, καὶ ἀρχὴ ἑτέρου βίου γίνεται ἡμῖν ἡ παλιγγενεσία καὶ σφραγὶς καὶ φυλακτήριον καὶ φωτισμός».   
[48] Ο Νίκος Ματσούκας σχολιάζοντας το συγκεκριμένο χωρίο του Ι. Δαμασκηνού για το βάπτισμα παρατηρεί : «Η πατερική θεολογία στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στη διδασκαλία για την ανάσταση, πραγματοποίησε κορυφαία σύλληψη˙ διέκρινε με σαφήνεια την αποκατάσταση της φύσεως από την προκοπή και τελείωση της προσωπικής ζωής, που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η βούληση. Κατά συνέπεια, όπως στη δημιουργία δεν συμβάλει (ούτε μπορεί να συμβάλει άλλωστε ο άνθρωπος), έτσι δεν συμβάλει στο κοινό δώρο της αναστάσεως (αφού όλοι θα αναστηθούν, λυτρωμένοι με τη χάρη, και μη λυτρωμένοι) και στην καταστροφή του προπατορικού αμαρτήματος…Η βούληση δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο, παρά μόνο στη μετέπειτα κίνηση για την τελείωση.» : Νίκου Ματσούκα, Ι. Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή σχόλια, Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 486 (παραπομπή 28).
[49] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 82 58 – 62 , σελ. 184.
[50] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 82 2 – 20, σελ. 181 – 182. Μάλιστα στο σημείο αυτό ο Δαμασκηνός εμφανίζεται ιδιαίτερα δεικτικός για τα άτομα που βαπτίζονταν στο όνομα της Αγίας Τριάδος περισσότερες από δύο φορές, στηλιτεύοντας προφανώς μία επικίνδυνη συνήθεια της εποχής εκείνης.
[51] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 9 17 – 20, σελ. 32 : «Ἐθεάσατο γὰρ ¨τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν¨ ἀχρόνως ἐννοήσας καὶ ἔκαστον κατά τὴν θελητικὴν αὐτοῦ ἄχρονον ἔννοιαν, ἤτις ἐστί προορισμός καὶ εἰκὼν καὶ παράδειγμα, ἐν τῷ προορισθέντι καιρῷ γίνεται».
[52] Πρβλ. για το θέμα Νίκου Ματσούκα, Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων, δημοσιευμένο στο  Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων καὶ ἄλλα μελετήματα, εκδ. Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 34 – 37.
[53] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 75 – 76, σελ. 236.
[54] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 2 – 9 , σελ. 234˙ 100 123 – 125, σελ. 238.
[55] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 9 – 11, σελ. 234.
[56] Ματθ. 22, 32 – 33.
[57] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 36 – 39, σελ. 235.
[58] Ἡσαΐα 26, 19.
[59] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 43 – 45, σελ. 235.
[60] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Kotter II, 100 67 – 70, σελ. 236.
[61] Βλ. Νίκου Ματσούκα, Ι. Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή σχόλια, Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 461 (παραπομπή 37) : «Γενικά η σχέση της Αγίας Τριάδος προς ολόκληρη τη δημιουργία παρέχει, κατά την πατερική θεολογία, τα σωστά πλαίσια και κριτήρια για τη θεώρηση των ορίων της Εκκλησίας. Τα όρια αυτά ποτέ δεν μπορούν νοηθούν σχηματοποιημένα και κλειστά. Πολλές φορές η σύγχρονη αντιαιρετική θεολογία παρασύρεται στη διατύπωση μιας Εκκλησιολογίας που αποδυναμώνει την παρουσία του Θεού στη δημιουργία. Η αυστηρή περιχαράκωση ορίων στη στρατευόμενη Εκκλησία, που γίνεται σωστά για λόγους παιδαγωγικούς και πολεμικούς, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να απολιθώνει και να στατικοποιεί το θεολογικό πνεύμα. Εν προκειμένω η πατερική θεολογία, με τις διαστάσεις που παρέχει και με τη σωστή ερμηνεία, που πρέπει να γίνει, αποτελεί το μόνο κριτήριο για μια ορθόδοξη Εκκλησιολογία».

Ιωάννης Ν. Λίλης

Διδάκτωρ Θεολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Διδάσκων Δογματική και Συμβολική Θεολογία
στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης

via

Περιεχόμενα: Έκδοσης Ακριβής Ορθοδόξου Πίστεως (Ιωάννου Δαμασκηνού)

  «Η σχέση της Αγίας Τριάδος προς ολόκληρη τη δημιουργία παρέχει, κατά την πατερική θεολογία, τα σωστά πλαίσια και κριτήρια για τη θεώρηση των ορίων της Εκκλησίας. Τα όρια αυτά ποτέ δεν μπορούν νοηθούν σχηματοποιημένα και κλειστά. Πολλές φορές η σύγχρονη αντιαιρετική θεολογία παρασύρεται στη διατύπωση μιας Εκκλησιολογίας που αποδυναμώνει την παρουσία του Θεού στη δημιουργία. Η αυστηρή περιχαράκωση ορίων στη στρατευόμενη Εκκλησία, που γίνεται σωστά για λόγους παιδαγωγικούς και πολεμικούς, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να απολιθώνει και να στατικοποιεί το θεολογικό πνεύμα. Εν προκειμένω η πατερική θεολογία, με τις διαστάσεις που παρέχει και με τη σωστή ερμηνεία, που πρέπει να γίνει, αποτελεί το μόνο κριτήριο για μια ορθόδοξη Εκκλησιολογία».

Ουρανοδρόμος Κλίμαξ: Περιεχόμενα

 Η Κλίμαξ Θείας ανόδου, Κλίμακα του Ιωάννου ή και απλά Κλίμακα (λατ.: Scala Paradisi) ονομάζεται ένα σημαντικό βιβλίο γραμμένο κατα τον 5ο6ο αιώνα από τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη το οποίο ευρέως χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Εκκλησιαστικής Γραμματείας.

Ιστορία


Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ήταν γνωστός για την ασκητική του ζωή και την βαθιά πνευματικότητά του, ασκήτεψε αρκετά χρόνια στην έρημο ως Ερημίτης και διετέλεσε και Ηγούμενος της Μονής του Σινά. Όταν ήταν Ηγούμενος, έλαβε γράμμα από τον Ιωάννη, Ηγούμενο της Μονής Ραϊθού το οποίο ζητούσε από τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη λόγους πνευματικούς και συμβουλές για την ασκητική ζωή.

Ο Άγιος Ιωάννης τότε, σε απάντηση αυτού του αιτήματος από τον Ιωάννη της Ραϊθού, έστειλε ένα σύγγραμμα το οποίο ονόμασε «Κλίμαξ Θείας Ανόδου». Αυτός ο Λόγος ο Ασκητικός ο επονομαζόμενος «Πλάκες Πνευματικές» είναι οι συμβουλές του Ιωάννου του Σιναΐτου προς τον Ιωάννη Ραϊθού και τους Μοναχούς του. Αυτό το σύγγραμα παραμένει και στις μέρες μας ένας φάρος για τους Μοναχούς αλλά και για όλους τους Χριστιανούς που θέλουν να φτάσουν στον Θεό.

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΡΟΤΡΟΠΗ
Ἀντίστοιχος πρὸς ὅσα προηγουμένως ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς
ΑΝΕΒΑΙΝΕΤΕ, ἀνεβαίνετε, ἀδελφοί, ἐπιθυμώντας ὁλόψυχα τὶς ἀναβάσεις, ἀκούοντας αὐτὸν ποὺ λέγει: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ἡσ. β´ 3), ὁ ὁποῖος «δίνει στὰ πόδια μας τὴν εὐκινησία τῆς ἐλάφου καὶ μᾶς ἀνεβάζει σὲ ὑψηλοὺς τόπους» (Ψαλμ. ιζ´ 34), «ὥστε νὰ νικήσωμε, δοξολογώντας Αὐτόν» (Ἀββακ. γ´ 19).
Νὰ τρέξετε, παρακαλῶ, μαζὶ μὲ ἐκεῖνον ποὺ λέγει:
«Σπουδάσωμεν, ἕως οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 13). Τοῦ Χριστοῦ, ποὺ στὴν ἡλικία τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὡς ἄνθρωπος ἐβαπτίσθηκε καὶ κατεῖχε τὴν τριακοστὴ βαθμίδα τῆς πνευματικῆς κλίμακος.
(Ἂς προχωρήσωμε μέχρι τὴν τελευταία βαθμίδα τῆς ἀγάπης, γιὰ νὰ συναντήσωμε τὸν Θεόν), ἐφ᾿ ὅσον βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, στὸν ὁποῖο πρέπει ὁ ὕμνος, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δύναμις καὶ τὸ σθένος, στὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ αἰτία κάθε καλοῦ καὶ ὑπῆρχε καὶ θὰ ὑπάρχη εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Ἀμήν.

Δομή

Το βιβλίο είναι διαιρεμένο σε τριάντα κεφάλαια – «Λόγους» οι οποίοι εξηγούν τις διάφορες αρετές, και ξεκινώντας από τα χαμηλότερα, ανεβάζουν κλιμακωτά στα ψηλότερα. Κάθε κεφάλαιο-Λόγος είναι σαν βαθμίδα (σκαλοπάτι) η οποίο ανεβάζει τον Χριστιανό ολοένα και πιο ψηλά στην κλίμακα των αρετών. Τα τριάντα αυτά κεφάλαια, έχουν ως εξής:
Λόγοι

Τα τριάντα κεφάλαια ονομάζονται «Λόγοι» και οδηγούν από τα γήινα, στα ουράνια. Οι τριάντα Λόγοι είναι ως ακολούθως:

 

Δείτε επίσης


Η μετάφραση στην κοινή νεοελληνική γλώσσα από την Μονή Παρακλήτου, βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο στον κατώθι ιστότοπο:

Πηγές

Εξωτερικοί Συνδέσμοι

zoom

Περί αποταγής


(Διά την αποταγήν του ματαίου βίου)
Το «ΑΠΟ ΘΕΟΥ άρχεσθαι» είναι ορθόν καί πρέπον, εφ΄όσοναπευθύνομαι πρός υπηρέταςτου Θεού. Αυτού λοιπόν του αγαθού και υπεραγαθού και παναγάθου Θεού και βασιλέως μας, ο οποίος ετίμησε όλα τα λογικά όντα πού εδημιούργησεμε το δώρο του αυτεξουσίου, άλλοι είναι φίλοι Του και άλλοι γνήσιοι δούλοι Του. Άλλοι είναι αχρείοι δούλοι Του και άλλοι τελείως αποξενωμένοι απ΄Αυτόν. Υπάρχουν τέλος και αυτοί πού είναι εχθροί Του, καίτοι είναι αδύνατοι και ανίσχυροι.
2. Φίλους κατ΄εξοχήντου Θεού, ώ ιερέ φίλε, εμείς οι αμόρφωτοι θεωρούμε τις νοερές και ασώματες δυνάμεις των αγγέλων. Γνησίους δούλους του Θεού εκείνους που εξετέλεσαν και εκτελούν το πανάγιο θέλημά Του ακούραστα καί χωρίς καμμίαπαράλειψι.
Αχρείους δούλους ονομάζουμε αυτούς που αξιώθηκαν μέν να λάβουν το άγιονΒάπτισμα, δεν εφύλαξαν όμως γνήσια τίς πρός τόν Θεόν υποσχέσεις τους.
Ως ξένους και εχθρούς του Θεού θα εννοήσωμε αυτούς που είναι αβάπτιστοιή δεν έχουν ορθή πίστι.
Αντίπαλοι τέλος του Θεού είναι εκείνοι οι οποίο όχι μόνον απέκρουσαν και απέρριψαν από την ζωή τους το θέλημα του Κυρίου, αλλά και πολεμούν με πάθος αυτούς πού το τηρούν.
3. Επειδή όμως για κάθε μία από τις κατηγορίες των ανθρώπων που αναφέραμε, χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερος και ανάλογος πρός την κάθε περίπτωση λόγος, για μας δέ τους αμαθείς δεν είναι συμφέρον επί του παρόντος να τα αναπτύξωμε όλα αυτά, εμπρός λοιπόν ας απλώσωμεμε αδιάκριτο υπακοή το ανάξιο χέρι μας πρός τους γνησίους δούλους του Θεού, οι οποίοι μας επίεσαν με την ευσέβειά τους και μας εβίασαν με την εμπιστοσύνη τους, ώστε να υπακούσωμε στην προσταγή τους. Και αφού δεχθούμε από την ιδική τους σοφία την πέννα και την βυθίσωμεστο νοητό  μελάνι, που είναι η σκυθρωπή και συγχρόνως χαρωπή ταπεινοφροσύνη, ας την σύρωμεεπάνω στις λείες και λευκές καρδιές τους, σάν σε χαρτί, μάλλον δέ σάν σε πλάκες πνευματικές, καί αναγράφοντας τα θεία λόγια ας ειπούμε τα εξής:
4. Ο Θεός είναι, για όσους θέλουν, η ζωή και η σωτηρία τους, όλων, και των πιστών και των απίστων, και των δικαίων και των αδίκων, και των ευσεβών και των ασεβών, και των απαθών και των εμπαθών, και των μοναχών και των κοσμικών, και των σοφών και των αγραμμάτων, και των υγιών και των ασθενών, και των νέων και των ηλικιωμένων.
Είναι κάτι παρόμοιο με την ακτινοβολία του φωτός, με την θέα του ηλίου και με την εναλλαγή των εποχών (τα οποία προσφέρονται εξ ίσου σε όλους τους ανθρώπους). Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, διότι «δεν υπάρχει προσωποληψία στον Θεόν» (Ρωμ. β΄11).
5. Άνθρωπος ασεβής είναι μία ύπαρξις λογική και θνητή, η οποία θεληματικά αποφεύγει την ζωή, και τον Δημιουργό της, πού υπάρχει αιώνια, τον θεωρεί ως ανύπαρκτο.
6. Παράνομος είναι αυτός πού με την κακή του σκέψι διαστρέφει τον νόμο του Θεού και πού νομίζει ότι πιστεύει, ενώ έχει επιθυμίες και αντιλήψεις αντίθετες προς τον Θεόν.
7. Χριστιανός είναι η απομίμησις του Χριστού, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, και στα λόγια και στα έργα και στην σκέψι. Πιστεύει δε ορθά και αλάνθαστα στην Αγία Τριάδα.
8. Θεοφιλής είναι εκείνος που απολαμβάνει όλα τα φυσικά και αναμάρτητα δώρα του Θεού, συγχρόνως όμως δεν αμελεί, όσο μπορεί, να επιτελεί το αγαθό.
9. Εγκρατής είναι αυτός που ζη μέσα στους πειρασμούς και τις παγίδες και τους θορύβους του κόσμου και αγωνίζεται με όλη του την δύναμι να μιμηθή την ζωή εκείνων πού είναι απηλλαγμένοιαπό τους θορύβους του κόσμου.
10. Μοναχός είναι τάξις και κατάστασις των ασωμάτων αγγέλων πού κατορθώνεται μέσα σε υλικό και ρυπαρό σώμα. Μοναχός είναι εκείνος πού είναι αφοσιωμένος μόνο στις εντολές και στους λόγους του Θεού και τις εφαρμόζει σε κάθε χρόνο και τόπο και πράγμα. Μοναχός είναι μία συνεχής βία της ανθρώπινης φύσεως και μία αδιάκοπη φυλακή των αισθήσεων. Μοναχός είναι εξαγνισμένο σώμα και καθαρό στόμα και φωτισμένος νους. Μοναχός είναι καταλυπημένη ψυχή, πού είναι απησχολημένημε την συνεχή μνήμη του θανάτου, και όταν είναι ξύπνια και όταν κοιμάται.
11. Αναχώρησιςαπό τον κόσμον είναι το να μισήσηςμε την θέλησί σου πράγματα επαινετά και να αρνηθής την φύσι, για να επιτύχης τα υπέρ φύσιν.
12. Όλοι όσοι εγκατέλειψαν πρόθυμα τα βιοτικά, το έπραξαν αναμφιβόλως ή για την μέλλουσα βασιλεία ή για τα πολλά τους αμαρτήματα ή για την αγάπη του Θεού. Εάν κανείς από τους τρεις αυτούς σκοπούς δεν τους παρακίνησε, τότε η αναχώρησίς τους είναι παράλογος. Παρ΄όλα αυτά ο καλός μας Αγωνοθέτης περιμένει να ιδή ποιο θα είναι το τέρμα του δρόμου.
13. Όποιος εξήλθε από τον κόσμο για να σκορπίση το φορτίο των αμαρτιών του, ας μιμήταιεκείνους πού κάθονται εμπρός στους τάφους έξω από την πόλι, (όπως οι αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία), και ας μη σταματήσητα θερμά και πύρινα δάκρυα και τους αφώνουςολολυγμούς της καρδίας του, ώσπου να ιδή και αυτός τον Ιησούν, ότι ήλθε και απεκύλισετον λίθο της πωρώσεως από την καρδία του και ελευθέρωσε τον νου μας, σαν άλλο Λάζαρο, από τα δεσμά των αμαρτιών και διέταξε τους υπηρέταςΤου αγγέλους: «Λύσατέ τον από τα πάθη και αφήστε τον να πορευθήπρος την μακαρία απάθεια». Εάν δεν πράξη έτσι, τότε δεν εκέρδησε τίποτε με την αναχώρησίτου από τον κόσμο.
14. Όσοι θέλομε να φύγωμεαπό την Αίγυπτο και να ελευθερωθούμε από την τυραννία του Φαραώ, έχομε οπωσδήποτε και εμείς ανάγκη ενός Μωϋσέως, ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν. Αυτός θα ίσταται μεταξύ της πράξεως και της θεωρίας και θα υψώνη προς χάριν μας τα χέρια του προς τον Θεόν. Έτσι καθοδηγούμενοι από αυτόν θα επιτύχωμε να διαβούμε την θάλασσα των αμαρτημάτων και θα κατατροπώσωμε τον Αμαλήκ των παθών.
Εκείνοι δε που εστηρίχθηκανστις ιδικές τους δυνάμεις και ενόμισαν πώς δεν έχουν ανάγκη από κανένα οδηγό, οπωσδήποτε απατήθηκαν.
15. Εκείνοι που εξήλθαν από την Αίγυπτο είχαν ως οδηγό τον Μωϋσή, και αυτοί που έφυγαν από τα Σόδομα άγγελο.
Και οι μένπρώτοι ομοιάζουν προς εκείνους πού θεραπεύουν τα πάθη της ψυχής με την φροντίδα και τις οδηγίες ανθρώπου-ιατρού. Αυτοί είναι όσοι εξέρχονται από την Αίγυπτο.
Οι δεύτεροι ομοιάζουν προς εκείνους πού επιθυμούν να καθαρισθούν από τα ακάθαρτα και άθλια πάθη της σαρκός. Γι΄αυτό και χρειάζονται άγγελο-ιατρό, δηλαδή ισάγγελο άνθρωπο θα έλεγα, για να τους βοηθήση. Διότι στην προχωρημένη σήψι των τραυμάτων χρειαζόμεθα πολύ έμπειρο ιατρό.
16. Βία πράγματι και συνεχείς οδύνες πρέπει να έχουν όσοι επιχειρούν να ανεβούν στον ουρανό με το σώμα τους. Και μάλιστα στις αρχές της μοναχικής ζωής, μέχρις ότου οι φιλήδονες τάσεις και η σκληρότης της καρδίας μεταστραφούν με τη βαθειά λύπη και το πένθος σε αγάπη προς τον Θεόν και σε αγνότητα.
17. Μόχθος, πραγματικός μόχθος, και πολλή και αφανής πικρία μας περιμένουν, και ιδίως τους αμελείς, έως ότου κατορθώσουμε τον λαίμαργο και «φιλομάκελλον κύνα», δηλαδή τον νου μας, να τον κάνουμε φίλο της προσοχής και της καθαρότητος, με την βοήθεια της απλότητος, της πολλής αοργησίαςκαι της επιμελείας.
Όμως ας έχωμεθάρρος εμείς οι εμπαθείς και αδύνατοι και με πίστιαδίστακτη ας παρουσιάσωμε με το δεξιό μας χέρι και ας εξομολογηθούμε στον Χριστόν την ασθένεια και την αδυναμία της ψυχής μας.
Έτσι θα λάβωμεοπωσδήποτε την βοήθειά Του και μάλιστα περισσότερο απ΄όσοτο αξίζομε. Αρκεί μόνο να βυθίζωμε συνεχώς τον εαυτό μας στον βυθό της ταπεινοφροσύνης.
18. Ας γνωρίζουν καλά όλοι όσοι αρχίζουν τον σκληρό και πιεστικό, αλλά και ελαφρό συγχρόνως αγώνα, ότι ήλθαν να πηδήσουν σαν μέσα στο πυρ (των πειρασμών και των θλίψεων), εφ΄όσονεξεκίνησαν με την διάθεσινα κατοικήση μέσα τους το άϋλοθεϊκό πύρ. Γι΄αυτόπροηγουμένως πρέπει να εξετάζη καλά καθένας τον εαυτό του και έπειτα να πλησιάζη για να γευθήτον άρτο με τα πικρά χόρτα και να πιή το γεμάτο δάκρυα ποτήρι της μοναχικής ζωής, μη τυχόν η επιπολαίακατάταξίς του στο στράτευμα των μοναχών γίνη αιτία της καταδίκης του.
19. Εφ΄όσονκαι όλοι όσοι εβαπτίσθηκαν δεν θα σωθούν, δεν χρειάζεται να εξηγηθώ με περισσότερα λόγια[1]. Όλα πρέπει να τα απαρνηθούν, όλα να τα καταφρονήσουν, όλα να τα περιγελάσουν, όλα να τα αποτινάξουν όσοι προσέρχονται στην μοναχική πολιτεία, για να βάλουν έτσι στερεό θεμέλιο.
20. Καλό τρίδομοκαι τρίστυλο θεμέλιο είναι η ακακία, η νηστεία και η σωφροσύνη. Όλοι οι έν Χριστώ νήπιοιαπ΄αυτά ας αρχίζουν, παίρνοντας παράδειγμα τα νήπια.
Διότι αυτά δεν έχουν καμμία κακία και πονηρία, ούτε επιθυμία και κοιλία αχόρταγη, ούτε σάρκα πού φλογίζεται και αποθηριώνεται, όσο όμως προχωρούν στην αύξησι της τροφής τους παρουσιάζεται, όπως φαίνεται, και η πύρωσις της σαρκός.
21. Είναι πραγματικά βδελυκτό και επικίνδυνο να αποχαυνωθήο παλαιστής μόλις αρχίση η πάλη. Έτσι δείχνει σε όλους ότι εύκολα θα τον σφάξη ο εχθρός.
22. Είναι οπωσδήποτε ωφέλιμο το αποφασιστικό και ορμητικό ξεκίνημα, και για αργότερα, όταν τυχόν παρουσιασθή αμέλεια και αδράνεια.
Διότι την ψυχή που άρχισε με ανδρεία τον αγώνα και έπειτα τον εχαλάρωσε, την κεντά σαν κεντρί η ανάμνησις του πρώτου ζήλου, πράγμα πού πολλές φορές αναπτέρωσε και έσωσε αρκετούς, αυτοί έμοιασαν έτσι με αετούς που ανανεώθηκαν τα πεσμένα τους πτερά.
23. Όταν η ψυχή προδώσητον εαυτό της και χάση την μακαρία και πολυπόθητη θέρμη πού είχε στην αρχή, ας ερευνήση επιμελώς να εξακριβώση από ποια αιτία την εστερήθηκε, και εναντίον αυτής της αιτίας ας αναλάβη όλο τον πόλεμο και τον ζήλο της. Διότι δεν υπάρχει άλλη θύρα από την οποία να επιστρέψη η θέρμη, παρά μόνο αυτή από την οποία έφυγε.
24. Αυτός που απαρνήθηκε τον κόσμο από τον φόβο (της κολάσεως) είναι όμοιος με το θυμίαμα πού ενώ καίεται, στις αρχές αναδίδει ευωδία, στο τέλος όμως καπνίζει[2]. Εκείνος πού τον απαρνήθηκε με την ελπίδα μελλοντικού μισθού, καταντά μια μυλόπετρα, που γυρίζει συνεχώς στο ίδιο μέρος. Όποιος όμως αναχώρησε από τον κόσμο για την αγάπη του Θεού, ευθύς εξ αρχής έχει μέσα του φλόγα, η οποία αν τυχόν πέση σε ξύλα ή σε δάσος, αυξάνει υπερβολικά και συνεχώς επεκτείνεται προς τα εμπρός.
25. Μερικοί κτίζουν πλίνθους επάνω στους λίθους. Άλλοι στερεώνουν στύλους επάνω στο χώμα. Και άλλοι, αφού εβάδισαν ολίγο πεζοί και ζεστάθηκαν τα νεύρα και οι κλειδώσεις τους, επροχώρησαν έπειτα γρηγορώτερα. Όποιος έχει νου, ας εννοήσητις συμβολικές αυτές εικόνες[3].
26. Ας τρέξωμεπρόθυμα, συναισθανόμενοι ότι μας εκάλεσε ο Θεός και Βασιλεύς, μήπως και τα χρόνια της ζωής μας είναι ολίγα, οπότε θα ευρεθούμε χωρίς καρπούς την ημέρα του θανάτου μας και θα πεθάνωμε από την πείνα. Ας ευαρεστήσωμε τον Κύριον, όπως οι στρατιώτες στον βασιλέα. Οπωσδήποτε μετά την επιστράτευσι, μας ζητείται η ακριβής εκπλήρωσις των υποχρεώσεών μας.
27. Ας φοβηθούμε τον Κύριον όπως τα θηρία. Διότι εγνώρισαανθρώπους που επήγαιναν να κλέψουν, και τον Θεόν δεν τον εφοβήθηκαν, μόλις όμως άκουσαν στο μέρος εκείνο τα γαυγίσματα των σκύλων αμέσως ωπισθοχώρησαν. Έτσι αυτό πού δεν επέτυχε ο φόβος του Θεού, το κατόρθωσε ο φόβος των θηρίων!
28. Ας αγαπήσωμετον Κύριον, όπως αγαπούμε και σεβόμεθα τους φίλους μας. Είδα πολλές φορές ανθρώπους πού ελύπησαν τον Θεόν και δεν ανησύχησαν καθόλου γι΄αυτό. Όταν όμως συνέβη να πικράνουν αγαπητά τους πρόσωπα, έστω και σε κάτι μικρό, έκαναν το πάν, εχρησιμοποίησαν κάθε τέχνασμα, εσκέφθηκαν κάθε τρόπο, υπεβλήθησαν σε κάθε θλίψι, ωμολόγησαν το σφάλμα τους, και παρεκάλεσαν είτε αυτοπροσώπως είτε με φίλους είτε με δώρα, προκειμένου να αποκαταστήσουν την πρώτη αγάπη τους.
29. Οπωσδήποτε στην αρχή της μοναχικής μας ζωής, με κόπο και πικρία εργαζόμεθα τις αρετές. Έπειτα όμως, όταν προχωρήσωμε, δεν θα αισθανώμεθα καθόλου λύπη, ή ολίγη, στην εξάσκησί τους. Όταν δε τέλος αφανισθήτο θνητό μας φρόνημα και κυριαρχήση στην ψυχή μας η προθυμία, τότε πλέον θα τις εργαζώμεθα με όλη μας την χαρά και τον ζήλο και τον πόθο και την θεϊκή φλόγα.
30. Όσο είναι αξιέπαινοι αυτοί που ευθύς εξ αρχής με χαρά και προθυμία καλλιεργούν τις αρετές και εκτελούν τις εντολές, τόσο ελεεινοί είναι εκείνοι πού εχρόνισαν στην άσκησι και όμως με κόπο ακόμη τις εξασκούν, εάν βέβαια τις εξασκούν.
31. Ας μην αποστρεφώμεθαούτε να κατακρίνωμε «τας περιστατικάς αποταγάς»[4]. Διότι εγνώρισα ανθρώπους λιποτάκτες, οι οποίοι χωρίς να το θέλουν συναντήθηκαν με τον βασιλέα που είχε βγηέξω και από την στιγμή εκείνη έγιναν δορυφόροι του, τον ακολούθησαν στο παλάτι και εδείπνησαν μαζί του.
32. Είδα σπόρο πού έπεσε τυχαία στο έδαφος και όμως έκανε εξαιρετικό και πολύ καρπό, καθώς πάλι και τα αντίθετο.
33. Είδα έναν άνθρωπο (πού είχε κάποια βλάβη στην όρασί του) να μπαίνει στο ιατρείο για κάποια άλλη ανάγκη, να τον κρατά ολίγο περισσότερο ο ιατρός με την φιλοφροσύνη του, με αποτέλεσμα να καθαρισθή και να απαλλαγή από την ομίχλη πού σκέπαζε τα μάτια του. Έτσι μερικά ακούσια και τυχαία περιστατικά πού συνέβησαν σε μερικούς είχαν αποτελέσματα βεβαιότερα και ουσιαστικώτερααπό ό,τι μερικά εκούσια.
34. Κανείς ας μη θεωρήσητον εαυτό του ανάξιο για την μοναχική πολιτεία, προφασιζόμενοςτο βάρος και το πλήθος των αμαρτιών του και ας μη νομίζηότι ταπεινώνει έτσι τον εαυτό του, ενώ στην ουσία φοβείται μη στερηθή τις ηδονές του κόσμου. Όλα όσα λέγει είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις» (Ψαλμ. Ρμ΄4). Διότι εκεί όπου ακριβώς υπάρχει βαθειά και σαπισμένη πληγή, εκεί χρειάζεται και μεγαλυτέρα θεραπεία, για να καθαρισθή. Άλλωστε στο ιατρείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς!
35. Εάν ο επίγειος βασιλεύς μας προσκαλούσε να καταταγούμε στον στρατό του, να τον υπηρετούμε και να πολεμούμε στο πλευρό του, δεν θα καθυστερούσαμε ούτε θα προφασιζόμεθατίποτε. Αλλά θα τα εγκαταλείπαμε όλα και με προθυμία θα τρέχαμε κοντά του.
Ας προσέξωμελοιπόν μήπως, ενώ μας προσκαλεί ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων και Θεός των θεών στην ουρανία παράταξιτων μοναχών, αρνηθούμε την πρόσκλησι από οκνηρία και ραθυμία, και σταθούμε έτσι αναπολόγητοι εμπρός στο μέγα και φοβερό βήμα της Κρίσεως.
36. Μπορεί βέβαια να βαδίζη κανείς, ενώ είναι δεμένος με τις υποθέσεις του κόσμου και με βαρειές –σαν σιδερένιες αλυσίδες- φροντίδες, αλλά θα βαδίζη με δυσκολία. Όπως και εκείνοι που έχουν σιδερένια δεσμά στα πόδια τους βαδίζουν πολλές φορές, αλλά συνεχώς σκοντάφτουν και πληγώνονται.
37. Ο άγαμος πού ευρίσκεται στον κόσμο και είναι δεμένος μόνο με τα πράγματα του κόσμου ομοιάζει με αυτόν που έχει τις χειροπέδες. Για τούτο και όταν αποφασίση να τρέξη προς τον μοναχικό βίο δεν εμποδίζεται. Ενώ αυτός πού ήλθε σε γάμο ομοιάζει με εκείνον πού τον έχουν δέσει «χειροπόδαρα».
38. Μερικοί κοσμικοί πού ζούσαν αμελώς με ερώτησαν: «Πώς μπορούμε εμείς πού ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν΄ακολουθήσωμετην μοναχική ζωή»; Και τους απήντησα: «Όσα καλά μπορείτε, να τα κάνετε, κανένα να μη περιγελάσετε, κανένα να μη κλέψετε, σε κανένα να μην ειπήτεψέματα, κανένα να μη περιφρονήσετε, κανένα να μη μισήσετε. Να μη παραλείπετε τον εκκλησιασμό, να δείχνετε συμπόνια στους πτωχούς, κανένα να μη σκανδαλίσετε. Σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτεστην ιδική σας γυναίκα (πρβλ. Λουκ. γ΄14). Εάν ζήτε έτσι, «ού μακράν έστε της βασιλείας των ουρανών» (Μάρκ. ιβ΄34).
39. Ας τρέξωμεμε χαρά και με φόβο στον καλόν αγώνα, χωρίς να φοβούμεθα τους εχθρούς μας. Διότι αυτοί παρατηρούν την όψι της ψυχής μας, έστω και αν εμείς δεν τους βλέπωμε. Και όταν ιδούν την όψι της ψυχής μας αλλαγμένη από τον φόβο, τότε επιτίθενται δριμύτερα εναντίον μας, επειδή αντελήφθηκαν οι δόλιοι ότι φοβηθήκαμε. Γι΄αυτό λοιπόν ας τους επιτεθούμε με ανδρεία. Διότι κανείς δεν θέλει να πολεμή εναντίον εκείνου που μάχεται με ζήλο.
40. Ο Κύριος φερόμενος με συγκατάβασι ελάφρυνε τον αγώνα των αρχαρίων για να μη κουρασθούν ευθύς εξ αρχής και γυρίσουν αμέσως στον κόσμο. Γι΄αυτό«χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε» (Φιλιπ. δ΄4) όλοι οι δούλοι του Θεού, αφού αντιληφθήτε το πρώτο αυτό δείγμα της αγάπης του Δεσπότου. Χαίρετε ακόμη, αφού σκεφθήτεότι Αυτός σας έχει προσκαλέσει στον αγώνα της μοναχικής ζωής.
41. Αλλά και τούτο φαίνεται ότι κάνει πολλές φορές ο Θεός: Βλέποντας ανδρείες ψυχές, επιτρέπει τους πολέμους ευθύς εξ αρχής, με την επιθυμία να τις στεφανώση σύντομα.
42. Αποκρύπτει ο Κύριος από αυτούς που ζουν στον κόσμο την δυσκολία –ή μάλλον την ευκολία- του μοναχικού αγώνος. Διότι αν την εγνώριζαν, κανείς δεν θα απεφάσιζε να γίνη μοναχός.
43. Πρόσφερε με προθυμία στον Χριστόν τους κόπους της νεότητός σου και θα απολαύσης στο γήρας σου πλούτον απαθείας. Αυτά που συναθροίζονται στην νεανική ηλικία τρέφουν και παρηγορούν κατά το γήρας όσους έχουν εξασθενήσει.
Ας κοπιάσωμεμε ζήλο, όσο είμαστε νέοι, ας τρέξωμε γρήγορα, διότι η ώρα του θανάτου είναι άγνωστη.
44. Έχομε εχθρούς πού είναι πραγματικά πονηροί, σκληροί, δόλιοι, πανούργοι, δυνατοί, άυπνοι, αόρατοι, άυλοι. Στα χέρια τους κρατούν φωτιά και θέλουν να κάψουν τον ναό του Θεού με την φλόγα τους.
45. Κανείς όσο είναι νέος, ας μη παραδεχθή τους εχθρούς του δαίμονας, που του λέγουν: «Μη λυώσης το σώμα σου με την πολλή άσκησι, για να μην αδυνατήσης και αρρωστήσης». Διότι, στην σημερινή μάλιστα εποχή, δύσκολα θα ευρεθήάνθρωπος πού θα προτιμήση να θανατώσητην σάρκα του, το πολύ πολύ ίσως να στερήση τον εαυτό του από τα πολλά και ηδονικά φαγητά. Ο σκοπός του δαίμονος είναι να επιτύχη, ώστε η αρχή του μοναχικού μας σταδίου να γίνη με νωθρότητα και πολλή ραθυμία, οπότε και το τέλος του αγώνος θα είναι παρόμοιο και ανάλογο προς την αρχή του.
46. Περισσότερο απ΄όλα, όσοι θέλουν να υπηρετήσουν πραγματικά τον Χριστόν πρέπει να εξετάσουν και να πράξουν το εξής: Να διαλέξουν με την καθοδήγησι των πνευματικών Πατέρων και με την επίγνωσι του εαυτού τους, τους τόπους και τους τρόπους και τις καταστάσεις και τα εργόχειρα πού θα τους ταιριάζουν.
Τα κοινόβια δεν είναι για όλους, επειδή μπορεί να βλάψουν αυτούς που είναι λαίμαργοι. Ούτε πάλι τα ησυχαστήρια είναι για όλους, επειδή μπορεί να βλάψουν τους θυμώδεις. Καθένας ας εξετάση καλά ποιο πάθος έχει, (και αναλόγως ας κάνη την επιλογή).
*   *   *
47. Σε τρεις γενικές ασκητικές κατηγορίες περιλαμβάνεται όλη η μοναχική ζωή: Στον ηρωϊκόερημητισμό, στην άσκησι με άλλον ένα ή το πολύ δύο, και στην υπομονητική ζωή του Κοινοβίου. «Μη εκκλίνης –λέει ο Εκκλησιαστής- είςτά δεξιά ή είς τά αριστερά, άλλ΄οδώ βασιλική πορεύθητι» (Παροιμ. δ΄27). Διότι ο ιμεσαίος τρόπος από τους τρεις πού αναφέραμε, φαίνεται να ταιριάζη στους περισσοτέρους.
Επειδή, όπως λέγει η Γραφή, «αλλοίμονο στον ένα, διότι αν πέση» σε ακηδία, ή ύπνο, ή ραθυμία, ή απόγνωσι, «δεν έχει άνθρωπο να τον σηκώση» (Εκκλ. δ΄10). Όπου όμως ευρίσκονται «δύο ή τρεις συνηγμένοι είς το εμόν όνομα, εκεί είμι έν μέσω αυτών» είπε ο Κύριος (Ματθ. ιη΄20).
48. Ποιος άραγε θα είναι ο πιστός και φρόνιμος μοναχός, ο οποίος την πρώτη θέρμη θα την κρατήσηάσβεστη, και δεν θα παύση μέχρι της στιγμής του θανάτου του, να προσθέτη κάθε ημέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο και προθυμία στην προθυμία;
Βαθμίς πρώτη! Σύπού ανέβηκες σ΄αυτήν, «μη στραφήςείς τά οπίσω».
Ι.Μ.Παρακλήτου



