Περί απαθείας

(Διά τόν επίγειον ουρανόν, τήν θεομίμητον απάθειαν καί τελειότητα καί ανάστασιν τής ψυχής, πρός τής κοινής αναστάσεως)

ΝΑ ΛΟΙΠΟΝ πού και εμείς πού ευρισκόμαστε στον βαθύτατο λάκκο της αγνωσίας και στις σκοτεινές περιοχές των παθών και στην σκιά του θανάτου τούτου του σώματος, επιχειρούμε με θρασύτητα να φιλοσοφήσωμε για τον επίγειο ουρανό, (δηλαδή την απάθεια). Το στερέωμα του ουρανού έχει βεβαίως ως ωραιότητα τους αστέρες, αλλά η απάθεια έχει ως στολισμό τις αρετές. Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι η απάθεια δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ε γ κ ά ρ δ ι ο ς ο υ ρ α ν ό ς τ ο υ ν ο ό ς», ο οποίος λογαριάζει για παιγνίδια τις πανουργίες των δαιμόνων.

2. Είναι και διακρίνεται πραγματικά ως απαθής, εκείνος που αφθαρτοποίησε την σάρκα του, πού ανύψωσε τον νου του επάνω από την ορατή κτίσι και υπέταξε σ΄ αυτόν όλες τις αισθήσεις, πού παρέστησε την ψυχή του εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου και πού προχωρεί συνεχώς και πλησιάζει τον Κύριον υπηρετώντας Τον με ζήλο υπερανθρώπινο. Μερικοί πάλι ορίζουν την απάθεια ως ανάστασι της ψυχής πρίν από την ανάστασι του σώματος. Και άλλοι ως τελεία επίγνωσι του Θεού, δευτέρα κατά σειράν, μετά την επίγνωσι πού έχουν οι Άγγελοι.

3. Αυτή λοιπόν η απάθεια, «η τελεία των τελείων ατέλεστος τελειότης»[1], καθώς μου εξήγησε κάποιος πού την είχε δοκιμάσει, τόσο πολύ αγιάζει τον νου και τον αρπάζει από τα υλικά, ώστε το περισσότερο μέρος της επιγείου ζωής του, μετά την άφιξι βεβαίως στο ουράνιο λιμάνι της ησυχίας, το ζή κανείς σαν να ευρίσκεται στον ουρανό, και ανυψώνεται εκστατικός σε ουράνιες θεωρίες∙ πράγμα για το οποίο ομιλεί κάπου επιτυχώς και ο Ψαλμωδός πού το είχε γευθή: «Ότι του Θεού οι κραταιοί, της γής σφόδρα επήρθησαν» (Ψαλμ. μς΄ 10). Ως τέτοιον γνωρίζομεν και τον Αιγύπτιον εκείνον (ασκητή), ο οποίος δεν άφινε επί πολύ τα χέρια του απλωμένα στην προσευχή όταν προσευχόταν μαζί με άλλους[2].

4. Υπάρχει ο απαθής, αλλά υπάρχει και απαθέστερος από τον απαθή. Ο πρώτος αποστρέφεται με υπερβολικό μίσος το κακό, ενώ ο δεύτερος είναι άπληστος στον πλούτο των αρετών. Και η αγνεία απάθεια ονομάζεται, και πολύ φυσικά, διότι είναι ο πρόλογος της κοινής αναστάσεως και της αφθαρτοποιήσεως των φθαρτών.

5. Απάθεια εφανέρωσε εκείνος πού είπε «νούν Κυρίου κέκτημαι» (πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ 16). Απάθεια εφανέρωσε ο Αιγύπτιος πού είπε ότι δεν φοβείται τον Κύριον[3]. Απάθεια εφανέρωσε εκείνος πού προσευχήθηκε να επιστρέψουν πάλι τα πάθη[4]. Ποιος αξιώθηκε πρίν από την λαμπρότητα του μέλλοντος αιώνος να έχη τόση απάθεια, όση εκείνος ο Σύρος[5]; Διότι ενώ ο περίφημος μεταξύ των προφητών Δαβίδ έλεγε στον Κύριον «σταμάτησε την θλίψι μου, για να ανακουφισθώ» (Ψαλμ. λη΄ 14), ο Σύρος αυτός αθλητής του Θεού έλεγε «σταμάτησε τα κύματα της χάριτός Σου»!

6. Απάθεια έχει η ψυχή που εταυτίσθηκε τόσο με τις αρετές, όσο οι εμπαθείς με τις ηδονές.

7. Εάν το όριο της γαστριμαργίας είναι, να πιέζη κανείς τον εαυτό του να φάγη και χωρίς να έχη όρεξι, τότε το όριο της εγκρατείας είναι, και όταν πεινά, να συγκρατή την φύσι του, παρ΄ όλον ότι δεν είναι ένοχη για κάτι.

8. Εάν το όριο της λαγνείας είναι η μανιώδης διέγερσις και προς τα άλογα ζώα και τά άψυχα αντικείμενα, τότε το όριο της αγνείας είναι να τα αισθάνεται κανείς όλα και να τα αντιμετωπίζη σαν άψυχα.

9. Εάν το τέρμα της φιλαργυρίας είναι να μη παύη κανείς και να μη χορταίνη πότε συναθροίζοντας χρήματα, τότε και το τέρμα της ακτημοσύνης είναι να μη λυπάται ούτε το σώμα του ακόμη.

10. Εάν το τέρμα της ακηδίας είναι να μην έχη κανείς υπομονή ενώ ζή σε πλήρη άνεσι, τότε το τέρμα της υπομονής είναι να ζη σε θλίψι και να θεωρή ότι έχει άνεσι.

11. Εάν το πέλαγος της οργής είναι να αποθηριώνεται κανείς και όταν είναι μόνος του, τότε το πέλαγος της μακροθυμίας είναι να είναι όμοια γαλήνιος και στην απουσία και στην παρουσία του υβριστού.

12. Εάν το ύψος της κενοδοξίας είναι να δείχνη κανείς επιτηδευμένη επιδεικτική συμπεριφορά και όταν είναι μόνος του, τότε οπωσδήποτε το γνώρισμα της ακενοδοξίας είναι να μη κλέπτεται καθόλου ο λογισμός στην παρουσία αυτών που επαινούν.

13. Εάν το γνώρισμα της απωλείας, δηλαδή της υπερηφανείας, είναι να αισθάνεται κανείς έπαρσι και όταν έχη ταπεινή εξωτερική εμφάνισι, τότε η απόδειξις της σωτηρίου ταπεινώσεως είναι να έχη ταπεινό φρόνημα και στα υψηλά επιτεύγματα και κατορθώματα.

14. Εάν η απόδειξις της τελείας εμπαθείας είναι να υποχωρή κανείς πάραυτα σχεδόν στο κάθε τι πού ενσπείρουν οι δαίμονες, τότε εγώ θεωρώ σαν γνώρισμα της αγίας απαθείας το να μπορή κανείς να λέγη καθαρά: «Εκκλίνοντος απ΄ εμού του πονηρού ούκ εγίνωσκον» (Ψαλμ. ρ΄ 4), ούτε πώς ήλθε ούτε γιατί απήλθε∙ αντίθετα νοιώθω πλήρη αναισθησία προς όλα αυτά, είμαι όλος ενωμένος με τον Θεόν, και πάντοτε θα είμαι.

15. Όποιος αξιώθηκε αυτήν την κατάστασι, ενώ ευρίσκεται ακόμη στην σάρκα του, έχει ως ένοικό του τον Θεόν, ο οποίος τον κυβερνά σε όλα τα λόγια και τα έργα και τις σκέψεις. Έτσι ακούει μέσα του σαν κάποια φωνή το θέλημα του Κυρίου πού το αντιλαμβάνεται με έναν εσωτερικό φωτισμό, και γίνεται ανώτερος από κάθε ανθρώπινη διδασκαλία. Λέγει δε «πότε ήξω και οφθήσομαι τώ προσώπω του Θεού»; (Ψαλμ. μα΄ 3). Διότι δεν αντέχω περισσότερο την ενέργεια του πόθου μου αυτού, αλλά επιζητώ το αθάνατο κάλλος πού μου είχες δώσε προτού ενδυθώ το πήλινο αυτό σώμα (όπως κατήντησε μετά την παράβασι). Αλλά τι χρειάζεται να λέγωμε πολλά; Ο απαθής «ζή μέν ουκέτι αυτός, ζή δε έν αυτώ Χριστός» (Γαλ. β΄ 20), καθώς λέγει εκείνος που αγωνίσθηκε τον καλό αγώνα και ετελείωσε τον δρόμο και ετήρησε την πίστι, (δηλαδή ο Απόστολος Παύλος).

16. Το στέμμα του βασιλέως δεν αποτελείται από έναν μόνο πολύτιμο λίθο. Ούτε η απάθεια είναι τελεία, εάν έστω και μία οποιαδήποτε αρετή αμελήσωμε.

Ως απάθεια να εννοήσης το ουράνιο ανάκτορο του επουρανίου Βασιλέως. Ως «πολλάς μονάς» (Ιωάν. ιδ΄ 2) τις κατοικίες πού ευρίσκονται μέσα στην πόλι. Και ως τείχος της επουρανίου αυτής Ιερουσαλήμ την άφεσι των πταισμάτων.

17. Ας τρέξωμε, αδελφοί, ας τρέξωμε, για να κατορθώσωμε να εισέλθωμε στον νυμφώνα του ανακτόρου. Εάν δέ είτε από κάποιο φορτίο είτε από κάποια πρόληψι είτε από κάποια αργοπορία καθυστερήσαμε -ώ συμφορά μας!- τουλάχιστον ας προφθάσωμε κάποια κατοικία γύρω από τον νυμφώνα. Εάν δε ακόμη έχουν καμφθή και αποκάμει τα πόδια μας, ας φθάσωμε με κάθε τρόπο έστω μέσα από το τείχος. Διότι εκείνος πού δεν θα εισέλθη στο τείχος ή μάλλον δεν θα το υπερπηδήση πρό του θανάτου του, θα παραμείνη έξω, στην ερημική περιοχή (των δαιμόνων και των παθών). Γι΄ αυτό και κάποιος έλεγε στην προσευχή του «έν τώ Θεώ μου υπερβήσομαι τείχος» (Ψαλμ. ιζ΄ 30). Και κάποιος άλλος, εξ ονόματος του Θεού, έλεγε: «Ουχί αι αμαρτίαι υμών είσιν αί διαχωρίζουσαι αναμέσον υμών και εμού»; (Ησ. νθ΄ 2).

18. Ας γκρεμίσωμε, αγαπητοί μου, το «μεσότοιχον του φραγμού» (Εφεσ. β΄ 14), το οποίο κακώς οικοδομήσαμε με την παρακοή μας. Ας λάβωμε από εδώ την εξόφλησι του χρέους, διότι στον άδη δεν υπάρχει κανείς πού να μπορή να μας απαλλάξη από τα αμαρτήματα.

19. Ας «σχολάσωμε», (ας αφήσωμε τα άλλα και ας αφιερώσωμε χρόνο), από τώρα και στο εξής (για την απόκτησι της απαθείας). Άλλωστε έχομε χαρακτηρισθή «σχολασταί»[6]. Δεν μπορεί κανείς να αμελή και να προφασίζεται είτε πτώσεις του είτε περιστάσεις είτε φορτία∙ διότι «όσοι έλαβον τον Κύριον –διά λουτρού παλιγγενεσίας- έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. α΄ 12), και τους είπε: «Να σχολάσετε, να ηρεμήσετε και να γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Θεός και ότι εγώ είμαι η Απάθεια» (πρβλ. Ψαλμ. με΄ 11). Είς αυτόν τον Θεόν ανήκει η δόξα είς τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Ανυψώνει από την γή στον ουρανό τον πένητα νού, και ανεγείρει από την κοπρία των παθών τον πτωχό άνθρωπο η μακαρία απάθεια. Ενώ η πανύμνητη αγάπη τον αξιώνει να καθήση μαζί με τους άρχοντας Αγγέλους, με τους άρχοντας του λαού του Κυρίου.

Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Θαυμασία όσο και παράδοξη διατύπωσις! Σχετικώς διαβάζομε στο έργο περί ησυχαστικής ζωής των Καλλίστου και Ιγνατίου των Ξανθοπούλων: «Και ο άγιος Εφραίμ ως εξής ομιλεί περί απαθείας και τελειότητος: Οι απαθείς προχωρώντας ασταμάτητα και αχόρταγα προς το ύψιστο ποθούμενο, καθιστούν την τελειότητα χωρίς τέλος… Είναι τελεία η τελειότης, όσον αφορά τα μέτρα και τις δυνάμεις του ανθρώπου. Και είναι χωρίς τέλος, διότι ξεπερνά τον εαυτό της με την καθημερινή πρόοδο και διότι υψώνεται συνεχώς με τις προς τον Θεόν αναβάσεις» (Φιλοκαλία, Δ΄, σελ. 281).
 

[2] Εννοεί τον αββά Τιθόη, για τον οποίον το «Γεροντικόν» γράφει: «Εί μη ταχέως κατέφερε τάς χείρας αυτού, ότε ίστατο είς προσευχήν, ηρπάζετο ο νους αυτού άνω» – Η αρπαγή του νοός στην προσευχή υποδηλοί ύψιστο σημείο πνευματικής προόδου – («Γεροντικόν» εκδ. Π. Πάσχου, σελ. 122).

[3] Δηλαδή ο Μέγας Αντώνιος. «Είπεν ο αββάς Αντώνιος –γράφει το «Γεροντικόν», σελ. 4 – εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλ΄ αγαπώ αυτόν∙ η γάρ αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».

[4] Εννοεί τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό. Σχετικώς βλέπε «Γεροντικόν», σελ. 45-46.

[5] Πρόκειται για τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο. Περί αυτού ομιλεί ο νηπτικός πατήρ Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ο άγιος Εφραίμ, μετά το νικήσαι πάντα τά τε ψυχικά και σωματικά πάθη, χάριτι Χριστού, ίνα μη αργός έκ των πολέμων του εχθρού ευρεθή και τούτου χάριν κατακριθή, ως εδόκει, εξ αφάτου ταπεινώσεως εζήτει την χάριν της απαθείας αρθήνται απ΄αυτού∙ περί ού Ιωάννης ό της Κλίμακος εκπλαγείς έγραψεν∙ ότι εισί τινες απαθών απαθέστεροι, ως ο Σύρος εκείνος φησί, και τα εξής» (Περί των επτά σωματικών πράξεων…, Φιλοκαλία, Γ΄, σελ. 66). [6] Πιθανόν να υπαινίσσεται το περιστατικό της Εξόδου, όπου ο Φαραώ αντιτίθεται στους Ισραηλίτες, που ζητούν να αποσυρθούν στην έρημο για την εκτέλεσι θρησκευτικών τους καθηκόντων, αποκαλώντας τους αργόσχολους: «Σχολάζετε, σχολασταί έστε∙ διά τούτο λέγετε∙ πορευθώμεν, θύσωμεν τώ Θεώ ημών» (ε΄ 17). Η έν λόγω «σχολή» είναι επαινετή. Όπως το τονίζει και ο Μ. Βασίλειος, «αύτη η σχολή αγαθή τω σχολάζοντι και ωφέλιμος, ησυχίαν εμποιούσα προς την των σωτηρίων διδαγμάτων ανάληψιν» (ομιλία είς τον ΜΕ΄ Ψαλμόν).

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

Λ Ο Γ Ο Σ   Ε Ι Κ Ο Σ Τ Ο Σ  E Ν Α Τ Ο Σ

Περί  απαθείας

(Διά τόν επίγειον ουρανόν, τήν θεομίμητον απάθειαν

καίτελειότητα καί ανάστασιντής ψυχής,

πρός τής κοινής αναστάσεως)

via

Advertisements

Περί αγάπης, ελπίδος και πίστεως

(Διά τόν σύνδεσμον τής εναρέτου τριάδος τών αρετών, τής αγάπης, τής, ελπίδος καί τής πίστεως)

ΝΥΝΙ ΔΕ λοιπόν – ύστερα από όλα τα προηγούμενα – μένει τα τρία ταύτα – τά οποία σφίγγουν και διατηρούν τον σύνδεσμο όλων – πίστις, ελπίς, αγάπη∙ μείζων δε πάντων η αγάπη» (πρβλ. Α΄ Κορ. ιγ΄ 13), διότι και ο Θεός αγάπη ονομάζεται (πρβλ. Α΄ Ιωάν. δ΄ 16). Εγώ όμως την μία την βλέπω σαν ακτίνα, την άλλη σαν φως και την Τρίτη σαν ηλιακό δίσκο, και όλες μαζί σαν ένα φωτεινό απαύγασμα και μία και την αυτήν λαμπρότητα. Η μία, η πίστις, δύναται να επιτελέση τα πάντα. Η άλλη, η ελπίς, περικυκλώνει με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα. Και η Τρίτη, η αγάπη, δεν πέφτει ποτέ από το ύψος της ούτε σταματά από το τρέξιμό της ούτε επιτρέπει σ΄ αυτόν που επλήγωσε με τα βέλη της να ηρεμήση από την «μακαρίαν μανίαν» που του επροξένησε.

2. Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν. Η ανάπτυξις όμως ομιλίας περί Θεού είναι πράγμα επισφαλές και επικίνδυνο σε όσους δεν προσέχουν. Για την αγάπη γνωρίζουν να ομιλούν οι Άγγελοι, αλλά και αυτοί ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη είναι ο Θεός, και όποιος προσπαθεί να δώση ορισμό του Θεού ομοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.

3. Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

4. Η αγάπη κυρίως είναι η απόρριψις κάθε εχθρικής και αντιθέτου σκέψεως, εφ΄ όσον «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 5). Η αγάπη και η απάθεια και η υιοθεσία μόνο στην ονομασία διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στην φωτιά και στην φλόγα, έτσι να σκέπτεσαι ότι συμβαίνει και σ΄ αυτές. Όσο ποσόν αγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου υπάρχει. Διότι όποιος δεν έχει φόβο ή είναι γεμάτος από αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά.

5. Δεν είναι απρεπές εάν από τα ανθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα για τον πόθο και τον φόβο και την επιμέλεια και τον ζήλο και την δουλεία και τον έρωτα του Θεού.

Μακάριος εκείνος πού απέκτησε τέτοιο πόθο προς τον Θεόν, ωσάν αυτόν πού έχει ο μανιώδης εραστής προς την ερωμένη του.

Μακάριος εκείνος πού εφοβήθηκε τον Κύριον, όσο οι υπόδικοι τον δικαστή.

Μακάριος εκείνος πού έδειξε τόση επιμέλεια και φροντίδα στα πνευματικά, όσο οι ευγνώμονες δούλοι στον κύριό τους.

Μακάριος εκείνος πού έδειξε τόση ζηλοτυπία για τις αρετές, όση οι σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τις γυναίκες τους.

Μακάριος εκείνος πού την ώρα της προσευχής ίσταται εμπρός στον Κύριον όπως οι υπηρέτες εμπρός στον βασιλέα.

Μακάριος εκείνος που προσπαθεί συνεχώς να περιποιήται και να αναπαύη τον Κύριον όπως έτυχε να περιποιηθή και να αναπαύση (σεβαστούς) ανθρώπους.

Δεν προσκολλάται τόσο πολύ η μητέρα στο βρέφος που θηλάζει, όσο ο υιός της αγάπης στον Κύριον.

6. Ο πραγματικός εραστής φέρνει πάντοτε στον νού του το πρόσωπο του αγαπημένου του και το εναγκαλίζεται μυστικά με ηδονή. Αυτός ποτέ, ούτε και στον ύπνο του δεν μπορεί να ησυχάση, αλλά και εκεί βλέπει το ποθητό πρόσωπο και συνομιλεί μαζί του. Έτσι συμβαίνει στον σωματικό έρωτα. Έτσι συμβαίνει και σ΄ αυτούς πού αν και έχουν σώμα είναι ασώματοι (και ασκούν τον πνευματικό έρωτα).

7. Κάποιος που εκτυπήθηκε από αυτό το βέλος έλεγε για τον εαυτό του – πράγμα πού με κάνει να θαυμάζω – : «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος (πρβλ. Άσμα ε΄ 2).

8. Πρέπει να σημειώσης και τούτο, ως αφωσιωμένε φίλε, ότι αφού η ψυχή σαν άλλη έλαφος εξοντώση τα δηλητηριώδη ερπετά των παθών, τότε «επιποθεί και εκλείπει προς Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ΄ 3), διότι πληγώνεται σαν με δηλητήριο από το πύρ της αγάπης[1] .

9. Εκείνο που προξενεί η πείνα είναι κάτι πού δεν φαίνεται και δεν εκδηλώνεται. Εκείνο όμως πού προξενεί η δίψα είναι κάτι το έντονο και φανερό πού κάνει έκδηλο σε όλους τον εσωτερικό φλογισμό. Γι΄αυτό και εκείνος πού επόθει τον Θεόν έλεγε: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. μα΄ 3).

10. Εάν το πρόσωπο πού αγαπούμε γνήσια, μας μεταβάλλη εξ ολοκλήρου με την παρουσία του και μας κάνη φαιδρούς και χαρωπούς και χωρίς λύπη, τι δεν θα προξενή άραγε το πρόσωπο του Δεσπότου, όταν επισκέπτεται μυστικά την καθαρή ψυχή;

11. Ο φόβος, όταν εισχωρήση πραγματικά σε μία ψυχή, λυώνει και κατατρώγει τα ρυπαρά πάθη της σαρκός. «Καθήλωσον έκ του φόβου σου τάς σάρκας μου», λέγει σχετικά ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη΄ 120). Ενώ η οσία αγάπη, άλλους συνηθίζει να τους κατατρώγη, όπως είπε ο σοφός: «Εκαρδίωσας ημάς, εκαρδίωσας»∙ δηλαδή «μας επλήγωσες στην καρδιά» (Άσμα δ΄ 9). Άλλους τους κάνει ωρισμένες φορές να αγάλλωνται και να λάμπουν από χαρά, όπως πάλι αναφέρεται στην Γραφή: «Επ΄ αυτώ ήλπισεν η καρδία μου και εβοηθήθην και ανέθαλεν η σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ΄ 7). Και∙ «Καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρμ. ιε΄ 13).