[1] Και όσοι δηλαδή εκάρησανμοναχοί – η κουρά θεωρείται ως δεύτερο βάπτισμα – και δεν επέδειξαν εν συνεχεία βίο ενάρετο και συνεπή προς την ομολογία τους, δεν θα τύχουν σωτηρίας.
[2] Ο θεάρεστος δηλαδή ζήλος που παρατηρείται στην αρχή, μεταβάλλεται αργότερα σε καπνό αμελείας και ψυχρότητος.
[3] Οι πρώτοι φαίνεται ότι είναι όσοι εξεκίνησαν με καλές και στερεές βάσεις, αλλά αργότερα αμέλησαν και υποβάθμισαν κάπως την πνευματική τους ζωή – οι λίθοι αντικατεστάθησαν με πλίνθους. Οι δεύτεροι, όσοι ξεκίνησαν με ζήλο να ανεγείρουν υψηλό οικοδόμημα, αλλά δεν εξασφάλισαν στερεά θεμέλια ούτε εχρησιμοποίησανεκλεκτά οικοδομικά υλικά. Οι τρίτοι, όσοι εξεκίνησανχωρίς ζήλο και υψηλές προοπτικές, αλλά αργότερα εθερμάνθηκανκαι εσημείωσαν ταχεία πρόοδο.
[4] «Περιστατικαί αποταγαί» ονομάζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τυχαία και απρόβλεπτα γεγονότα οδηγούν κάποιον στη μοναχική ζωή. Ας αναφέρωμε ένα παράδειγμα: Ένα πρόσωπο αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό κίνδυνο και αναγκάζεται να καταφύγη σε μία Μονή σαν σε τόπο ασφαλείας. Εκεί υπάρχει το ενδεχόμενο να αγαπήσητην θεοφιλή ζωή των μοναχών και να αποφασίση να την ασπασθή.

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

ΛΟΓΟΣ  ΠΡΩΤΟΣ

Περί  αποταγής

via

Περί απροσπαθείας


ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ αγάπησε πραγματικά τον Κύριον και επεζήτησεαληθινά να κερδήση την μέλλουσα βασιλεία, εκείνος πού απέκτησε πραγματικό πόνο για τα αμαρτήματά του και ζωντανή ενθύμησιτης κολάσεως και της αιωνίου κρίσεως, εκείνος που ξύπνησε αληθινά μέσα του τον φόβο του θανάτου του, δεν θα αγαπήση πλέον ούτε θα ενδιαφερθή ούτε θα μεριμνήσηκαθόλου για χρήματα ή για κτήματα ή για τους γονείς του ή για επίγειο δόξα ή για φίλους ή για αδελφούς ή για τίποτε το γήϊνο. Αλλά αφού αποτινάξη από επάνω του και μισήσηκάθε επαφή και κάθε φροντίδα για όλα αυτά, επί πλέον δε και πρίναπ΄όλα αφού μισήση και την ίδια την σάρκα του, ακολουθεί τον Χριστόν γυμνός και αμέριμνος και ακούραστος, ατενίζοντας πάντοτε στον ουρανό και αναμένοντας την έξύψους βοήθεια, καθώς το είπε ένας Άγιος: «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» (Ψαλμ. ξβ΄9).
Και καθώς το είπε πάλι ο αείμνηστος εκείνος Προφήτης: «Εγώ δε ούκ εκοπίασα κατακολουθών σοι και ημέραν ή ανάπαυσιν ανθρώπου ούκ επεθύμησα, Κύριε» (Ιερεμ. ιζ΄16).
2. Είναι μεγάλη εντροπή, αφού εγκαταλείψαμε όλα τα προηγούμενα, μετά την κλήσι που μας έκανε ο Κύριος και όχι κανείς άνθρωπος, να φροντίζωμε για κάτι άλλο, το οποίο δεν μπορεί να μας φανή χρήσιμο την ώρα της μεγάλης μας ανάγκης, δηλαδή του θανάτου μας.
Αυτό εννοούσε ο Κύριος, όταν ωμίλησε για τον άνθρωπο που «εστράφη είς τα οπίσω και δεν είναι εύθετος είς την βασιλείαν των ουρανών» (Λουκ. θ΄62).
3. Ο Κύριος, επειδή γνωρίζει πόσο εύκολα γλυστρούμε εμείς οι αρχάριοι και επιστρέφομε στον κόσμο, εάν συναναστρεφώμεθαή έστω συναντώμεθα με κοσμικούς, απήντησε σ΄αυτόν που του είπε, «επίτρεψόν μοι απελθείν και θάψαι τον πατέρα μου»: «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς» (Ματθ. η΄ 22).
4. Μετά την αποταγή μας οι δαίμονες μας παρακινούν να μακαρίζωμε τους κοσμικούς πού τυχόν είναι ελεήμονες και εύσπλαγχνοι, και να ελεεινολογούμε τον εαυτό μας, διότι δήθνε τον εστερήσαμε από αυτήν την αρετή.
Ο δε σκοπός των εχθρών μας είναι, με αυτήν την νόθο ταπείνωσι να μας ξαναφέρουν στον κόσμο ή, αν παραμείνωμε μοναχοί, να μας κατακρημνίσουν στην απόγνωσι.
5. Είναι δυνατόν να εξευτελίζωμε τους κοσμικούς από οίηση, όπως επίσης να τους εξουθενώνωμε απόντας, για να πολεμούμε την απόγνωσι και να αποκτούμε περισσότερο θάρρος και ελπίδα.
6. Ας ακούσωμε τι είπε ο Κύριος στον νέον εκείνο πού είχε τηρήσει όλες σχεδόν τις εντολές: «Ένα σου λείπει, να πωλήσηςτα υπάρχοντά σου, να τα δώσης στους πτωχούς και να γίνης εσύ πτωχός πού θα δέχεται ελεημοσύνες» (πρβλ. Ματθ. ιθ΄ 21).
7. Όσοι επιθυμούμε να τρέχωμε με ταχύτητα (στον δρόμο της ασκήσεως), ας στοχασθούμε καλά, ότι ο Κύριος όσους ζουν στον κόσμο τους έκρινε και τους εχαρακτήρισε σαν ζωντανούς νεκρούς, λέγοντας σε κάποιον: «Άφησε τους νεκρούς του κόσμου να θάψουν τους νεκρούς κατά το σώμα» (πρβλ. Ματθ. η΄ 22).
8. Σε τίποτε δεν εμπόδισε ο πλούτος εκείνον «τον πλούσιον νεανίσκον» να προσέλθη στο βάπτισμα. Πλανώνται λοιπόν μερικοί πού ισχυρίζονται ότι χάριν του βαπτίσματος ο Κύριος τον διέταξε να πωλήση τον πλούτο του. Η μαρτυρία αυτή ας είναι αρκετή για μας, σαν μεγίστη απόδειξιςτης δόξης της μοναχικής μας πολιτείας.
9. Εκείνοι που ζουν στον κόσμο και λυώνουν στις αγρυπνίες, τις νηστείες, τους κόπους και τις κακουχίες, όταν αναχωρήσουν από τους ανθρώπους προς την μοναχική ζωή, σαν σε κάποιο δοκιμαστήριο ή στάδιο, όλη αυτή την προηγούμενη άσκησί τους, την νοθευμένη και επιφανειακή, δεν την συνεχίζουν πλέον[1].
10. Έχω ιδεί πολλά και διάφορα φυτά αρετών, φυτευμένα μέσα στον κόσμο, ου εποτίζονταν από τον βόρβορο του υπονόμου της κενοδοξίας και εσκαλίζονταν από το πνεύμα της επιδείξεως και ελιπαίνονταν με το λίπασμα των επαίνων. Τα ίδια όμως αυτά φυτά, όταν μεταφυτεύθηκαν σε γη έρημο και άβατο από κοσμικούς, και άνυδρο, χωρίς το βρωμερό νερό της κενοδοξίας, αμέσως εξεράθηκαν. Διότι δεν ήταν δυνατόν αυτά τα υδροχαρή φυτά να καρποφορήσουν σε σκληρά και άνυδρα γυμναστήρια.
11. Όποιος εμίσησε τον κόσμο, αυτός εγλύτωσεαπό την λύπη. Ενώ εκείνος πού έχει «προσπάθεια» (= η μετά πάθους προσκόλλησις, η δέσμευσις του συναισθήματος σε κάτι) σε κάποιο από τα υλικά και ορατά, δεν έχει λυτρωθή ακόμη από την λύπη. Διότι πώαν μη λυπηθή, όταν στερηθήεκείνο που αγαπά;
12. Σε όλα μας χρειάζεται πολλή νήψις. Ιδιαίτερα δε ας δοθή μεγάλη προσοχή στην επομένη περίπτωση: Είδα πολλούς μέσα στον κόσμο, οι οποίο με τις βιοτικές μέριμνες, φροντίδες, συζητήσεις, έρευνες και αγρυπνίες εγλύτωσαν από την μανία της σαρκικής επιθυμίας. Όταν όμως, απηλλαγμένοι από κάθε μέριμνα, έγιναν μοναχοί, εμολύνθηκαν ελεεινά από τις ορμές και τα κινήματα της σαρκός.
13. Ας προσέχωμε καλά τον εαυτό μας, μήπως πλανηθούμε και ενώ πιστεύομε ότι βαδίζομε την στενή και τεθλιμμένη οδό, εν τούτοις ευρισκόμεθα στην πλατεία και ευρύχωρο.
Τα σημεία πού θα σου δείχνουν ότι βαδίζεις την στενή οδό είναι:
Η θλίψις της κοιλίας, η ολονύκτιος στάσις στην προσευχή, το μετρημένο νερό, το λιγοστό ψωμί, το καθαρτικό ποτό της ατιμίας, οι χλευασμοί, οι περιγέλωτες, οι εμπαιγμοί, η εκκοπήτου ιδίου θελήματος, η υπομονή στις συγκρούσεις με τους άλλους, το να μη γογγύζεις όταν σε περιφρονούν, να βιάζης τον εαυτό σου να υπομένη τις ύβρεις, να υπομένηςγενναία όταν οι άλλοι σε αδικούν, να μην αγανακτήςόταν καταλαλούν είς βάρος σου, να μην οργίζεσαι όταν σε εξευτελίουν, να ταπεινώνεσαι όταν σε κατακρίνουν. Μακάριοι όσοι βαδίζουν την προηγούμενη οδό, «ότι αυτών έστινη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε΄ 3).
14. Κανείς δεν θα εισέλθη στεφανωμένος στον ουράνιο νυμφώνα, εάν δεν έχη κάνει την πρώτη, την Δευτέρα και την τρίτη αποταγή. Την αποταγή δηλαδή πρώτον όλων των πραγμάτων και των ανθρώπων και αυτών των γονέων του, δεύτερον την εκκοπή του ιδίου θελήματος, και τρίτον την αποταγή της κενοδοξίας που επακολουθεί την υπακοή.
15. «Εξέλθετε εκ μέσου αυτών, και αφορίσθητε, και ακαθαρσίας κόσμου μη άπτεσθε, λέγει Κύριος» (πρβλ. Ησ. νβ΄ 11). Διότι ποιος από αυτούς έκανε ποτέ θαύματα; ποιος ανέστησε νεκρούς; ποιος εξεδίωξε δαίμονες; Κανείς! Όλα αυτά είναι των μοναχών βραβεία, πού δεν μπορεί να τα επιτύχη ο κόσμος. Διότι αν μπορούσε, τότε θα ήταν περιττή η άσκησις, δηλαδή η αναχώρησιςαπό τον κόσμο.
16. Όταν μετά την αποταγή μας οι δαίμονες μας φλογίζουν την καρδιά με την ενθύμησι των γονέων και των αδελφών μας, τότε εμείς ας οπλισθούμε εναντίον τους με την προσευχή, και ας πυρώσωμε τον εαυτό μας, με τη σκέψι του αιωνίου πυρός, ώστε με την ενθύμησιαυτού να κατασβέσωμε την παράκαιρη φλόγα της καρδιάς μας.
Εκείνος που νομίζει ότι έχει «απροσπάθεια» (= η απαλλαγή από την «προσπάθεια») για ένα οποιοδήποτε πράγμα, αισθάνεται όμως λύπη στην καρδιά του όταν το στερηθή, αυτός απατάται τελείως.
17. Όσοι νέοι έχουν μανιώδη ροπή στους σαρκικούς έρωτες και την τρυφή, και επιθυμούνν ν΄ακολουθήσουν την μοναχική πολιτεία, ας φροντίσουν να γυμνασθούν με πολλή νήψικαι προσοχή, και να μάθουν να απέχουν από κάθε τρυφή και κακία, μήπως γίνουν σ΄αυτούς «τα έσχατα χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ΄ 45).
18. Το λιμάνι μπορεί να γίνη εξ ίσου αιτία και σωτηρίας και κινδύνων. Αυτό το γνωρίζουν όσοι διαπλέουν την νοητή θάλασσα του μοναχικού βίου. Θα είναι δε ελεεινό το θέαμα να ιδή κανείς αυτούς που εσώθηκαν από το πέλαγος, να ναυαγήσουν μέσα στο λιμάνι!
Βαθμίς δευτέρα! Σύ πού τρέχεις να σωθής, μιμήσου τον Λώτ και όχι την γυναίκα του, και φεύγε!
Ι.Μ.Παρακλήτου



[1] Γιατί  προηγούμενη άσκησίς τους χαρακτηρίζεται νοθευμένη και επιφανειακή; Διότι δεν είχε τα στοιχεία της γνησιότητος, δεν είχε εγκριθή από εμπείρουςπνευματικούς Πατέρες, αλλά προερχόταν και εσχετιζότανμε την αυτοϊκανοποίηση, το «ίδιον θέλημα», το κρυφό πάθος της κενοδοξίας, την επιθυμία του ανθρωπίνου επαίνου.

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

ΛΟΓΟΣ  ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Περί  απροσπαθείας

via

Περί ξενιτείας


ΞΕΝΙΤΕΙΑ είναι η οριστική εγκατάλειψις όλων εκείνων που υπάρχουν στην πατρίδα μας και πού μας εμποδίζουν να επιτύχωμε τον ευσεβή σκοπό της ζωής μας. Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστος συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεσιςπού δεν φανερώνεται, ζωή μυστική, σκοπός που δεν βλέπεται, λογισμός αφανής, όρεξις της ευτελείας, επιθυμία της στενοχωρίας, αιτία του θείου πόθου, πλήθος του θείου έρωτος, άρνησιςτης κενοδοξίας, βυθός της σιωπής.
2. Στην αρχή συνήθως ενοχλεί συνεχώς και έντονα αυτός ο λογισμός τους εραστάςτου Κυρίου, ωσάν να τους φλογίζη θεϊκή φωτιά. Δηλαδή ο λογισμός, ο οποίος παρακινεί τους εραστάς ενός τόσο μεγάλου αγαθού να απομακρυνθούν από τους οικείους των, για να ζήσουν με ευτέλεια και θλίψι. Αυτός όμως ο λογισμός όσο σπουδαίος και αξιέπαινος είναι, άλλο τόσο χρειάζεται και πολλή διάκρισι. Διότι δεν είναι καλή κάθε απότομος και απόλυτος ξενιτεία.
3. Επειδή «πάς προφήτης άτιμος έν τη πατρίδιαυτού», όπως είπε ο Κύριος (Ματθ. ιγ΄57), ας εξετάσωμε μήπως η ξενιτεία γίνη σ΄εμάς αιτία κενοδοξίας[1]. Ξ ε ν ι τ ε ί α  είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνη ο νους αχώριστος από τον Θεόν. Ξ ε ν ι τ ε ύ ω ν  είναι ο εραστής και εργάτης του αδιακόπου πένθους. Ξ έ ν ο ς  είναι αυτός που φεύγει κάθε σχέσι είτε με τους ιδικούς του είτε με τους ξένους.
4. Σύ πού βιάζεσαι να ξενιτεύσης ή να πάς στην έρημο, μη περιμένης να έλθουν μαζί σου ψυχές πού αγαπούν ακόμη τον κόσμο. Πρόσεχε, διότι ο κλέπτης δεν γίνεται αντιληπτός. Πολλοί που αποπειράθηκαν να πάρουν μαζί τους ανθρώπους ραθύμους  και οκνηρούς για να τους σώσουν, εχάθηκαν μαζί με αυτούς, διότι σύν τώ χρόνω έσβησε εξ αιτίας τους το πύρ(της ψυχής τους). Από την στιγμή που εδέχθηκες μέσα σου την φλόγα, τρέχε. Διότι δεν γνωρίζεις πότε θα σβήσηκαι θα σε αφήση στο σκοτάδι.
5. Δεν απαιτείται από όλους μας να σώσωμε τους άλλους. Διότι λέγει ο θείος Απόστολος: «Άρα ούν έκαστος ημών, αδελφοί, περί εαυτού δώσει λόγον τώΘεώ» (Ρωμ. ιδ΄ 12). Και πάλι λέγει: «Ο διδάσκων έτερον, σεαυτόν ού διδάσκεις;» (Ρωμ. β΄ 21). Ενώ οπωσδήποτε όλοι έχομε χρέος να σώσωμε τον εαυτό μας.
6. Όταν ξενιτεύης, ασφαλίζου από τον γυρολόγο και φιλήδονο δαίμονα. Διότι η ξενιτεία του δίνει αφορμές να σε πολεμήση.
7. Είναι καλή η απροσπάθεια. Μητέρα της δε είναι η ξενιτεία.
8. Εκείνος που εξενίτευσε για τον Κύριον, δεν διατηρεί πλέον δεσμούς και σχέσεις με τίποτε, για να μη φανήότι περιπλανάται και ξενιτεύει για την ικανοποίηση των παθών του. Εκείνος που έφυγε από τον κόσμο και εξενίτευσε, ας μην εγγίση πλέον στον κόσμο, διότι συνήθως τα πάθη είναι «φιλεπίστροφα», (αγαπούν δηλαδή να επιστρέφουν πίσω σ΄αυτόν που τα είχε).
9. Η Εύα εξωρίσθηκε ακούσια από τον παράδεισο, ενώ ο μοναχός εξορίζεται εκούσια από την πατρίδα του. Και η μένΕύα, εάν έμενε στον παράδεισο, θα επιθυμούσε και πάλι το ξύλο της παρακοής. Ο δε μοναχός θα διέτρεχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα κίνδυνο από τους κατά σάρκα συγγενείς του.
10. Απόφευγε σαν μάστιγα τους τόπους των πτώσεων. Διότι όταν δεν υπάρχηεμπρός μας ένα οπωρικό, δεν ερεθίζεται και τόσο η όρεξίςμας.
11. Ούτε αυτός ο τρόπος και δόλος των κλεπτών, (των δαιμόνων δηλαδή), ας σου διαφεύγη: Μας συμβουλεύουν να μην χωριζώμαστεαπό τους κοσμικούς, διότι, λέγουν, θα είναι πολύς ο μισθός μας, εάν βλέποντας τις γυναίκες κυριαρχούμε στον εαυτό μας. Δεν πρέπει ασφαλώς να τους πιστεύωμε, αλλά μάλλον να κάνωμετο αντίθετο.
12. Όταν έχωμε απομακρυνθεί από τους ιδικούς μας ολίγο ή πολύ καιρό, και έχωμε αποκτήσει κάποια ευλάβεια ή κατάνυξι ή εγκράτεια, τότε έρχονται οι «λογισμοί της ματαιότητος» και μας παροτρύνουν να επιστρέψωμεν στην πατρίδα μας, για να οικοδομήσωμε, όπως λέγουν, πολλές ψυχές, να γίνωμε υπόδειγμα (μετανοίας) και να ωφελήσωμε όσους εγνώριζαν τις ανομίες της προηγουμένης ζωής μας. Αν τύχη δε να έχωμεκαι κάποια δύναμι λόγου ή ολίγημόρφωσι, τότε οι δαίμονες μας παρακινούν να επιστρέψωμε στον κόσμο σαν σωτήρες των ψυχών και διδάσκαλοι, ώστε αυτά πού με τόση επιμέλεια συναθροίσαμε μέσα στο λιμάνι, να τα διασκορπίσωμε κακώς έξω στο πέλαγος.
13. Ας προσπαθήσωμε να μιμηθούμε όχι την γυναίκα του, αλλά τον ίδιο τον Λώτ. Διότι η ψυχή πού θα επιστρέψηεκεί απ΄όπου βγήκε, θα γίνησαν το χαλασμένο αλάτι και θα μένη πλέον στήλη νεκρά και ακίνητη.
14. Φεύγε από την Αίγυπτο «αμεταστρεπτί», (χωρίς καμμία σκέψι επιστροφής). Διότι οι καρδιές πού ενοστάλγησαν την Αίγυπτο, την Ιερουσαλήμ – την γη δηλαδή της απαθείας – δεν την αντίκρυσαν.
15. Μερικοί πού στην αρχή (της επιστροφής τους) λόγω της πνευματικής τους ανωριμότητος εγκατέλειψαν τον τόπο τους και έν συνεχεία (ανδρώθηκαν πνευματικά) και εκαθαρίσθηκαντελείως από τα πάθη τους, μπορεί να επιστρέψουν πάλι στον τόπο τους, με τον σκοπό ίσως να σώσουν και άλλους αφού εσώθηκαν οι ίδιοι, πράγμα ωφέλιμο για τις ψυχές. (Ας γνωρίζουν όμως ότι) ο Μωϋσής εκείνος ο θεόπτης αν και απεστάλη από τον ίδιο τον Θεόν για να σώση το γένος των ομοφύλων του, αντιμετώπισε πολλούς κινδύνους, όταν επέστρεψε από την έρημο στην Αίγυπτο, δηλαδή αντιμετώπισε πολλούς σκοτασμούς, όταν επέστρεψε στον κόσμο.
16. Είναι προτιμότερο να λυπήση κανείς τους γονείς του παρά τον Κύριον. Διότι αυτός και μας έπλασε και μας έσωσε. Ενώ οι γονείς πολλές φορές κατέστρεψαν αυτούς που αγάπησαν και τους έστειλαν στην κόλασι.
17. Ξένος πραγματικά είναι εκείνος πού σαν να ευρίσκεται ανάμεσα σε ξενόγλωσσους ανθρώπους ησυχάζει και σιωπά έχοντας πλήρη συναίσθησιτου τι κάνει.
18. Δεν φεύγομε μακρυά από τους συγγενείς μας ή τους τόπους μας, επειδή τους μισούμε. Μη γένοιτο! Αλλά για να αποφύγωμετην βλάβη πού μας προκαλούν.
19. Όπως σε όλα τα άλλα έτσι και σ΄αυτό έχομε διδάσκαλο τον Κύριον. Διότι και ο ίδιος πολλές φορές εγκατέλειψε τους κατά σάρκα οικείους του. Και όταν άκουσε από μερικούς την ειδοποίησι: «Η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ζητούσίσε», αμέσως ο καλός μας Διδάσκαλος μας υπέδειξε το «απαθές μίσος», απαντώντας: «Μήτηρ μου και αδελφοί μου εισίν, οι ποιούντες το θέλημα του Πατρός μου του έν τοίς ουρανοίς» (Ματθ. ιβ΄ 47-50).
20. Ας είναι για σένα πατέρας εκείνος πού και θέλει και μπορεί να κοπιάσημαζί σου, για να κάνη ελαφρότερο το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Μητέρα, η κατάνυξις, η οποία έχει την δύναμινα σε αποπλύνη από τον ρύπο της αμαρτίας. Αδελφός, εκείνος που κουράζεται και συναγωνίζεται μαζί σου στον δρόμο που ανεβάζει στον ουρανό. Σύζυγο αχώριστο απόκτησε την μνήμη του θανάτου. Τέκνα σου φίλτατα ας είναι οι στεναγμοί της καρδίας. Ως δούλο έχε το σώμα σου. Ως φίλους τις άγιες αγγελικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να σε βοηθήσουν την ώρα του θανάτου σου, εφ΄όσον γίνουν φίλοι σου. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον» (Ψαλμ. κγ΄ 6).

21. Ο πόθος του Θεού σβήνει τον πόθο των γονέων. Αυτός που ισχυρίζεται ότι διατηρεί και τους δύο πόθους, απατά τον εαυτό του, εφ΄ όσον ακούει τον Κύριοννα λέγη: «Ουδείς δύναται δυσίκυρίοις δουλεύειν» κ.λ.π. (Ματθ. στ΄ 24).
22. Ο Κύριος είπε: «Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη στην γη ούτε αγάπη γονέων προς τα τέκνα ή (αδελφών προς) τους αδελφούς, σε όσους απεφάσισαν να με υπηρετήσουν. Αντιθέτως ήλθα να φέρω μάχη και μάχαιρα, να διχάσω τους φίλους του Θεού από τους φίλους του κόσμου, τους υλικούς από τους πνευματικούς, τους φιλοδόξουςαπό τους ταπεινόφρονας» (Ματθ. ι΄ 34). Ο δε Κύριος ευφραίνεται γι΄αυτήν τη διαμάχη και τον χωρισμό, πού γίνεται για την αγάπη του.
23. Πρόσεχε, πρόσεχε, εσύ που έχεις πολλή αγάπη και «προσπάθεια» στους ιδικούς σου, μήπως και σου φανούν όλα όσα εγκατέλειψες βυθισμένα στα νερά (των δακρύων και του πόνου). Και έτσι επιστρέψης πίσω και παρασυρθής και σύ και βυθισθής στα νερά και στον κατακλυσμό της φιλοκοσμίας. Μη συγκινηθής από τα δάκρυα των γονέων ή των φίλων σου, διότι διαφορετικά πρόκειται να δακρύζης αιωνίως.
24. Όταν σε περικυκλώσουν σαν μέλισσες, ή μάλλον σαν σφήκες, οι συγγενείς σου, θρηνούντες για σένα, προσήλωσε τότε αμέσως το βλέμμα της ψυχής σου στον θάνατο και στις αμαρτωλές πράξεις σου, ώστε με τον ένα πόνο να κατορθώσης να αποδιώξης τον άλλον.
25. Υπόσχονται σ΄ εμάς με πονηρία οι ιδικοί μας (κατά την σάρκα), αλλά όχι ιδικοί μας (κατά το πνεύμα), ότι θα κάνουν ό,τι μας αρέσει, (εάν μείνωμεκοντά τους). Ο πραγματικός τους όμως σκοπός είναι να μας εμποδίσουν από τον εκλεκτό δρόμο που διαλέξαμε και έν συνεχεία να μας παρασύρουν στον ιδικό τους σκοπό.
26. Όταν αναχωρήσωμε από τους τόπους μας, ας διαλέξωμεμέρη όπου θα υπάρχη ολιγωτέραπαρηγορία, ολιγώτερεςαφορμές για κενοδοξία και περισσότερες για ταπείνωσι. Αλλιώτικα φεύγομε και πετούμε μαζί με τα πάθη μας.
27. Απόφευγε να εκθειάζης και να φανερώνηςτην ευγενική σου καταγωγή και την κοσμική σου δόξα, για να μη φανής άλλος στα λόγια και άλλος στα πράγματα.
28. Κανείς δεν παρέδωσε τόσο πολύ τον εαυτόν του στην ξενιτεία, όσον ο μέγας εκείνος, (δηλαδή ο Αβραάμ), ο οποίος άκουσε τα λόγια: «Έξελθε έκ της γής σου και έκ της συγγενείας σου και έκ του οίκου του πατρός σου» (Γεν. ιβ΄ 1), παρ΄όλο πού εκαλείτο να μεταβή σε χώρα αλλόγλωσσο και βαρβαρική.
29. Μερικές φορές ο Κύριος δοξάζει υπερβολικά κάποιον πού εξενιτεύθηκεόπως ο μέγας (Αβραάμ). Όμως είναι καλό η δόξα αυτή, παρ΄όλοπου δίδεται εκ Θεού, να αποκρούεται με την ασπίδα της ταπεινώσεως.
30. Όταν οι δαίμονες ή και οι άνθρωποι μας επαινούν σαν για μεγάλο κατόρθωμα για την ξενιτεία μας, τότε εμείς ας συλλογισθούμε Εκείνον που εξενίτευσε για μας και ήλθε από τον ουρανό στην γη, και με την σκέψι αυτή θα διαπιστώσωμεότι εμείς είς τον αιώνα του αιώνος δεν θα κατορθώσωμε να ξεχρεώσωμε μία τέτοια ξενιτεία.
31. Είναι επικίνδυνη, η «προσπάθεια» προς κάποιον ιδικό μας ή και ξένο. Αυτή μπορεί σιγά-σιγά να μας τραβήξη προς τον κόσμο και να σβήση τελείως την φλόγα της κατανύξεως.
32. Όπως είναι ακατόρθωτο να κοιτάζη κανείς με το ένα μάτι τον ουρανό και με το άλλο την γη, έτσι είναι αδύνατον να μη κινδυνεύσηη ψυχή εκείνου, πού δεν εξενίτευσε τελείως από όλους -ιδικούς του και ξένους- όχι μόνο με το σώμα, αλλά και με τον λογισμό.
33. Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσωμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάστασι. Είναι όμως δυνατόν εκείνο πού με πολύ κόπο κατωρθώσαμε, να τα χάσωμεμέσα σε μια στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α΄ Κορ. ιε΄ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες.
34. Αυτός που μετά την απάρνησι του κόσμου συναναστρέφεται με κοσμικούς ή παραμένει κοντά τους, οπωσδήποτε ή θα πέσηστα δίχτυα τους ή θα μολύνη την καδιά του με κοσμικές σκέψεις. Αλλά και αν ακόμη δεν μολυνθή έτσι, θα μολυνθή κατακρίνοντας εκείνους που μολύνονται.
Περί των ονείρων των αρχαρίων
ΤΟ ΟΤΙ ο νούς που διαθέτω είναι ολωσδιόλου ατελής και γεμάτος από άγνοια, δεν είναι δυνατόν να το κρύψω. Ο λάρυγγας διακρίνει τα φαγητά, και η ακοή την έννοια των λόγων. Την αδυναμία των οφθαλμών την φανερώνει το δυνατό φως του ηλίου και την αμάθεια της ψυχής μου την αποκαλύπτουν τα λόγια μου. Ο νόμος όμως της αγάπης αναγκάζει να επιχειρή κανείς πράγματα πού υπερβαίνουν την δύναμί του.
Νομίζω λοιπόν -δεν δογματίζω- ότι ύστερα απ΄όσα ελέχθησαν περί ξενιτείας, ή μάλλον μαζί με αυτά, πρέπει να επακολουθήσουν και να λεχθούν ολίγα περί των ονείρων. Τόσα, όσα χρειάζονται, ώστε ούτε σ΄αυτόν τον δόλο των δολίων δαιμόνων να είμαστε αμύητοι.
36. Όνειρο είναι μία κίνησις του νου, ενώ το σώμα ευρίσκεται ακίνητο.
37. Φαντασία είναι μία εξαπάτησις των οφθαλμών, όταν το μυαλό κοιμάται. Φαντασία είναι μία παρασάλευσις του νου, ενώ το σώμα είναι ξύπνιο. Φαντασία είναι ένα θέαμα πού δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.
38. Είναι φανερή η αιτία που θελήσαμε, μετά τους προηγούμενους λόγους, να ομιλήσωμε για τα όνειρα. Αφού εγκαταλείψωμεγια τον Κύριον τα σπίτια μας και τους οικείους μας και με την ξενιτεία για την αγάπη του Χριστού πωλήσωμε τον εαυτό μας, τότε οι δαίμονες επιχειρούν να μας ταράζουν με όνειρα. Παρουσιάζουν δε σ΄αυτά τους ιδικούς μας ότι θρηνούν, πεθαίνουν, καταστεναχωρούνται και βασανίζονται εξ αιτίας μας. Εκείνος λοιπόν πού πιστεύει στα όνειρα ομοιάζει μ΄αυτόνπου κυνηγά την σκιά του και προσπαθεί να την πιάση (Σοφ. Σειράχ  λδ΄ 2).
39. Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν σαν πανούργοι πού είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένομε έκθαμβοι, και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα.
40. Σε όσους τον πιστεύουν, ο δαίμων αυτός φάνηκε πολλές φορές αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχθηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξις πού είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα, και μόλις αντιληφθή ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σ΄εκείνους πού είναι ελαφρόμυαλοι και τους το προλέγει με τα όνειρα.
41. Τίποτε μελλοντικό δεν γνωρίζουν οι δαίμονες από προγνωστική δύναμι. Διότι τότε θα μπορούσαν και οι μάγοι να μας προλέγουν τον θάνατό μας.
42. Στον ύπνο μας πολλές φορές οι δαίμονες «μετασχηματίζονται είςαγγέλους φωτός» (Β΄ Κορια΄ 14) και σε μορφές αγίων Μαρτύρων, τους οποίους παρουσιάζουν να έρχωνταιπρος το μέρος μας. Έτσι αφού ξυπνήσωμε μας βυθίζουν σε υπερηφάνεια και χαρά.
43. Το σημείο από το οποίο θα διακρίνης την πλάνη είναι τούτο: Οι άγγελοι μας δείχνουν την κόλασι, την Κρίσι και τον χωρισμό, και έτσι μας κάνουν να ξυπνούμε έντρομοι και περίλυποι.
44. Εάν αρχίσωμε να πιστεύωμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπαιζώμεθααπό αυτούς και ξύπνιοι. Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός πού δεν πιστεύει τίποτε είναι πραγματικά συνετός και σοφός.
45. Πίστευε μόνο σ΄εκείνα πού σου αναγγέλλουν για την κόλασι και την Κρίσι. Εάν όμως δημιουργήται μέσα σου απόγνωσις, τότε και αυτά τα όνειρα προέρχονται από τους δαίμονες.
Βαθμίς τρίτη! Δρόμος πού οδηγεί στην ισάριθμη Αγία Τριάδα. Εκείνος που ανέβηκε άςμη κοιτάξη δεξιά ή αριστερά.
Ι.Μ.Παρακλήτου



[1] Ενώ δηλαδή στην πατρίδα μας δεν απελαμβάναμε κάποιας ιδιαιτέρας προσοχής και εκτιμήσεως, ως συνήθεις και γνώριμοι και ασήμαντοι άνθρωποι, στην ξένη χώρα παρουσιαζόμεθα ως σπουδαίοι και αξιόλογοι.