Όταν λοιπόν ολόκληρος ο άνθρωπος συγχωνευθή κάπως με την αγάπη του Θεού, τότε και εξωτερικά στο σώμα του σαν σε καθρέπτη δείχνει την εσωτερική λαμπρότητα της ψυχής. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο εδοξάσθη και εκείνος ο θεόπτης, ο Μωϋσής. Όσοι κατέκτησαν την ισάγγελη αυτή βαθμίδα, ξεχνούν πολλές φορές την σωματική τροφή. Και νομίζω ότι δεν την επιθυμούν και τόσο συχνά, πράγμα όχι απίστευτο, αφού συμβαίνει και ο μη κατά Θεόν πόθος να κόβη πολλές φορές την επιθυμία του φαγητού.

Αυτών πού έφθασαν πλέον σε τέτοια αφθαρσία νομίζω ότι και το σώμα τους δεν θα ασθενή τόσο εύκολα. Διότι κατά κάποιον τρόπο εξαγνίσθηκε πλέον και αφθαρτοποιήθηκε. Η φλόγα δηλαδή της αγνότητος έσβησε την φλόγα των σαρκικών παθών και ασθενειών. Νομίζω ακόμη ότι και το φαγητό πού τρώγουν δεν τους προξενεί καμμία ευχαρίστησι. Διότι όπως οι υπόγειες φλέβες του νερού ποτίζουν μυστικά τις ρίζες των φυτών, έτσι και τις ψυχές αυτών των ανθρώπων τις τρέφει μυστικά το ουράνιο πύρ.

12. Η αύξησις του φόβου είναι αρχή της αγάπης. Και το τέλος της αγνείας είναι προϋπόθεσις της θεολογίας. Εκείνος που ένωσε τελείως τις αισθήσεις του με τον Θεόν, μυσταγωγείται στην θεολογία από τον ίδιο τον Θεόν. Εάν όμως οι αισθήσεις δεν έχουν ενωθή με τον Θεόν, είναι δύσκολο και επικίνδυνο να θεολογή κανείς[2] .

13. Ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού Πατρός, σε εκείνον πού θα κατοικήση, θα χαρίση τελεία αγνότητα και καθαρότητα, νεκρώνοντας τον θάνατο, (δηλαδή τα πάθη πού νεκρώνουν την ψυχή). Μετά από την νέκρωσι αυτή, ο μαθητής του Χριστού φωτίζεται και γίνεται γνώστης της θεολογίας. (Ο αγνός γνωρίζει τον Αγνόν), εφ΄ όσον «ο Λόγος Κυρίου, δηλαδή ο Υιός του Κυρίου και Θεού, αγνός (εστί) διαμένων είς αιώνα αιώνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια΄ 7, ιη΄ 10). Και όποιος δεν εγνώρισε κατ΄ αυτόν τον τρόπο τον Θεόν, ομιλεί περί Θεού «στοχαστικώς».

14. Η αγνεία ανέδειξε θεολόγο τον μαθητή[3] , ο οποίος με την αγνεία του αυτή αξιώθηκε να κηρύξη και να στερεώση τα δόγματα της Αγίας Τριάδος.

15. Εκείνος που αγαπά τον Κύριον, έχει προηγουμένως αγαπήσει τον αδελφό του. Το δεύτερο οπωσδήποτε είναι απόδειξις του πρώτου. Εκείνος που αγαπά τον πλησίον του, ποτέ δεν θα ανεχθή ανθρώπους πού καταλαλούν. Θα φύγη δε μακρυά από αυτούς σαν από φωτιά. Εκείνος πού λέγει ότι αγαπά τον Κύριον και συγχρόνως οργίζεται κατά του αδελφού του, ομοιάζει με εκείνον πού τρέχει στον ύπνο του!

16. Η δύναμις της αγάπης είναι η ελπίς, διότι με αυτήν περιμένομε τον μισθό της αγάπης. Η ελπίς είναι «αδήλου πλούτου πλούτος», (δηλαδή πλούτος ενός πλούτου πού δεν φαίνεται). Η ελπίς είναι ασφαλής απόκτησις θησαυρού πρίν από την απόκτησί του. Αυτή είναι ανάπαυσις και ανακούφισις από τους κόπους. Αυτή είναι η θύρα της αγάπης. Αυτή φονεύει την απόγνωσι. Αυτή εικονίζει εμπρός μας τα πράγματα που ευρίσκονται μακρυά. Έλλειψις της ελπίδος σημαίνει αφανισμός της αγάπης. Σ΄ αυτήν είναι δεμένοι οι πόνοι, σ΄ ατυήν είναι κρεμασμένοι οι κόποι, αυτήν περικυκλώνει το έλεος του Θεού.

17. Ο εύελπις μοναχός είναι σφάκτης της ακηδίας, την οποία κατανικά με την μάχαιρα της ελπίδος. Η ελπίς γεννάται από την γεύσι και την εμπειρία των δώρων του Κυρίου. Διότι αυτός πού δεν τα εγεύθηκε, έχει δισταγμούς. Την ελπίδα την εξαφανίζει ο θυμός, διότι όπως λέγει η Γραφή, «η ελπίς ού καταισχύνει» (Ρωμ. ε΄ 5), ενώ «ανήρ θυμώδης ούκ ευσχήμων» (Παρμ. ια΄ 25).

18. Η αγάπη χορηγεί την χάρι της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμι της θαυματουργίας, η αγάπη είναι η άβυσσος της θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του θεϊκού πυρός – όσο περισσότερο πύρ αναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει εκείνον που διψά. Η αγάπη είναι η στάσις και η εδραίωσις των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού.

«Ανάγγειλέ μας, ώ σύ η ωραία ανάμεσα στις αρετές, πού βόσκεις τα πρόβατά σου; Πού κατασκηνώνεις το μεσημέρι;» (πρβλ. Άσμα α΄ 7). «Φώτισον ημάς, πότισον ημάς, οδήγησον ημάς, χειραγώγησον ημάς». Επιθυμούμε πια να ανεβούμε κοντά σου. Διότι εσύ κυριαρχείς σε όλα. Τώρα μου επλήγωσες την καρδία και δεν μπορώ να ανθέξω στην φλόγα σου. Γι΄αυτό θα σε υμνήσω και θα προχωρήσω: Εσύ κυριαρχείς επάνω στην δύναμι της θαλάσσης, εσύ καταπραΰνεις και νεκρώνεις την ταραχή των κυμάτων της. Εσύ ταπεινώνεις και καταρρίπτεις ως τραυματία τον υπερήφανο λογισμό. Με τον ισχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τους εχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 10-11) και αναδεικνύεις ανικήτους τους ιδικούς σου εραστάς.

» Και βιάζομαι να μάθω πώς σε είδε ο Ιακώβ επάνω στην κορυφή της κλίμακος. Ερωτώ να μάθω γι΄αυτήν την ανάβασι. Πές μου, πώς ήταν ο τρόπος και η σύνθεσις στην διάταξι των βαθμίδων; Των βαθμίδων της αναβάσεως εκείνης, την οποία έβαλε στον νου και στην καρδία του να επιχειρήση ο εραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ΄ 6). Διψώ ακόμη να μάθω, ποιος ήταν ο αριθμός των βαθμίδων, και πόσος χρόνος εχρειαζόταν για την ανάβασι. Διότι τους μέν χειραγωγούς της αναβάσεως, (τους Αγγέλους δηλαδή), τους ανήγγειλε αυτός που σε είδε και επάλαιψε μαζί σου[4] , αλλά για τίποτε άλλο δεν θέλησε ή μάλλον δεν κατώρθωσε να μας διαφωτίση».

Εκείνη δε -αν και θεωρώ καλύτερο να ειπώ Εκείνος[5] – η βασίλισσα, σαν να έσκυψε από τον ουρανό, έλεγε στα αυτιά της ψυχής μου:

«Εάν, ώ εραστά, δεν λυθής από την παχύτητα του σώματος, δεν θα μπορέσης να γνωρίσης το κάλλος του προσώπου μου. Η κλίμαξ ας σε διδάσκη την πνευματική σύνθεσι των επί μέρους αρετών. Στην κορυφή δε αυτής της κλίμακος είμαι στηριγμένη εγώ, καθώς το είπε ο μεγάλος μύστης μου, (ο Απόστολος Παύλος): «Νυνί δε μένει τά τρία ταύτα∙ πίστις, ελπίς, αγάπη∙ μείζων δε πάντων η αγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).

Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Για την κατανόησι της φράσεως αυτής πρέπει να σημειωθή, ότι σύμφωνα με μία λανθασμένη αντίληψι των αρχαίων (βλέπε σχόλιο 1, λόγου ΚΕ΄) η έλαφος κατατρώγει τους όφεις, το δε δηλητήριό τους μέσα στον οργανισμό της δημιουργεί φλόγωσι και αφόρητη δίψα, ώστε να επιποθή «επί τάς πηγάς των υδάτων». Εδώ χαρακτηρίζεται ως έλαφος η ψυχή που ανέβηκε στις βαθμίδες της ταπεινοφροσύνης και της απαθείας και προχωρεί τώρα γεμάτη δίψα και θείο πόθο προς την κορυφή της αγάπης.

[2] Εάν δηλαδή ο άνθρωπος δεν καταστή ηγιασμένο δοχείο της Χάριτος, δεν μπορεί να γίνη θεολόγος. «Πάσα προσπάθεια του ανθρώπου – παρατηρεί σύγχρονος θεολόγος – όπως γίνη μέτοχος της θεολογίας αυτοδυνάμως, έν τη αυταρκεία της εκπεσούσης αυτού φύσεως και των διεσπασμένων και φύσει άλλωστε περιωρισμένων αυτού δυνατοτήτων είναι ανέφικτος… [Και αντί θεολογίας έχομεν τότε] τον περί Θεού θνητόν ανθρώπινον λόγον, εντός του οποίου κυοφορείται εν πολλοίς το σκάνδαλον μιας αμαρτανούσης θεολογίας, η οποία αντί της ζωής είναι φορεύς του θανάτου» (Κ. Μουρατίδης, «Κοινωνία» ΙΖ΄ 2, σελ. 59).

[3] Εννοεί τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή.

[4] Πρόκειται για τον πατριάρχη Ιακώβ. Το περιστατικό της πάλης του με τον Θεόν περιγράφεται στην Γένεσι, λβ΄ 24-31. [5] «Εκείνος», δηλαδή ο Θεός, εφ΄ όσον «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 16).

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

Λ Ο Γ Ο Σ   Τ Ρ Ι Α Κ Ο Σ Τ Ο Σ

Περί  αγάπης, ελπίδος  και  πίστεως

(Διά τόν σύνδεσμον τής εναρέτου

τριάδος τώναρετών, τής αγάπης, τής,

ελπίδος καί τής πίστεως)

via

Σύντομος προτροπή


Αντίστοιχος προς όσα προηγουμένως ανεπτύχθησαν λεπτομερώς

ΑΝΕΒΑΙΝΕΤΕ, ανεβαίνετε, αδελφοί, επιθυμώντας ολόψυχα τις αναβάσεις, ακούοντας αυτόν πού λέγει: «Δεύτε αναβώμεν είς το όρος Κυρίου και είς τον οίκον του Θεού ημών» (Ησ β΄ 3), ο οποίος «δίνει στα πόδια μας την ευκινησία της ελάφου και μας ανεβάζει σε υψηλούς τόπους» (Ψαλμ. ιζ΄ 34), «ώστε να νικήσωμε, δοξολογώντας Αυτόν» (Αββακ. γ΄ 19).

Να τρέξετε, παρακαλώ, μαζί με εκείνον πού λέγει:

«Σπουδάσωμεν, έως ού καταντήσωμεν οί πάντες είς την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Θεού, είς άνδρα τέλειον, είς μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. δ΄ 13). Του Χριστού, πού στην ηλικία των τριάκοντα ετών ως άνθρωπος εβαπτίσθηκε και κατείχε την τριακοστή βαθμίδα της πνευματικής κλίμακος.

(Ας προχωρήσωμε μέχρι την τελευταία βαθμίδα της αγάπης, για να συναντήσωμε τον Θεόν), εφ΄ όσον βέβαια η αγάπη είναι ο Θεός, στον οποίο πρέπει ο ύμνος, στον οποίο ανήκει η δύναμις και το σθένος, στον οποίον υπάρχει η αιτία κάθε καλού και υπήρχε και θα υπάρχη είς τους απεράντους αιώνας.

Αμήν.

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

ΣΥΝΤΟΜΟΣ  ΠΡΟΤΡΟΠΗ
Αντίστοιχος προς όσα προηγουμένως

ανεπτύχθησαν λεπτομερώς

via

Είς τόν Ποιμένα

Είς τόν Ποιμένα
 

ΣΤΟ ΕΠΙΓΕΙΟ αυτό βιβλίο, ώ θαυμάσιε, σε άφησα τελευταίο από όλους. Στο ουράνιο όμως βιβλίο είμαι πεπεισμένος ότι θα προηγήσαι όλων μας, διότι ασφαλώς είναι αξιόπιστος Εκείνος πού είπε ότι «οι τελευταίοι κατά το φρόνημα θα είναι πρώτοι κατά το αξίωμα» (πρβλ. Ματθ. κ΄ 16).

2. Ποιμήν στην κυριολεξία είναι εκείνος πού μπορεί να αναζητήση και να θεραπεύση τα απολωλότα λογικά πρόβατα με την ακακία του, τον ζήλο του και την προσευχή του.

3. Κυβερνήτης είναι αυτός πού από τον Θεόν και τους κόπους του απέκτησε πνευματική δύναμι, και μπορεί όχι μόνο από την τρικυμία, αλλά και μέσα από την άβυσσο να ανασύρη και να σώση το πλοίο.

4. Ιατρός είναι εκείνος πού έχει αποκτήσει σωματική και ψυχική ανοσία και δεν χρειάζεται κανένα φάρμακο για την υγεία του.

5. Διδάσκαλος πραγματικός είναι αυτός πού έλαβε από τον Θεόν πνευματικό βιβλίο, γραμμένο διά «δακτύλου Θεού», δηλαδή διά της ενεργείας της θεϊκής ελλάμψεως και δεν έχει πλέον ανάγκη από τα άλλα βιβλία[1] . Δεν αρμόζει στους διδασκάλους να διδάσκουν από αντίγραφα και χειρόγραφα, όπως και στους ζωγράφους να αντιγράφουν παλαιούς πίνακες.

6. Εσύ πού εκπαιδεύεις αυτούς πού ευρίσκονται κάτω, να τους παρέχης διδασκαλίες από την άνωθεν εξ ύψους σοφία∙ και με τις αισθητές εικόνες και μεθόδους γύμναζέ τους στα πνευματικά. Μη ξεχάσης αυτόν πού λέγει, ότι «ούκ απ΄ ανθρώπων ουδέ δι΄ ανθρώπου την διδασκαλίαν παρέλαβον ή εδιδάχθην» (Γαλ. α΄ 12). Διότι δεν είναι δυνατόν με γήϊνες διδασκαλίες να θεραπεύσουν ποτέ αυτούς πού είναι πεσμένοι στην γη.

7. Ο ικανός κυβερνήτης θα διασώση το πλοίο, και ο καλός ποιμήν θα ζωογονήση και θα θεραπεύση τα αρρωστημένα πρόβατα. Όσο τα πρόβατα ακολουθούν συνεχώς τον ποιμένα και προχωρούν, τόσο θα είναι είς θέσιν να απολογηθή υπέρ αυτών στον οικοδεσπότη. Ας λιθοβολή με τα λόγια ο ποιμήν τα πρόβατα πού μένουν πίσω από οκνηρία ή γαστριμαργία. Είναι και αυτό μία απόδειξις καλού ποιμένος.

8. Όταν τα πρόβατα αρχίζουν να νυστάζουν ψυχικά από την φλόγα του καύσωνος ή μάλλον του σώματος, τότε ο ποιμήν ας υψώνη τα μάτια στον ουρανό και ας αγρυπνή με υπερβολικό ενδιαφέρον γι΄ αυτά. Διότι συνήθως την περίοδο αυτή του καύσωνος ο λύκος τρώγει πολλά πρόβατα. Αλλ΄ όμως εάν τα λογικά πρόβατα δείξουν ταπείνωσι, όπως τα άλογα πρόβατα πού την ώρα του καύσωνος κλίνουν κάτω προς την γη το κεφάλι, τότε ας ενθυμούμεθα εκείνον πού είπε: «Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ούκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν΄ 19).

9. Όταν πέση στο ποίμνιο ο σκοτισμός και η νύκτα των παθών, στήσε ακοίμητο τον «κύνα» (τον σκύλο) ενώπιον του Θεού στην νυκτερινή σκοπιά. Δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να θεωρήσης ως κύνα τον νου σου πού φονεύει τα (νοητά) θηρία.

10. Ο αγαθός Κύριος μας έδωσε και τούτο το φυσικό ιδίωμα: ο ασθενής να χαίρεται βλέποντας τον ιατρό, έστω και αν δεν έχη καμμία ωφέλεια απ΄ αυτόν.

11. Απόκτησε και σύ, ώ θαυμάσιε, έμπλαστρα, ιατρικά υγρά, ξυράφια, κολλύρια, σπόγγους, φλεβότομα, θερμοκαυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρι, επιδέσμους και αυτό που λέγεται «αναυσία», (δηλαδή το να μη σε πιάνη ναυτία και αηδία από την δυσωδία των πληγών). Αν δεν τα διαθέτωμε αυτά, πώς θα ασκήσωμε την επιστήμη μας; Δεν υπάρχει τρόπος. Διότι όχι με λόγια, αλλά με έμπρακτη επέμβασι (ωφελούν) οι ιατροί (τους ασθενείς και) παίρνουν την αμοιβή τους.

12. Έμπλαστρο είναι η θεραπεία των παθών πού φαίνονται εξωτερικά, δηλαδή των σωματικών. Ιατρικό υγρό είναι η θεραπεία των εσωτερικών παθών και το άδειασμα της εσωτερικής ακαθαρσίας πού δεν φαίνεται. Ξυράφι είναι ο εξευτελισμός πού δαγκώνει, αλλά καθαρίζει την σαπίλα της οιήσεως.

Κολλύριο είναι το καθάρισμα του ψυχικού οφθαλμού, ο οποίος εθολώθηκε και εταράχθηκε από τον θυμό.

Κολλύριο είναι η επίπληξις πού πικραίνει αλλά ύστερα από ολίγο θεραπεύει.

Φλεβότομο είναι το σύντομο άδειασμα κρυμμένης ακαθαρσίας και δυσωδίας.

Φλεβότομο είναι, κυρίως, έντονη και απότομη επέμβασις προς σωτηρίαν των ασθενών.

Σπόγγος είναι η μετά την φλεβοτομία και την εγχείρησι θεραπεία και το δρόσισμα του ασθενούς με τα γλυκά και ήπια και απαλά λόγια του ιατρού. Θερμοκαυτήρ είναι ο κανών και το επιτίμιο πού δίνεται με αγάπη για ωρισμένο χρόνο στον αμαρτήσαντα για μετάνοιά του. Αλοιφή είναι η μετά τον καυτηριασμό ανακούφισις πού προσφέρεται στον ασθενή με κάποιο λόγο ή με άλλη μικρή παρηγοριά.

Υπνωτικό είναι το να σηκώσωμε το φορτίο του υποτακτικού και με την υποταγή να του χαρίσωμε ανάπαυσι και ύπνο άϋπνο και αγία τύφλωσι, ώστε να μη βλέπη τα καλά που έχει. Επίδεσμος είναι το να στερεώνης μέχρι θανάτου και να δένης σφικτά με την υπομονή τους παραλελυμένους και αποχαυνωμένους από την κενοδοξία.

Και τελευταία απ΄ όλα, μαχαίρι είναι το μέτρο και η απόφασις για την αποκοπή ενός σώματος πού ενεκρώθηκε ψυχικά και ενός μέλους πού εσάπησε, ώστε να μη μεταδώση και στους υπολοίπους την ιδική του βλάβη.

13. Μακαρία και αξιέπαινη για τους ιατρούς η «αναυσία» και για τους Ηγουμένους η απάθεια. Διότι οι μέν πρώτοι, εφ΄ όσον δεν αισθάνονται ναυτία και αηδία, χωρίς κόπο θα επιχειρήσουν την θεραπεία κάθε δυσωδίας. Και οι δεύτεροι πάλι κάθε νεκρωμένη ψυχή θα μπορέσουν να την αναστήσουν.

14. Ας είναι και αυτή μία από τις προσευχές του Ηγουμένου: να κατορθώση να συμμετέχη στον πόνο και στις διαθέσεις κάθε αδελφού ανάλογα με την τάξι και αξία του καθενός. Για να μη το πάθη όπως ο Ιακώβ και βλάψη πολύ, τόσο αυτόν πού αγαπά, όσο και τους άλλους αδελφούς συμμοναστάς. Αυτό δε συνήθως το παθαίνουν οι Ηγούμενοι, όταν δεν έχουν ακόμη τελείως γυμνασμένες τις πνευματικές αισθήσεις (Εβρ. ε΄ 14), ώστε να ξεχωρίζουν το καλό, το κακό και το ενδιάμεσο.

15. Είναι μεγάλη εντροπή για τον Γέροντα να προσεύχεται να δοθή στον υποτακτικό του κάτι πού ο ίδιος δεν το απέκτησε ακόμη. Εκείνοι πού αντίκρυσαν το πρόσωπο του βασιλέως και τον έκαναν φίλο τους, μπορούν έπειτα και τον κάθε υπηρέτη και βοηθό του, ακόμη και άγνωστος εάν είναι και εχθρός, εάν θελήσουν, να τον συμφιλιώσουν με τον βασιλέα και να τον κάνουν να απολαύση την δόξα του. Παρόμοια σκέπτεται και για τους Αγίους.

16. Τους πιο στενούς και αληθινούς φίλους τους σέβονται και τους υπακούουν οι φίλοι τους. Ίσως ακόμη πιέζονται και εκβιάζονται από αυτούς. Είναι καλό να αποκτήσης φίλους τους «νοερούς» φίλους[2] , διότι κανείς άλλος δεν μας βοηθεί τόσο πολύ στην αρετή.

17. Κάποια θεοφιλής ψυχή μου διηγήθηκε ότι πάντοτε, ιδιαιτέρως όμως στις ετήσιες και Δεσποτικές εορτές, ο Θεός αμείβει τους δούλους Του με δωρεές[3] .

18. Ο ιατρός οφείλει να αποβάλη τελείως τα πάθη από μέσα του∙ ώστε στην κατάλληλη περίστασι να μπορέση να τα υποκριθή, και μάλιστα το πάθος του θυμού. Διότι εάν δεν τα έχη τελείως απομακρύνει από τον εαυτό του, δεν θα μπορέση τότε να τα υποκριθή με απάθεια.