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

Λ Ο Γ Ο Σ   Τ Ρ Ι Τ Ο Σ

Περί  ξενιτείας

via

Περί υπακοής


(Διά την μακαρίαν και αείμνηστον υπακοήν)
ΠΡΟΧΩΡΩΝΤΑΣ προς τά εμπρός ο λόγος έφθασε ομαλά και κανονικά στους πύκτας και αθλητάς του Χριστού. Διότι όπως πρίν από τον καρπό αναφαίνεται το άνθος, έτσι και πρίν από την υπακοή προηγείται η ξενιτεία, είτε του σώματος είτε του θελήματος. Με τις δύο αυτές αρετές, ωσάν με χρυσές πτέρυγες ανέρχεται άκοπα στον ουρανό η οσία ψυχή. Ίσως μάλιστα γι΄αυτό κάποιος πνευματοφόρος άνθρωπος να έψαλλε: «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσείς περιστεράς, και πετασθήσομαι» -με την πράξι- «και καταπαύσω»- με την θεωρία και την ταπείνωσι; (Ψαλμ. νδ΄ 7).
2. Αν συμφωνήτε και σείς, δεν πρέπει ούτε το εξωτερικό σχήμα των ανδρείων αυτών πολεμιστών να παραβλέψωμε και να μη το παρουσιάσωμε με πλήρη περιγραφή. Πώς δηλαδή κρατούν γερά την ασπίδα της πίστεως και εμπιστοσύνης προς τον Θεόν και τον γυμναστή τους, και με αυτήν, θα ελέγαμε, αποκρούουν κάθε λογισμό απιστίας ή μεταβάσεως και αναχωρήσεως (από την Μονή). Πώς έχουν ανεσπασμένη συνεχώς την μάχαιρα του Πνεύματος και φονεύουν κάθε ιδικό τους θέλημα πού θα αναφανή. Πώς έχουν φορέσει τους σιδερένιους θώρακες της υπομονής και της πραότητος και μ΄αυτούς αποκρούουν κάθε υβρεολογία, κάθε λέξι πού σουβλίζει και κάθε λόγο που ρίπτεται εαντίον τους σαν βέλος. Πώς φορούν και την «περικεφαλαίαν του σωτηρίου» (Έφεσ.  ς΄ 17), τη σκέπη δηλαδή πού τους παρέχει η ευχή του Γέροντος. Και δεν στέκονται με δεμένα τα πόδια, αλλά το ένα το προβάλλουν – είναι πρόθυμοι δηλαδή για υπηρεσία -, και το άλλο το έχουν ακίνητο – είναι πρόθυμοι δηλαδή για προσευχή.
3. Υπακοή είναι η τελεία απάρνησις της ψυχής μας[1], η οποία φανερώνεται καθαρά με τα έργα του σώματος. Ή και το αντίθετο: Υπακοή είναι νέκρωσις των μελών του σώματος, ενώ ο νους είναι ζωντανός. Υπακοή σημαίνει ενέργεια χωρίς εξέτασι, θάνατος εκούσιος, ζωή χωρίς περιέργεια, αμεριμνία για κάθε σωματικό κίνδυνο, αμεριμνία για το τι θα απολογηθής στον Θεόν, να μη φοβήσαι τον θάνατο, να ταξειδεύης στην θάλασσα χωρίς κίνδυνο, να οδοιπορής στην ξηρά ξέγνοιαστα σαν να κοιμάσαι.
4. Υπακοή σημαίνει ενταφιασμός της ιδικής μας θελήσεως και ανάστασις της ταπεινώσεως. Δεν αντιλέγει ο νεκρός ούτε ξεχωρίζει τα καλά από εκείνα πού του φαίνονται ως πονηρά. Διότι ο Γέροντάς του, πού του εθανάτωσε με τρόπο θεάρεστο την ψυχή, αυτός θα δώση λόγο για όλα. Υπακοή σημαίνει να αποθέσωμε την ιδική μας διάκρισι στην πλούσια διάκρισι του Γέροντος.
5. Η αρχή της νεκρώσεως και κάποιου μέλους του σώματος και κάποιου θελήματος της ψυχής φέρνει πόνο. Στο μέσον της νεκρώσεως, άλλοτε αισθανόμεθα πόνο και άλλοτε όχι. Και στο τέλος επέρχεται παύσις και αναισθησία του πόνου. Τότε μόνο φαίνεται να πονή και να υποφέρη ο ζωντανός αυτός νεκρός και μακαρίτης, όταν βλέπη πώς κάνει το θέλημά του. Και τούτο, διότι φοβείται το βάρος του πταίσματός του.
6. Όλοι εσείς πού επιχειρήσατε να αποδυθήτε και να εισέλθετε στο στάδιο αυτό του ψυχικού μαρτυρίου, όσοι θέλετε να σηκώσετε στον τράχηλό σας τον ζυγό του Χριστού, όσοι φροντίζετε να φορτώσετε στον τράχηλο κάποιου άλλου το ιδικό σας φορτίο, όσοι σπεύδετε να γράψετε σε συμβόλαιο την πώλησί σας και θέλετε αντί αυτής να γραφή σε σας ελευθερία, όσοι, τέλος, υποβαστάζεσθε και ανυψώνεσθε από χέρια άλλων και διανύετε έτσι το μεγάλο τούτο πέλαγος, ας γνωρίζετε ότι επιχειρήσατε να βαδίσετε μία σύντομη, αλλά και τραχεία οδό, η οποία μία και μόνη πλάνη κρύβει: Αυτήν που λέγεται ιδιορρυθμία. Αυτός που απαρνήθηκε εντελώς την ιδιορρυθμία σε όσα του φαίνονται καλά και πνευματικά και θεάρεστα, αυτός έφθασε στο τέρμα της οδού, προτού αρχίση να την βαδίζη. Διότι αυτό ακριβώς είναι η υπακοή: Να μην εμπιστεύεται κανείς τον εαυτόν του σε όλα τα καλά μέχρι τέλους της ζωής του.
7. Όταν πρόκειται να κλίνωμε τον αυχένα μας στον Κύριον, και να εμπιστευθούμε τον εαυτόν μας σε άλλον, με λογισμό ταπεινοφροσύνης και με κύριο σκοπό να εξασφαλίσωμε την σωτηρία μας, πρίν από την είσοδό μας στην ζωή της υπακοής, αν τυχόν διαθέτωμε κάποια πονηρία και σύνεσι, ας εξετάσωμε ερευνητικά και -ας το πώ έτσι- ας δοκιμάσωμε τον κυβερνήτη. Για να μην πέσωμε σε ναύτη αντί σε κυβερνήτη, σε ασθενή αντί σε ιατρό, σε εμπαθή αντί σε απαθή, σε πέλαγος αντί σε λιμάνι, και έτσι προξενήσωμε στον εαυτό μας βέβαιο ναυάγιο.
Μετά την είσοδό μας όμως στο στάδιο της ευσεβείας και της υποταγής, ποτέ πλέον και σε τίποτε απολύτως ας μη εξετάζωμε τον καλό αγωνοθέτη μας, έστω και αν παρατηρήσωμε σ΄αυτόν, σαν σε άνθρωπο, μερικά μικρά ίσως σφάλματα. Διότι διαφορετικά τίποτε δεν ωφελούμεθα από την υποταγή, εάν τον εξετάζωμε και τον κρίνωμε.
8. Όσοι θέλουν να τρέφουν πάντοτε αδίστακτη εμπιστοσύνη στους Γέροντες, επιβάλλεται να διατηρούν αλησμόνητα και ανεξάλειπτα στην καρδιά τους τα πνευματικά τους κατορθώματα. Ώστε, όταν οι δαίμονες προσπαθούν να ενσπείρουν μέσα τους αμφιβολία, να τα ενθυμούνται και να τους αποστομώνουν.
Όσοδέ η εμπιστοσύνη προς τον Γέροντα θάλλει μέσα στην καρδιά, τόσο το σώμα προθυμοποιείται σε κάθε διακονία. Ενώ, όταν σκοντάψη στην απιστία, θα πέση, διότι «πάν ό ούκ έκ πίστες, αμαρτία εστίν» (Ρωμ. ιδ΄ 23).
9. Από τον λογισμό που σου υποβάλλει να εξετάσης ή να κατακρίνης τον Ηγούμενο, τινάξου μακρυά σαν από πορνεία. Μη δώσης καθόλου άδεια στον όφι αυτόν ούτε τόπο ούτε είσοδο ούτε αρχή. Και απάντησε στον δράκοντα: «Ώ απατεών, δεν ανέλαβα εγώ να κρίνω τον Ηγούμενο, αλλά εκείνος να κρίνη εμένα. Δεν διωρίσθηκα εγώ κριτής του, αλλά αυτός ιδικός μου».
10. Οι πατέρες ωνόμασαν την ψαλμωδία όπλο, την προσευχή τείχος, τα καθαρά δάκρυα λουτρό, ενώ την μακαρία υπακοή την εχαρακτήρισαν ως μαρτύριο. Χωρίς αυτήν, κανείς από τους εμπαθείς δεν θα κατορθώση να ιδή τον Κύριον.
11. Ο υποτακτικός καταδικάζει ο ίδιος τον εαυτό του. Και αν μέν για την αγάπη του Κυρίου υπακούη τελείως – έστω και αν αυτό δεν φαίνεται τελείως – τότε έχει απαλλαγή από κάθε καταδίκη. Εάν όμως ικανοποιή σε μερικά πράγματα το θέλημά του – έστω και αν φαίνεται εξωτερικά ότι υπακούει – τότε σηκώνει ο ίδιος το φορτίο του. Στην περίπτωσι αυτή, αν ο Γέροντας δεν παύη να τον ελέγχη, έχει καλώς. Αν όμως εσιώπησε, τότε δεν ξεύρω τι να ειπώ!
12. Όσοι υποτάσσονται έν Κυρίω με απλότητα, αυτοί τελείωνουν καλά τον δρόμο τους, διότι, αποφεύγοντες την λεπτολόγο εξέτασι του Γέροντος, δεν προσελκύουν κατεπάνω τους την πανουργία των δαιμόνων.
13. (Αφού έλθωμε στο Κοινόβιο), πρίν από όλα ας εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας στον καλό μας δικαστή, (τον Γέροντα), και μόνο σ΄αυτόν, αν όμως μας προστάξη, και ενώπιον όλων. Διότι πληγές που φανερώνονται, δεν χειροτερεύουν, αλλά θεραπεύονται.
14. Φθάνοντας κάποτε σ΄ ένα Κοινόβιο παρηκολούθησα μία φοβερή και εκπληκτική κρίσι ενός καλού κριτού και ποιμένος. Ενώ ευρισκόμουν εκεί, έτυχε να έλθη για μοναχός κάποιος πού ήταν προηγουμένως ληστής. Αυτόν λοιπόν ο άριστος εκείνος ιατρός και ποιμήν διέταξε να απολαύση επί επτά ημέρες κάθε ανάπαυσι, και μόνη απασχόλησι να έχη το να παρατηρή την ζωή και την τάξι της Μονής.
Μετά δε την εβδόμη ημέρα τον εκάλεσε ιδιαιτέρως ο ποιμήν και τον ερώτησε αν του άρεσε να συγκατοικήση μαζί τους. Όταν δε τον είδε να συγκατατίθεται με όλη του την ειλικρίνεια, τον ερώτησε πάλι τι αμαρτήματα διέπραξε στον κόσμο. Αφού λοιπόν τον είδε να τα εξομολογήται την ίδια στιγμή και με προθυμία όλα, για να τον δοκιμάση του είπε πάλι: «Θέλω όλα αυτά να τα φανερώσης εμπρός σε όλη την αδελφότητα». Και εκείνος έχοντας μισήσει ολωσδιόλου την αμαρτία του και περιφρονώντας κάθε εντροπή του το υποσχέθηκα αδίστακτα. «Και αν θέλης ακόμη, του λέγει, τα εξομολογούμαι και στο κέντρο της Αλεξανδρείας».
Ύστερα απ΄αυτό, ο Ποιμήν συναθροίζει στο Κυριακό όλα τα (λογικά του) πρόβατα, διακόσια τριάκοντα τον αριθμό. Και ενώ ετελείτο η θεία Λειτουργία -ήταν ημέρα Κυριακή- μετά την ανάγνωσι του Ευαγγελίου, δίδει εντολή και οδηγείται προς τον Ναό ο αθώος πλέον εκείνος κατάδικος.
Τον έσυραν μερικοί αδελφοί κτυπώντας τον ελαφρά, με τα χέρια δεμένα πίσω, φορώντας τρίχινο σάκκο και έχοντας ριγμένη στάχτη στο κεφάλι του. Και μόνη η θέα του δυστυχισμένου αυτού εδημιούργησε κατάπληξι σε όλους, ώστε αμέσως να ξεσπάσουν σε δάκρυα και ολολυγμούς, εφ΄όσον κανείς δεν εγνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε. Έπειτα μόλις επλησίασε στην πύλη της Εκκλησίας, η ιερά εκείνη κεφαλή, ο φιλάνθρωπος κριτής, του εφώναξε με δυνατή φωνή: «Στάσου! Είσαι ανάξιος να εισέλθης εδώ μέσα».
Εκείνος τότε εταράχθηκε από την φωνή του Ποιμένος πού την άκουσε από το Ιερό. (Όπως αργότερα μας εβεβαίωνε με όρκους, του εφάνηκε ότι άκουσε βροντή και όχι φωνή ανθρώπου). Πέφτει αμέσως έντρομος με το πρόσωπο στην γη, συγκλονισμένος ολόκληρος από τον φόβο. Ενώ δε εκείτετο κάτω και έβρεχε το χώμα με τα δάκρυά του, εκείνος ο θαυμάσιος ιατρός, ο οποίος μεταχειριζόταν τα πάντα για την σωτηρία του, και συγχρόνως έδιδε σε όλους ένα υπόδειγμα σωτηρίας και αληθινής ταπεινώσεως, τον προστάζει να ειπή εμπρός σε όλους όλα τα αμαρτήματά του ένα-ένα ξεχωριστά.
Τότε αυτός άρχισε να εξομολογήται με τρόμο όλα του τα αμαρτήματα ένα-ένα λέγοντας πράγματα που εξένιζαν κάθε ανθρώπινη ακοή. Όχι μόνο σαρκικά αμαρτήματα παρά φύσιν, κατά φύσιν, με ανθρώπους, με ζώα, αλλά ακόμη και μαγείες και φόνους και άλλα, τα οποία δεν πρέπει ούτε να ακούση ούτε να γράψη κανείς. Έπειτα από την εξομολόγησι αυτή, προστάζει ο Ποιμήν να καρή αμέσως μοναχός και να συγκαταριθμηθή στους αδελφούς.
15. Εγώ τότε εθαύμασα την σοφία του Οσίου εκείνου και τον ερώτησα ιδιαιτέρως, για ποιο λόγο προέβη στην παράδοξη αυτή ενέργεια. Εκείνος δε πού ήταν πράγματι ιατρός ψυχών, μου απήντησε ότι το έκανε αυτό για δύο λόγους:
«Πρώτον, χάριν αυτού του ιδίου, ώστε με την εντροπή της παρούσης εξομολογήσεως να τον απαλλάξω από την μέλλουσα εντροπή – πράγμα που ασφαλώς έγινε. Διότι, αδελφέ μου Ιωάννη, δεν εσηκώθηκε από το έδαφος, μέχρις ότου επέτυχε την άφεσι όλων των αμαρτιών του. Και μην αμφιβάλλης γι΄αυτό, διότι κάποιος από τους αδελφούς πού παρευρίσκονταν εκεί πήρε θάρρος και μου είπε: «Έβλεπα την ώρα εκείνη κάποιον φοβερό και επιβλητικό άνδρα πού κρατούσε στα χέρια του ένα χαρτί γραμμένο και ένα κοντύλι από καλάμι. Και κάθε φορά πού ο ριγμένος στο έδαφος εξωμολογείτο μία αμαρτία του, εκείνος με το κοντύλι την διέγραφε». Αυτό είναι πολύ φυσικό, σύμφωνα και με τα λόγια (του Δαβίδ): «Είπα, εξαγορεύσω κατ΄εμού την ανομίαν μου τώ Κυρίω, και σύ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (Ψαλμ.  λα΄ 5). Δεύτερον, το έκανα αυτό, επειδή έχω μερικούς αδελφούς με ανεξομολόγητες αμαρτίες. Και με το παράδειγμα αυτό τους παρακινώ και εκείνους στην εξομολόγησι, χωρίς την οποία κανείς δεν θα επιτύχη την άφεσι των αμαρτιών του».
16. Είδα και άλλα πολλά αξιοθαύμαστα και αξιομνημόνευτα πράγματα, κοντά στον αείμνηστο εκείνο Ποιμένα και το ποίμνιό του, από τα οποία τα περισσότερα θα προσπαθήσω να σας τα παρουσιάσω. Διότι έμεινα κοντά τους αρκετό καιρό, εξετάζοντας την ζωή τους, η οποία μου προξενούσε υπερβολικό θαυμασμό καθώς έβλεπα πώς οι επίγειοι εκείνοι άγγελοι εμιμούντο τους ουρανίους!
Συνδέονταν μεταξύ τους με αδιάρρηκτο δεσμό αγάπης, χωρίς η μεγάλη αυτή αγάπη -πράγμα πολύ θαυμαστό- να έχη δημιουργήσει μεταξύ τους παρρησία ή αργολογία. Πρίν από όλα εφρόντιζαν να μη τραυματίσουν σε τίποτε την συνείδησι του αδελφού. Εάν τυχόν ευρισκόταν κανείς με μίσος προς τους άλλους, ο Ποιμήν τον εξώριζε ως κατάδικο στο ιδιαίτερο και απομονωμένο Μοναστήρι[2].
Όταν κάποτε ένας αδελφός ωμίλησε στον Ποιμένα υβριστικά είς βάρος άλλου αδελφού, την ίδια στιγμή διέταξε ο οσιώτατος Ποιμήν να εκδιωχθή. «Δεν ανέχομαι -είπε- να υπάρχη στην Μονή και ορατός και αόρατος διάβολος».
Στους οσίους αυτούς μοναχούς είδα ομολογουμένως ωφέλιμα και αξιοθαύμαστα πράγματα. Είδα μία αδελφότητα, έν Κυρίω συναθροισμένη και ενωμένη, πού κατέκτησε σε θαυμαστό βαθμό τόσο την πρακτική εργασία των εντολών, όσο και την θεωρία.
Ασκούσαν και εγύμναζαν τον εαυτό τους τόσο πολύ στα πνευματικά, ώστε να περιττεύη η υπόμνησις του Γέροντος. Ο καθένας αυτοπροαίρετα ξυπνούσε και παρακινούσε τον άλλον στην πνευματική επαγρύπνησι. Υπήρχαν μάλιστα στο πρόγραμμα της ζωής τους ωρισμένα ιερά γυμνάσματα καλομελετημένα και παγιωμένα.
Έτσι, αν συνέβαινε κάποτε στην απουσία του Γέροντος να παρασυρθή κάποιος στην κακολογία ή στην κατάκρισι ή στην αργολογία, τότε ένας αδελφός κάνοντάς του ένα σχεδόν ανεπαίσθητο νεύμα του υπενθύμιζε την αρετή και τον συνέφερε. Εάν τυχόν δεν έδειχνε συναίσθησι, ο αδελφός πού του έκανε την υπόμνησι έβαζε μετάνοια και έφευγε.
Ως προς το θέμα των συνομιλιών, αν χρειαζόταν να ειπούν κάτι, είχαν σαν μοναδική και παντοτεινή συζήτησι την ανάμνησι του θανάτου και την σκέψι της αιωνίου κολάσεως.
17. Δεν θα σας αποσιωπήσω και το ασυνήθιστο και θαυμαστό έργο του μαγείρου τους. Βλέποντάς τον να έχη παντοτεινή περισυλλογή και δάκρυα στο διακόνημά του, τον ικέτευα να μου ειπή πώς αξιώθηκε να λάβη ένα τέτοιο χάρισμα, και εκείνος στην επιμονή μου αποκρίθηκε: «Ποτέ δεν σκέφθηκα ότι υπηρετώ ανθρώπους, αλλά τον Θεόν. Έκρινα τον εαυτόν μου ανάξιο για κάθε είδους ανάπαυσι και η θέα αυτής της φωτιάς μου ενθυμίζει συνεχώς την μελλοντική φλόγα της κολάσεως».
18. Ακούσατε και άλλο παράδοξο κατόρθωμα των μοναχών αυτών: Ακόμη και την ώρα της τραπέζης, δεν διέκοπταν την νοερά εργασία της προσευχής. Με κάποιο συγκεκριμένο αλλά μυστικό νεύμα υπενθύμιζαν οι μακάριοι ο ένας στον άλλον την επιμέλεια της εσωτερικής προσευχής. Και αυτό, όχι μόνο στην τράπεζα, αλλά και σε κάθε συνάντησι και σύναξί τους.
Όταν τυχόν έπεφτε κάποιος σε παράπτωμα, τότε τον παρακαλούσαν και τον ικέτευαν πολύ οι άλλοι, να επιτρέψη να μεριμνήσουν αυτοί, να απολογηθούν αυτοί στον Ποιμένα και να δεχθούν την επίπληξι.
Ο μέγας εκείνος Ποιμήν το αντελήφθηκε αυτό και τους έβαζε ελαφρότερες τιμωρίες, γνωρίζοντας ότι ο τιμωρούμενος είναι αθώος. Ωστόσο όμως δεν επιζητούσε να μάθη τον πραγματικό ένοχο.
Πού να συναντήσης σ΄εκείνους εκδηλώσεις πού να ενθυμίζουν αργολογία ή αστειολογία!
Εάν επίσης άρχιζε κάποιος να φιλονική με τον πλησίον του, ο τρίτος που τύχαινε να περάση από εκεί έβαζε μετάνοια και διέλυε την οργή. Όταν δε αντιλαμβανόταν πώς έμενε μέσα τους μνησικακία, το ανέφερε αμέσως στον Δεύτερο -μετά τον Γέροντα- και αυτός εφρόντιζε να συμφιλιωθούν πρίν δύση ο ήλιος (πρβλ. Έφ. δ΄ 26). Εάν όμως εσκλήρυναν την στάσι τους και επέμεναν, τότε ετιμωρούντο με αποχή από το φαγητό έως ότου συμφιλιωθούν, ή απεβάλλοντο από την Μονή.
Η διαγωγή τους αυτή, ή τόσο αξιέπαινος και προσεκτική, δεν ήταν πράγμα μάταιο και ανωφελές, αλλά αντιθέτως παρουσίαζε πολλούς εμφανείς καρπούς.
Πολλοί από τους οσίους εκείνους αναδείχθηκαν σπουδαίοι στην πρακτική και στην θεωρητική ζωή, στην διάκρισι και στην ταπεινοφροσύνη. Αντίκρυζε δε κανείς σ΄αυτούς ένα θέαμα εκπληκτικός και αγγελοπρεπές: Ολόλευκοι ηλικιωμένοι μοναχοί, σεβάσμιοι και ιεροπρεπείς, να τρέχουν δεξιά και αριστερά, ασκώντας την υπακοή και έχοντας ως μεγαλύτερό τους καύχημα την ταπείνωσί τους.
19. Είδα εκεί άνδρας πού είχαν πενήντα περίπου χρόνια στην υπακοή, και τους ικέτευα να μου ειπούν ποια πνευματική παρηγορία απέκτησαν ύστερα από τόσο κόπο. Άλλοι ωμολογούσαν ότι έφθασαν σε άβυσσο ταπεινοφροσύνης και με αυτήν αποκρούουν επιτυχώς κάθε επίθεσι του εχθρού. Άλλοι έλεγαν ότι υπομένουν αναίσθητα και ανώδυνα κάθε κακολογία και ύβρι.
Είδα και άλλους ανάμεσα σ΄αυτούς τους αειμνήστους, οι οποίοι ήταν ολόλευκοι από το γήρας και αγγελοειδείς. Είχαν φθάσει σε βαθύτατη ακακία και απλότητα, απλότητα «σεσοφισμένη», κατωρθωμένη με την αγαθή τους προαίρεσι και την βοήθεια του Θεού, όχι αλογίκευτη και ασύνετη σαν εκείνη ωρισμένων κοσμικών γερόντων, πού τους ονομάζουν φλύαρους και «ξεκουτιασμένους».
Εφαίνοντο δε εξωτερικά τελείως ήπιοι, προσηνείς, φαιδροί, χωρίς τίποτε το επίπλαστο και επιτηδευμένο κα νοθευμένο στους λόγους και στην συμπεριφορά τους. Πράγματα πού δεν συναντώνται εύκολα! Εσωτερικά, στα βάθη της ψυχής τους ανέπνεαν σαν άκακα νήπια τον Θεόν και τον Γέροντα. Το δε νοερό τους βλέμμα το είχαν στραμμένο – ωργισμένο και αλύγιστο – εναντίον των δαιμόνων και των παθών.
20. Δεν θα επαρκέση όμως, ώ ιερέ φίλε μετά της θεοφιλούς συνοδίας σου, ο χρόνος της ζωής μου, προκειμένου να εξιστορήσω τις αρετές και την ουρανομίμητη ζωή των μακαρίων εκείνων μοναχών. Αλλά είναι προτιμότερο να κοσμήσω τον ακόσμητο λόγο μου με τους ιδρώτας εκείνων, και να σας διεγείρω έτσι σε θεάρεστο ζήλο και μίμησι, παρά με τις ιδικές μου πτωχές παραινέσεις, διότι «χωρίς πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείττονος κατακοσμείται» (πρβλ. Εβρ. ζ΄ 7).
Μόνο σας παρακαλώ, μην υποψιασθήτε καθόλου ότι σας γράφω κάτι πλαστό, διότι μία τέτοια δυσπιστία καταστρέφει την ωφέλεια.

21. Ας συνεχίσωμε λοιπόν την προηγούμενη διήγησι. Στο Κοινόβιο αυτό είχε κοινοβιάσει πρίν από μερικά έτη κάποιος Ισίδωρος που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, από αρχοντική τάξι. Αυτόν τον επρόλαβα και εγώ εκεί. Όταν τον υποδέχθηκε ο οσιώτατος εκείνος Ποιμήν, είδε ότι ήταν κακότροπος, σκληρόκαρδος, φοβερός, επιβλητικός και αγέρωχος. Και εσκέφθηκε με ένα ανθρώπινο τέχνασμα να νικήση την πανουργία των δαιμόνων.
Λέγει λοιπόν στον Ισίδωρο: «Αν πραγματικά απεφάσισες να σηκώσης τον ζυγό του Χριστού, εκείνο πού πρίν απ΄ όλα σου ζητώ είναι να ασκής την υπακοή». «Όπως το σίδερο στον σιδηρουργό, έτσι αγιώτατε πάτερ, παραδίδομαι στην υπακοή», αποκρίθηκε εκείνος. Ικανοποιημένος τότε ο μέγας Ποιμήν από την απάντησι και την παρομοίωσι, προχώρησε αμέσως και έδωσε στον σιδερένιο Ισίδωρο το γύμνασμά του:
«Θέλω, αδελφέ, να κάθεσαι στην πύλη της Μονής και με φυσικότητα σε καθέναν πού θα εισέρχεται ή θα εξέρχεται, να βάζης μετάνοια λέγοντας, «προσευχήσου για μένα, πάτερ, διότι είμαι επιληπτικός». Ο Ισίδωρος υπήκουσε σαν άγγελος στον Κύριον.
Συνεπλήρωσε επτά χρόνια σ΄αυτήν την άσκησι, και έφθασε έτσι σε βαθύτατη ταπείνωσι και κατάνυξι.
Τότε ο αείμνηστος εκείνος Ποιμήν, αφού πέρασε η «νομική επταετία» και μετά από την αφάνταστη υπομονή του Ισιδώρου, απεφάσισε να τον συγκαταριθμήση στους αδελφούς -ήταν υπεράξιος- και επι πλέον να τον χειροτονήση κληρικό.
Εκείνος όμως μέσω άλλων αδελφών, καθώς και εμού του ταπεινού, ικέτευσε τον Ποιμένα να τον αφήση να τελειώση τον δρόμο του με την ίδια άσκησι. Στην παράκλησί του αυτή άφινε να υποδηλωθή κάπως αμυδρά ότι έφθανε στο τέλος του, ότι επλησίαζε η ώρα πού θα τον καλούσε ο Κύριος κοντά του. Έτσι και έγινε. Ο Διδάσκαλος τον άφησε στην ίδια θέσι, και ύστερα από δέκα ημέρες «δι΄αδοξίας ενδόξως εξεδήμησε» προς τον Κύριον. Επτά δε ημέρες μετά την κοίμησί του παρέλαβε κοντά του και τον θυρωρό της Μονής.
Του είχε ειπεί, ότι «εάν βρω παρρησία στον Κύριον, σύντομα θα σε έχω κοντά μου, για να είμαστε και εκεί αχώριστοι». Έτσι και έγινε, ώστε να φανερωθή απόλυτα και να επικυρωθή (από τον Θεόν) η ακαταίσχυντος υπακοή και η θεομίμητος ταπείνωσίς του.
22. Όταν ακόμη ζούσε ο μέγας αυτός Ισίδωρος, τον ερώτησα τι εργασία είχε ο νους του, καθώς ευρισκόταν εκεί εμπρός στην πύλη της Μονής. Και δεν μου το απέκρυψε ο αείμνηστος  θέλοντας να με ωφελήση.
«Στην αρχή μέν, μου είπε, συλλογιζόμουν ότι πωλήθηκα για τις αμαρτίες μου και ως έκ τούτου με πολλή πικρία και βία και αιματηρό αγώνα έκανα τις μετάνοιες. Όταν όμως συμπληρώθηκε ένας χρόνος, τότε πλέον η καρδιά μου δεν αισθανόταν λύπη, αλλά επερίμενα από τον Θεόν τον μισθό της υπομονής μου. Και όταν επέρασε άλλος ένας χρόνος, τότε ένοιωθα τον εαυτό μου με βαθειά συναίσθησι ως ανάξιο να διαμένη στην Μονή, να βλέπη και να συναντά τους πατέρες, να μεταλαμβάνη των θείων Μυστηρίων και να αντικρύζη οποιοδήποτε πρόσωπο. Ρίχνοντας δε κάτω το βλέμμα και πιο κάτω ακόμη την σκέψι περί του εαυτού μου, ικέτευα τους εισερχομένους και εξερχομένους να προσεύχωνται για μένα».
23. Κάποτε, ενώ καθόμαστε μαζί στην τράπεζα, ο μέγας εκείνος Ηγούμενος έγειρε στο αυτί μου το άγιό του στόμα και μου λέγει: «Θέλεις να σου δείξω θεϊκό φρόνημα μέσα σε βαθύτατο γήρας»; Αφού δε εγώ τον παρεκάλεσα γι΄αυτό, φωνάζει ο δίκαιος κάποιον από το δεύτερο τραπέζι, πού ωνομαζόταν Λαυρέντιος και είχε σαράντα οκτώ περίπου χρόνια στο Μοναστήρι -ήταν μάλιστα και ο δεύτερος κατά σειράν πρεσβύτερος στο ιερατείο της Μονής. Ήλθε λοιπόν ο Λαυρέντιος, έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και εκείνος του έδωσε την ευλογία του. Αφού όμως σηκώθηκε, δεν του είπε τίποτε απολύτως, αλλά τον άφησε να ίσταται όρθιος εμπρός στο τραπέζι και χωρίς να τρώγη (ενώ ευρισκόμεθα ακόμη στην αρχή του γεύματος). Και έμεινε στην θέσι αυτή όρθιος μία ολόκληρη ώρα, ίσως και δύο, ώστε εγώ έφθασα στο σημείο να εντρέπωμαι και να ατενίσω ακόμη κατά πρόσωπον τον εργάτη αυτόν της αρετής, πού ήταν ολόλευκος γέρων ογδόντα ετών. Περίμενε εκεί, χωρίς να λάβη απάντησι, μέχρι τέλους του φαγητού, οπότε, όταν εμείς σηκωθήκαμε, τον στέλνει ο Όσιος στον μέγα Ισίδωρο, πού ανέφερα ενωρίτερα, να του ειπή την αρχή του τριακοστού ενάτου Ψαλμού, (δηλαδή: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου»).
Ύστερα από αυτό εγώ σαν πονηρότατος δεν παρέλειψα να εξετάσω και να δοκιμάσω τον γέροντα. Τον ερώτησα λοιπόν, τι σκεπτόταν όλη αυτή την ώρα, όρθιος, εμπρός στο τραπέζι. «Ουδέποτε -μου απήντησε- έβαλα στο νου μου ότι με διατάζει ο Ηγούμενος, αλλ΄ ο Θεός, διότι στο πρόσωπο του Ποιμένος ετοποθέτησα την εικόνα του Χριστού. Διά τούτο, πάτερ Ιωάννη, την ώρα εκείνη προσευχόμουν στον Θεόν, σαν να ευρισκόμουν όχι εμπρός σε τραπέζι ανθρώπων, αλλ΄ ενώπιον του θείου θυσιαστηρίου. Δεν δέχθηκα κανέναν πονηρό λογισμό εναντίον του Ποιμένος, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της αγάπης πού τρέφω απέναντί του, διότι, όπως έχει λεχθή, «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορινθ.  ιγ΄ 5). Επί πλέον όμως, γνώριζε και τούτο, πάτερ, ότι αυτός πού θα παραδώση τον εαυτόν του αυτοπροαίρεται στις αρετής της απλότητος και της ακακίας, δεν παραχωρεί πλέον στον πονηρό «χώραν ή ώραν», για να τον βλάψη.
24. Καθώς αληθινά ήταν εκείνος ο δίκαιος ο σωτήρ και ποιμήν των λογικών προβάτων, με την χάρι του Θεού, παρόμοιον του εχάρισε ο Θεός και τον οικονόμο της Μονής, σώφρονα, περισσότερο από κάθε άλλον, και πράο όσο ελάχιστοι. Μία φορά λοιπόν για να ωφεληθούν οι υπόλοιποι αδελφοί, ο μεγάλος (Γέροντας) τον επέπληξε άδικα μέσα στο Κυριακό και διέταξε, άκαιρα, να τον βγάλουν έξω! Εγώ δε, γνωρίζοντας ότι είναι αθώος σε εκείνο πού τον κατηγορούσε ο Ποιμήν, απολογήθηκα υπέρ αυτού ιδιαιτέρως.
«Το γνωρίζω και εγώ, πάτερ, ότι είναι αθώος, μου απήντησε ο σοφός. Αλλ΄ όπως είναι πράγμα οικτρό, να αρπάξης το ψωμί από το στόμα του πεινασμένου νηπίου, έτσι αδικεί και τον εαυτό του και τον εργάτη ο υπεύθυνος των ψυχών, όταν δεν του προξενή κάθε ώρα στεφάνους, όσους γνωρίζει ότι μπορεί να υπομείνη είτε με ύβρεις είτε με ατιμίες είτε με εξευτελισμούς και εμπαιγμούς. Διότι έτσι προκαλεί τρεις πολύ μεγάλες αδικίες:
Πρώτον, στερείται ο ίδιος τον μισθό από την επιτίμησι.
Δεύτερον, ότι ενώ μπορούσε να ωφελήση και άλλους με την αρετή εκείνου, δεν το έπραξε.
Και τρίτον -το πιο σοβαρό- ότι πολλές φορές και αυτοί που φαίνονται καλοί και υπομονητικοί, όταν παραμεληθούν πολύν καιρό και ως δήθεν ενάρετοι δεν ελέγχωνται πλέον ούτε ονειδίζωνται από τον Γέροντα, υποβαθμίζονται και χάνουν την πραότητα και την υπομονή που είχαν. Διότι όσο καλό και καρποφόρο και παχύ και αν είναι το έδαφος της ψυχής, όταν του λείψη το πότισμα με το νερό της ατιμίας, τότε θα χορταριάση και θα βλαστήση αγκάθια υπερηφανείας και πορνείας και αφοβίας. Τούτο γνωρίζοντας ο μέγας εκείνος Απόστολος, έγραψε προς τον Τιμόθεο: «Επίστηθι, επενέχθητι, επίπληξον αυτοίς ευκαίρως, ακαίρως» (πρβλ. Β΄ Τιμοθ. δ΄ 2).
Εγώ δε έφερνα αντιρρήσεις στον (σοφό αυτόν) οδηγό προβάλλοντας ως δικαιολογία την αδυναμία των ανθρώπων της εποχής μας και συνεπώς τον φόβο μήπως οι πολλοί,, με την άδικη επίπληξι -ακόμη ίσως και με την όχι άδικη- φθάσουν στο σημείο να αποσπασθούν από το Κοινόβιο.
Μου απήντησε τότε το κατοικητήριο αυτό της σοφίας:
«Η ψυχή, η οποία εδέθηκε χάριν του Χριστού με τον Ποιμένα με αγάπη και εμπιστοσύνη, υπομένει μέχρις αίματος και δεν απομακρύνεται και μάλιστα εάν τυχόν έχη ευεργετηθή από αυτόν στη θεραπεία ψυχικών της τραυμάτων. Και ενθυμείται τους λόγους εκείνου που είπε: «Ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται χωρίσαι ημάς από της αγάπης του Χριστού» (Ρωμ. η΄ 38-39). Την ψυχή όμως η οποία δεν εδέθηκε και δεν ενώθηκε σφικτά και δεν προσκολλήθηκε στον Ποιμένα, θα απορώ πολύ, εάν την ιδώ να μη συνεχίζη άσκοπα την παραμονή της στο Μοναστήρι, εφ΄όσον έχει συνδεθεί με επιφανειακή υποταγή».
Και πραγματικά δεν διεψεύσθη ο μέγας αυτός Ποιμήν, αλλά και ωδήγησε και ετελειοποίησε και προσέφερε στον Χριστό καθαρά και άμωμα θύματα.
25. Ας ακούσωμε τώρα και ας θαυμάσωμε θεϊκή σοφία πού ευρέθηκε μέσα σε «οστράκινα» σώματα. Όσο καιρό ήμουν εκεί, εκαμάρωνα την πίστι και την υπομονή και την αδάμαστη καρτερία των νεωτέρων αδελφών στις επιτιμήσεις, στις περιφρονήσεις και στις διώξεις -μερικές φορές-  όχι μόνο έκ μέρους του Γέροντος, αλλά και των πολύ μικροτέρων αδελφών. Και χάριν πνευματικής οικοδομής ερώτησα έναν αδελφό, που λεγόταν Αββάκυρος και είχε δεκαπέντε χρόνια στην Μονή.
Τον αδελφό αυτόν έβλεπα να τον μαλώνουν όλοι σχεδόν, και μερικές φορές μάλιστα να τον διώχνουν ακόμη και από την τράπεζα οι διακονηταί, επειδή είχε έκ φύσεως το ελάττωμα να είναι ολίγο φλύαρος.
Του είπα λοιπόν: «Γιατί, αδελφέ Αββάκυρε, βλέπω κάθε ημέρα να σε διώχνουν από την τράπεζα και πολλές φορές να κοιμάσαι νηστικός»; Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Πίστεψέ με, πάτερ, ότι με δοκιμάζουν οι πατέρες μου, αν κάνω για μοναχός. Αλλά δεν το κάνουν στα αληθινά. Και εγώ γνωρίζοντας τον σκοπό του μεγάλου, (δηλαδή του Γέροντος), και των αδελφών, τα υπομένω όλα χωρίς κόπο. Και να, πού συμπλήρωσα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια με τον λογισμό αυτόν. Έτσι άλλωστε μου είπαν από την πρώτη στιγμή πού ήλθα εδώ, ότι μέχρι τριάντα χρόνια δοκιμάζουν αυτούς που απαρνούνται τον κόσμο και εισέρχονται στην Μονή. Και δικαίως, πάτερ Ιωάννη! Διότι εάν δεν υποβληθή σε δοκιμασία ο χρυσός, δεν θεωρείται καθαρός».
Αυτός λοιπόν ο γενναίος Αββάκυρος αγωνίσθηκε δύο ακόμη χρόνια -μετά την επίσκεψί μου στο Μοναστήρι-, και έτσι εξεδήμησε προς Κύριον. Και πρίν ξεψυχήση είπε προς τους πατέρας: «Ευχαριστώ, ευχαριστώ τον Κύριον και σας. Διότι με το να με πειράζετε εσείς για να με σώσετε, δεν με επείραξαν οι δαίμονες δεκαεπτά ολόκληρα έτη»!
Ο ποιμήν, που πάντοτε έκρινε δίκαια, διέταξε να τον ενταφιάσουν σαν ομολογητή -του άξιζε- ανάμεσα στους πρό αυτού Αγίους της Μονής.
26. Θα ζημιώσω οπωσδήποτε τους ζηλωτάς των καλών, εάν θάψω στο μνήμα της σιωπής το κατόρθωμα και άθλημα του Μακεδονίου, του πρώτου διακόνου της Μονής.
Αυτός, ο ιδιαίτερα ηγαπημένος από τον Κύριον, όταν κάποτε επλησίαζε η εορτή των αγίων Θεοφανείων, παρεκάλεσε τον ποιμένα -δύο ημέρες πρίν από την εορτή- να μεταβή στην Αλεξάνδρεια για κάποια του ανάγκη, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψη το γρηγορώτερο, για την Ακολουθία και ετοιμασία της εορτής.
Ο μισόκαλος όμως διάβολος έφερε εμπόδιο στον αρχιδιάκονο και ωδήγησε τα πράγματα έτσι ώστε, αφού επήρε την ευλογία του Ηγουμένου και έφυγε, να μη προφθάση να επιστρέψη στην Μονή την ημέρα της αγίας εορτής, σύμφωνα με την διορία πού είχε λάβει από τον Γέροντα.
Όταν λοιπόν επέστρεψε, μία ημέρα αργότερα, τον βγάζει ο Ποιμήν από την θέσι των διακόνων και τον κατεβάζει στην τάξι των τελευταίων αρχαρίων. Και ο καλός υπηρέτης και διάκονος της υπομονής και αρχιδιάκονος της καρτερίας δέχεται τον ορισμό και την απόφασι του Πατρός χωρίς την παραμικρή λύπη, σαν να επιτιμήθηκε άλλος και όχι αυτός. Και όταν συμπλήρωσε σαράντα ημέρες στην θέση αυτή, ο σοφός Γέροντας τον επανέφερε πάλι στην κανονική του σειρά. Την επομένη όμως ημέρα ο αρχιδιάκονος τον ικετεύει να τον τοποθετήση πάλι στην ίδια τιμωρία και ατιμία, διότι -έλεγε- έπεσε στην Αλεξάνδρεια σε ασυγχώρητο αμάρτημα.
Ο Όσιος κατάλαβε βεβαίως ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια και ότι του το ζητούσε από ταπείνωσι, ωστόσο όμως υποχώρησε στην καλή επιθυμία του εργάτου. Έτσι έβλεπε κανείς έναν ολόλευκο και σεβάσμιο γέροντα να ευρίσκεται στην τάξι των αρχαρίων και να τους παρακαλή όλους από καρδίας να προσεύχωνται γι΄αυτόν, επειδή -όπως έλεγε- έπεσε στην πορνεία της παρακοής. Ο μέγας αυτός Μακεδόνιος εμπιστεύθηκε στην ταπεινότητά μου την αιτία για την οποία προσέτρεξε στην ταπεινωτική αυτή κατάστασι: «Ποτέ άλλοτε, μου είπε, δεν αισθάνθηκα μέσα μου, όπως τώρα, τόση ανακούφισι από πολέμους και τόση γλυκύτητα από το θεϊκό φως»!
27. Ίδιον των αγγέλων είναι το να μη πέφτουν, ίσως διότι και δεν μπορούν (πλέον) να πέσουν, όπως λέγουν ωρισμένοι. Των ανθρώπων είναι ίδιον να πέφτουν, αλλά και να σηκώνονται πάλι όταν πέσουν. Μόνο στους δαίμονας συμβαίνει, αφού μια φορά έπεσαν, να μην υπάρχη πλέον περίπτωσις να σηκωθούν.
Ο οικονόμος της Μονής αυτής επήρε το θάρρος να μου διηγηθή τα επόμενα: «Όταν ήμουν νέος και είχα διακόνημα να περιποιούμαι τα ζώα, συνέβη να πέσω σε σοβαρό ψυχικό παράπτωμα. Έχοντας όμως την συνήθεια να μην αποκρύπτω ποτέ τον όφι της αμαρτίας στην φωλιά της καρδίας μου, τον άρπαξα από την ουρά και τον εφανέρωσα αμέσως στον ιατρό – λέγοντας ουρά εννοώ την έκβασι της πράξεως. Εκείνος τότε χαμογέλασε και κτυπώντας με ελαφρά στο πρόσωπο, μου λέγει: «Γύρισε πίσω, παιδί μου, συνέχισε το διακόνημά σου όπως και πρίν, και μη φοβείσαι τίποτε». Εγώ έχοντας υπερβολική πίστι στο πρόσωπό του, επείσθηκα στα λόγια του. Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβα εσωτερική πληροφορία ότι εθεραπεύθηκα, και συνέχισα την πορεία μου με χαρά, αλλά και με τρόμο».
28. Σε κάθε είδος κτισμάτων παρατηρούνται, όπως λέγουν μερικοί, πολλές διαφορές. Και μεταξύ των αδελφών μιας συνοδίας παρατηρούνται διαφορές στην πνευματική πρόοδο και στον τρόπο της σκέψεως και διαθέσεως. Γι΄αυτόν τον λόγο, όταν ο ιατρός των ψυχών, (ο Γέροντας δηλαδή του Κοινοβίου εκείνου), διέκρινε σε μερικούς αδελφούς την τάσι να επιδεικνύωνται στους κοσμικούς επισκέπτες της Μονής, τους εξευτέλιζε εμπρός σ΄εκείνους και τους ανέθετε περιφρονητικές υπηρεσίες. Με τον τρόπο αυτόν τους έκανε, ώστε να εξαφανίζωνται άλλη φορά, όταν έρχονταν κοσμικοί επισκέπτες. Και μπορούσε να ιδή κανείς ένα πράγμα ανέλπιστο και θαυμαστό: Η κενοδοξία των μοναχών αυτών να εκδιώκη τον εαυτόν της και να τους κάνη να απομακρύνωνται από τους ανθρώπους ολοταχώς.
29. Μη θέλοντας ο Κύριος να μου στερήση την ευχή ενός οσίου μοναχού, μία εβδομάδα πρίν αναχωρήσω από το Μοναστήρι αυτό, εκάλεσε κοντά του τον δεύτερο, μετά τον Ηγούμενο, ένα θαυμάσιο άνδρα που ωνομαζόταν Μηνάς. Αυτός έζησε πενήντα εννέα έτη στο Κοινόβιο και πέρασε από όλα τα διακονήματα.
Την Τρίτη λοιπόν ημέρα μετά την κοίμησί του, ενώ ετελούσαμε την καθωρισμένη Ακολουθία, ξαφνικά γεμίζει ευωδία όλος ο χώρος, όπου είχε ενταφιασθή ο Όσιος. Τότε ο μέγας, (ο Ηγούμενος δηλαδή), επέτρεψε να ξεσκεπάσωμε τον τάφο.
Και μόλις ανοίξαμε, βλέπομαι να ξεχύνεται από τα ευλογημένα πέλματά του, σαν από δύο πηγές, ευωδιαστό μύρο! Λέγει τότε σ΄όλους ο διδάσκαλος: «Κοιτάτε! Να, οι ιδρώτες από τα πόδια του και τους κόπους του! Σαν μύρο προσεφέρθησαν στον Θεόν και σαν μύρο έγιναν πράγματι δεκτοί»!
Και άλλα πολλά κατορθώματα του οσίου τούτου Μηνά μου διηγήθηκαν οι εκεί πατέρες. Μου είπαν και το εξής: «Κάποτε ο Γέροντας θέλησε να δοκιμάση την μεγάλη υπομονή που του είχε χαρίσει ο Θεός. Ένα βράδυ λοιπόν, όταν ανέβηκε στο ηγουμενείο και του έβαλε μετάνοια ζητώντας την καθιερωμένη ευλογία, εκείνος τον άφησε γονατιστό μέχρι την ώρα πού ξύπνησαν οι μοναχοί για τον κανόνα τους. Τότε μόνο του έδωσε την ευλογία του και του επέτρεψε να σηκωθή, αφού τον ωνόμασε υβριστικά φιλενδείκτη και ανυπόμονο! Και όλα αυτά, διότι εγνώριζε ο Όσιος ότι τα υπομένει με γενναιότητα. Γι΄αυτό και του δημιούργησε την σκηνή αυτή, ώστε όλοι να ωφεληθούν. Ο δε μαθητής του οσίου Μηνά γνωρίζοντας καλά την ζωή του διδασκάλου του, μας ανέφερε σχετικώς: «Τον εξέτασα καλά μήπως αποκοιμήθηκε στην θέσι πού είχε βάλει μετάνοια στον Ηγούμενο, και με διαβεβαίωσε ότι -γονατισμένος όπως ήταν- απήγγειλε νοερά ολόκληρο το Ψαλτήριο»!
30. Δεν θα παραλείψω να στολίσω το στεφάνι του λόγου και με τούτο το σμαράγδι: Άνοιξα μία φορά συζήτησι περί ησυχαστικής ζωής με μερικούς από τους ηρωϊκούς εκείνους γέροντες. Και αυτοί με χαμογελαστό πρόσωπο και ιλαρό ύφος μου απήντησαν: «Εμείς, πάτερ Ιωάννη, σαν υλικοί που είμαστε, κάνουμε και μία ζωή υλικώτερη. Διότι έχομε την γνώμη, πώς ανάλογος προς την αδυναμία μας, πρέπει να είναι και ο πόλεμος πού θα διεξάγωμε. Συλλογισθήκαμε, ότι είναι καλύτερο να παλεύωμε με ανθρώπους, οι οποίοι άλλοτε είναι αγριεμένοι και άλλοτε μετανοούν, παρά με τους δαίμονας, οι οποίοι πάντοτε οπλίζονται εναντίον μας γεμάτοι μανία».
31. Ένας άλλος πάλι από τους αειμνήστους εκείνους, ο οποίος έτρεφε απέναντί μου πολλήν κατά Θεόν αγάπη και οικειότητα, μου είπε κάποτε φιλικά:
«Εάν πραγματικά, πάνσοφε, υπάρχει μέσα σου και ζη η ψυχή σου την ενέργεια εκείνου πού είπε «πάντα ισχύω έν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» (Φιλιπ. δ΄ 13), εάν κατήλθε και σε σένα, όπως και στην Παρθένο, το Άγιον Πνεύμα ως δρόσος αγνείας, εάν δύναμις υπομονής του Υψίστου σε επεσκίασε (πρβλ. Λουκ. α΄ 35), τότε ζώσε σαν άνδρας, όπως ο Χριστός ο Θεός, στην μέση σου την ποδιά της υπακοής, σήκω από το δείπνο της ησυχίας, και νίψε τα πόδια των αδελφών με συντετριμμένο πνεύμα. Ή καλύτερα κυλίσου κάτω από τα πόδια μιας συνοδίας με ταπεινωμένο φρόνημα.
» Τοποθέτησε αυστηρούς και άγρυπνους φρουρούς στην πύλη της καρδιάς σου. Συγκράτησε μέσα στο σώμα τον ασυγκράτητο νου πού περισπάται (από τις μέριμνες του Κοινοβίου). Εξάσκησε την «νοεράν ησυχίαν», ενώ τα μέλη του σώματος κινούνται συνεχώς (στα διάφορα διακονήματα) -πράγμα πού είναι το πιο παράδοξο απ΄όλα. Γίνε «απτόητος ψυχή» μέσα στους θορύβους (της κοινοβιακής ζωής).
» Χαλίνωσε την γλώσσα σου πού ορμά με πάθος στην αντιλογία. Πάλευε ενάντια στην δέσποινα, (την κοιλία δηλαδή), «εβδομηκοντάκις επτά» κάθε ημέρα. Κάρφωσε επάνω στο ξύλο της ψυχής σου σαν σε άλλο σταυρό το αμόνι, τον νου σου δηλαδή, ούτως ώστε όταν σφυροκοπήται συνεχώς και εμπαίζεται και υβρίζεται και χλευάζεται, να μη βλάπτεται καθόλου, αλλά να παραμένη τελείως καθαρός, άθικτος και αλύγιστος. Ξεντύσου το ιδικό σου θέλημα σαν ρούχο εντροπής και γυμνός προχώρει στο στάδιο του μοναχικού αγώνος –πράγμα πού σπάνια συναντάται. Φόρεσε τον θώρακα της πίστεως προς τον αγωνοθέτη, (τον Γέροντα), θώρακα πού δεν καταστρέφεται και δεν πληγώνεται από την απιστία και την αμφιβολία.
» Περιόρισε με το χαλινάρι της αγνότητος την αφή που πηδά εμπρός σου ασυγκράτητη. Χαλίνωσε τους οφθαλμούς πού θέλουν κάθε στιγμή να περιεργάζωνται το παράστημα και το κάλλος των σωμάτων, με την σκέψι του θανάτου. Φίμωσε και κλείσε στην μέριμνα του εαυτού του τον περίεργο νου και εμπόδισέ τον από το να θέλη να κατακρίνη ως αμελή τον αδελφό, και δείχνε χωρίς να το δείχνης κάθε αγάπη και συμπάθεια προς τον πλησίον σου.
» Τότε, φίλτατε πάτερ, θα καταλάβουν όλοι ότι είμαστε αληθινοί μαθηταί του Χριστού, όταν μέσα στην συνοδία έχωμε μεταξύ μας αγάπη (πρβλ. Ιωάν.  ιγ΄ 35).
» Έλα, έλα, μου έλεγε πάλι ο καλός φίλος. Έλα να συγκατοικήσης μαζί μας. Πίνε κάθε στιγμή τον χλευασμο σαν τρεχούμενο και δροσερό νερό. Άλλωστε και ο Δαβίδ, αφού περιεργάσθηκε όλα τα τερπνά πού υπάρχουν κάτω από τον ουρανό, έλεγε με θαυμασμό: «Ποιο είναι ωραιότερο και τερπνότερο; Κανένα άλλο παρά το να συγκατοικούν αδελφοί μαζί!» (πρβλ. Ψαλμ. ρλβ΄ 1). Εάν όμως δεν αξιωθήκαμε ακόμη να αποκτήσωμε το αγαθό μιας τέτοιας υπομονής και υπακοής, τότε θα είναι καλύτερα, συναισθανόμενοι την αδυναμία μας, να ασκητεύωμε μόνοι μας, μακρυά από το αθλητικό στάδιο (του Κοινοβίου). Να μακαρίζωμε δε αυτούς πού αγωνίζονται σ΄αυτό αθλητικά και να τους ευχώμεθα καλή υπομονή».
Τα λόγια του καλού πατρός και εξαιρετικού διδασκάλου πού επάλαιψε μαζί μο με τρόπο ευαγγελικό και προφητικό, ή καλύτερα φιλικό, με ενίκησαν. Γι΄αυτό και χωρίς καμμία αμφιβολία απεφάσισα να δώσω τα πρωτεία στην μακαρία υπακοή.
32. Ενθυμήθηκα και μία άλλη αξιόλογη αρετή των μακαρίων αυτών μοναχών, και αφού σας την παραθέσω, θα τελειώσω τον περίπατο μέσα στο όμοιο με παραδεισένιο κήπο Κοινόβιό τους, για νά σας παρουσιάσω έν συνεχεία τά ιδικά μου λόγια, τα χωρίς κάλλος, τα ανωφελή και ακανθώδη.
Συνέβη πολλές φορές να διακρίνη ο Ποιμήν μερικούς αδελφού που συζητούσαν μεταξύ τους την ώρα της Ακολουθίας. Και τους επέβαλε, μολονότι ήσαν κληρικοί -συγκεκριμένα Ιερείς- να ίστανται έξω από την Εκκλησία μία εβδομάδα και να βάζουν μετάνοια σε όλους όσους εισέρχονταν και εξέρχονταν.
Άλλη φορά βλέπω έναν από τους αδελφούς να παρακολουθή την ψαλμωδία με πραγματική συναίσθηση περισσότερη από κάθε άλλον. Μάλιστα στην αρχή των Ακολουθιών έδειχνε από τις κινήσεις και το ύφος του προσώπου του ότι συζητούσε με κάποιον. Εζήτησα λοιπόν από τον μακάριο να μου εξηγήση αυτή του την στάσι. Και εκείνος πού δεν συνήθιζε να αποκρύπτη κάτι πού θα ωφελούσε, μου απήντησε: «Έχω την συνήθεια, πάτερ Ιωάννη, να συμμαζεύω στην αρχή της Ακολουθίας τους λογισμούς, τον νου και όλο τον ψυχικό μου κόσμο. Και μόλις τους συγκαλέσω, τους φωνάζω: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τώ βασιλεί και Θεώ ημών».