19. Είδα έναν ίππο πού ήταν ακόμη κάπως αγύμναστος, ο οποίος καθώς εσύρετο από το χαλινάρι και εβάδιζε ήσυχα, ξαφνικά, μόλις εχαλάρωσε ολίγο το χαλινάρι, επεβουλεύθηκε την ζωή του ιδίου του κυρίου του. Η όμοια με αίνιγμα αυτή περίπτωσις εφαρμόζεται ως επί το πλείστον με δύο δαίμονας[4] . Όσοι θέλουν να την ερευνήσουν, ας την ερευνήσουν επίπονα. Τότε ο ιατρός θα καταλάβη την σοφία πού του εχάρισε ο Θεός, όταν μπορέση και θεραπεύση τα πάθη, τα οποία για τους πολλούς είναι αθεράπευτα.

20. Αξιοθαύμαστος διδάσκαλος δεν είναι αυτός πού έκανε σοφούς τους καλούς και ευμαθείς μαθητάς, αλλ΄ εκείνος πού έκανε σοφούς τους αμαθείς και καθυστερημένους. Τότε αναδεικνύεται και επαινείται η ευφυΐα των ηνιόχων, όταν (και) με ακατάλληλους και αγύμναστους ίππους νικήσουν και τους ίππους διασώσουν.

21. Εάν σου εδόθηκαν οφθαλμοί, για να προβλέπης τα κύματα, ας δίδης καλές και σαφείς προειδοποιήσεις στους ευρισκομένους μέσα στο πλοίο. Διαφορετικά θα είσαι και εσύ αίτιος του ναυαγίου, αφού εσύ ανέλαβες, περισσότερο από όλους τους άλλους πού είναι αμέριμνοι, την κυβέρνησι του πλοίου.

22. Είδα ιατρούς πού δεν εφανέρωσαν από πρίν στον άρρωστο τα αίτια της ασθενείας. Έτσι και στους ασθενείς και στον εαυτό τους επροξένησαν πολύ κόπο και συντριβή.

23. Όσο ο Γέροντας βλέπει την μεγάλη αφοσίωσι των υποτακτικών του και των ξένων προς το πρόσωπό του, τόσο περισσότερο οφείλει τότε να προσέχη στο κάθε τι πού πράττει και λέγει. Διότι αντιλαμβάνεται πώς όλοι αποβλέπουν σ΄αυτόν σαν σε «αρχέτυπον εικόνα» και τα λόγια του και τις πράξεις του τα θεωρούν κανόνα και νόμο για την ζωή τους.

24. Τον αληθινό ποιμένα θα τον φανερώση η αγάπη του. Από αγάπη άλλωστε ο Ποιμήν εσταυρώθηκε.

25. Κάνε ιδικά σου με τα λόγια, (όχι και με τα έργα), τα αμαρτήματα των άλλων. Έτσι δεν θα χρειασθή να αντιμετωπίζης πάντοτε πολλή εντροπή (εκ μέρους των εξομολογουμένων).

26. Κάνε τον αμαρτάνοντα να πονέση ολίγο καιρό, ώστε να μη μακροχρονίση η ασθένειά του ή επέλθη ο θάνατος εξ αιτίας της καταραμένης σιωπής σου. Πολλοί από την σιωπή του κυβερνήτου ενόμισαν ότι πλέουν καλά, μέχρις ότου προσέκρουσαν επάνω σε βράχους.

27. Ας ακούσωμε τον μέγαν Παύλο πού γράφει προς τον Τιμόθεο: «Να τους παρατηρής ευκαίρως (= σε κατάλληλο καιρό) και ακαίρως (= σε ακατάλληλο καιρό)» (Β΄ Τιμ. δ΄ 2). Με το «ευκαίρως» νομίζω ότι εννοεί την περίπτωσι που οι ελεγχόμενοι δέχονται ευχαρίστως τον έλεγχο. Και με το «ακαίρως», όταν πικραίνωνται από αυτόν. Άλλωστε παρόμοια γίνεται και με τις πηγές. Αναβλύζουν ύδατα, χωρίς να υπάρχουν πάντοτε πλησίον τους διψασμένοι.

28. Υπάρχουν και Γέροντες, για να ειπώ έτσι, με συνεσταλμένο χαρακτήρα, οι οποίοι πολλές φορές αποσιωπούν όσα πρέπει να λεχθούν στους υποτακτικούς. Και αυτοί ας μη παραιτηθούν από την διδασκαλία των μαθητών, αλλά ας φροντίζουν να δίδουν εγγράφως σ΄ αυτούς τις απαραίτητες εντολές.

29. Ας ακούσωμε τι λέγει σε ωρισμένα σημεία η Αγία Γραφή: «Κόψε την (την συκιά). Γιατί να αχρηστεύη και την γη»; (Λουκ. ιγ΄ 7). «Αποδιώξτε τον πονηρό από ανάμεσά σας» (Α΄ Κορ. ε΄ 13). «Να μη προσεύχεσαι (ομιλεί ο Θεός προς τον Ιερεμία) γι΄ αυτόν τον λαό» (Ιερ. ζ΄ 16). Παρόμοιο ελέχθη (στον Σαμουήλ) για τον Σαούλ (Α΄ Βας. ιστ΄ 1). Όλα αυτά είναι απαραίτητο να τα γνωρίζη ο Ποιμήν. Και να γνωρίζη σε ποιους και πώς και πότε πρέπει να εφαρμόζωνται. Διότι δεν υπάρχει τίποτε πιο αξιόπιστο από τον Θεόν.

30. Εάν κανείς δεν εντρέπεται όταν ελέγχεται ιδιαιτέρως, γι΄ αυτόν ο δημόσιος έλεγχος θα γίνη αφορμή αναισχυντίας, διότι αυτός θεληματικά απεστράφη και εβδελύχθη την σωτηρία του.

31. Σκέπτομαι και εκείνο πού είδα σε πολλούς καλόγνωμους ασθενείς. Γνωρίζοντας την δειλία τους και την αδυναμία τους, ικέτευσαν τους ιατρούς να τους δέσουν και χωρίς την θέλησί τους και με θεληματική βία να τους ιατρεύσουν. Διότι «το μέν πνεύμα ήτο πρόθυμον» για την ελπίδα της μελλούσης ζωής, «ή δε σάρξ ασθενής» (Ματθ. κς΄ 41) για τις αμαρτωλές συνήθειες του παρελθόντος. Και εγώ βλέποντας αυτό παρεκάλεσα τους ιατρούς να πεισθούν και να υπακούσουν σ΄ αυτούς.

32. Ο οδηγός, δηλαδή ο Γέροντας, ούτε πρέπει να παρουσιάζη σε όλους όσους προσέρχονται στην μοναχική ζωή «στενήν και τεθλιμμένην την οδόν» (Ματθ. ζ΄ 14), αλλ΄ ούτε και στον καθένα «τον ζυγόν χρηστόν και το φορτίον ελαφρόν» (Ματθ. ια΄ 30). Το καλύτερο είναι να εξετάζη κάθε περίπτωσι και αναλόγως να προσφέρη το κατάλληλο φάρμακο. Σ΄ αυτούς πού βαρύνονται από μεγάλα αμαρτήματα και εύκολα ρέπουν προς την απόγνωσι, ας δίδεται το δεύτερο φάρμακο. Ενώ σ΄ εκείνους πού ρέπουν προς το υπερήφανο και εγωϊστικό φρόνημα είναι κατάλληλο το πρώτο.

33. Μερικοί που επρόκειτο να κάνουν μεγάλη οδοιπορία ερώτησαν αυτούς πού εγνώριζαν τον δρόμο, και εκείνοι τους είπαν ότι είναι ίσιος και χωρίς κινδύνους. Έτσι όμως, ακούοντας αυτά, ωδοιπορούσαν ανέμελα και στα μισά του δρόμου ή εκινδύνευσαν ή ακόμη και εγύρισαν πίσω, διότι ευρέθηκαν απροετοίμαστοι για τις θλίψεις. Το ίδιο σκέψου και για την αντίθετη περίπτωσι.

34. Όπου άναψε στην καρδιά ο θείος έρως, εκεί δεν ίσχυσε ο φόβος των λόγων. Όπου έκανε την παρουσία του ο φόβος της γεένης, εκεί παρατηρείται υπομονή κάθε κόπου. Και όπου εμφανίζεται η ελπίδα της αιωνίου βασιλείας, εκεί συναντάς την περιφρόνησι όλων των επιγείων.

35. Ο καλός στρατηγός πρέπει να γνωρίζη καλά την θέσι και την τάξι καθενός στρατιώτου. Ίσως μέσα στο πλήθος των στρατιωτών του να υπάρχουν μερικοί πού ξεχωρίζουν στην μάχη και στην μονομαχία. Αυτοί πρέπει να αποτραβηχθούν στην ησυχία και να είναι βοηθοί του υπέρ των συστρατιωτών τους.

36. Ο κυβερνήτης δεν μπορεί μόνος του, χωρίς την συνεργασία των ναυτών, να σώση το πλοίο. Ούτε ο ιατρός μπορεί να θεραπεύση τον ασθενή, αν προηγουμένως δεν παρακληθή από αυτόν και αν δεν παρακινηθή από την πλήρη εμπιστοσύνη του και την φανέρωσι του τραύματος. Όσοι εντράπηκαν τους ιατρούς, άφησαν τις πληγές να σαπήσουν∙ πολλοί μάλιστα πολλές φορές ωδηγήθηκαν και στον θάνατο.

37. Όταν βόσκουν τα πρόβατα, ο Ποιμήν ας μη παύη να παίζη την φλογέρα της διδασκαλίας και μάλιστα όταν πρόκειται να κοιμηθούν. Διότι τίποτε άλλο δεν φοβείται ο λύκος όσο τον ήχος της ποιμενικής φλογέρας.

38. Ο Γέροντας δεν πρέπει ούτε πάντοτε να ταπεινώνεται παράλογα ούτε πάντοτε να εξυψώνη τον εαυτό του απερίσκεπτα, βλέποντας τον Παύλο να χρησιμοποιή και τα δύο κατά τις περιστάσεις (πρβλ. Β΄ Κορ. ι΄ 10 και ιβ΄ 10).

39. Ο Κύριος πολλές φορές έκρυψε από τα μάτια των υποτακτικών μερικά ελαττώματα του Γέροντος. Εκείνος όμως τα εφανέρωσε σ΄ αυτούς και εκλόνισε μέσα τους την εμπιστοσύνη.

40. Είδα Γέροντα, ο οποίος από υπερβολική ταπείνωσι συμβουλευόταν σε μερικά πράγματα τα τέκνα του. Είδα όμως και άλλον πού ήθελε από υπερηφάνεια να τους επιδεικνύη την άσοφη σοφία του και να τους συμπεριφέρεται ειρωνικά.

41. Σπανίως βέβαια, αλλά έτυχε περίστασι πού είδα εμπαθείς να γίνωνται Γέροντες απαθών, και σιγά-σιγά, επειδή εντράπηκαν τους υποτακτικούς των, να περιορίζουν τα πάθη των. Αυτό το αποτέλεσμα νομίζω ότι το επέφερε σ΄ αυτούς ο μισθός των «σεσωσμένων», των καλών υποτακτικών δηλαδή. Και απέβη σ΄ αυτούς η εμπαθής διακονία αιτία απαθείας.

42. Πρέπει να προσέχωμε, ώστε να μη σκορπίσωμε στο πέλαγος όσα συναθροίσαμε στο λιμάνι. Αντιλαμβάνονται τον λόγο όσοι είναι ακόμη ασυνήθιστοι και αγύμναστοι στους θορύβους του κόσμου.

43. Μεγάλο πράγμα είναι αληθινά το να υπομένης με ανδρεία τον καύσωνα της ησυχίας και την άπνοια και τον πόλεμο της αμελείας και αδιαφορίας, και να μην επιζητής ρεμβασμούς και κινήσεις και παρηγορίες έξω από το πλοίο, δηλαδή από το κελλί, όπως κάνουν οι αμελείς και αδιάφοροι ναυτικοί, οι οποίοι τις ώρες της νηνεμίας ποθούν το κολύμπι μέσα στα νερά. Ασυγκρίτως ανώτερο όμως είναι το να μη φοβήσαι τους θορύβους, αλλά να μένης απτόητος στην καρδιά από τους κτύπους των και ατάραχος και να συναναστρέφεσαι εξωτερικά μέν με τους ανθρώπους, εσωτερικά δε με τον Θεόν.

44. Ας σου είναι, ώ θαυμάσιε, τα όσα συμβαίνουν στα κοσμικά δικαστήρια, αφορμή σκέψεως για τα ιδικά μας πράγματα. Ας παρατηρής ποιος έρχεται στο φοβερό και αληθινό δικαστήριό μας ως κατάδικος∙ και ποιος ως αθώος έχοντας πολλή επιθυμία να εργασθή και να υπηρετήση τον Θεόν. Είναι οπωσδήποτε αντίθετος ο ερχομός του ενός από του άλλου, και χρειάζεται ο καθένας την ιδική του αντιμετώπισι.

45. Πρίν απ΄ όλα ας ερωτάται ο ένοχος -ιδιαιτέρως όμως- τι είδους αμαρτίες διέπραξε. Αυτό για δύο λόγους: Για να μην αποκτά παρρησία, επειδή θα κεντάται και θα ταπεινώνεται συνεχώς από την εξομολόγησι αυτή. Και για να παρακινήται προς αγάπην μας, γνωρίζοντας ποια τραύματα ανελάβαμε στους ώμους μας.

46. Ούτε τούτο να σου διαφεύγη, ώ σεπτέ φίλε, όπως και δεν σου είναι άγνωστο∙ μη γένοιτο! Εννοώ ότι πρέπει στην κρίσι των ενόχων να λαμβάνωνται υπ΄ όψιν και οι τόποι (όπου έζησαν) και η ανατροφή τους και οι συνήθειές τους. Διότι προέρχονται εξ αυτών μεγάλες και ποικίλες διαφορές. Πολλές φορές ο ασθενέστερος σωματικά είναι ταπεινότερος στην καρδιά. Γι΄ αυτό και πρέπει να τιμωρήται ελαφρότερα από τους πνευματικούς δικαστάς. Ευνόητο είναι, τι ισχύει για την αντίθετη περίπτωσι.

47. Δεν είναι σωστό ο λέων να βόσκη πρόβατα. Παρομοίως δεν είναι ασφαλές ένας που είναι ακόμη εμπαθής να κυβερνά άλλους εμπαθείς.

48. Άσχημο θέαμα η αλεπού ανάμεσα στις όρνιθες. Τίποτε όμως πιο άσχημο από Ποιμένα πού οργίζεται. Διότι αυτή μέν αναταράζει και φονεύει όρνιθες, αυτός δε λογικές ψυχές.

49. Πρόσεξε μη γίνης λεπτολόγος εξεταστής και των πιο μικρών σφαλμάτων, διότι έτσι δεν θα είσαι πλέον μιμητής του Θεού.

50. Ας έχης και σύ τον Θεόν οικονόμο και Ηγούμενο σε όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές υποθέσεις σου, σαν ένα άριστο κυβερνήτη. Κόβοντας δε με την επέμβασι Εκείνου το θέλημά σου, θα γίνης και σύ αμέριμνος και θα καθοδηγήσαι από το νεύμα Του και μόνο.

51. Πρέπει και σύ και όλοι να εξετάσωμε το εξής: Μήπως η θεία Χάρις οικονόμησε να γίνουν μέσω ημών πάρα πολλά θαυμαστά πράγματα, όχι από την ιδική μας καθαρότητα (και αγιότητα), αλλά από την πίστι των υποτακτικών. Άλλωστε και πολλοί εμπαθείς (και αμαρτωλοί Γέροντες) εθαυματούργησαν με τον τρόπο που προανεφέρθη.

52. Εάν, όπως είπε ο Κύριος, «πολλοί εκείνη την ημέρα θα μου ειπούν∙ Κύριε, Κύριε, εμείς δεν επροφητεύσαμε στο όνομά σου;» κ.λ.π. (Ματθ. ζ΄ 22), τότε δεν είναι απίστευτο αυτό που ελέχθη πιο επάνω.

53. Εκείνος που πραγματικά εξιλέωσε τον Θεόν, μπορεί κατά τρόπο αφανή και μυστικό να ευεργετή όσους υποφέρουν (από αμαρτίες). Έτσι επιτυγχάνει δύο σπουδαιότατα πράγματα: Και τον εαυτό του φυλάσσει άτρωτο από την ανθρώπινη δόξα σαν από ερυσίβη (=αρρώστια των φυτών), και αυτούς που αισθάνθηκαν την ευεργεσία τους κάνει να ευχαριστούν μόνο τον Θεόν.

54. Σ΄ εκείνους πού τρέχουν με νεανική όρεξι ετοίμαζε πολύ καλά και με γενναιοδωρία τα πιο εξαίρετα και ανώτερα φαγητά. Σ΄ εκείνους όμως πού προχωρούν καθυστερημένα είτε με την ζωή τους είτε με την διάθεσί τους, δίνε τους γάλα όπως στα μικρά παιδιά. Διότι βεβαίως κάθε προσφορά παρηγορίας έχει τον καιρό της.

55. Πολλές φορές το ίδιο φαγητό σε άλλους προξένησε προθυμία και σε άλλους αθυμία. Πρέπει να προσέχωμε ποιους έχομε εμπρός μας προκειμένου να κάνουμε σπορά. Να προσέχωμε τον χρόνο, το πρόσωπο, την ποιότητα και την ποσότητα.

56. Μερικοί χωρίς να υπολογίσουν καθόλου πόση ευθύνη έχει το να αναλάβουν υποτακτικούς, επεχείρησαν απερίσκεπτα να ποιμάνουν ψυχές. Και συνέβη προηγουμένως να διαθέτουν πολύ πνευματικό πλούτο, τον οποίον ως Γέροντες εσκόρπισαν στους άλλους, και απεχώρησαν από την υπεύθυνη αυτή θέσι με άδεια τα χέρια.

57. Όπως υπάρχουν αληθινά και γνήσια τέκνα και άλλα από δεύτερο γάμο και άλλα από δούλες και άλλα που ευρέθηκαν εγκαταλελειμμένα στον δρόμο, έτσι διακρίνομε πολλές αντιστοιχίες και στο θέμα της πνευματικής υιοθεσίας. Πνευματική αναδοχή στην κυριολεξία είναι το ολοκληρωτικό δόσιμο της ψυχής σου υπέρ της ψυχής του άλλου. Υπάρχει και αναδοχή μόνο ως προς τα αμαρτήματα του παρελθόντος, καθώς και ως προς τα αμαρτήματα μόνο πού θα ακολουθήσουν. Υπάρχει ακόμη και αναδοχή κατά την οποία αναλαμβάνομε μόνο το βάρος των ιδικών μας εντολών, επειδή υπάρχει έλλειψις πνευματικής δυνάμεως και απαθείας. Αλλά και στην πρώτη μορφή της τελείας αναδοχής η ευθύνη και το βάρος πού σηκώνομε είναι ανάλογο με την εκκοπή του θελήματος που επιβάλλομε.

58. Ο γνήσιος υιός γνωρίζεται ποιος είναι στην απουσία του πατέρα του. Ας παρατηρή ο Γέροντας και ας σημειώνη καλά όσους του αντιμιλούν και του αντιστέκονται, και επί παρουσία υψηλών προσώπων ας τους επιτιμά με βαρύτατες επιπλήξεις και τιμωρίες, έστω και αν πικραίνονται πολύ από τους εξευτελισμούς αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο εμπνέει φόβο και στους άλλους. Και είναι βέβαια συμφερώτερο με την τιμωρία του ενός να σωφρωνίζωνται οι πολλοί.

59. Υπάρχουν μερικοί που ανέλαβαν φορτία άλλων υπεράνω των δυνάμεών τους από πνευματική αγάπη φέροντας στον νου τους Εκείνον πού είπε: «Μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν κανείς δεν έχει» κ.τ.λ. (Ιωάν. ιε΄ 13). Υπάρχουν και άλλοι πού έχουν λάβει ίσως από τον Θεόν την δύναμι της πνευματικής αναδοχής και έν τούτοις δεν αναλαμβάνουν με ευχαρίστησι χάριν της σωτηρίας του αδελφού ξένα φορτία.

Εγώ αυτούς τους ελεεινολόγησα ως ανθρώπους χωρίς αγάπη, ενώ για τους προηγουμένους ευρήκα να ταιριάζη κάποιος λόγος της Γραφής: «Όποιος εξάγει από τον ανάξιον τον άξιον, θα είναι ωσάν στόμα μου» (Ιερ. ιε΄ 19). Και «όπως συμπεριεφέρθης στον άλλον, έτσι ας συμβή και σ΄ εσένα» (Οβδ. 15).
 

60. Παρακαλώ να προσέξης και το εξής: Η «κατ΄ έννοιαν» αμαρτία του Γέροντος λογαριάζεται πολλές φορές βαρύτερη από την «κατ΄ ενέργειαν» αμαρτία του υποτακτικού. Όπως ακριβώς είναι ελαφρότερο το πταίσμα του στρατιώτου από την άσχημη και άστοχη απόφασι του στρατηγού.

61. Να νουθετής τους υποτακτικούς σου να μην εξομολογούνται με λεπτομερή περιγραφή του είδους των τα σαρκικά αμαρτήματα της λαγνείας. Όλα όμως τα υπόλοιπα να τα φέρουν στην σκέψι τους νύκτα και ημέρα λεπτομερώς.

62. Γύμναζε τους υποτακτικούς σου να είναι μεταξύ τους τελείως ειλικρινείς και ακέραιοι. Αλλά προς τους δαίμονας να είναι πολύ προσεκτικοί.

63. Ας μη σου διαφεύγη σε τι αποσκοπούν και πού καταλήγουν οι διάφορες σχέσεις των προβάτων της ποίμνης σου μεταξύ τους. Διότι οι λύκοι επιδιώκουν να καταστρέφουν τους αγωνιστάς μέσω των ραθύμων.

64. Μη το θεωρής κοπιαστικό να προσεύχεσαι -εφ΄ όσον σου το ζητούν- και για τους εντελώς αμελείς. Και θα προσεύχεσαι όχι για να ελεηθούν -διότι είναι αδύνατο, εάν δεν συνεργήσουν κι εκείνοι- αλλά για να ξυπνήση μέσα τους ο Θεός τον ζήλο.