Παρηκολούθησα και τον μάγειρο και ιδού τι τον συνέλαβα να κάνη: Είχε ένα «πτυχίον», (ένα σημειωματάριο δηλαδή), κρεμασμένο στην ζώνη του για να σημειώνη -έτσι μου εξήγησε- καθημερινά τους λογισμούς του και να τους ανακοινώνη όλους στον Γέροντα! Και αυτό όχι μόνο τον μάγειρο, αλλά και πολλούς άλλους αδελφούς της Μονής είδα να το κάνουν. Και αυτή η τακτική ήταν εντολή του μεγάλου, (του Ηγουμένου), όπως άκουσα.
33. Κάποτε ο Ηγούμενος έδιωξε έναν αδελφό, ο οποίος του κατηγόρησε κάποιον άλλον ως φλύαρο και πολυλογά. Αυτός τότε περίμενε καρτερικά στην πύλη της Μονής επτά ημέρες, παρακαλώντας θερμά να συγχωρηθή και να γίνη πάλι δεκτός. Μόλις το έμαθε αυτό ο φιλόψυχος εκείνος Ηγούμενος, εξέτασε καλά και όταν άκουσε ότι δεν είχε φάγει τίποτε στις ημέρες πού πέρασαν, του εδήλωσε ότι, αν ήθελε οπωσδήποτε να παραμείνη στην Μονή, θα τον κατέτασσε στην τάξι των μετανοούντων. Ο μετανοημένος αδελφός το δέχθηκε με ευχαρίστησι. Τότε ο Ποιμήν διέταξε να τον οδηγήσουν στο ιδιαίτερο Μοναστήρι, όπου έμεναν όσοι πενθούσαν για διάφορες πτώσεις τους. Αυτό και έγινε. Και τώρα, αφού ενθυμήθηκα το Μοναστήρι αυτό των μετανοούντων, ας πούμε ολίγα και γι΄αυτό.
Σε απόστασι ενός «σημείου», (δηλαδή ενάμισυ χιλιομέτρου), από την μεγάλη Μονή ευρισκόταν ο απαράκλητος εκείνος τόπος πού ωνομαζόταν Φυλακή. Εκεί δεν υπήρχε ποτέ περίπτωσις να ιδής καπνό ή κρασί ή λάδι στο φαγητό ή τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και μερικά χόρτα.
Στην Φυλακή αυτή έκλεινε ο Ηγούμενος χωρίς δικαίωμα εξόδου, όσους μετά την κουρά τους έπεφταν σε μεγάλα αμαρτήματα. Δεν τους έκλεινε στο ίδιο δωμάτιο, αλλά χωριστά τον καθένα ή το πολύ ανά δύο. Και τους άφινε εκεί, μέχρις ότου θα τον πληροφορούσε ο Κύριος για τον καθένα. Τους είχε ορίσει και έναν εξαίρετο υπεύθυνο -«τοποποιόν»- ονόματι Ισαάκ, ο οποίος τους υποχρέωνε σε αδιάλειπτο σχεδόν προσευχή, και τους διέθετε μεγάλη ποσότητα θαλλών (κλάδων φοινίκων), για να πλέκουν και να αποδιώκουν την ακηδία.
Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο τρόπος της ζωής, η κατάστασις και η πολιτεία «αυτών πού επιζητούσαν πραγματικά να αντικρύσουν το πρόσωπον του Θεού Ιακώβ» (Ψαλμ. κγ΄ 6).
34. Το να θαυμάζη κανείς τους κόπους των Αγίων είναι καλό. Το να ζηλεύη να τους μιμηθή είναι σωτήριο. Αλλά το να θέλη διά μιάς να τους μιμηθή είναι παράλογο και ακατόρθωτο.
35. Όταν μας δαγκώνουν οι έλεγχοι και οι επιπλήξεις των άλλων, ας ενθυμούμεθα τα αμαρτήματά μας. Μέχρις ότου ο Κύριος, πού βλέπει την αγωνιστικότητα των βιαστών του, σβήση τα αμαρτήματά μας και μεταβάλη σε χαρά την οδύνη της καρδιάς μας. Διότι όπως λέγει και ο Ψαλμωδός: «Όσο μεγάλες ήταν οι οδύνες στην καρδιά μου, τόσο δυνατές υπήρξαν και οι παρηγορίες σου, οι οποίες στην κατάλληλη ώρα εύφραναν την ψυχή μου» (Ψαλμ. 93, 19).
36. Ας μη λησμονούμε εκείνον πού έλεγε προς τον Κύριον: «Πόσες θλίψεις μου έδειξες! Θλίψεις πολλές και κακές! Δεν με εγκατέλειψες όμως, αλλά με επεσκέφθηκες με στοργή και με εζωογόνησες και με ανύψωσες και πάλι μετά την πτώσι μου από τα βάθη της γης όπου είχα πέσει» (Ψαλμ. ο΄ 20).
37. Μακάριος όποιος, ενώ κάθε ημέρα κακολογείται και εξουθενείται για την αγάπη του Κυρίου, βιάζει τον εαυτό του και υπομένει. Μαζί με τους Μάρτυρες αυτός θα χορεύση και μεταξύ των Αγγέλων θα παρουσιασθή με παρρησία.
Μακάριος ο μοναχός, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάθε ώρα άξιο για κάθε ατιμία και κάθε εξουδένωσι.
Μακάριος εκείνος που ενέκρωσε τελείως το θέλημά του και παρέδωσε την φροντίδα της ψυχής τους στον εν Κυρίω οδηγό και διδάσκαλό του. Αυτός θα σταθή στα δεξιά του Σταυρωθέντος.
38. Όποιος αποκρούει τον έλεγχο, είτε δίκαιο είτε άδικο, αυτός αρνήθηκε την σωτηρία του. Ενώ εκείνος πού τον δέχεται, είτε με δυσκολία είτε χωρίς δυσκολία, αυτός γρήγορα θα επιτύχη την άφεσι των πταισμάτων του.
39. Δείχνε νοερώς ενώπιον του Θεού την ειλικρινή πίστι και αγάπη πού τρέφεις προς τον πνευματικό σου Πατέρα και ο Θεός με μυστικό τρόπο θα τον πληροφορήση, ώστε και εκείνος να τρέφη απέναντί σου ανάλογη εύνοια και οικειότητα.
Όποιος φανερώνει (στον Γέροντά του) τον όφι πού κρύπτεται μέσα του, αποδεικνύει ότι έχει δυνατή και αληθινή πίστι (προς αυτόν). Όποιος όμως τον αποκρύπτει, αυτός περιπλανάται ακόμη σε δύσβατα μέρη.
40. Εάν κάποιος επιθυμή να διαπιστώση την πραγματική φιλαδελφία και αγάπη πού έχει, ας το βεβαιωθή με το εξής: Να παρατηρήση εάν πενθή για τα σφάλματα του αδελφού του και εάν αγάλλεται για την πρόοδο και τα χαρίσματά του.
41. Εκείνος πού στις συζητήσεις επιθυμεί να επιβάλλη την γνώμη του, η οποία μπορεί να είναι και ορθή, ας γνωρίζη ότι νοσεί από την νόσο του διαβόλου, (δηλαδή από την υπερηφάνεια). Και εάν μέν αυτό γίνεται στις συζητήσεις με ίσους, ίσως να θεραπευθή κάποτε με την επίπληξι των μεγαλυτέρων. Εάν όμως με μεγαλυτέρους ή πιο σοφούς, τότε το πάθος του είναι ανθρωπίνως αθεράπευτο.
42. Αυτός που δεν υποχωρεί στα λόγια, είναι φανερό πώς δεν υποχωρεί και στα έργα. Διότι «ο έν ολίγω άπιστος, και έν πολλώ άπιστος έστι» (Λουκ. ις΄ 10) και ανένδοτος και μάταια κοπιάζει και από την ευλογημένη υποταγή τίποτε δεν κερδίζει, παρά μόνο ενοχή.
43. Αυτός που απέκτησε τελείως καθαρά συνείδησι στο θέμα της υποταγής στον Γέροντα, δεν φοβείται τον θάνατο, αλλά τον περιμένει κάθε ημέρα σαν ύπνο ή καλύτερα σαν ζωή. Και τούτο, επειδή είναι βέβαιος ότι κατά την ώρα εκείνη του θανάτου όχι αυτός, αλλ΄ ο Γέροντάς του θα δώση λόγο για τα έργα του.
44. Εάν κάποιος αναλάβη έν Κυρίω χωρίς πίεσι έκ μέρους του Ηγουμένου κάποια υπηρεσία και επάνω στην εκτέλεσί της υποστή κάποια ανέλπιστη πτώσι, ας μην αποδίδη την αιτία σ΄αυτόν πού έδωσε το όπλο, αλλά σ΄αυτόν πού το έλαβε. Διότι ενώ επήρε το όπλο για να κτυπήση τον εχθρό, αυτός το έστρεψε κατά της καρδίας του. Αν όμως εδέχθηκε την υπηρεσία για την αγάπη του Κυρίου με πίεσι του Γέροντος, και αν είχε αναφέρει από πρίν στον Γέροντα την αδυναμία του, ας έχη θάρρος, διότι και αν έπεσε, δεν απέθανε.
45. Μου διάφυγε, αγαπητοί, να σας παραθέσω και τούτο το γλυκό ψωμί της αρετής: Είδα σ΄εκείνο το Κοινόβιο υποτακτικούς, οι οποίοι με τρόπο θεάρεστο επαίδευαν οι ίδιοι τον εαυτό τους με ύβρεις και εξευτελισμούς. Έτσι ήταν προετοιμασμένοι να υπομένουν τις ύβρεις, πού τους έρχονταν απ΄έξω, έφ΄όσον συνήθισαν να μη ταράζωνται από τους εξευτελισμούς.
46. Την ψυχή που συνηθίζει να εξομολογήται, η σκέψις της εξομολογήσεως την συγκρατεί σαν χαλινάρι και δεν την αφίνει να αμαρτήση. Αντιθέτως τις αμαρτίες πού δεν σκέπτεται κανείς να τις εξομολογηθή, συνεχώς σαν σε σκοτάδι τις διαπράττει άφοβα.
47. Όταν, στην απουσία του Γέροντος, τον φανταζώμεθα σαν να παρευρίσκεται ανάμεσά μας, και αποφεύγωμε κάθε συζήτησι ή λόγο ή φαγητό ή ύπνο ή ό,τι δήποτε άλλο από εκείνα πού γνωρίζομε ότι τον δυσαρεστούν, τότε εξασκούμε αληθινά ανόθευτη υπακοή. Οι νόθοι μαθηταί χαίρονται για την απουσία του διδασκάλου, ενώ οι γνήσιοι την θεωρούν ζημία τους.
48. Ερώτησα κάποτε έναν από τους καλύτερους μοναχούς, παρακαλώντας τον να μου εξηγήση πώς η υπακοή κρύβει μέσα της την ταπείνωση. Και εκείνος μου απήντησε: «Ο ευγνώμων υποτακτικός και αν ακόμη αναστήση νεκρούς και αν αποκτήση το χάρισμα των δακρύων ή την απαλλαγή από τους πολέμους (των παθών), οπωσδήποτε συλλογίζεται ότι αυτά τα κατόρθωσε η ευχή του Πνευματικού του Πατρός. Και έτσι ο ίδιος παραμένει ξένος από την ματαία οίησι. Διότι πώς θα μπορέση να υπερηφανευθή για εκείνο πού -όπως λέγει- το επέτυχε με την βοήθεια του Πατρός του και όχι με την ιδική του αξία και προσπάθεια»;
49. Ο ησυχαστής που ασκείται μόνος του δεν μπορεί να τα εφαρμόση αυτά. Η δε οίησις ασκεί δικαιώματα επάνω του, και του υποβάλλει τον λογισμό, ότι με την ιδική του αξία και προσπάθεια επέτυχε τα κατορθώματά του. Ενώ ο υποτακτικός νικά και εξουδετερώνει τους δύο δόλους των δαιμόνων[3]και μένει για πάντα δούλος και υπήκοος του Χριστού.
50. Αγωνίζεται σαν πυγμάχος ο δαίμων εναντίον των υποτακτικών και προσπαθεί, άλλοτε να τους ρίχνη σε σαρκικούς μολυσμούς και να τους σκληρύνη την καρδία, άλλοτε σε ξαφνική οργή και ταραχή, σε πνευματική ξηρότητα και ακαρπία, στην λαιμαργία και στην οκνηρία για προσευχή, άλλοτε στον ύπνο και στον σκοτισμό του νου. Και όλα αυτά, για να τους απομακρύνη από την άθλησι της υπακοής, με την ιδέα ότι τίποτε δεν ωφελήθηκαν από αυτήν, αλλά και ότι έμειναν πίσω στα πνευματικά. Και δεν τους αφίνει να εννοήσουν ότι πολλές φορές επιτρέπει σκόπιμα ο Θεός να απομακρυνθούν οι αρετές που νομίζομε ότι έχομε, για να δημιουργηθή μέσα μας βαθύτατη ταπεινοφροσύνη.
51. Αποκρούσθηκε πολλές φορές με την υπομονή η απάτη του προηγουμένου δαίμονος. Κατόπιν «έτι τούτου λαλούντος, ήλθεν έτερος άγγελος» (Ιώβ  α΄ 16-18), ήλθε δηλαδή άλλος κακός δαίμων, ο οποίος προσπαθεί να μας εξαπατήση με διαφορετικό τρόπο. (Για τον τρόπο αυτό γίνεται λόγος ευθύς στην συνέχεια).
52. Συνήντησα υποτακτικούς οι οποίοι με την ευχή και σκέπη του Γέροντός των έγιναν ευκατάνυκτοι, γλυκομίλητοι, εγκρατείς, με αγωνιστικό ζήλο, απολέμητοι (από τα πάθη), με πνευματική θερμότητα… Σ΄αυτούς λοιπόν κατέφθασα οι δαίμονες και τους έσπειραν μυστικά τον λογισμό, ότι είναι ικανοί και άξιοι τώρα για το ανώτερο βραβείο της ησυχαστικής ζωής, η οποία θα τους οδηγήση στην απάθεια. Και έτσι εξαπατήθηκαν και από το λιμάνι ανοίχθηκαν στο πέλαγος. Εκεί όμως τους έπιασε η τρικυμία και, μη έχοντας κυβερνήτη, εκινδύνευσαν να πνιγούν στην αλμυρή και ακάθαρτη θάλασσα (των παθών).
53. Χρειάζεται μερικές φορές να θολώση και να αναταραχθή και να εξαγριωθή η θάλασσα (της ψυχής), για να εκβρασθούν πάλι στην ξηρά ο βούρκος και η σαπρία και τα χορτάρια, πού οι ποταμοί των παθών κατέβασαν μέσα της. Εάν παρατηρήσωμε, θα ιδούμε ότι μετά από την αναταραχή αυτής της θαλάσσης επικρατεί βαθειά γαλήνη.
54. Αυτός πού άλλοτε υπακούει και άλλοτε παρακούει στον πνευματικό του Πατέρα ομοιάζει με άνθρωπο πού βάζει στους οφθαλμούς του άλλοτε κολλύριο και άλλοτε ασβέστη. (Ποίον το όφελος;). Διότι «εάν ένας κτίζη -όπως λέγει η Γραφή- και ένας γκρεμίζη, τι καλό προκύπτει παρά μόνο κόπο»; (Σοφ. Σειρ. λδ΄ 23).
55. Μην απατάσαι, ώ υιέ και υπήκοε του Κυρίου, από το πνεύμα της οιήσεως και παρουσιάζεις τα αμαρτήματά σου σαν να τα έπραξε άλλο πρόσωπο και όχι εσύ. Διότι είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την αισχύνη χωρίς να αισθανθή αισχύνη. Συνηθίζουν πολλές φορές οι δαίμονες να μας καταφέρνουν ή να μην εξομολογούμεθα ή να παρουσιάζωμε τις αμαρτίες μας σαν να τις διέπραξε κάποιος άλλος ή να επιρρίπτωμε σε άλλους την αιτία.
56. Ξεγύμνωσε, ξεγύμνωσε το τραύμα σου στον ιατρό. Μη εντραπής, αλλά λέγε: «Ιδικό μου, πάτερ, είναι το τραύμα, ιδική μου η πληγή! Η ιδική μου ραθυμία το προξένησε και όχι κάτι άλλο. Κανείς άλλος δεν είναι αίτιος της αμαρτίας μου, ούτε άνθρωπος ούτε διάβολος ούτε σώμα ούτε άλλο τίποτε, παρά μόνο η αμέλειά μου». Την ώρα πού εξομολογείσαι να είσαι και στην συμπεριφορά και στην όψι και στον λογισμό σκυφτός σαν κατάδικος, και αν μπορής βρέχε με δάκρυα τα πόδια του πνευματικού ιατρού και δικαστού σαν να είναι του Χριστού.
57. Εάν όλα εξαρτώνται από την συνήθεια, τότε οπωσδήποτε και τα καλά. Και η καλή συνήθεια έχει περισσότερη δύναμι, διότι δέχεται την ισχυρή συμπαράσταση του Θεού. Δεν θα κοπιάσης, υιέ μου, πολλά έτη για να αντικρύσης μέσα σου την μακαρία ανάπαυσι, εάν από την αρχή παραδώσης ολόψυχα τον εαυτό σου στις ατιμίες.
58. Μη το θεωρήσεις ανάξιο να εξομολογηθής τις αμαρτίες σου στον βοηθό σου, (στον Γέροντά σου δηλαδή), με ταπείνωσι και συντριβή ωσάν στον ίδιο τον Θεόν. Εγώ συνήντησα καταδίκους οι οποίοι με την αξιολύπητη και δακρυσμένη όψι τους και με τις απελπισμένες κραυγές και ικεσίες τους εμαλάκωσαν την αυστηρότητα του δικαστού και μετέτρεψαν την οργή του σε καλωσύνη και ευσπλαγχνία. Γι΄αυτόν τον λόγο και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος από εκείνους πού τον επλησίαζαν επιζητούσε πρίν από το βάπτισμα την εξομολόγησι, όχι διότι ο ίδιος την χρειαζόταν, αλλά διότι επεδίωκε την σωτηρία τους.
59. Ας μην εκπλαγούμε διότι μας πολεμούν (οι πονηροί λογισμοί που εξωμολογηθήκαμε) και μετά την εξομολόγησι. Είναι προτιμότερο να παλεύουμε με τους λογισμούς παρά με την οίησι.
60. Ας μη σε ελκύουν και ενθουσιάζουν και συνεπαίρνουν οι διηγήσεις για τους ησυχαστάς και αναχωρητάς. Διότι εσύ βαδίζεις στην στρατιωτική πορεία του Πρωτομάρτυρος, (του Χριστού δηλαδή πού «εγένετο υπήκοος μέχρι θανάτου»).
61. Και όταν ακόμη πέσης, μην εγκαταλείπης τον στίβο (του Κοινοβίου), αφού τότε ιδιαιτέρως έχεις μεγαλύτερη ανάγκη από ιατρό. Εκείνος πού ενώ έχει συμπαράστασι εσκόνταψε στις πέτρες, χωρίς συμπαράστασι όχι μόνο θα εσκόνταφτε αλλά και θα εθανατώνετο.
62. Μόλις νικηθούμε από κάποιον πειρασμό στο Κοινόβιο, καταφθάνουν αμέσως οι δαίμονες και αρπάζοντας την εύλογη ή καλύτερα παράλογη αυτή αφορμή μας προτρέπουν (να εγκαταλείψωμε την σύγχυσι της κοινοβιακής ζωής) και να ακολουθήσωμε την ησυχαστική ζωή. Και αυτό, για να προσθέσουν οι εχθροί μας μία πληγή ακόμη στην ήττα μας.
63. Όταν ο ιατρός προβάλη αδυναμία να μας θεραπεύση, τότε είναι ανάγκη να αναζητήσωμε άλλον, διότι σπάνια θεραπεύεται κανείς χωρίς την βοήθεια του ιατρού.
64. Εκείνο το πλοίο πού με έμπειρο κυβερνήτη συνήντησε ναυάγιο, χωρίς κυβερνήτη οπωσδήποτε θα εχάνετο. Σ΄αυτό ποιος άραγε θα διανοηθή να φέρη αντιρρήσεις;
65. Από την υπακοή γεννάται η ταπείνωσις. Από την ταπείνωσι η απάθεια, αφού, όπως λέγει και ο Ψαλμωδός, «έν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύρος και ελυτρώσατο ημάς έκ των εχθρών ημών» (Ψαλμ. ρλε΄ 23-24). Συνεπώς τίποτε δεν εμποδίζει να ειπούμε ότι από την υπακοή γεννάται η απάθεια, η οποία απάθεια προξενεί την τελεία ταπείνωσι. Όπως από τον Μωϋσή αρχίζει ο Νόμος, έτσι από την ταπείνωσι αρχίζει να δημιουργήται η απάθεια. Και όπως η Θεοτόκος Μαρία, η θυγατέρα της συναγωγής, ετελειοποίησε την συναγωγή, έτσι και η απάθεια, η θυγατέρα της ταπεινώσεως, ετελειοποίησε την ταπείνωσι.
66. Αξίζουν κάθε τιμωρία από τον Θεόν οι άρρωστοι πού εγνώρισαν την ικανότητα του ιατρού και ωφελήθηκαν από αυτόν, και έπειτα, πρίν τελειώση η θεραπεία, τον εγκατέλειψαν και εδιάλεξαν άλλον.
67. Μη φεύγης από τα χέρια εκείνου πού σε προσέφερε στον Κύριον. Και σε ολόκληρη την ζωή σου κανέναν άλλο να μη σεβασθής όπως αυτόν.
68. Ένας στρατιώτης χωρίς πολεμική πείρα, είναι επικίνδυνο να ξεχωρίση από την στρατιωτική παράταξι και να πολεμή μόνος του τον εχθρό. Και είναι επίσης επικίνδυνο, ένας μοναχός χωρίς πολλή πείρα και άσκησι στον πόλεμο εναντίον των παθών, να προχωρήση στην ησυχαστική ζωή. Στις περιπτώσεις αυτές ο μέν στρατιώτης κινδυνεύει από σωματικό θάνατο, ο δε μοναχός από ψυχικό. Όπως λέγει η Γραφή, «αγαθοί οι δύο υπέρ τον ένα» (Εκκλ. δ΄ 9). Είναι δηλαδή καλύτερο να ασκούν την ησυχαστική ζωή δύο -υποτακτικός και Γέροντας- και με την χάρι και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος να καταπολεμούν τις «προλήψεις».
69. Όποιος αποστερεί τον τυφλό από τον χειραγωγό του, το ποίμνιο από τον ποιμένα του, τον περιπλανώμενο από τον οδηγό του, το νήπιο από τον πατέρα του, τον άρρωστο από τον ιατρό του, το πλοίο από τον κυβερνήτη του, προξενεί και στους δύο κινδύνους. Και όποιος επιχειρήση να παλαίψη αβοήθητος με τα πονηρά πνεύματα, οπωσδήποτε θα θανατωθή.
70. Όσοι πηγαίνουν για πρώτη φορά στο ιατρείο, ας ενθυμούνται και ας σημειώνουν τους πόνους, και όσοι στην ζωή της υπακοής, την ταπείνωσι πού είχαν. Στους πρώτους η ελάττωσις των πόνων θα είναι, όσο καμμία άλλη, η βεβαία απόδειξις ότι βελτιώθηκε η υγεία τους, και στους δευτέρους η αύξησις της αυτομεμψίας.
71. Η συνείδησίς σου ας είναι ο καθρέπτης της υπακοής σου, και αυτό είναι αρκετό.
72. Όποιος ασκεί ησυχαστική ζωή, αυτός και ο Γέροντάς του, έχει ως αντιπάλους μόνο τους δαίμονες. Όποιος ασκείται στο Κοινόβιο παλεύει και με δαίμονες και με ανθρώπους. Ο πρώτος παρατηρώντας συνεχώς τον διδάσκαλό του, τηρεί με περισσότερη ακρίβεια τις εντολές του. Ο δεύτερος πολλές φορές τις παραβιάζει κάπως με την απουσία του Ηγουμένου. Εκείνοι όμως οι κοινοβιάτες οι οποίοι θα δείξουν ζήλο και καρτερία, με την υπομονητική αντιμετώπισι των προσκομμάτων, θα αναπληρώσουν με το παραπάνω την έλλειψι και θα κερδήσουν διπλούς στεφάνους.
73. Ας προφυλάττωμε τον εαυτό μας με κάθε προσοχή και επαγρύπνησι. Διότι το λιμάνι πού είναι γεμάτο με πλοία, συνήθως τά συντρίβει με ευκολία, και μάλιστα εάν έχουν κρυφές φθορές από το σαράκι του θυμού.
74. Εμπρός στον Γέροντα ας δείχνουμε τελεία σιωπή και άγνοια. Ο σιωπηλός άνδρας είναι υιός της φιλοσοφίας, πού πάντοτε (με την σιωπή) αυξάνει τις γνώσεις του. Είδα υποτακτικό πού άρπαξε την ομιλία από το στόμα του Γέροντος και απελπίσθηκα για την υποταγή του, βλέποντας ότι αποκτά από αυτήν υπερηφάνεια και όχι ταπείνωσι.
75. Με όλη μας την προσοχή ας σταθούμε άγρυπνοι και προσεκτικοί για να διακρίνωμε το πότε και πώς πρέπει να προτιμάται το διακόνημα από την προσευχή, διότι αυτό δεν επιτρέπεται να γίνεται πάντοτε. «Πρόσεχε σεαυτώ» (Δευτ. ιε΄ 9), όταν ευρίσκεσαι με άλλους αδελφούς και μη βιάζεσαι να φανής σε κανένα πράγμα δικαιότερος και καλύτερος από αυτούς. Διότι έτσι διαπράττεις δύο κακά: Εκείνους τους προσβάλλεις με τον ψεύτικο και επιφανειακό ζήλο σου, και στον εαυτό σου δημιουργείς οπωσδήποτε υψηλοφροσύνη.
76. Εργάζου με ζήλο στο εσωτερικό της ψυχής σου, χωρίς να το δείχνης καθόλου εξωτερικά, ούτε με το ύφος και τις κινήσεις ούτε με λόγο ούτε με κάποια νύξι. Και τούτο βεβαίως, εφ΄όσον έχεις παύσει να εξουδενώνης τον πλησίον σου. Εάν όμως είσαι επιρρεπής σ΄αυτό, τότε γίνε όμοιος με τους αδελφούς σου (χωρίς δηλαδή ιδιαίτερη εσωτερική εργασία), και όχι ανόμοιος με την οίηση (πού σου προξενεί η εσωτερική σου εργασία).
77. Είδα έναν απρόκοφτο μαθητή που εκαυχάτο εμπρός σε άλλους για τα κατορθώματα του διδασκάλου του. Ενόμιζε ότι θα δοξαζόταν με το σιτάρι, (τον πνευματικό πλούτο δηλαδή), του Γέροντός του. Αλλά μάλλον απεδοκιμάσθη, διότι όλοι του είπαν: «Και πώς ένα τόσο καλό δένδρο έβγαλε άκαρπο κλωνάρι»;
78. Δεν αποδεικνυόμαστε υπομονητικοί, όταν υποφέρωμε γενναία τους εξευτελισμούς του Γέροντος, αλλά όταν μας καταφρονή και μας υβρίζη ο οιοσδήποτε άνθρωπος. Διότι τον πνευματικό μας πατέρα τον υπομένομε και από σεβασμό και από υποχρέωσι.
79. Πίνε πρόθυμα τον εξευτελισμό από κάθε άνθρωπο σαν να είναι «ύδωρ ζωής». Να νομίζης ότι θέλει να σε ποτίση με φάρμακο καθαρτικό της λαγνείας. Διότι τότε θα προβάλη στην ψυχή σου αγνότης αναφαίρετη και το φως του Θεού δεν θα λείψη από την καρδιά σου.
80. Αν κανείς βλέπη αναπαυμένους έκ μέρους του τους αδελφούς του Κοινοβίου, ας μη καυχάται με τον λογισμό του, διότι οι κλέπτες ευρίσκονται γύρω του.
81. Μνημόνευε συνεχώς τον λόγο του Κυρίου: «Όταν πάντα ποιήσητε τα προστεταγμένα, λέγετε ότι αχρείοι δουλοί έσμεν, ό οφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ΄ 10). Την αξία δε των κόπων μας κατά την ώρα του θανάτου θα την καταλάβωμε.
82. Το Κοινόβιο είναι επίγειος ουρανός. Γι΄αυτό ας κάνουμε την καρδιά μας να αισθάνεται όπως οι άγγελοι που υπηρετούν τον Κύριον.
Όσοι ευρίσκονται μέσα στον ουρανό αυτόν, άλλοτε μέν αισθάνονται σκληρή σαν πέτρα την καρδιά τους και άλλοτε πάλι παρηγορούνται με την κατάνυξι. Έτσι και την οίησι αποφεύγουν και από τους κόπους των παρηγορούνται με την χάρι των δακρύων.
83. Ολίγη φωτιά έχει την δύναμι να μαλακώση πολύ κερί. Και πολλές φορές μία μικρή ατιμία πού γευθήκαμε, όλη την αγριότητα της καρδιάς και την αναισθησία και την πώρωσι αμέσως την κατεπράϋνε και την κατεγλύκανε και την εξαφάνισε.
84. Αντελήφθηκα κάποτε δύο μοναχούς, πού κάθονταν και παρατηρούσαν κρυφά και άκουγαν τους στεναγμούς και τους κόπους των αγωνιστών. Αλλά ο μέν ένας το έκανε για να μιμηθή τον ζήλο τους, ο δε άλλος για να τα αποκαλύψη ειρωνικά και εμπαικτικά, όταν θα εδίδετο ευκαιρία, και έτσι να ανακόψη τον εργάτη του Θεού από τον καλόν αγώνα του.
85. Μην ασκής την «άλογον σιωπήν» και δημιουργής έτσι ταραχή και πικρία στους άλλους. Ούτε να είσαι νωθρός στους τρόπους και στο βάδισμά σου, την στιγμή πού σε προστάζουν να δείξης προθυμία και ενεργητικότητα. Διότι έτσι καταντάς χειρότερος από τους μανιακούς και τους ταραχοποιούς.
86. Όπως λέγει και ο Ιώβ, είδα τέτοια φαινόμενα πολλές φορές (πρβλ. Ιώβ  ιγ΄1): Ψυχές δηλαδή πού διακρίνονταν για φυσική νωθρότητα ή ακόμη και για φυσική «σβελτάδα», οι οποίες επαινέθηκαν ως δήθεν ειρηνικές ή δραστήριες και αμέσως συγκινήθηκαν και υπερηφανεύθηκαν. Βλέποντας αυτό εθαύμασα για τις πολυποίκιλες μορφές της κακίας!
87. Όποιος ζή σε Κοινόβιο δεν ωφελείται τόσο από την ψαλμωδία, όσο από την (εσωτερική) προσευχή. Διότι οι φωνές των ψαλτών δημιουργούν σύγχυσι και εμποδίζουν την κατανόησι των ύμνων.
88. Πάλευε συνεχώς να συγκεντρώνης τον νου σου πού σκορπίζεται σε ρεμβασμούς. Ο Θεός δεν ζητεί από τους υποτακτικούς του Κοινοβίου (όπως από τους ησυχαστάς) προσευχή αρρέμβαστη. Γι΄αυτό να μην αθυμής, επειδή κλέπτεται ο νους σου. Αντίθετα να ευθυμής πού πάντοτε τον επαναφέρεις. Άλλωστε μόνο στους αγγέλους παρατηρείται το «άσυλον», το να μην κλέπτεται δηλαδή ο νους των.