65. Οι αδύνατοι ας μη συντρώγουν με αιρετικούς, όπως έχει ορισθή από τους ιερούς κανόνας. Όσοι όμως με την χάριν του Κυρίου είναι δυνατοί, εάν προσκαλούνται με εμπιστοσύνη και καλή προαίρεσι από αυτούς, και θέλουν να υπάγουν, ας πηγαίνουν προς δόξαν Κυρίου.

66. Μη προφασίζεσαι άγνοια (για τις αμαρτίες πού διέπραξες). Γιατί όποιος δεν εγνώριζε και έπραξε άξια τιμωριών, θα τιμωρηθή γιατί δεν εφρόντισε να μάθη.

67. Είναι εντροπή για τον Ποιμένα να φοβήται τον θάνατο, (πράγμα πού δεν ταιριάζει ούτε στον υποτακτικό), αφού η υπακοή χαρακτηρίζεται ακριβώς ως αφοβία του θανάτου.

68. Ερεύνα, ώ μακάριε, ποια αρετή είναι πού χωρίς αυτή κανείς δεν πρόκειται να ιδή τον Κύριον[5] . Και αυτήν την αρετή πρίν από όλα φρόντιζε να την αποκτήσουν τα τέκνα σου. Και ας τα απαλλάξης τελείως από τον πειρασμό να βλέπουν γύρω τους πρόσωπα με απαλή και κάπως γυναικεία όψι.

69. Σε όλους τους έν Κυρίω υποτακτικούς μας ας είναι ξεχωριστές οι κατοικίες και οι τάξεις ανάλογα με τις ηλικίες τους. Έτσι δεν θα χρειασθή να διώξωμε κανέναν από το λιμάνι.

70. Πρίν από την νόμιμη ενηλικίωση, όπως αυτή ορίζεται από τους κοσμικούς, ας μην επιθέσωμε σε κανέναν τα χέρια μας (δηλαδή ας μη κείρωμε κανέναν μοναχό). Μήπως συμβή μερικά πρόβατα να οδηγηθούν από άγνοια στο σχήμα και, όταν αργότερα έλθουν σε επίγνωσι και δεν μπορούν να υπομείνουν «το βάρος και τον καύσωνα», λιποτακτήσουν προς τον κόσμο, πράγμα το οποίο δεν θα είναι ακίνδυνο γι΄ αυτούς, που εβιάσθηκαν να τους κείρουν.

71. Ποιος άραγε έγινε τέτοιος πνευματικός «οικονόμος» από τον Θεόν, ώστε να μην έχη ο ίδιος ανάγκη από τις βρύσες των δακρύων του και τους μόχθους του, και να τις προσφέρη αφθόνως στον Θεόν για την ψυχική κάθαρσι των άλλων;

72. Ψυχές και μάλιστα σώματα μολυσμένα και ακάθαρτα, μη σταματήσης ποτέ να σπογγίζης (και να καθαρίζης). Για να ζητήσης με παρρησία από τον καλό Αγωνοθέτη όχι μόνο ιδικούς σου στεφάνους, αλλά και των άλλων ψυχών.

73. Εγνώρισα ασθενή που εκαθάρισε με την πίστι του την ασθένεια άλλου ασθενούς. Το επέτυχε αυτό ικετεύοντας υπέρ εκείνου τον Θεόν με επαινετή αναίδεια και θυσιάζοντας την ψυχή του χάριν της άλλης ψυχής, με ταπεινό βέβαια φρόνημα. Αυτός ύστερα από την θεραπεία του άλλου επέτυχε και την ιδική του θεραπεία. Ομοίως εγνώρισε και άλλον που έκανε το ίδιο, αλλά με υπερηφάνεια. Αυτός άκουσε (τον Κύριον) να τον επιτιμά, λέγοντας, «ιατρέ θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. δ΄ 23).

74. Είναι δυνατόν να εγκαταλείψη κανείς κάποιο αγαθό χάριν ενός μεγαλυτέρου αγαθού. Όπως έκανε εκείνος πού απέφυγε το μαρτύριο όχι από δειλία, αλλά χάριν εκείνων που ωφελούντο και εσώζοντο από αυτόν[6] #_ftn6″>[6]

.

75. Υπάρχει και άλλος πού για να περισώση την τιμή του πλησίον παρέδωσε τον εαυτό του στην ατίμωσι. Αυτός, αν και στα μάτια των πολλών φαίνεται ως αμαρτωλός και φιλήδονος, στην πραγματικότητα είναι «ως πλάνος και αληθής» (Β΄ Κορ. ς΄ 8).

76. Εάν εκείνος πού κατέχει λόγους ωφελείας και δεν τους μεταδίδη άφθονα, δεν θα μείνη ατιμώρητος, πόσο άραγε, αγαπητέ μου, κινδυνεύουν όσοι μπορούν και με τον ζήλο των έργων τους ακόμη να βοηθήσουν τους ταλαιπωρουμένους, και οι οποίοι έν τούτοις δεν δείχνουν προθυμία να συγκοπιάσουν μαζί τους;

77. Λύτρωσε άλλους σύ που ελυτρώθηκες από τον Θεόν. Σύ που εσώθηκες σώσε αυτούς πού οδηγούνται στον θάνατο και μη τσιγκουνευθής να εξαγοράσης αυτούς πού φονεύονται από τους δαίμονας. Αυτό είναι το μεγαλύτερο έπαθλο του Θεού, ανώτερο από κάθε άλλη ανθρώπινη ή αγγελική εργασία ή θεωρία.

78. Σαν συνεργάτη των ασωμάτων και νοερών δυνάμεων καθιστά τον εαυτό του εκείνος ο οποίος, με την καθαρότητα που του εδόθηκε από τον Θεό, σπογγίζει την ακαθαρσία των άλλων (και την καθαρίζει) και προσφέρει έτσι στον Θεόν από «επίμωμα» «άμωμα» δώρα. Διότι αυτό είναι συνεχώς το μοναδικό έργο των θείων λειτουργών -«πάντες οι κύκλω αυτού οίσουσι (=θα φέρουν) δώρα» (Ψαλμ. οε΄ 12), δηλαδή ψυχές.

79. Τίποτε άλλο δεν δείχνει περισσότερο την φιλανθρωπία και αγαθότητα του Πλάστου μας προς εμάς, όσο το ότι εγκατέλειψε τα ενενήκοντα εννέα πρόβατα για να αναζητήση το «πεπλανημένον». Πρόσεχε λοιπόν και σύ, ώ αξιοθαύμαστε, και όλον σου τον ζήλο, την αγάπη, την θέρμη, την επιμέλεια και την προς τον Θεόν ικεσία σου δείξε τα στον περισσότερο «πεπλανημένον και συντετριμμένον». Στις μεγάλες άλλωστε ασθένειες και πληγές αντιστοιχούν αναμφιβόλως και μεγάλοι μισθοί.

80. Ας εξετάσωμε και ας προσέξωμε και ας ενεργήσωμε αναλόγως. Ο Γέροντας δεν πρέπει πάντοτε να αποδίδη το δίκαιο, λόγω της αδυναμίας ωρισμένων αδελφών. Έτυχε να ιδώ κάποιον σοφώτατο δικαστή να δικάζη δύο αδελφούς. Και τον μέν ένοχο ως περισσότερο αδύνατο τον ανεκήρυξε αθώο, τον δε αθώο ως ανδρείο και καρτερικό τον κατεδίκασε ως ένοχο∙ ώστε να μη αυξηθή με την δικαιοσύνη η διάστασις. Ιδιαιτέρως όμως και χωριστά είπε στον καθένα εκείνα πού έπρεπε και μάλιστα στον ψυχικά ασθενή.

81. Η χλοερή πεδιάδα είναι κατάλληλη για τα πρόβατα. Και η διδαχή και υπόμνησις του θανάτου είναι ό,τι πιο κατάλληλο για κάθε λογικό πρόβατο, και έχει την δύναμι να θεραπεύση κάθε είδους ψώρα.

82. Όταν επιθεωρής και εξετάζης τους ανδρείους, να τους εξευτελίζης χωρίς λόγο εμπρός στους αδυνάτους, ώστε με το φάρμακο του ενός να θεραπεύσης το τραύμα του άλλου, και να παιδαγωγήσης τους παραλύτους να γίνουν στερεοί.

83. Πουθενά δεν φαίνεται ο Θεός να εδημοσίευσε εξομολόγησι που άκουσε. Και τούτο, για να μην ανακόψη και δυσκολεύση με την αποκάλυψι τους εξομολογουμένους και τους κάνη έτσι να πέσουν σε ανίατη ασθένεια.

84. Και εάν έχωμε προορατικό χάρισμα ας μην ειπούμε εμείς πρώτοι τα σφάλματα στους ενόχους, αλλά καλύτερα με πλάγια λόγια ας τους παρακινήσωμε να τα εξομολογηθούν οι ίδιοι. Διότι έτσι με την εξαγόρευσι που θα μας κάνουν, τους παρέχεται πλουσία συγχώρησις. Και μετά την εξομολόγησι ας τους προσφέρωμε την δυνατότητα να έχουν προς εμάς περισσότερο θάρρος και σχέσεις απ΄ ό,τι προηγουμένως. Διότι έτσι προοδεύουν πολύ στην εμπιστοσύνη και την αγάπη απέναντί μας. Οφείλομε ακόμη να τους παρέχωμε υπόδειγμα άκρας ταπεινώσεως, αλλά και να τους εκπαιδεύσωμε να αισθάνωνται φόβο (και σεβασμό) απέναντί μας. Και σε όλα πρέπει να δείχνης υπομονή, εκτός από την περίπτωση της ανυπακοής.

85. Πρόσεξε μήπως η υπέρ το δέον ταπείνωσίς σου συσσωρεύση κάρβουνα αναμμένα στην κεφαλή των τέκνων σου.

86. Εξέτασε μήπως ιδής δένδρα, τα οποία στον ιδικό σου αγρό πιάνουν άδικα τον τόπο, ενώ μπορούν ίσως να καρποφορήσουν σε άλλο. Αυτά μην αμελήσης να τα συμβουλεύσης με αγάπη να αποσπασθούν από τον ιδικό σου αγρό και να μεταφυτευθούν αλλού.

87. Υπάρχουν περιπτώσεις πού ο Γέροντας μπορεί ακίνδυνα (να βοηθή πνευματικώς και) να κατεργάζεται την αρετή σε ακαταλλήλους τόπους, δηλαδή σε κοσμικωτέρους και φιληδόνους.

88. Ας εξετάζη λοιπόν καλά (ο Γέροντας) κάθε πρόβατο πού πρόκειται να δεχθή στην ποίμνη του. Διότι ο Θεός δεν απαγορεύει να απορρίψωμε και να απομακρύνωμε εκείνο που θα εκρίναμε ακατάλληλο.

89. Εάν ο ιατρός διαθέτη την εσωτερική ησυχία, τότε δεν χρειάζεται και τόσο την εξωτερική, προκειμένου να υποβοηθήται στην φροντίδα των ασθενών. Εάν όμως στερήται την πρώτη, τότε ας χρησιμοποιήση την Δευτέρα.

90. Δεν υπάρχει άλλο δώρο πιο ευπρόσδεκτο από τον Θεό, όσο το να Του προσφέρωμε λογικές ψυχές διά της μετανοίας. Ο κόσμος ολόκληρος δεν αξίζει όσο η ψυχή. Διότι αυτός (είναι φθαρτός και) παρέρχεται, ενώ η ψυχή και είναι και παραμένει άφθαρτη. Μη μακαρίζης λοιπόν, ώ μακάριε, αυτούς πού προσφέρουν χρήματα, αλλά εκείνους πού αφιερώνουν στον Χριστόν λογικά πρόβατα.

91. Να καταστήσης άμωμο και καθαρό το ολοκαύτωμα που προσφέρεις. Διότι διαφορετικά, σε τίποτε δεν ωφέλησες τον εαυτό σου με την θυσία αυτή.

92. Όπως πρέπει να εννοούμε το ευαγγελικό ρητό «έπρεπε να παραδοθή ο υιός του ανθρώπου, αλλά αλλοίμονο σ΄ εκείνον ο οποίος θα τον παραδώση» (Μαρκ. ιδ΄ 21), έτσι ας εννοήσης, από την αντίθετη πλευρά, ότι «πολλοί έπρεπε να σωθούν -όσοι βεβαίως θα ήθελαν- μισθό όμως θα πάρουν εκείνοι, διά των οποίων μετά τον Κύριον έγινε η σωτηρία».

93. Περισσότερο από όλα, ώ σεπτέ φίλε μου, μας χρειάζεται δύναμις πνευματική. Ώστε αυτούς πού επεχειρήσαμε να τους εισαγάγωμε στα Άγια των Αγίων, και απεφασίσαμε να τους δείξωμε τον Χριστόν αναπαυόμενον επάνω στην μυστική και κρυφή τράπεζα, όταν τους ιδούμε να πιέζωνται και να στεναχωρούνται, και μάλιστα εις αυτά τα πρόθυρα της εισόδου, από τον όχλο (των πειρασμών) πού θέλουν να τους εμποδίσουν, τότε ας τους πιάσωμε από το χέρι σαν τα νήπια και ας τους ελευθερώσωμε από τον όχλο των λογισμών αυτών.

Και εάν μερικοί από αυτούς είναι πολύ νήπιοι ή αδύνατοι, τότε είναι ανάγκη να τους σηκώσωμε και να τους κρατήσωμε στους ώμους μας, μέχρις ότου περάσουν από την θύρα της πραγματικά στενής εισόδου. Διότι σ΄ αυτό το σημείο συναντάται συνήθως όλη η αποπνικτική πίεσις και θλίψις. Γι΄ αυτό και κάποιος έλεγε γι΄ αυτήν: «Τούτο κόπος εστίν ενώπιόν μου, έως ού εισέλθω είς το αγιαστήριον του Θεού» (Ψαλμ. οβ΄ 16-17).

94. Ωμιλήσαμε στα προηγούμενα, ώ μεγάλε πάτερ, για εκείνον τον μεγάλο πατέρα και διδάσκαλο, πόσο πολύ ήταν ενδεδυμένος την άνω σοφία, ανυπόκριτος, ελεγκτικός, ακριβής, νηφάλιος, συγκαταβατικός, χαρούμενος στην ψυχή∙ και το πιο θαυμάσιο από όλα, ότι παιδαγωγούσε με περισσοτέρα ακρίβεια όσους έβλεπε ότι επιθυμούσαν την σωτηρία τους. Όσους πάλι έβλεπε να έχουν ίδιον θέλημα ή προσπάθεια, τους εστερούσε με τέτοιον τρόπο αυτό που επεθυμούσαν, ώστε του λοιπού να προσέχουν όλοι να μη δείχνουν καθόλου ότι έχουν ίδιον θέλημα ή ιδιαίτερες συμπάθειες.

Έλεγε μάλιστα ο αείμνηστος και τούτο: Είναι καλύτερο να διώξης κάποιον από το Μοναστήρι, παρά να τον αφήσης να κάνη το θέλημά του. Διότι εκείνος πού έδιωξε κάποιον, έκανε πολλές φορές τον διωγμένο ταπεινότερο και τον έμαθε ακόμη να κόβη στο εξής το θέλημά του. Ενώ εκείνος πού δήθεν από φιλανθρωπία και συγκατάβασι έκανε χάρι σ΄ αυτούς που επέμειναν στο θέλημά τους, θα τους κάνη ώστε την ώρα του θανάτου των να τον καταρώνται ελεεινά, διότι μάλλον τους εξηπάτησε παρά τους ωφέλησε.

Μπορούσες λοιπόν να ιδής εκείνον τον Μέγαν μετά την εσπερινή ακολουθία να κάθεται επάνω σ΄ έναν θρόνο -εξωτερικά πλεγμένο από ξύλο και εσωτερικάμε πνευματικά χαρίσματα- σαν να ήταν βασιλεύς και να τον περικυκλώνουν σαν σοφές μέλισσες όλοι οι αδελφοί της καλής συνοδίας και να ακούουν σαν από στόμα Θεού τα λόγια και τις εντολές του. Στον έναν διέταζε να απαγγείλη πενήντα, στον άλλον τριάντα και στον άλλον εκατό ψαλμούς. Σε άλλον να κάνη τόσες μετάνοιες. Σε άλλον να κοιμηθή καθιστός. Στον έναν να κάνη ωρισμένη ώρα ανάγνωσι και στον άλλον αν κάνη ωρισμένη ώρα προσευχή.

Επί πλέον ώρισε δύο αδελφούς ως επιτηρητάς, για να παρατηρούν την ημέρα αυτούς που άνοιγαν συζητήσεις ή έπεφταν σε οκνηρία, και να τους διορθώνουν∙ και την νύκτα να παρακολουθύν όσους αγρυπνούσαν άκαιρα και να επιβλέπουν για άλλα πράγματα πού δεν επιτρέπεται να γράψω. Ακόμη δε και στο ζήτημα της τροφής είχε ορίσει εκείνος ο Μέγας στην τάξι του καθενός. Διότι δεν είχαν όλοι ένα φαγητό ή όμοιο, αλλά ερρυθμιζόταν στον καθένα ανάλογα με την κατάστασί του. Σε άλλους ο καλός διαχειριστής έδινε ασκητικώτερα και λιγότερα φαγητά, και σε άλλους πλουσιώτερα. Και το αξιοθαύμαστο ήταν, ότι όλοι αγόγγυστα εκτελούσαν την εντολή του σαν να προερχόταν από το στόμα του Θεού. Υπήρχε στην εξουσία του αειμνήστου και μία λαύρα, στην οποία ο τέλειος κατά πάντα Ηγούμενος εγκαθιστούσε τους αδελφούς της Μονής που ήσαν ικανοί για την ησυχαστική ζωή.

95. Μη κάνης, σε παρακαλώ, τους απλούς και ευθείς μοναχούς να γίνουν πονηροί και πολύπλοκοι στους λογισμούς των. Αντιθέτως, εί δυνατόν, φρόντιζε να μεταβάλλης τους πονηρούς σε απλούς – πράγμα θαυμαστό και δυσκατόρθωτο!

96. Ο τελείως καθαρισμένος από τα πάθη, ένεκα της ιδικής του απαθείας σαν θεϊκός δικαστής θα κάνη με ακρίβεια την κρίσι του. Διότι η έλλειψις της απαθείας τύπτει την καρδία του δικαστού και δεν τον αφίνει να τιμωρή και να καθαρίζη τα πάθη όπως πρέπει.

97. Την ακεραία πίστη και τα ευσεβή δόγματα ας αφήσης πρίν από όλα κληρονομία στα τέκνα σου, ώστε όχι μόνο τα τέκνα σου, αλλά και τους εγγονούς σου να οδηγήσης στον Κύριον διά της οδού της Ορθοδοξίας.

98. Αυτούς που είναι γεμάτοι νεανικό σφρίγος μη λυπάσαι να τους εξασθενίζης και να τους δαμάζης, ώστε να σε δοξάσουν την ώρα του θανάτου των.

99. Ας έχης, ώ πάνσοφε, και σ΄ αυτό το σημείο ως υπόδειγμα τον μέγαν Μωϋσή. Διότι και αυτός δεν κατώρθωσε να ελευθερώση από τον Φαραώ τους υπηκόους, αν και τον ακολουθούσαν με προθυμία, παρά αφού έφαγαν τον άζυμο άρτο με τα πικρά χόρτα. Άζυμος άρτος σημαίνει ψυχή χωρίς το πρόσθετο στοιχείο, (το προζύμι), του ιδίου θελήματος. Διότι αυτό είναι εκείνο που δημιουργεί «φούσκωμα» και έπαρσι. Ο άζυμος άρτος αντίθετα πάντοτε παραμένει ταπεινός. Και ως πικρά χόρτα ας εννοήσωμε άλλοτε την δριμύτητα πού φέρει η εντολή του Γέροντος, και άλλοτε την θλίψι που φέρει η πικρία της νηστείας.

100. Εγώ, ώ μεγάλε πάτερ, καθώς σου γράφω αυτά, νομίζω ότι ακούω εκείνον που λέγει: Εσύ πού διδάσκεις τον άλλο, δεν γίνεσαι διδάσκαλος του εαυτού σου;» (Ρωμ. β΄ 21).

Και τώρα τα εξής μόνο θα ειπώ και θα σταματήσω τον λόγο: Ψυχή πού με την καθαρότητα ενώθηκε με τον Θεόν, δεν χρειάζεται άλλον διδασκαλικό λόγο, διότι η μακαρία φέρει μέσα την τον αιώνιο Λόγο ως μυσταγωγό και οδηγό και φωτιστή. Τέτοια ακριβώς έχω αντιληφθή ότι είναι και η ιδική σου ιερώτατη και ολοφώτεινη κεφαλή. Γνωρίζω καλά την πάναγνη γνώμη και διάθεσί της, όχι απλώς από λόγια, αλλά από έργα και προσωπική πείρα∙ και γνωρίζω ότι εξαστράπτειμε την πραότητά της πού φονεύει τα θηρία και με την ταπείνωσί της – αρετές όμοιες με εκείνες του μεγάλου νομοθέτου Μωϋσή.

Αυτόν ακολουθώντας κατά πόδας, ώ καρτερικότατε, και προχωρώντας συνεχώς προς τα ύψη, ολίγο ακόμη και θα τον ξεπερνούσες -εννοώ στο εγκώμιο της αγνότητος και στο βραβείο της σωφροσύνης-, διά των οποίων ιδιαίτερα και αποκλειστικά μπορούμε να πλησιάσωμε τον Θεόν, πού είναι πάναγνος, πού δίδει κάθε απάθεια και ενισχύει στην απόκτησί της, και που μεταβιβάζει με αυτήν (την απάθεια) από την γη στον ουρανό όσους ζουν ακόμη στην γη.

Ανέβηκες δε στα ύψη αυτών των αρετών, όπως ο φίλος της αγνότητος Ηλίας, σαν με πύρινο άρμα με ακούραστα πόδια, και όχι μόνο τον Αιγύπτιο εφόνευσες και απέκρυψες το κατόρθωμα μέσα στην άμμο της ταπεινοφροσύνης, αλλά επί πλέον έτρεξες προς το όρος. Εκεί με ακανθώδη και δυσκολοβάδιστη στα θηρία πορεία αντίκρυσες τον Θεόν και αξιώθηκες να απολαύσης την φωνή και την λάμψι Του. Και έλυσες τα υποδήματά σου, δηλαδή κάθε περίβλημα και κάλυμμα των νεκρών αμαρτωλών παθών. Και έπιασες από την ουρά, δηλαδή από την άκρη τον Άγγελο πού έγινε Δράκοντας και τον έρριξες σαν μέσα στην φωλιά του σε βαθύτατο λάκκο και ζοφερό σκοτάδι. Αλλά και τον Φαραώ ενίκησες, τον υψηλό και αγέρωχο, και τους Αιγυπτίους ετρομοκράτησες και κατέπληξες και τα πρωτότοκά τους -το μεγαλύτερο κατόρθωμα- εθανάτωσες.

Γι΄ αυτό ο Κύριος σαν σε ακλόνητο και ακράδαντο, σου εμπιστεύθηκε την καθοδήγησι των αδελφών. Εσύ, ώ οδηγέ, οδηγώντας αυτούς, τους απεμάκρυνες άφοβα και τους ελευθέρωσες από τον Φαραώ και από τον ακάθαρτο πηλό της πλινθοποιΐας. Και τους μετέδωσες και τους έκανες να γευθούν και να γνωρίσουν καλά το πύρ του Θεού και την νεφέλη της αγνότητος πού σβήνει και εξαφανίζει όλη την φλόγα (των αμαρτωλών επιθυμιών). Επί πλέον διεσκόρπισες εμπρός τους την ερυθρά και φλογισμένη θάλασσα (της σαρκικής πυρώσεως) -την θάλασσα στην οποία ιδιαιτέρως κατά κανόνα οι περισσότεροι κινδυνεύομε- και τους ανέδειξες με την ράβδο σου και την ποιμενική σου επιστήμη νικητάς και τροπαιούχους, και έπνιξες τελειωτικά όλους τους εχθρούς πού τους κατεδίωκαν από πίσω.

Αλλά και μετά από αυτό τον Αμαλήκ της οιήσεως, αυτόν, πού συνήθως συναντούν οι νικηταί έπειτα από την νίκη της θαλάσσης, τον κατετρόπωσες με την έκτασι των χεριών σου, καθώς ίστασο ανάμεσα στην πράξι και στην θεωρία και προσευχόσουν για τον θεοφώτιστο λαό σου. Ενίκησες τα ειδωλολατρικά έθνη. Ανέβασες προς το όρος της απαθείας αυτούς που σε ακολουθούν. Τους εχειροτόνησες ιερείς (πνευματικών θυσιών). Παρέδωσες τον νόμο της (πνευματικής) περιτομής, με την οποία εάν δεν καθαρισθούμε είναι αδύνατο να ιδούμε τον Θεόν. Ανέβηκες πολύ υψηλά παραμερίζοντας κάθε σκοτεινό σύννεφο και ζόφο και θύελλα, παραμερίζοντας δηλαδή το «τρίγνοφον»[7] σκοτάδι της αγνοίας.

Προσήγγισες στο φως, το οποίον σου παρουσιάσθηκε κατά πολύ σεβασμιώτερο και λαμπρότερο και ανώτερο από ό,τι στην βάτο. Αξιώθηκες να ακούσης την θεϊκή φωνή. Αξιώθηκες θεϊκής θεωρίας και προφητικής χάριτος. Είδες κατά κάποιον τρόπο, ζώντας ακόμη στην γη, τα «οπίσω του Θεού», δηλαδή τα μελλοντικά μεγαλεία, τον πλήρη φωτισμός της γνώσεως πού μας αναμένει στην μέλλουσα ζωή. Έπειτα άκουσες και την φωνή που σου είπε: «Δεν θα ιδή άνθρωπος το πρόσωπόν μου» (Εξοδ. λγ΄ 20). Γι΄ αυτό και κατέβηκες από εκείνη την θέα του Θεού στην βαθύτατη κοιλάδα της ταπεινώσεως, στον Χωρήβ, φέροντας μαζί σου και τις πλάκες που ανυψώνουν στην γνώσι του θεϊκού θελήματος, και έχοντας ακτινοβόλο και δοξασμένο το πρόσωπο της ψυχής και του σώματος. Αλλοίμονο όμως για το θέαμα που αντίκρυσες εν συνεχεία: Το χρυσό μοσχάρι που κατεσκεύασαν! Αυτό είναι έργο της ιδικής μου συνοδίας. Αλλοίμονο για την συντριβή των πλακών!

Τι έκανες έπειτα; Επήρες τον λαό σου από το χέρι. Τον επέρασες μέσα από την έρημο. Ίσως δε και όταν κάποτε συνέβη να φλέγεται από την εσωτερική του φλόγα, του άνοιξες πηγή ύδατος δακρύων με το ξύλο, δηλαδή με την σταύρωσι «της σαρκός, σύν τοίς παθήμασι και ταίς επιθυμίαις» (Γαλ. ε΄ 24). Πολεμείς έπειτα τα εχθρικά έθνη πού συναντάς και τα κατακαίεις με το πύρ του Κυρίου. Φθάνεις στον Ιορδάνη -τίποτε δεν εμποδίζει να παραποιήσω και να προχωρήσω λίγο πιο πέρα την διήγησι- και όπως ο Ιησούς του Ναυή χωρίζεις σε τμήματα τον λαό με τον λόγο σου. Εν συνεχεία διαιρείς τα ύδατα, και αυτά που ήταν εμπρός, (δηλαδή τα εισαγωγικά δάκρυα), τα άφησες να χυθούν στην αλμυρά και Νεκρά θάλασσα, να χυθούν δηλαδή για την νέκρωσι των παθών. Ενώ τα ύδατα που έρχονται από επάνω, δηλαδή τα (τελειοποιά) δάκρυα της αγάπης που προέρχονται έκ της άνωθεν χάριτος, τα εσταθεροποίησες στους οφθαλμούς των νοητών Ισραηλιτών σου, (δηλαδή των μαθητών σου).

Έπειτα τους διατάζεις να πάρουν δώδεκα πέτρες, πού σημαίνει ή ότι τους δείχνεις τον δρόμο των Αποστόλων ή ότι υπονοείς την νίκη των οκτώ περίπου εθνών και παθών και εν συνεχεία την απόκτησι των τεσσάρων μεγάλων και γενικών αρετών[8] . Απομακρύνεσαι και αφίνεις πλέον πίσω σου οριστικά την περιοχή της αγόνου και Νεκράς θαλάσσης. Φθάνεις εμπρός στην εχθρική πόλι. Σαλπίζεις με την προσευχή κατά την διάρκεια του εβδόμου κύκλου, δηλαδή κατά την διάρκεια της επιγείου ανθρωπίνης ζωής[9] . Κατεκρήμνισες την πόλι. Ενίκησες. Έτσι μπορείς να ψάλλης και σύ προς τον άϋλο και αόρατο Σύμμαχό σου: «Οι ρομφαίες του εχθρού εκμηδενίσθηκαν και τις πόλεις των παθών μου κατέστρεψες» (πρβλ. Ψαλμ. θ΄ 7).

Θέλεις να ειπώ το σπουδαιότερο και γενναιότερο από όλα; Ανέβηκες στην Ιερουσαλήμ, πού είναι η όρασις της τελείας ψυχικής ειρήνης. Βλέπεις τον Χριστόν, τον Θεόν της ειρήνης. Συγκακοπαθείς «ως καλός στρατιώτης» (Β΄ Τιμ. β΄ 3). Συσταυρώνεσαι κατά την σάρκα «σύν τοίς παθήμασι και ταίς επιθυμίαις» (Γαλ. ε΄ 24). Και έτσι δικαίως γίνεσαι, όπως ο Χριστός, «Θεός του Φαραώ» (Έξοδ. ζ΄ 1) και όλης της εχθρικής του δυνάμεως. Εν συνεχεία συνθάπτεσαι και συγκατέρχεσαι στον άδη, στην άβυσσο δηλαδή της θεολογίας και των αρρήτων μυστηρίων. Αλείφεσαι με μύρα και ευωδιάζεσαι από τις συγγενικές και αγαπημένες γυναίκες, δηλαδή από τις αρετές. Ανασταίνεσαι, -τι με εμποδίζει να το ειπώ και αυτό, όταν και στον ουρανό ευρίσκεσαι και κάθεσαι εν δεξιά του Πατρός[10] ; Ω, τι διέδωσαν οι εχθροί, ότι εκλάπη το σώμα σου! – ανασταίνεσαι και σύ τριήμερος, μετά την νίκη δηλαδή των τριών τυράννων πού αντιστοιχεί μάλλον, για να γίνω πιο σαφής, με την νίκη του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος. Ή και μετά την κάθαρσι του τριμερούς της ψυχής, του επιθυμητικού δηλαδή, του συναισθηματικού και του διανοητικού.

Έρχεσαι τέλος επάνω στο όρος των Ελαιών -πρέπει να συντμήσω τον λόγο και να μη σοφίζωμαι περιττά, γράφοντας μάλιστα προς εσένα τον πλήρη σοφίας και ανώτερον από όλους μας στην γνώσι των «υπέρ ημάς» πραγμάτων- για το οποίον όρος ένας καλός δρομεύς εκελαηδούσε και έλεγε: «Όρη τα υψηλά ταίς ελάφοις» (Ψαλμ. ργ΄ 18), για τις ψυχές δηλαδή που εξολοθρεύουν τα θηρία[11] . Τρέχοντας λοιπόν και σύ μαζί με αυτόν έφθασες στην άκρη του όρους. Ανέβλεψες προς τον ουρανό -πάλι θα επαναφέρω τον λόγο στον συμβολισμό του Λόγου-, ευλόγησες εμάς τους μαθητάς σου, είδες να προβάλλη εμπρός σου στηριγμένη στον ουρανό η κλίμαξ των αρετών.

Σ΄ αυτήν την κλίμακα σύμφωνα με την χάρι που σου εδόθηκε από τον Θεόν «σαν σοφός αρχιτέκτων έβαλες το θεμέλιο» (Α΄ Κορ. γ΄ 10) ή μάλλον την κατασκεύασες ολόκληρη, μολονότι από την πολλή σου ταπεινοφροσύνη επίεσες εμάς τους ανοήτους και μας παρεπλάνησες να σου δανείσωμε το ρυπαρό μας στόμα για να το χρησιμοποιήσης στον λαό σου. Και αυτό δεν είναι περίεργο, διότι σύμφωνα με την συμβολική διήγησι και ο Μωϋσής συνήθιζε να αποκαλή τον εαυτό του ισχνόφωνο και βραδύγλωσσο. Ο Μωϋσής όμως αξιώθηκε να έχη άριστο βοηθό και «λογοδότη» τον Ααρών. Ενώ εσύ, ο μυημένος στα άρρητα μυστήρια του Θεού, δεν γνωρίζω πώς παρωρμήθηκες να έλθης σ΄ εμένα, μία άνυδρη πηγή γεμάτη από αιγυπτιακούς βατράχους ή μάλλον από κάρβουνα.

Επειδή όμως δεν πρέπει να σταματήσω αφίνοντας ατελείωτο τον δρόμο του λόγου που αφορά εσένα, ώ ουρανοδρόμε, συνεχίζω υφαίνοντας πάλι τον ποικιλόμορφο στολισμό του κάλλους σου:

Προχώρησες στο άγιον όρος, ανύψωσες το βλέμμα προς τον ουρανό, επάτησες το πόδι σου στην άκρη, έτρεξες, ανέδραμες, ανυψώθηκες, «επέβης επί χερουβείμ», δηλαδή στις αγγελικές αρετές, «και επετάσθης» Ψαλμ. ιζ΄ 11), και «ανέβης εν αλαλαγμώ» (Ψαλμ. μς΄ 6), αφού κατετρόπωσες τον εχθρό. Μας άνοιξες τον δρόμο, προηγήθηκες, αλλά και τώρα ακόμη ηγείσαι και προηγείσαι όλων μας, διότι έχεις τρέξει και έχει φθάσει στην κορυφή της οσίας Κλίμακος και έχεις ενωθή με την αγάπη.

Η δε αγάπη είναι ο Θεός (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8).

Αυτώ η δόξα είς τους αιώνας.

Αμήν.

Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Η κατάκτησις της θείας σοφίας και του τίτλου του διδασκάλου για την Ορθόδοξο Ανατολή προϋπέθετε πάντοτε την αγιότητα του βίου και τον άνωθεν φωτισμό. «Άνευ των Αγίων δεν υπάρχουν αληθινοί διδάσκαλοι και παιδαγωγοί ούτε αληθινή παιδεία άνευ της αγιότητος. Μόνον ο Άγιος είναι ο αληθινός παιδαγωγός και διδάσκαλος… Η αληθινή παιδεία, ο αληθινός φωτισμός, δεν είναι άλλο παρά η ακτινοβολία της αγιότητος» (π. Ιουστίνος Πόποβιτς). Σχετικώς παρατηρεί και ο ιερός Χρυσόστομος ότι η καθαρότης του βίου καθιστά τον άνθρωπο θεοδίδακτο και ανενδεή μελέτης βιβλίων –«του Πνεύματος την χάριν αντί βιβλίων γενέσθαι ταίς ημετέραις ψυχαίς και καθάπερ ταύτα διά μέλανος, ούτω τάς καρδίας τάς ημετέρας διά Πνεύματος εγγεγράφθαι» (Α΄ ομιλία είς το κατά Ιωάννην, προοίμιον).

[2] Εννοεί τους Αγγέλους. Ίσως όμως να εννοή και τους Αγίους.

[3] Στην Ορθόδοξο ασκητική παράδοση είναι κοινή πίστις ότι σε αγίους τόπους ή σε ιερές χρονικές περιόδους (δεσποτικές, θεομητορικές εορτές κ.λ.π.), η Χάρις προσφέρεται πλουσιωτέρα και η θεία μέθεξις παρουσιάζεται εντονωτέρα. Η έν λόγω πεποίθησις του οσίου Ιωάννου υποσημαίνει και το έξοχο εκκλησιαστικό του φρόνημα.

[4] Εννοεί τους δαίμονας της γαστριμαργίας και της κενοδοξίας. Από αυτούς διατρέχουν ιδιαιτέρως κίνδυνο οι νεώτεροι και αρχάριοι. Και περί αρχαρίων ασφαλώς γίνεται εδώ λόγος, εφ΄ όσον πρόκειται για «ίπππον έτι αγυμνάστως διακείμενον».

[5] Όπως φαίνεται και από την συνάφεια του λόγου πρόκειται για την αρετή της ηθικής καθαρότητος και αγνότητος. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» είπε ο Κύριος (Ματθ. ε΄ 8).

[6] Εννοεί τον άγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας τον Θαυματουργό, ο οποίος μαζί με πολλούς Χριστιανούς στον επί Δεκίου διωγμό (250 μ.Χ.) κατέφυγε στα όρη.

[7] Κατά μία άποψι το αποκαλεί «τρίγνοφον», διότι επικάθηται στο τριμερές της ψυχής – λογιστικό, επιθυμητικό και συναισθηματικό.

[8] Οι τέσσερις γενικώτατες αρετές είναι η φρόνησις, η ανδρεία, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη. Η διαίρεσις αυτή συναντάται στην πλατωνική φιλοσοφία και έχει υιοθετηθή από τους Πατέρας της Εκκλησίας.

[9] Ο έβδομος κύκλος συμβολίζει την επίγειο ζωή του ανθρώπου, εν αντιθέσει προς τον όγδοο που αντιστοιχεί στην ζωή της αιωνιότητος (πρβλ. σχόλιο 1, λόγου Ε΄).

[10] Η τολμηρά αυτή φράσις δικαιολογείται, διότι εκλαμβάνεται με την έννοια ότι η ανθρώπινη φύσις ανεκεφαλαιώθη και ετιμήθη στο πρόσωπο του Χριστού και εκάθησε μετά την Ανάληψι στον θρόνο της μεγαλωσύνης. Σχετικώς βλέπε και Εφεσ. β΄ 6.

[11] Βλέπε σχόλιο 1, λόγου ΚΕ΄.

viaΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΕΤΕΡΟΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Είς τόν Ποιμένα