89. Όποιος είναι αποφασισμένος εσωτερικά να μην φύγη από το στάδιο της πάλης μέχρι τελευταίας αναπνοής, ύστερα και από χίλιους ακόμη σωματικούς και ψυχικούς θανάτους, αυτός δεν θα πέση εύκολα σε κάτι τέτοιο, (στο να εγκαταλείψη δηλαδή το Μοναστήρι του). Εκείνο πού συνήθως δημιουργεί τα σκάνδαλα και τις συμφορές αυτές είναι ο εσωτερικός δισταγμός της καρδιάς και η έλλειψις εμπιστοσύνης προς τον τόπο όπου ευρίσκεται.
90. Εκείνοι πού αλλάζουν εύκολα Μοναστήρι είναι τελείως απρόκοφτοι. Διότι τίποτε δεν συντελεί τόσο στην ακαρπία, όσο η έλλειψις υπομονής.
91. Εάν ευρέθηκες σε ένα άγνωστο ιατρείο και ιατρό, ας συμπεριφέρεσαι σαν περαστικός και ας πλουτήσης αθόρυβα την πείρα σου με όλα όσα θα παρατηρήσης εκεί. Και όταν βλέπης ότι θεραπεύονται εκεί οι ασθένειές σου και μάλιστα ο όγκος της υπερηφανείας σου – το πιο σπουδαίο και περιζήτητο – τότε αποφάσισε να παραμείνης. Τότε πούλησε τον εαυτό σου με τον χρυσό της ταπεινώσεως, το συμβόλαιο της υπακοής, τα γράμματα της διακονίας (υπηρεσίας) και με μάρτυρες τους αγγέλους.
92. Σχίσε τελείως εμπρός σ΄αυτούς το χαρτί του ιδικού σου θελήματος. Αν γυρίζης ακόμη από το ένα Μοναστήρι στο άλλο, αθετείς το συμβόλαιο και το τίμημα με το οποίο σε εξηγόρασε ο Χριστός.
93. Ο τόπος της ασκήσεώς σου ας είναι για σένα μνήμα πρίν από το μνήμα. Να σκέπτεσαι ότι κανείς δεν βγαίνει από το μνήμα πρίν από την κοινή ανάστασι. Μερικοί οι οποίοι βγήκαν, θυμήσου ότι απέθαναν. Ας ικετεύσωμε τον Κύριον να μη το πάθωμε κι εμείς.
94. Οι πιο οκνηροί μοναχοί, όταν αντιληφθούν βαρειά την εντολή της εργασίας, κοιτάζουν να προτιμήσουν την προσευχή. Όταν όμως την αντιληφθούν ξεκούραστη, αποφεύγουν την προσευχή σαν να είναι φωτιά.
95. Συμβαίνει να εγκαταλείψη ένας μοναχός την εργασία του, για να ξεκουράση κάποιον αδελφό, ο οποίος του το ζήτησε. Συμβαίνει όμως αυτό και από οκνηρία. Άλλες φορές πάλι, δεν την εγκαταλείπει από κενοδοξία, και άλλες από προθυμία.
96. Εάν εβιάσθηκες και συνωμολόγησες να εγκαταβιώσης (σε μία Μονή), και βλέπεις έν τω μεταξύ ότι δεν προοδεύεις σ΄αυτήν πνευματικά, μη διστάζης να την αποχωρισθής. Πλήν όμως γνώριζε ότι ο εκλεκτός μοναχός παντού είναι εκλεκτός και ο απρόκοφτος παντού είναι απρόκοφτος.
97. Τα υβριστικά λόγια προξενούν στους κοσμικούς πολλούς χωρισμούς και διασπάσεις. Ομοίως και στα Κοινόβια οι γαστριμαργίες δημιουργούν όλες τις πτώσεις και τις αθετήσεις των υποσχέσεων.
98. Εάν κυριαρχήσης επάνω στην δέσποινα, (στην κοιλία), τότε ο οποιοσδήποτε ασκητικός τόπος σε οδηγεί στην απάθεια. Εάν όμως κυριαρχή αυτή επάνω σου, τότε παντού κινδυνεύεις, εκτός από το μνήμα (όπου θα σε θάψουν).
99. «Ο Κύριος δίδει σοφία στους τυφλούς» (Ψαλμ. ρμε΄ 8). Δηλαδή τους οφθαλμούς των υποτακτικών τους φωτίζει, ώστε να βλέπουν τις αρετές του διδασκάλου, και τους σκοτίζει, ώστε να μη βλέπουν τα ελαττώματά του. Ενώ ο μισόκαλος διάβολος κάνει το αντίθετο.
100. Ας έχωμε, αγαπητοί, ως υπόδειγμα τελείας υποταγής τον υδράργυρο, ο οποίος και όταν κυλιέται κάτω απ΄όλα, μένει εντελώς άθικτος από ακαθαρσίες. Οι επιμελείς μοναχοί ας προσέχουν ιδιαίτερα τον εαυτό τους, μήπως κατακρίνοντας τους αμελείς, καταδικασθούν περισσότερο από αυτούς. Εάν ο Λώτ ανεδείχθη δίκαιος, νομίζω πώς οφείλεται στο ότι, ενώ ζούσε ανάμεσα σε τόσο αμαρτωλούς, δεν φάνηκε ποτέ να τους κατακρίνη.
101. Πάντοτε βέβαια, περισσότερο όμως κατά την ώρα της ψαλμωδίας, ας διατηρήσωμε ησυχία και αταραξία. Διότι οι δαίμονες προσπαθούν με τις ταραχές να χαλούν την προσευχή.
102. «Διακονητής» σημαίνει, να ευρίσκεσαι σωματικά εμπρός σε ανθρώπους και με τον νου σου να κτυπάς την πύλη του ουρανού διά της προσευχής.
103. Οι ύβρεις και οι εξουδενώσεις και τα παρόμοια είναι για την ψυχή του υποτακτικού σαν την πικρή αψιθιά. Ενώ οι έπαινοι, οι τιμές και τα εγκώμια ομοιάζουν με το μέλι, και προξενούν στους ηδυπαθείς υπερβολική γλυκύτητα. Ας εξετάσωμε όμως την φύσι και την ενέργεια του καθενός. Τα πρώτα καθαρίζουν όλη την εσωτερική λάσπη, ενώ τα δεύτερα αυξάνουν την χολή των παθών.
104. Ας είμεθα αμέριμνοι και άς έχωμε εμπιστοσύνη σε εκείνους οι οποίοι ανέλαβαν έν Κυρίω την φροντίδα των ψυχών μας, έστω και αν μερικά προστάγματά τους φαίνωνται επιζήμια στην ψυχή μας. Τότε, τότε ακριβώς δοκιμάζεται η πίστις μας πρός αυτούς μέσα στο χωνευτήριο της ταπεινώσεως. Το γνώρισμα της τελείας εμπιστοσύνης είναι αυτό: Ενώ βλέπομε πράγματα αντίθετα από ό,τι περιμένουμε, υποτασσόμεθα αδίστακτα σε εκείνους πού μας προστάζουν.
105. Από την υπακοή γεννάται η ταπείνωσις, όπως άλλωστε το είπαμε προηγουμένως. Από την ταπείνωσι γεννάται η διάκρισις. Περί αυτού ομιλεί πολύ έξοχα και βαθυστόχαστα και ο μέγας Κασσιανός στον λόγο του «περί διακρίσεως»[4]. Από την διάκρισι γεννάται η  δ ι ό ρ α σ ι ς  και από αυτήν η  π ρ ό ο ρ α σ ι ς.
Ποιος άραγε δεν θα θελήση να τρέξη στον ωραίο αυτό δρόμο της υπακοής, βλέποντας ετοιμασμένα εμπρός του τόσο σπουδαία αγαθά! Για την μεγάλη αυτή αρετή έλεγε και ο εκλεκτός εκείνος ψαλμωδός: «Ετοίμασες, ώ Θεέ, από καλωσύνη την παρουσία σου μέσα στην καρδιά του πτωχού υποτακτικού» (πρβλ. Ψαλμ. ξζ΄ 11).
106. Μη λησμονήσης ποτέ στη ζωή σου τον μεγάλο εκείνο αθλητή, που δεκαοκτώ ολόκληρα έτη δεν άκουσε μία φορά με τα εξωτερικά του αυτιά από τον Γέροντά του την ευχή «σ ω θ ε ί η ς» (είθε να σωθής). Με τα εσωτερικά του όμως αυτιά άκουε καθημερινά από τον Κύριον όχι το «σωθείης» που είναι ευχή αβεβαία, αλλά το «ε σ ώ θ η ς» πού είναι κάτι το οριστικό και βέβαιο[5].
107. Απατούν τον εαυτό τους μερικοί υποτακτικοί, οι οποίοι βλέποντας τον Γέροντα πειθήνιο και συγκαταβατικό, ζητούν εντολές σύμφωνες με τα θελήματά τους. Όταν όμως το επιτυγχάνουν αυτό, ας γνωρίζουν ότι έχασαν τελείως τον στέφανο της μαρτυρικής ομολογίας. Διότι υπακοή σημαίνει αποξένωσις από την υποκρισία και από κάθε προσωπική επιθυμία.
108. Συμβαίνει να δεχθή ένας υποτακτικός κάποια εντολή από τον Γέροντα. Αντιλαμβάνεται όμως ότι ο Γέροντας δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που επρόσταξε, και γι΄αυτό δεν την εκτελεί. Ένας άλλος όμως υποτακτικός πού και αυτός το αντιλαμβάνεται, υπακούει και την εκτελεί αδιακρίτως. Εδώ αξίζει να εξετάσωμε ποιος από τους δύο ενήργησε περισσότερο θεάρεστα[6].
109. Είναι πράγμα αδύνατον το να πολεμήση ο διάβολος (όσους πράττουν) το θέλημά του. Ας σε πείσουν σ΄αυτό οι αμελείς μοναχοί, οι οποίοι μπορούν και παραμένουν στο ησυχαστήριό τους ή το Κοινόβιό τους (χωρίς να πολεμούνται καθόλου από λογισμούς φυγής).
110. Το ότι πολεμούμεθα να αναχωρήσωμε από τον τόπο της ασκήσεώς μας, αποδεικνύει ότι εκεί ευαρεστούμε τον Θεόν, εφ΄όσον το να μας πολεμή ο εχθρός σημαίνει βέβαια ότι και εμείς τον πολεμούμε.
111. Δεν θα τα αποκρύψω κατά τρόπον άδικο ούτε θα τα κρατήσω για τον εαυτό μου κατά τρόπον απάνθρωπο. Δεν θα αποσιωπήσω αυτά πού δεν επιτρέπεται να αποσιωπηθούν. Εκείνος ο φίλος μου, ο μέγας Ιωάννης ο Σαββαΐτης μου διηγήθηκε πολλά αξιάκουστα πράγματα. Πόσο δε ήταν ο άνδρας αυτός απαθής και ειλικρινής και ακέραιος στα λόγια και στα έργα, το γνωρίζεις και σύ, όσιε πάτερ, από ιδική σου πείρα. Αυτός λοιπόν μου διηγήθηκε τα επόμενα:
«Στο Μοναστήρι μου, στην Ασία -από εκεί προερχόταν ο ενάρετος αυτός- ευρισκόταν ένα ηλικιωμένος μοναχός πολύ αμελής και ακόλαστος. Αυτό το λέγω όχι για να τον κρίνω, αλλά για να παρουσιάσω την αλήθεια. Αυτός λοιπόν -δεν γνωρίζω πώς- απέκτησε έναν νεαρό υποτακτικό, ονόματι Ακάκιο, με απλότητα ψυχής, αλλά και σύνεσι λογισμού. Τα όσα δε υπέφερε από τον Γέροντα αυτόν θα φανούν στους πολλούς απίστευτα. Όχι μόνο με ύβρεις και ατιμίες αλλά και με κτυπήματα δυνατά τον εβασάνιζε κάθε ημέρα. Η υπομονή πού έδειχνε ο Ακάκιος φαινόταν ανόητη, αλλά δεν ήταν. Είχε την θέσι της.
» Βλέποντας τον εγώ να ταλαιπωρήται τόσο πολύ καθημερινά σαν αγορασμένος δούλος, τον ερωτούσα πολλές φορές όταν τον συναντούσα: «Πώς είσαι, αδελφέ Ακάκιε; Πώς πέρασες σήμερα;» Και αμέσως μου έδειχνε άλλοτε το μάτι του μελανιασμένο, άλλοτε πρησμένο τον τράχηλο και άλλοτε κτυπημένο το κεφάλι του. Εγώ γνωρίζοντας ότι είναι εργάτης της αρετής, του έλεγα: «Καλά πηγαίνομε! Καλά! Κάνε υπομονή και θα ωφεληθής».
» Αφού πέρασε εννέα έτη στην υπακοή του σκληρού Γέροντα, εξεδήμησε προς Κύριον. Πέντε ημέρες μετά από την ταφή του στο κοιμητήριο των πατέρων, ο Γέροντας του Ακακίου επήγε σ΄ένα μεγάλο Γέροντα, εκεί πλησίον, και του λέγει: «Πάτερ, ο αδελφός Ακάκιος απέθανε»! Εκείνος μόλις το άκουσε, του αποκρίνεται: «Πίστεψέ με, Γέροντα! Δεν το πιστεύω». Αυτός τότε του λέγει: «Έλα να ιδής»! Σηκώνεται τότε γρήγορα και μαζί με τον Γέροντα του «μακαρίου πύκτου», φθάνει στο κοιμητήριο και φωνάζει στον νεκρό σαν σε ζωντανό -και πράγματι, αν και νεκρός ζούσε- και του λέγει: «Αδελφέ Ακάκιε, απέθανες»; Εκείνος δε ο καλός υποτακτικός, δείχνοντας υπακοή και μετά θάνατον, αποκρίθηκε στον μεγάλο Γέροντα: «Πώς είναι δυνατόν, πάτερ, να πεθάνη ο άνθρωπος πού είναι εργάτης της υπακοής»;
» Τότε ο Γέροντας που εθεωρείτο πνευματικός πατήρ του, κυριεύθηκε από φόβο και έπεσε κατά πρόσωπον στη γη γεμάτος δάκρυα. Έν συνεχεία εζήτησε από τον Ηγούμενο της Λαύρας ένα κελλί κοντά στο μνήμα και έζησε με καθαρότητα την υπόλοιπη ζωή του, ομολογώντας συνεχώς στους πατέρες ότι διέπραξε φόνο».
Εμένα μου φαίνεται, πάτερ Ιωάννη, ότι εκείνος που ωμίλησε στον νεκρό ήταν ο ίδιος ο μέγας Ιωάννης. Η μακαρία αυτή ψυχή και ένα άλλο περιστατικό μου διηγήθηκε σαν να επρόκειτο για κάποιον άλλο. Ήταν όμως αυτός ο ίδιος, όπως κατώρθωσα να το εξακριβώσω αργότερα.
112. Μου διηγήθηκε ότι στο ίδιο αυτό Μοναστήρι της Ασίας έγινε κάποιος υποτακτικός σ΄έναν μοναχό πράο, επιεική και ήσυχο. Επειδή λοιπόν έβλεπε ότι ο Γέροντάς του τον ετιμούσε και τον ανέπαυε, επήρε μία καλή απόφαση -για τους πολλούς όμως επικίνδυνη-  και παρεκάλεσε τον Γέροντα να τον απολύση. Είχε άλλωστε και άλλον υποτακτικό και το πράγμα δεν ήταν κάτι το πολύ θλιβερό.
Αναχωρεί λοιπόν και με συστατική επιστολή του Γέροντός του γίνεται δεκτός σε ένα από τα Κοινόβια του Πόντου. Την πρώτη νύκτα της εισόδου του στο Κοινόβιο βλέπει στον ύπνο του ότι λογοδοτούσε σε κάποιους. Μετά το τέλος της τόσο φοβερής αυτής λογοδοσίας, είδε ότι του έμενε ένα υπόλοιπον χρέους πού ήταν εκατό λίτρες χρυσού. Ξυπνώντας ερμήνευσε το όραμα και είπε: «Ταπεινέ Αντίοχε -έτσι ωνομαζόταν- έχομε πράγματι πολύ χρέος ακόμη»!
» Συνεπλήρωσα -διηγείται ο Αντίοχος- τρία έτη σ΄αυτό το Κοινόβιο, κάνοντας αδιάκριτο υπακοή και δεχόμενος από όλους θλίψεις και περιφρονήσεις σαν ξένος – άλλος ξένος μοναχός εκτός από εμένα δεν υπήρχε εκεί. Τότε λοιπόν βλέπω πάλι στον ύπνο μου κάποιον, ο οποίο μου έδωσε απόδειξι ότι εξώφλησα δέκα λίτρες από το χρέος μου. Όταν ξύπνησα, κατάλαβα την σημασία του οράματος, και είπα: «Μόνο δέκα; Και πότε άραγε θα κατορθώσω να εξοφλήσω όλο το χρέος μου»; Και τότε είπα στον εαυτό μου: «Ταπεινέ Αντίοχε, χρειάζεσαι ακόμη περισσότερο κόπο και ατιμία»! Και άρχισα από τότε να υποκρίνωμαι τον τρελλό, χωρίς όμως να αμελώ καθόλου το διακόνημά μου. Οπότε και οι σκληροί εκείνοι πατέρες, επειδή με έβλεπαν σ΄αυτήν την κατάστασι και προθυμία, μου επέβαλλαν όλα τα βαρύτερα έργα της Μονής.
» Αφού λοιπόν επέμενα σ΄ένα τέτοιον αγώνα δέκα τρία έτη, είδα και πάλι στον ύπνο μου εκείνους πού είχαν έλθει στην αρχή, να μου υπογράφουν την τελειωτική εξόφλησι του χρέους μου. Και από τότε όταν οι πατέρες της Μονής αυτής με στεναχωρούσαν σε κάτι, το υπέφερα με γενναιότητα ενθυμούμενος το χρέος μου».
Αυτά, πάτερ Ιωάννη, μου διηγήθηκε ο πάνσοφος Ιωάννης (ο Σαββαΐτης), σαν να συνέβησαν σε κάποιον άλλο. Γι΄αυτό και άλλαξε το όνομά του σε Αντίοχο. Αυτός ήταν πού έσχισε πραγματικά το χειρόγραφο του χρέους του με την γενναία υπομονή του.
113. Ας ακούσωμε τώρα καί πόσο διακριτικός έγινε ο Όσιος από την τελεία υπακοή του: Όταν έμενε στην Μονή του Αγίου Σάββα, προσήλθον τρεις νεαροί μοναχοί, που ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του. Αμέσως τους δέχθηκε με χαρά και τους προσέφερε φιλοξενία, για να τους αναπαύση από τον κόπο της οδοιπορίας. Αφού πέρασαν τρεις ημέρες, τους λέγει ο Γέροντας:
» Εγώ, αδελφοί μου, είμαι έκ φύσεως άνθρωπος πόρνος και δεν μπορώ να δεχθώ κανένα από σας»! Εκείνοι όμως δεν εσκανδαλίσθηκαν, διότι εγνώριζαν πόσο καλλιεργούσε ο Γέροντας την αρετή. Επειδή λοιπόν, αν και πολύ τον παρεκάλεσαν, δεν κατώρθωσαν διόλου να τον πείσουν, πέφτουν στα πόδια του και τον ικετεύουν, να τους ορίση έστω, πώς και πού πρέπει να μονάσουν.
Υπεχώρησε τότε ο Γέροντας επειδή κατάλαβε, πώς ό,τι θα τους ειπή θα το δεχθούν με ταπείνωσι και υπακοή, και λέγει στον πρώτο:
«Εσένα τέκνο μου, ο Κύριος σε θέλει να μονάσης σε τόπο ησυχαστικό, με υποταγή σε πνευματικό πατέρα».
Έπειτα λέγει στον δεύτερο:
«Πήγαινε, πούλησε τα θελήματά σου και παράδωσέ τα στον Θεόν. Σήκωσε στους ώμους τον σταυρό σου, ζήσε με υπομονή σε κοινοβιακή αδελφότητα, και οπωσδήποτε θα βρής θησαυρό στους ουρανούς».
Τέλος λέγει και στον τρίτο:
«Ας έχης συνεχώς αχώριστο μαζί με την αναπνοή σου το ρητό που λέγει: «Ο υπομείνας είς τέλος ούτος σωθήσεται» (Ματθ. ι΄ 22). Και πήγαινε να βρής για Γέροντά σου, εί δυνατόν, τον πιο ελεγκτικό και απότομο άνθρωπο. Κάνε σ΄αυτόν υπομονή και πίνε καθημερινά τις περιφρονήσεις και τις ύβρεις σαν μέλι και γάλα».
Τότε ο αδελφός ερώτησε τον μέγα Ιωάννη: «Εάν όμως, πάτερ, ζή με αμέλεια; Τι να κάνω σ΄αυτήν την περίπτωση»; Και ο Γέροντας του απήντησε: «Και εάν ακόμη τον ιδής να πορνεύη, και τότε μη φύγης, αλλά λέγε μέσα σου: «Εταίρε, έφ΄ώ πάρει»; (Ματθ. κς΄ 50) -δηλαδή, «φίλε μου, γιατί ήλθες εδώ; για να εξετάζης τις αμαρτίες των άλλων»; Κάνοντας έτσι θα ιδής να σβύνη μέσα σου η υπερηφάνεια και να μαραίνεται η σαρκική πύρωσις.
114. Όλοι όσοι ποθούμε τον φόβο του Κυρίου, ας αγωνισθούμε με όλη μας την δύναμι (εναντίον των παθών μας), για να μην αποκτήσωμε μέσα στο γυμναστήριο της αρετής πονηρία και κακία και σκληρότητα και πανουργία και κακεντρέχεια και οργή. Συμβαίνει αυτό! Δεν είναι κάτι το παράδοξο! Διότι όσο είναι ο άνθρωπος απλούς πολίτης ή απλούς ναύτης ή γεωργός, δεν τον πολεμούν και τόσο οι εχθροί του βασιλέως. Μόλις ιδούν όμως ότι έλαβε το χρίσμα και την ασπίδα και την μάχαιρα και το ξίφος και το τόξο, και φόρεσε την στρατιωτική στολή, τότε τρίζουν τα δόντια τους εναντίον του και με κάθε τρόπο προσπαθούν να τον φονεύσουν. Γι΄αυτό ας μη κοιμηθούμε.
115. Είδα μικρά παιδιά αθώα και εκλεκτά πού επήγαν στο σχολείο για σοφία και μόρφωσι και ωφέλεια, και δυστυχώς σε τίποτε δεν επρόκοψαν, παρά μόνο στην σκληρότητα και πονηρία και κακία εξ αιτίας της συναναστροφής με τους άλλους μαθητάς! Όποιος έχει νού, ας εννοήση τι θέλω να ειπώ.
Είναι αδύνατον αυτοί πού επιδίδονται ολόψυχα στην εκμάθησι μιας τέχνης, να μη προοδεύουν ημέρα με την ημέρα. Άλλοι αντιλαμβάνονται την πρόοδό τους. Σε άλλους όμως προς ωφέλειάν τους δεν επιτρέπει ο Θεός να την γνωρίζουν.
116. Ο καλός έμπορος μετρά κάθε βράδυ το κέρδος ή την ζημία της ημέρας. Και δεν μπορεί να έχει ακριβή γνώσι του πράγματος, εάν δεν κρατά κάθε τόσο σημειώσεις. Η εξέτασις της κάθε ώρας παρουσιάζει έτοιμο τον λογαριασμό της ημέρας.
117. Ο ανόητος μοναχός δαγκώνεται, όταν τον περιφρονούν ή τον επιπλήττουν, και προσπαθεί να φέρη αντίρρησι και να δικαιολογηθή ή αντίθετα βάζει γρήγορα μετάνοια σ΄αυτόν πού τον επιπλήττει, όχι από ταπείνωσι, αλλά διότι θέλει να σταματήσουν οι ονειδισμοί.
Γι΄αυτό, όταν σε περιγελούν να σιωπάς και να δέχεσαι με ευχαρίστησι τους καυστήρες αυτούς πού προξενούν στην ψυχή ολόλαμπρη αγνότητα. Δείξε την μετάνοιά σου στον ιατρό, όταν σταματήση να σε ελέγχη, διότι κατά την διάρκεια του θυμού του ίσως να μη δέχεται την μετάνοιά σου.
118. Οι κοινοβιάτες προς όλα βέβαια τα πάθη, αλλά περισσότερο προς τα εξής δύο πρέπει συνεχώς να αγωνιζόμαστε: την κοιλιοδουλεία και τον θυμό. Διότι μέσα στο πλήθος αφθονούν οι αφορμές των παθών αυτών.
Όσους ασκούν την υπακοή, ο διάβολος τους παρακινεί να επιθυμούν αρετές πού δεν ταιριάζουν σ΄αυτούς, (αλλά στους ησυχαστάς). Και τους ησυχαστάς πάλι τους παρακινεί σε όσα δεν ταιριάζουν σ΄αυτούς, (αλλά στους κοινοβιάτες).
119. Στους απρόκοφτους υποτακτικούς, εάν ανοίξης τον νου τους, θα βρής σκέψεις πλανεμένες.
Θα βρής δηλαδή να επιθυμούν την ησυχαστική ζωή, την πιο αυστηρή νηστεία, την αρέμβαστη προσευχή, την τελεία ακενοδοξία, την διαρκή μνήμη του θανάτου, την συνεχή κατάνυξι, την απόλυτη αοργησία, την βαθειά σιωπή, την πιο υψηλή αγνότητα. Όλα αυτά πού επιθυμούσαν οικονόμησε ο Θεός να μη τα γευθούν στην αρχή της κοινοβιακής τους ζωής. Και αυτοί απατήθηκαν και μετεπήδησαν (στην ησυχαστική ζωή), για να τα αναζητήσουν ματαίως εκεί. Τους παρεκίνησε ο εχθρός να τα αναζητήσουν πρίν από την ώρα τους, για να μην υπομείνουν και τα κατορθώσουν στην ώρα τους.
120. Στους ησυχαστάς ο απατεών διάβολος μακαρίζει τις αρετές των κοινοβιατών: την φιλοξενία δηλαδή, την εξυπηρετικότητα, την αδελφοσύνη και την συμβίωσι και την περιποίησι των αρρώστων. Και τούτο για να επιτύχη ο πλάνος να τους οδηγήση -όπως και τους προηγουμένους- στην ανυπομονησία (και στην αποτυχία).
121. Είναι πράγματι σπάνιοι εκείνοι πού ασκούν όπως πρέπει την ησυχαστική ζωή. Αυτοί είναι όσοι απέκτησαν την παρηγορία της θείας χάριτος, η οποία τους ξεκουράζει στους κόπους και τους βοηθεί στους πολέμους.
122. Ανάλογα με τα πάθη πού υπάρχουν μέσα μας, πρέπει να κοιτάξωμε και να εκλέξωμε τους Γέροντες, όπου θα υποταγούμε.
Δηλαδή: Αν είσαι επιρρεπής στην λαγνεία, διάλεξε ως γυμναστή σου έναν ασκητικό και αυστηρότατο στην νηστεία Γέροντα. Μη διαλέξης κανέναν σπουδαίο και θαυματουργό, ο οποίος όμως φιλοξενεί πρόθυμα και στρώνει τραπέζι στον καθένα. Εάν πάλι είσαι υψαύχην (υπερήφανος), διάλεξε Γέροντα απότομο και ανυποχώρητο, και όχι κανέναν πράο και φιλεύσπλαχνο.
123. Ας μη ζητούμε Γέροντες προγνωστικούς και προορατικούς, αλλά πρό πάντων και οπωσδήποτε ταπεινούς και κατάλληλους για την θεραπεία των ασθενειών μας – πράγματα πού θα φαίνωνται και από τον τρόπο της ζωής τους και από τον τόπο και την κατάστασι της ασκήσεώς τους.
124. Ας έχης σαν καλό παράδειγμα υπακοής τον δίκαιο και ενάρετο Αββάκυρο πού αναφέραμε προηγουμένως, και ας σκέπτεσαι πάντοτε, όπως εκείνος, ότι σε δοκιμάζει ο Γέροντας, (όταν σε αντιμετωπίζη σκληρά ή περιφρονητικά), και έτσι ποτέ δεν θα αστοχήσης.
125. Όταν, ενώ ο πατήρ σε επιπλήττει ακατάπαυστα, εσύ αποκτάς περισσότερη εμπιστοσύνη και αγάπη απέναντί του, γνώριζε ότι το Άγιον Πνεύμα κατώκησε αόρατα στην ψυχή σου και η δύναμις του Υψίστου σε επεσκίασε. Πλήν όμως εσύ να μη καυχάσαι ούτε να χαίρεσαι, διότι υπομένεις με γενναιότητα τις ύβρεις και τις ατιμίες, αλλά μάλλον να θρηνής, και να σκέπτεσαι ότι οπωσδήποτε κάτι άσχημο διέπραξες και τον έκανες να ταραχθή και να κινηθή εναντίον σου.
126. Μη παραξενευθής για ό,τι πρόκειται να ειπώ. Έχω σ΄αυτό συνήγορο τον ίδιο τον Μωϋσή. Είναι προτιμότερο να αμαρτήσωμε στον Θεόν, παρά στον Γέροντά μας. Διότι εάν παροργίσωμε τον Θεόν, έχει την δύναμι ο διδάσκαλός μας να μας σιμφιλιώση με αυτόν. Εάν όμως εξοργίσωμε τον διδάσκαλό μας, δεν έχομε πλέον κανένα για να μεσιτεύση σ΄αυτόν προς χάριν μας. Εγώ έχω και την γνώμη ότι και τα δύο (και ο παροργισμός του Θεού και ο παροργισμός του Γέροντος) έχουν την ίδια βαρύτητα, (αφού ο Γέροντας είναι αντιπρόσωπος του Θεού).
127. Ας εξετάσωμε και ας δείξωμε διάκρισι και προσοχή στο εξής σημείο: Σε ποιες περιπτώσεις, ενώ μας κατηγορεί ο Ποιμήν πρέπει να υπομένωμε ευχάριστα και σιωπηλά, και σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να του δίδωμε εξηγήσεις. Η γνώμη μου είναι: Σε όσα προξενούν στον εαυτό μας ατιμία, να σιωπούμε, διότι η ώρα αυτή είναι ώρα πνευματικού κέρδους. Όταν όμως οι κατηγορίες αναφέρωνται και σε άλλο πρόσωπο, να απολογούμεθα για να μη σαλευθή ο δεσμός της αγάπης και της ειρήνης.
128. Όσοι απεχώρησαν από την υπακοή, αυτοί θα σου παραστήσουν καλύτερα την ωφέλειά  της. Διότι τότε κατάλαβαν σε ποιο ουρανό εζούσαν.
129. Εκείνος που τρέχει να φθάση την απάθεια και τον Θεόν, κάθε ημέρα πού δεν συνέβη να τον κακολογήσουν, σκέπτεται ότι ζημιώθηκε πολύ.
130. Όπως τα δένδρα πού σείονται από τους ανέμους ρίχνουν βαθειές ρίζες, έτσι και όσοι ζούν σε υπακοή αποκτούν δυνατές και ακλόνητες ψυχές.
131. Εκείνος πού ζούσε ησυχαστική ζωή και αντελήφθηκε την αδυναμία του, και έν συνεχεία επήγε και πουλήθηκε στην υπακοή, ήταν άνθρωπος τυφλός πού χωρίς κόπο βρήκε το φώς του και αντίκρυσε τον Χριστόν.
132. Μείνατε σταθεροί, μείνατε σταθεροί, και πάλι σας λέγω, μείνατε σταθεροί στον δρόμο πού τρέχετε, αδελφοί μου αθληταί. Και ας ηχούν στα αυτιά σας τα λόγια εκείνου του σοφού πού τονίζουν για σας: «Ο Κύριος τους εδοκίμασε σαν χρυσάφι στο χωνευτήριο, ή καλύτερα στο Κοινόβιο, και σαν ολοκαύτωμα θυσίας τους δέχθηκε στους κόλπους του» (πρβλ. Σοφ. Σολομ. γ΄ 6).
Βαθμίς ισάριθμη με τους Ευαγγελιστάς. Σύ, αθλητά, πού έφθασες σ΄αυτήν, μείνε σταθερός και τρέχε χωρίς φόβο.
Ι.Μ.Παρακλήτου



[1] Παλαιός σχολιαστής σημειώνει: «Άρνησι της ψυχής εννοεί το να εγκαταλείψη κανείς τα φυσικά του θελήματα, κατά τον λόγο του Κυρίου, «εί τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν» κλπ. Διότι αν αφήση τα αμαρτωλά και παρά φύσιν θελήματά του, δε αφίνει τίποτε για τον Θεόν, εφ΄όσον αυτά δεν ήταν ιδικά του. Αφίνοντας όμως τα φυσικά, απαρνήθηκε πράγματι τον εαυτό του».
[2] Πρόκειται για την Μονή των μετανοούντων, την γνωστή ως «Φυλακή». Περί αυτού ομιλεί και στο Δ΄ 33 και περισσότερο εκτενώς στο Ε΄ 5.
[3] Ο ένας δόλος αφορά την πτώσι στην οίησι και ο άλλος στην σύγχυσι και στην συνεχή αμφιταλάντευσι του ησυχαστού, εάν το επιτελούμενο είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού ή όχι.
[4] Ο πλήρης τίτλος του λόγου είναι: «Διάλεξις Δευτέρα μετά του αββά Μωϋσέως, περί διακρίσεως». Έχει περιληφθή σχεδόνολόκληρος σε ελληνική μετάφρασι στην Φιλοκαλία (Α΄, 81-93, έκδ. Αστέρος). Το χωρίο στο οποίο αναφέρεται η Κλίμαξ έχει ως εξής: «Τότε ο αββάς Μωϋσής είπεν, αληθής διάκρισις ού προσγίνεται, εί μη έξ αληθινής ταπεινώσεως» (σελ. 89).
[5] Ο επαινούμενος μοναχός είναι ο Ιωάννης ο Θηβαίος, υποτακτικός του αββά Αμμώη. Το έν λόγω διήγημα μνημονεύεται και στο «Γεροντικό» (έκδ. Π. Πάσχου, σελ. 56-57).
[6] Και ο ένας και ο άλλος είναι άξιοι επαίνου. Αξιόλογη είναι και η επόμενη γνώμη: Εάν πρόκειται για αρχάριο υποτακτικό, είναι πιο συμφέρον να τηρήση κατά γράμμα την εντολή. Εάν για προχωρημένο και δοκιμασμένο, είναι καλύτερο να ανταποκριθή στην εσωτερική επιθυμία του Γέροντος.

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

Λ Ο Γ Ο Σ   Τ Ε Τ Α Ρ Τ Ο Σ

Περί  υπακοής

via