Περιεχόμενα Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών

Ο γνησίως ορθόδοξος αυτός τρόπος ασκητικής αγωγής και πνευματικής αθλήσεως παράγει «γνώση» αληθινή, γιατί επάνω στην καθαιρόμενη ψυχή αναλάμπει το φως της χάρης του αγίου Βαπτίσματος και σκηνώνει ο Παράκλητος, που ενεργεί τις ελλάμψεις και την μυστική ένωση μετά του Θεού. Και επειδή το Πνεύμα είναι ενοποιόν, «διαιρούν τα χαρίσματα», η ενότητα στη διδασκαλία των αγίων Πατέρων είναι ψηλαφητή και διαφαίνεται και μέσα από την ποικιλία των χαρισμάτων και των προσωπικών ιδιοτυπιών.
  1. Αγνώστου μοναχού: Όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να προσεύχονται ακατάπαυστα
  2. Απόσπασμα από το βίο του Οσίου Μαξίμου του Καψοκαλύβη
  3. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Περί των τριών τρόπων της προσευχής
  4. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Περί των τριών τρόπων της προσευχής (Συνοπτικά σχόλια)
  5. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Λόγος περί πίστεως Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή.
  6. Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος: Συνοπτικά σχόλια στον 22ο λόγο
  7. Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: Περί των λόγων που περιέχει η θεία ευχή, δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»
  8. Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: Για την ιερή και θεοποιό προσευχή
  9. Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: Συνοπτικά σχόλια
  10. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: «Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 86-92
  11. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: «Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 81-85
  12. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: «Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 71-80
  13. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: «Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 51-70
  14. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου – Κεφάλαια 1- 50
  15. Κάλλιστος Καταφυγιώτης: Σύντομη βιογραφία
  16. Εκλογή από τους αγίους Πατέρες περί προσευχής και προσοχής
  17. Κάλλιστος Τηλικούδης – Περί ησυχαστικής τριβής
  18. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 80 – 83 Ποιά είναι η κυρίως ηδονή
  19. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 64 – 79 Ο Θεός από φιλανθρωπία γίνεται αντιληπτός σε όλα τα νοερά αισθητήρια
  20. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 53 – 63 «Η Ιερουσαλήμ που οικοδομείται ως πόλη, της οποίας οι μέτοχοι είναι συναγμένοι· γιατί εκεί ανέβηκαν οι φυλές, οι φυλές του Κυρίου, μαρτυρία για τον Ισραήλ»(Ψαλμ. 121, 3-4)
  21. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 48 – 52 Η συμμετοχή της οράσεως
  22. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 43 – 47 Από πού γεννιέται ο θείος έρωτας μέσα στην ψυχή
  23. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 38 – 42 «Είπε ο Θεός στον Αβραάμ, «Θα πληθύνω πολύ το σπέρμα σου κλπ.»»
  24. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 31-37. Η μετοχή του Αγίου Πνεύματος
  25. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 28 – 30 Ο πρακτικός και ο θεωρητικός
  26. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 25 – 27. Η ταπείνωση και η θεωρία
  27. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 22 – 23 – 24. Από ποιά πράγματα έχει ανάγκη η προσευχή και πόσο αξίζει να την τιμούμε
  28. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 21. Η προσευχή
  29. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 20. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και όσοι Τον προσκυνούν πρέπει να το κάνουν πνευματικά και αληθινά
  30. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 19. Ο Θεωρητικός βίος. Από τι έχει ανάγκη ο θεωρητικός. Η προσευχή είναι μέρος της θεωρίας, και οι Πατέρες αποτιμούν τη θεωρία ως προσευχή
  31. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 17-18. Η θεία και η ανθρώπινη ενέργεια. Η ειρήνη.
  32. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 16. Η πνευματική δωρεά
  33. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Κεφάλαια 15. Ο Παράδεισος που αναφέρεται στη Γραφή είναι εικόνα του ανθρώπου
  34. Κάλλιστος Αγγελικούδης: «Κεφάλαια» 1-14 Περί προσευχής
  35. Κάλλιστος Αγγελικούδης: «Κεφάλαια» (Περιεχόμενα)
  36. Κάλλιστος Αγγελικούδης – Εισαγωγικά σχόλια
  37. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 93 – 100
  38. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 83 – 92
  39. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 76 – 82
  40. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 69 – 75
  41. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 61 – 68
  42. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Μέθοδος και κανόνας ακριβής – Κεφάλαιο 51 -60
  43. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 41 – 50. – Η καθολική και τελειότατη διάκριση. Ποιος είναι αυτός που ζει παρά φύση και σαρκικά, ποιος ο κατά φύση και ψυχικά, και ποιος είναι που ζει υπέρ φύση και πνευματικά.
  44. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 35 – 40. – Πώς πρέπει να τρως και να πράττεις τις άγιες Τεσσαρακοστές και μάλιστα τη Μεγάλη.
  45. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 34 – Πώς πρέπει να τρως τις Κυριακές. Διάφορα άλλα ζητήματα. Επίσης περί κόπου και ταπεινώσεως.
  46. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 33 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι το Σάββατο. Για τις αγρυπνίες, και πώς πρέπει να τρως κατ’ αυτές.
  47. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 32 – Πώς πρέπει να τρέφεσαι την Τρίτη και την Πέμπτη.
  48. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 31 – Πώς πρέπει να τρέφεται ο αγωνιζόμενος τη Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκευή.
  49. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 30 – Η σωματική δίαιτα, πώς δηλαδή πρέπει να τρέφεται ο ησυχαστής.
  50. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 29 – Συνέχεια στα περί προσευχής. Πρέπει να προσευχόμαστε πάντοτε.
  51. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 28 – Προφύλαξη από την αργία. Είναι αναγκαίο να τηρεί και ο ησυχαστής την εκκλησιαστική τάξη.
  52. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 27 – Πώς πρέπει να περνάς από το πρωί μέχρι την ώρα τον φαγητού.
  53. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 26 – Πώς πρέπει να περνάς από τον όρθρο μέχρι το πρωί.
  54. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 25 – Πώς πρέπει να περνά ο ησυχαστής το διάστημα από το βράδυ ως το πρωί. Αρχή της λεπτομερειακής διδασκαλίας.
  55. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 24 – Η απουσία ρεμβασμού χορηγείται στο νου πρώτα απ’ όλα μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της επικλήσεως με πίστη μέσα στην καρδιά του αγίου ονόματός Του. Συντελεί δε κάπως και η φυσική μέθοδος της εισόδου με την εισπνοή μέσα στην καρδιά, και η παραμονή σε ήσυχο και σκοτεινό χώρο και τα παρόμοια.
  56. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 23 – Εκείνος που θέλει να νήψει νοερά, και πιο πολύ ο αρχάριος, πρέπει να κάθεται στον καιρό της προσευχής σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, για να συγκεντρώνονται έτσι από το μερισμό με τρόπο φυσικό ο νους και η διάνοια.
  57. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 22 – Και πάλι για τη μνήμη του Ιησού μέσα στην καρδιά με την εισπνοή και με προσοχή.
  58. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 21 – Και ο ιερός Χρυσόστομος, όμοια με άλλους παλαιούς αγίους Πατέρες, παραγγέλλει να προσευχόμαστε στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας μέσα στην καρδιά, με αυτή την προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
  59. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 20 – Η φυσική μέθοδος με την εισπνοή από τη μύτη και την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού που τη συνοδεύει.
  60. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 19 – Μέθοδος φυσική για την είσοδο έξοδο μέσα στην καρδιά με την εισπνοή από τη μύτη και την προσευχή που κάνομε κατ’ αυτή και που είναι το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Η μέθοδος αυτή συντελεί κάπως και στη συγκέντρωση της διάνοιας.
  61. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 18 – Για χάρη των εντολών και της πίστεως του Κυρίου Ιησού Χριστού οφείλομε, όταν το καλεί η περίσταση, να θυσιάσομε και τη ζωή μας
  62. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 17 – Ο φόβος του Θεού είναι διπλός, ο φόβος των αρχαρίων και ο φόβος των τελείων
  63. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 16 – Όποιος επιθυμεί τη γνήσια και κατά Θεόν ησυχία πρέπει να φροντίζει, μαζί με την ορθόδοξη πίστη, να είναι γεμάτος και από τα καλά έργα. Η πίστη είναι διπλή. Ο ησυχαστής πρέπει να έχει πίστη, αλλά να είναι και ειρηνικός, απερίσπαστος, αμέριμνος —δηλαδή χωρίς φροντίδες—, σιωπηλός, ήσυχος, να ευχαριστεί το Θεό για όλα, να αναγνωρίζει την αδυναμία του, να υπομένει γενναία τους πειρασμούς και να ελπίζει στο Θεό, περιμένοντας από Αυτόν το έλεος
  64. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 15 – Ποιά είναι τα σημάδια της αληθινής υποταγής, που όταν τα κατέχει ο πραγματικός υπήκοος, θα υποτάσσεται σωστά
  65. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 14 – Εκείνος που θέλει να βαδίζει χωρίς να σφάλλει τον κατά Θεόν δρόμο της ησυχίας, πρέπει μαζί με την καθολική απάρνηση των πάντων, να εκλέξει και την τέλεια υποταγή
  66. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 13 – Εύλογα παραγγέλλουν οι άγιοι Πατέρες μας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος που είχαν μέσα τους, να προσευχόμαστε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και από Αυτόν να ζητούμε το έλεος
  67. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 12 – Η δωρεά και η επέλευση του Αγίου Πνεύματος από το Θεό Πατέρα στους πιστούς, χαρίζεται με τη δύναμη του Ιησού Χριστού και στο άγιο όνομά Του
  68. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 11 – Με αυτά τα τρία διαπλέκονται όλες οι αρετές
  69. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 10 – Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους Του αυτά άφησε στους Μαθητές Του σαν αποχαιρετιστήριες εντολές και θεία κληρονομιά, όπως επίσης και μετά την ανάσταση
  70. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 9 – Με κάθε μία από αυτές και με τις τρεις μαζί χαρίζεται άφθονα σε μας ο πλούτος όλων των αγαθών
  71. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 8 – Αρχή κάθε θεάρεστης εργασίας είναι η με πίστη επίκληση τον ονόματος τον Κυρίον μας Ιησού Χριστού και μαζί μ’ αυτήν η ειρήνη και η αγάπη που ανατέλλουν από αυτήν
  72. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 7 – Όποιος πολιτεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να ασκεί όλες τις εντολές, αλλά την περισσότερη εργασία να την αφιερώνει σ’ αυτές που είναι σπουδαιότερες από τις άλλες και κάπως γενικότερες
  73. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 6 – Στο άγιο βάπτισμα δεχόμαστε δωρεάν τη θεία χάρη· αφού όμως τη συγκαλύψομε υστέρα με τα πάθη, την καθαίρομε πάλι με την εκπλήρωση των εντολών
  74. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 5 – Ποιά είναι η χάρη και πώς θα την επιτύχομε. Ποιά είναι εκείνα που τη θολώνουν και ποιά είναι πάλι εκείνα που την ανακαθαίρουν
  75. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 4 – Aρχή κάθε κατά Θεόν εργασίας είναι το να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Σωτήρα, και τέλος η επιστροφή μας στην τέλεια χάρη του παναγίου και ζωαρχικού Πνεύματος που μάς έχει δωρηθεί αρχικά κατά το άγιο βάπτισμα
  76. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 3 – Σκοπός της πραγματείας αυτής είναι να μάθομε ποιο είναι το θεμέλιο
  77. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 2 – Το περιεχόμενο αυτού του λόγου εκτίθεται εξαιτίας της ερωτήσεως κάποιου αδελφού
  78. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι: Κεφάλαιο 1 – Προοίμιο: Η θεία και υπερφυσική δωρεά και χάρη που ενυπάρχει δια του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς
  79. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι – Μέθοδος και κανόνας ακριβής για όσους διαλέγουν την ησυχαστική ζωή (Περιεχόμενα)
  80. Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι – Σύντομη βιογραφία και Εισαγωγικά σχόλια
  81. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων
  82. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: 150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια (κεφ. 101-150)
  83. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: 150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια (κεφ. 51-100)
  84. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: 150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια (κεφ. 1-50)
  85. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Τρία κεφάλαια για την προσευχή και την καθαρότητα της καρδιάς
  86. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Υπέρ των ιερών ησυχαζόντων
  87. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας
  88. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Προς τη σεμνοτάτη μοναχή Ξένη
  89. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  90. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Πώς πρέπει να κάθεται ο ησυχαστής στην προσευχή και να μη σηκώνεται γρήγορα
  91. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Δεκαπέντε κεφάλαια περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής
  92. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Δέκα κεφάλαια περί ησυχίας και προσευχής και περί των τεκμηρίων της χάρης και της πλάνης
  93. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Κεφάλαια
  94. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: 137 ωφέλιμα κεφάλαια
  95. Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  96. Όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων: Λόγος για τη νήψη και τη φύλαξη της καρδιάς
  97. Όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  98. Όσιος Θεόληπτος, μητρ. Φιλαδελφείας: Κεφάλαια
  99. Όσιος Θεόληπτος, μητρ. Φιλαδελφείας: Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή
  100. Οσιος Θεόληπτος, μητρ. Φιλαδελφείας: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  101. Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Τρίτη εκατοντάδα γνωστικών κεφαλαίων περί αγάπης και τελειώσεως του βίου
  102. Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Δεύτερη εκατοντάδα φυσικών κεφαλαίων περί καθάρσεως του νου
  103. Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Πρώτη εκατοντάδα πρακτικών κεφαλαίων
  104. Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  105. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: 154 Πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια (μέρος Γ΄, κεφ. 101-154)
  106. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: 154 Πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια (μέρος Β΄, κεφ. 51-100)
  107. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: 154 Πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια (μέρος Α΄, κεφ. 1-50)
  108. Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  109. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – στ΄ 116-150) Περί ελευθερία του νου
  110. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – ε΄ 84-115) Περί αγάπης
  111. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – δ΄ 62-83) Περί υψώσεως του νου
  112. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – γ΄ 33-61) Περί υπομονής και διακρίσεως
  113. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – β΄18-32) Περί προσευχής
  114. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Λόγοι σε 150 κεφάλαια – α΄1-17) Περί της πνευματικής τελειότητας
  115. Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  116. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 24ος
  117. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 23ος
  118. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 22ος
  119. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 21ος
  120. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 20ος
  121. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 19ος
  122. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 18ος
  123. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 17ος
  124. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 16ος
  125. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 15ος
  126. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 14ος
  127. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 13ος
  128. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 12ος
  129. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 11ος
  130. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 10ος
  131. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 9ος
  132. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 8ος
  133. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 7ος
  134. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 6ος
  135. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 5ος
  136. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 4ος
  137. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 3ος
  138. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 2ος
  139. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο δεύτερο – Λόγος 1ος
  140. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Διαφορά λογισμών και προσβολών
  141. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Κατάλογος των παθών
  142. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Κατάλογος των αρετών
  143. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η ψεύτικη γνώση
  144. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η επανάληψη στη θεία Γραφή δεν είναι πολυλογία
  145. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Είναι μεγάλο αγαθό η αγάπη και η συμβουλή με ταπείνωση
  146. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Οικοδόμηση της ψυχής με τις αρετές
  147. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η σωτηρία είναι αδύνατη χωρίς ταπεινοφροσύνη
  148. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Ο λόγος του Θεού δεν είναι πολυλογία
  149. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Ο Θεός τα έκανε όλα προς το συμφέρον μας
  150. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Γενικές και ειδικές ευεργεσίες του Θεού
  151. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η αληθινή μετάνοια είναι μεγάλο αγαθό
  152. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η ησυχία συμφέρει περισσότερο στους εμπαθείς
  153. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η απόκτηση της αληθινής πίστεως
  154. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Σύντομος δρόμος προς την απόκτηση των αρετών και την αποχή των παθών
  155. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Απόρριψη της απογνώσεως
  156. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η αληθινή διάκριση
  157. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η κατά Θεόν ανάγνωση
  158. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η διάκριση
  159. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Η υπόμνηση των επτά σωματικών πράξεων
  160. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η απάθεια
  161. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η ταπεινοφροσύνη
  162. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η προσευχή που αντιστοιχεί σε κάθε μία γνώση
  163. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Δεν υπάρχει ασυμφωνία στις θείες Γραφές
  164. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η όγδοη γνώση
  165. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η έβδομη γνώση
  166. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η έκτη γνώση
  167. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η πέμπτη γνώση
  168. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η τἐταρτη Θεωρία
  169. Όσιος Πέτρος ο Δμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η τρίτη θεωρία
  170. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η δεύτερη θεωρία
  171. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Η πρώτη γνώση
  172. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο πρώτο – Οι οκτώ νοητές θεωρίες
  173. Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο πρῶτο – Περί ἀποφυγῆς τῶν θελημάτων, ὑποταγῆς καί ἡσυχίας
  174. Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρῶτο – Περί προσοχῆς καί φυλάξεως τοῦ νοῦ
  175. Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρῶτο – Οἱ σωματικές ἀρετές εἶναι ἐργαλεῖα τῶν ψυχικῶν
  176. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Η έμπρακτη γνώση
  177. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Οι τέσσερις αρετές της ψυχής
  178. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί του πένθους ως δεύτερης εντολής
  179. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί του θείου φόβου ως πρώτης εντολής
  180. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Περί των επτά σωματικών πράξεων
  181. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Βιβλίο Πρώτο – Προοίμιο
  182. Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά Σχόλια
  183. Μοναχός Θεοφάνης: Κλίμακα θείων χαρίτων
  184. Μοναχός Θεοφάνης: Εισαγωγικά σχόλια στο έργο «Κλίμακα Θείων Χαρίτων»
  185. Όσιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος και Έκδικος: Πρακτικά και θεωρητικά κεφάλαια
  186. Όσιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος και Έκδικος: Γνωστικά Κεφάλαια
  187. Όσιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος και Έκδικος: Γνωμικό ανθολόγιο σπουδαίων φιλοσόφων
  188. Όσιος Ηλιας ο Πρεσβύτερος και Έκδικος: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά σχόλια
  189. Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης: Νηπτικά Κεφάλαια
  190. Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  191. Όσιος Θεόγνωστος: Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης
  192. Όσιος Θεόγνωστος: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά Σχόλια
  193. Αββάς Φιλήμων: Λόγος περί του αββά Φιλήμονος
  194. Αββάς Φιλήμων: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  195. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Λόγος ψυχωφελής και θαυμάσιος
  196. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Σύντομη βιογραφία και Εισαγωγικά σχόλια
  197. Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος: Δ΄ Εκατοντάδα Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας
  198. Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος: Γ΄ Εκατοντάδα Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας
  199. Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος: Β΄ Εκατοντάδα Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας
  200. Ὅσιος Θαλάσσιος ὁ Λίβυος: Περί ἀγάπης καί ἐγκρατείας καί τῆς κατά νοῦν πολιτείας – Α΄ ἑκατοντάδα κεφαλαίων
  201. Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος: Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια
  202. Μάξιμος ο Ομολογητής: Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο
  203. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Έκτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων
  204. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Πέμπτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων
  205. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Τέταρτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων
  206. Μάξιμος ο Ομολογητής: Τρίτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων περί Θεολογίας, Οικονομίας, αρετής και κακίας
  207. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: 2η εκατοντάδα κεφαλαίων προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού
  208. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: 1η εκατοντάδα κεφαλαίων προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
  209. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Τέταρτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων περί Αγάπης
  210. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Τρίτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων περί Αγάπης
  211. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Δεύτερη Εκατοντάδα Κεφαλαίων περί Αγάπης
  212. Μάξιμος ο Ομολογητής, Άγιος: Πρώτη Εκατοντάδα Κεφαλαίων περί Αγάπης
  213. Μάξιμος ο Ομολογητής (Άγιος): Τα 400 Κεφάλαια Περί Αγάπης – Πρόλογος των κεφαλαίων προς τον πρεσβύτερο Ελπίδιο
  214. Μάξιμος ο Ομολογητής (Άγιος): Σύντομη βιογραφία και Εισαγωγικά σχόλια
  215. Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης: Θεωρητικό
  216. Θεόδωρος Εδέσσης: 100 ψυχωφελή κεφάλαια
  217. Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά Σχόλια
  218. Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος: Λόγος Ασκητικός και Παρηγορητικός, συμπληρωματικός των εκατό κεφαλαίων
  219. Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος: 100 παρηγορητικά κεφάλαια προς τους μοναχούς της Ινδίας
  220. Σύντομη βιογραφία του αγίου Ιωάννη του Καρπάθιου και Εισαγωγικά σχόλια
  221. Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Τα 100 πρακτικά κεφάλαια» (κεφάλαια 76-100)
  222. Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Τα 100 πρακτικά κεφάλαια» (κεφάλαια 51-75)
  223. Άγιος Διάδοχος Φωτικής: Λόγος ασκητικός χωρισμένος σε 100 πρακτικά κεφάλαια πνευματικής γνώσεως και διακρίσεως (26-50)
  224. Άγιος Διάδοχος Φωτικής: Λόγος ασκητικός χωρισμένος σε 100 πρακτικά κεφάλαια πνευματικής γνώσεως και διακρίσεως (1-25)
  225. Διάδοχος Φωτικής: Όροι
  226. Άγιος Διάδοχος Φωτικής: Σύντομη Βιογραφία και Εισαγωγικά Σχόλια
  227. Νείλος ο Ασκητής, Άγιος: Λόγος ασκητικός
  228. Άγιος Νείλος ο Ασκητής: 153 κεφάλαια περί προσευχής
  229. Νείλος ο Ασκητής (Άγιος): Σύντομη Βιογραφία – Εισαγωγικά Σχόλια
  230. Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος: Προς τον Θεόδουλο, Λόγος περί νήψεως και αρετής χωρισμένος σε 203 κεφάλαια (τα λεγόμενα αντιρρητικά και ευκτικά)
  231. Σύντομη βιογραφία του αγίου Ησυχίου του Πρεσβύτερου και Εισαγωγικά σχόλια
  232. Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Επιστολή προς τον μονάζοντα Νικόλαο
  233. Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους
  234. Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου
  235. Σύντομη βιογραφία του Αγίου Μάρκου του Ασκητή και Εισαγωγικά σχόλια
  236. Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση
  237. Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Προς τον επίσκοπο Κάστορα, περί των 8 λογισμών της κακίας
  238. Σύντομη Βιογραφία του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου και Εισαγωγικά σχόλια
  239. Ευάγριος ο Ποντικός: Μερικά από τα νηπτικά κεφάλαια του Ευαγρίου
  240. Ευάγριος ο Ποντικός: Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών
  241. Ευάγριος ο Ποντικός: Μοναχική υποτύπωση που διδάσκει πώς πρέπει να εκτελειται η άσκηση και η ησυχία
  242. Σύντομη Βιογραφία του Ευάγριου του Ποντικού και Εισαγωγικά σχόλια
  243. Άγιος Ησαΐας ο αναχωρητής: 27 Κεφάλαια περί τηρήσεως του νου
  244. Σύντομη Βιογραφία του αγίου Ησαΐα του Αναχωρητή και Εισαγωγικά σχόλια στα κείμενα του στη Φιλοκαλία
  245. Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων σε 170 κεφάλαια
  246. Σύντομη Βιογραφία του Μεγάλου Αντωνίου και Εισαγωγικά σχόλια στα κείμενά του στην Φιλοκαλία
  247. Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Προοίμιο στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών
  248. Θεόκλητος Διονυσιάτης: Εισαγωγή στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών
  249. Περιεχόμενα Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών

Αγνώστου μοναχού: Όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να προσεύχονται ακατάπαυστα

Συνοπτικά σχόλια 


Και αυτό το κείμενο, γραμμένο προφανώς από πέννα οσιωτάτου μοναχού, γευομένου τους γλυκυτάτους καρπούς της νοεράς και καρδιακής προσευχής -ώστε να την παρομοιάζει με τις «χρυσές  φιάλες» της Αποκαλύψεως, αλλά και με φως που φωτίζει την ψυχή και ανάβει την καρδιά από τις φλόγες της θείας αγάπης – εντάσσεται στην Φιλοκαλία, για να εξάρει την αξία της νοεράς προσευχής, αλλά και την υποχρέωση, χάριν της σωτηρίας τους, να την χρησιμοποιούν και οι λαϊκοί στον κόσμο.  


Και για να ενισχύσει τους αμφιβάλλοντες, για την ωφελιμότητα της αδιαλείπτου προσευχής και από τους μη μοναχούς, προβάλλει δύο ακαταμάχητα τεκμήρια. Πρώτο, την εξ ουρανού μαρτυρία, δια του Αγγέλου στον απλούν γέροντα μοναχόν Ιώβ, που αντέλλεγε στον θείον Παλαμά και δεύτερο, αυτόν τον άγιο Πατέρα του Κωνσταντίνον, αναδειχθέντα θαυματουργό διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, που, από την κατοχή της γλυκύτητός της, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τις συζητήσεις στα ανακτοβούλια, στα οποία παρίστατο και αυτός.

Το πεντασέλιδον αυτό κείμενο, που αποτελεί σχολιασμόν ενός μέρους της βιογραφίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, από τον άγιο Πατριάρχη Φιλόθεο, αντιπροσωπεύει την εξαπλωμένη στο Βυζάντιο του 14ου αιώνος πνευματικήν ατμόσφαιρα, που δεσπόζεται από μία φιλομόναχη έξαρση, με κέντρο τη νοερά προσευχή απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις.      



Κείμενο

Ας μη νομίσει κανείς, αδελφοί μου Χριστιανοί, πώς μόνο οι ιερωμένοι και οι μοναχοί έχουν χρέος να προσεύχονται ακατάπαυστα και παντοτινά και όχι οι κοσμικοί. Όχι, όχι. Όλοι γενικά οι Χριστιανοί έχουμε χρέος πάντοτε να βρισκόμαστε σε προσευχή. Ο αγιότατος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος γράφει σχετικά τα εξής στο Βίο του αγίου Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (του Παλαμα).


Ο θειος Γρηγόριος είχε ένα φίλο αγαπημένο ονομαζόμενο Ιώβ, άνθρωπο απλούστατο και πολύ ενάρετο, με τον οποίο συνομιλώντας μία φορά του είπε και περί προσευχής και πώς κάθε Χριστιανός γενικά πρέπει να αγωνίζεται πάντοτε στην προσευχή και να προσεύχεται ακατάπαυστα, καθώς παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος σε όλους τούς Χριστιανούς: « Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και καθώς λέει και ο προφήτης Δαβίδ, με όλο πού ήταν βασιλιάς κι είχε όλες τις φροντίδες του βασιλείου του: «Βλέπω πάντοτε τον Κύριο μπροστά μου» (μέσω της προσευχής)· και καθώς διδάσκει ο Θεολόγος Γρηγόριος όλους τούς Χριστιανούς λέγοντας ότι πρέπει να μνημονεύομε με την προσευχή το όνομα του Θεού περισσότερο από όσο αναπνέομε.


Και λέγοντας αυτά ο Άγιος στον φίλο του Ιώβ κι άλλα περισσότερα, του έλεγε ακόμη πώς πρέπει κι εμείς να κάνομε υπακοή στις παραγγελίες των Αγίων, και όχι μόνο να προσευχόμαστε εμείς παντοτινά, αλλά να διδάσκομε κι όλους τούς άλλους, μοναχούς και λαϊκούς, σοφούς και αμόρφωτους, άνδρες και γυναίκες και παιδιά, και να τούς παρακινούμε να προσεύχονται ακατάπαυστα. Ακούγοντας αυτά ο γέροντας εκείνος Ιώβ, τα θεώρησε καινοτομία κι άρχισε να αντιλέγει του Αγίου πώς η αδιάλειπτη προσευχή είναι μονάχα για τούς ασκητές και τούς μοναχούς πού είναι έξω από τον κόσμο και από τούς περισπασμούς, κι όχι για τούς κοσμικούς πού έχουν τόσες μέριμνες και δουλειές. Και ο Άγιος πάλι του έλεγε κι άλλες μαρτυρίες και αναντίρρητες αποδείξεις, όμως ο γέρων Ιώβ δεν επείθετο, και ο θειος Γρηγόριος αποφεύγοντας την πολυλογία και τη φιλονικία σώπασε και πήγε ο καθένας στο κελί του.


Κι ύστερα πού ο Ιώβ προσευχόταν καταμόνας στο κελί του, φαίνεται μπροστά του Άγγελος Κυρίου σταλμένος από το Θεό πού θέλει όλων των ανθρώπων τη σωτηρία, κι αφού τον έλεγξε αυστηρά πού φιλονικούσε με τον άγιο Γρηγόριο κι αντιστεκόταν σε πράγματα φανερά, από τα όποια προξενείτε η σωτηρία των Χριστιανών, του παρήγγειλε εκ μέρους του Αγίου Θεού να προσέχει καλά στο εξής και να φυλαχθει πλέον να μην πει τίποτε ενάντιο σε αυτό το ψυχωφελέστατο έργο, γιατί αντιστέκεται στο θέλημα του Θεού· αλλά μήτε με το νου του πλέον να τολμήσει να δεχτεί ενάντιο λογισμό και να φρονεί διαφορετικά από ό,τι του είπε ο θειος Γρηγόριος. Τότε ο απλούστατος εκείνος γέρων Ιώβ πήγε αμέσως στον Άγιο κι έπεσε στα πόδια του, ζητώντας συγχώρηση για την αντίσταση και φιλονικία και του φανέρωσε και όσα του είπε ο Άγγελος του Κυρίου.


Βλέπετε, αδελφοί μου, πώς όλοι οι Χριστιανοί, από τον μικρό ως τον μεγάλο, οφείλουν να προσεύχονται παντοτινά με τη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»; Και πάντοτε να το συνηθίσει να το λέει ο νους τους και η καρδιά τους; Και στοχαστείτε, πόσο ευαρεστείται ο Θεός με αυτό και πόση ωφέλεια προέρχεται από αυτό, ώστε από την άκρα Του φιλανθρωπία έστειλε και ουράνιο Άγγελο για να μας το αποκαλύψει, έτσι πού να μην έχουμε πλέον καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Μα τι λένε οι κοσμικοί; «Εμείς είμαστε μέσα σε τόσες υποθέσεις και φροντίδες του κόσμου· πως είναι δυνατό να προσευχόμαστε ακατάπαυστα;» Κι εγώ τούς αποκρίνομαι, ότι ο Θεός δεν παρήγγειλε σ΄ εμάς κάτι το αδύνατο, παρά μας παρήγγειλε όλα εκείνα πού μπορούμε να κάνομε. Επομένως και αυτό είναι δυνατό να το κατορθώσει κανένας πού ζητά επιμόνως τη σωτηρία της ψυχής του. Γιατί αν ήταν αδύνατο, θα ήταν για όλους γενικά τούς κοσμικούς και δε θα είχαν βρεθεί τόσοι και τόσοι μέσα στον κόσμο να το κατορθώσουν· από τούς οποίους ας είναι ως παράδειγμα ο πατέρας του αγίου Παλαμα, ο θαυμάσιος εκείνος Κωνσταντίνος, για τον οποίο κάνει λόγο ο πατριάρχης Φιλόθεος στο Βίο του αγίου Γρηγορίου, του γιου του.


Αυτός λοιπόν, με όλο πού ήταν μέσα στα ανάκτορα και ονομαζόταν πατέρας και διδάσκαλος του βασιλιά Ανδρονίκου και καταγινόταν καθημερινά με τις βασιλικές υποθέσεις, χώρια πού είχε και τις υποθέσεις του σπιτιού του, γιατί ήταν πολύ πλούσιος κι είχε πολλά κτήματα και υπηρέτες και παιδιά και γυναίκα, μ΄ όλα ταύτα τόσο ήταν αχώριστος από το Θεό και τόσο ήταν δοσμένος στη νοερά και ακατάπαυστη προσευχή, πού τις περισσότερες φορές λησμονούσε εκείνα πού συζητούσαν μαζί του ο βασιλιάς και οι άρχοντες του παλατιού για υποθέσεις βασιλικές κι ερωτούσε γι΄ αυτές μία και δύο φορές. Γι΄ αυτό πολλές φορές οι άλλοι άρχοντες, μην ξέροντας την αιτία, συγχύζονταν και τον ονείδιζαν πού λησμονεί έτσι γρήγορα και ενοχλεί με τις δεύτερες ερωτήσεις του το βασιλιά· αλλά ο βασιλιάς, πού ήξερε την αιτία, τον υπερασπιζόταν λέγοντας: « Ο Κωνσταντίνος έχει δικές του έγνοιες ο μακάριος κι εκείνες δεν τον αφήνουν να προσέχει στα λόγια τα δικά μας πού είναι για υποθέσεις προσωρινές και μάταιες· ο νους του ευλογημένου είναι προσηλωμένος στα αληθινά και ουράνια και για τούτο λησμονεί τα επίγεια, επειδή όλη του η προσοχή είναι στην προσευχή και στο Θεό». Γι΄ αυτό και ο Κωνσταντίνος ήταν σεβάσμιος και αξιαγάπητος και στο βασιλιά και σε όλους τούς μεγιστάνες και άρχοντες της βασιλείας, καθώς ήταν αγαπημένος και από το Θεό και αξιώθηκε ο αοίδιμος να κάνει και θαύματα.


Μια φορά δηλαδή, μπήκε σ΄ ένα πλοιάριο με όλη του την οικογένεια για να πάει επάνω από το Γαλατά σ΄ ένα αναχωρητή, πού ησύχαζε εκεί, και να πάρει την ευχή και την ευλογία του. Καθώς πήγαιναν, ρώτησε τούς υπηρέτες του αν πήραν κανένα προσφάγι να πάνε στον Αββά εκείνο για να τούς φιλέψει. Εκείνοι του είπαν πώς λησμόνησαν από τη βία και δεν πήραν τίποτε. Λυπήθηκε λίγο ο ευλογημένος, πλην δεν είπε τίποτε, μόνο πηγαίνοντας εμπρός στο καΐκι, έβαλε το χέρι του μέσα στη θάλασσα και με σιωπηλή και νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό, τον Κύριο της θάλασσας, να του δώσει κανένα κυνήγι· κι ύστερα από λίγη ώρα -τι θαυμαστά είναι τα έργα, Χριστέ Βασιλεύ, με τα όποια δοξάζεις παράδοξα τούς δούλους Σου!- βγάζει το χέρι του από τη θάλασσα κρατώντας ένα πολύ μεγάλο λαβράκι, το οποίο έριξε μέσα στο πλοιάριο μπροστά στους υπηρέτες του και είπε: «Να πού ο Θεός νοιάστηκε και για τον Αββά τον δούλο Του και του έστειλε προσφάγι».


Βλέπετε, αδελφοί μου, πως δοξάζει ο Ιησούς Χριστός τούς δούλους Του εκείνους πού είναι πάντοτε μαζί Του και επικαλούνται συνεχώς το πανάγιο και γλυκύτατο όνομά Του;


Ακόμη και ο δίκαιος εκείνος και άγιος Ευδόκιμος, δεν ήταν κι αυτός μέσα στην Κωνσταντινούπολη και μέσα στα ανάκτορα και τις βασιλικές υποθέσεις; Δε συναναστρεφόταν με το βασιλιά και τούς άρχοντες του παλατιού, με τόσες φροντίδες και περισπασμούς; Μ΄ όλα ταύτα είχε πάντοτε αχώριστη τη νοερά προσευχή, καθώς διηγείται στο Βίο του ο Συμεών ο Μεταφραστής, γι΄ αυτό κι ευρισκόμενος μέσα στον κόσμο και στα κοσμικά ο τρισμακάριος, έζησε αληθινά μία ζωή αγγελική και υπερκόσμια και αξιώθηκε από τον μισθαποδότη Θεό να λάβει και τέλος μακαριστό και θειο. Και άλλοι πολλοί και αναρίθμητοι πού ήταν μέσα στον κόσμο, ήταν ολωσδιόλου δοσμένοι στη νοερά και σωτήρια αυτή προσευχή, καθώς αναφέρονται σε διάφορες ιστορίες.


Λοιπόν, αδελφοί μου Χριστιανοί, σας παρακαλώ κι εγώ μαζί με τον θειο Χρυσόστομο, για τη σωτηρία της ψυχής σας, μην αμελήσετε αυτό το έργο της προσευχής. Μιμηθείτε αυτούς πού είπαμε και όσο το δυνατόν ακολουθήστε τους. Κι αν σας φαίνεται δύσκολο το πράγμα στις αρχές, ας είστε βέβαιοι και πληροφορημένοι, ως εκ προσώπου του παντοκράτορα Θεού, ότι αυτό το ίδιο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, επικαλούμενο καθημερινά και ακατάπαυστα από μας, θα ευκολύνει όλες τις δυσκολίες. Και με την πολυκαιρία, αφού το συνηθίσομε και γλυκαθούμε μ΄ αυτό, θα γνωρίσομε με τη δοκιμή πώς δεν είναι αδύνατο ούτε δύσκολο, αλλά δυνατό και εύκολο. Γι΄ αυτό και ο θειος Παύλος, πού ήξερε καλύτερα από μας τη μεγάλη ωφέλεια της προσευχής, μας παρήγγειλε να προσευχόμαστε ακατάπαυστα. Δε θα μας συμβούλευε βέβαια ποτέ κάτι το δύσκολο και αδύνατο, γιατί δε θα μπορούσαμε να το κάνομε και ακολούθως θα γινόμασταν αναγκαστικά παρήκοοι και παραβάτες της παραγγελίας του και για τούτο άξιοι καταδίκης· αλλά όταν είπε να προσευχόμαστε αδιάλειπτα, ο σκοπός του ήταν να προσευχόμαστε με το νου μας, πού είναι δυνατό να το κάνομε πάντοτε. Γιατί και όταν κάνομε εργόχειρο κι όταν περπατούμε κι όταν καθόμαστε κι όταν τρώμε κι όταν πίνομε, πάντοτε μπορούμε να προσευχόμαστε με το νου μας και να κάνομε νοερά προσευχή ευάρεστη στο Θεό και αληθινή· με το σώμα να δουλεύομε και με την ψυχή να προσευχόμαστε· ο έξω άνθρωπος να κάνει κάθε υπηρεσία σωματική και ο εσω άνθρωπος να είναι ολότελα αφιερωμένος στη λατρεία του Θεού και να μη λείπει ποτέ από αυτό το πνευματικό έργο της νοεράς προσευχής.


Αυτό μας παραγγέλλει και ο θεάνθρωπος Ιησούς στο ιερό ευαγγέλιο, λέγοντας: «Συ δε, όταν προσεύχεσαι, πήγαινε μέσα στο «ταμείον» σου, κλείσε τη θύρα σου και προσευχήσου κρυφά στον Πατέρα σου». Ταμείο της ψυχής είναι το σώμα και θύρες του εαυτού μας οι πέντε αισθήσεις. Η ψυχή μπαίνει μέσα στο ταμείο της, όταν δεν περιφέρεται ο νους εδώ κι εκεί στα πράγματα του κόσμου, αλλά βρίσκεται μέσα στην καρδιά μας· κι οι αισθήσεις μας κλείνουν και μένουν σφαλισμένες, όταν δεν τις αφήνομε να προσηλώνονται στα αισθητά και ορώμενα πράγματα. Και με τούτο τον τρόπο μένει ο νους μας ελεύθερος από κάθε εμπαθή προσκόλληση στα κοσμικά και με την κρυφή και νοερά προσευχή ενώνεσαι με το Θεό και Πατέρα σου· και τότε, λέει, ο Πατέρας σου πού βλέπει τα κρυφά θα σου αποδώσει στα φανερά. Βλέπει ο κρυφιογνώστης Θεός τη νοερά προσευχή σου και την ανταμείβει με φανερά και μεγάλα χαρίσματα· επειδή αυτή είναι η αληθινή και τέλεια προσευχή κι αυτή γεμίζει την ψυχή από τη θεία χάρη και τα πνευματικά χαρίσματα.


Όπως το μύρο, όσο περισσότερο το κλείνεις μέσα στο αγγείο, τόσο περισσότερο ευωδιάζει το αγγείο, έτσι και η προσευχή, όσο περισσότερο την κλείνεις μέσα στην καρδιά σου, τόσο περισσότερο τη γεμίζει από τη θεία χάρη. Μακάριοι και καλότυχοι είναι εκείνοι πού θα συνηθίσουν σε τούτο το ουράνιο έργο, γιατί με αυτό νικούν κάθε πειρασμό των πονηρών δαιμόνων, όπως ο Δαβίδ νίκησε τον υπερήφανο Γολιάθ· με αυτό σβήνουν τις άτακτες επιθυμίες της σάρκας, όπως οι τρεις Παίδες έσβησαν τη φλόγα της καμίνου· με αυτό το έργο της νοεράς προσευχής καταπραΰνουν τα πάθη, όπως ο Δανιήλ ημέρωσε τα άγρια λιοντάρια· με αυτό κατεβάζουν τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά τους, όπως ο Ηλίας κατέβασε τη βροχή στο Καρμήλιο. Αυτή η νοερά προσευχή είναι πού ανεβαίνει ως το θρόνο του Θεού και φυλάγεται μέσα στις χρυσές φιάλες για να θυμιάζεται με αυτήν ο Κύριος, καθώς λέει ο Θεολόγος Ιωάννης στην Αποκάλυψη: «Και οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του Αρνίου, έχοντας όλοι κιθάρες και φιάλες χρυσές γεμάτες θυμιάματα, τα όποια είναι οι προσευχές των Αγίων».


Αυτή η νοερά προσευχή είναι ένα φως πού φωτίζει πάντοτε την ψυχή του ανθρώπου και πυρώνει την καρδιά του με τις φλόγες της αγάπης του Θεού· αυτή είναι μία αλυσίδα πού κρατεί ενωμένο το Θεό με τον άνθρωπο. Ω, η ασύγκριτη χάρη της νοεράς προσευχής! Αυτή κάνει τον άνθρωπο να συνομιλεί πάντοτε με το Θεό. Ω πράγμα αληθινά θαυμάσιο και εξαίρετο! Να είσαι μαζί με τούς ανθρώπους σωματικά και να βρίσκεσαι μαζί με το Θεό νοερά! Οι Άγγελοι δεν έχουν φωνή υλική, αλλά με το νου τους προσφέρουν στο Θεό ακατάπαυστη δοξολογία· αυτό είναι το έργο τους, σ΄ αυτό είναι αφιερωμένη όλη τους η ζωή. Λοιπόν και συ, αδελφέ, όταν εισέρχεσαι στο ¨ταμείον΄΄ σου και κλείνεις τη θύρα, όταν δηλαδή ο νους σου δε σκορπά εδώ κι εκεί, αλλά μπαίνει μέσα στην καρδιά σου κι οι αισθήσεις σου είναι σφαλισμένες και δεν είναι προσηλωμένες στα πράγματα του κόσμου τούτου κι έτσι προσεύχεσαι πάντοτε με το νου σου, τότε γίνεσαι παρόμοιος με τούς αγίους Αγγέλους και ο Πατέρας σου, πού βλέπει τη μυστική σου προσευχή πού του προσφέρεις κρυφά στην καρδιά σου, θα σου ανταποδώσει μεγάλα πνευματικά χαρίσματα στα φανερά. Μα και τι άλλο μεγαλύτερο και περισσότερο θέλεις από το να βρίσκεσαι πάντοτε, όπως είπαμε, μαζί με το Θεό νοερά και να συνομιλείς ακατάπαυστα με Αυτόν; Χωρίς Αυτόν δεν μπορεί ποτέ κανένας άνθρωπος να είναι μακάριος μήτε εδώ μήτε στην άλλη ζωή.


Λοιπόν, αδελφέ, όποιος κι αν είσαι, όταν πάρεις στα χέρια σου το παρόν βιβλίο και διαβάζοντάς το δοκιμάσεις ωφέλεια στην ψυχή σου, παρακαλώ θερμά, θυμήσου να κάνεις και μία παράκληση στο Θεό, με ένα «Κύριε ελέησον», για την αμαρτωλή ψυχή εκείνου πού κοπίασε σε τούτο το βιβλίο κι εκείνου πού ξόδεψε να το τυπώσει· οι οποίοι έχουν μεγάλη ανάγκη της προσευχής σου, για να βρουν έλεος Θεού στις ψυχές τους και συ στη δική σου. Γένοιτο, γένοιτο.

via

Απόσπασμα από το βίο του Οσίου Μαξίμου του Καψοκαλύβη

 Συνοπτικά σχόλια


Ό,τι εγράψαμε σε προηγούμενο σχόλιο για τις άγιες προθέσεις των ανθολόγων των φιλοκαλικών κειμένων, ισχύει και στην περίπτωση του αγίου Μαξίμου του Καψοκαλύβη: θέλησαν να παρουσιάσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Και επέλεξαν το μέρος εκείνο από τον ασκητικότατο βίο του, που η Θεοτόκος του δωροφόρησε το χάρισμα της αδιαλείπτου και αυτοκινήτου, διά Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Υπάρχει δυναμικότερη απόδειξη, για την μεγάλη σημασία της προσευχής του Ιησού, από την δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο; 




Εκτός αυτού του υπερφυσικού γεγονότος, είναι πολύ διαφωτιστικός ο διάλογος με τον διδάσκαλο της νοεράς προσευχής άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, που κατά την διέλευσή του από το άγιον Όρος, για πρώτη φορά, δεν εγνώρισ παρά 3-4 μοναχούς θεωρητικούς να επιδίδονται στην νοερά προσευχή, όπως ο ίδιος ομολόγησε στους μαθητές του. Και όσα εκ προσωπικής πείρας αναφέρει ο άγιος Μάξιμος είναι σύμφωνα με όσα άλλοι Πατέρες διδάσκουν. Επομένως και το μικρό αυτό κείμενο ενσωματώθηκε στα άλλα φιλοκαλικά κείμενα σαν διαμάντι πρώτου μεγέθους, αν και είναι προγενέστερο των ησυχαστικών ερίδων, που άφησαν τόσον πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.        



Κείμενο

Ανταμώνοντας ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον άγιο Μάξιμο και συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο: «Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;»  Κι εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει: «Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. 


Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα καρδιάς· κι εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε, άλλα με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε ή καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε ή προσευχή από την καρδιά μου· συγχώρεσε με.»


Και ο θείος Γρηγόριος του λέει: 

«Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του «Κύριε Ιησού Χριστέ», σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;» 


Και ο θείος Μάξιμος του είπε: 

«Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο όποιος είναι μία αγάπη υπερβολική στο Θεό και μία αρπαγή του νου στον Κύριο». 


Και ο άγιος Γρηγόριος του λέει: 

«Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά πού είπες;» 


Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

«Δός μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου». 


Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: 

«Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε· όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα πού θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;» 


Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε: 

«Όχι, δεν μπορεί· γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο δια μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει τις δυνάμεις του, άλλα μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άϋλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του· καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη Του. Και τούτο πού λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οί άνθρωποι τους περιπαίζανε και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαΐας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ. Με τον ίδιο τρόπο και τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους πού τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πώς πωρώθηκαν οί άνθρωποι εκείνοι και, σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο πού ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς, λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό, και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριός μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε· και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά τον θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά, είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά, και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα· και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα πού θέλει». 


Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: 

«Είναι και άλλα, Καψοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;».


Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε: 

«Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχύζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασία στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα· κι εκείνος πού βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αύτη την πλάνη είθε να μας γλιτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου. Άλλα τα σημεία της χάρης είναι αυτά· όταν πάει στον άνθρωπο ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός· του φέρνει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή εύκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί- κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα· και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες· για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πώς μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη όν στο είναι· για την άπειρη Του δύναμη πού συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται ή καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος· τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ., και απολαμβάνει ή ψυχή του μία αγαλλίαση απερίγραπτη». 


Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα πού του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο.

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Περί των τριών τρόπων της προσευχής

(Ο Λόγος αυτός θεωρείται ότι δεν είναι του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Βλ. Φιλοκαλία, τόμος Δ’, σελ. 12, εισαγωγικά σχόλια. Εδώ παρατίθεται σε νέα μετάφραση απ’ ευθείας από το πρωτότυπο κείμενο, το οποίο εκδόθηκε το 1927 από τον I. Hausherr στο Orientalia Christiana 36, σελ. 150-172)

 Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται• υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή• γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.


Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία. Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί• κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα• άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός(Β΄ Κορ. 11,14) και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.


Περί της δεύτερης προσευχής 

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Οταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια• και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό• κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης. Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ’ εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός• και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.

Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.


Περί της τρίτης προσευχής 

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο• και σ’ εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς• και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται• και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.

Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό• αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους• πληγώνεται, και δεν το ξέρει• πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ’ αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του(Ψαλμ.128,3) ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό• δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα• και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς(Τωβ. 4,15), και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία• και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή• να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ’ αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος(Ψαλμ. 33,9), δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ»(Ματθ. 17,4). Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ’ εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο• και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.»(Ρωμ.8,35). Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο(Ματθ. 15, 19-20), και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό(Ματθ. 23,26), άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι’ αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία• άλλοι, προσοχή• άλλοι, φύλαξη της καρδιάς• άλλοι, νήψη και αντίρρηση• άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου• όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι’ αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»(Εκκλ. 11,9· 10,4)• λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί»(Ματθ. 15,19). Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί»(Λουκ. 12,29), και:«Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!»(Ματθ. 7,14), και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»(Ματθ. 5,3), εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι• ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.»(Α΄ Πετρ. 5, 8). Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα»(Εφ. 6,12). Και οί θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό(Ματθ. 5,8). Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει «πτωχός τω πνεύματι», μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης(Ματθ. 5, 3-10)• και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ’ όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ’ όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ’ όλα• συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου• και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω• κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις. Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα• αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να είδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού• γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».


Ερώτηση – Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό; 

Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη• άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο• άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή• και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω• κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν’ ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού(Εφ. 4,13), ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.

Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη(Ψαλμ. 136,4), δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.

Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη• η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα.

Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν’ ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς• διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο(Ματθ. 15,19). Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ’ αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ’ αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ’ εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.

Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν’ αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά• τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη• κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος(Ρωμ. 11,16), φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια• γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο• αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ’ αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη• κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σέ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Περί των τριών τρόπων της προσευχής (Συνοπτικά σχόλια)

Εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο άγιος Συμεών έζησε κατά τα μέσα του 11ου αιώνος, δεν θα εκπλαγεί για την κάπως διάφορη διδασκαλία του περί προσευχής, από την κατόπιν κοινώς αποδεκτή διδασκαλία του 14ου αιώνος. Πράγματι ο θείος Πατέρας, μαθητής του Στουδίτου Συμεών του Ευλαβούς, εκτός από την προσωπική του πείρα για την προσευχή, ακολουθούσε τους διδασκάλους του μοναχισμού από τον 6ον αιώνα, άγιον Ιωάννη της Κλίμακος, Μάρκον Ασκητή, όσιον Ησύχιον, Ησαΐα τον Αναχωρητή, Σιναΐτη Φιλόθεο, τον Μέγα Βαρσανούφιο.


Επομένως, ενώ τονίζει την ανάγκη της προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όμως θεωρεί, ορθότατα, και άλλες πνευματικές εργασίες, εξίσου ωφέλιμες. Είναι φανερόν ότι ο άγιος Συμεών δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία σε τυποποιημένες πνευματικές μεθόδους, επηρεασμένος ασφαλώς από τις θεοφάνειες, που τον αξίωνε ο Θεός για την υπακοή στον Γέροντά του και την εν συνεχεία επιμέλεια της συνειδήσεώς του, βοηθούμενος από την εγκάρδια φλόγα του και τον έρωτά του για τον Χριστό.

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: Λόγος περί πίστεως Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή.

Λόγος περί πίστεως Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή.


Αδελφοί και πατέρες· είναι καλό να διακηρύττομε σε όλους το έλεος του Θεού και να φανερώνομε στους πλησίον μας την ευσπλαχνία και την ανείπωτη αγαθότητα του Θεού προς εμάς. « Εγώ λοιπόν, καθώς το βλέπετε, μήτε νηστείες έκανα, μήτε αγρυπνίες, μήτε χαμαικοιτίες, αλλά μόνο ταπεινώθηκα και ο Κύριος σύντομα με έσωσε», λέει ο θειος Δαβίδ. Και μπορεί κανείς να πει πολύ πιο σύντομα: «Μόνο πίστεψα, και με δέχτηκε ο Κύριος». Επειδή είναι πολλά αυτά πού μας εμποδίζουν ν΄ αποκτήσομε την ταπείνωση, να βρούμε όμως την πίστη δεν μας εμποδίζει τίποτε. Γιατί αν το θελήσομε ολόψυχα, ευθύς ενεργεί μέσα μας η πίστη, αφού είναι δώρο του Θεού και φυσικό προσόν, αν και υπόκειται στην αυτεξουσιότητα της προαιρέσεώς μας. Γι΄ αυτό ακόμη και οι Σκύθες και οι βάρβαροι πιστεύουν ο ένας τα λόγια του άλλου. Και για να σας δείξω στην πράξη την ενέργεια της ενδιάθετης πίστεως και να βεβαιώσω όσα είπα, ακούστε να σας διηγηθώ κάτι πού άκουσα από κάποιον πού δεν ψεύδεται.

Κάποιος, Γεώργιος ονομαζόμενος, νέος στην ηλικία, έως είκοσι χρόνων, κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη τώρα στους καιρούς μας· ο οποίος ήταν όμορφος και φανταχτερός στην εμφάνιση, τούς τρόπους και το βάδισμα, έτσι πού μερικοί από τούτα σχημάτισαν κακή γνώμη γι΄ αυτόν, όσοι δηλαδή βλέπουν μόνο τα εξωτερικά και κρίνουν κακώς τα των άλλων. Αυτός γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό πού ζούσε σ΄ ένα μοναστήρι της πόλεως, και αναθέτοντάς του όλα τα της ψυχής του, έλαβε από αυτόν για υπενθύμιση μια μικρή εντολή (ένα σύντομο κανόνα). Ο νέος ζήτησε ακόμη από τον γέροντα να του δώσει κανένα βιβλίο πού να περιέχει διηγήσεις για τη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση. Εκείνος του έδωσε να διαβάσει το σύγγραμμα του μοναχού Μάρκου πού διδάσκει περί του πνευματικού νόμου· το οποίο ο νέος το πήρε σαν να ήταν σταλμένο από τον ίδιο το Θεό. Και ελπίζοντας πώς θα λάβει πολύ μεγάλη ωφέλεια από αυτό, το διάβασε όλο με πόθο και προσοχή. Και ωφελήθηκε βέβαια απ΄ όλα όσα διάβασε, όμως τρία κεφάλαια* μόνο ενσφήνωσε, να πω έτσι, στην καρδιά του.

Το ένα έλεγε επί λέξει: « Αν ζητάς τη θεραπεία της ψυχής σου, επιμελήσου τη συνείδησή σου, και να κάνεις όσα αυτή σου επιδεικνύει, και θα βρεις ωφέλεια». Το άλλο έλεγε: « Όποιος ζητά τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προτού να εργαστεί τις εντολές του Θεού, είναι παρόμοιος με αγορασμένο δούλο, ο οποίος την ίδια ώρα πού αγοράστηκε ζητά να του δώσουν και το χαρτί της απελευθερώσεως». Και το τρίτο έλεγε: « Εκείνος πού προσεύχεται σωματικά και δεν απέκτησε ακόμη γνώση πνευματική, είναι παρόμοιος με τον τυφλό πού φώναζε ¨Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με΄΄. Όταν ο πρώην τυφλός έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε πλέον υιό Δαβίδ, αλλά τον ομολόγησε Υιό Θεού και τον προσκύνησε».

Αυτά λοιπόν τα διάβασε ο νέος εκείνος και τα θαύμασε, και πίστεψε ότι με την επιμέλεια της συνειδήσεως θα βρει ωφέλεια και με την εργασία των εντολών θα δεχτεί συνειδητά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και με τη χάρη Του θ΄ ανοίξουν τα νοερά του μάτια και θα δει τον Κύριο. Και πληγωμένος από την αγάπη και την επιθυμία του Κυρίου, ζητούσε πλέον το Πρώτο Κάλλος, το αόρατο.

Τίποτε άλλο όμως δεν έκανε, καθώς με βεβαίωσε ύστερα με όρκους, παρά μόνο εκτελούσε κάθε βράδυ το σύντομο κανόνα πού του όρισε ο άγιος εκείνος γέρων, και τότε πλάγιαζε και κοιμόταν. Και καθώς η συνείδηση του έλεγε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε κι άλλους ψαλμούς, πες κι άλλο το Κύριε ελέησον, αφού μπορείς», αυτός υπάκουε σ΄ αυτήν πρόθυμα κι αδίστακτα κι έτσι έπραττε, σαν να τα έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Και από τότε πλέον δεν κοιμήθηκε ποτέ με τη συνείδηση να τον ελέγχει και να λέει: «Αυτό γιατί δεν το έκανες;». Κι έτσι, υπακούοντας αυτός χωρίς παράλειψη στη συνείδησή του κι εκείνη προσθέτοντας μέρα με τη μέρα περισσότερο, σε λίγες μέρες αυξήθηκε πολύ η εσπερινή προσευχή του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε την επιστασία του σπιτιού ενός πατρικίου κι είχε πολλές βιοτικές φροντίδες και πήγαινε κάθε μέρα στο Παλάτι· έτσι κανείς δεν αντιλήφθηκε όσα αυτός έπραττε το βράδυ. Αλλά κάθε βράδυ έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κι έκανε πολλές γονυκλισίες και μετάνοιες και όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και ακίνητα και διάβαζε ευχές στη Θεοτόκο με πόνο και στεναγμούς και δάκρυα και, σαν να ήταν ο Κύριος παρών σωματικά, έτσι έπεφτε εμπρός στα άχραντα πόδια Του και ως τυφλός του ζητούσε να τον σπλαχνιστεί και να του χαρίσει το φως των ματιών της ψυχής του. Και καθώς πλήθαινε κάθε βράδυ η προσευχή, κρατούσε ως τα μεσάνυχτα, κι όση ώρα προσευχόταν, στεκόταν όρθιος σαν κολόνα η σαν ασώματος, χωρίς διόλου να χαλαρώνει η να ραθυμεί η έστω να κινεί κανένα μέλος του σώματός του, μήτε τα μάτια του να στρέψει η να τα σηκώσει.

Ένα βράδυ λοιπόν, πού ήταν όρθιος κι έλεγε το « Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ» με το νου μάλλον παρά με το στόμα, έξαφνα φανερώθηκε πλούσια από ψηλά μια έλλαμψη θεϊκή και γέμισε από φως όλο τον τόπο και ο νέος αγνόησε και λησμόνησε αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι η αν ήταν κάτω από στέγη, γιατί παντού έβλεπε μόνο φως και δεν ήξερε μήτε αν πατούσε στη γη. Ούτε φόβο είχε μήπως πέσει, ούτε καμία φροντίδα του κόσμου, ούτε τίποτε άλλο από όσα ταιριάζουν σε ανθρώπους πού έχουν σώμα περνούσε από το λογισμό του. Αλλά μένοντας τελείως μέσα στο άϋλο φως, του φαινόταν πώς έγινε και αυτός φως και λησμόνησε όλο τον κόσμο κι ήταν όλος γεμάτος από δάκρυα κι από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και ύστερα από τούτο ανέβηκε ο νους του στον ουρανό κι εκεί είδε άλλο φως λαμπρότερο από το γύρω του· και κοντά σ΄ εκείνο το φως του φάνηκε να στέκεται ο άγιος και ισάγγελος εκείνος γέροντας πού του έδωσε, όπως είπαμε, την εντολή και το βιβλίο.

Εγώ λοιπόν, καθώς τʼ άκουσα από το νέο, σκέφτηκα ότι και η πρεσβεία του αγίου εκείνου θα είχε συνεργήσει πολύ σε τούτο και ότι ο Θεός πάλι θα οικονόμησε να δείξει στο νέο σε ποιο ύψος αρετής βρισκόταν ο άγιος εκείνος. Όταν πέρασε αυτή η θεωρία και ήρθε πάλι στον εαυτό του ο νέος εκείνος, όπως έλεγε, ήταν γεμάτος από χαρά και θαυμασμό και έκπληξη και δάκρυζε από την καρδιά του· και μαζί με τα δάκρυα ακολουθούσε και μία γλυκύτητα. Τέλος, πλάγιασε να κοιμηθεί και την ίδια ώρα λάλησε ο πετεινός, δείχνοντας τη μέση της νύχτας· και σε λίγο σήμαναν οι εκκλησίες για το Όρθρο. Και σηκώθηκε ο νέος για να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να σκεφτεί καθόλου τον ύπνο εκείνη τη νύχτα.

Αυτά έγιναν όπως ο Θεός γνωρίζει, ο οποίος και τα πραγματοποίησε για λόγους πού μόνο Εκείνος ξέρει, ενώ ο νέος δεν έκανε τίποτε περισσότερο από όσα ακούσατε, πλην είχε ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Και μην πει κανείς, πώς εκείνος τα έκανε αυτά για να δοκιμάσει· γιατί αυτός μήτε με το λογισμό του είπε μήτε καν σκέφτηκε κάτι τέτοιο -επειδή όποιος δοκιμάζει η πειράζει το Θεό, δεν έχει πίστη. Αλλά απορρίπτοντας ο νέος εκείνος κάθε άλλον εμπαθή και φιλήδονο λογισμό, φρόντιζε τόσο πολύ -όπως έλεγε με όρκο- να πραγματοποιεί εκείνα πού του έλεγε η συνείδησή του, ώστε σε όλα τα άλλα αισθητά πράγματα του κόσμου να είναι σαν αναίσθητος και δεν ήθελε μήτε να φάει η να πιει ηδονικά η συχνότερα.

Ακούσατε, αδελφοί μου, τι κατορθώνει η πίστη στο Θεό, όταν βεβαιώνεται με τα έργα; Καταλάβατε πώς μήτε η νεότητα είναι απορριπτέα, μήτε το γήρας ωφέλιμο, αν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Μάθατε ότι μήτε η παραμονή στην πόλη μας εμποδίζει να εργαστούμε τις εντολές του Θεού, αν έχουμε προθυμία και εγρήγορση, μήτε η ησυχία και η αναχώρηση από τον κόσμο μας ωφελούν αν βρισκόμαστε σε ραθυμία και αμέλεια; Όλοι μας ακούμε για τον Δαβίδ και θαυμάζομε και λέμε ότι ένας Δαβίδ έγινε κι όχι άλλος· και να πού σε τούτο το νέο συνέβη κάτι περισσότερο από το Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ έλαβε τη μαρτυρία από τον ίδιο το Θεό, χρίστηκε προφήτης και βασιλιάς, έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος κι είχε λάβει πολλές αποδείξεις περί Θεού. Όταν λοιπόν αμάρτησε κι έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το αξίωμα της προφητείας και αποξενώθηκε από τη συναναστροφή του Θεού, τι το παράδοξο πού τα ζήτησε πάλι, όταν έφερε στο νου του τη χάρη από την οποία ξέπεσε; Ο νέος όμως αυτός τίποτε τέτοιο δεν είχε σκεφτεί ποτέ, αλλά ήταν προσηλωμένος μόνο στα κοσμικά πράγματα κι έβλεπε μόνο τα πρόσκαιρα και η διάνοιά του δεν είχε φανταστεί τίποτε ανώτερο από τα γήινα· και -τι θαυμαστά τα κρίματά Σου,Κύριε!- μόνο άκουσε γι΄ αυτά κι ευθύς πίστεψε. Και τόσο πολύ πίστεψε, ώστε να παρουσιάσει και έργα πού αρμόζουν στην πίστη, με τα όποια η διάνοιά του πήρε φτερά και έφτασε στους ουρανούς κι έκανε τη Μητέρα του Χριστού να τον ευσπλαχνιστεί και με την πρεσβεία της εξιλέωσε το Θεό και κατέβασε ως αυτόν τη χάρη του Πνεύματος· και αυτή τον δυνάμωσε να φτάσει ως τον ουρανό και τον αξίωσε να δει φως, το οποίο όλοι το επιθυμούν μα πολύ λίγοι το πετυχαίνουν.

Ο νέος αυτός πού μήτε χρόνους πολλούς νήστεψε, μήτε ποτέ κοιμήθηκε στο έδαφος, μήτε φόρεσε τρίχινα ρούχα, μήτε τη μοναχική κουρά έλαβε, μήτε από τον κόσμο αναχώρησε σωματικά, αλλά μόνο πνευματικά· μόνο αγρύπνησε λίγο, και φάνηκε ανώτερος από τον Λώτ στα Σόδομα. Η μάλλον, έγινε άγγελος μέσα σε σώμα, πού ενώ οι άλλοι τον ψηλαφούσαν και τον έβλεπαν, ήταν εντούτοις ακράτητος και ασύλληπτος, άνθρωπος στο φαινόμενο και άσαρκος στο νοούμενο, βλεπόμενος από όλους και μόνος ευρισκόμενος με μόνο τον παντογνώστη Θεό. Γι΄ αυτό και με τη δύση του αισθητού ηλίου τον έλουσε το γλυκύ φως του νοητού Ηλίου, και πολύ εύλογα· γιατί η αγάπη του προς τον ζητούμενο Θεό τον έβγαλε τελείως από τον κόσμο και από την ίδια του τη φύση και από όλα τα πράγματα και τον έκανε όλον πνευματικό και όλον φως, και μάλιστα ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη κι είχε την επιστασία ενός αρχοντικού και φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και έκανε και έπραττε όλα όσα αρμόζουν στο βίο.

Αλλά είναι αρκετά αυτά πού είπαμε και για έπαινο του νέου και για παρακίνηση δική σας στον πόθο και τη μίμησή του, η θέλετε να σας πω και αλλά μεγαλύτερα, τα όποια ίσως δεν μπορέσει να δεχτεί η ακοή σας; Όμως τι άλλο θα βρεθεί μεγαλύτερο η τελειότερο από αυτό; Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο, καθώς λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος: « Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου. Όπου είναι ο φόβος, εκεί και η φύλαξη των εντολών· και όπου η φύλαξη των εντολών, εκεί και η κάθαρση της σάρκας, η οποία είναι ένα νέφος εμπρός στην ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη λάμψη τη θεϊκή· κι εκεί πού είναι η κάθαρση, εκεί και η έλλαμψη. Και η έλλαμψη είναι η ικανοποίηση του πόθου αυτών πού ποθούν τα μέγιστα η το μέγιστο η αυτό πού είναι πάνω από μέγα.» Λέγοντας αυτά φανέρωσε ότι ο φωτισμός του Πνεύματος είναι τέλος ατελές κάθε αρετής, και όποιος έρθει σ΄ αυτόν, έφτασε στο τέλος και το πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.

Αυτά είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού· για τούτο φανερώνει ο Θεός τούς κρυπτόμενους Αγίους Του, ώστε άλλοι να τούς μιμηθούν και άλλοι να μείνουν αναπολόγητοι. Γιατί κι εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στους περισπασμούς και όσοι είναι στα κοινόβια, τα όρη και τα σπήλαια και πολιτεύονται όπως πρέπει, σώζονται και αξιώνονται να λάβουν από το Θεό μεγάλα καλά, για μόνη την πίστη τους προς Αυτόν, έτσι ώστε όσοι αποτυγχάνουν από ραθυμία, να μην έχουν να πουν τίποτε την ημέρα της Κρίσεως. Γιατί, αδελφοί μου, δεν ψεύδεται Αυτός πού υποσχέθηκε να σώζει για μόνη την πίστη προς Αυτόν. Λοιπόν λυπηθείτε τον εαυτό σας και εμάς πού σας αγαπούμε και συχνά θρηνούμε και κλαίμε για χάρη σας -γιατί τέτοιοι προστάζει να είμαστε ο σπλαχνικός και ελεήμων Θεός-· και πιστεύοντας ολόψυχα στον Κύριο, αφήστε τη γη κι όλα όσα παρέρχονται, και προσέλθετε και κολληθείτε σ΄ Αυτόν, γιατί λίγο ακόμη και ο ουρανός με τη γη θα παρέλθουν, και έξω από το Θεό δεν υπάρχει ούτε στάση ούτε πέρας ούτε κατάληξη της πτώσεως των αμαρτωλών. Αφού δηλαδή ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος, πές μου, αν μπορείς, που θα βρεθεί τόπος για όσους εκπίπτουν από τη βασιλεία Του;

Μου έρχεται να θρηνώ και λυπούμαι υπερβολικά και λιώνω για σας, όταν συλλογιστώ πώς έχουμε τέτοιο Κύριο πλουσιόδωρο και φιλάνθρωπο, πού για μόνη την πίστη μας προς Αυτόν μας χαρίζει αυτά πού υπερβαίνουν κάθε νου και ακοή και διάνοια και πού ποτέ δεν τα συνέλαβε άνθρωπος, κι εμείς σαν άλογα ζώα προτιμούμε μόνο τη γη και όσα η γη βγάζει για μας από την πολλή ευσπλαχνία του Θεού για να επαρκούμε στις ανάγκες του σώματος· ώστε εμείς να τρεφόμαστε από αυτά με μέτρο και η ψυχή μας να κάνει ανεμπόδιστα την πορεία της προς τα άνω, τρεφόμενη και αυτή με τη νοερή τροφή του Πνεύματος, ανάλογα με την κάθαρση και την ανάβασή της.

Γιατί αυτό είναι ο άνθρωπος και για τούτο δημιουργηθήκαμε και ήρθαμε στην ύπαρξη· δεχόμενοι εδώ αυτές τις μικρές ευεργεσίες, με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς το Θεό ν΄ απολαύσομε εκεί τα ανώτερα και αιώνια. Αλλά εμείς, αλίμονο, ενώ δε φροντίζομε καθόλου για τα μέλλοντα, είμαστε αχάριστοι για όσα απολαμβάνομε εδώ, κι έτσι γινόμαστε παρόμοιοι με τούς δαίμονες η και χειρότεροι, αν πρέπει να πω την αλήθεια. Και για τούτο πρέπει να τιμωρηθούμε περισσότερο, γιατί και περισσότερες ευεργεσίες λάβαμε και γνωρίζομε Θεό πού έγινε για μας άνθρωπος όπως εμείς, μόνο χωρίς την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία. Τι άλλο να πω; Σε όλα αυτά πιστεύομε μονάχα με τα λόγια, και με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ακούγεται παντού το όνομα του Χριστού, στις πόλεις και τα χωριά και τα κοινόβια και τα όρη; Αν θέλεις, κοίταξε και εξέτασε προσεκτικά, αν τηρούν τις εντολές Του· και μόλις θα βρεις -είναι αλήθεια- ένα σε χιλιάδες η ένα σε μυριάδες πού να είναι Χριστιανός και με τα λόγια και με τα έργα. Δεν είπε ο Κύριος και Θεός μας στο άγιο ευαγγέλιο: « Όποιος πιστέψει σ΄ εμένα θα κάνει κι αυτός τα έργα πού κάνω εγώ κι ακόμη μεγαλύτερα»; Ποιος λοιπόν από εμάς τολμά να πει: « Εγώ κάνω έργα Χριστού και πιστεύω ορθά στο Χριστό»; Δε βλέπετε, αδελφοί, ότι έχουμε να βρεθούμε άπιστοι κατά την ημέρα της κρίσεως και να κολαστούμε χειρότερα από εκείνους πού δε γνωρίζουν τον Κύριο; Γιατί είναι ανάγκη η εμείς να καταδικαστούμε ως άπιστοι, η ο Χριστός να αποδειχτεί ψεύτης, το οποίο είναι αδύνατο, αδελφοί μου, αδύνατο.

Αυτά τα έγραψα όχι για να εμποδίσω την αναχώρηση από τον κόσμο και να προβάλω τη ζωή μέσα σ΄ αυτόν, αλλά για να πληροφορήσω όλους όσοι διαβάσουν την παρούσα διήγηση, πώς εκείνος πού θέλει να κάνει το αγαθό, έλαβε και τη δύναμη από το Θεό να μπορεί να το κάνει σε κάθε τόπο. (Και να αξιωθεί να λάβει και χαρίσματα πνευματικά και θειες θεωρίες όπως και τούτος ο νέος, ο ευλογημένος Γεώργιος, τον οποίο επειδή είχα γνώριμο και στενό φίλο, τον παρακάλεσα και μου τα διηγήθηκε καθώς τα έγραψα).

Για τούτο, αδελφοί μου εν Χριστώ, σας παρακαλώ ας τρέξομε κι εμείς με κόπο το δρόμο των εντολών του Χριστού, και δεν πρόκειται να καλύψει η ντροπή τα πρόσωπά μας. Γιατί όπως ο Χριστός ανοίγει τις πύλες της βασιλείας Του σε καθένα πού χτυπά επίμονα, και δίνει το ευθές και πανάγιο Πνεύμα σε καθένα πού γυρεύει, και είναι αδύνατο, εκείνος πού ζητά ολοψύχως, να μη βρει τον πλούτο των χαρισμάτων Του, έτσι κι εσείς θα εντρυφήσετε στα απόρρητα αγαθά Του, τα όποια ετοίμασε γι΄ αυτούς πού τον αγαπούν, τώρα βέβαια εν μέρει και με πνευματική σοφία, κατά τον μέλλοντα όμως αιώνα ολοκληρωτικά, μαζί με όλους τούς Αγίους, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σ΄ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.